Μενού Κλείσιμο

Αριθμός απόφασης 132/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

ΤΜΗΜΑ ΝΑΥΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ

Αριθμός Απόφασης  132/2026

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

Αποτελούμενο από τη Δικαστή Γεωργία Παναγιωτοπούλου, Εφέτη, την οποία όρισε η Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης του Εφετείου Πειραιώς και τη Γραμματέα Σ.Φ.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στον Πειραιά, στις …………., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της ανακόπτουσας: Της εταιρείας με την επωνυμία «……………», εδρεύουσας στον Πειραιά, επί της οδού ………., με ΑΦΜ ………. ΔΟΥ Πλοίων Πειραιά, όπως εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ελένη Σωτηράλη (ΑΜ ΔΣΠ ………).

Της καθ’ης η ανακοπή: Της εταιρείας με την επωνυμία «………….» και το διακριτικό τίτλο «…………..» εδρεύουσας στη …… Αττικής, επί της οδού ……………, με ΑΦΜ ……. ΔΟΥ Δ’ Πειραιά, όπως εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Κεχαγιόπουλο (ΑΜ ΔΣΑ ….. ΔΕ Δικηγορική Εταιρεία Σπύρου Δ.Βλάσση και Συνεργατών ΑΜ ΔΣΠ …….).

Η ανακόπτουσα άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς την από  20.1.2022 και με αριθ.καταθ. ……………/20.1.2022 αγωγή της, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ΄ αριθ  3473/2023  απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, που απέρριψε την αγωγή.

Την απόφαση αυτή προσέβαλε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου  η ενάγουσα και ήδη ανακόπτουσα με την από με την 23.11.2023 (στο εκδόν δικαστήριο με αριθ.καταθ. …………./23.11.2023 και προσδιορισμού στο Εφετείο με αριθ.καταθ. ………/15.12.2023) έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ’αριθ. 52/2025 απόφαση αυτού, η οποία, δικάζοντας ερήμην της εκκαλούσας (ήδη ανακόπτουσας),  απέρριψε την ως άνω έφεση.

Κατά της ως άνω εφετειακής απόφασης η ενάγουσα-εκκαλούσα και ήδη ανακόπτουσα κατέθεσε ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς την από 27.2.2025 με αριθ.καταθ. ………./27.2.2025 ανακοπή ερημοδικίας, η οποία με την υπ’αριθ. …………/27.2.2025 πράξη ορισμού συζήτησης της Γραμματέως του ανωτέρω Δικαστηρίου, προσδιορίστηκε  για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και γράφτηκε στο πινάκιο.

Κατά τη δικάσιμο αυτή η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο και συζητήθηκε.

Οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων, αφού έλαβαν διαδοχικά τον λόγο από την Πρόεδρο αναφέρθηκαν στις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσαν.

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 501 ΚΠολΔ, ανακοπή κατά απόφασης που έχει εκδοθεί ερήμην επιτρέπεται, αν εκείνος που δικάσθηκε ερήμην δεν κλητεύθηκε καθόλου ή δεν κλητεύθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα ή αν συντρέχει λόγος ανωτέρας βίας. Ως ανώτερη βία νοείται κάθε απρόβλεπτο και εξαιρετικό γεγονός, είτε αντικειμενικό, είτε σχετικό με το πρόσωπο του διαδίκου που ερημοδικάστηκε ή του πληρεξουσίου του Δικηγόρου, το οποίο στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν μπορεί να αποτραπεί, ούτε με μέτρα εξαιρετικής επιμέλειας και σύνεσης (ΟλΑΠ 29/1992). Ειδικότερα, η εν λόγω δικονομική ανώτερη βία είναι έννοια ταυτιζόμενη, κατά τον πυρήνα της, προς την ομώνυμη έννοια του ουσιαστικού δικαίου, διαφοροποιούμενη έναντι της τελευταίας μόνον κατά τις συνέπειες, ως συνεπαγόμενη τη δυνατότητα επαναφοράς των πραγμάτων στην πρότερη κατάσταση, με ανατροπή της κύρωσης από την παράβαση του δικονομικού βάρους, ενώ κατά το ουσιαστικό δίκαιο λειτουργεί ως λόγος απαλλαγής του οφειλέτη, εμφανιζόμενη ως στενότερη έννοια έναντι του τυχηρού, το οποίο δημιουργεί ευθύνη του οφειλέτη [ ΑΠ 1260/2010, ΑΠ 1793/2009, ΑΠ 1562/2008, ΕφΠειρ 2018/2024, ΕφΠειρ 208/2024, ΕφΠειρ 341/2021]. Κατά το περιεχόμενο της, επομένως, η δικονομική ανώτερη βία είναι η κατάσταση της, παρά την καταβολή εξειδιασμένης προσοχής και επιμέλειας εκ μέρους του διαδίκου και του πληρεξουσίου του, αδυναμίας αυτού να ανταποκριθεί σε δικονομικό βάρος του, συνεπεία της οποίας η διαδικαστική πράξη πάσχει ακυρότητας ή απαραδέκτου (ΑΠ 2/2022, ΑΠ 121/2021, ΑΠ 1343/2021, ΑΠ 559/2020). Το γεγονός θα πρέπει να είναι ανυπαίτιο και εντελώς εξαιρετικής φύσεως, μη αναμενόμενο και μη δυνάμενο να προληφθεί ή να αποτραπεί από τον διάδικο ούτε με μέτρα άκρας επιμέλειας και σύνεσης (ΑΠ 1253/2018, ΑΠ 219/2016, ΑΠ 1506/2013), ανεξάρτητα αν το γεγονός είναι εσωτερικό ή όχι (ΑΠ 219/2016, ΑΠ 1506/2013). Τέτοια γεγονότα ανωτέρας βίας είναι δυνατό να θεωρηθούν, μεταξύ άλλων, η αιφνίδια ασθένεια ή τυχόν ατύχημα του διαδίκου (ΑΠ 224/2013, ΕφΠειρ 2018/2024, ΕφΠειρ 208/2024, ΕφΠειρ 419/2020) ή στενού συγγενικού του προσώπου και η εξαιτίας αυτής αδυναμία παραστάσεώς του και νομιμοποιήσεως του πληρεξουσίου Δικηγόρου του, εκτός εάν μπορεί να παραστεί δια του τελευταίου (ΑΠ 224/2013, ΕφΠειρ 2018/2024, ΕφΔωδ 272/2018), ή όσον αφορά στον πληρεξούσιο Δικηγόρο του, τέτοιο γεγονός συνιστά η απρόβλεπτη, αιφνίδια και βαριά σωματική ή πνευματική νόσος, λόγω της οποίας αυτός δεν μπόρεσε να παραστεί ενώπιον του Δικαστηρίου κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή να ειδοποιήσει τον εντολέα του ή άλλο Δικηγόρο για την αντικατάστασή του (ΕφΠειρ 218/2024, ΕφΠειρ 19/2021, ΕφΠειρ 341/2021), εφόσον τα γεγονότα αυτά συνέβαλαν στην επέλευση της ερημοδικίας (ΑΠ 1778/2013). Σε περίπτωση συνδρομής ανωτέρας βίας, ως λόγου ανακοπής, αν η ανώτερη βία συνίσταται σε ασθένεια του πληρεξουσίου Δικηγόρου του διαδίκου, πρέπει να προσδιορίζεται το είδος και η διάρκειά της, ώστε να μπορεί το Δικαστήριο να κρίνει αν αποτέλεσε ανυπέρβλητο κώλυμα για τη μη εμφάνιση του Δικηγόρου στο Δικαστήριο, εάν ήταν αιφνίδια και ικανή να τον εμποδίσει να παραστεί στο Δικαστήριο και αν τον εμπόδισε να ενεργήσει με άλλον Δικηγόρο, έστω και μη συνεργάτη του (ΑΠ 316/2015, ΑΠ 546/2011, ΑΠ 42/2004, ΕφΠειρ 208/2024, ΕφΛαρ 52/2019). Στην έννοια αυτή δεν υπάγονται οι συνήθεις αδιαθεσίες, που απλώς δυσχεραίνουν, χωρίς να εξαφανίζουν, τη φυσική δυνατότητα εργασίας του ασθενούντος Δικηγόρου ή ειδοποίησης άλλου συναδέλφου του, προκειμένου να εκπροσωπήσει τον διάδικο στη δίκη. Το πταίσμα επίσης του Δικηγόρου κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως γεγονός ανώτερης βίας (ΑΠ 544/2016, ΑΠ 1778/2013, ΑΠ 1506/2013, ΑΠ 1347/2012, ΑΠ 6/2012, ΕφΠειρ 218/2024, Κεραμέως-Κονδύλη-Νίκα, ΕρμΚΠολΔ, υπ’ άρθρο 501 αρ. 4). Στην έννοια της ανώτερης βίας εκτός από την ασθένεια εμπίπτει και κάθε άλλο περιστατικό, που καθιστά παντελώς αδύνατη-και όχι απλώς δυσχερή ή δαπανηρή – την αυτοπρόσωπη ή με πληρεξούσιο Δικηγόρο επιχείρηση διαδικαστικής πράξης, όπως επίσης αδύνατη θα πρέπει να καθίσταται η παράσταση του Δικηγόρου στο Δικαστήριο ή η ειδοποίηση του εντολέα, για να προβεί εγκαίρως στην αντικατάσταση του, όταν πρόκειται για αιφνίδια και βαριά ασθένεια του πληρεξουσίου Δικηγόρου. Σημειωτέον, ότι, όταν η ανωτέρα βία αφορά στο πρόσωπο του πληρεξουσίου Δικηγόρου του διαδίκου, για να διαπιστωθεί εάν το σχετικό γεγονός συνιστά ανώτερη βία, πρέπει να χρησιμοποιηθούν όχι μόνον υποκειμενικά κριτήρια, όπως είναι εύλογο για τον διάδικο, αλλά αντικειμενικά κριτήρια, αφού το λειτούργημα που ο Δικηγόρος ασκεί, απαιτεί την προσήκουσα εκπλήρωση των ανειλημμένων υποχρεώσεων του ακόμη και από τον μέσο νομικό παραστάτη (ΕφΠειρ 218/2024, ΕφΠειρ 208/2024, ΕφΠειρ 19/2021, ΕφΠειρ 341/2021, δημ. ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ) . Εξάλλου, κατά το άρθρο 505 § 1 ΚΠολΔ, το δικόγραφο της ανακοπής πρέπει να περιέχει τα στοιχεία που απαιτούνται κατά τα άρθρα 118 έως 120 ΚΠολΔ και τους λόγους της ανακοπής. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η ανακοπή ερημοδικίας πρέπει να περιέχει ένα τουλάχιστον σαφή και ορισμένο λόγο από εκείνους που ορίζονται στο άρθρο 501 ΚΠολΔ, δηλαδή τη μη κλήτευση ή τη μη νόμιμη ή μη εμπρόθεσμη κλήτευση ή τη συνδρομή λόγου ανώτερης βίας για τη μη εμφάνιση του ανακόπτοντος στην ερήμην αυτού συζήτηση της υποθέσεως, επί της οποίας στηρίχτηκε η προσβαλλόμενη ερήμην απόφαση (ΑΠ 1537/2008). Εξάλλου, αν η ανακοπή ερημοδικίας ασκήθηκε εμπρόθεσμα και σύμφωνα με τις νόμιμες διατυπώσεις (άρθρ 503 παρ 1 και 505 παρ 1 ΚΠολΔ) και αν πιθανολογείται ότι είναι βάσιμος ο λόγος που προτάθηκε, τότε το Δικαστήριο εξαφανίζει την ερήμην απόφαση, διατάσσει να επιστραφεί το παράβολο (άρθρ 505 παρ 2 ΚΠολΔ) και αμέσως προχωρεί στην εξέταση της διαφοράς, αφού οι διάδικοι επανέλθουν στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που  εξαφανίστηκε. Άλλως, αν δηλαδή η ανακοπή δεν ασκήθηκε νόμιμα και  εμπρόθεσμα ή αν δεν πιθανολογείται η βασιμότητα του λόγου της, το  Δικαστήριο απορρίπτει την ανακοπή και διατάσσει να εισαχθεί το  παράβολο στο δημόσιο ταμείο (άρθρ 509 ΚΠολΔ). Από τις διατάξεις  αυτές και με στόχο την ταχύτητα της απονομής της Δικαιοσύνης, προκύπτει ότι το Δικαστήριο αποφαίνεται για την ουσιαστική  βασιμότητα του λόγου της ανακοπής ερημοδικίας αμέσως, με την ίδια απόφαση με την οποία θα κρίνει και το τύποις παραδεκτό και νόμω βάσιμο της ανακοπής (ΕΑ 2931/2007) αρκούμενο σε πιθανολόγηση, για τη διαμόρφωση της οποίας δεν είναι υποχρεωμένο να διατάξει τη διεξαγωγή αποδείξεων (βλ. Β. Βαθρακοκοίλη ΚΠολΔ αρθρο 509 παρ 1, Τρ.ΕφΠειρ 552/2015, ΕΔωδ 85/2002 δημ. ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

Η κρινόμενη από 27.2.2025 (αριθ. εκθ. καταθ. ενδ. μέσου ………../27.2.2025 και αριθ. εκθ. καταθ. προσδ. …../27.2.2025) ανακοπή ερημοδικίας κατά της υπ’ αριθ. 52/2025 απόφασης του Δικαστηρίου τούτου (τμήμα ναυτικών διαφορών), που δικάζοντας ερήμην της εκκαλούσας, ήδη ανακόπτουσας, απέρριψε την από 23.11.2023 (αριθ. εκθ. καταθ. ενδ. μέσου ………../2023) έφεσή της κατά της εφεσίβλητης, ήδη καθ’ ης η ανακοπή ερημοδικίας και κατά της υπ’ αριθ. 3473/2023 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, έχει ασκηθεί νομότυπα με κατάθεση του δικογράφου της στη γραμματεία αυτού του Δικαστηρίου κατ’ άρθρο 495 παρ.1 ΚΠολΔ και εμπρόθεσμα κατ’ άρθρο 503 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, καθόσον η ανακοπτόμενη απόφαση επιδόθηκε στην εκκαλούσα στις 12.2.2025 (βλ. την από 12.2.2025 επισημείωση της δικαστικής επιμελήτριας ……………. επί του σώματος της ανακοπτόμενης απόφασης, προσκομιζόμενη μετ’επικλήσεως από την ανακόπτουσα) και η ανακοπή ερημοδικίας ασκήθηκε εντός της νόμιμης προθεσμίας των δεκαπέντε (15) ημερών με την κατάθεση του δικογράφου της στη γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου στις 27.2.2025 και την αυθημερόν επίδοσή της στην καθ΄ης η ανακοπή (βλ. υπ’αριθ. ………../27.2.2025 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Πειραιά ……….., προσκομιζόμενη μετ’επικλήσεως από την ανακόπτουσα). Επιπλέον, καταβλήθηκε και το ορισθέν με την ανακοπτόμενη απόφαση παράβολο, ποσού 250 ευρώ [βλ.υπ’ αριθ. …………./27.2.2025 έκθεση κατάθεσης ενδίκου μέσου όπου αναφέρεται και βεβαιώνεται από τον αρμόδιο Γραμματέα η κατάθεση του με αριθμό ……………../2025 ηλεκτρονικού παράβολου ποσού 250 ευρώ]. Επομένως, η ανακοπή ερημοδικίας πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξετασθεί περαιτέρω ως προς τη νομική και ουσιαστική βασιμότητά της.

Στην προκείμενη περίπτωση, η ανακόπτουσα ζητεί με την υπό κρίση ανακοπή ερημοδικίας να εξαφανιστεί η υπ’ αριθ. 52/2025 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, που εκδόθηκε ερήμην αυτής και απέρριψε την από 23.11.2023 (υπό ΓΑΚ/ΕΑΚ/……../2023) έφεσή της κατά της υπ’ αριθ. 3473/2023 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς (τμήμα ναυτικών διαφορών), η οποία απέρριψε την από 20.1.2022 (υπό ΓΑΚ/ΕΑΚ/………../2022) αγωγή της, επικαλούμενη ότι η πληρεξούσια Δικηγόρος της και υπογράφουσα την έφεσή της, εισήχθη εσπευσμένα για πρόωρο τοκετό την 1.1.2025 ώρα 21.00 στο μαιευτήριο «…….», ότι μετά τον τοκετό το τέκνο της παρέμεινε στη Μονάδα Εντατικής Νοσηλείας Νεογνών (ΜΕΝΝ) μέχρι την 6.1.2025 λόγω προωρότητας και αναπνευστικής δυσχέρειας που εμφάνισε και ότι ο πρόωρος τοκετός, η διακινδύνευση της ζωής του βρέφους της σε συνδυασμό με την άκρως επιβαρυντική για την ψυχολογία και το σώμα κατάσταση της λοχείας, είχαν ως αποτέλεσμα την βλάβη της υγείας της και την παραμονή της σε κλινήρη και εμπύρετο κατάσταση, κατά την επομένη εβδομάδα της εξόδου του νεογνού από το μαιευτήριο (6/1 έως 13/1), με άκρως επιβαρυμένη ψυχολογία. Επίσης εκθέτει στην ένδικη ανακοπή ερημοδικίας ότι το προαναφερθέν γεγονός συνιστά λόγο ανωτέρας βίας εξαιτίας του οποίου δεν κατέστη δυνατή η εκπροσώπηση της κατά τη δικάσιμο της 9.1.2025, που συζητήθηκε η από 23.11.2023 έφεσή της, καθότι η πληρεξούσια δικηγόρος της για λόγους εξαιρετικούς δεν ηδύνατο να την εκπροσωπήσει αλλά ούτε και να μεριμνήσει για την εναλλακτική εκπροσώπησή της (ανακόπτουσας) από συνάδελφό της, ούσα σε εξαιρετικά επιβαρυμένη ψυχολογική και σωματική κατάσταση που καθιστούσε αδύνατη τη διενέργεια οιασδήποτε πράξεως μέριμνας για τις δικαστικές της υποθέσεις. Οι ως άνω ισχυρισμοί, οι οποίοι αποτελούν ορισμένους και νόμιμους λόγους ανακοπής ερημοδικίας, ενόψει του ότι εκτίθενται με σαφήνεια στο δικόγραφο αυτής το είδος και η διάρκεια της επικαλούμενης ασθένειας της πληρεξουσίας δικηγόρου της ανακόπτουσας και του τέκνου αυτής, δεν συνιστούν, κατά την κρίση του Δικαστηρίου περιστατικό ανωτέρας βίας, με την έννοια που προεκτέθηκε, διότι δεν πιθανολογήθηκε ότι η εν λόγω πληρεξούσια δικηγόρος περιήλθε σε τέτοια κατάσταση, σωματική ή ψυχολογική, που να καθιστά αδύνατη ή έστω εξαιρετικά δυσχερή την ακόμη και απλή τηλεφωνική επικοινωνία με συνάδελφό της Δικηγόρο ή συνεργάτη του γραφείου που εργάζεται, προκειμένου να ζητήσουν αυτοί αναβολή εκδίκασης της εφέσεως της ανακόπτουσας για λογαριασμό της ή και να επικοινωνήσει με τον πληρεξούσιο Δικηγόρο της εφεσίβλητης και να ζητήσει από αυτόν να συναινέσει στην αναβολή ή στη ματαίωση της συζήτησης της υπόθεσης, ενέργειες που ήταν αναμενόμενες από τον μέσο συνετό Δικηγόρο, στις οποίες, όμως, εκείνη δεν προέβη. Από τα ιατρικά έγγραφα που προσκομίζει μετ’επικλήσεως η ανακόπτουσα προς επίρρωση των ισχυρισμών της, ήτοι το ενημερωτικό σημείωμα – εξιτήριο και την από 6.1.2025 περίληψη ιστορικού νοσηλείας του μαιευτηρίου «……..», πιθανολογήθηκε ότι το τέκνο της πληρεξούσιας δικηγόρου της γεννήθηκε την 1.1.2025 με πρόωρο τοκετό, την 35η εβδομάδα της κύησής της και, λόγω της αναπνευστικής δυσχέρειας που εμφάνισε, εισήχθη την ίδια ημέρα στη μονάδα εντατικής νοσηλείας νεογνών του ανωτέρω μαιευτηρίου προκειμένου να λάβει την αναγκαία φροντίδα, από την οποία εξήλθε την 6.1.2025 σε καλή κατάσταση (έκβαση-ίαση) και με τις συνήθεις οδηγίες για παιδιατρική παρακολούθησή του. Ο ισχυρισμός της ανακόπτουσας ότι η πληρεξούσια δικηγόρος της παρέμεινε κλινήρης και εμπύρετη στην οικία της από 6.1.2025 έως 13.1.2025 δεν πιθανολογήθηκε, αφού κανένα ιατρικό έγγραφο ή άλλο αποδεικτικό μέσο δεν προσκομίζεται, ενώ ούτε η επιβαρυμένη ψυχολογία της λόγω του πρόωρου τοκετού και της βραχείας νοσηλείας του νεογνού της, πιθανολογήθηκε ότι κατέστησαν αυτήν ανίκανη να μεριμνήσει για την προάσπιση των συμφερόντων του εντολέως της, ειδοποιώντας τηλεφωνικά κάποιον συνεργάτη της ή έστω και τον εντολέα της προκειμένου ο τελευταίος να αναθέσει την εκπροσώπησή του, κατά τη συζήτηση της έφεσης, σε άλλο δικηγόρο της επιλογής του. Επίσης η ως άνω δικηγόρος, αν και σε κατάσταση κύησης η οποία κατά το χρόνο συζήτησης της έφεσης (9.1.2025) θα ήταν προχωρημένη και θα μπορούσε, ως ενδεχόμενο, να επιφέρει πρόωρο τοκετό ή δυσχέρεια μετακίνησής της, δεν μερίμνησε ώστε να ενημερώσει τους συνεργάτες του γραφείου της ή άλλο συνάδελφο δικηγόρο για την εκκρεμότητα των δικαστικών της υποθέσεων και για τις ημερομηνίες που είχαν οριστεί για τη συζήτηση των υποθέσεων που εκείνη χειριζόταν, ενέργεια που ήταν αναμενόμενη από το μέσο συνετό δικηγόρο, στις οποίες εκείνη δεν προέβη. Ενόψει των ανωτέρω, δεν πιθανολογήθηκε ότι η ερημοδικία της ανακόπτουσας-εκκαλούσας οφείλεται σε ανωτέρα βία, ήτοι σε ανυπαίτιο γεγονός εξαιρετικής φύσεως που δεν αναμενόταν και δεν μπορούσε να αποτραπεί από την εκκαλούσα και την πληρεξουσία Δικηγόρο της ούτε με μέτρα άκρας επιμέλειας συνετού ανθρώπου, όταν αυτοί εμφανίσουν κάποιο αιφνίδιο πρόβλημα υγείας που εμποδίζει τη φυσική τους παρουσία στο ακροατήριο του Δικαστηρίου, πλην όμως αυτοί δεν ενήργησαν με την απαιτούμενη σε τέτοιες περιστάσεις επιμέλεια, με αποτέλεσμα η εκκαλούσα της ένδικης έφεσης να ερημοδικασθεί και να απορριφθεί η έφεσή της (ΑΠ 1506/2013, δημοσιευμένη στην ΤΝΠ Νόμος). Ως εκ τούτου, δεν συντρέχει λόγος να εξαφανισθεί η ανακοπτόμενη απόφαση και πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμη η υπό κρίση ανακοπή ερημοδικίας, ακολούθως, δε, να διαταχθεί η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του σχετικού παράβολου, που η ανακόπτουσα προκατέβαλε κατά την κατάθεση της ανακοπής της (άρθρο 509 παρ. 1 εδ. β`ΚΠολΔ). Τέλος, τα δικαστικά έξοδα της καθ’ ης η ανακοπή ερημοδικίας, πρέπει, κατόπιν σχετικού αιτήματος της, να επιβληθούν σε βάρος της ηττηθείσας ως προς το εξεταζόμενο ένδικο μέσο ανακόπτουσας (άρθρα 106, 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων.

Δέχεται τυπικά και απορρίπτει κατ’ ουσίαν την από 27.2.2025 (αριθ. εκθ. καταθ. ενδ. μέσου ………/2025 και αριθ. εκθ. καταθ. προσδ. …./2025) ανακοπή ερημοδικίας κατά της υπ’ αριθ. 52/2025 απόφασης του Δικαστηρίου τούτου (τμήμα ναυτικών διαφορών).

Διατάσσει την εισαγωγή του προκαταβληθέντος για την άσκηση της από 27.2.2025 (αριθ. εκθ. καταθ. ενδ. μέσου ………../2025 και αριθ. εκθ. καταθ. προσδ. ………/2025) ανακοπής ερημοδικίας, υπ’ αριθ. ………../2025 ηλεκτρονικού παράβολου, ποσού διακοσίων πενήντα (250) ευρώ, στο Δημόσιο Ταμείο.

Επιβάλλει σε βάρος της ανακόπτουσας τα δικαστικά έξοδα της καθ’ ης η ανακοπή ερημοδικίας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τετρακοσίων (400) ευρώ.

Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύθηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στον Πειραιά, στις 27 Φεβρουαρίου 2026 χωρίς να παρίστανται οι διάδικοι και οι πληρεξούσιοι Δικηγόροι τους.

Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ                                                  Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ