Μενού Κλείσιμο

Αριθμός απόφασης 133/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

ΤΜΗΜΑ ΝΑΥΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ

Αριθμός Απόφασης      133/2026

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

Αποτελούμενο από τη Δικαστή Γεωργία Παναγιωτοπούλου, Εφέτη, την οποία όρισε η Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης του Εφετείου Πειραιώς και τη Γραμματέα Σ.Φ.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στον Πειραιά, στις ……………, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των εκκαλούντων: 1) ……….., 2) ……….., 3) ……… 4) ………….., 5) …………., 6) ……………, 7) ………….., 8) ………….., 9) …………., 10) ………. και 11) …………., ., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν στην παρούσα δίκη από την πληρεξουσία δικηγόρο Ειρήνη Κοντοσέα (ΑΜ ΔΣΠ ……, ΔΕ Γ. Κοντοσέας και Συνεργάτες Δικηγορική Εταιρεία ΑΜ ΔΣΠ ……), που κατέθεσε την από 7.1.2026 έγγραφη δήλωση (άρθρ. 242 παρ.2 ΚΠολΔ).

Της εφεσίβλητης: Της εταιρείας με την επωνυμία ………….., που εδρεύει στη ……… της Κύπρου και διατηρεί υποκατάστημα στον Πειραιά, οδός ……….., με την επωνυμία ………., όπως νόμιμα εκπροσωπείται, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Στέφανο Λύρα (ΑΜ ΔΣΠ …….) που κατέθεσε την από 7.1.2026 έγγραφη δήλωση (άρθρ. 242 παρ.2 ΚΠολΔ).

Οι εκκαλούντες άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, την από 23.12.2019 (με γεν.αριθ.κατάθ. …./2019 και ειδ.αριθ.καταθ. …../2019) αγωγή, επί της οποίας εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών – εργατικών διαφορών, η υπ’αριθ. 1283/2023 οριστική απόφαση που απέρριψε την αγωγή.

Την απόφαση αυτή προσέβαλαν οι ενάγοντες και ήδη εκκαλούντες, με την από 16.12.2024 (στο εκδόν δικαστήριο με γεν.αριθ.καταθ. …./2024 και αριθ.καταθ.ενδ.μέσου …../2024 και προσδιορισμού στο Εφετείο με γεν.αριθ.κατάθ. …../2025 και ειδ.αριθ.καταθ. …../2025) έφεση, η οποία προσδιορίστηκε προς συζήτηση για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και γράφτηκε στο πινάκιο.

Κατά τη δικάσιμο αυτή η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο και συζητήθηκε αντιμωλία των διαδίκων.

Οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων, οι οποίοι παραστάθηκαν όπως αναφέρεται ανωτέρω, αναφέρθηκαν στις προτάσεις τους και ζήτησαν να γίνουν δεκτοί οι ισχυρισμοί τους.

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη, από 16.12.2024 (στο εκδόν δικαστήριο με γεν.αριθ.καταθ. …../2024 και αριθ.καταθ.ενδ.μέσου …../2024 και προσδιορισμού στο Εφετείο με γεν.αριθ.κατάθ. ……/2025 και ειδ.αριθ.καταθ. …./2025) έφεση των εναγόντων, ήδη εκκαλούντων, που στρέφεται κατά της υπ’αριθ. 1283/2023 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών – εργατικών διαφορών (άρθρ. 82 ΚΙΝΔ σε συνδ. με άρθρ. 591, 614, 621, 622 ΚΠολΔ) και απέρριψε την από 23.12.2019 (με αριθ.έκθ.καταθ. …………/2019) αγωγή, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα κατ’ άρθρα 495, 511, 513, 516 § 1, 517 εδαφ. α, 518 § 2 και 520 § 1 ΚΠολΔ, με κατάθεση του δικογράφου της στη γραμματεία του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου την 16.12.2024, δεδομένου ότι από τα έγγραφα της δικογραφίας δεν προκύπτει, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται, επίδοση της εκκαλουμένης αποφάσεως ούτε παρήλθε η νόμιμη καταχρηστική προθεσμία από την δημοσίευσή της στις 25.4.2023, ενώ για το παραδεκτό της, μολονότι ασκήθηκε μετά την ισχύ του άρθρου 12 § 2 του Ν. 4055/2012, δεν απαιτείται η κατάθεση παραβόλου του άρθρου 495 ΚΠολΔ, λόγω της φύσεως της διαφοράς ως εργατικής, (Εφ.Πειρ. 416/2024 www.efeteio-peir.gr). Εφόσον δε η ένδικη έφεση αρμοδίως φέρεται προς εκδίκαση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (άρθρο 19 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 4 § 2 του Ν. 3994/2011), πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξεταστεί περαιτέρω κατά την αυτή ως άνω ειδική διαδικασία, για να ελεγχθούν το παραδεκτό και η βασιμότητα των λόγων της, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 532, 533 § 1 και 591 § 1 εδαφ. α ΚΠολΔ.

Οι ενάγοντες με την από 23.12.2019 αγωγή τους εξέθεταν ότι δυνάμει διαδοχικών συμβάσεων εξαρτημένης ναυτικής εργασίας αορίστου χρόνου, ναυτολογήθηκαν στο υπό κυπριακή σημαία Ε/Γ-Ο/Γ ταχύπλοο πλοίο με την ονομασία P, κ.ο.χ. 3.560, πλοιοκτησίας της εναγομένης, με τις ειδικότητες που αναφέρονται στο δικόγραφο, ως μέλη του «δεύτερου» πληρώματος του πλοίου, προκειμένου να παρέχουν τις υπηρεσίες τους μόνο σε τμήματα των δρομολογίων που υπερέβαιναν τις επιτρεπόμενες με τη ρύθμιση του άρθρου 1 του ΠΔ 381/2001 ώρες ημερήσιας απασχόλησης του «πρώτου» βασικού πληρώματος, με συνέπεια οι συμβάσεις εργασίας τους να λύνονται κάθε φορά εντός ελαχίστων ημερών ή ακόμη και αυθημερόν, αντί των προβλεπόμενων από την εκάστοτε ισχύουσα ΣΣΝΕ πληρωμάτων ακτοπλοϊκών – επιβατηγών πλοίων, μηνιαίου μισθού και επιδομάτων, πλέον αμοιβής κατ’αποκοπή για εργασία 8 ωρών κατά τα Σάββατα και τις αργίες. Οτι καθ’όλη τη διάρκεια των ναυτολογήσεών τους εργάζονταν τουλάχιστον επί οκτάωρο έκαστος ασκώντας τα καθήκοντα της ειδικότητάς του και ότι παρότι είχε συμφωνηθεί ο μισθός τους να καταβάλεται κατά μήνα και οι ναυτολογήσεις τους διήρκησαν χρονικό διάστημα μικρότερο του μηνός, δεν ελάμβαναν πλήρεις μηνιαίες αποδοχές, όπως ορίζεται στη διάταξη του άρθρου 60 του ΚΙΝΔ, αλλά μόνο τις αποδοχές που αναλογούσαν στην πραγματική απασχόλησή τους κάθε μήνα, ούτε ολόκληρα τα ποσά που δικαιούνταν για αναλογία δώρου Χριστουγέννων των ετών 2018 και 2019. Με βάση το ιστορικό αυτό ζητούσαν να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει στον πρώτο ενάγοντα το ποσό των 17.752,38 ευρώ, στον δεύτερο το ποσό των 31.158,26 ευρώ, στον τρίτο το ποσό των 8.661,07 ευρώ, στον τέταρτο το ποσό των 16.514,60 ευρώ, στον πέμπτο το ποσό των 14.749,70 ευρώ, στον έκτο το ποσό των 4.381,72 ευρώ, στον έβδομο το ποσό των 9.468,61 ευρώ, στον όγδοο το ποσό των 15.341,20 ευρώ, στον ένατο το ποσό των 29.216,55 ευρώ, στον δέκατο το ποσό των 14.207,76 ευρώ και στην ενδέκατη το ποσό των 30.366,17 ευρώ, νομιμότοκα από την επομένη της τελευταίας απόλυσής τους από το ένδικο πλοίο, ήτοι από 26.9.2019 για τους πρώτο, δεύτερο, τέταρτο, έβδομο, ένατο και δέκατο, από 18.7.2019 για τον τρίτο, από 3.8.2019 για τον πέμπτο, από 7.8.2019 για τον έκτο, από 19.9.2019 για τον όγδοο και από 21.9.2019 για την ενδέκατη, άλλως από την επίδοση της αγωγής. Ζητούσαν επίσης να κηρυχθεί η εκδοθησομένη απόφαση προσωρινά εκτελεστή και να καταδικαστεί η εναγομένη στην καταβολή της δικαστικής τους δαπάνης. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλουμένη υπ’αριθ. 1283/2023 οριστική απόφαση, αφού έκρινε νόμιμη την αγωγή, ακολούθως την απέρριψε ως αβάσιμη κατ’ουσίαν. Κατά της αποφάσεως αυτής παραπονούνται ήδη οι εν όλω ηττηθέντες ενάγοντες με την ένδικη έφεση, για τους αναφερόμενους σε αυτήν λόγους που συνιστούν αιτιάσεις, οι οποίες στο σύνολό τους εκτιμώμενες ανάγονται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου καθώς και κακή εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού και ζητούν την παραδοχή της έφεσής τους, την εξαφάνιση της εκκαλουμένης, την αναδίκαση της υπόθεσης από το Δικαστήριο τούτο και την εν συνόλω παραδοχή της αγωγής τους.

Ι. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 53 και 54 του προϊσχύσαντος ΚΙΝΔ, που εφαρμόζεται στην κρινόμενη περίπτωση, προκύπτει ότι η σύμβαση ναυτολόγησης, που συνομολογείται μεταξύ του πλοιάρχου και του ναυτολογουμένου και συντελείται με την εγγραφή της στο ναυτολόγιο του πλοίου, καταρτίζεται για την ανάληψη υπηρεσιών σε ορισμένο πλοίο. Ο πλοίαρχος ή ο πλοιοκτήτης ή εφοπλιστής, κατά τη διάρκεια της σύμβασης ναυτολόγησης, δεν έχουν το δικαίωμα να μεταθέσουν τον ναυτικό σε άλλο πλοίο έστω και του ίδιου πλοιοκτήτη. Όμως κατ’ εφαρμογήν της από το άρθρο 361 του ΑΚ αναγνωριζόμενης αυτονομίας της ιδιωτικής βούλησης, μπορεί να περιληφθεί έγκυρα στην συναπτόμενη μεταξύ του πλοιοκτήτη ή εφοπλιστή και του ναυτικού προκαταρκτική σύμβαση ναυτικής εργασίας, η οποία περιέχει τους όρους της ναυτολόγησης, που επακολουθεί, ή και στην ίδια τη σύμβαση ναυτολόγησης σε ορισμένο πλοίο, πρόσθετη συμφωνία, με την οποία παρέχεται στον πλοιοκτήτη ή εφοπλιστή ή και στον πλοίαρχο το δικαίωμα να μεταθέτει το ναυτικό, κατά τη διάρκεια της σύμβασης ναυτολόγησης, σε άλλο, κατονομαζόμενο ή μη, πλοίο του ίδιου πλοιοκτήτη ή εφοπλιστή. Η τυχόν επακολουθούσα δήλωση του πλοιοκτήτη ή εφοπλιστή ή του πλοιάρχου για τη μετάθεση του ναυτικού στο άλλο πλοίο, πρέπει να είναι ορισμένη, να αφορά δηλαδή συγκεκριμένο πλοίο, να μνημονεύει τον τόπο και το χρόνο της νέας ναυτολόγησης και να γίνεται όπως απαιτεί η καλή πίστη, ενώ δεν είναι νόμιμη αν επιφέρει ουσιώδη μεταβολή των όρων της αρχικής ναυτεργασιακής σχέσης. Με την περιέλευση στο ναυτικό της περί μετάθεσής του ορισμένης και έγκυρης δήλωσης, με την οποία ενασκείται το ως άνω διαπλαστικό δικαίωμα του πλοιοκτήτη ή εφοπλιστή ή του πλοιάρχου, επέρχεται λύση της αρχικής σύμβασης ναυτολόγησης με αμοιβαία συναίνεση, διότι η συναίνεση του ναυτικού εμπεριέχεται στην πρόσθετη ως άνω συμφωνία. Συγχρόνως, με την ίδια δήλωση του πλοιάρχου ή του πλοιοκτήτη ή εφοπλιστή και με την περιέλευση της στο ναυτικό επέρχεται κατάρτιση νέας σύμβασης ναυτολόγησης, εφόσον βεβαίως τηρηθεί και ο από το άρθρο 53 του ΚΙΝΔ προβλεπόμενος πρόσθετος όρος (ΜονΕφΠειρ 578/2023, ΜονΕφΠειρ 695/2022, δημοσιευμένες στην ιστοσελίδα του Εφετείου Πειραιώς, ΜονΕφΠειρ 724/2014 δημοσιευμένη σε ΤΝΠ Νόμος, ΜονΕφΠειρ161/2014 ΕΝΔ 42.284, ΕφΠειρ 66/2013 Α΄δημοσίευση ΤΝΠ Νόμος, ΜοΕφΘεσ 1115/2009 Αρμ. 2009.1217, ΕφΠειρ 482/2007 ΕΝΔ 2007.398). Τέλος, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 60 του προϊσχύσαντος ΚΙΝΔ, «εάν ο μισθός συνωμολογήθη κατά μήνα, ο ναυτικός δικαιούται εις τον μισθόν των μηνών και των ημερών, καθάς διήρκεσεν η ναυτολόγησις. Εάν όμως αύτη διήρκεσε έλασσον του μηνός ο ναυτικός δικαιούται εις πλήρη μηνιαίον μισθόν. Ως πλήρης ημέρα θεωρείται η απλώς αρξαμένη».

Από την επανεκτίμηση της υπ’αριθ. …../6.3.2020 ένορκης βεβαίωσης του ………….. ενώπιον του Ειρηνοδίκη Πειραιά, που λήφθηκε με επιμέλεια των εναγόντων, μετά από προηγούμενη νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση της εναγομένης (βλ. σχετ. υπ’αριθ. …../3.3.2020 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Πειραιά, με έδρα το Πρωτοδικείο Πειραιά ………….), της υπ’αριθ………../15.9.2020 ένορκης βεβαίωσης της ………. ενώπιον του Ειρηνοδίκη Πειραιά, που λήφθηκε με επιμέλεια της εναγομένης, μετά από προηγούμενη νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση των εναγόντων (βλ. την υπ’αριθ. ………../10.9.2020 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Πειραιά ………….. – για το παραδεκτό της κλήτευσης με την επίδοση σχετικής κλήσης στον υπογράφοντα το αγωγικό δικόγραφο πληρεξούσιο δικηγόρο του ενάγοντος βλ. ΑΠ 991/2012, δημ. ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1069/1991 ΕλλΔνη 1992,820), οι οποίες (ένορκες βεβαιώσεις) αμφότερες σταθμίζονται κατά το μέτρο της γνώσεως και το βαθμό της αξιοπιστίας των ενόρκως βεβαιωσάντων καθώς και από το σύνολο των εγγράφων, που οι διάδικοι νομότυπα με επίκληση προσκομίζουν, προκειμένου να χρησιμεύσουν είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα προς άμεση απόδειξη είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, όπως η υπ’αριθ.υπ’αριθ. ………../24.6.2020 ένορκη βεβαίωση του …………… ενώπιον της συμβολαιογράφου Πειραιά ……. και η υπ’αριθ. _………._2021 ένορκη βεβαίωση του ………….. ενώπιον του δικηγόρου Πειραιά …………., που προσκομίζουν το πρώτον ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου (άρθρ. 529παρ.1 ΚΠολΔ) οι ενάγοντες και ελήφθησαν στο πλαίσιο άλλης δίκης, χωρίς να παραλείπεται κάποιο από αυτά για την ουσιαστική διάγνωση της διαφοράς, έστω και αν για ορισμένα θα γίνει ειδική αναφορά πιο κάτω, τα οποία συνδυάζει με τις μερικές μόνον παραδοχές και ομολογίες των διαδίκων, που συνάγονται από τα δικόγραφά τους, αναφέρονται στα πιο κάτω ειδικώς μνημονευόμενα θέματα αποδείξεως και εκτιμώνται κατ’ άρθρα 261 εδαφ. β, 352 § 1 και 591 § 1 ΚΠολΔ αλλά και προς τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής (άρθρο 336 § 4 ΚΠολΔ), αποδείχθηκαν τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: Δυνάμει διαδοχικών συμβάσεων ναυτικής εργασίας αορίστου χρόνου, που καταρτίστηκαν στον Πειραιά, μεταξύ αφενός της εναγομένης εταιρείας, που εδρεύει στη ……. της Κύπρου και διατηρεί υποκατάστημα στον Πειραιά, πλοιοκτήτριας του υπό κυπριακή σημαία Ε/Γ-Ο/Γ ταχύπλοου πλοίου «P», με αριθμό νηολογίου Λεμεσσού …./2015, κ.ο.χ. 3.560 και αφετέρου ενός εκάστου των εναγόντων, οι τελευταίοι, ως Ελληνες απογεγραμμένοι ναυτικοί, προσλαμβάνονταν και ναυτολογούνταν στο ως άνω πλοίο, με τις κατωτέρω αναφερόμενες ειδικότητες, αντί των προβλεπόμενων από την εκάστοτε ισχύουσα ΣΣΝΕ Πληρωμάτων Ακτοπλοϊκών Επιβατηγών Πλοίων, μηνιαίων αποδοχών. Ειδικότερα, από τα προσκομιζόμενα μετ’επικλήσεως από τους ενάγοντες ναυτικά φυλλάδια, αποδείχθηκε ότι έκαστος εξ αυτών ναυτολογήθηκε και υπηρέτησε στο πλοίο «P», ως ακολούθως: ο πρώτος εξ αυτών ……………., με την ειδικότητα του ναύκληρου από 2.6.2019 έως 3.5.2019, από 14.6.2019 έως 15.6.2019, την 23.6.2019, την 28.6.2019, την 18.7.2019, από 26.7.2019 έως 27.7.2019, την 3.8.2019, την 11.8.2019, την 16.8.2019, την 23.8.2019, την 30.8.2019, την 7.9.2019, την 15.9.2019, από 16.9.2019 έως 17.9.2019, από 18.9.2019 έως 19.9.2019, από 20.9.2019 έως 21.9.2019 και από 25.9.2019 έως 26.9.2019, ο δεύτερος ………………, με την ειδικότητα του ναύτη από 21.5.2018 έως 22.5.2018, την 24.5.2018, την 17.7.2018, την 8.8.2018, την 14.8.2018, από 29.8.2018 έως 30.8.2018, από 2.9.2018 έως 3.9.2018, από 20.9.2018 έως 21.9.2018, από 23.9.2018 έως 24.9.2018, από 2.6.2019 έως 3.6.2019, από 14.6.2019 έως 15.6.2019, την 23.6.2019, την 28.6.2019, την 18.7.2019, από 26.7.2019 έως 27.7.2019, την 3.8.2019, την 11.8.2019, την 16.8.2019, την 23.8.2019, με την ειδικότητα του ναύκληρου την 26.8.2019, ακολούθως με την ειδικότητα του ναύτη την 30.8.2019, την 7.9.2019, την 15.9.2019, από 16.9.2019 έως 17.9.2019, από 18.9.2019 έως 19.9.2019, από 20.9.2019 έως 21.9.2019 και από 25.9.2019 έως 26.9.2019, ο τρίτος …………………, με την ειδικότητα του ναύτη από 2.6.2019 έως 3.6.2019, από 14.6.2019 έως 15.6.2019, την 23.6.2019, την 28.6.2019 και την 18.7.2019, ο τέταρτος ……………, με την ειδικότητα του ναύτη, από 2.6.2019 έως 3.6.2019, από 14.6.2019 έως 15.6.2019, την 23.6.2019, την 18.7.2019, από 26.7.2019 έως 27.7.2019, την 3.8.2019, την 11.8.2019, την 23.8.2019, την 30.8.2019, την 7.9.2019, την 15.9.2019, από 16.9.2019 έως 17.9.2019, από 18.9.2019 έως 19.9.2019, από 20.9.2019 έως 21.9.2019 και από 25.9.2019 έως 26.9.2019, ο πέμπτος ………….., με την ειδικότητα του ναύτη, από 29.8.2018 έως 30.8.2018, από 2.9.2018 έως 3.9.2018, από 20.9.2018 έως 21.9.2018, από 23.9.2018 έως 24.9.2018, από 14.6.2019 έως 15.6.2019, την 23.6.2019, την 28.6.2019 και την 3.8.2019, ο έκτος …………, με την ειδικότητα του ναύτη, την 3.8.2019 και την 7.9.2019, ο έβδομος ……………, με την ειδικότητα του θαλαμηπόλου, την 3.8.2019, την 11.8.2019, την 23.8.2019, την 30.8.2019, την 7.9.2019, την 15.9.2019, από 16.9.2019 έως 17.9.2019, από 18.9.2019 έως 19.9.2019, από 20.9.2019 έως 21.9.2019 και από 25.9.2019 έως 26.9.2019, ο όγδοος …………., με την ειδικότητα του θαλαμηπόλου, από 2.6.2019 έως 3.6.2019, από 14.6.2019 έως 15.6.2019, την 23.6.2019, την 18.7.2019, από 26.7.2019 έως 27.7.2019, την 3.8.2019, την 11.8.2019, την 16.8.2019, την 23.8.2019, την 30.8.2019, την 7.9.2019, την 15.9.2019, από 16.9.2019 έως 17.9.2019 και από 18.9.2019 έως 19.9.2019, ο ένατος ……………., με την ειδικότητα του θαλαμηπόλου, από 21.5.2018 έως 22.5.2018, την 24.5.2018, από 12.7.2018 έως 14.7.2018, την 17.7.2018, την 8.8.2018, την 14.8.2018, από 29.8.2018 έως 30.8.2018, από 2.9.2018 έως 3.9.2018, από 2.6.2019 έως 3.6.2019, από 14.6.2019 έως 15.6.2019, την 23.6.2019, την 28.6.2019, την 18.7.2019, από 26.7.2019 έως 27.7.2019, την 3.8.2019, την 11.8.2019, την 16.8.2019, την 23.8.2019, την 30.8.2019, την 7.9.2019, την 15.9.2019, από 16.9.2019 έως 17.9.2019, από 18.9.2019 έως 19.9.2019, από 20.9.2019 έως 21.9.2019 και από 25.9.2019 έως 26.9.2019, ο δέκατος …………., με την ειδικότητα του καθαριστή μηχανής, από 2.6.2019 έως 3.6.2019, την 23.6.2019, την 28.6.2019, την 18.7.2019, από 26.7.2019 έως 27.7.2019, την 3.8.2019, την 11.8.2019, την 16.8.2019, την 23.8.2019, την 30.8.2019, την 7.9.2019, την 15.9.2019, από 16.9.2019 έως 17.9.2019, από 18.9.2019 έως 19.9.2019, από 20.9.2019 έως 21.9.2019 και από 25.9.2019 έως 26.9.2019 και η ενδέκατη ……….. με την ειδικότητα της ανθυποπλοιάρχου, την 8.8.2018, την 14.8.2018, από 29.8.2018 έως 30.8.2018, από 2.9.2018 έως 3.9.2018, από 20.9.2018 έως 21.9.2018, από 23.9.2018 έως 24.9.2018, από 2.6.2019 έως 3.6.2019, από 14.6.2019 έως 15.6.2019, την 23.6.2019, την 28.6.2019, την 18.7.2019, από 26.7.2019 έως 27.7.2019, την 3.8.2019, την 11.8.2019, την 16.8.2019, την 23.8.2019, την 30.8.2019, την 7.9.2019, την 15.9.2019, από 16.9.2019 έως 17.9.2019, από 18.9.2019 έως 19.9.2019 και από 20.9.2019 έως 21.9.2019. Κατά τα κρίσιμα χρονικά διαστήματα των ναυτολογήσεών τους, τις πάσης φύσεως αποδοχές τους ρύθμιζαν οι ΣΣΝΕ Πληρωμάτων Ακτοπλοϊκών Επιβατηγών Πλοίων των ετών 2018 και 2019, που κυρώθηκαν με τις υπ’αριθ. 2242.5-1.5/80350/2018 (ΦΕΚ Β’ 5084/14.11.2018) και 2242.5-1.5/56040/2019 (ΦΕΚ Β’ 3170/12.8.2019) αποφάσεις του Υπουργού Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής. Εξάλλου, ο χρόνος εργασίας των εναγόντων στο ως άνω ταχύπλοο πλοίο, σύμφωνα με τις διατάξεις του Π.Δ. 381/2001 «Κύρωση Κανονισμού περί μεγίστου χρόνου απασχόλησης πληρωμάτων Ε/Γ και Ε/Γ – Ο/Γ ταχυπλόων πλοίων» οριζόταν σε οκτώ ώρες ημερησίως, μη δυνάμενος να παραταθεί πέραν των δύο ωρών ανά εικοσιτετράωρο και σε εξαιρετικές περιπτώσεις μία επιπλέον ώρα ημερησίως, δηλαδή ένδεκα ώρες συνολικά, υπό την προϋπόθεση ότι ο συνολικός χρόνος εργασίας σε διάστημα επτά ημερών να μην υπερβαίνει τις εβδομήντα ώρες. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η εναγομένη εταιρεία εντάσσεται στον όμιλο «……», που περιλαμβάνει διάφορες εταιρείες των ιδίων οικονομικών συμφερόντων, κυπριακές (οι οποίες διατηρούν στην Ελλάδα νομίμως εγκατεστημένα υποκαταστήματα) και ελληνικές, πλοιοκτήτριες πλοίων υπό ελληνική ή κυπριακή σημαία, κατά κανόνα μονοβάπορες, που δραστηριοποιούνται με τα πλοία τους στην ακτοπλοϊα, τα περισσότερα εκ των οποίων είναι ταχύπλοα και φέρουν το ίδιο διακριτικό σήμα «………» στις πλευρές τους. Επίσης αποδείχθηκε ότι όλες οι κυπριακές εταιρείες του ομίλου εδρεύουν στην Κύπρο, στην ίδια διεύθυνση (ήτοι στη …… επί της οδού ……), εκπροσωπούνται από το ίδιο πρόσωπο (………..) ενώ και τα υποκαταστήματα αυτών στην Ελλάδα εδρεύουν στην ίδια διεύθυνση (στον Πειραιά, επί της οδού ……….), όπου εδρεύουν και οι ελληνικές εταιρείες του ομίλου και εκπροσωπούνται από το ίδιο πρόσωπο (………..), άπασες δε οι πλοιοκτήτριες εταιρείες ελληνικές και κυπριακές, διαθέτουν τον αυτό τηλεφωνικό αριθμό και την αυτή διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου. Πρόκειται δηλαδή περί της αυτής ναυτιλιακής επιχείρησης, παρά το γεγονός ότι εκάστη εταιρεία, μέλος του ομίλου, συνιστά αυτοτελές νομικό πρόσωπο. Ειδικότερα στο συγκεκριμένο όμιλο δραστηριοποιούνται οι κοινοπραξίες «…………..» και το διακριτικό τίτλο «…………….» και η «…………» και το διακριτικό τίτλο «…..», στις οποίες κοινοπρακτούν – μεταξύ άλλων – η εναγομένη με το υπό κυπριακή σημαία πλοίο P, η εταιρεία «……….» με το υπό κυπριακή σημαία πλοίο Τ, η εταιρεία «……» με το υπό ελληνική σημαία πλοίο «AB», η εταιρεία «………..» με το υπό κυπριακή σημαία πλοίο «C», η εταιρεία «…………….» με το υπό κυπριακή σημαία πλοίο «CV», η εταιρεία «……….» με το υπό κυπριακή σημαία πλοίο WC, η εταιρεία «…………….» με το υπό κυπριακή σημαία πλοίο «C», η εταιρεία «………..» με το υπό κυπριακή σημαία πλοίο S και η εταιρεία «………» με τα υπό ελληνική σημαία πλοία N, A και J. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο πρώτος ενάγων προσλήφθηκε με την από 25.4.2019 σύμβαση στο πλοίο C, ο δεύτερος ενάγων προσλήφθηκε με την από 16.3.2018 σύμβαση στο πλοίο T και με την από 7.5.2019 σύμβαση στο πλοίο C, ο τρίτος ενάγων προσλήφθηκε με την από 15.3.2019 σύμβαση στο πλοίο AB, ο τέταρτος ενάγων προσλήφθηκε με την από 1.4.2019 σύμβαση στο πλοίο S, ο πέμπτος ενάγων προσλήφθηκε με την από 29.3.2018 σύμβαση στο πλοίο S και με την από 19.4.2019 σύμβαση στο πλοίο C, ο έκτος ενάγων προσλήφθηκε με την από 14.2.2019 σύμβαση στο πλοίο AB, ο έβδομος ενάγων προσλήφθηκε με την από 3.4.2019 σύμβαση στο πλοίο S, ο όγδοος ενάγων προσλήφθηκε με την από 28.4.2018 σύμβαση στο πλοίο M και με την από 10.5.2019 σύμβαση στο πλοίο N, ο ένατος ενάγων προσλήφθηκε με την από 10.5.2018 σύμβαση στο πλοίο C και με την από 18.5.2019 σύμβαση στο πλοίο C, ο δέκατος ενάγων προσλήφθηκε με την από 15.8.2018 σύμβαση στο πλοίο A και με την από 19.4.2019 σύμβαση στο πλοίο C και η ενδέκατη ενάγουσα προσλήφθηκε με την από 7.2.2018 σύμβαση στο πλοίο S. με την από 9.5.2018 σύμβαση στο πλοίο PR, με την από 10.5.2018 σύμβαση στο πλοίο PR και με την από 19.4.2019 σύμβαση στο πλοίο C. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι στις ως άνω προσκομιζόμενες μετ’επικλήσεως από την εναγομένη ατομικές συμβάσεις εργασίας των εναγόντων, περιλήφθηκε συμπληρωματικός όρος σύμφωνα με τον οποίο «η εταιρεία έχει το αποκλειστικό δικαίωμα και ο ναυτικός συναινεί από τούδε στη μετάθεσή του σε οποιοδήποτε άλλο πλοίο ιδίων μετά της εταιρείας συμφερόντων, ανεξαρτήτως των εκτελούμενων δρομολογίων και εν γένει πλόων ή μη, την οποία μετάθεση και υποχρεούται να αποδεχθεί αμελλητί ο ναυτικός, διαφορετικά η σύμβασή του λύεται αναποζημίωτα. Η αλλαγή των δρομολογίων του πλοίου δεν συνιστά λόγο και δεν παρέχει δικαίωμα στο ναυτικό να καταγγείλει τη σύμβασή του». Ο ως άνω συμβατικός όρος, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη νομική σκέψη στην αρχή της παρούσας, τυγχάνει έγκυρος δοθέντος ότι η εναγομένη δεν είχε υποχρέωση να κατονομάσει συγκεκριμένο πλοίο στο οποίο δύναται να μετατεθεί ο αντισυμβαλλόμενος ναυτικός, τέτοια δε υποχρέωση υπείχε μόνο κατά την υποβολή δήλωσης μετάθεσης προς το ναυτικό, η οποία, κατά τα ανωτέρω, έπρεπε να είναι ορισμένη, να αφορά δηλαδή συγκεκριμένο πλοίο και να μνημονεύει τον τόπο και τον χρόνο της νέας ναυτολόγησης. Στο πλαίσιο του ως άνω όρου των ατομικών συμβάσεων των εναγόντων, η εναγομένη, κατά τα επίδικα χρονικά διαστήματα εντός των ετών 2018 και 2019, μετέθετε τους ενάγοντες και σε άλλα ταχύπλοα πλοία ιδίων συμφερόντων, όπως αποδεικνύεται από τα προσκομιζόμενα μετ’επικλήσεως ναυτικά φυλλάδια αυτών, προκειμένου να χρησιμοποιούνται ως «δεύτερο» πλήρωμα σε τμήματα του δρομολογίου τους, ώστε να μην γίνεται υπέρβαση του ημερήσιου επιτρεπόμενου χρόνου εργασίας των μελών του «πρώτου» πληρώματος εκάστου ταχυπλόου, προηγηθείσης κάθε φορά της απόλυσής τους από το εν λόγω πλοίο, που ελάμβανε χώρα είτε λόγω μετάθεσης είτε «αμοιβαία συναινέσει», κατά κανόνα την ίδια ημέρα της ναυτολόγησής τους ή την επόμενη, με αποτέλεσμα οι ναυτολογήσεις τους στο πλοίο να διαρκούν μία ή δύο ημέρες το μέγιστο πριν από την αποναυτολόγησή τους, για να επακολουθήσει σχεδόν αμέσως η ναυτολόγησή τους σε έτερο πλοίο του ομίλου, όπου παρείχαν τις υπηρεσίες τους, εισπράττοντας πάντοτε τις αναλογούσες στις ημέρες εργασίας τους αποδοχές. Οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι για τις ημέρες ναυτολόγησής τους κάθε μήνα σε έκαστο πλοίο, υφίσταται αντίστοιχη υποχρέωση της πλοιοκτήτριας να τους καταβάλει, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 60 ΚΙΝΔ, έναν πλήρη μηνιαίο μισθό. Ειδικότερα ισχυρίζονται ότι εφόσον κάθε μία από τις ως άνω ναυτολογήσεις τους διήρκησε για χρονικό διάστημα μικρότερο του μηνός, υποχρεούται η εναγομένη πλοιοκτήτρια να καταβάλει στον καθένα τους όχι μόνο τις αποδοχές για την πραγματικά παρασχεθείσα εργασία τους στο πλοίο P, κατά τις αναφερόμενες ημέρες, αλλά έναν πλήρη μηνιαίο μισθό για έκαστο αντίστοιχο μήνα των επίδικων ναυτολογήσεών τους, καθώς και την αναλογία των επιδομάτων εορτών, συνυπολογίζοντας για την εξεύρεσή τους, ως χρόνο απασχόλησής τους, τον πλασματικό χρόνο του ενός κάθε φορά μηνός κατά το άρθρο 60 ΚΙΝΔ. Ωστόσο η αξίωση αυτή δεν είναι βάσιμη, διότι στην προκειμένη περίπτωση δεν δύναται να θεωρηθεί ότι οι ναυτολογήσεις των εναγόντων διαρκούσαν έλασσον του μηνός υπό την έννοια του άρθρου 60 ΚΙΝΔ, ώστε καθένας εξ αυτών να δικαιούται έναν πλήρη μηνιαίο μισθό. Τούτο διότι η ναυτολόγηση εκάστου εξ αυτών, είτε κατόπιν σχετικής δήλωσης της εναγομένης περί της μεταθέσεώς τους σε άλλο πλοίο του ομίλου, είτε με κοινή συναίνεση των ιδίων και του Πλοιάρχου, στο πλαίσιο του περιεχόμενου στη σύμβαση εργασίας τους όρου, τυπικά μόνο λυόταν καθόσον οι ενάγοντες ναυτικοί δεν υποχρεώθηκαν σε ανεύρεση εργασίας σε άλλον εργοδότη, αλλά συνέχιζαν να απασχολούνται χωρίς διακοπή, με την αυτή ειδικότητα και με τους ίδιους εργασιακούς όρους, σε άλλα πλοία του ιδίου επιχειρηματικού ομίλου, λαμβάνοντας για την εργασία τους σε κάθε πλοίο τις αναλογούσες στο διάστημα της εργασίας τους νόμιμες αποδοχές, όπως αποδεικνύεται από τις προσκομιζόμενες μετ’επικλήσεως από την εναγομένη, αποδείξεις πληρωμής αποδοχών και τα αντίστοιχα αποδεικτικά εμβασμάτων. Σημειώνεται ότι οι δηλώσεις της εναγομένης για την μετάθεση των εναγόντων ναυτικών, γίνονταν με ορισμένο τρόπο, ήτοι αφορούσαν κάθε φορά σε συγκεκριμένο πλοίο και σε συγκεκριμένο τόπο και χρόνο ναυτολόγησης, ενώ οι ενάγοντες, οι οποίοι κατά την πρόσληψή τους τελούσαν σε γνώση ότι θα κληθούν να απασχοληθούν, ως «δεύτερο» πλήρωμα, σε περισσότερα του ενός πλοία της ίδιας επιχείρησης, ανεξαρτήτως των δρομολογίων και των πλόων αυτών και είχαν παράσχει με τις επίδικες συμβάσεις εργασίας τη συγκατάθεσή τους για τις εν λόγω μεταθέσεις, δεν εναντιώθηκαν ούτε εκ των υστέρων σε αυτές. Κατά συνέπεια πρέπει να απορριφθούν ως κατ’ουσίαν αβάσιμες οι ένδικες αξιώσεις των εναγόντων για οφειλόμενες δεδουλευμένες αποδοχές των ετών 2018 και 2019, κατ’εφαρμογή του άρθρου 60 ΚΙΝΔ και για τα αναλογούντα στο διάστημα αυτό δώρα εορτών Χριστουγέννων. Κατόπιν των ανωτέρω, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε όμοια και απέρριψε την αγωγή, δεν έσφαλε ως προς την ερμηνεία και την εφαρμογή του νόμου, ούτε στην εκτίμηση των αποδείξεων, συνεπώς ο πρώτος λόγος της έφεσης με τον οποίο οι εκκαλούντες αποδίδουν στην εκκαλουμένη πλημμέλεια στην κρίση ότι η απασχόληση εκάστου των εναγόντων στα πλοία των εταιρειών του ομίλου συνιστούσε μία ενιαία εργασιακή σχέση, τυγχάνει απορριπτέος ως αβάσιμος, ερειδόμενος επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, καθόσον η εκκαλουμένη απόφαση δεν διαλαμβάνει τέτοια παραδοχή. Ωσαύτως απορριπτέος, σύμφωνα με όσα ανωτέρω αποδείχθηκαν ως αληθή, τυγχάνει και ο δεύτερος λόγος της έφεσης, με τον οποίο οι εκκαλούντες παραπονούνται ότι η εκκαλουμένη εσφαλμένα έκρινε ως έγκυρο τον περί μεταθέσεως όρο των συμβάσεών τους, ισχυριζόμενοι ότι από τη διατύπωσή του ουδόλως προκύπτει ότι συμφώνησαν να εργάζονται με αλλεπάλληλες καθημερινές μεταθέσεις, καλύπτοντας τις ανάγκες πρόσληψης δεύτερου πληρώματος σε όλα τα ταχύπλοα πλοία του ομίλου και ότι ακόμη και έαν ήθελε γίνει δεκτό ότι οι εν λόγω μεταθέσεις πραγματοποιούνταν επί έγκυρου συμβατικού όρου, το γεγονός αυτό δεν απαλλάσει την εναγομένη από την υποχρέωση καταβολής των νομίμων αποδοχών τους κατ’εφαρμογή του άρθρου 60 ΚΙΝΔ.

ΙΙ. Από τις διατάξεις του άρθρου 527 ΚΠολΔ, όπως το άρθρο αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν.4335/2015 ΦΕΚ Α΄87/23.7.2015, με έναρξη ισχύος από 1.1.2016, κατ’ άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 4 Ν.4335/2015, προκύπτει ότι είναι απαράδεκτη η προβολή για πρώτη φορά στην κατ` έφεση δίκη ισχυρισμών, που δεν προτάθηκαν ή δεν προτάθηκαν παραδεκτά στην πρωτόδικη δίκη, εκτός αν προτείνονται από τον εφεσίβλητο ως υπεράσπιση κατά της έφεσης και δεν μεταβάλλεται η πραγματική βάση της αγωγής ή γεννήθηκαν μετά την τελευταία συζήτηση στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ή λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως ή μπορεί να προταθούν σε κάθε στάση της δίκης, ή το Δικαστήριο κρίνει ότι οι πραγματικοί ισχυρισμοί δεν προβλήθηκαν έγκαιρα με τις προτάσεις από δικαιολογημένη αιτία, ή αν αυτοί προέκυψαν για πρώτη φορά μεταγενέστερα, ή αν αποδεικνύονται με δικαστική ομολογία του αντιδίκου ή αν αποδεικνύονται με έγγραφο (χωρίς πλέον την πρόσθετη προϋπόθεση να κρίνει το Δικαστήριο ότι ο διάδικος δεν γνώριζε, ούτε μπορούσε να πληροφορηθεί έγκαιρα την ύπαρξη του εγγράφου, η οποία, απαλείφθηκε με τον ν. 3994/2011). Ως νέοι ισχυρισμοί νοούνται μόνο οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που τείνουν σε θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση ουσιαστικού δικαιώματος και στοιχειοθετούν τη βάση ένστασης, αντένστασης ή άλλης αυτοτελούς αίτησης για παροχή έννομης προστασίας, το δε απαράδεκτο της προβολής τους λαμβάνεται αυτεπαγγέλτως υπόψη από το Δικαστήριο (ΜονΕφΠειρ 695/2022 ο.π).

Στην προκειμένη περίπτωση οι εκκαλούντες, με τον τρίτο λόγο της έφεσης τους, πλήττουν την εκκαλουμένη υποστηρίζοντας ότι, αφού το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε το αγωγικό αίτημα για τις συμπληρωματικές αποδοχές πλήρους μήνα, που ζήτησαν, όφειλε επικουρικά να ερευνήσει αν εξοφλήθηκαν οι αποδοχές, που δικαιούνταν για τις ημέρες της παρασχεθείσας εργασίας στο ένδικο πλοίο και να επιδικάσει την προκύπτουσα διαφορά. Ο κρινόμενος λόγος τυγχάνει απορριπτέος, ως ουσιαστικά αβάσιμος, καθόσον δεν περιλαμβάνεται στην αγωγή επικουρικό αίτημα για την καταβολή του επικαλούμενου υπολοίπου των δεδουλευμένων αποδοχών για τις ημέρες απασχόλησης τους στο εν λόγω πλοίο. Η δε προβολή ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, του αυτοτελούς αυτού αιτήματος, που δεν προβλήθηκε πρωτοδίκως, για πρώτη φορά με λόγο έφεσης, κρίνεται απαράδεκτη, για τον λόγο ότι οι εκκαλούντες δεν επικαλούνται, ούτε αποδείχθηκε ότι συντρέχει κάποια από τις περιπτώσεις, που να δικαιολογεί την βραδεία προβολή του και ειδικότερα επειδή η ιστορική βάση του και τα θεμελιωτικά του στοιχεία δεν προέκυψαν μετά τη συζήτηση της διαφοράς στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ούτε αποδεικνύεται εγγράφως ή με δικαστική ομολογία της αντιδίκου τους, ούτε συντρέχει δικαιολογημένη αιτία μη έγκαιρης προβολής του. Μετά ταύτα, εφόσον δεν υπάρχουν προς έρευνα άλλοι λόγοι έφεσης πρέπει η ένδικη έφεση να απορριφθεί στο σύνολο της, ως αβάσιμη κατ’ ουσίαν και να συμψηφιστούν στο σύνολό τους μεταξύ των διαδίκων τα δικαστικά έξοδα του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας κατ’άρθρο 179 ΚΠολΔ.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων.

Δέχεται την έφεση τυπικά.

Απορρίπτει αυτήν κατ’ουσίαν.

Συμψηφίζει στο σύνολό τους μεταξύ των διαδίκων τα δικαστικά έξοδα του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας.

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στον Πειραιά σε έκτακτη, δημόσια στο ακροατήριο του συνεδρίαση, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους στις 27 Φεβρουαρίου 2026.

Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ                                                 Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ