Μενού Κλείσιμο

Αριθμός απόφασης 139/2026

Αριθμός   139/2026

ΤΟ MONOMΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

[ΤΜΗΜΑ 3ο]

Αποτελούμενο από την Δικαστή Μαρία – Φανή Παλαμίδη, Εφέτη, η οποία  ορίσθηκε από την Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διευθύνσεως του Εφετείου Πειραιώς και από τη Γραμματέα Ε.Δ.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις ………….., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ των :

ΤΩΝ ΚΑΛΟΥΝΤΩΝ –  ΕΚΚΑΛΟΥΝΤΩΝ – ΕΝΑΓΟΝΤΩΝ : 1. ……………, 2. …………, 3. ……….., 4. …………., η οποία εκπροσωπείται νόμιμα από την ασκούσα την γονική μέριμνα και την επιμέλεια αυτής ………….. και 5. ……………, ο οποίος εκπροσωπείται νόμιμα από την ασκούσα την γονική μέριμνα και την επιμέλεια αυτού ……………, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Ιωάννη Καπελάρη (ΔΣΑ) με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

ΤΩΝ ΚΑΘΩΝ Η ΚΛΗΣΗ – ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΩΝ-ΕΝΑΓΟΜΕΝΩΝ: 1) ………….., νομίμου εκπροσώπου της ετερόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία «………….., 2) ………….., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Κωνσταντόπουλο (ΔΕ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΑ ΓΡΑΦΕΙΑ Ν. ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΥ – Ζ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΥ).

Οι εκκαλούντες άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, την από 2.11.2017 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης …………/2017 αγωγή κατά των εφεσιβλήτων: α) Της ετερόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία «………..» και τον διακριτικό τίτλο «…………», β) …………. νομίμου εκπροσώπου της ως άνω ετερόρρυθμης εταιρείας, γ) ………….. δ) …………., νομίμου εκπροσώπου της ως άνω ετερόρρυθμης εταιρείας. Επ’ αυτής εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, η με αριθμό 155/2019 μη οριστική και ακολούθως η με αριθμό 1832/2021 οριστική απόφαση του παραπάνω Δικαστηρίου, κατά την ειδική  διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (εργατικές διαφορές), που απέρριψε την αγωγή. Κατά της ανωτέρω απόφασης, οι  εκκαλούντες άσκησαν την υπ’ αριθμόν έκθεσης κατάθεσης ……../2021 έφεσή τους, που κατέθεσαν στη Γραμματέα του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, η οποία απευθύνεται στο Δικαστήριο τούτο (αρ.έκθ.καταθ. ………/2021), δικάσιμος για τη συζήτηση της οποίας ορίστηκε η  19η   Μαίου 2022. Η υπόθεση συζητήθηκε, εκδοθείσας της υπ’ αρ. 397/2022 απόφασης αυτού του Δικαστηρίου, με την οποία η έφεση έγινε τυπικά δεκτή και η αγωγή κατά ένα μέρος δεκτή ως βάσιμη στην ουσία της αναφορικά με τους δεύτερο και τρίτη των εναγομένων. Ακολούθως, οι δεύτερος και τρίτη των εναγομένων – εφεσίβλητων άσκησαν την από 20.07.2022 αίτηση αναίρεσης (αριθμ. κατ. δικ. ………/2022), επί της οποίας εκδόθηκε η υπ’ αρ. 962/2024 απόφαση του Αρείου Πάγου (Β2΄ Πολιτικό Τμήμα), με την οποία αναιρέθηκε στο σύνολό της η υπ’ αρ. 397/30-6-2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά  για τους αναφερόμενους λόγους (άρθρο 559 αρ. 1, 11γ΄ και 19 ΚΠολΔ) και η υπόθεση παραπέμφθηκε προς περαιτέρω εκδίκαση στο παρόν Δικαστήριο. Στη συνέχεια, με την ως άνω κλήση οι δεύτερος και τρίτη των εφεσιβλήτων – εναγομένων επαναφέρουν προς συζήτηση την ως άνω έφεση, δικάσιμος της οποίας ορίστηκε η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο.

ΚΑΤΑ ΤΗ ΔΗΜΟΣΙΑ ΣΥΖΗΤΗΣΗ της υπόθεσης και κατά την εκφώνηση της από τη σειρά του σχετικού πινακίου (αρ. …..), οι πληρεξούσιοι Δικηγόροι  των διαδίκων, ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στις έγγραφες προτάσεις τους.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 579 παρ. 1 ΚΠολΔ, αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση, που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε και η διαδικασία πριν από την απόφαση αυτή ακυρώνεται, μόνο εφόσον στηρίζεται στην παράβαση, για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση, ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 581 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, στο δικαστήριο της παραπομπής η υπόθεση συζητείται μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση και αφού κατατεθούν προτάσεις κατά το άρθρο 524 παρ. 1 εδ. β’ ΚΠολΔ. Προσθέτως, κατά τη διάταξη του άρθρου 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παρ. 1 και 2, δηλαδή για υπέρβαση δικαιοδοσίας ή παράβαση των διατάξεων των σχετικών με την αρμοδιότητα, μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να τη δικάσει, αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση, στην αντίθετη δε περίπτωση παραπέμπει την υπόθεση σε ιδιαίτερη συζήτηση και, αν πρόκειται για τους λόγους που αναφέρονται στους αριθμούς 1, 2, 3, 6 έως 17, 19 και 20 του άρθρου 559, μπορεί να παραπέμψει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση σε άλλο δικαστήριο, ισόβαθμο και ομοειδές προς εκείνο το οποίο εξέδωσε την απόφαση που αναιρέθηκε, ή στο ίδιο αν είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές. Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων συνάγεται ότι με την αναίρεση της απόφασης οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από τη συζήτηση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση που αναιρέθηκε, δηλαδή αναβιώνει η αίτηση παροχής έννομης προστασίας, ήτοι αγωγή ή έφεση, ανάλογα αν η αναιρεθείσα απόφαση εκδόθηκε στον πρώτο ή δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας, αντίστοιχα, της οποίας επιλαμβάνεται το δικαστήριο της παραπομπής μετά από κλήση. Η αναίρεση της απόφασης και, επομένως, η εξαφάνισή της, μπορεί να είναι ολική ή μερική. Αυτό θα εξαρτηθεί από κατά πόσο έχουν προσβληθεί όλα ή κάποιο από τα περισσότερα κεφάλαια αυτής. Η απόφαση, δηλαδή, αναιρείται κατά το μέτρο παραδοχής της αναίρεσης, δηλαδή κατά τα πληγέντα κεφάλαια (αιτήσεις παροχής έννομης προστασίας), στα οποία αφορά ο λόγος της αναίρεσης που έγινε δεκτός, και όχι ως προς άλλα, εκτός αν τα τελευταία συνέχονται άρρηκτα προς τα αναιρεθέντα, οπότε και συναναιρούνται. Η έκταση αυτή της αναίρεσης προκύπτει από το συγκεκριμένο περιεχόμενο της αναιρετικής απόφασης, κατισχύει δε κάθε αντίθετης γενικής διατύπωσης αυτής και, μάλιστα, του τυχόν χαρακτηρισμού της από την ίδια την έκταση της αναίρεσης της προσβαλλόμενης απόφασης ως ολικής. Έτσι, αν η απόφαση αναιρεθεί στο σύνολό της, αποβάλλει πλήρως την ισχύ της και δεν παράγει δεδικασμένο επί οποιουδήποτε ζητήματος έκρινε, ενώ οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από τη συζήτηση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση που αναιρέθηκε. Η επάνοδος των διαδίκων στην κατάσταση πριν από την αναιρεθείσα απόφαση, περιορίζεται, κατ’ αρχάς, μεταξύ εκείνων των διαδίκων που μετείχαν στην αναιρετική δίκη, ως προς τους οποίους αναιρέθηκε η απόφαση, και μεταξύ των οποίων διεξάγεται κατά παραπομπή η νέα δίκη ενώπιον του εφετείου, και συνεπώς, δεν θίγεται η ισχύς της απόφασης για εκείνους τους διαδίκους που δεν μετείχαν στην αναιρετική δίκη, ως προς τους οποίους δεν αναιρέθηκε, εκτός αν πρόκειται για αδιαίρετα δικαιώματα. Στο σύνολό της θεωρείται ότι αναιρείται η απόφαση, όταν η αναιρετική, κατά το διατακτικό της, δεν περιορίζει με σχετική διάταξη την αναίρεση σε ορισμένο ή ορισμένα κεφάλαια της όλης δίκης ή ως προς μερικούς μόνο από τους διαδίκους ή όταν αναιρείται για έλλειψη αιτιολογίας, (βλ. Σ. Πανταζόπουλος, Συνέπειες αναιρέσεως της αποφάσεως σε Ένδικα Μέσα και Ανακοπές, 2η έκδ, 2022, σελ. 326). Περίπτωση ολικής αναίρεσης συντρέχει και όταν ο αναιρετικός λόγος, που έγινε δεκτός, πλήττει, κατά νομική ακολουθία, το κύρος της όλης απόφασης, σύμφωνα με το διατακτικό της αναιρετικής, σε συνδυασμό, όμως, και με το αιτιολογικό της. Στην περίπτωση της εν μέρει αναίρεσης, η απόφαση αναιρείται κατά το μέτρο της παραδοχής της αναίρεσης, δηλαδή, ως προς τα πληγέντα κεφάλαιά της, ως τέτοιων νοούμενων των οριστικών διατάξεων της απόφασης που αποφαίνονται στις επί μέρους αυτοτελείς αιτήσεις παροχής έννομης προστασίας, όπως συμβαίνει στις περιπτώσεις άσκησης κύριας παρέμβασης, ανταγωγής, αντικειμενικής σώρευσης αγωγών, άσκησης παρεμπίπτουσας αγωγής, και επεκτείνεται στα αρρήκτως συνδεόμενα προς τα αναιρεθέντα κεφάλαιά της, ως τέτοιων νοούμενων εκείνων που αφορούν σε παρεπόμενα ή παρακολουθήματα της κύριας απαίτησης ή προέρχονται από την ίδια ιστορική και νομική αιτία, που συναναιρούνται, και, επομένως, η απόφαση εξαφανίζεται ως προς ολόκληρο το αναιρεθέν κεφάλαιό της, ενώ η εξουσία του δικαστηρίου της παραπομπής δεν εκτείνεται στα άλλα κεφάλαια, ως προς τα οποία διατηρείται το δεδικασμένο της απόφασης, το οποίο λαμβάνεται υπόψη και αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο. Αν η αναιρεθείσα απόφαση είναι του δεύτερου βαθμού και αναιρέθηκε εν μέρει, το εφετείο επανεκδικάζει την έφεση, ερευνώντας μόνο τους λόγους έφεσης που είναι σχετικοί με τα κεφάλαια της δίκης, για τα οποία αναιρέθηκε η εφετειακή απόφαση, καθώς και αυτά που συνάπτονται άρρηκτα με εκείνα που αναιρέθηκαν, ως προς τα οποία μόνο επανακρίνεται και αποφαίνεται το δικαστήριο της παραπομπής με την απόφασή του. Τα παράπονα που είχαν διατυπωθεί ως λόγοι έφεσης και ως αναιρετικοί λόγοι κατ’ αρχάς καλύπτονται από το δεδικασμένο της αναιρετικής απόφασης. Στην περίπτωση δε αυτή, αν είχαν γίνει δεκτά ως αναιρετικοί λόγοι, τότε το δικαστήριο της παραπομπής δεσμεύεται να τα δεχτεί και ως βάσιμους λόγους της έφεσης, ενώ αν είχαν απορριφθεί ως αναιρετικοί λόγοι, είναι ως λόγοι έφεσης απαράδεκτοι. Κατά την επανεκδίκαση, δηλαδή, της έφεσης οι μη αναιρεθείσες διατάξεις διατηρούν την ισχύ τους και δεσμεύουν το δικαστήριο της παραπομπής λόγω του υπάρχοντος και μη ανατραπέντος με την αναίρεση δεδικασμένου από τη μερικά οριστική και αμετάκλητη ήδη απόφαση του δεύτερου βαθμού και, συνεπώς, δεν ερευνώνται εκ νέου ούτε θίγονται τα κεφάλαια της διαφοράς, τα οποία αντιστοιχούν στις μη αναιρεθείσες διατάξεις, είτε διότι δεν προσβλήθηκαν με λόγο αναίρεσης, είτε επειδή απορρίφθηκαν οι προβληθέντες σχετικοί λόγοι αναίρεσης, ως προς τα οποία πλέον η απόφαση έχει καταστεί αμετάκλητη. Κατ’ εξαίρεση, όμως, όταν μεταξύ των περισσότερων κεφαλαίων της απόφασης, που αναιρέθηκε, υπάρχει τέτοια συνάφεια είτε διότι αναγκαίως αυτά συνέχονται, είτε διότι επιδικάστηκαν με ενιαία διάταξη, χωρίς διάκριση, τα ποσά καθενός διαφορετικού κονδυλίου και ανακύπτει θέμα διάσπασης του ενιαίου τίτλου εκτέλεσης, ή, όταν από την ερμηνεία της αναιρετικής απόφασης (σε συνδυασμό με το αναιρετήριο) προκύπτει αμφιβολία ως προς την έκταση της αναίρεσης, οι συνέπειες της αναίρεσης εκτείνονται και σε εκείνα τα κεφάλαια που δεν αναιρέθηκαν με σαφή και ρητή διάταξη. Επίσης, σε περίπτωση που με την αναιρεθείσα απόφαση είχε γίνει δεκτή κατ’ ουσία μία έφεση και είχε απορριφθεί η αντίθετη αυτής, μετά δε από άσκηση αναίρεσης μόνο από το διάδικο, του οποίου είχε απορριφθεί η έφεση, αναιρέθηκε ως προς το διάδικο αυτό η απόφαση, δεκτού γενομένου, όμως, αναιρετικού λόγου, που πλήττει, κατά νομική ακολουθία, το κύρος της όλης απόφασης, η αναίρεση επεκτείνεται και συναναιρούνται και τα κεφάλαια της εφετειακής απόφασης που αφορούν στην αντίθετη έφεση που είχε γίνει δεκτή, για την οποία δεν είχε ασκηθεί αναίρεση, εφόσον αυτά συνέχονται άρρηκτα με εκείνα που αναιρέθηκαν, συντρεχούσης στην περίπτωση αυτή εν όλω αναίρεσης. Αν η απόφαση που αναιρέθηκε είναι εφετείου, δεν ακυρώνεται και η απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ακόμη και αν αυτή στηρίζεται στο ίδιο ελάττωμα και τούτο διότι με την αναίρεση της απόφασης του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου αναβιώνει η εκκρεμοδικία της έφεσης κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ως προς την οποία θα αποφανθεί το δικαστήριο της παραπομπής, το οποίο είτε θα δεχθεί την έφεση και θα εξαφανίσει την απόφαση, είτε θα απορρίψει αυτήν, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση. Επομένως, στο δικαστήριο της παραπομπής η υπόθεση συζητείται μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση, τα όρια δε αυτά δεν προσδιορίζονται μόνο από το διατακτικό της αναιρετικής απόφασης, αλλά, κυρίως, από το αιτιολογικό της. Οι διάδικοι, οι οποίοι μετά την αναίρεση της απόφασης, επανέρχονται στη θέση που ήταν πριν από τη συζήτηση, στην οποία εκδόθηκε η αναιρεθείσα απόφαση, μετά από κλήση και αφού κατατεθούν προτάσεις κατά το άρθρο 524 παρ. 1 εδ. β’ ΚΠολΔ, παραδεκτά προβάλλουν ενώπιον του δικαστηρίου της παραπομπής με τις προτάσεις τους της νέας μετ’ αναίρεση συζήτησης όποιους ισχυρισμούς μπορούσαν να προτείνουν και κατά τη συζήτηση που εκδόθηκε η απόφαση που αναιρέθηκε, που δεν είχαν προταθεί πρωτοδίκως, υπό τους περιορισμούς του άρθρου 527 ΚΠολΔ και υπό τους ορισμούς του άρθρου 240 ΚΠολΔ, και προσκομίζουν νέα αποδεικτικά μέσα για την ουσιαστική εκδίκαση της υπόθεσης, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις, μπορούν δε να ασκηθούν από τον εκκαλούντα πρόσθετοι λόγοι έφεσης ή από τον εφεσίβλητο αντέφεση. Αντίθετα, οι προτάσεις, που κατατέθηκαν κατά τη συζήτηση, στην οποία εκδόθηκε η αναιρεθείσα απόφαση, και οι περιεχόμενοι σ’ αυτές ισχυρισμοί (ενστάσεις) των διαδίκων, όπως και η αντέφεση ή οι πρόσθετοι λόγοι αυτής, που είχαν ασκηθεί, όταν ανάγονται σε διατάξεις για τις οποίες χώρησε η αναίρεση, δεν λαμβάνονται υπόψη από το εφετείο, που δικάζει εκ νέου την υπόθεση, έστω και αν γίνεται νόμιμη επίκλησή τους, κατ’ άρθρο 240 ΚΠολΔ. Το δικαστήριο της παραπομπής δεν περιορίζεται στο νομικό ζήτημα, για το οποίο έγινε δεκτός ο λόγος αναίρεσης, αλλά, λαμβανομένου υπόψη ότι η αναίρεση επέρχεται για ορισμένη παράβαση, η υπόθεση επανεκδικάζεται κατά το εκκληθέν, επί του οποίου με την απόφασή του αποφαίνεται το δικαστήριο αυτό. Το τελευταίο δεσμεύεται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 580 παρ. 4 ΚΠολΔ, μόνο ως προς το νομικό ζήτημα που επέλυσε η αναιρετική απόφαση με το λόγο αναίρεσης, που έκανε δεκτό, και όχι ως προς την ουσία της διαφοράς, η περί της οποίας κρίση είναι, άλλωστε, αναιρετικά ανέλεγκτη, ούτε από τις διαπιστώσεις της αναιρεθείσας απόφασης ως προς τα πραγματικά γεγονότα, δυνάμενο να εκτιμήσει διαφορετικά τις αποδείξεις από ό,τι η αναιρεθείσα, εφόσον δεν εθίγησαν με την αναίρεση, μη δεσμευόμενο ούτε ως προς το σημείο αυτό από εκείνη. Κατά την έννοια, άλλωστε, της ως άνω διάταξης ως “νομικό ζήτημα” νοείται το εννοιολογικό περιεχόμενο, που προσέδωσε η αναιρετική απόφαση στον κανόνα δικαίου, στην παράβαση του οποίου θεμελιώθηκε η αναίρεση, μπορεί δε αυτός να ανάγεται είτε στο ουσιαστικό είτε στο δικονομικό δίκαιο, για τους κατ’ ιδίαν λόγους αναίρεσης που θεσπίζει το άρθρο 559 ΚΠολΔ. Τέλος, το εφετείο, ως δικαστήριο της παραπομπής, εφόσον η αναιρετική απόφαση δεν ασχολήθηκε με το διαδικαστικό ζήτημα του εμπροθέσμου της έφεσης ως προϋπόθεσης του παραδεκτού της, ερευνά και πάλι τη συνδρομή των διαδικαστικών προϋποθέσεων της δίκης και το παραδεκτό της έφεσης (βλ. σχετ. ΑΠ 684/2024, ΑΠ 367/2024, ΑΠ 816/2022, ΑΠ 1215/2021, ΑΠ 752/2014, ΑΠ 1282/2018, ΤριμΕφΠειρ 56/2025, ΤριμΕφΠειρ 289/2025, ΤριμΕφΑθ 1737/2024, ΤριμΕφΑθ 1426/2024, ΤριμΕφΑθ 809/2024, ΤριμΕφΑθ 214/2024, ΤριμΕφΑθ 142/2024, ΤριμΕφΑθ 104/2024, ΜονΕφΔωδ 97/2025, ΜονΕφΔωδ 107/2025, ΜονΕφΘρ 305/2025, ΜΕφΑθ 3777/2024, ΜΕφΑθ 1550/2024, ΜΕφΑθ 1228/2024, ΜΕφΑθ 1111/2024, ΜΕΦΑθ 693/2024, ΜΕφΑθ 689/2024, ΜΕφΑθ 643/2024, ΜΕφΑθ 365/2024 Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ, Κ. Καλαβρός, Ι. Συνέπειες της αναίρεσης της απόφασης σε: Η αναίρεση κατά τον ΚΠολΔ, 3η έκδ, 2017, σελ. 800, Δ. Κονδύλης, 579, Συνέπειες της αναιρέσεως και επαναφορά των πραγμάτων σε Κ. Κεραμεύς/Κονδύλης/Νίκας, Ερμηνεία ΚΠολΔ- Ένδικα Μέσα, 2η έκδ, 2020, σελ. 498, Ι. Κατράς, Άρθρο 579, Συνέπειες αναίρεσης απόφασης σε Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας, 4η έκδ., 2023, σελ. 937). Δικαίωμα να επισπεύσει τη συζήτηση έχει οποιοσδήποτε διάδικος της αναιρετικής δίκης (230 ΙΙ), (β. Ν. Νίκας, 2. Η διαδικασία στο δικαστήριο της παραπομπής σε Εγχειρίδιο Πολιτικής Δικονομίας, 5η έκδ, 2025, σελ. 1112). Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 76 παρ.4 ΚΠολΔ, η άσκηση των ενδίκων μέσων από κάποιον από τους αναγκαίους ομοδίκους έχει  αποτέλεσμα και για τους άλλους. Έτσι, αν κάποιος αναγκαίος ομόδικος άσκησε ένδικο μέσο θεωρούνται από το νόμο ως ασκήσαντες αυτό και οι ομόδικοί του παρόλο που αδράνησαν, έστω και αν έχει παρέλθει ως προς αυτούς η προθεσμία άσκησης του ενδίκου μέσου, (βλ. ΑΠ 54/2025, 203/2025, 1088/2023, 1229/2019, 1686/2013, 1681/2013 Ιστοσελίδα ΑΠ αλλά και Κ. Καλαβρός, ΙΙ, Υποκειμενική προϋπόθεση σε: Η αναίρεση κατά τον ΚΠολΔ, 5η έκδ, 2023, σελ. 37, 38, Ν. Νίκας, Ομόδικοι σε: Πολιτική Δικονομία, τομ. 3, 2007, σελ. 369, 370, Δ. Μηχιώτης, ιιι, Η θέση της θεωρίας και της νομολογίας ως προς την εμβέλεια των «αποτελεσμάτων ασκήσεως» των ενδίκων μέσων και επί των αδρανούντων αναγκαίων ομοδίκων, σε: Η αναγκαστική ομοδικία στην πολιτική δίκη, 2η έκδοση, 2023, σελ. 448 – 453). Στην περίπτωση αυτή (της πλασματικής ασκήσεως του ένδικου μέσου) πρέπει οι μη ασκήσαντες αυτό ομόδικοι να καλούνται σε όλες τις συζητήσεις του ενδίκου μέσου (ΚΠολΔ 76 παρ.3 και 110 παρ.2), αλλιώς η συζήτηση αυτού κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς όλους τους διαδίκους, σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ.3 ΚΠολΔ, (βλ. ΑΠ 128/2019, Ιστοσελίδα ΑΠ).  Τέλος, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 76 παρ.1, 329 και 920 ΚΠολΔ, μεταξύ της ομόρρυθμης ή ετερόρρυθμης εταιρείας και των ομορρύθμων εταίρων, όταν ενάγονται για τις εταιρικές οφειλές και όχι για προσωπικά χρέη του εταίρου, υπάρχει σχέση αναγκαστικής ομοδικίας, αφού η ισχύς της απόφασης που εκδίδεται για την εταιρεία και το απ` αυτή δεδικασμένο εκτείνεται και σ` εκείνους που επηρεάζει τις έννομες σχέσεις τους και δεν είναι δυνατόν στην ίδια υπόθεση να υπάρξουν διάφορου περιεχόμενου αποφάσεις (άρθρα 258 παρ.1, 271 παρ.1 Ν.4072/2012 και ΑΠ 82/1982, ΑΠ 163/1980). Γι’ αυτό η διεξαγωγή της δίκης πρέπει να γίνεται ενιαία και από κοινού ως προς όλους τους ομοδίκους (εταιρεία και εταίρους), που πρέπει επομένως και να καλούνται για το λόγο αυτό στη συζήτηση της υπόθεσης και δεν επιτρέπεται ο κατακερματισμός της δίκης, που οδηγεί σε ματαίωση επίτευξης του πιο πάνω σκοπού. Για τον ίδιο λόγο, τη μη διάσπαση της ομοδικίας, αν κάποιος από τους (αναγκαίους) ομόδικους δεν κλητεύθηκε ή δεν κλητεύθηκε νομίμως και δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση, δεν αντιπροσωπεύεται από τους παριστάμενους ομοδίκους κατ` άρθρ. 76 παρ. 1 ΚΠολΔ και, επομένως, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς όλους τους ομοδίκους και αυτεπαγγέλτως, (βλ. ΑΠ 804/2025, ΤΝΠ Νόμος αλλά και Σ. Κουσούλης, Η αναγκαία ομοδικία σε: Η δέσμευση τρίτων από το δεδικασμένο, 2007, σελ. 102). Προϋπόθεση δε για την ύπαρξη αναγκαστικής ομοδικίας είναι η ομόρρυθμη εταιρεία να συνεναχθεί με τους εταίρους. Αν δεν συμβαίνει αυτό, ήτοι με τη μη εισαγωγή (άλλως μη απεύθυνση) της αγωγής ως προς την εταιρεία, τα μέλη της τελούν μεταξύ τους σε απλή ομοδικία κατά το άρθρο 74 ΚΠολΔ και οι πράξεις και παραλείψεις του κάθε απλού ομόδικου, σύμφωνα με το άρθρο 75 παρ.1 εδ. α ΚΠολΔ, δεν βλάπτουν ούτε ωφελούν τους άλλους, (πρβλ Β. Αντωνόπουλο, Δίκαιο Προσωπικών Εταιρειών, Ε΄έκδοση, παρ. 25, σελ. 210 – 211, αριθμ. 13, Λ. Κοκκίνης σε Νικ. Ρόκα, ΔικΠΕ, Δίκαιο Προσωπικών Εταιρειών, 1ος τόμος, παρ. 7 εταιρικά χρέη, σελ. 334, Χ. Δικονομικά, αριθμ. 140).

ΙΙ. Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης προκύπτουν τα εξής:  Με την από 2-11-2017 και με αριθ.καταθ. ……/2017 αγωγή τους οι ενάγοντες και ήδη εκκαλούντες εξέθεταν ότι ο Αλβανός υπήκοος, …….., σύζυγος της πρώτης των εναγόντων και πατέρας των λοιπών, δυνάμει προφορικής σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου, που καταρτίστηκε στις 13-11-2015 και διάρκειας από 13-11-2015 έως 15-11-2015, με την πρώτη εναγομένη ετερόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία «……………..» με έδρα την Αίγινα, η οποία ήδη κατά τη συζήτηση της αγωγής, είχε μετατραπεί σε ομόρρυθμη εταιρεία, της οποίας νόμιμοι εκπρόσωποι είναι ο δεύτερος εναγόμενος – εφεσίβλητος και ο τέταρτος εναγόμενος – εφεσίβλητος, προσλήφθηκε από αυτή (πρώτη των εναγόμενων) για να εργαστεί σε αποθήκη που αυτή χρησιμοποιούσε, ιδιοκτησίας της τρίτης εναγόμενης – εφεσίβλητης και ειδικότερα, για να εκτελέσει εργασίες αντικατάστασης πλακιδίων και σοβατίσματος και αποξήλωση των προοριζομένων για αντικατάσταση κυματοειδών φύλλων αμιαντοτσιμέντου (ελλενίτ) της οροφής της ως άνω αποθήκης. Ότι, στις 16-11-2015, κατά τη διενέργεια της αφαίρεσης των αμιαντόφυλλων, υπέστη, υπό τις περιγραφόμενες στην αγωγή συνθήκες, εργατικό ατύχημα, το οποίο είχε ως αποτέλεσμα τον θάνατό του στις 27-11-2015. Ότι το ατύχημα οφείλεται σε υπαιτιότητα των εναγομένων υπό τις ανωτέρω ιδιότητές τους, η οποία συνίσταται στη μη λήψη των νόμιμων απαιτούμενων μέτρων ασφαλείας και προστασίας των εργαζομένων, κατά παράβαση των διατάξεων των Ν. 3850/2010 και 1396/1983 και των Π.Δ. 212/2006, 17/1996, 778/1980, 1073/1981 και 396/1984, κατά τα διαλαμβανόμενα ειδικότερα στην αγωγή. Ζητούσαν δε, να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, ευθυνόμενοι εις ολόκληρον, η πρώτη εξ αυτών ως εργοδότρια του ως άνω θανόντος συγγενούς τους, οι δεύτερος και τέταρτος εξ αυτών ως νόμιμοι εκπρόσωποι της πρώτης και η τρίτη εξ αυτών ως ιδιοκτήτρια της αποθήκης, να καταβάλουν σε καθένα από τους ενάγοντες το ποσό των 500.000 ευρώ και συνολικά το ποσό των 2.500.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ψυχικής οδύνης, την οποία υπέστησαν από το θάνατο του συγγενούς τους συνεπεία του ως άνω εργατικού ατυχήματος με το νόμιμο τόκο από την ημεροχρονολογία του ατυχήματος (16-11- 2015), άλλως από την ημεροχρονολογία του θανάτου του (27-11-2015), άλλως από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την εξόφληση. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την με αριθμό 155/2019 μη οριστική του απόφαση, διέταξε την επανάληψη της συζήτησης προκειμένου να προσκομιστεί το αλλοδαπό (αλβανικό δίκαιο) για τον τρόπο ίδρυσης συγγένειας γονέων τέκνων και την εκπροσώπηση των ανηλίκων στα δικαστήρια και σε επίσημη μετάφραση πιστοποιητικά γέννησης και οικογενειακής κατάστασης των εναγόντων και ακολούθως, μετά την προσκομιδή των εγγράφων αυτών εξέδωσε τη με αριθμό 1832/2021 οριστική του απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη η αγωγή. Κατά της απόφασης αυτής, οι ενάγοντες άσκησαν την από 3-11-2021 και με αριθ. κατάθ. …………../4-11-2021 έφεση, οι λόγοι της οποίας ανάγονται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων. Επί της έφεσης εκδόθηκε η με αριθμό 397/30-6-2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά με την οποία η έφεση έγινε τυπικά δεκτή, απορρίφθηκε ως ουσία αβάσιμη ως προς τους πρώτη και τέταρτο των εφεσίβλητων-εναγομένων, έγινε δεκτή ως ουσία βάσιμη ως προς τους δεύτερο και τρίτη των εφεσιβλήτων εναγομένων, εξαφανίστηκε η ως άνω εκκαλουμένη απόφαση ως προς αυτούς, η αγωγή έγινε κατά ένα μέρος δεκτή ως βάσιμη στην ουσία της ως προς αυτούς και υποχρεώθηκαν να καταβάλουν εις ολόκληρον ο καθένας σε έκαστο των εναγόντων το ποσό των 15.044 ευρώ νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την εξόφληση. Κατά της απόφασης 397/2022, οι ηττηθέντες δεύτερος και τρίτη των εναγομένων άσκησαν την από 20-7-2022 και με αριθμό κατ. δικ. ………../21-7-2022 αίτηση αναίρεσης, ζητώντας την εξαφάνιση της τελεσίδικης απόφασης για τους αναφερόμενους στο δικόγραφο αυτής νομικούς λόγους. Η αίτηση αυτή συνεκδικάστηκε με την από 27-9-2022 και με αριθμ. κατ. …………./2-11-2022 αντίθετη αίτηση αναίρεσης των εναγόντων κατά των ως άνω εναγομένων – αναιρεσειόντων και των λοιπών εναγομένων ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία «………..» και …………… κατά της ίδιας με αριθμό 397/30-6-2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά και επί της διαφοράς εκδόθηκε η με αριθμό 962/2024 απόφαση του Αρείου Πάγου. Με την απόφαση αυτή, μετά την παραδοχή των πρώτου, δεύτερου και πέμπτου λόγων της από 20-7-2022 με αριθ. καταθ. ………../21-7-2022 αναίρεσης, οι οποίοι αναφέρονταν στις αναιρετικές πλημμέλειες των αριθμών 1, 11γ και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η από 20-7-2022 αίτηση αναίρεσης του δεύτερου και της τρίτης των εναγομένων–εφεσίβλητων έγινε δεκτή, η αντίθετη αίτηση αναίρεσης των αντιδίκων τους απορρίφθηκε και ακολούθως η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος που δέχθηκε την από 3-11-2021 έφεση των εναγόντων, αναιρέθηκε στο σύνολό της όσον αφορά τους δεύτερο και τρίτη των εφεσίβλητων ως προς τη θεμελίωση της αδικοπρακτικής τους ευθύνης στην επέλευση του ενδίκου θανατηφόρου εργατικού ατυχήματος και ως προς την άρρηκτα με το λόγο αυτό συνδεόμενη, αξιούμενη από τους αναιρεσίβλητους, χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, η δε υπόθεση παραπέμφθηκε για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλο δικαστή, πλην αυτού που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση. Κατόπιν αυτών, με την από 24.03.2025 (αρ. κατ. δικ. ………../2025) κλήση των καλούντων – εκκαλούντων – εναγόντων εισάγεται προς συζήτηση, ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, η από 3.11.2021 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ………../2021 έφεση αυτών (η οποία απευθύνεται ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου με αριθμό έκθεσης κατάθεσης …………./29.12.2021 ), κατά της με αριθμό 1832/2021  οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς λόγω της αναβίωσης της εκκρεμοδικίας της έφεσης κατά της  απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου.

ΙΙΙ. Η κλήση για την εκ νέου συζήτηση της εφέσεως επιδόθηκε μόνο στους  δεύτερο και τρίτη των εφεσίβλητων – εναγομένων, οι οποίοι είχαν την ιδιότητα των αναιρεσειόντων στην αναιρετική δίκη. Αναφορικά όμως με τον δεύτερο των εφεσιβλήτων ………., πρέπει να σημειωθεί ότι με την από 2.11.2017 αγωγή δεν έχει εναχθεί ατομικά αλλά υπό την ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου της ομόρρυθμης (πλέον) εταιρείας με την επωνυμία «………………», δηλαδή της πρώτης εφεσίβλητης. Σύμφωνα δε με όσα αναφέρθηκαν στην νομική σκέψη της παρούσας που προηγήθηκε, ο ανωτέρω δεύτερος εφεσίβλητος, ως εκ της ιδιότητας του νομίμου εκπροσώπου και ομορρύθμου εταίρου της φερόμενης ως εργοδότριας του αποβιώσαντος ομόρρυθμης εταιρείας τελεί σε σχέση αναγκαστικής ομοδικίας με αυτήν. Ομοίως σε σχέση αναγκαστικής ομοδικίας τελεί και με τον έτερο νόμιμο εκπρόσωπο αυτής, ………………, ο οποίος φέρει την ιδιότητα του ομορρύθμου εταίρου, λόγω του ότι τα φυσικά πρόσωπα συνενάγονται  με την ομόρρυθμη εταιρεία. Η σχέση της αναγκαστικής ομοδικίας που συνδέει τους πρώτη, δεύτερο και τέταρτο των εφεσιβλήτων προσέδωσε στην από 20.07.2022 αίτηση αναίρεσης που άσκησε ο ένας των αναγκαίων ομοδίκων δεύτερος εφεσίβλητος επεκτατικό αποτέλεσμα, δηλαδή η αναιρεθείσα απόφαση απώλεσε την ισχύ της και για την πρώτη και τον τέταρτο των εφεσίβλητων, οι οποίοι, δεν μετείχαν στην αναιρετική δίκη ως διάδικοι. Συνεπώς, η εξαφάνιση της 397/2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά, κατόπιν ευδοκίμησης της αίτησης αναίρεσης του δεύτερου εφεσίβλητου καταλαμβάνει και τους ως άνω εφεσίβλητους, καθώς η φύση της διαφοράς δεν επιτρέπει την έκδοση αντίθετων αποφάσεων για τους παραπάνω ομοδίκους. Οι εκκαλούντες – ενάγοντες όμως, επέδωσαν την κλήση για την νέα συζήτηση της ασκηθείσας εφέσεως μόνο στους δεύτερο και τρίτη των εφεσίβλητων – εναγομένων, εναντίον των οποίων στρέφουν και τις προτάσεις τους, παραλείποντας τους άλλους δύο αντιδίκους τους, δηλαδή την πρώτη και τον τέταρτο των εφεσιβλήτων – εναγομένων, οι οποίοι τελούν σε σχέση αναγκαστικής ομοδικίας με τον δεύτερο από αυτούς. Έτσι όμως δεν είναι δυνατή η συζήτηση της εφέσεως, αφού υπολείπονται οι ως άνω εφεσίβλητοι και η δίκη πρέπει να γίνει με όλους αυτούς που είναι αναγκαστικά ομόδικοι ως προς την επίδικη οφειλή, η οποία είναι εταιρική, ως πηγάζουσα από την σύμβαση εργασίας που φέρεται να σύναψε η ομόρρυθμη εταιρεία με τον Lalaj Agron, δια των νομίμων εκπροσώπων της, (άρθρ. 249 Ν. 4072/2012, 482 ΑΚ, 29 ΕισΝΑΚ, 481, 487, 783, 759 ΑΚ). Πρέπει συνεπώς να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της έφεσης ως προς όλους τους διαδίκους, σύμφωνα με τα άρθρα  517 και 524 παρ.1 ΚΠολΔ, κατά τα διαλαμβανόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΚΗΡΥΣΣΕΙ απαράδεκτη τη συζήτηση επί της από 3-11-2021 και με αριθ. κατάθ. ……………../4-11-2021 εφέσεως.

Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε στον Πειραιά στο ακροατήριό του, σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση, χωρίς να παρίστανται οι διάδικοι και οι πληρεξούσιοι δικηγόροι τους στις  2 Μαρτιου 2026.

Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ                                                        Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ