Μενού Κλείσιμο

Αριθμός απόφασης 119/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

Αριθμός απόφασης  119/2026

ΤΟ ΤΡΙΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

ΤΜΗΜΑ 2ο

Αποτελούμενο από τους Δικαστές Βασίλειο Παπανικόλα, Πρόεδρο Εφετών, Ευαγγελία Πανταζή – Εφέτη και Ιωάννα Μάμαλη, Εφέτη – Εισηγήτρια, και από την Γραμματέα Ε.Δ.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στον Πειραιά, στις …………, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της εκκαλούσας – καθ’ ης η ανακοπή: της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «…………..» που εδρεύει στη ……. Αττικής, …………. και εκπροσωπείται νόμιμα, ενεργούσα ως μη δικαιούχος και μη υπόχρεος διάδικος, ως διαχειρίστρια δυνάμει της από 18.06.2021 σύμβασης διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων που καταχωρήθηκε νόμιμα στα βιβλία του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών και συμπληρώθηκε – κωδικοποιήθηκε με την από 10.04.2023 σύμβαση διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων που καταχωρήθηκε νόμιμα στα βιβλία του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών, της αλλοδαπής εταιρίας ειδικού σκοπού με την επωνυμία «…………..», η οποία εδρεύει στο ….. της Ιρλανδίας, …………, με αριθμό καταχώρησης στο μητρώο εταιρειών της Ιρλανδίας …… και εκπροσωπείται νόμιμα, και στην οποία έχει εκχωρήσει και μεταβιβάσει τις απαιτήσεις της από δάνεια και πιστώσεις σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 4354/2015, δυνάμει της από 30.04.2020 σύμβασης πώλησης και εκχώρησης απαιτήσεων που καταχωρήθηκε νόμιμα στα βιβλία του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών, η ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία «………..» που εδρεύει στην Αθήνα, οδός ……… και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου, λόγω συγχώνευσης με απορρόφηση, της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «…………….» κατόπιν μεταβίβασης στο πλαίσιο τιτλοποίησης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 3156/2003, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ευαγγελία Κωτούλα (ΑΜ ……. Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών).

Της εφεσίβλητης – ανακόπτουσας: …………, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Καλτσά (ΑΜ …… Δικηγορικός Σύλλογος Πειραιώς).

Η ανακόπτουσα ζήτησε να γίνει δεκτή η από 04.06.2024 και με αριθμό κατάθεσης γενικό …../2024 και ειδικό …../2024 ανακοπή της, ειδικής διαδικασίας περιουσιακών διαφορών, που άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς. Το ως άνω Δικαστήριο με την υπ’ αριθ. 1499/2025 οριστική απόφασή του, αφού δίκασε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, έκανε δεκτή την ανακοπή. Την απόφαση αυτή προσέβαλε η εκκαλούσα – καθ’ ης η ανακοπή με την από 11.04.2025 έφεσή της που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς με αριθμό γενικό …./14.04.2025 και ειδικό …../14.04.2025 και προσδιορίστηκε ενώπιον του Εφετείου Πειραιώς με αριθμό κατάθεσης γενικό …./14.04.2025 και ειδικό …./14.04.2025 για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο και γράφτηκε στο πινάκιο.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο και την εκφώνησή της από τη σειρά του οικείου πινακίου, η πληρεξούσια δικηγόρος της εκκαλούσας – καθ’ ης η ανακοπή αναφέρθηκε στις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσε και ζήτησε να γίνουν δεκτά όσα σ’ αυτές αναφέρονται, ενώ ο πληρεξούσιος δικηγόρος της εφεσίβλητης – ανακόπτουσας δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, αλλά προκατέθεσε δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ και έγγραφες προτάσεις, ζητώντας να γίνουν δεκτά όσα σ’ αυτές αναφέρονται.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η υπό κρίση έφεση κατά της υπ’ αριθ. 1499/2025 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, και με την οποία έγινε δεκτή η από 04.06.2024 και με αριθμό κατάθεσης γενικό ……/2024 και ειδικό ……./2024 ανακοπή της εφεσίβλητης – ανακόπτουσας, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495 παρ. 1-2, 498, 511, 513 παρ. 1 β’, 516 παρ.1, 517 και 518 παρ. 1 του ΚΠολΔ, όπως ισχύουν μετά την τροποποίησή τους με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015, καθόσον η έφεση ασκήθηκε μετά την 01.01.2016), δεδομένου ότι η εκκαλουμένη απόφαση επιδόθηκε στην εκκαλούσα – καθ’ ης η ανακοπή την 09.04.2025 (βλ. Τη σχετική από 09.04.2025 επισημείωση της δικαστικής επιμελήτριας ……………. επί του προσκομιζόμενου αντιγράφου της υπ’ αριθ. 1499/2025 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς), η δε κρινόμενη από 11.04.2025 έφεση κατατέθηκε στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου εντός της προθεσμίας των τριάντα ημερών από την επίδοση της εκκαλουμένης απόφασης, όπως προκύπτει από την πράξη κατάθεσης έφεσης με αριθμό γενικό …../14.04.2025 και ειδικό ……./14.04.2025 της γραμματέως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς που έχει επισυναφθεί στην ένδικη έφεση. Επομένως, πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξεταστεί στη συνέχεια το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της, δεδομένου ότι για το παραδεκτό της έφεσης έχει κατατεθεί από την εκκαλούσα – καθ’ ης η ανακοπή το παράβολο των 150,00 ευρώ που προβλέπεται από την παράγραφο 3 του άρθρου 495 του ΚΠολΔ.

Η εφεσίβλητη – ανακόπτουσα ζήτησε με την από 04.06.2024 και με αριθμό κατάθεσης γενικό …./2024 και ειδικό …./2024 ανακοπή της κατά διαταγής πληρωμής του άρθρου 632 του ΚΠολΔ, την οποία άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, να ακυρωθεί, για τους λόγους που ειδικότερα εκτίθεται σε αυτήν, η υπ’ αριθ. …../2024 διαταγή πληρωμής της Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με την οποία υποχρεώθηκε να καταβάλει το ποσό των 294.697,78 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων, στην εκκαλούσα – καθ’ ης η ανακοπή, ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «……………….» ενεργούσα με την ιδιότητα της μη δικαιούχου και μη υπόχρεου διαδίκου, ως διαχειρίστρια, δυνάμει της από 18.06.2021 σύμβασης διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων που καταχωρήθηκε νόμιμα στα βιβλία του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών και συμπληρώθηκε – κωδικοποιήθηκε με την από 10.04.2023 σύμβαση διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων που καταχωρήθηκε νόμιμα στα βιβλία του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών, των απαιτήσεων της αλλοδαπής εταιρίας ειδικού σκοπού με την επωνυμία «……………….», στην οποία είχε μεταβιβασθεί στο πλαίσιο τιτλοποίησης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις, σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 3156/2003, η απαίτηση που απορρέει από την υπ’ αριθ. ……/08.05.2006 σύμβαση στεγαστικού δανείου, που καταρτίσθηκε μεταξύ της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «…………….», της οποίας καθολική διάδοχος, λόγω συγχώνευσης με απορρόφηση, κατέστη η ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία «………………», ως δανείστριας, και της εφεσίβλητης – ανακόπτουσας και του μη διαδίκου ……………, ως οφειλετών, δυνάμει της από 30.04.2020 σύμβασης πώλησης και εκχώρησης απαιτήσεων που καταχωρήθηκε νόμιμα στα βιβλία του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών, και η οποία κατέστη ειδική διάδοχος της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «……………..». Το πρωτοβάθμιο Δικαστή­ριο, με την εκκαλούμενη υπ’ αριθ. 1499/2025 οριστική απόφασή του, αφού δίκασε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρα 14 παρ. 2, 18, 614 επ., 632 παρ. 1, 2 του ΚΠολΔ), και αφού έκρινε ότι η ανακοπή ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, κατ’ άρθρο 632 παρ. 1, 2 του ΚΠολΔ, ήτοι εντός της προθεσμίας των δεκαπέντε εργάσιμων ημερών από την επίδοση στην ανακόπτουσα της διαταγής πληρωμής, την 16.05.2024, στη συνέχεια έκανε δεκτό τον πρώτο λόγο της ανακοπής κατά το τέταρτο σκέλος του και την ανακοπή στο σύνολό της και ακύρωσε την ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής, ενώ επέβαλε σε βάρος της καθ’ ης η ανακοπή τα δικαστικά έξοδα της ανακόπτουσας. Κατά της ανωτέρω απόφασης παραπονείται η εκκαλούσα – καθ’ ης η ανακοπή με την κρινόμενη έφεσή της, για τους διαλαμβανόμενους σε αυτήν λόγους, που ανάγονται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και σε πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων και ζητεί να εξαφανισθεί η εκκαλούμενη απόφαση, προκειμένου να απορριφθεί η ανακοπή και να επικυρωθεί η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής.

Από τις διατάξεις των άρθρων 806, 807 και 361 του ΑΚ σαφώς προκύπτει ότι η σύμβαση τοκοχρεωλυτικού δανείου, είναι σύμβαση κοινού δανεισμού, με βάση την οποία η δανείστρια τράπεζα παρέχει στον αντισυμβαλλόμενο δάνειο, καταβάλλοντας το δάνεισμα εφάπαξ ή τμηματικά και ο τελευταίος, για την κάλυψη αυτού του δανείου προβαίνει σε τμηματικές καταβολές προς την τράπεζα, καθορισμένες εκ των προτέρων κατά χρόνο και κατά ποσό. Το αποδιδόμενο μέρος του οφειλόμενου κεφαλαίου του δανείου καλείται χρεώλυτρο, το οποίο καταβάλλεται, είτε κεχωρισμένως, είτε κατόπιν άθροισης και των τόκων, οπότε σχηματίζεται το τοκοχρεώλυτρο. Το δάνειο χορηγείται υπό την αίρεση της εμπρόθεσμης και προσήκουσας καταβολής των δόσεων. Εάν η αίρεση πληρωθεί ο δανειστής έχει το δικαίωμα, σύμφωνα με τους όρους της δανειακής σύμβασης, να την καταγγείλει προώρως, οπότε όλες οι οφειλόμενες περιοδικές εκ του δανείου δόσεις, αφορώσες χρεώλυτρο ή τοκοχρεώλυτρο ή τόκο, γίνονται απαιτητές. Με την καταγγελία η σύμβαση του δανείου λύεται και επομένως ενεργοποιείται ο συμβατικός όρος, που παρέχει στο δανειστή το δικαίωμα να αξιώσει την άμεση πληρωμή από τον οφειλέτη ολοκλήρου του οφειλόμενου κεφαλαίου, καθώς και τους τόκους υπερημερίας από την καταγγελία (ΑΠ 1432/2022 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 747/2012 ΝΟΜΟΣ). Στην περίπτωση που λόγω της καταγγελίας του δανείου υπάρξει εξ αυτού οφειλή και ο δανειολήπτης δεν την πληρώνει, η τράπεζα μπορεί να υποβάλει αίτηση για την έκδοση σε βάρος του διαταγής πληρωμής για την απαίτησή της, υπό τους όρους των διατάξεων των άρθρων 623 και 624 του ΚΠολΔ (ΑΠ 1432/2022 ΝΟΜΟΣ). Εξάλλου από τις ως άνω διατάξεις των άρθρων 623, 624 του ΚΠολΔ και 806, 807 και 361 του ΑΚ, προκύπτει ότι διαταγή πληρωμής μπορεί να εκδοθεί σε βάρος του οφειλέτη και για το υπόλοιπο δανείου, που καταγγέλθηκε από το δανειστή, εφόσον αποδεικνύονται εγγράφως η σύμβαση δανείου, η καταγγελία της σύμβασης, η κίνηση και το κλείσιμο του τηρηθέντος σχετικού λογαριασμού, καθώς και το χρεωστικό υπόλοιπο αυτού, στην πληρωμή του οποίου, με τις νόμιμες επιβαρύνσεις, υποχρεούται ο δανεισθείς οφειλέτης (ΑΠ 364/2025 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 852/2023 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 88/2021 ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ 5645/2025 ΝΟΜΟΣ). Εξάλλου, η καταγγελία είναι μονομερής δήλωση του ενός των συμβαλλόμενων που απευθύνεται στον άλλο, με την οποία εκφράζεται η βούλησή του για λύση της σύμβασης στο μέλλον (άρθρο 167 του ΑΚ), για ορισμένο λόγο προβλεπόμενο στη σύμβαση ή στο νόμο και ασκείται είτε με εξώδικη δήλωση, είτε με αγωγή. Η καταγγελία ασκείται αυτοπροσώπως από κάποιον από τους συμβαλλόμενους. Δεν αποκλείεται, όμως, να ασκηθεί και από αντιπρόσωπο-πληρεξούσιο. Επί νομικών προσώπων την πληρεξουσιότητα δίνει εκείνος που για κάθε συγκεκριμένη δικαιοπραξία έχει το δικαίωμα εκπροσώπησής του. Η διάταξη του άρθρου 226 του ΑΚ απαιτεί για την επιχείρηση μονομερούς απευθυντέας σε άλλο δικαιοπραξίας την επίδειξη του πληρεξούσιου εγγράφου. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι εκείνος προς τον οποίο απευθύνεται η δήλωση, με την οποία συντελείται μονομερής δικαιοπραξία ή οιονεί δικαιοπραξία εκ μέρους προσώπου που φέρεται ως αντιπρόσωπος άλλου, μπορεί, εφόσον δεν του επιδεικνύεται πληρεξούσιο έγγραφο, να την αποκρούσει για το λόγο αυτό χωρίς υπαίτια καθυστέρηση. Επομένως, οι συνέπειες από τη μη επίδειξη του πληρεξούσιου εγγράφου εξαρτώνται από το αν αποκρούεται ή όχι η καταγγελία, χωρίς υπαίτια βραδύτητα. Έτσι, ειδικότερα, όταν η καταγγελία από τον πληρεξούσιο έγινε εγγράφως, πρέπει αυτός να επιδείξει το πληρεξούσιο έγγραφο, διότι αλλιώς έχει το δικαίωμα αυτός προς τον οποίο γίνεται να την αποκρούσει χωρίς υπαίτια βραδύτητα. Στην περίπτωση αυτή, δηλαδή, της απόκρουσης της δήλωσης χωρίς υπαίτια καθυστέρηση, η επιχειρούμενη πράξη είναι άκυρη. Η ακυρότητα είναι απόλυτη, δεν θεραπεύεται με μεταγενέστερη έγκριση και επέρχεται ανεξάρτητα από το αν ο φερόμενος ως πληρεξούσιος είχε ή όχι την πληρεξουσιότητα, για να επέλθουν δε τα επιδιωκόμενα αποτελέσματα της πράξης, και μάλιστα ex nunc, πρέπει αυτή να επιχειρηθεί εκ νέου εγκύρως. Το πρόσωπο προς το οποίο απευθύνεται η δήλωση, την αποκρούει χωρίς υπαίτια καθυστέρηση, αν ενεργήσει εντός των χρονικών ορίων που επιβάλλονται από την καλή πίστη, τα συναλλακτικά ήθη και τις περιστάσεις. Εάν, αντίθετα, αυτός προς τον οποίο απευθύνεται η δήλωση, δεν εναντιωθεί, δηλαδή δεν ενεργήσει εντός των ως άνω χρονικών ορίων, η μονομερής δικαιοπραξία που επιχειρείται προς άλλον χωρίς επίδειξη του πληρεξουσίου είναι ισχυρή, αν υπάρχει πληρεξουσιότητα ή επακολούθησε έγκριση (ΑΠ 242/2025 ΝΟΜΟΣ, ΕφΑιγ 119/2024 ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ 3666/2024 ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ 2768/2022 ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ 4891/2022 ΝΟΜΟΣ, ΕφΔυτΜακ 3/2019 ΝΟΜΟΣ). Επί νομικών προσώπων την πληρεξουσιότητα δίνει εκείνος που για κάθε συγκεκριμένη δικαιοπραξία έχει το δικαίωμα εκπροσώπησής του. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 18 παρ. 1 και 2 και 22 του Ν. 2190/1920 «περί Ανωνύμων Εταιριών», και μετά την κατάργησή τους, από την 01.01.2019, με τα άρθρα 189 και 190 του Ν. 4548/2018 «Αναμόρφωση του δικαίου των ανωνύμων εταιρειών», των άρθρων 77 και 87 του ως άνω Ν. 4548/2018, προκύπτει ότι το διοικητικό συμβούλιο της ανώνυμης εταιρίας είναι αρμόδιο να αποφασίζει για κάθε υπόθεση που αφορά στη διοίκησή της και τη διαχείριση της περιουσίας της, με εξαίρεση μόνο τις αποφάσεις εκείνες που κατά το νόμο ή το καταστατικό υπάγονται στην αρμοδιότητα της γενικής συνελεύσεως. Το διοικητικό συμβούλιο ενεργώντας συλλογικά, εκπροσωπεί δικαστικά και εξώδικα την εταιρία και διαχειρίζεται όλες τις υποθέσεις της, μη όντας απέναντι στην εταιρεία πρόσωπο διαφορετικό από αυτήν, αλλά όργανό της, μπορεί, όμως, να ορίσει ότι ένα ή περισσότερα μέλη του ή άλλα πρόσωπα μπορούν να εκπροσωπούν την εταιρία γενικά ή σε ορισμένου είδους πράξεις (ΑΠ 201/2025 ΝΟΜΟΣ). Επομένως, επί ανώνυμης εταιρίας, το Διοικητικό Συμβούλιο αυτής, ενεργώντας συλλογικά, ως έχον γενικό δικαίωμα εκπροσώπησης της εταιρίας, μπορεί να παρέχει πληρεξουσιότητα σε τρίτο πρόσωπο για την ενέργεια για λογαριασμό της εταιρίας συγκεκριμένης πράξης (ΑΠ 139/2016 ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ 3666/2024 ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ 4891/2022 ΝΟΜΟΣ). Πρέπει να σημειωθεί, για την πληρότητα της νομικής σκέψης, ότι γίνεται δεκτό ότι δεν εμποδίζεται το διοικητικό συμβούλιο της εταιρίας ή και τα υποκατάστατα αυτού όργανα να αναθέσουν με απόφασή τους, που μπορεί κατά περίπτωση να είναι άτυπη και να συνάγεται και ερμηνευτικώς, κατά τα άρθρα 173 και 200 του ΑΚ, την εκτέλεση συγκεκριμένων νομικών πράξεων σε τρίτο, λ.χ. υπάλληλο της εταιρίας ή άλλο πρόσωπο, που ενεργεί στο όνομα ή για λογαριασμό της εταιρίας ως άμεσος αντιπρόσωπός της ή ανάλογα ως εντολοδόχος της (έμμεσος αντιπρόσωπος), τα οποία πρόσωπα, συνάγεται ότι ενεργούν ως άμεσοι αντιπρόσωποι της εταιρίας κατά την κατάρτιση δικαιοπραξίας, όταν η εξωτερίκευση της δράσης τους, που εμφανίζεται στο κοινό, παρέχει την εντύπωση, σύμφωνα με τα κριτήρια που διαμορφώνονται στις συναλλαγές για το είδος της επιχειρηματικής δραστηριότητας της εταιρίας ότι με απόφαση του διοικητικού συμβουλίου της ή των υποκατάστατων οργάνων της διοίκησής της ή έστω με την ανοχή τους ανατέθηκε στα πρόσωπα αυτά ο κύκλος εργασιών, που περιλαμβάνει και τη δικαιοπραξία στην οποία συνέπραξαν (ΑΠ 443/2018 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 473/2016 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1324/2014 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1789/2013 ΝΟΜΟΣ). Επομένως, σε περίπτωση καταγγελίας, και στην περίπτωση που ο αποδέκτης δεν αμφισβητήσει έγκαιρα την ύπαρξη της πληρεξουσιότητας των υπαλλήλων της τράπεζας, αλλά το πράξει για πρώτη φορά με την ανακοπή, τότε, κατά μία άποψη, γίνεται δεκτό ότι οι υπάλληλοι της τράπεζας που υπέγραψαν την καταγγελία είναι ατύπως και παγίως εξουσιοδοτημένοι να καταγγέλλουν τις συμβάσεις των δανειοληπτών, οι οποίες δεν εξυπηρετούνται, με άτυπη και πάγια εξουσιοδότηση προς τους υπαλλήλους της, αφού η καταγγελία αυτή εντάσσεται στον κύκλο των κύριων αρμοδιοτήτων τους (ΕφΑθ 147/2022 ΝΟΜΟΣ), ενώ, κατ’ άλλη άποψη, η καθ’ ης τράπεζα, που φέρει και το σχετικό βάρος απόδειξης του κύρους της καταγγελίας, προκειμένου να αποκρούσει τον συγκεκριμένο λόγο ανακοπής, στην περίπτωση, βέβαια, που δεν εναντιώθηκε ο αποδέκτης της καταγγελίας, οπότε η καταγγελία είναι άκυρη ούτως ή άλλως κατ’ άρθρο 226 του ΑΚ, κατά τα προαναφερόμενα, αλλά προβάλλεται η ακυρότητα αυτής, χωρίς προηγούμενη εναντίωση του αποδέκτη της, για πρώτη φορά ενώπιον του δικαστηρίου, οφείλει να προσκομίσει έγγραφο, από το οποίο να προκύπτει η αντιπροσωπευτική εξουσία των υπαλλήλων της, ήτοι το καταστατικό της, από το οποίο θα προκύπτει αν το διοικητικό συμβούλιο μπορεί να αναθέτει την άσκηση του συνόλου ή μέρους των εξουσιών της διαχείρισης και εκπροσώπησης της τράπεζας σε ένα ή περισσότερα πρόσωπα, μέλη του διοικητικού συμβουλίου ή μη, υπαλλήλους της τράπεζας ή τρίτους, καθορίζοντας και την έκταση των ανατιθέμενων εξουσιών, τον τρόπο με τον οποία τα πρόσωπα, στα οποία ανατίθενται οι ανωτέρω εξουσίες, δεσμεύουν την τράπεζα, τα όργανα αυτής, σε όλη την έκταση των εξουσιών που τους ανατέθηκαν, αν με βάση το προαναφερόμενο καταστατικό και τη σχετική απόφαση του Δ.Σ. της καθ’ ης τράπεζας, διόρισε πληρεξουσίους, αντιπροσώπους και αντικλήτους αυτής, υπαλλήλους της που θα πρέπει να αναφέρονται ονομαστικά σε αυτό, στους οποίους παρέσχε την ειδική εντολή και πληρεξουσιότητα να προβαίνουν επ’ ονόματι και για λογαριασμό της, στις ειδικότερα περιγραφόμενες ενέργειες, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η καταγγελία των δανειακών συμβάσεων, και αν στα πρόσωπα αυτά περιλαμβάνονται και οι υπάλληλοι, οι οποίοι ενεργώντας από κοινού προέβησαν στην καταγγελία της δανειακής σύμβασης, ενεργώντας ως όργανα εκπροσώπησης του νομικού προσώπου της τράπεζας (ΕφΑθ 2768/2022 ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ 577/2022 ΝΟΜΟΣ, ΜονΕφΘεσ 974/2025 ΝΟΜΟΣ, ΜονΕφΠειρ 239/2023 δημοσιευμένη στην ιστοσελίδα του Εφετείου Πειραιώς). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο και τον δεύτερο λόγο της κρινόμενης έφεσης, η εκκαλούσα – καθ’ ης η ανακοπή παραπονείται ότι κατά εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, και ειδικότερα του άρθρου 226 του ΑΚ, και κατά κακή εκτίμηση των αποδείξεων, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έκανε δεκτό ως ορισμένο, νόμιμο και ουσιαστικά βάσιμο τον πρώτο λόγο της ανακοπής κατά το τέταρτο σκέλος του, με τον οποίο η εφεσίβλητη – ανακόπτουσα προέβαλε την ακυρότητα της από 26.10.2023 εξώδικης καταγγελίας της επίδικης δανειακής σύμβασης, που επιδόθηκε σ’ αυτή την 15.11.2023, διότι δεν έγινε από το κατά νόμο αντιπροσωπευτικό όργανο της δικαιούχου δανείστριας, ούτε το πρόσωπο που την υπέγραψε είχε νόμιμη εξουσιοδότηση προς τούτο από το καταστατικό όργανο της δικαιούχου δανείστριας, ούτε επιδείχθηκε στην εφεσίβλητη – ανακόπτουσα το σχετικό πληρεξούσιο έγγραφο, με συνέπεια να μη δύναται η δικαιούχος δανείστρια της ένδικης απαίτησης να αξιώσει την άμεση πληρωμή ολόκληρου του οφειλόμενου κεφαλαίου του δανείου και των τόκων του, αφού η απαίτησή της δεν ήταν ληξιπρόθεσμη και απαιτητή, κατά τον χρόνο υποβολής της αίτησης για την έκδοση της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής, λόγω μη έγκυρης λύσης της επίδικης δανειακής σύμβασης. Με αυτό το περιεχόμενο ο ως άνω λόγος της ανακοπής, που βάλλει κατά της εγκυρότητας της καταγγελίας ως διαδικαστικής προϋπόθεσης για την έκδοση της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής, διότι δεν έγινε από το κατά νόμο αντιπροσωπευτικό όργανο της δικαιούχου της απαίτησης, ούτε το πρόσωπο που την υπέγραψε είχε νόμιμη εξουσιοδότηση προς τούτο από το καταστατικό της όργανο, ούτε επιδείχθηκε στην εφεσίβλητη – ανακόπτουσα το σχετικό πληρεξούσιο έγγραφο, είναι ορισμένος και νόμιμος, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη, στηριζόμενος στις διατάξεις των άρθρων 167, 216, 217 και 226 του ΑΚ και των άρθρων 77 και 87 του Ν. 4548/2018, και επομένως πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική του βασιμότητα, παρά τα αντίθετα υποστηριζόμενα από την εκκαλούσα – καθ’ ης η ανακοπή με τον πρώτο λόγο της έφεσής της, με τον οποίο προβάλει ισχυρισμό περί αοριστίας των λόγων της ανακοπής, και ο οποίος κρίνεται αβάσιμος και απορριπτέος.

Από την εκτίμηση των εγγράφων, τα οποία νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι και τα οποία λαμβάνονται υπόψη, είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, για μερικά από τα οποία γίνεται ειδική αναφορά κατωτέρω, χωρίς, όμως, να έχει παραλειφθεί κάποιο για την ουσιαστική διάγνωση της ένδικης διαφοράς (βλ. ΑΠ 1628/2003 ΕλλΔνη 2004. 723), αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Δυνάμει της υπ’ αριθ. ……………./08.05.2006 σύμβασης στεγαστικού δανείου, που καταρτίσθηκε, στον Πειραιά, μεταξύ της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «………….», της οποίας καθολική διάδοχος, λόγω συγχώνευσης με απορρόφηση, κατ’ άρθρα 68 και 78 του Κ.Ν. 2190/1920 (βλ. ΦΕΚ Τεύχος ΑΕ, ΕΠΕ & ΓΕΜΗ αρ. φύλλου 3931/01.07.2013), κατέστη η ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία «…………», ως δανείστριας, και της εφεσίβλητης – ανακόπτουσας και του μη διαδίκου ……….., ως οφειλετών, χορηγήθηκε στους τελευταίους στεγαστικό δάνειο ποσού 230.000,00 ευρώ, εξοφλητέο σε 468 ισόποσες μηνιαίες τοκοχρεολυτικές δόσεις, της πρώτης καταβλητέας ένα μήνα μετά την εκταμίευση του δανείου, με κυμαινόμενο επιτόκιο. Στον όρο 9 της ως άνω δανειακής σύμβασης ορίστηκε ότι «Σε περίπτωση καθυστέρησης πληρωμής μηνιαίας, τριμηνιαίας ή εξαμηνιαίας δόσης, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο του τριμήνου, δίδεται το δικαίωμα στην Τράπεζα να καταγγείλει τη σύμβαση και να αναζητήσει με κάθε νόμιμο τρόπο το σύνολο του ανεξόφλητου ποσού του δανείου, μαζί με τους αναλογούντες τόκους υπερημερίας και τους τόκους εκ ανατοκισμού, υπολογιζομένους ανά εξάμηνο, μέχρι την ημερομηνία της εξόφλησής του, πλέον τυχόν εξόδων που θα επιβαρύνουν τον οφειλέτη». Στον όρο 12 της ως άνω δανειακής σύμβασης ορίστηκε ότι «Η Τράπεζα δικαιούται να καταγγείλει την παρούσα σύμβαση και να αναζητήσει με κάθε νόμιμο τρόπο το σύνολο του ανεξόφλητου ποσού του δανείου πλέον τόκων και τυχόν εξόδων που θα επιβαρύνουν τον οφειλέτη, σε περίπτωση παράβασης οποιουδήποτε όρου της παρούσας σύμβασης, οι οποίοι όροι λογίζονται όλοι ως ουσιώδεις, κατά ρητή συμφωνία των συμβαλλομένων». Στον όρο 14 της ως άνω δανειακής σύμβασης ορίστηκε ότι οι οφειλέτες ευθύνονται αλληλέγγυα και εις ολόκληρον ο καθένας για την εκπλήρωση των όρων της σύμβασης και σε εξόφληση του δανείου κατά κεφάλαιο, τόκους και έξοδα, ενώ στον όρο 20 ορίστηκε ότι η Τράπεζα θα τηρεί λογαριασμό στα βιβλία της, στον οποίο θα καταχωρούνται στη στήλη χρέωσης οι αναλήψεις του δανείου, οι συμβατικοί και υπερημερίας τόκοι και τα έξοδα της Τράπεζας, που γίνονται εξαιτίας του δανείου (δικαστικά και άλλα) και στη στήλη πίστωσης οι καταβολές του οφειλέτη, οι οποίες καταλογίζονται κατά σειρά στα έξοδα, στους τόκους (συμβατικούς και υπερημερίας) και στο κεφάλαιο, και ότι απόσπασμα που θα εξαχθεί από τα βιβλία της Τράπεζας από την ίδια και θα εμφανίζει τον παραπάνω λογιστικό λογαριασμό και το υπόλοιπο που θα οφείλεται, συμφωνείται ότι θα αποτελεί πλήρη απόδειξη της απαίτησης της Τράπεζας κατά του οφειλέτη, προκύπτουσα από ιδιωτικό έγγραφο, κατά την έννοια, ιδίως των άρθρων 623 επ. του ΚΠολΔ, πρόσφορο για την έκδοση διαταγής πληρωμής, επιτρεπόμενης ανταπόδειξης. Οι ανωτέρω δανειολήπτες την 18.05.2006 ανέλαβαν το σύνολο του χορηγηθέντος δανείου με την εκταμίευση του ποσού των 230.000,00 ευρώ, ενώ για την εξυπηρέτηση της δανειακής σύμβασης τηρήθηκε αρχικά ο υπ’ αριθ. …….. χορηγητικός λογαριασμός, ο οποίος, κατόπιν διαδοχικών μεταπτώσεων του εκάστοτε χρεωστικού υπολοίπου και μεταφοράς αυτού σε οριστική καθυστέρηση, εμφάνισε την 20.10.2023 (τελευταία ημερομηνία υπολογισμού τόκων) χρεωστικό υπόλοιπο ποσού 257.030,63 ευρώ στον υπ’ αριθ. ……. λογαριασμό, και παράλληλα τηρήθηκαν οι υπ’ αριθ. …… και …… λογαριασμοί που αφορούν σε μη λογιστικοποιημένους τόκους, οι οποίοι εμφάνισαν την 20.10.2023 (τελευταία ημερομηνία υπολογισμού τόκων) χρεωστικό υπόλοιπο ποσού 2.956,25 ευρώ και 34.710,90 ευρώ, αντίστοιχα. Οι δανειολήπτες δεν υπήρξαν συνεπείς στις συμβατικές τους υποχρεώσεις και συγκεκριμένα δεν κατέβαλαν τις οφειλόμενες μηνιαίες τοκοχρεωλυτικές δόσεις με αποτέλεσμα η εκκαλούσα – καθ’ ης η ανακοπή, ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «………………..» ενεργούσα με την ιδιότητα της μη δικαιούχου και μη υπόχρεου διαδίκου, ως διαχειρίστρια, δυνάμει της από 18.06.2021 σύμβασης διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων που καταχωρήθηκε νόμιμα στα βιβλία του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών με αριθμό πρωτ. ……/22.06.2021, στον τόμο …… με αύξοντα αριθμό …., και συμπληρώθηκε – κωδικοποιήθηκε με την από 10.04.2023 σύμβαση διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων που καταχωρήθηκε νόμιμα στα βιβλία του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών με αριθμό πρωτ. …/11.04.2023, στον τόμο ….. με αύξοντα αριθμό …, των απαιτήσεων της αλλοδαπής εταιρίας ειδικού σκοπού με την επωνυμία «……………», στην οποία είχε μεταβιβασθεί στο πλαίσιο τιτλοποίησης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις, σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 3156/2003, η απαίτηση που απορρέει από την ένδικη σύμβαση στεγαστικού δανείου, δυνάμει της από 30.04.2020 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων που καταχωρήθηκε νόμιμα στα βιβλία του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών με αριθμό πρωτ. …/30.04.2020, στον τόμο …. με αύξοντα αριθμό …., και η οποία κατέστη ειδική διάδοχος της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «……….», να καταγγείλει την υπ’ αριθ. ……………../08.05.2006 σύμβαση στεγαστικού δανείου και να καταστήσει το δάνειο στο σύνολό του ληξιπρόθεσμο και απαιτητό, με την προσκομιζόμενη από 26.10.2023 εξώδικη καταγγελία σύμβασης – πρόσκληση – δήλωση, την οποία υπέγραψε για λογαριασμό της ο πληρεξούσιος δικηγόρος της ………….., και η οποία επιδόθηκε στην εφεσίβλητη – ανακόπτουσα και στον οφειλέτη …………την 15.11.2023 (βλ. τις προσκομιζόμενες υπ’ αριθ. ……../15.11.2023 και …………./15.11.2023 εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Αθηνών ……………). Με την υπογραφόμενη από τον δικηγόρο …………. από 26.10.2023 εξώδικη καταγγελία σύμβασης – πρόσκληση – δήλωση, η εκκαλούσα – καθ’ ης η ανακοπή γνωστοποίησε στους οφειλέτες το κλείσιμο την 23.03.2021 του υπ’ αριθ. ………. χορηγητικού λογαριασμού με χρεωστικό υπόλοιπο ποσού 257.335,92 ευρώ, κατά την 23.03.2021, και ποσού 257.030,63 ευρώ, κατά την 20.10.2023 (τελευταία ημερομηνία υπολογισμού τόκων), καθώς και των υπ’ αριθ. ……… και …………. λογαριασμών τόκων, με χρεωστικό υπόλοιπο ποσού 2.956,25 ευρώ και 34.710,90 ευρώ, αντίστοιχα, κατά την 20.10.2023, καθώς και την καταγγελία της ένδικης δανειακής σύμβασης και τον λόγο για τον οποίο προέβη σε αυτή. Στη συνέχεια, η εκκαλούσα – καθ’ ης η ανακοπή υπέβαλε την από 01.03.2024 αίτησή της για την έκδοση της προσβαλλομένης υπ’ αριθ. …../2024 διαταγής πληρωμής της Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, βάσει της απορρέουσας από την υπ’ αριθ. …../08.05.2006 σύμβαση στεγαστικού δανείου απαίτησής της, την οποία υπογράφει ο πληρεξούσιος δικηγόρος της ……………. και η οποία έγινε δεκτή και υποχρεώθηκε η εφεσίβλητη – ανακόπτουσα να της καταβάλει το ποσό των 294.697,78 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων από την 23.11.2023 (επόμενη της άπρακτης παρόδου της ταχθείσας με την από 26.10.2023 εξώδικη καταγγελία προθεσμίας εξόφλησης του χρεωστικού υπολοίπου), με το συμβατικό επιτόκιο υπερημερίας και εξαμηνιαίο ανατοκισμό των τόκων μέχρι την ολοσχερή εξόφληση, καθώς και το ποσό των 20.700,00 ευρώ για δικαστική δαπάνη. Αποδείχθηκε, κατά τα προαναφερθέντα, ότι η από 26.10.2023 εξώδικη καταγγελία σύμβασης – πρόσκληση – δήλωση επιδόθηκε στην ίδια την εφεσίβλητη – ανακόπτουσα την 15.11.2023, όπως προκύπτει από την υπ’ αριθ. ……………/15.11.2023 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Αθηνών ………., χωρίς να συνεπιδοθεί σ’ αυτή και πληρεξούσιο έγγραφο από το οποίο να προκύπτει ότι ο υπογραφών την εξώδικη δήλωση-καταγγελία δικηγόρος ………. είχε την εντολή και την πληρεξουσιότητα από την εκκαλούσα – καθ’ ης η ανακοπή να προβεί στη γνωστοποίηση της καταγγελίας. Αποδείχθηκε επίσης ότι η εφεσίβλητη – ανακόπτουσα αμφισβήτησε την εγκυρότητα της ανωτέρω καταγγελίας αποκρούοντας την έλλειψη συνεπίδοσης πληρεξουσίου εγγράφου το πρώτον με την άσκηση της υπό κρίση ανακοπής που επιδόθηκε στην εκκαλούσα – καθ’ ης η ανακοπή την 06.06.2024 (βλ. τη σχετική από 06.06.2024 επισημείωση της δικαστικής επιμελήτριας …….. επί του προσκομιζόμενου αντιγράφου της από 04.06.2024 και με αριθμό κατάθεσης γενικό ……/2024 και ειδικό …./2024 ανακοπής), ήτοι περίπου επτά μήνες (7) μήνες αφότου της απευθύνθηκε η από 26.10.2023 δήλωση, με την οποία συντελέσθηκε η καταγγελία. Συνεπώς, η απόκρουση από την πλευρά της εφεσίβλητης – ανακόπτουσας έγινε με υπαίτια βραδύτητα, ενώ η ίδια δεν επικαλείται, ούτε αποδεικνύει συγκεκριμένους λόγους από τους οποίους να προκύπτει ότι ενήργησε χωρίς υπαίτια καθυστέρηση εντός των χρονικών ορίων που επιβάλλονται από την καλή πίστη, τα συναλλακτικά ήθη και τις περιστάσεις. Στη συνέχεια, κατά τη συζήτηση της υπό κρίση ανακοπής ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, η εκκαλούσα – καθ’ ης η ανακοπή που έφερε και το σχετικό βάρος απόδειξης του κύρους της ως άνω καταγγελίας, δεν απέδειξε την αντιπροσωπευτική εξουσία του υπογράφοντος την εξώδικη δήλωση – καταγγελία δικηγόρου ………, εάν δηλαδή αυτός ενήργησε ως εντολοδόχος τρίτος, δυνάμει σχετικής εξουσιοδότησης, ούτε απέδειξε τυχόν μεταγενέστερη έγκριση της ως άνω καταγγελίας εκ μέρους των νόμιμων εκπροσώπων της εκκαλούσας – καθ’ ης η ανακοπή διαχειρίστριας ανώνυμης εταιρείας, ούτε η τελευταία δήλωσε με οποιονδήποτε τρόπο ότι εγκρίνει αυτή, ενώ δεν συνιστά τέτοια έγκριση η εντολή που έδωσε αυτή για την επίδοση της ως άνω καταγγελίας, αφού η εντολή δόθηκε από τον ίδιο ως άνω δικηγόρο …………, όπως προκύπτει από την υπ’ αριθ. ………./15.11.2023 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Αθηνών …….., του οποίου, όμως, αμφισβητήθηκε η αντιπροσωπευτική εξουσία. Επιπλέον, κατά τη συζήτηση της υπό κρίση ανακοπής ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, κατά την οποία η εκκαλούσα – καθ’ ης η ανακοπή εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της ……….., δεν παραστάθηκε ο νόμιμος εκπρόσωπος αυτής ώστε να εγκρίνει την καταγγελία της ένδικης δανειακής σύμβασης με δήλωσή του καταχωριζόμενη στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ενώ η εκκαλούσα – καθ’ ης η ανακοπή με τις από 18.09.2024 προτάσεις της ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ισχυρίσθηκε ότι, όπως προκύπτει από τα έγγραφα που προσκομίσθηκαν με την αίτησή της για την έκδοση της προσβαλλομένης υπ’ αριθ. ……/2024 διαταγής πληρωμής της Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, οι υπογράφοντες την καταγγελία είναι είτε υπάλληλοι της τράπεζας νομίμως εντεταλμένοι και εξουσιοδοτημένοι να προβαίνουν στην υπογραφή σχετικών πράξεων και εγγράφων για λογαριασμό της τράπεζας, είτε πληρεξούσιοι δικηγόροι εξουσιοδοτημένοι να προβαίνουν για λογαριασμό της τράπεζας σε εξώδικη καταγγελία και ότι δεν χωρεί αμφισβήτηση και αμφιβολία περί του γεγονότος της πληρεξουσιότητας αυτών. Περαιτέρω, με την κρινόμενη από 11.04.2025 έφεση και με τις από 08.01.2026 προτάσεις της ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου, η εκκαλούσα – καθ’ ης η ανακοπή επικαλέσθηκε και προσκόμισε το υπ’ αριθ. …………./17.06.2021 πληρεξούσιο του συμβολαιογράφου Αθηνών …………, σύμφωνα με το οποίο η δικηγόρος …….. ενεργώντας ως ειδικά εξουσιοδοτημένη εκπρόσωπος της εκκαλούσας – καθ’ ης η ανακοπή, με το από 01.12.2020 πρακτικό συνεδρίασης του διοικητικού συμβουλίου της εκκαλούσας – καθ’ ης η ανακοπή διαχειρίστριας ανώνυμης εταιρείας, και το υπ’ αριθ. 76/15.06.2021 πρακτικό συνεδρίασης του διοικητικού συμβουλίου αυτής, δήλωσε ότι διορίζει ως πληρεξούσιους δικηγόρους που θα ενεργούν στο όνομα και για λογαριασμό της διαχειρίστριας ανώνυμης εταιρείας, έκαστος χωριστά, τους ρητά αναφερόμενους δικηγόρους, μεταξύ των οποίων και τον δικηγόρο ……. ., στους οποίους παρέχει την ειδική εντολή, την πληρεξουσιότητα και το δικαίωμα, ενεργώντας ο καθένας χωριστά, μεταξύ άλλων, να καταγγέλλουν συμβάσεις δανείων, πιστώσεων, αλληλόχρεων λογαριασμών και οποιαδήποτε άλλη σύμβαση ή έννομη σχέση και να υπογράφουν κάθε σχετικό με την καταγγελία έγγραφο και/ή να παρέχουν εντολές σε οποιοδήποτε πρόσωπο (συμπεριλαμβανομένων ενδεικτικά δικηγόρων και δικαστικών επιμελητών) αναφορικά με την άσκηση του δικαιώματος καταγγελίας. Ωστόσο, από το προσκομιζόμενο υπ’ αριθ. ………../17.06.2021 πληρεξούσιο του συμβολαιογράφου Αθηνών ………., δεν προκύπτει ότι η δικηγόρος …….. ενεργώντας ως ειδικά εξουσιοδοτημένη εκπρόσωπος της εκκαλούσας – καθ’ ης η ανακοπή διαχειρίστριας ανώνυμης εταιρείας, είτε εκπροσωπούσε οργανικά την ανώνυμη εταιρεία με απόφαση του διοικητικού της συμβουλίου (υποκατάστατο όργανο), εφόσον υπήρχε καταστατική προς τούτο πρόβλεψη και στις αρμοδιότητες που της είχαν ανατεθεί περιλαμβάνονταν και η αρμοδιότητα να διορίζει πληρεξουσίους δικηγόρους με εξουσία έγκρισης των ενεργειών άλλων δικηγόρων, είτε ενεργούσε ως αντιπρόσωπος, με βάση σχετική πληρεξουσιότητα και το περιεχόμενο αυτής, ώστε να μπορεί να παράσχει έγκυρη πληρεξουσιότητα στον δικηγόρο ………….. να προβεί στην καταγγελία της ένδικης δανειακής σύμβασης. Εξάλλου, δεν προσκομίστηκαν ούτε το καταστατικό της εκκαλούσας – καθ’ ης η ανακοπή ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «. ………», ούτε το σχετικό πρακτικό του διοικητικού της συμβουλίου, νομίμως  δημοσιευθέντα, από τα οποία να προκύπτουν όλα τα ανωτέρω, ήτοι ότι υφίστατο πράγματι πληρεξουσιότητα, η οποία να έχει δοθεί σε προγενέστερο χρόνο από εκείνον της από 26.10.2023 καταγγελίας, από τα φυσικά πρόσωπα που δεσμεύουν το νομικό πρόσωπο της εκκαλούσας – καθ’ ης η ανακοπή, ως νόμιμοι εκπρόσωποι αυτής, προς το δικηγόρο ……., η οποία να αφορά ειδικά ή έστω να καλύπτει, μεταξύ άλλων, και την καταγγελία της ένδικης δανειακής σύμβασης και μάλιστα για το συγκεκριμένο λόγο, για τον οποίο αυτή καταγγέλθηκε. Συνεπώς, δεν αποδείχθηκε από την εκκαλούσα – καθ’ ης η ανακοπή, που έφερε και το σχετικό βάρος απόδειξης του κύρους της καταγγελίας, ότι ο ως άνω δικηγόρος ………… είχε την αντιπροσωπευτική εξουσία να καταγγείλει την ένδικη δανειακή σύμβαση και να γνωστοποιήσει την από 26.10.2023 εξώδικη καταγγελία σύμβασης – πρόσκληση – δήλωση στους δανειολήπτες για λογαριασμό της εκκαλούσας – καθ’ ης η ανακοπή. Κατόπιν των ανωτέρω, το Πρωτοβάθμιο δικαστήριο που κατέληξε στο ίδιο συμπέρασμα, και στη συνέχεια έκανε δεκτό ως νόμιμο και ουσιαστικά βάσιμο τον πρώτο λόγο ανακοπής κατά το τέταρτο σκέλος του, και ακολούθως έκανε δεκτή την ανακοπή και ακύρωσε την προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής, δεν προέβη σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των προαναφερόμενων διατάξεων, ούτε σε πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά αντιθέτως έκρινε ορθά, έστω και με διάφορη εν μέρει αιτιολογία, η οποία αντικαθίσταται με την ορθή ως άνω αιτιολογία (άρθρο 534 του ΚΠολΔ), χωρίς να πρέπει να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση, εφόσον η εσφαλμένη αιτιολογία δεν περιέχει στοιχεία διατακτικού και δεν δημιουργεί δεδικασμένο (βλ. ΕφΑθ 8662/2007 ΝΟΜΟΣ), τα δε περί του αντιθέτου υποστηριζόμενα με τον δεύτερο λόγο της κρινόμενης έφεσης, κρίνονται ως αβάσιμα και απορριπτέα.

Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος έφεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η από 11.04.2025 έφεση κατ’ ουσίαν, τα δε δικαστικά έξοδα, για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της εκκαλούσας, λόγω της ήττας της και κατόπιν σχετικού αιτήματος της εφεσίβλητης (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), ενώ πρέπει να εισαχθεί στο Δημόσιο Ταμείο κατ’ άρθρο 495 του ΚΠολΔ το παράβολο για το παραδεκτό της έφεσης που προκατέβαλε η εκκαλούσα, λόγω της ήττας της.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων την από 11.04.2025 έφεση κατά της υπ’ αριθ. 1499/2025 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών.

Δέχεται τυπικά και απορρίπτει κατ’ ουσίαν την έφεση.

Διατάσσει την εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου υπέρ Δημοσίου υπ’ αριθ. ……………/2025 ηλεκτρονικό παράβολο, ποσού εκατόν πενήντα (150,00) ευρώ που προκατέβαλε η εκκαλούσα.

Επιβάλει σε βάρος της εκκαλούσας τα δικαστικά έξοδα της εφεσίβλητης για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει σε πεντακόσια (500,00) ευρώ.

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στον Πειραιά στις 16.02.2026  και δημοσιεύθηκε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση, στις 19.02.2026, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων τους δικηγόρων.

Ο  ΠΡΟΕΔΡΟΣ                                           Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ