Μενού Κλείσιμο

Αριθμός απόφασης 96/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ

Αριθμός   96/2026

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

Ναυτικό Τμήμα

Αποτελούμενο από το Δικαστή Βασίλειο Τζελέπη, Εφέτη, ο οποίος  ορίσθηκε από την Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διευθύνσεως του Εφετείου Πειραιώς και από τη Γραμματέα Σ.Φ.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις ………., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Α) ΕΚΚΑΛΟΥΝΤΟΣ: ………….,  ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου του δικηγόρου Κωνσταντίνου Τασιόπουλου (Δ.Ε. ΣΤΕΦΑΣ – ΤΑΣΙΟΠΟΥΛΟΣ και ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ).

ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΩΝ: 1) Ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία «………..», η οποία εδρεύει στο ……….. Αττικής (……..) και εκπροσωπείται νόμιμα, με ΑΦΜ ………., 2)  …….., ομορρύθμου εταίρου και διαχειριστή της ανωτέρω ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία «……….», κατοίκου ……… Αττικής (οδός ……..), 3) ………., ομορρύθμου εταίρου και διαχειριστή της ανωτέρω ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία «………..», κατοίκου …………. Αττικής (οδός ………), 4) ανώνυμης ναυτιλιακής εταιρείας με την επωνυμία «…………….», η οποία εδρεύει στον Πειραιά (………….)και εκπροσωπείται νόμιμα (ΑΦΜ ……….., Δ.Ο.Υ. Πλοίων) ΚΑΙ 5) ………….. εκ των οποίων η πρώτη, ο δεύτερος και ο τρίτος εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ηλία Γιαννακόπουλο (Δ.Ε. ΡΟΥΣΣΟΣ  ΧΑΤΖΗΔΗΜΗΤΡΙΟΥ),  η τέταρτη και  ο πέμπτος εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο, Αικατερίνη Πρωτόπαππα (Δ.Ε. ΜΑΡΙΑ ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΥ και ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ) (με δήλωση κατ’ άρρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ).

Β) ΕΚΚΑΛΟΥΝΤΟΣ:  Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία <<ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΟΣ ΕΘΝΙΚΟΣ ΦΟΡΕΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ – e ΕΦΚΑ>>, όπως μετονομάστηκε  το Νομικό πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία <<ΕΝΙΑΙΟΣ ΦΟΡΕΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ (ΕΦΚΑ)>>, ως οιονεί καθολικός διάδοχος του Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία <<ΙΔΡΥΜΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ – ΕΝΙΑΙΑΙΟ ΤΑΜΕΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΜΙΣΘΩΤΩΝ (ΙΚΑ – ΕΤΑΜ)>>, το οποίο εδρεύει στην Αθήνα, ΑΦΜ  …………., νόμιμα εκπροσωπούμενου, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο Γαρυφαλλιά Φραντζή (με δήλωση κατ’ αρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ).

ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΩΝ: 1) Ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία «……….», η οποία εδρεύει στο ….. Αττικής (………) και εκπροσωπείται νόμιμα, με ΑΦΜ ….., 2)  ……….., ομορρύθμου εταίρου και διαχειριστή της ανωτέρω ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία «………..», κατοίκου ………. Αττικής (οδός ……….), 3) ………., ομορρύθμου εταίρου και διαχειριστή της ανωτέρω ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία «……..», κατοίκου ……. Αττικής (οδός ………..), 4) ανώνυμης ναυτιλιακής εταιρείας με την επωνυμία «……………», η οποία εδρεύει στον Πειραιά (…………)και εκπροσωπείται νόμιμα (ΑΦΜ ……….., Δ.Ο.Υ. Πλοίων) ΚΑΙ 5) ………….., εκ των οποίων η πρώτη, ο δεύτερος και ο τρίτος εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ηλία Γιαννακόπουλο (Δ.Ε. ΡΟΥΣΣΟΣ  ΧΑΤΖΗΔΗΜΗΤΡΙΟΥ),  η τέταρτη και  ο πέμπτος εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια τους δικηγόρο, Αικατερίνη Πρωτόπαππα (Δ.Ε. ΜΑΡΙΑ ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΥ και ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ) (με δήλωση κατ’ άρρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ).

Ο εκκαλών –της υπό στοιχείο Α έφεσης ήγειρε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, την από 14.1.2021 και με ΓΑΚ/ΕΑΚ ………./2021 αγωγή σε βάρος των ήδη εφεσιβλήτων, συζητήσεως γενομένης την 21.10.2021, συνεδκικαζομένης της άνω αγωγής με την από 25.6.2021 με ΓΑΚ/ΕΑΚ ………/2021 παρέμβαση – αγωγή του εκκαλούντος της υπό στοιχείο Β΄ έφεσης, εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών – εργατικών διαφορών, η με αριθμό 611/2024 οριστική απόφαση του παραπάνω Δικαστηρίου, με την οποία αμφότερα τα ένδικα αγωγικά βοηθήματα απορρίφθηκαν, συμψηφιζομένης μεταξύ των διαδίκων της δικαστικής δαπάνης.

Ο μεν ηττηθείς στον πρώτο βαθμό ενάγων, με την από 30.4.2024 (με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. ενδίκου μέσου ………/30.4.2024 ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. δικογρ. ………/9.5.2024 ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου) έφεσή του, το δε ηττηθέν στο πρώτο βαθμό παρεμβαίνον – ενάγον με την από την από 31.3.2025 (με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. ενδίκου μέσου ……../31.3.2025 ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. δικογρ…………/31.3.2025 ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου) έφεσή του, εκ των οποίων η μεν πρώτη από αυτές προσδιορίσθηκε προς συζήτηση αρχικώς για τη δικάσιμο της 20.3.2025 και μετ’ αναβολή για τη δικάσιμο που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας απόφασης, η δε δεύτερη από αυτές κατά την τελευταία αυτή δικάσιμο, προσβάλλουν αμφότερες την ανωτέρω απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου.

Κατά τη συζήτηση των ανωτέρω δικογράφων στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου στην αναγραφόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης δικάσιμο, τα οποία συνεκφωνήθηκαν, λόγω της μεταξύ τους συνάφειας, με τον προσήκοντα τρόπο από τη σειρά του οικείου πινακίου, όπου οι μεν πληρεξούσιοι δικηγόρο του εκκαλούντος και των τριών πρώτων εφεσιβλήτων τόσο της υπό στοιχείο Α όσο και της υπό στοιχείο Β έφεσης,  αφού έλαβαν  το λόγο, αναφέρθηκαν στις προτάσεις που κατέθεσαν οι δε πληρεξούσιοι δικηγόροι τόσο του εκκαλούντος της υπό στοιχείο Β έφεσης, όσο και των τέταρτης και πέμπτου των εφεσιβλήτων αμφοτέρων των εφέσεων ανέπτυξαν τις σκέψεις τους με τις προτάσεις που προκατέθεσαν και με σχετική δήλωσή τους, δήλωσαν, σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ, ότι συμφωνεί να συζητηθεί η ένδικη έφεση, χωρίς να παρασταθεί.

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΙΣ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΕΣ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

 Οι κρινόμενες  α) από 30.4.2024 (με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. ενδίκου μέσου ………./30.4.2024 ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. δικογρ. ……./9.5.2024 ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου) έφεση του εκκαλούντος – ενάγοντος [Α έφεση] και β) από 31.3.2025 (με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. ενδίκου μέσου ……./31.3.2025 ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. δικογρ……../31.3.2025 ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου) έφεση του παρεμβαίνοντος – ενάγοντος  που στρέφονται κατά της υπ’ αριθμ. 611/22.2.2024 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία εκδόθηκε επί της από 14.1.2021 και με ΓΑΚ/ΕΑΚ ……./2021 αγωγής και της συνεκδικασθείσας από 25.6.2021 με ΓΑΚ/ΕΑΚ ……../2021 παρέμβασης – αγωγής, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών – εργατικών διαφορών (άρθρα 614 αρ. 3, 621 ΚΠολΔ), με την οποία απορρίφθηκε η ανωτέρω αγωγή ως κατ’ ουσίαν βάσιμη, ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα, κατά τα άρθρα 495, 511, 513, 516 § 1, 517 εδαφ. α, 518 § 2 και 520 § 1 ΚΠολΔ, δεδομένου ότι από τα έγγραφα της δικογραφίας δεν προκύπτει, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται, επίδοση της εκκαλουμένης αποφάσεως, ούτε παρήλθε η νόμιμη καταχρηστική προθεσμία των δύο ετών από της δημοσιεύσεως της εκκαλουμένης αποφάσεως στις 22.2.2024, αφού όπως αποδεικνύεται από τις σχετικές εκθέσεις κατάθεσης ενδίκου μέσου ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, η πρώτη των ενδίκων εφέσεων ασκήθηκε την 30.4.2024 και η δεύτερη εξ αυτών την 31.3.2025, ενώ για το παραδεκτό τους, μολονότι ασκήθηκαν μετά την ισχύ του άρθρου 12 § 2 του Ν. 4055/2012, δεν απαιτείται η κατάθεση του παραβόλου της § 4 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, που προστέθηκε με τον ανωτέρω Νόμο, λόγω της φύσεως της διαφοράς ως εργατικής, μολονότι ο εκκαλών της υπό στοιχείο Α΄ έφεσης κατέβαλε αχρεωστήτως τούτο για την τύχη του οποίου ωστόσο θα γίνει ιδιαίτερος λόγος  στο διατακτικό της παρούσας. Εφόσον δε, οι ένδικες εφέσεις, αρμοδίως φέρονται προς εκδίκαση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, που είναι καθ’ ύλην, κατά τόπο   (άρθρο 19 του ΚΠολΔ ) και λειτουργικά αρμόδιο προς εκδίκασή του όχι ως προς τη φύση της ένδικης διαφοράς που απορρέει από σύμβαση χερσαίας και όχι ναυτικής εργασίας  από ναυτολογημένο μέλος πληρώματος (ήτοι αποζημίωση από εργατικό ατύχημα από μέλος εργολαβικού συνεργείου που διεξήγαγε τεχνικές εργασίες επί του πλοίου) αλλά στο συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 6 και  5 ν. 2172/1993 όπου προβλέπεται ότι  διαφορές και υποθέσεις που δεν υπάγονται στο τμήμα ναυτικών διαφορών και  εισάγονται  σ`  αυτό,  μπορεί  να δικαστούν από το τμήμα αυτό ή να παραπεμφθούν στο αρμόδιο τμήμα. Το παρόν Δικαστήριο προς αποφυγή ανάλωσης περαιτέρω δικαστικού χρόνου και διόγκωσης των δικαστικών εξόδων θα δικάσει τις εφέσεις , οι οποίες πρέπει να γίνουν τυπικά δεκτές και, αφού ενωθούν και συνεκδικαστούν, με σκοπό τη διευκόλυνση και επιτάχυνση της διεξαγωγής της δίκης, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 246, 524 § 1 εδαφ. α και 591 § 1 εδαφ. α ΚΠολΔ, πρέπει να εξεταστούν περαιτέρω, κατά την αυτή ως άνω ειδική διαδικασία, για να ελεγχθεί το παραδεκτό και η βασιμότητα των λόγων τους, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 532, 533 § 1 και 591 § 1 εδαφ. α ΚΠολΔ.

Με την αγωγή του ο ενάγων εκθέτει ότι ως εργαζόμενος της πρώτης εναγόμενης εταιρείας, την 21-10-2016, τραυματίστηκε σοβαρά κατά την εκτέλεση εργασιών επί του επιβατηγού – οχηματαγωγού πλοίου «ΟΤ», πλοιοκτησίας της τέταρτης εναγόμενης, στηριζόμενος στον ισχυρισμό ότι του ανατέθηκε η αφαίρεση του άνω πείρου της δεξιάς υδραυλικής μπουκάλας του καταπέλτη με τρόπο που, κατά τα εκτιθέμενα, δεν τηρούσε τους προβλεπόμενους όρους ασφαλείας, όπου και συνιστά το θεμέλιο της αγωγικής βάσης. Ότι η επίμαχη εργασία εκτελέσθηκε με ακατάλληλο εξοπλισμό, καθόσον χρησιμοποιήθηκε περονοφόρο όχημα, επί του οποίου είχαν τοποθετηθεί παλέτες ως αυτοσχέδιο δάπεδο, επί του οποίου αυτός και συνάδελφός του ανήλθαν χωρίς ζώνες ασφαλείας, χωρίς προστατευτικό κιγκλίδωμα και χωρίς να τους έχει χορηγηθεί ο αναγκαίος εξοπλισμός ατομικής προστασίας. Ότι  κατά τον χρόνο που επιχειρούσε, με τη χρήση βαριάς και μπουκαδούρας, την αφαίρεση του ανωτέρω πείρου, η υδραυλική μπουκάλα, βάρους περίπου τριών τόνων, ταλαντεύτηκε μετά την αποδέσμευσή της, πλήττοντας τη μπουκαδούρα και, μέσω αυτής, τον ίδιο στο κεφάλι, με συνέπεια να ζαλιστεί και να απωλέσει την ισορροπία του, οπότε και έπεσε από ύψος περίπου 3,5 μέτρων στο μεταλλικό δάπεδο του γκαράζ, προσκρούοντας περαιτέρω σε μεταλλικό δοχείο. Ότι συνεπεία της πτώσης υπέστη εκτεταμένες σωματικές κακώσεις, μεταξύ των οποίων κρανιοεγκεφαλικές βλάβες, αιμάτωμα δεξιού μηρού με σύνδρομο διαμερίσματος, τραυματισμούς στη δεξιά ωμική ζώνη, ρήξη υπερακανθίου τένοντα και θρόμβωση της δεξιάς μηριαίας αρτηρίας, για την αντιμετώπιση των οποίων απαιτήθηκαν αλλεπάλληλες νοσηλείες και χειρουργικές επεμβάσεις. Ότι επιπλέον εμφάνισε προβλήματα όρασης (ωχρή κηλίδα), επεισόδια νευρολογικής φύσεως, διαταραχές ισορροπίας, επιληπτογόνο βλάβη και ψυχολογικές–γνωσιακές δυσλειτουργίες, οι οποίες, όπως υποστηρίζει, έχουν μόνιμο χαρακτήρα και τον καθιστούν ανίκανο να ασκήσει το επάγγελμα που ασκούσε προ του ατυχήματος. Ότι η  επέλευση και η  έκταση των βλαβών αυτών οφείλεται σε υπαιτιότητα των εναγομένων, ισχυριζόμενος ότι δεν τηρήθηκαν οι προβλεπόμενοι όροι ασφαλείας, δεν χρησιμοποιήθηκε ο ενδεδειγμένος εξοπλισμός για την ανύψωση και στήριξη του προσωπικού, ούτε του παρασχέθηκαν τα απαιτούμενα μέσα ατομικής προστασίας, ώστε η εργασία να διενεργηθεί υπό συνθήκες επικίνδυνες και αντίθετες προς τις διατάξεις περί ασφάλειας των εργαζομένων. Ότι η πρώτη εναγόμενη εταιρεία, υπό την ιδιότητά της ως εργοδότρια, και οι δεύτερος και τρίτος εναγόμενοι, ως ομόρρυθμοι εταίροι και διαχειριστές αυτής, παρέλειψαν να οργανώσουν και να επιβλέψουν την επίμαχη εργασία κατά τρόπο ασφαλή, να εξασφαλίσουν την ύπαρξη κατάλληλου και εγκεκριμένου εξοπλισμού ανύψωσης, να χορηγήσουν και να επιβάλουν τη χρήση μέσων ατομικής προστασίας και να λάβουν όλα τα αναγκαία προληπτικά και προστατευτικά μέτρα. Ότι αντί των προβλεπόμενων μεθόδων, επετράπη, ή και υποδείχθηκε, η χρήση περονοφόρου οχήματος με παλέτες ως υποτυπώδες δάπεδο εργασίας, πρακτική η οποία, κατά τα εκτιθέμενα, αντιβαίνει ευθέως στις διατάξεις περί ασφαλούς εκτέλεσης εργασιών σε ύψος και δημιουργεί προφανή και άμεσο κίνδυνο για τη σωματική ακεραιότητα των εργαζομένων. Ότι η τέταρτη εναγόμενη ανώνυμη ναυτιλιακή εταιρεία, ως πλοιοκτήτρια του πλοίου, ο δε  πέμπτος εναγόμενος, ως πλοίαρχος και επιβλέπων τις εργασίες ευθύνονται έναντι  αυτού, υποστηρίζοντας ότι όφειλαν να μεριμνήσουν για την ασφαλή διεξαγωγή των εργασιών επί του πλοίου, να ελέγξουν την τήρηση των μέτρων ασφαλείας από τα μέλη του συνεργείου, να αποτρέψουν τη χρήση ακατάλληλου εξοπλισμού και να διακόψουν οποιαδήποτε εργασία διεξαγόταν κατά τρόπο επικίνδυνο. ‘Ότι ο πέμπτος εναγόμενος, μολονότι παρίστατο και επέβλεπε την εργασία, δεν προέβη στις αναγκαίες υποδείξεις για την τήρηση των μέτρων ασφαλείας, ενώ, κατά τον ισχυρισμό του ενάγοντος, μετά το συμβάν διέταξε την απομάκρυνση του περονοφόρου οχήματος από τον χώρο, γεγονός το οποίο επικαλείται ως ένδειξη απόπειρας απόκρυψης των πραγματικών συνθηκών υπό τις οποίες εκτελείτο η εργασία. Με βάση το πιο πάνω ιστορικό, κατά τον ενάγοντα, οι ως άνω παραλείψεις και πράξεις των εναγομένων αποτέλεσαν την αποκλειστική ή, πάντως, την κύρια αιτία του επίδικου ατυχήματος και συνδέονται αιτιωδώς με τις σωματικές και ψυχικές βλάβες που υπέστη και ότι άπαντες οι εναγόμενοι υπέχουν εις ολόκληρον υποχρέωση αποζημίωσης για τη θετική και αποθετική περιουσιακή του ζημία, περιλαμβανομένων των διαφυγόντων εισοδημάτων μέχρι τον εκτιμώμενο χρόνο συνταξιοδοτήσεως, καθώς και υποχρέωση καταβολής χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, κατά τις διατάξεις των άρθρων 914, 922 και 932 ΑΚ. Περαιτέρω εκθέτει ότι η παραμόρφωση της κεφαλής του, οι μόνιμες ουλές, η βλάβη στο δεξί κάτω άκρο, η ψυχολογική επιβάρυνση, καθώς και η αδυναμία κοινωνικής και επαγγελματικής επανένταξης αποτελούν πρόσθετους λόγους που δικαιολογούν την επιδίκαση σημαντικού χρηματικού ποσού. Με βάση τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά και κατόπιν τροπής των αγωγικών αιτημάτων από καταψηφιστικά σε αναγνωριστικά, που περιλαμβάνεται στο δικόγραφο των πρωτοβάθμιων προτάσεων και περιέχεται σε προφορική δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου του ενάγοντος, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης (άρθρο 223 εδ. β’ ΚΠολΔ) του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ζητεί να αναγνωρισθεί η υποχρέωση των εναγομένων να καταβάλουν εις ολόκληρον ο καθένας το ποσό των 890.214,63 ευρώ άλλως το ποσό των 717,745,16 ευρώ με τους νόμιμους τόκους από την επόμενη της επίδοσης της αγωγής κι επικουρικότερα να αναγνωρισθεί η υποχρέωσή τους να του καταβάλουν το ποσό των 332.915 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο από την επόμενη της επίδοσης της αγωγής και το ποσό των 2.513 ευρώ κάθε μήνα, αρχής γενομένης από 01-01-2021 μέχρι 23-06-2040, με τον νόμιμο τόκο από την 1 η εκάστου επόμενου μηνός άλλως το ποσό των 301.505 ευρώ με τον νόμιμο τόκο από την επόμενη της επίδοσης της αγωγής και να του καταβάλουν κάθε μήνα το ποσό των 1.885 ευρώ, αρχής γενομένης από 01-01-2021 μέχρι 23- 06-2040, με τον νόμιμο τόκο από την 1η εκάστου επόμενου μηνός και μέχρι την πλήρη εξόφληση, να κηρυχθεί η εκδοθησόμενη απόφαση προσωρινά εκτελεστή και να καταδικαστούν οι αντίδικοι στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης. Επί της αγωγής αυτής, εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, η υπ’ αριθμ. 611/2024 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με την οποία, αφού η ένδικη αγωγή έγινε δεκτή ως επαρκώς ορισμένη, απορριπτομένων ως νομικά αβασίμων των αγωγικών κονδυλίων περί επιδίκασης αποζημίωσης για τις υπηρεσίες της συζύγου του ως αποκλειστικής νοσοκόμας, για τις υπηρεσίες οικιακής βοηθού, διαφυγόντων κερδών και αποζημίωσης λόγω μόνιμης αναπηρίας, διότι ο ενάγων, ως εργαζόμενος με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας έναντι αμοιβής στο πρώτο εναγόμενο νομικό πρόσωπο υπαγόταν στην ασφάλιση του Ι.Κ.Α. (άρθρο 2 παρ. 1 α’ν. 1846/1951, ήδη η ασφάλιση του ΙΚΑ επεκτάθηκε σε ολόκληρη τη χώρα με το άρθρο 3 του ν. 1305/1982), ενώ κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, ο τραυματισμός του δεν αποδίδεται σε δόλο των εναγομένων ούτε άλλωστε τα αιτούμενα ποσά ζητούνται ως διαφορά από την αποζημίωση, που εισπράχθηκε από τον ανωτέρω ασφαλιστικό φορέα, ώστε επέρχεται απαλλαγή των εναγομένων από την υποχρέωση καταβολής αποζημίωσης (βλ. και αναγγελία εργατικού ατυχήματος) ενώ κατά το μέρος που κρίθηκε νόμιμη η αγωγή ερείδεται στις διατάξεις των άρθρων 299, 330 εδ. β’, 345, 346, 914, 922, 926, 932 ΑΚ, 4, 6, 25 παρ. 1, 32 παρ. α’ περ. 1, 3, 4 ν. 1568/1985, 7 παρ. 1,5,6, 7, 11 παρ. 1β’ 12παρ.3π.δ. 17/1996, 70, 176 ΚΠολΔ και ακολούθως απορρίφθηκαν αμφότερες οι ένδικες αγωγές ως και κατ’ ουσίαν βάσιμες και συμψήφισε μεταξύ των διαδίκων τη δικαστική δαπάνη.   Κατά της απόφασης αυτής παραπονούνται τόσο και το παρεμβαίνον–ενάγον ως εν όλω ηττηθέντες στον πρώτο βαθμό, έχοντες έννομο συμφέρον, που απορρέει από τη βλάβη τους, η οποία προκύπτει αμέσως από το διατακτικό της ως άνω απόφασης, με τις συνεκδικαζόμενες με την παρούσα απόφαση εφέσεις τους. Ειδικότερα αμφότεροι οι εκκαλούντες για τους λόγους που ειδικότερα αναφέρονται στα εφετήριο και συνιστούν αιτιάσεις, οι οποίες εκτιμώμενες, ανάγονται σε πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, αναφορικά με την κρίση του ότι ο ενάγων εξ οικείου πταίσματος συντέλεσε στην έκταση των ζημιών που υπέστη κατά παραδοχή της ΑΚ 300, το δε πλήττεται η εκκαλουμένη απόφαση για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου όσον αφορά τα κονδύλια της αγωγής τα οποία απορρίφθηκαν ως μη νόμιμα. Ζητούν δε με τις εφέσεις τους  την εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως και την εξαρχής αναδίκαση της υπόθεσης, ούτως ώστε να γίνουν αμφότερες δεκτές ως βάσιμες κατ΄ουσίαν στο σύνολο τους.

Κατά το άρθρο 1 του ν. 551/1915 «περί ευθύνης προς αποζημίωσιν των εξ ατυχημάτων εν τη εργασία παθόντων εργατών ή υπαλλήλων», όπως κωδικοποιήθηκε με το β.δ. της 24.7/25.8.1920 και διατηρήθηκε σε ισχύ με τα άρθρ. 38 εδ. α` ΕισΝΑΚ, ως ατύχημα από βίαιο συμβάν, το οποίο επήλθε κατά την εκτέλεση της εργασίας ή εξ αφορμής αυτής σε εργάτη ή υπάλληλο των εργασιών ή επιχειρήσεων που αναφέρονται στο άρθρ. 2 του ίδιου νόμου (εργατικό ατύχημα), θεωρείται κάθε βλάβη, η οποία είναι αποτέλεσμα βίαιης και αιφνίδιας επενέργειας εξωτερικού αιτίου, άσχετου μεν με τη σύσταση του οργανισμού του παθόντος και τη βαθμιαία φθορά του από τις συνθήκες της εργασίας, αλλά συνδεόμενου οπωσδήποτε μ` αυτή λόγω της εμφάνισής του κατά την εκτέλεση της ή εξ αφορμής αυτής, δηλαδή θα πρέπει το αίτιο, στο οποίο οφείλεται το εργατικά ατύχημα, να μην ανάγεται αποκλειστικά στην οργανική ή παθολογική προδιάθεση του παθόντος και το οποίο συνεπώς δεν θα συνέβαινε χωρίς την εργασία και τις περιστάσεις εκτέλεσής της (ΟλΑΠ 1287/1986 ΝοΒ 1987.1605, ΑΠ 226/2916 ΤΝΠ Νόμος, AΠ 139/2014 2014 Ε7.853) Από δε το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 914, 932 AΚ, 1 και 16 του ως άνω ν. 551/1915, όπως αυτός κωδικοποιήθηκε -με το β.δ. της 24.7/25.8.1920, προκύπτει ότι χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη οφείλεται και επί εργατικού ατυχήματος, όταν συντρέχουν οι όροι της αδικοπραξίας. Η διάταξη του άρθρου 16 παρ.1 του ν. 551/1915, κατά την οποία ο παθών σε εργατικό ατύχημα δικαιούται να εγείρει την αγωγή του κοινού αστικού δικαίου και να ζητήσει πλήρη αποζημίωση, μόνον όταν το ατύχημα μπορεί να αποδοθεί σε δόλο του εργοδότη ή των προστηθέντων του ή όταν επήλθε σε εργασία στην οποία δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις νόμων, διαταγμάτων ή κανονισμών για τους όρους ασφάλειας των εργαζομένων και εξαιτίας της μη τήρησης των διατάξεων αυτών, αναφέρονται στην επιδίκαση αποζημίωσης για περιουσιακή ζημία καί όχι στη χρηματική ικανοποίηση, για την οποία δεν υπάρχει πρόβλεψη στον ανωτέρω νόμο και εφαρμόζονται γι’ αυτό μόνον οι γενικές διατάξεις (ΟλΑΠ 1117/1986 ΕΕργΔ 1987.71, ΑΠ 133/2016, ΑΠ 80/2016 δημοσιευμένες στην ΤΝΠ Νόμος). Κατ’ ακολουθίαν, στην περίπτωση εργατικού ατυχήματος ο παθών δικαιούται πλήρη αποζημίωση, μόνον αν το ατύχημα μπορεί να αποτελεί σε δόλο του εργοδότη ή των προστηθέντων του ή όταν έγινε σε εργασία ή επιχείρηση στην οποία δεν τηρήθηκαν οι πιο πάνω διατάξεις ισχυόντων νόμων, διαταγμάτων ή κανονισμών για τους όρους ασφάλειας των εργαζομένων σ’ αυτές και, συνεπώς, όχι όταν το ατύχημα οφείλεται στη μη τήρηση των όρων που επιβάλλονται από την κοινή αντίληψη, την υποχρέωση πρόνοιας και την απαιτούμενη στις συναλλαγές επιμέλεια, χωρίς δηλαδή να προβλέπονται από ειδική διάταξη νόμου (ΟλΑΠ 26/1995 Δνη 1996.38, ΑΠ 1858/2011 ΤΝΠ Νόμος). Για να δικαιούται, αντίθετα, ο παθών σε εργατικό ατύχημα χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, αρκεί να συνετέλεσε στην επέλευση του ατυχήματος πταίσμα του εργοδότη ή των προστηθέντων από αυτόν με την έννοια του άρθρου 914 ΑΚ, δηλαδή αρκεί να συντρέχει οποιαδήποτε αμέλεια αυτών και όχι μόνον η ειδική αμέλεια περί την τήρηση των όρων ασφαλείας του άρθρου 16 παρ.1 του ν. 551/1915 (ΟλΑΠ 18/2008 ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 181/2016 ό.π., ΑΠ 182/2015 ό.π.). Περαιτέρω, από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων του ν. 551/1915 με εκείνες των άρθρων 34 παρ.2 και 60 παρ. 3 του α.ν. 1846/1951 «περί κοινωνικών ασφαλίσεων» συνάγεται όπ, όταν ο παθών από εργατικό ατύχημα είναι ασφαλισμένος στο ΙΚΑ, τότε ο εργοδότης απαλλάσσεται από κάθε υποχρέωση για αποζημίωση του παθόντος αυτού. Απαλλάσσεται δηλαδή τόσο της κατά το κοινό δίκαιο ευθύνης για αποζημίωση όσο και της προβλεπόμενης από το ν. 551/1915 οδικής αποζημίωσης και, μόνον αν το ατύχημα οφείλεται σε δόλο του εργοδότη ή του προστηθέντος από αυτόν, υποχρεούται ο εργοδότης να καταβάλει στον παθόντα την από το άρθρο 34 παρ.2 προβλεπόμενη διαφορά μεταξύ του ποσού της κατά το κοινό δίκαιο αποζημίωσης και του ολικού ποσού των υπό του ΙΚΑ χορηγούμενων παροχών. Η απαλλαγή αυτή καλύπτει και την περίπτωση της ειδικής αμέλειας κατά την οποία το ατύχημα οφείλεται στη μη τήρηση των διατάξεων των ισχυόντων νόμων, διαταγμάτων ή κανονισμών περί των όρων ασφάλειας (ΟλΑΠ 1267/1976 ΔΕΝ 1977.310, ΑΠ 1118/2607 ΕλλΔνη 49.432). Έτσι, λοιπόν, σε περίπτωση εργατικού ατυχήματος, όταν ο παθών εργαζόμενος υπάγεται στην ασφάλιση του ΙΚΑ, το οποίο έχει αναλάβει την αποκατάσταση της περιουσιακής του ζημίας, δεν νομιμοποιείται να αξιώσει από τον εργοδότη ούτε την αυτοτελή αποζημίωση του άρθρου 931 ΑΚ, λόγω του περιουσιακού χαρακτήρα αυτής (ΟλΑΠ 16/2006 ΑΠ 668/2915 ΤΝΠ Νόμος, AΠ 182/2015 ό.π., ΑΠ 1778/2612 ΤΝΠ Νόμος). Η κατά τα ανωτέρω απαλλαγή του εργοδότη από την ευθύνη προς αποζημίωση για περιουσιακή ζημία από εργατικό ατύχημα χωρεί, έστω κι αν δεν έχει γίνει η καταβολή των οφειλόμενων εισφορών στο ΙΚΑ και ανεξάρτητα από το χρόνο ασφάλισης του μισθωτού σ’ αυτό, διότι ο νόμος απαιτεί απλά ο μισθωτός, που υπέστη το ατύχημα, να υπάγεται στην ασφάλιση του ΙΚΑ, χωρίς να αξιώνει και την προηγούμενη εγγραφή του στα μητρώα ασφαλισμένων του ιδρύματος, ενώ είναι αδιάφορο αν έχουν καταβληθεί οι εισφορές ή αν οφείλονται και από ποιον, αρκεί δε το ότι ο παθών δικαιούται να αξιώσει ασφαλιστικές παροχές από το ΙΚΑ, χωρίς να απαιτείται να έχει λάβει πράγματι αυτές (ΕφΑθ 2406/2004 Δνη 2064.1075). Στην ασφάλιση δε του ΙKA υπάγονται υποχρεωτικά και αυτοδίκαια, από την έναρξη της ισχύος του ν. 1902/1990 (17.10.1990), και όλοι οι αλλοδαποί οι οποίοι παρέχουν στο ελληνικό έδαφος εξαρτημένη εργασία υπό τους όρους του άρθρου 2 του αν.ν. 1846/1951, ανεξαρτήτως αν απασχολούνται προσκαίρως και αν έχουν εφοδιαστεί με άδεια παραμονής ή εργασίας, δεδομένου ότι η άδεια αυτή δεν συνιστά κατά νόμο προϋπόθεση για την υπαγωγή τους στην ασφάλιση του ΙΚΑ (βλ.σχετ. ΣτΕ 2548/2013, ΣτΕ 21/2013 δημοσιευμένες στην ΤΝΠ Νόμος). Σε κάθε περίπτωση πάντως, ο παθών διατηρεί την αξίωση του για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης (ή ψυχικής οδύνης) κατά του εργοδότη και του προσώπου που προστήθηκε από αυτόν, όταν το εργατικό ατύχημα οφείλεται σε πταίσμα τούτων, καθόσον η πιο πάνω απαλλαγή από κάθε υποχρέωση για «αποζημίωση», ήτοι για αξίωση περιουσιακού χαρακτήρα, δεν καλύπτει την αξίωση για χρηματική ικανοποίηση, αφού καμιά παροχή χορηγούμενη από το ΙΚΑ δεν μπορεί να δικαιολογήσει τον αποκλεισμό της, λόγω της διαφορετικής φύσης της αξίωσης αυτής (ΟλΑΠ 1117/1986 ό.π., AΠ 1509/2011 ΕπισκΕμπΔ 2012.101, ΑΠ 1600/2005 ΕλΛΔνη 49.1045). Εξάλλου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 8 παρ. 5 του α.ν. 1846/1951 «περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων», εργοδότες θεωρούνται κατ` αρχήν τα φυσικά ή νομικά πρόσωπα (ιδιωτικού ή δημόσιου δικαίου) για λογαριασμό των οποίων τα υπαγόμενα στην ασφάλιση του ΙΚΑ πρόσωπα παρέχουν την εργασία τους (περ. α`). Τέλος, σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου 34 του Θεσμικού περί ΙΚΑ Νόμου ΑΝ 1846/1951:« Εάν δια δικαστικής αποφάσεως βεβαιούται, ότι το ατύχημα εν τη εκτελέσει της εργασίας ή εξ αφορμής αυτής, οφείλεται εις δόλον του εργοδότου ή του υπ` αυτού προστηθέντος προσώπου, ο εργοδότης υποχρεούται όπως καταβάλη: α) Εις το Ι.Κ.Α., πάσαν την δαπάνην τούτου, την προκληθείσαν εκ της λόγω του ατυχήματος χορηγήσεως παροχών και β) Εις τον παθόντα ή εν περιπτώσει θανάτου τούτου εις τα κατά το άρθρον 28 πρόσωπα, την διαφοράν μεταξύ του ποσού της κατά τον Αστικόν Κώδικα ανηκούσης αυτοίς αποζημιώσεως κα του ολικού ποσού των κατά τον παρόντα νόμον χορηγητέων αυτοίς παροχών. Δια κανονισμού ορισθήσεται ο τρόπος υπολογισμού των εν εδαφίω α` της παραγράφου ταύτης δαπανών.» «*** Η αληθής έννοια της παρ.2 του άρθρου 34 του α.ν.1846/1951 (Α` 179) είναι ότι ο εργοδότης υποχρεούται να καταβάλλει τη δαπάνη που προβλέπεται στην περίπτωση α` της παραγράφου 2 και τη διαφορά μεταξύ του ποσού της, κατά τον Αστικό Κώδικα, αποζημίωσης και των χορηγητέων ασφαλιστικών παροχών που προβλέπεται στην περίπτωση β’ της παραγράφου 2, εφόσον, με δικαστική απόφαση, διαπιστώνεται ότι το ατύχημα, κατά την εκτέλεση της εργασίας ή εξ αφορμής αυτής, οφείλεται σε δόλο του εργοδότη ή του προστεθέντος από αυτόν προσώπου, είτε ως προς το αποτέλεσμα του ατυχήματος καθεαυτό είτε ως προς τη μη τήρηση διατάξεων νόμων, διαταγμάτων ή κανονισμών, που ορίζουν μέτρα προστασίας της ασφάλειας και της υγείας στην εργασία, εάν το ατύχημα συνδέεται αιτιωδώς με παραβάσεις των διατάξεων αυτών (άρθρο 212 Ν.4512/2018,ΦΕΚ A 5/17.1.2018). Τέλος από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 522, 524, 525, 526 και 536 του ΚΠολΔ, σαφώς προκύπτει ότι, με την άσκηση της έφεσης η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, (μόνο) κατά τα καθοριζόμενα με την έφεση και τους πρόσθετους λόγους όρια. Το Εφετείο επιλαμβανόμενο της διαφοράς εξετάζει εάν, κατ’ ορθή εφαρμογή του νόμου, το κατώτερο Δικαστήριο αποφάσισε προσηκόντως ή όχι, τηρώντας την αυτή, όπως και το πρωτοβάθμιο, διαδικασία. Συνεπώς, έχει ως προς την αγωγή, την αυτή όπως και εκείνο εξουσία, δυνάμενο και χωρίς υποβολή ειδικού παραπόνου να εξετάσει οίκοθεν το ορισμένο και το νόμω βάσιμο αυτής και να την απορρίψει αν ελλείπουν τα κατά νόμο απαιτούμενα για τη θεμελίωσή της. Έτσι, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, παρόλο ότι ο εκκαλών, με την έφεση, παραπονιέται γιατί η αγωγή του απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη, μπορεί να κρίνει, μετά και από αυτεπάγγελτη έρευνα, ότι η αγωγή είναι μη νόμιμη, απαράδεκτη ή αόριστη. Στην περίπτωση αυτή, μη επιτρεπόμενης, κατά τη διάταξη του άρθρου 534 του άνω κώδικα, της αντικατάστασης των αιτιολογιών της εκκαλούμενης απόφασης, διότι η αντικατάσταση αυτή οδηγεί σε διαφορετικό, κατά το αποτέλεσμα, διατακτικό, εξαφανίζεται η εκκαλούμενη απόφαση και απορρίπτεται η αγωγή ως μη νόμιμη, απαράδεκτη ή αόριστη, χωρίς ειδικό γι’ αυτό παράπονο, κατά τη διάταξη του άρθρου 533 παρ. 1 του κώδικα αυτού, δεδομένου ότι η απόφαση αυτή είναι επωφελέστερη για τον εκκαλούντα από την εκκληθείσα (άρθρα 68, 536 ΚΠολΔ – ΑΠ 489/2021, ΑΠ 91/2019, ΑΠ 258/2015, ΑΠ356/2013, ΑΠ1951/2007, ΑΠ 1493/2007 – όλες δημ. ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Με την κρινόμενη από 25-06-2021 παρέμβασή του το παρεμβαίνον – εναγόμενο και ήδη εκκαλούν της υπό στοιχείο Β΄ έφεσης ισχυρίστηκε ότι του έχει κοινοποιηθεί η κύρια αγωγή του κυρίως ενάγοντος κατά των εναγομένων, το δικόγραφο της οποίας επαναλαμβάνει αυτολεξεί. Ότι ο ενάγων είναι ασφαλισμένος του και συνεπεία του επίδικου τραυματισμού του του έχει καταβάλει ως δαπάνη επιδότησης για την ανικανότητα για εργασία, για το χρονικό διάστημα από 22-10- 2016 έως 14-10-2018, το ποσό των 22.020,33 ευρώ. Ότι κατά τη συνήθη πορεία των πραγμά­των, βάσει και του ημερομισθίου του, ανερχόμενου σε 80 ευρώ, θα εισέπρτατε από την εργα­σία του το ποσό των 45.200,00 ευρώ. Με βάση τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά ζητεί να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι ως υπαίτιοι του ένδικου ατυχήματος να του καταβάλουν το ποσό των 22.02,33 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την εξό­φληση, να κηρυχθεί η εκδοθησόμενη απόφαση προσωρινά εκτελεστή και να καταδικαστούν οι εναγόμενοι στην πληρωμή της δικαστικής του δαπάνης. Η εκκαλουμένη απόφαση, αφού έκρινε ην εν λόγω αγωγή – παρέμβαση, με το α­νωτέρω περιεχόμενο και αιτήματα, παραδεκτή και νόμιμη, ακολούθως απέρριψε αυτή ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη καθώς δέχθηκε την αποκλειστική υπαιτιότητα του ασφαλισμένου της ως προς την επέλευση του εργατικού του ατυχήματος.

Πλην, όμως σύμφωνα με τα όσα αναφέρθηκαν στην άνω μείζονα σκέψη η αγωγή αυτή υπό την ανωτέρω νομική θεμελίωση της εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 34 παρ. 2 και 60 παρ. 3 Α.Ν. 1846/1951, 16 παρ. 1 και 3 Ν. 551/1915 (όπως κωδικοποιήθηκε με το Β.Δ. 24.7/25.8.1920) και 10 παρ. 5 Ν.Δ. 4104/1960 (όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 18 παρ. 1 Ν. 4476/1965 και συμπληρώθηκε με το άρθρο 18 Ν. 1654/1986), καθώς το ένδικο εργατικό ατύχημα δεν αποδόθηκε ούτε από τον κυρίως ενάγοντα ούτε και από το παρεμπιπτόντως ενάγον νπδδ σε δόλο των εναγομένων ή των προστηθέντων αυτών προσώπων  και ως εκ τούτου, μετά από τον αυτεπάγγελτο έλεγχο του παρόντος Δικαστηρίου σχετικά με τη νομική βασιμότητα της αγωγής, παρόλο που το εκκαλούν, με την έφεση, παραπονιέται γιατί η αγωγή του απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη, πρέπει να προβεί στην απόρριψη της αγωγής ως νομικά αβάσιμης, μη επιτρεπόμενης, κατά τη διάταξη του άρθρου 534 του άνω κώδικα, της αντικατάστασης των αιτιολογιών της εκκαλούμενης απόφασης, διότι η αντικατάσταση αυτή οδηγεί σε διαφορετικό, κατά το αποτέλεσμα, διατακτικό, οπότε εξαφανίζεται η εκκαλούμενη απόφαση και απορρίπτεται η αγωγή ως μη νόμιμη, χωρίς ειδικό γι’ αυτό παράπονο. Τέλος η δικαστική δαπάνη των διαδίκων για αμφότερους τους βαθμούς δικαιοδοσίας πρέπει να συμψηφισθεί μεταξύ τους, επειδή η ερμηνεία των κανόνων δικαίου που εφαρμόσθηκαν ήταν ιδιαίτερα δυσχερής (άρθρο 179 Κ.Πολ.Δ.).

Με τον δεύτερο λόγο της υπό στοιχείο Α΄έφεσης ο εκκαλών – ενάγων διατείνεται ότι η εκκαλουμένη απόφαση κατ΄εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων απέρριψε ως μη νόμιμα τα κονδύλια της αγωγής του που αφορούν την επιδίκαση αποζημίωσης για τις υπηρεσίες που παρείχε η σύζυγός του ως αποκλειστική νοσοκόμα, για τις υπηρεσίες οικιακής βοηθού, για τα διαφυγόντα κέρδη μου καθώς και για την αποζημίωση λόγω μόνιμης αναπηρίας και παραμόρφωσής του, με την εσφαλμένη αιτιολογία ότι κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή ο τραυματισμός μου δεν αποδίδεται σε δόλο των εναγομένων.  Επί του λόγου αυτού της έφεσης πρέπει να λεχθούν τα εξής: Σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην αγωγή του ο εκκαλών – ενάγων στη σελίδα 23 αυτής περιγράφει τις νομικές βάσεις των συρρεουσών αγωγικών αξιώσεων του όπου μεταξύ άλλων αναφέρει ότι ο βαρύτατος τραυματισμός του οφείλεται σε αδικοπραξία των εναγομένων ήτοι σε μη τήρηση των επιβεβλημένων μέτρων ασφαλείας  που έπρεπε να ληφθούν για τη διενέργεια της ανωτέρω εργασίας κατά παράβαση της εκτιθέμενης στην αγωγή ειδικής νομοθεσίας. Επιπλέον εκθέτει ότι με βάση το ιστορικό που εξέθεσε στοιχειοθετείται και η κατ΄ άρθρο 914 ΑΚ  αδικοπρακτική ευθύνη, όπου επικαλούμενος τη διάταξη της ΑΚ 330 η έννοια της υπαιτιότητας περιλαμβάνει οποιαδήποτε μορφή δόλου ή αμέλειας. Επομένως με βάση τα όσα αναφέρει στην αγωγή του ο ενάγων αναζήτησε τα επίδικα κονδύλια αποδίδοντας το εργατικό του ατύχημα σε παράβαση κανόνων ειδικής νομοθεσίας σε συνδυασμό με την ΑΚ 914 με την επισήμανση ότι σε κανένα σημείο της αγωγής δεν απέδωσε το επίδικο εργατικό ατύχημα οφείλεται σε δόλο του εργοδότη, σύμφωνα δε με τα όσα  εκτίθενται στην άνω μείζονα σκέψη δεν ανέφερε κρίσιμα στοιχεία για την θεμελίωση του δόλου, όπως ότι ο εργοδότης γνώριζε τον κίνδυνο για τον εργαζόμενο, ήθελε ή τουλάχιστον αποδέχθηκε συνειδητά το αποτέλεσμα (σοβαρή σωματική βλάβη), έδωσε εντολή στον ενάγοντα να εκτελέσει εργασία υπό απολύτως επικίνδυνες συνθήκες και παρέλειψε σκοπίμως να λάβει μέτρα ασφαλείας που γνώριζε ότι ήταν αναγκαία για να μην συμβεί το ατύχημα, οπότε και δεν είχε περιληφθεί σχετική αγωγική βάση εδραζόμενη στο στοιχείο του δόλου, το οποίο διαφοροποιείται ποιοτικά και ποσοτικά από την αμέλεια. Κατ΄ ακολουθία των ανωτέρω η εκκαλουμένη απόφαση, η οποία απέρριψε ως μη νόμιμα τα κονδύλια της αγωγής του που αφορούν την επιδίκαση αποζημίωσης για τις υπηρεσίες που παρείχε η σύζυγός του ως αποκλειστική νοσοκόμα, για τις υπηρεσίες οικιακής βοηθού, για τα διαφυγόντα κέρδη μου καθώς και για την αποζημίωση λόγω μόνιμης αναπηρίας και παραμόρφωσης του ενάγοντος ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο τα όσα δε αντίθετα ισχυρίζεται ο εκκαλών πρέπει να απορριφθούν ως ως κατ΄ουσίαν αβάσιμα και να απορριφθεί για τον ίδιο λόγο και ο παρών λόγος της έφεσης.

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 34 παρ.2 και 60 παρ.3 του α.ν. 1846/1951 “περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων”, συνάγεται ότι, εάν ο παθών από ατύχημα, που προκλήθηκε εξαιτίας βιαίου συμβάντος κατά την εκτέλεση της εργασίας του, υπάγεται στην υποχρεωτική ασφάλιση του ΙΚΑ (η ασφάλιση του ΙΚΑ επεκτάθηκε σε όλη την επικράτεια με το άρθρο τρίτο του ν.1305/1982), ο εργοδότης απαλλάσσεται από κάθε υποχρέωση προς αποζημίωση του εργαζομένου, δηλαδή απαλλάσσεται τόσο από την ευθύνη προς αποζημίωση, σύμφωνα με τις διατάξεις του κοινού δικαίου (Αστικού Κώδικα), όσο και από την προβλεπόμενη, κατά τις διατάξεις του ν. 551/1915, ειδική αποζημίωση, ακόμη και εάν το ατύχημα οφειλόταν στο ότι δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις νόμων, διαταγμάτων ή κανονισμών σχετικών με τους όρους ασφάλειας των εργαζομένων. Μόνο αν το ατύχημα οφείλεται σε δόλο του εργοδότη ή των προστηθέντων από αυτόν προσώπων, τότε αυτός υποχρεούται να καταβάλει στον παθόντα τη διαφορά μεταξύ της οφειλόμενης κατά το κοινό δίκαιο αποζημίωσης και του ολικού ποσού των παροχών, που λόγω του ατυχήματος το ΙΚΑ χορηγεί στον εργαζόμενο. Δόλος είναι η γνώση και η θέληση πραγμάτωσης της αντικειμενικής υπόστασης του αδικήματος. Κατά την έννοια του όρου, αρκεί και ο ενδεχόμενος δόλος, ο οποίος υπάρχει οσάκις ο δράστης αποφάσισε να προχωρήσει στην πράξη, απλώς ελπίζοντας ότι τελικά δεν θα επέλθει το αξιόποινο αποτέλεσμα. Δεν εντάσσεται στο πεδίο του ενδεχόμενου δόλου η “ενσυνείδητη αμέλεια”, για τη συνδρομή της οποίας απαιτείται όχι ελπίδα αλλά πίστη περί μη επέλευσης του εγκληματικού αποτελέσματος. Η ως άνω απαλλαγή αφορά όχι μόνο την περίπτωση που το ατύχημα προκλήθηκε από ενέργεια ή παράλειψη του εργοδότη ή του παθόντος, αλλά και όταν αυτό προκλήθηκε από ενέργεια ή παράλειψη των προστηθέντων από τον εργοδότη, οι οποίοι επίσης καλύπτονται από την απαλλαγή, ενώ καλύπτεται και η περίπτωση της ειδικής αμέλειας, που αφορά, κατά τα προεκτεθέντα, την παράβαση ειδικών διατάξεων για τους όρους ασφάλειας των εργαζομένων. Σε όλες, όμως, τις περιπτώσεις ο παθών από εργατικό ατύχημα και αναλόγως τα μέλη της οικογένειάς του, διατηρούν κατά του εργοδότη ή των προστηθέντων από αυτόν προσώπων τις αξιώσεις τους για χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης, εφόσον το ατύχημα οφείλεται σε πταίσμα τους, με την έννοια του άρθρου 914 Α.Κ., δηλαδή αρκεί να συντρέχει οποιαδήποτε αμέλεια αυτών και όχι μόνο η ειδική αμέλεια ως προς την τήρηση των όρων ασφάλειας του άρθρου 16 παρ. 1 του ν. 551/1915 (ΑΠ 599/2020, ΑΠ 1389/1918, ΑΠ 80/2016 , ΑΠ 19/2014). Ειδικότερα , πταίσμα του εργοδότη ή των προστηθέντων από αυτόν μπορεί να θεμελιωθεί και στο ότι δεν τηρήθηκαν από αυτούς οι διατάξεις ισχυόντων διαταγμάτων ή κανονισμών, που επιβάλλουν όρους υγιεινής και ασφαλείας για τη διαφύλαξη της υγείας, της σωματικής ακεραιότητας και της ζωής των εργαζομένων (ΑΚ 662). Τέτοια γενικά μέτρα ασφαλείας, που πρέπει να τηρούν όλοι οι εργοδότες, καθορίζονται με το ν. 1568/1985 “περί υγιεινής και ασφάλειας εργαζομένων” (βλ. και ν. 3850/ 2010 “περί κώδικος νόμων για την υγεία και την ασφάλεια των εργαζομένων”), οι διατάξεις του οποίου εφαρμόζονται σε όλες τις επιχειρήσεις, εκμεταλλεύσεις και εργασίες (πλην των αναφερομένων στο άρθρο 1 παρ. 2 αυτού εξαιρέσεων) του ιδιωτικού και δημόσιου τομέα, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 1 του ν. 1568/1985 (ΑΠ 2006/2022). Στο άρθρο 23 του ν. 1568/1985 ορίζεται ότι «Προστασία από μηχανικούς και ηλεκτρικούς κινδύνους 1. Μηχανές, συσκευές και εργαλεία με την έννοια του νόμου αυτού είναι τα αντικείμενα που χρησιμοποιούνται στους τόπους εργασίας και που κινούνται με οποιαδήποτε άλλη ενέργεια, εκτός από την ανθρώπινη. 2. Οι μηχανές, συσκευές και εργαλεία πρέπει να είναι κατασκευασμένα έτσι, ώστε με την ορθή τοποθέτηση και χρήση τους να μη δημιουργούν κινδύνους για τους εργαζομένους. 3. Οι μηχανές, συσκευές και εργαλεία πρέπει να είναι κατασκευασμένα έτσι ώστε τα κινούμενα στοιχεία τους, που είναι δυνατό να δημιουργήσουν κινδύνους για τους εργαζομένους, να μην είναι προσιτά ή να αποκλείεται τυχαία επαφή μαζί τους στο μέτρο που αυτό δεν παρακωλύει τη λειτουργία και χρήση τους. 4. Αν δεν είναι δυνατό να αποτραπεί η ύπαρξη εξωτερικών και προσιτών στους εργαζομένους περιστρεφόμενων στοιχείων ή στοιχείων μετάδοσης της κίνησης, πρέπει να λαμβάνονται ιδιαίτερα μέτρα προστασίας των εργαζομένων από αυτά. 5. … 6. …. 7. …….» και στο άρθρο 32 του ίδιου νόμου ορίζεται ότι «Γενικές υποχρεώσεις εργοδοτών – εργαζομένων Α. Ο εργοδότης έχει υποχρέωση : 1. Να λαμβάνει κάθε μέτρο που απαιτείται, ώστε να εξασφαλίζονται οι εργαζόμενοι και οι τρίτοι που παραβρίσκονται στους τόπους εργασίας από κάθε κίνδυνο που μπορεί να απειλήσει την υγεία ή τη σωματική τους ακεραιότητα . 2. Να εφαρμόζει κάθε υπόδειξη των τεχνικών και υγειονομικών επιθεωρητών εργασίας και γενικά να διευκολύνει το έργο τους μέσα στην επιχείρηση. 3. Να επιβλέπει την ορθή εφαρμογή των μέτρων υγιεινής και ασφάλειας της εργασίας. 4. Να λαμβάνει συλλογικά μέτρα προστασίας των εργαζομένων. 5. Να γνωστοποιεί στους εργαζομένους τον επαγγελματικό κίνδυνο από την εργασία τους. 6 . …. 7. …. . 8…….. .9. …..» . Ακόμη, με το π.δ. 17/1996 “περί μέτρων για τη βελτίωση της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων κατά την εργασία σε συμμόρφωση με τις Οδηγίες 89/391/ΕΟΚ και 91/383/ΕΟΚ”, το οποίο εφαρμόζεται σε όλες τις επιχειρήσεις, εγκαταστάσεις, εκμεταλλεύσεις και εργασίες του ιδιωτικού και δημόσιου τομέα (βιομηχανικές, γεωργικές, εμπορικές κλπ , άρθρο 1 παρ.3) , ορίζεται στο άρθρο 7 (πρβλ. και άρθρα 4 και 12 του π.δ. 377/1993, που πλέον καταργήθηκε με το άρθρο 20 του π.δ. 57/2010) ότι ο εργοδότης υποχρεούται να εξασφαλίζει την ασφάλεια και την υγεία των εργαζομένων ως προς όλες τις πτυχές της εργασίας και να λαμβάνει μέτρα που να εξασφαλίζουν την υγεία και την ασφάλεια τρίτων, συμπεριλαμβανομένων των δραστηριοτήτων πρόληψης των επαγγελματικών κινδύνων, ενημέρωσης και κατάρτισης και της δημιουργίας της απαραίτητης οργάνωσης και παροχής των αναγκαίων μέσων (άρθρο 7 παρ. 1 και 5). Επιπροσθέτως, ο εργοδότης οφείλει να εξασφαλίζει τη συντήρηση και την παρακολούθηση της ασφαλούς λειτουργίας μέσων και εγκαταστάσεων, καθώς και να μεριμνά για την επιμόρφωση των εργαζομένων (άρθρο 7 παρ. 6). Μάλιστα, όταν ο εργοδότης αναθέτει καθήκοντα σε έναν εργαζόμενο, πρέπει αφενός να λαμβάνει υπόψη τις ικανότητές του σε θέματα ασφάλειας και υγείας και αφετέρου να φροντίζει ώστε να έχουν πρόσβαση στις ζώνες σοβαρού και ειδικού κινδύνου μόνον οι εργαζόμενοι που έχουν λάβει τις κατάλληλες οδηγίες (άρθρο 7 παρ. 8 β’, δ’), (ΑΠ 2006/2022). Επίσης, σύμφωνα με το άρθρο 42 του Ν 3850/2010 «Κύρωση του Κώδικα νόμων για την υγεία και την ασφάλεια των εργαζομένων», ορίζεται ότι «1. Ο εργοδότης υποχρεούται να εξασφαλίζει την υγεία και την ασφάλεια των εργαζομένων ως προς όλες τις πτυχές της εργασίας και να λαμβάνει μέτρα που να εξασφαλίζουν την υγεία και ασφάλεια των τρίτων.2. …. 3. … 4. …. 5. Στο πλαίσιο των ευθυνών του ο εργοδότης λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα για την προστασία της υγείας και της ασφάλειας των εργαζομένων, συμπεριλαμβανομένων των δραστηριοτήτων πρόληψης των επαγγελματικών κινδύνων, ενημέρωσης και κατάρτισης, καθώς και της δημιουργίας της απαραίτητης οργάνωσης και της παροχής των αναγκαίων μέσων. 6. Ο εργοδότης υποχρεούται : α) ……,  β) … , γ) να επιβλέπει την ορθή εφαρμογή των μέτρων υγείας και ασφάλειας των εργαζομένων, δ) να γνωστοποιεί στους εργαζομένους τον επαγγελματικό κίνδυνο από την εργασία τους , ε)…… , στ) να εξασφαλίζει τη συντήρηση και την παρακολούθηση της ασφαλούς λειτουργίας μέσων και εγκαταστάσεων, ζ) ….. , η) να λαμβάνει συλλογικά μέτρα προστασίας των εργαζομένων και θ) …..» . Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 3 του π.δ. 395/1994 για τις «ελάχιστες προδιαγραφές ασφάλειας και υγείας για τη χρησιμοποίηση εξοπλισμού εργασίας από τους εργαζομένους κατά την εργασία τους σε συμμόρφωση προς την Οδηγία του Συμβουλίου 89/655/ΕΟΚ», ο εργοδότης λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα ώστε ο εξοπλισμός εργασίας, που τίθεται στη διάθεση των εργαζομένων μέσα στην επιχείρηση, να είναι κατάλληλος για την προς εκτέλεση εργασία ή κατάλληλα προσαρμοσμένος προς το σκοπό αυτό, προκειμένου να διασφαλίζεται η ασφάλεια και η υγεία των εργαζομένων κατά τη χρησιμοποίησή του (άρθρο 3 παρ.1). Κατά δε την επιλογή του εξοπλισμού εργασίας που πρόκειται να χρησιμοποιηθεί, ο εργοδότης λαμβάνει υπόψη τις ειδικές συνθήκες και τα χαρακτηριστικά της εργασίας, τους κινδύνους που υπάρχουν στην επιχείρηση, ιδίως στις θέσεις εργασίας, για την ασφάλεια και την υγεία των εργαζομένων, τους κινδύνους που ενδέχεται να προστεθούν λόγω της χρησιμοποιήσεως του εν λόγω εξοπλισμού εργασίας, καθώς και έγγραφη γνώμη του τεχνικού ασφαλείας (άρθρο 3 παρ.2), ενώ, όταν δεν είναι δυνατό να εξασφαλιστεί πλήρως , κατά τον τρόπο αυτό, η ασφάλεια και η υγεία των εργαζομένων κατά τη χρησιμοποίηση του εξοπλισμού εργασίας, ο εργοδότης λαμβάνει τα απαραίτητα μέτρα, ώστε να περιορίσει τους κινδύνους στο ελάχιστο (άρθρο 3 παρ. 3), (ΑΠ 906/2012, ΑΠ 723/2012). Επίσης, οι διατάξεις του άρθρου 4 του π.δ. 395/1994 ορίζουν ότι, με την επιφύλαξη του άρθρου 3, ο εργοδότης οφείλει να προμηθεύεται ή και να χρησιμοποιεί εξοπλισμό εργασίας, ο οποίος, εάν τίθεται για πρώτη φορά στη διάθεση των εργαζομένων στην επιχείρηση, πρέπει να ανταποκρίνεται στις διατάξεις της ισχύουσας νομοθεσίας και στις ελάχιστες προδιαγραφές που προβλέπονται στο εν λόγω π.δ., πρέπει δε να λαμβάνονται από τον εργοδότη τα αναγκαία μέτρα, ώστε ο εξοπλισμός εργασίας, με την κατάλληλη συντήρηση, να διατηρείται σε επίπεδο τέτοιο που να ανταποκρίνεται ανάλογα με την περίπτωση στις διατάξεις της νομοθεσίας καθ’ όλη τη διάρκεια της χρησιμοποιήσεώς του και να επιτυγχάνεται ο επιβαλλόμενος βαθμός ασφάλειας, ενώ σύμφωνα με το άρθρο  9 (ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Ι παρ. 2. 13, 2.14) του ΠΔ 395/1994 «Ελάχιστες προδιαγραφές που αναφέρονται στο άρθ. 4 παρ. 1.» ορίζεται ότι «2.13. Εάν υπάρχουν κίνδυνοι λόγω επαφής με κινούμενα μηχανικά στοιχεία του εξοπλισμού εργασίας που μπορεί να προκαλέσουν ατυχήματα, πρέπει αυτά να είναι εφοδιασμένα με προφυλακτήρες ή με συστήματα που να εμποδίζουν την πρόσβαση στις επικίνδυνες ζώνες ή να σταματούν την κίνηση των επικινδύνων στοιχείων πριν την πρόσβαση στις επικίνδυνες ζώνες. 2.14. Οι προφυλακτήρες και τα συστήματα προστασίας : 2.14.1. Πρέπει να είναι ανθεκτικής κατασκευής. 2.14.2. Δεν πρέπει να προκαλούν πρόσθετους κινδύνους. 2.14.3. Δεν πρέπει να μπορούν να παρακαμφθούν ή να αχρηστευθούν εύκολα. 2.14.4. Πρέπει να παρακωλύουν στο ελάχιστο την παρακολούθηση των φάσεων εργασίας. 2.14.6. Πρέπει να επιτρέπουν τις απαραίτητες επεμβάσεις για την τοποθέτησή ή / και την αντικατάσταση των στοιχείων του εξοπλισμού εργασίας καθώς και την εκτέλεση των εργασιών συντήρησης. Στην περίπτωση αυτή πρέπει να επιτρέπουν την πρόσβαση μόνον στον τομέα όπου θα εκτελεστεί η εργασία και, αν είναι δυνατόν , χωρίς να χρειαστεί αποσυναρμολόγηση του προφυλακτήρα ή του συστήματος προστασίας. …..». Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 7 του ΠΔ 396/1994 «Ελάχιστες προδιαγραφές ασφάλειας και υγείας για τη χρήση από τους εργαζόμενους εξοπλισμών ατομικής προστασίας κατά την εργασία σε συμμόρφωση προς την οδηγία του Συμβουλίου 89/655/ΕΟΚ», ο εργοδότης οφείλει να λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα για την προστασία της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων, συμπεριλαμβανομένων των δραστηριοτήτων πρόληψης κινδύνων, ενημέρωσης και κατάρτισης, καθώς και της δημιουργίας τη απαραίτητης οργάνωσης και της παροχής των αναγκαίων μέτρων (παρ. 1), μεταξύ των οποίων υποχρεούται να χορηγεί, μεταξύ άλλων, κατάλληλο και κατάλληλα συντηρημένο εξοπλισμού ατομικής προστασίας και να εξασφαλίζει ότι οι εργαζόμενοι έχουν σαφή και πλήρη γνώση των κινδύνων που παραμένουν καθώς και των τρόπων αντιμετώπισής τους, οι δε εργαζόμενοι πρέπει να εκπαιδεύονται επαρκώς στη σωστή χρήση του (παρ. 1 περ. στ , παρ. 2 περ. β και παρ. 3 περ. α και περ. β), στο δε εξοπλισμό κατά το παράρτημα ΙΙΙ του ως άνω ΠΔ/τος (στο οποίο παραπέμπει η διάταξη του άρθρου 9 παρ. 4 αυτού) περιλαμβάνεται η παροχή γαντιών από πλεγμένο μεταλλικό νήμα (6.6.4). Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 914 Α.Κ., που ορίζει ότι όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 297, 298 και 330 Α.Κ., προκύπτει ότι προϋποθέσεις της υποχρέωσης προς αποζημίωση είναι : α] ζημιογόνος συμπεριφορά [πράξη ή παράλειψη], β] παράνομος χαρακτήρας της πράξης ή παράλειψης, γ] υπαιτιότητα, δ] ζημία, ε] πρόσφορος αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς [νόμιμου λόγου ευθύνης] και αποτελέσματος [ζημίας] . Αν η ζημία οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος, δεν οφείλεται αποζημίωση, ενώ αν διαπιστωθεί οικείο πταίσμα αυτού, το δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 300 Α.Κ., να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της. Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στη τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη. Αυτός που προκαλεί επικίνδυνες καταστάσεις, οφείλει, κατά την καλή πίστη να λάβει όλα τα κατά τις περιστάσεις προστατευτικά μέτρα που είναι αναγκαία, σύμφωνα με τους κανόνες της επιστήμης, της τέχνης και της κοινής πείρας, για την αποτροπή ζημιών τρίτων, έστω και αν η υποχρέωση δεν προβλέπεται από ειδική διάταξη νόμου, διότι αν προβλέπεται, η παράβαση της διάταξης αυτής συνιστά ήδη το παράνομο (ΑΠ 450/2024 , ΑΠ 156/2021). Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 298 εδ. β Α.Κ., προκύπτει ότι η απαραίτητη για τη θεμελίωση της αξίωσης αποζημίωσης αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της προκληθείσας ζημίας υπάρχει όταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας (άρθρο 336 παρ. 4 ΚΠολΔ), η φερόμενη ως ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης [άρθρο 298 ΑΚ] ήταν επαρκής, ήτοι ικανή [πρόσφορη], να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα και επέφερε αυτό στη συγκεκριμένη περίπτωση (ΑΠ 450/2024). Περαιτέρω, από το άρθρο 71 Α.Κ. προκύπτει ότι το νομικό πρόσωπο ευθύνεται για τις πράξεις ή τις παραλείψεις των οργάνων, που, κατά τα άρθρα 65 , 67 και 68 Α.Κ., το αντιπροσωπεύουν και εκφράζουν τη βούληση του, εφόσον η πράξη ή η παράλειψη έλαβε χώρα κατά την ενάσκηση των καθηκόντων που τους είχαν ανατεθεί και παράγει υποχρέωση προς αποζημίωση. Στην περίπτωση δε που η πράξη ή η παράλειψη του αρμόδιου οργάνου είναι υπαίτια και παράγει υποχρέωση αποζημιώσεως για τον πράξαντα ή παραλείψαντα, ευθύνεται και αυτός εις ολόκληρον με το νομικό πρόσωπο. Έτσι, προϋποθέσεις της κατά τη διάταξη αυτή αυτοτελούς αδικοπρακτικής ευθύνης του νομικού προσώπου είναι: α) πράξη ή παράλειψη, που να μην είναι δικαιοπραξία και να παράγει υποχρέωση αποζημιώσεως με βάση άλλες διατάξεις, όπως είναι εκείνες των άρθρων 914 και 919 Α.Κ., β) να πρόκειται για πράξη ή παράλειψη των οργάνων που αντιπροσωπεύουν το νομικό πρόσωπο (ως όργανα, κατά τον νομοθετικό λόγο της διάταξης αυτής, νοούνται όχι μόνο τα πρόσωπα που διοικούν το νομικό πρόσωπο κατά τους ορισμούς των άρθρων 65 έως 70 A.K. (καταστατικά όργανα), αλλά και εκείνα των οποίων οι εξουσίες συναλλαγής με τρίτους προσδιορίζονται στο καταστατικό, την συστατική πράξη ή τον κανονισμό λειτουργίας του νομικού προσώπου ακόμα και αν τα πρόσωπα αυτά δεν μετέχουν στη διοίκηση του τελευταίου και γ) η πράξη ή η παράλειψη να έγινε κατά την εκτέλεση των καθηκόντων, που είχαν ανατεθεί στο όργανο, πρέπει δηλαδή να βρίσκεται σε εσωτερική συνάφεια με την εκτέλεση των καθηκόντων του οργάνου, είναι δε αδιάφορο για την ευθύνη του νομικού προσώπου, αν το όργανο ενήργησε καθ’ υπέρβαση των καθηκόντων αυτών κατά κατάχρηση της εξουσίας του. Δεδομένου δε, ότι η υπαιτιότητα, η οποία ορίζεται ως “η επιλήψιμη ψυχική κατάσταση ενός προσώπου απέναντι στην παράνομη εξωτερική συμπεριφορά του” προσήκει μόνο σε φυσικά πρόσωπα, το νομικό πρόσωπο δεν αδικοπρακτεί, αλλά ευθύνεται για την αδικοπραξία είτε των οργάνων του, κατ’ άρθρο 71 Α.Κ., είτε των προστηθέντων απ’ αυτό, κατ’ άρθρο 922 A.K. (ΑΠ 450/2024, ΑΠ 1885/2014). Αμέλεια ως μορφή συνυπαιτιότητας, κατά το άρθρο 330 Α.Κ., υπάρχει όταν, εξαιτίας της παράλειψης του δράστη να καταβάλει την επιμέλεια, που αν κατέβαλε, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς εκπροσώπου του κύκλου δραστηριότητάς του, θα ήταν δυνατή η αποτροπή του ζημιογόνου αποτελέσματος, αυτός [δράστης] είτε δεν προέβλεψε την επέλευση του εν λόγω αποτελέσματος, είτε προέβλεψε μεν το ενδεχόμενο επέλευσής του, ήλπισε όμως ότι θα το αποφύγει [ΑΠ 450/2024, ΑΠ 210/2023, ΑΠ 693/2020]. Περαιτέρω, από το άρθρο 932 Α.Κ. προκύπτει ότι αν το δικαστήριο της ουσίας δεχθεί ότι από αδικοπραξία κάποιου προκλήθηκε ηθική βλάβη στον παθόντα, μπορεί να επιδικάσει χρηματική ικανοποίηση με σκοπό να επιτευχθεί μία υπό ευρεία έννοια αποκατάσταση της ηθικής βλάβης αυτού. Το ύψος της χρηματικής ικανοποίησης θα καθοριστεί με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής, έτσι ώστε ο παθών να απολαύει μία δίκαιη και επαρκή ανακούφιση και παρηγοριά, χωρίς από το άλλο μέρος να εμπορευματοποιείται η προσβληθείσα ηθική αξία και να επεκτείνεται υπέρμετρα το ύψος της αποζημίωσης για ηθική βλάβη, που δεν μπορεί να αποτιμηθεί επακριβώς σε χρήμα. Κριτήρια δε για τον προσδιορισμό του εύλογου ποσού είναι εκείνα τα στοιχεία που αποτελούν τα πλέον πρόσφορα μέσα για την εκπλήρωση του εν λόγω σκοπού της διάταξης και κυρίως το είδος και η βαρύτητα της ηθικής προσβολής, η περιουσιακή, κοινωνική και προσωπική κατάσταση των μερών και κυρίως του παθόντος, η βαρύτητα του πταίσματος του δράστη [στο βαθμό που επηρεάζει την ένταση της ηθικής βλάβης], η βαρύτητα του τυχόν συντρέχοντος πταίσματος του παθόντος και οι όλες συνθήκες πρόκλησης του της ηθικής βλάβης. Τα στοιχεία αυτά πρέπει να οδηγούν το δικαστή να σχηματίσει την κατά το άρθρο 932 Α.Κ. εύλογη κρίση του, όχι κατά τις υποκειμενικές του ανέλεγκτες αντιλήψεις, αλλά κατ’ εφαρμογή του αντικειμενικού μέτρου που θα εφάρμοζε ο νομοθέτης, αν έθετε ο ίδιος τον κανόνα αποκατάστασης της ηθικής βλάβης στη συγκεκριμένη περίπτωση. Συνάγεται δε το αντικειμενικό αυτό μέτρο από τον ανωτέρω σκοπό του άρθρου 932 Α.Κ. και, μέσω αυτού, από την όλη κλίμακα των υπερκείμενων σκοπών του συστήματος αποζημίωσης λόγω αδικοπραξίας του Α.Κ.. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, όσον αφορά το ύψος της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποίησης αποφασίζεται [κατ’ αρχήν αποκλειστικώς ανέλεγκτα], με βάση τους ισχυρισμούς και τα αποδεικτικά στοιχεία που θέτουν στη διάθεσή του οι διάδικοι. Επιβάλλεται όμως σε κάθε περίπτωση να τηρείται, κατά τον καθορισμό του επιδικαζόμενου ποσού, η αρχή της αναλογικότητας ως γενική νομική αρχή και δη αυξημένης τυπικής ισχύος [άρθρα 2 παρ. 1 και 25 του Συντάγματος], με την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου, δεν πρέπει να υπερβαίνει τα όρια, όπως αυτά διαπιστώνονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και την κοινή περί δικαίου συνείδηση σε ορισμένο τόπο και χρόνο, που αποτυπώνονται στη συνήθη πρακτική των δικαστηρίων. Τούτο, διότι μία απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό ως δήθεν εύλογο, κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, ευτελίζει στην πρώτη περίπτωση [όσον αφορά τον παθόντα], το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου, και στη δεύτερη [όσον αφορά τον υπόχρεο], το δικαίωμα της περιουσίας του, αφού το δικαστήριο επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών πρέπει, όπως προαναφέρθηκε, να τηρεί μία δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων. Στο σημείο αυτό σημειώνεται ότι η έννοια της αναλογικότητας είναι έννοια αυστηρότερη του ”ευλόγου” και συνακόλουθα το ”εύλογο” εμπεριέχεται στο ”ανάλογο”. Άλλωστε, την αρχή αυτή, υπό την προεκτεθείσα έννοια εκφράζει και η υπερνομοθετικής ισχύος διάταξη του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, υπό την έννοια ότι πρέπει να υπάρχει μία ανεκτή σχέση αναλογικότητας μεταξύ των χρησιμοποιούμενων μέσων και του σκοπού που επιδιώκει κάθε μέτρο, το οποίο αποστερεί ένα άτονο από θεμελιακό δικαίωμά του, όπως από την ιδιοκτησία του (ΑΠ 450/2024). Τέλος, στην αγωγή, με την οποία αξιώνεται η χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης του παθόντος από τον τραυματισμό του συνεπεία εργατικού ατυχήματος, κατά τις διατάξεις των άρθρων 299, 914, 932 του Α.Κ., πρέπει και αρκεί να αναφέρονται, οι συνθήκες του ατυχήματος, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, υπό τα οποία έλαβε χώρα τούτο, το πταίσμα του εργοδότη ή του υπ’ αυτού προστηθέντος, η ηθική βλάβη και η έκταση αυτής (βλ. ΑΠ 961/2007 ΕλλΔνη 2007.1350).

Από την επανεκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης, που εξετάσθηκαν νομότυπα στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, των υπ’ αριθ. …../08-10-2021 και …./08-10-2021 ενόρκων βεβαιώσεων ενώπιον του Ειρηνοδίκη Πειραιά, τις οποίες προσκομίζουν οι τρεις πρώτοι εναγόμενοι κι ελήφθησαν κατόπιν νόμιμης κι εμπρόθε­σμης κλήτευσης των αντιδίκων τους (βλ. τις υπ’ αριθ. ……/05-10-2021 και …./05-10-2021 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών, …………..), οι οποίες άπασες (οι ένορκες βεβαιώσεις) εκτιμώνται κατά το μέτρο της γνώσεως και το βαθμό της αξιοπιστίας εκάστου μαρτυρούντος, καθώς και από το σύνολο των εγγράφων, που οι διάδικοι νομότυπα με επίκληση προσκομίζουν, προκειμένου να χρησιμεύσουν είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα προς άμεση απόδειξη είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, χωρίς να παραλείπεται κάποιο από αυτά για την ουσιαστική διάγνωση της διαφοράς, έστω και αν για ορισμένα θα γίνει ειδική αναφορά πιο κάτω, των φωτογραφιών, που επισκοπήθηκαν, η γνησιότητα των οποίων δεν αμφισβητήθηκε σε συνδυασμό προς τις μερικές μόνον παραδοχές και ομολογίες των διαδίκων, που συνάγονται από τα δικόγραφά τους, αναφέρονται στα παρακάτω ειδικώς μνημονευόμενα θέματα αποδείξεως και εκτιμώνται κατ’ άρθρα 261 εδαφ. β, 352 § 1 και 591 § 1 ΚΠολΔ αλλά και προς τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής (άρθρο 336 § 4 ΚΠολΔ), αποδεικνύονται τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: Ο ενάγων και ήδη εκκαλών της υπό στοιχείο Α έφεσης είχε προσληφθεί με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου με την ειδικότητα του εφαρμοστή από την πρώτη εναγόμενη  και ήδη πρώτη εφεσίβλητη της ίδιας ως άνω έφεσης ομόρρυθμη εταιρεία υπό την επωνυμία «……………..», η οποία δραστηριοποιείται στον τομέα ηλεκτροϋδραυλικών εργασιών επί πλοίων. Η εν λόγω εταιρεία εκπροσωπούνταν νομίμως από τους ομόρρυθμους εταίρους της, δεύτερο και τρίτο των εναγομένων  και ήδη δεύτερο και τρίτο εφεσιβλήτων αντιστοίχως της υπό στοιχείο Α΄ έφεσης, οι οποίοι είχαν την αποκλειστική ευθύνη και για την λειτουργία και  οργάνωση των εργασιών του συνεργείου. Η πρώτη εναγόμενη είχε αναλάβει το έργο της επισκευής και συντήρησης του συστήματος ανύψωσης του καταπέλτη του επιβατηγού–οχηματαγωγού πλοίου «ΟΤ», πλοιοκτησίας της  τέταρτης εναγόμενης και ήδη τέταρτης εφεσίβλητης της ίδιας ως άνω έφεσης. Πλοίαρχος του ως άνω πλοίου κατά τον κρίσιμο χρόνο ήταν ο επίσης πέμπτος εναγόμενος  και ήδη πέμπτος εφεσίβλητος, ο οποίος είχε επιφορτιστεί, μεταξύ άλλων, με την επίβλεψη της εκτέλεσης των εργασιών της εργοδότριας εταιρείας επί του πλοίου. Την 21.10.2016 και περί ώρα 11:30 π.μ., το συνεργείο της εργοδότριας εταιρείας, στο οποίο συμμετείχε ο ενάγων, εκτελούσε εργασίες αφαίρεσης του άνω πείρου που συγκρατούσε τη δεξιά υδραυλική μπουκάλα του καταπέλτη του πλοίου με την επισήμανση ότι ο κάτω πείρος της οποίας είχε αφαιρεθεί νωρίτερα. Η  υδραυλική μπουκάλα συγκρατείτο πρόχειρα με παλάγκα χειρός, αλυσίδες και ιμάντες, ενόψει της ανάγκης αποσύνδεσης και μεταφοράς της. Οι εργασίες αυτές ήταν εγγενώς επικίνδυνες, απαιτούσαν εξειδικευμένα μέτρα προστασίας, χρήση κατάλληλου εξοπλισμού ανύψωσης εργαζομένων και αυστηρή τήρηση των προβλεπόμενων από την εργατική νομοθεσία όρων ασφαλείας. Αντί, όμως, να διατεθεί κατάλληλο σταθερό ή κινητό μεταλλικό ικρίωμα, καθώς και ειδική ανυψωτική πλατφόρμα με κιγκλιδώματα και σημεία πρόσδεσης ατομικού προστατευτικού εξοπλισμού, οι υπεύθυνοι της εργοδότριας εταιρείας, ήτοι οι ομόρρυθμοι εταίροι και συνδιαχειριστές, επέλεξαν να χρησιμοποιήσουν ως μέσο πρόσβασης για τον ενάγοντα και τον συνάδελφό του ένα απλό περονοφόρο ανυψωτικό μηχάνημα (κλαρκ) του πλοίου, επί των περονών του οποίου τοποθετήθηκαν αυθαίρετα τέσσερις έως πέντε παλέτες, σχηματίζοντας πρόχειρη εξέδρα. Στην ανύψωση αυτή ανέβηκαν ο ενάγων και ο έτερος εργαζόμενος …………….., αμφότεροι χωρίς κράνη, χωρίς ζώνες ασφαλείας, χωρίς ιμάντες συγκράτησης, χωρίς οποιαδήποτε προστατευτικά κιγκλιδώματα και χωρίς στοιχειώδη εκπαίδευση για εργασία επί ύψους υπό τέτοιες συνθήκες.  Κατά την εκτέλεση της εργασίας, οι δύο εργαζόμενοι χτυπούσαν τον άνω πείρο με βαριά και μπουκαδούρα, προκειμένου αυτός να εξέλθει από τη θέση του. Κατά τη στιγμή που ο πείρος αποσυνεδέετο, η υδραυλική μπουκάλα, βάρους περίπου τριών τόνων, ταλαντεύθηκε βίαια, χτύπησε τη μπουκαδούρα και αυτή, με τη σειρά της, εκτινάχθηκε και έπληξε τον ενάγοντα στο κεφάλι, προκαλώντας στιγμιαία ζάλη και απώλεια προσανατολισμού. Ο ενάγων, μη δυνάμενος να συγκρατηθεί, λόγω της παντελούς έλλειψης οποιουδήποτε μέσου προστασίας, έπεσε από ύψος περίπου 3,5 μέτρων στο μεταλλικό δάπεδο του γκαράζ του πλοίου, κτυπώντας επιπλέον σε μεταλλικό βαρέλι. Το ατύχημα ήταν άμεσο αποτέλεσμα της επικίνδυνης, παράνομης και πλήρως αντιεπιστημονικής μεθόδου εργασίας που είχε επιλεγεί και εγκριθεί από τους υπευθύνους της εργοδότριας εταιρείας. Αντιθέτως οι εναγόμενοι, και ιδίως η ομόρρυθμη εταιρεία «…………» διά των νομίμων εκπροσώπων της, καθώς και η πλοιοκτήτρια εταιρεία ………….. μέσω του πλοιάρχου του πλοίου, προέβαλαν σειρά ισχυρισμών με σκοπό να αμφισβητήσουν τόσο τον τρόπο όσο και τον χρόνο επέλευσης του ατυχήματος, επιχειρώντας να αποσυνδέσουν το τραυματισμό του ενάγοντος από την εκτελούμενη εργασία και από τις δικές τους παραλείψεις. Κατά τους ισχυρισμούς τους, το συνεργείο της πρώτης εναγόμενης εργοδότριας εταιρείας δεν εκτελούσε εργασία κατά τον κρίσιμο χρόνο, αλλά βρισκόταν σε «διάλειμμα» αναμένοντας, δήθεν, την άφιξη γερανού, ο οποίος –κατά την εκδοχή τους– θα χρησιμοποιείτο για την ασφαλή συγκράτηση της υδραυλικής μπουκάλας, ώστε ακολούθως να αρχίσει η διαδικασία αφαίρεσης του άνω πείρου. Υποστήριξαν μάλιστα ότι ουδεμία εργασία αφαίρεσης του πείρου βρισκόταν σε εξέλιξη εκείνη τη στιγμή, ότι ο ενάγων δεν εκτελούσε χειρισμούς επί της υδραυλικής μπουκάλας και ότι το συνεργείο ανέμενε παθητικά χωρίς καμία επικίνδυνη ενέργεια να τελείται. Επιπλέον ισχυρίστηκαν ότι ο ενάγων δεν έπεσε από ύψος εξαιτίας χτυπήματος από εργαλεία ή από ταλάντευση της μπουκάλας, αλλά ότι «έπεσε ενώ περπατούσε» στο γκαράζ του πλοίου, δηλαδή ότι ο τραυματισμός του ήταν αποτέλεσμα μιας τυχαίας και ατυχούς απώλειας ισορροπίας κατά την κίνησή του στο χώρο και όχι αποτέλεσμα πτώσης από ανυψωμένο επίπεδο. Κατά την εκδοχή τους, δεν υπήρξε ουδεμία ανύψωση του ενάγοντος με κλαρκ, ούτε χρήση παλετών, ούτε ανώμαλος τρόπος πρόσβασης στο σημείο του πείρου, το δε  κλαρκ χρησιμοποιήθηκε μόνο για τη μεταφορά υλικών, όχι για ανύψωση προσώπων, και ότι δεν υφίσταται καμία απόδειξη περί αναβάσεως εργαζομένων επί των περονών του. Επιπλέον, αρνήθηκαν ότι τα μέλη του συνεργείου εκτελούσαν τότε χτυπήματα με βαριά και μπουκαδούρα προς τον άνω πείρο, υποστηρίζοντας ότι τέτοια εργαλεία δεν είχαν χρησιμοποιηθεί κατά τον σχετικό χρόνο. Καταλήγουν δε στο συμπέρασμα ότι ο ενάγων είχε προσωπική ευθύνη για το συμβάν, καθώς κινήθηκε απρόσεκτα μέσα στο χώρο του γκαράζ, ενόσω το συνεργείο βρισκόταν σε στάση εργασιών, και κατ’ αυτόν τον τρόπο προκάλεσε ο ίδιος την πτώση του. Σημειωτέον ότι οι εναγόμενοι πρωτοδίκως  είχαν προβάλλει τη σχετική ένσταση της εξ οικείου πταίσματος του ενάγοντος στην επέλευση της ζημίας ερειδόμενη στην ΑΚ 300, η οποία μάλιστα έγινε δεκτή ως βάσιμη κατ’ ουσίαν από την εκκαλουμένη, η οποία δέχθηκε τους άνω πραγματικούς ισχυρισμούς των εναγομένων, απέδωσε τον τραυματισμό του ενάγοντος σε αυτόνομο περιστατικό, αποκομμένο από οποιαδήποτε εργασιακή διαδικασία και χωρίς αιτιώδη σύνδεσμο με πράξεις ή παραλείψεις των εναγομένων και απέρριψε την αγωγή ως αβάσιμη κατ ουσίαν. Πλην όμως ο καταλυτικός της αγωγής ισχυρισμός ότι το επίμαχο ατύχημα δεν επήλθε κατά την εκτέλεση εργασίας, αλλά ότι ο ενάγων δήθεν «έπεσε ενώ περπατούσε», επιχειρώντας να αποδώσουν το συμβάν σε προσωπική απροσεξία και άνευ οποιασδήποτε σύνδεσης με την εργασία ή με παραλείψεις της εργοδότριας εταιρείας κρίνεται αβάσιμος, αντιφατικός και ασύμβατος με τα πραγματικά περιστατικά που εισφέρθηκαν από τους διαδίκους στο παρόν Δικαστήριο. Πρώτον, από τον πλήρη ιατρικό φάκελο του Νοσοκομείου «ΑΤΤΙΚΟΝ» και από τα χειρουργικά πρωτόκολλα προκύπτει ότι ο ενάγων υπέστη βαριές κακώσεις, ήτοι κρανιοεγκεφαλική κάκωση με απώλεια αισθήσεων, εκτεταμένη αιμορραγία, ρήξη της δεξιάς μηριαίας αρτηρίας, μεγάλο αιμάτωμα μηρού, σύνδρομο διαμερίσματος που απείλησε με ακρωτηριασμό, καθώς και κακώσεις στον δεξιό ώμο, αποτέλεσμα ισχυρού πλήγματος από βαρύ μεταλλικό αντικείμενο. Οι κακώσεις αυτές, κατά κοινή ιατρική αντίληψη, δεν μπορούν να προκληθούν από πτώση ιδίου επιπέδου. Αντιθέτως, αποτελούν χαρακτηριστικό πολυτραυματισμού εξαιτίας πτώσης από ύψος και με εξαιρετικά υψηλή μηχανική ενέργεια. Η ρήξη αρτηρίας, το σύνδρομο διαμερίσματος και οι πολλαπλές εσωτερικές βλάβες αποτελούν ενδείξεις κάθετης πτώσης μεγάλης έντασης και όχι απλής ολίσθησης. Επιπλέον, το τραύμα στον ώμο φέρει τα χαρακτηριστικά πλήγματος από εκτινασσόμενο εργαλείο (μπουκαδούρα), γεγονός ασύμβατο με την εκδοχή της «πτώσης κατά την στιγμή που περπατούσε». Δεύτερον, δεν αμφισβητήθηκε το είδος της εργασίας που είχε ανατεθεί στον ενάγοντα καθώς και η επικινδυνότητα του εγχειρήματος αυτού που προϋπόθετε τη χρήση τεχνικών μέσων ασφαλούς ανύψωσης του εργαζομένου και μέτρων ασφαλείας. Αποδείχθηκε επίσης ότι κατά τον κρίσιμο χρόνο, ο ενάγων δεν τελούσε σε διάλλειμα εργασίας λόγω αναψυχής, αλλ’ αντιθέτως εκτελούσε τη συγκεκριμένη εργασία αφαίρεσης του άνω πείρου της δεξιάς υδραυλικής μπουκάλας. Τρίτον, το ημερολόγιο γέφυρας του πλοίου, το οποίο συνιστά επίσημο έγγραφο, αναφέρεται μονομερώς σε εργατικό ατύχημα του ενάγοντος προερχόμενη εξ ίδιας πτώσεως και απηχεί τη θέση των εναγομένων, χωρίς όμως να αναζητήσει και την άποψη του ίδιου παθόντος σε κάθε δε περίπτωση δεν επιβεβαιώνεται η καταγραφεία μικρής έκτασης και σημασίας πτώση του ενάγοντος από το σύνολο των ιατρικών πιστοποιητικών που βεβαιώνουν το είδος και την έκταση των σωματικών του βλαβών. Τέταρτον, καθοριστικής σημασίας είναι το γεγονός ότι, αμέσως μετά την πτώση του ενάγοντος, ο πλοίαρχος του πλοίου φώναξε χαρακτηριστικά «να εξαφανιστεί το κλαρκ», ισχυρισμός οποίος προβάλλεται από τον ενάγοντα και επιβεβαιώνεται  από την επ ακροατηρίω κατάθεση της μάρτυρος ……………., συζύγου του ενάγοντος, η οποία καταθέτει για τις συνθήκες του ατυχήματος σύμφωνα με τα όσα άκουσε από το σύζυγό της. Επιπλέον με βάση τα διδάγματα της λογικής και της κοινής πείρας κρίνει ότι το κλαρκ, παρά τον περί του αντιθέτου ισχυρισμό των εναγομένων,  βρισκόταν παρόν στο σημείο του ατυχήματος και χρησιμοποιούνταν ως αυτοσχέδιο μέσο ανύψωσης εργαζομένων, πρακτική απολύτως παράνομη και απαγορευμένη. Και τούτο διότι ουδένα άλλο μέσο ανύψωσης υπήρχε στο χώρο, πλην του κλάρκ, το οποίο αποτελούσε κινητό όχημα της αποκλειστικής εκμετάλλευσης της τέταρτης εναγομένης και στο πλαίσιο του επίδικου ατυχήματος η χρήση του καθοδηγείτο από τον πέμπτο εναγόμενο πλοίαρχο. Επίσης ουδέποτε προέκυψε η ύπαρξη κάποιας προσθήκης – κλωβού που θα τοποθετούνταν επί του υφιστάμενου ή ύπαρξη άλλου αντίστοιχου οχήματος πλην του συγκεκριμένου κλάρκ, το οποίο επιχειρήθηκε από τους εναγομένους να αποκρυβεί  ως τεχνικό μέσο εργασίας. Συνεπώς, αν ο ενάγων είχε απλώς «γλιστρήσει ενώ περπατούσε», κατά τον ισχυρισμό των εναγομένων,  δεν θα υπήρχε κανένας λόγος για την άμεση απόκρυψη του κλαρκ και την παρασιώπησή του σε οιαδήποτε ανάμειξη του στο ένδικο εργατικό ατύχημα.  Πέμπτον, οι ισχυρισμοί των εναγομένων περί προσωπικής αμέλειας του ενάγοντος είναι αόριστοι, αναπόδεικτοι και στερούνται λογικής συνέπειας καθώς δεν  προσδιορίζεται από τους ίδιους καμία συγκεκριμένη πράξη ή συμπεριφορά του ενάγοντος που θα μπορούσε να οδηγήσει σε τόσο σοβαρό τραυματισμό. Δεν αναφέρεται κανένα εμπόδιο, κανένα ολίσθημα, καμία συνθήκη που να δικαιολογεί πτώση. Αντιθέτως, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων εκτελούσε απολύτως φυσιολογικές κινήσεις εργασίας, ενώ η μέθοδος που του είχαν επιβάλει οι υπεύθυνοι ήταν επικίνδυνη, πρόχειρη και παράνομη, καθόσον έγιναν εργασίες σε ύψος χωρίς την ύπαρξη ικριώματος, κιγκλιδωμάτων ή μέσων ατομικής προστασίας και με τη χρήση κλαρκ, μέσου απολύτως ακατάλληλου για ανύψωση προσωπικού. Τέλος, η επιχειρηματολογία των εναγομένων ότι οι τραυματισμοί του ενάγοντος δεν είναι συμβατοί με πτώση από ύψος, αντιφάσκει με τον ίδιο τον ιατρικό φάκελο, όπου περιγράφονται κακώσεις εξαιρετικά υψηλής ενέργειας, οι οποίες, κατά την ιατρική επιστήμη, δεν είναι δυνατόν να προκληθούν από απλή πτώση στο επίπεδο. Η σοβαρότητα των τραυμάτων, η εκτεταμένη αιμορραγία, η εγκατεστημένη ισχαιμία του άκρου, η ανάγκη πολλαπλών χειρουργικών παρεμβάσεων και η εισαγωγή στη ΜΕΘ αποτελούν αποδεικτικά τεκμήρια που καταρρίπτουν κάθε αντίθετο ισχυρισμό.

Με βάση επομένως τα ανωτέρω πλήρως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά προκύπτει ότι το ένδικο εργατικό  ατύχημα οφείλεται αποκλειστικά στην παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά της εργοδότριας εταιρείας και των ομορρύθμων εταίρων της, οι οποίοι: α) παρέβησαν κατάφωρα τις υποχρεώσεις τους περί υγείας και ασφάλειας στην εργασία, β) χρησιμοποίησαν ακατάλληλο εξοπλισμό για ανύψωση εργαζομένων, γ) δεν διέθεσαν τα προβλεπόμενα μέσα προστασίας, δ) δεν προέβησαν σε απαιτούμενη επίβλεψη τεχνικού ασφαλείας και  ε) αδιαφόρησαν για τη στοιχειώδη πρόνοια που επιβάλλει η φύση της εργασίας. Πλέον συγκεκριμένα τα ανωτέρω  διαπιστωθέντα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά υπάγονται ευθέως στη νομοθετική τυποποίηση των άρθρων 4, 6, 25 παρ. 1 και 32 ν. 1568/1985, που επιβάλλουν στον εργοδότη και στους υπευθύνους του έργου την υποχρέωση εξασφάλισης της ασφάλειας των εργαζομένων και την παροχή και επιβολή χρήσης κατάλληλων μέσων ατομικής προστασίας, καθώς και στα άρθρα 7 παρ. 5–6 π.δ. 17/1996, που επιβάλλουν την υποχρέωση οργάνωσης, πρόληψης και εποπτείας της ασφαλούς εκτέλεσης των εργασιών, ενώ περαιτέρω προσκρούουν ευθέως στις ρυθμίσεις του π.δ. 396/1994, το οποίο επιβάλλει την προμήθεια κράνους, ζώνης πρόσδεσης και λοιπού εξοπλισμού ατομικής προστασίας. Η πλήρης απουσία των παραπάνω μέτρων, η ανοχή στη χρήση ακατάλληλου και παράνομου μέσου εργασίας, η έλλειψη οργανωμένης επίβλεψης και η μη αποτροπή μιας καταφανώς επικίνδυνης μεθόδου εκτέλεσης του έργου συνιστούν, κατά τις παραδοχές της απόφασης, ευθεία παράβαση των ειδικών αυτών νομοθετικών διατάξεων, στοιχειοθετούν το παράνομο της συμπεριφοράς κατά την έννοια των άρθρων 914 και 922 ΑΚ και συγκροτούν τον αναγκαίο αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της πλημμελούς τήρησης των κανόνων ασφαλείας και της επέλευσης του εργατικού ατυχήματος. Επομένως οι πράξεις και οι παραλείψεις των τριών πρώτων των εναγομένων  συνιστούν παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά που στοιχειοθετεί πλήρως την εκ του άρθρου 16 §1 Ν. 551/1915 αποζημιωτική αξίωση του ενάγοντος καθώς ανέκυψε επήλθε κατά την παροχή της εργασίας του, στην οποία δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις νόμων, διαταγμάτων ή κανονισμών για τους όρους ασφάλειας των εργαζομένων. Επιπλέον η ευθύνη της τέταρτης εναγομένης πλοιοκτήτριας εταιρείας και του πέμπτου εναγομένου πλοιάρχου θεμελιώνεται, σύμφωνα με τις παραδοχές του Δικαστηρίου, από το σύνολο των διαπιστωθεισών παραλείψεων και παράνομων ενεργειών τους, οι οποίες συνδέονται αιτιωδώς με την επέλευση του επίδικου εργατικού ατυχήματος. Ειδικότερα, αποδείχθηκε ότι η τέταρτη εναγόμενη, ως πλοιοκτήτρια του επιβατηγού–οχηματαγωγού πλοίου, καθώς και ο πέμπτος εναγόμενος υπό την ιδιότητά του ως πλοιάρχου και αρμοδίου για την επίβλεψη της εκτέλεσης των εργασιών επί του πλοίου, παρέλειψαν να ελέγξουν την τήρηση των υποχρεωτικών όρων ασφαλείας και επέτρεψαν την εκτέλεση των εργασιών με τρόπο προδήλως ακατάλληλο, παράνομο και επικίνδυνο. Επίσης δεν μερίμνησαν ώστε η επίδικη εργασία αφαίρεσης του άνω πείρου της υδραυλικής μπουκάλας να πραγματοποιηθεί με κατάλληλα μέσα, αλλά επέτρεψαν τη χρήση περονοφόρου οχήματος με τοποθετημένες παλέτες ως υποτυπώδους εξέδρας εργασίας, μέθοδος η οποία αντιβαίνει ευθέως στις διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας περί ασφαλούς εκτέλεσης εργασιών σε ύψος και επιφέρει προφανή κίνδυνο για τη σωματική ακεραιότητα των εργαζομένων. Σημειωτέον στον πέμπτο εναγόμενο, πλοίαρχο, είχε ανατεθεί, μεταξύ άλλων, η επίβλεψη των εργασιών του συνεργείου της εργοδότριας εταιρείας επί του πλοίου, στοιχείο που θεμελιώνει τον χαρακτηρισμό του ως προστηθέντος κατά το άρθρο 922 ΑΚ, και κατά συνέπεια ενεργούσε ως όργανο της πλοιοκτήτριας εταιρείας, για τις πράξεις και παραλείψεις του οποίου αυτή ευθύνεται εις ολόκληρον σύμφωνα με το άρθρο 71 ΑΚ. Με βάση τα ανωτέρω, η ευθύνη της πλοιοκτήτριας εταιρείας και του πλοιάρχου θεμελιώνεται πλήρως, καθώς η παράλειψη λήψης και επιβολής των απαιτούμενων μέτρων ασφαλείας, η ανοχή σε παράνομη μέθοδο εκτέλεσης της εργασίας και η μη άσκηση της υποχρεωτικής εποπτείας αποτελούν παραβάσεις της ειδικής νομοθεσίας περί ασφάλειας και υγιεινής των εργαζομένων και συγκροτούν το παράνομο και υπαίτιο της συμπεριφοράς τους. Κατά συνέπεια άπαντες οι εναγόμενοι υπέχουν εις ολόκληρον ευθύνη προς αποζημίωση κατά τα άρθρα 914, 922 και 932 ΑΚ. Ακολούθως, αμέσως μετά την πτώση από ύψος περίπου 3,5 μέτρων και τον ισχυρό πλήγμα που υπέστη ο ενάγων στο κεφάλι, διακομίστηκε στο Γενικό Νοσοκομείο «Αττικόν» σε ημιλιπόθυμη κατάσταση, όπου διαπιστώθηκαν κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις, εκτεταμένο αιμάτωμα στο τριχωτό της κεφαλής, θλαστικό τραύμα, κάκωση δεξιού ώμου και κυρίως βαρεία κάκωση του δεξιού μηρού με σύνδρομο διαμερίσματος, απουσία περιφερικών σφίξεων και τραυματική ισχαιμία, απαιτούσα άμεση χειρουργική επέμβαση διάνοιξης και παροχέτευσης, υπό συνθήκες αιμορραγικού σοκ, με ανάγκη πολλαπλών μεταγγίσεων αίματος και πλάσματος και επακόλουθη νοσηλεία στη ΜΕΘ, ενώ ακολούθησε δεύτερο χειρουργείο για σύγκλειση του τραύματος και πολυήμερη νοσηλεία συνολικά 27 ημερών. Στη διάρκεια της νοσηλείας του υπέστη μικροβιακή λοίμωξη από το ιδιαίτερα επικίνδυνο πολυανθεκτικό μικρόβιο klebsiella, η οποία επέβαλε παρατεταμένη αγωγή και ενέτεινε τον κίνδυνο απώλειας του άκρου, ενώ σε μεταγενέστερο χρόνο διαπιστώθηκε λοίμωξη από acinetobacter και candida, απαιτούσα συνεχή εξειδικευμένη παρακολούθηση. Μετά το εξιτήριο, ο ενάγων συνέχισε να φέρει σοβαρά προβλήματα στον δεξιό ώμο, όπου από τη μαγνητική τομογραφία προέκυψαν εκτεταμένες τενοντοπάθειες και μερικές ρήξεις, καθώς και υμενίτιδα και οστικό οίδημα, με τη διάγνωση ρήξης υπερακανθίου τένοντα και την ανάγκη χειρουργικής συρραφής· λόγω οικονομικής αδυναμίας ακολούθησε συντηρητική αγωγή με επαναλαμβανόμενες ενέσεις. Η κάκωση του δεξιού μηρού είχε ως επακόλουθο μόνιμη αδυναμία, αστάθεια στη βάδιση, υποτροπιάζουσες πτώσεις και περαιτέρω κακώσεις, μεταξύ των οποίων ρήξη έσω πλαγίου και προσθίου χιαστού. Παράλληλα, παρουσίασε διαταραχές λαβυρίνθου, έντονη ζάλη και απώλεια ισορροπίας, καθώς και επαναλαμβανόμενα επεισόδια δυσαρθρίας και σύγχυσης, τα οποία οδήγησαν σε διερεύνηση για νευρολογική βλάβη και παροδικά ισχαιμικά επεισόδια. Από τον νευρολογικό έλεγχο διαπιστώθηκε, μεταξύ άλλων, παρουσία τραυματικού ανευρύσματος της αριστερής έσω καρωτίδας ενδοσηραγγώδους μοίρας, καθώς και παθολογικά ηλεκτροεγκεφαλογραφήματα συμβατά με επιληπτογόνο δραστηριότητα, με αποτέλεσμα την ανάγκη λήψης αντιεπιληπτικής αγωγής εφ’ όρου ζωής. Επιπλέον, η κρανιοεγκεφαλική κάκωση και οι επακόλουθες νευρολογικές διαταραχές οδήγησαν σε γνωσιακές δυσλειτουργίες και χρόνιες κεφαλαλγίες, ενώ ο ενάγων παρουσίασε επίσης ψυχικές διαταραχές, περιλαμβανομένων συμπτωμάτων κατάθλιψης, χρήζοντας ψυχιατρικής παρακολούθησης. Ακρωτηριαστικής βαρύτητας είναι οι συνέπειες και στον τομέα της όρασης, καθώς η μετατραυματική βλάβη στο αριστερό μάτι εξελίχθηκε σε εξωβοθρική χοριοειδική νεοαγγείωση και εκφύλιση ωχράς, με αποτυχία των ενδοϋαλοειδικών εγχύσεων anti-VEGF και με αποτέλεσμα την ουσιαστική απώλεια της όρασης από τον αριστερό οφθαλμό, γεγονός που συνιστά σοβαρή και μόνιμη αναπηρία. Όλα τα ανωτέρω –οι κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις, η σοβαρότατη βλάβη του μηρού με σύνδρομο διαμερίσματος, οι μόνιμες ορθοπαιδικές και αγγειολογικές επιπλοκές, οι νευρολογικές διαταραχές με επιληπτική δραστηριότητα, η απώλεια όρασης και οι συνακόλουθες ψυχικές διαταραχές– αποτελούν άμεση και αναπόδραστη συνέπεια του τραυματισμού του ενάγοντος, ο οποίος επιστημονικώς αξιολογήθηκε ως βαριά σωματική βλάβη, πλήρως συμβατή με πτώση από μεγάλο ύψος και με άσκηση ισχυρών δυνάμεων, και καθιστούν σαφές ότι ο ενάγων υπέστη βαριά, πολύπλοκη και μόνιμη προσβολή της υγείας του, με καθοριστικές επιπτώσεις στη σωματική, νευρολογική και ψυχική του λειτουργία. Εξάλλου ο προταθείς πρωτοδίκως ισχυρισμός των εναγόμενων περί της ύπαρξης συντρέχοντος πταίσματος του ενάγοντος στην επέλευση  του ένδικου εργατικού ατυχήματος, ερειδόμενος στην ΑΚ 300, με βάση τις ανωτέρω παραδοχές, δεν κρίνεται ως βάσιμος κατ’ ουσίαν καθώς δεν προέκυψε ότι ο ενάγων ενήργησε με τρόπο απρόσεκτο, παρεκκλίνοντας από τις υποδείξεις ή τις οδηγίες του εργοδότη, ούτε ότι προέβη σε μη προβλέψιμη ή απαγορευμένη ενέργεια. Αντιθέτως, εκτελούσε ακριβώς το έργο που του είχε ανατεθεί, σύμφωνα με τον τρόπο που του υποδείχθηκε, στα όρια του ρόλου του και χωρίς καμία δυνατότητα παρεμβολής στην επιλογή μέσων, εξοπλισμού και μεθόδου. Η δε κρίσιμη αιτία του ατυχήματος –η ταλάντωση της μπουκάλας, η κρούση της μπουκαδούρας στο κεφάλι και η πτώση από μεγάλο ύψος– αποδίδεται ευθέως στη χρήση ακατάλληλου και παράνομου εξοπλισμού και στην πλήρη έλλειψη μέτρων ασφαλείας, δηλαδή σε παραλείψεις αποκλειστικά των εργοδοτών και του επιβλέποντος πλοιάρχου. Με βάση τα παραπάνω, η συμπεριφορά του ενάγοντος δεν συνιστά αμέλεια συναποτελούσα αιτιώδη συντελεστή της επέλευσης της ζημίας, αλλά απλή συμμόρφωση προς τις επιταγές της εργοδοσίας. Ως εκ τούτου, δεν στοιχειοθετείται συντρέχον πταίσμα και δεν χωρεί μείωση της οφειλόμενης αποζημίωσης κατά το άρθρο 300 ΑΚ. πό τα παραπάνω δε πραγματικά περιστατικά, το Δικαστήριο οδηγείται στην κρίση ότι ο ενάγων υπέστη ηθική βλάβη από την αδικοπραξία των εναγόμενων. Λαμβάνοντας υπόψη τις συνθήκες υπό τις οποίες συνέβη το εν λόγω ατύχημα, την ηλικία του ενάγοντος κατά το χρόνο αυτού (53 ετών), τη βαρύτητα και το είδος του τραυματισμού του, την ταλαιπωρία και τη στεναχώρια που δοκίμασε ένεκα αυτού, το βαθμό του πταίσματος των ως άνω εναγόμενων (δεύτερης και τρίτης και πέμπτου), όπως παραπάνω προσδιορίστηκαν, την κοινωνικοοικονομική κατάσταση των μερών, το Δικαστήριο κρίνει, με βάση τα διδάγματα της ανθρώπινης εμπειρίας και της λογικής, ότι πρέπει να επιδικασθεί στον ενάγοντα, ως χρηματική ικανοποίηση, το ποσό των πενήντα (50.000) ευρώ. Το ποσό αυτό κρίνεται εύλογο και σύμφωνο με την αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 25 Σ όπως εξειδικεύεται  με το άρθρο 932 ΑΚ, κατά τα προεκτεθέντα στην οικεία μείζονα σκέψη).  Κατόπιν τούτων, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, στο βαθμό που κατέληξε σε διαφορετική κρίση με το παρόν και απέρριψε την αγωγή ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη, εσφαλμένα εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις. Πρέπει, συνεπώς, κατά τον βάσιμο περί τούτου ως άνω πρώτου λόγου της υπό στοιχείο Α΄ έφεσης,  να εξαφανισθεί,  αφού κρατηθεί δε η υπόθεση στο Δικαστήριο αυτό και ερευνηθεί κατ΄ ουσία, πρέπει, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, να γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή κι ως ουσιαστικά βάσιμη και να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, καθένας από αυτούς εις ολόκληρο, να καταβάλει, στον ενάγοντα, για την ανωτέρω αιτία, το ποσό των 50.000 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής έως την εξόφληση. Πρέπει, τέλος, τα δικαστικά έξοδα του εκκαλούντος – ενάγοντος στην Α΄ έφεση να επιβληθούν και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, κατόπιν σχετικού αιτήματός του, εις βάρος των  εναγόμενων- εφεσιβλήτων  στην ως άνω έφεση, λόγω της εν μέρει ήττας τους και ανάλογα με την έκταση αυτής (άρθρα 178, 183 ΚΠολΔ), όπως επίσης ορίζονται στο διατακτικό της παρούσας απόφασης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Συνεκδικάζει, κατ΄ αντιμωλία των διαδίκων: Α)  την από 30.4.2024 (με ΓΑΚ/ΕΑΚ ………./30.4.2024 Πρωτ και ΓΑΚ/ΕΑΚ …………/9.5.2024 Εφετ) έφεση, Β) την από την από 31.3.2025 (με ΓΑΚ/ΕΑΚ ………./31.3.2025 Πρωτ και ΓΑΚ/ΕΑΚ …………/31.3.2025 Εφετ) έφεση.

Διατάσσει την απόδοση του παραβόλου του Δημοσίου (ήτοι του e- παραβόλου με αρ. ……………., ποσού 100 ευρώ), στον καταθέσαντα αυτό εκκαλούντα της υπό στοιχείο Α΄ έφεσης.

Δέχεται τυπικά και κατ’ ουσίαν τις ως άνω εφέσεις.

Εξαφανίζει την εκκαλουμένη υπ’αρ. 611/2024 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών (εργατικών) διαφορών.

Κρατεί την αγωγή και την από 25.6.2021 κύρια παρέμβαση – αγωγή

Απορρίπτει την από 25.6.2021 κύρια παρέμβαση – αγωγή.

Συμψηφίζει μεταξύ των διαδικων τη δικαστική δαπάνη.

Δικάζει επί της ουσίας την υπόθεση.

Δέχεται εν μέρει την από 14.1.2021 αγωγή.

Αναγνωρίζει την υποχρέωση των εναγομένων εις ολόκληρον ο καθένας να καταβάλουν στον ενάγοντα το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, με τον νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής έως την εξόφληση.

Επιβάλλει μέρος από τα δικαστικά έξοδα του ενάγοντος και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, εις βάρος των εναγόμενων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ.

KPIΘHKE, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στον Πειραιά, στο ακροατήριό του και σε έκτακτη δημόσια αυτού συνεδρίαση την 9η Φεβρουαρίου 2026, απόντων των διαδίκων και των πληρεξούσιων δικηγόρων τους.

Ο   ΔΙΚΑΣΤΗΣ                                     H  ΓPAMΜΑΤΕΑΣ