ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΑ
ΤΜΗΜΑ ΝΑΥΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ
Αριθμός 104 /2026
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΑ
Συγκροτήθηκε από το Δικαστή Βασίλειο Τζελέπη, Εφέτη, ο οποίος ορίσθηκε από την Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης του Εφετείου Πειραιά και από τη Γραμματέα Σ.Φ.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του την …………. για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
ΤΟΥ ΕΚΚΑΛΟΥΝΤΟΣ: …………..ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Άννα Κοντοσέα [Δ.Ε. Γ. ΚΟΝΤΟΣΕΑΣ και ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ] (με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ).
ΤΗΣ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΗΣ: Εταιρίας με την επωνυμία <<……………>>, που έχει την έδρα της στη Λιβερία και διατηρεί υποκατάστημα στη …. Αττικής επί της διασταυρώσεως των οδών ……… με την επωνυμία <<……………>> με ΑΦΜ …………, όπως νόμιμα εκπροσωπείται, η οποία εκπροσωπήθηκε από τη πληρεξούσια της δικηγόρο Αγγελική Κυνηγηλάκη (με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ).
Ο εκκαλών άσκησε την από 28.12.2022 με ΓΑΚ/ΕΑΚ …………./2022 αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών – εργατικών διαφορών, απευθυνόμενη κατά της εφεσίβλητης. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η με αριθμό 3039/2023 οριστική απόφαση του ως άνω πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, με την οποία η αγωγή έγινε εν μέρει δεκτή. Κατά της απόφασης αυτής παραπονείται ο εκκαλών – ενάγων με την κρινόμενη από 27.11.2024 [με ΓΑΚ /ΕΑΚ ………../2024 Πρωτ) έφεσή του, η οποία ορίσθηκε να συζητηθεί για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο κατά την οποία συζητήθηκε.
Κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου στην αναγραφόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης δικάσιμο εκφωνήθηκαν με τον προσήκοντα τρόπο από τη σειρά του οικείου πινακίου η έφεση, όπου αμφότερες οι πληρεξούσιες δικηγόροι των διαδίκων ανέπτυξαν τις σκέψεις τους με τις προτάσεις που προκατέθεσαν και με σχετική δήλωσή τους, δήλωσαν, σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ, ότι συμφωνούν να συζητηθεί η ένδικη έφεση, χωρίς να παρασταθούν.
ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση από 27.12.2024 [με ΓΑΚ /ΕΑΚ ………/2024 Πρωτ και ΓΑΚ/ΕΑΚ ………../2025 Εφετ.] έφεση στρέφεται κατά της 3039/2023 πρωτόδικης οριστικής απόφασης, έχει δε ασκηθεί σύμφωνα με τις νόμιμες διατυπώσεις και εμπρόθεσμα, ενόψει του ότι δεν προκύπτει η επίδοση της εκκαλούμενης απόφασης, (άρθρα 19, 495 παρ. 1, 511, 513 παρ. 1 περ. β, 516 παρ. 1, 517, 518 παρ. 2 και 591 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.) εντός της καταχρηστικής προθεσμίας των δύο ετών από τη δημοσίευση της απόφασης (15.9.2023). Επομένως, πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 533 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), κατά την ίδια ως άνω διαδικασία που εκδόθηκε η εκκαλούμενη απόφαση. Σημειώνεται ότι δεν απαιτείται η κατάθεση παραβόλου εκ μέρους του εκκαλούντος λόγω της φύσης της προκείμενης διαφοράς ως εργατικής (άρθρο 495 παρ. 3 εδάφ. τελευτ. Κ.Πολ.Δ. – Εφ.Δωδ. 225/2018, Εφ.Πειρ. 166/2014, Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ).
Ο ενάγων και ήδη εκκαλών με την υπό κρίση αγωγή του ισχυρίστηκε , μετά τον περιορισμό του αγωγικού αιτήματος, ως προς το χρονικό διάστημα κατά το οποίο ο ενάγων ισχυρίστηκε ότι εκτέλεσε τα καθήκοντα του υδραυλικού με προφορική δήλωση της πληρεξούσιας του δικηγόρου που καταχωρίσθηκε στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, εξέθεσε ότι κατά τα αναφερόμενα στην αγωγή χρονικά διαστήματα ναυτολόγησής του στο πλοίο της εναγομενης με διαδοχικές συμβάσεις ναυτικής εργασίας, απασχολείτο υπερωριακά χωρίς να λαμβάνει την αντίστοιχη αμοιβή, την οποία υπολόγισε στο ποσό των 16.224,09 ευρώ. Επιπλέον, εξέθεσε ότι από 31.03.2022 έως 28.04.2022, λόγω αποναυτολόγησης του υδραυλικού του πλοίου, του ανατέθηκαν με συμφωνία του πλοιάρχου καθήκοντα υδραυλικού επιπροσθέτως της κύριας εργασίας του, χωρίς να του καταβληθεί η νόμιμη πρόσθετη αμοιβή, την οποία υπολόγισε σε 2.555,39 ευρώ. Περαιτέρω, ζήτησε τη διαφορά της αποζημίωσης λόγω πρόσκαιρης ανικανότητας προς εργασία σύμφωνα με τον Ν. 551/1915, υπολογιζόμενη σε 4.738,20 ευρώ για το σύνολο της περιόδου ανικανότητας, εκ των οποίων η εργοδότρια του κατέβαλε 3.150 ευρώ, με αποτέλεσμα να οφείλεται σε αυτόν ποσό 1.588,20 ευρώ. Με βάση το πιο πάνω ιστορικό ο ενάγων ζητούσε να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει το συνολικό ποσό των 20.367,68 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο υπερημερίας από της επομένης της απόλυσής του (25.10.2022), άλλως από της επίδοσης της αγωγής και μέχρι την πλήρη εξόφληση (ΑΚ 346) και να καταδικαστεί στην αμοιβή της πληρεξούσιας του δικηγόρου.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την εκκαλούμενη απόφασή του, αφού δέχθηκε την αγωγή ως ορισμένη και νόμιμη,[ πλην του κονδυλίου της αγωγής που αναφέρεται στη καταψήφιση της διαφοράς επί της αποζημίωσης για την πλήρη πρόσκαιρη ανικανότητά του προς εργασία το οποίο απέρριψε ως μη νόμιμο], στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 192, 193, 341, 345 εδ. α’, 346, 361 και 648 – 649, 651 – 653, 655, 656, 659 ΑΚ (ήδη 1-2, 3-5, 7, 8, 11 του ΚωδΠΔ 80/2022) και 669, 680 του ΑΚ, της ΣΣΝΕ Πληρωμάτων Μεσογειακών και Τουριστικών Επιβατηγών Πλοίων, έτους 2019, η οποία κυρώθηκε με την υπ’ αριθμ. 2242.5-1.10/56166/2019 (ΦΕΚ Β’ 3097/01.8.2019) απόφαση του Αναπληρωτή Υπουργού Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής, της ΣΣΝΕ Πληρωμάτων Μεσογειακών και Τουριστικών Επιβατηγών Πλοίων, έτους 2022 η οποία κυρώθηκε με την υπ’ αριθμ. 2242.5-1.10/8368/2022 (ΦΕΚ Β’ 6337/14.02.2022), 37, 53, 54, 57 και 60 προϊσχύσαντος ΚΙΝΔ (Ν. 3816/1958) έκανε αυτή δεκτή εν μέρει ως βάσιμη κατ’ ουσίαν και υποχρέωσε την εναγόμενη να καταβάλει στον ενάγοντα για την υπηρεσία του με τα καθήκοντα του υδραυλικού στο ένδικο πλοίο, απορριπτομένων των λοιπών αγωγικών κονδυλίων, το ποσό των 2.060,07 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επομένη της λύσεως της τελευταίας συμβάσεως ναυτολογήσεως του ενάγοντος (25.10.2022 ) μέχρι την εξόφληση και συμψήφισε μεταξύ των διαδίκων τη δικαστική δαπάνη. Κατά της απόφασης αυτής παραπονείται ο εκκαλών – ενάγων ως εν μέρει ηττηθείς διάδικος της πρωτάβμης δίκης με τους λόγους της έφεσής του που συνιστούν παράπονα για κακή ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, καθώς και για κακή εκτίμηση των αποδείξεων και ζητεί την εξαφάνιση της εκκαλουμένης κατά τα κεφάλαια της αγωγής που μεταβιβάστηκαν προς επανεξέταση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου ώστε να ξαναδικαστεί η αγωγή κατά τα απορριφθέντα αυτή ς κεφάλαια ως ώστε να γίνει δεκτή ως βάσιμη κατ΄ουσίαν και ως προς τα απορριφθέντα πρωτοδίκως κονδύλια.
Απ’ όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που οι διάδικοι νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν, τα οποία το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του είτε προς άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (άρθρα 336 παρ. 3, 339 και 395 Κ.Πολ.Δ), μερικά από τα οποία μνημονεύονται στη συνέχεια, χωρίς να παραλείπεται κανένα κατά την ουσιαστική διάγνωση της διαφοράς, την από 09.3.2023 ένορκη βεβαίωση του …………. που λήφθηκε ενώπιον του Δικηγόρου Πειραιά ………. με (άρθρο 421 ΚΠολΔ), την υπ’ αριθμ. ………../14.3.2023 ένορκη βεβαίωση του ………….., που λήφθηκε ενώπιον της συμβολαιογράφου Πατρών ………….., πριν την λήψη των οποίων κλητεύθηκε, νομότυπα και εμπρόθεσμα, η εναγομένη (βλ. υπ’ αριθ. …………./06.3.2023 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Πειραιά με έδρα το Πρωτοδικείο Πειραιά ………….) και τις υπ’ αριθμ. ….. και ……/20.3.2023 ένορκες βεβαιώσεις των ……….. και ……………, που ελήφθησαν ενώπιον της Ειρηνοδίκη Πειραιά …………, πριν τη λήψη των οποίων κλητεύθηκε, νομότυπα και εμπρόθεσμα ο ενάγων με επίδοση κλήσης στην πληρεξούσια δικηγόρο και αντίκλητό του βλ. υπ’ αριθμ. ………/Γ/14.3.2023 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Αθηνών με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών …………….), σε συνδυασμό προς τις μερικές μόνον παραδοχές και ομολογίες των διαδίκων, που συνάγονται από τα δικόγραφά τους, αναφέρονται στα πιο κάτω ειδικώς μνημονευόμενα θέματα αποδείξεως και εκτιμώνται κατ’ άρθρα 261 εδαφ. β’, 352 § 1 και 591 § 1 ΚΠολΔ αλλά και προς τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής (άρθρο 336 § 4 ΚΠολΔ), αποδεικνύονται τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: Ο ενάγων και ήδη εκκαλών τυγχάνει Έλληνας απογεγραμμένος ναυτικός, κάτοχος του με στοιχεία ΑΑ …. ναυτικού φυλλαδίου, η δε εναγομένη και ήδη εφεσίβλητη είναι ναυτιλιακή εταιρεία, πλοιοκτήτρια του με ελληνική σημαία και αριθμό νηολογίου Πειραιά …… επιβατηγού – οχηματαγωγού πλοίου «S» κόρων ολικής χωρητικότητας 25757, με αριθμό ΙΜΟ …… και υπό Διεθνές διακριτικό σήμα …., το οποίο κατά τον κρίσιμο χρόνο, ήταν δρομολογημένο στη γραμμή Πάτρα – Ηγουμενίτσα – Μπάρι Ιταλίας, εκτελώντας τα κάτωθι δρομολόγια: Κάθε δεύτερη ημέρα αναχωρούσε από την Πάτρα στις 17.30 μ.μ., κατέφθανε στην Ηγουμενίτσα περί τα μεσάνυχτα, αναχωρούσε μετά μια μία ώρα και 10′ λεπτά και έφθανε στο Μπάρι (λιμένα προορισμού) περί την 10.30 το επόμενο πρωί. Αντίστοιχα, από το Μπάρι αναχωρούσε περί τις 20.40 (τοπική ώρα) για Πάτρα όπου κατέφθανε γύρω στις 12.30′ μ.μ. Κάθε δεύτερη Κυριακή, αναχωρούσε από το Μπάρι στις 15.20, για Ηγουμενίτσα, όπου κατέφθανε περί τις 23.20, αναχωρούσε από εκεί στις 00.30 και έφθανε στην Πάτρα στις 07.00 το επόμενο πρωί. Κατά τα διαστήματα από 12.7.2021 έως 09.8.2021 και από 11.7.2022 έως 29.7.2022, τα δρομολόγια του Σαββάτου και της Κυριακής τροποποιούνταν. Το πλοίο αναχωρούσε τα Σάββατα από το Μπάρι στις 14.30 για Ηγουμενίτσα, όπου κατέφθανε γύρω στις 23.30. Από εκεί αναχωρούσε στις 02.30 της Κυριακής για επιστροφή στο Μπάρι, όπου κατέφθανε γύρω στις 11.00 πμ της Κυριακής και από εκεί αναχωρούσε στις 15.30 της ίδιας ημέρας για Πάτρα, όπου έφθανε γύρω στις 08.00 πμ της Δευτέρας. Δυνάμει δε διαδοχικών συμβάσεων ναυτικής εργασίας που καταρτιστήκαν μεταξύ των διαδίκων, ο ενάγων προσλήφθηκε κάθε φορά για αόριστο χρόνο, ναυτολογηθείς σε αυτό το πλοίο, από τον πλοίαρχο, στο λιμάνι της Πάτρας, με την ειδικότητα του Μηχανοδηγού Α’, τα κάτωθι χρονικά διαστήματα : α) από 23.12.2020 έως και 09.8.2021 οπότε η σύμβασή του λύθηκε στο λιμάνι της Πάτρας, «αμοιβαία συναινέσει» του ενάγοντος και του πλοιάρχου, β) από 10.9.2021 έως οπότε η σύμβασή του λύθηκε στο λιμάνι της Πάτρας, αμοιβαία συναινέσει» του ενάγοντος και του πλοιάρχου, γ) από 31.3.2022 έως 29.7.2022 οπότε η σύμβασή του λύθηκε στο λιμάνι της Πάτρας, «αμοιβαία συναινέσει» του ενάγοντος και του πλοιάρχου, δ) από 30.8.2022 έως 03.10.2022, οπότε η σύμβασή του λύθηκε στο λιμάνι της Πάτρας, «λόγω άδειας έως 05.10.2022» και ε) από 05.10.2022 έως 25.10.2023 οπότε απολύθηκε στο λιμάνι της Πάτρας λόγω τραυματισμού εκτός πλοίου. Κατά την κατάρτιση των ανωτέρω συμβάσεων ναυτολόγησής του, συμφωνήθηκε ότι οι μηνιαίες αποδοχές του θα υπολογίζονταν, για την ειδικότητά του, σύμφωνα με τις προβλέψεις της ΣΣΝΕ Πληρωμάτων Επιβατηγών Μεσογειακών Τουριστικών πλοίων. Όπως έγινε δεκτό από την εκκαλουμένη, χωρίς αν αμφισβητηθεί από κανένα από τα διάδικα μέρη με σχετικό λόγο έφεσης, ο μισθός του ενάγοντος συνίστατο στο βασικό μισθό (1.302,43 ευρώ), το επίδομα των Κυριακών (286,53 ευρώ) και το επίδομα των 22,09 ευρώ που προβλέπονταν από την ΣΣΝΕ Πληρωμάτων Μεσογειακών και Τουριστικών Επιβατηγών Πλοίων, έτους 2019, όπως αντίστοιχα ίσχυε και για την ΣΣΝΕ Πληρωμάτων Μεσογειακών και Τουριστικών Επιβατηγών Πλοίων, έτους 2022, πλην όμως, πέραν των ποσών αυτών, καταβάλλονταν και άλλα ποσά και, συγκεκριμένα, επίδομα άρθρου 5 της ΣΣΝΕ ποσού 94,06 ευρώ, πάγιο ποσό για εργασία Σάββατα και αργίες (515,63 ευρώ), πάγιο ποσό για υπερωρίες (583,46 ευρώ) και άδεια (577,80 ευρώ), επίδομα άδειας (7,17 ευρώ) και επίδομα τροφής (132,64 ευρώ), σύνολο 3.521,81 ευρώ (μεικτά), ενώ, επιπλέον αυτών, υπήρχε και κονδύλιο έκτακτες αμοιβές το ύψος του οποίου ποικίλε (0-750,00 ευρώ), με ανάλογη επίπτωση στη διαμόρφωση των καταβαλλόμενων αποδοχών. Ακολούθως έγινε δεκτό και δεν αμφισβητήθηκε βάσει της πρώτης από τις εφαρμοστέες ΣΣΝΕ, ο ενάγων έπρεπε να λάβει : Για μισθό ενεργείας (€ 1.302,43) για επίδομα Κυριακών σε ποσοστό 22% επί του μισθού ενεργείας (€ 286,53), για αντίτιμο της σε είδος παρεχόμενης τροφής € 16,58 την ημέρα = € 497,40 για μήνα 30 ημερών, για επίδομα βαριάς και ανθυγιεινής εργασίας (€ 22,09) (άρθρο 36 της ΣΣΝΕ), για επίδομα φθοράς ιματισμού (€ 57,33), για επίδομα εκτέλεσης «έξτρα» εργασιών Μηχανοδηγού, οι οποίες δεν προβλέπονται ειδικά από τη ΣΣΝΕ (€ 36,73) (άρθρο 25 § 25Η της ΣΣΝΕ), για επίδομα αδείας (€ 717,61) και, επιπλέον, υπερωριακή αμοιβή, αμοιβή πραγματοποιηθεισών «έξτρα» εργασιών οι οποίες προβλέπονται ειδικά από τη ΣΣΝΕ, καθώς και κάθε άλλο επίδομα ή αμοιβή που προβλέπεται και καθορίζεται από την πιο πάνω ΣΣΝΕ, σύνολο 2.920,21 ευρώ μεικτά. Οι αντίστοιχες αποδοχές βάσει της ατομικής συμβάσεως ναυτολόγησης, με υπολογισμό των τριών, κοινών σε αμφότερες τις περιπτώσεις κονδυλίων, της νεότερης ΣΣΝΕ, ανέρχονται στα κάτωθι ποσά : (1.341,50 ευρώ), επίδομα των Κυριακών (295,13 ευρώ), επίδομα 22,74 ευρώ που προβλέπονταν από την ΣΣΝΕ Πληρωμάτων Μεσογειακών και Τουριστικών Επιβατηγών Πλοίων, έτους 2022, πλέον του επιδόματος άρθρου 5 της ΣΣΝΕ ποσού 96,88 ευρώ, πάγιου ποσού για εργασία Σάββατα και αργίες (531,09 ευρώ), πάγιο ποσό για υπερωρίες (600,96 ευρώ) και άδεια (595,14 ευρώ), επίδομα άδειας (7,38 ευρώ) και επίδομα τροφής (136,64 ευρώ), σύνολο 3.627,46 ευρώ (μεικτά) ενώ, επιπλέον αυτών, υπήρχε και κονδύλιο έκτακτες αμοιβές το ύψος του οποίου κυμαινόταν (0-600,00 ευρώ), με ανάλογη επίπτωση στη διαμόρφωση των καταβαλλόμενων αποδοχών. Αντίστοιχα, βάσει της εφαρμοστέας, για το έτος 2022, ΣΣΝΕ έπρεπε να λαμβάνει : Για μισθό ενεργείας (€ 1.341,50) για επίδομα Κυριακών σε ποσοστό 22% επί του μισθού ενεργείας (€ 295,13), για αντίτιμο της σε είδος παρεχόμενης τροφής (€ 17,08 την ημέρα και € 512,40 το μήνα), για επίδομα βαριάς και ανθυγιεινής εργασίας (€ 22,75) (άρθρο 36 της ΣΣΝΕ), για επίδομα φθοράς ιματισμού (€ 59,05), για επίδομα εκτέλεσης «έξτρα» εργασιών Μηχανοδηγού, οι οποίες δεν προβλέπονται ειδικά από τη ΣΣΝΕ (€ 37,83) (άρθρο 25 § 25 της ΣΣΝΕ), για επίδομα αδείας (€ 739,16) και επιπλέον, υπερωριακή αμοιβή, αμοιβή πραγματοποιηθεισών «έξτρα» εργασιών οι οποίες προβλέπονται ειδικά από τη ΣΣΝΕ, καθώς και κάθε άλλο επίδομα ή αμοιβή που προβλέπεται και καθορίζεται από την πιο πάνω ΣΣΝΕ, σύνολο 3.007,82 ευρώ. Ακολούθως με βάση την ειδικότητα για την οποία είχε προσληφθεί ο ενάγων παρείχε με βάση τον προγραμματισμό των βαρδιών του πληρώματος του μηχανοστασίου, καθημερινά, την εργασία του σε δυο τετράωρες φυλακές μηχανοστασίου οι οποίες κάθε μήνα εναλλάσσονταν. Έτσι, τον ένα μήνα, εκτελούσε τις φυλακές 08:00- 12:00 και 20:00-24:00, τον επόμενο μήνα 12:00-16:00 και 00:00 – 04:00 και τον άλλο μήνα 04:00-08:00 και 16:00-20:00. Οι βάρδιες αυτές είναι διπλές, εφόσον, σε κάθε βάρδια, εργάζεται ένας Μηχανικός και ένας Μηχανοδηγός και δεν επηρεάζονταν από τα δρομολόγια του πλοίου. Ο προγραμματισμός των βαρδιών γινόταν τις πρώτες ημέρες κάθε μήνα, ώστε όλο το προσωπικό του μηχανοστασίου να εκτελεί εκ περιτροπής, από όλες τις βάρδιες. Στα καθήκοντα του ενάγοντος περιλαμβανόταν ο οπτικοακουστικός έλεγχος των μηχανών και των μηχανημάτων του πλοίου που αποσκοπούσε στην ορθή και καλή λειτουργία του μηχανοστασίου καθώς και στη καθαριότητα του χώρου αυτού το οποίο έπρεπε να παραδίδεται στην επόμενη βάρδια σε πλήρη τάξη, ενημερώνοντας παράλληλα τον Μηχανικό που έκανε μαζί του βάρδια σχετικά με οτιδήποτε σημαντικό ελάμβανε χώρα κατά τη διάρκεια της υπηρεσίας του, σύμφωνα δε με τα όσα ορίζονται από τις διατάξεις των άρθρων 88 και 140 του ΒΔ 683/1960 «Κανονισμός Εσωτερικής υπηρεσίας επί ελληνικών επιβατηγών πλοίων άνω 500 κ.ο.χ.» Αναφορικά δε με τον αγωγικό ισχυρισμό περί παροχής υπερωριακής εργασίας του ενάγοντος πρέπει να λεχθούν τα εξής: Ο ενάγων ισχυρίζεται ότι συμμετείχε και σε εργασίες επισκευής και συντήρησης διαφόρων μηχανημάτων που εκτελούνταν και σε χρόνο πέραν των δύο τετράωρων φυλακών του, τουλάχιστον επί πέντε ώρες ημερησίως. Προς απόδειξη του αγωγικού τούτου ισχυρισμού ο ενάγων επικαλέστηκε και προσκόμισε τις ένορκες βεβαιώσεις των συναδέρφων του ναυτικών ………….., Μάγειρα Β΄ και ………., Μηχανοδηγού Α, οι οποίοι κατέθεσαν σχετικά με τα χρονικά όρια ημερήσιας απασχόλησης του ενάγοντος όπου ανεξαρτήτως του χρονικού ορίου φυλακής υπηρετούσε παρείχε σταθερά επιπλέον εργασία 5 ωρών πριν ή μετά την έναρξη ή λήξη αυτή και δη στη βάρδια 8-12 συνέχιζε να δουλεύει στις επισκευές και μετά τις 12, για 5 ώρες, στη βάρδια 12-4 ξεκινούσε την εργασία του από πολύ πρωί [προ της έναρξης της τετράωρης φυλακής] και συνέχιζε μέχρι τις 4 το απόγευμα και στη βάρδια 4-8 το πρωί, ερχόταν και έτρωγε πρωινό λίγο μετά τις 8 και μετά τις 10-10.30, ξαναέπιανε δουλειά και πήγαινε για εργασία συνέχεια μέχρι τις 8 το βράδυ. Η εναγόμενη αρνήθηκε αιτιολογημένως την ουσιαστική βασιμότητα του κονδυλίου αυτού και ανταποδεικτικά μετ’ επικλήσεως προκόμισε τις ένορκες βεβαιώσεις των μελών του πληρώματός της στο ίδιο πλοίο ……., Μηχανικού Α, και ………… ΑΒ, οι οποίοι ισχυρίστηκαν ότι ο ενάγων εργαζόταν μόνο κατά τις δύο τετράωρες βάρδιές του, με μόνη εξαίρεση όταν το πλοίο έφτανε στο Μπάρι, οπότε το πλήρωμα έκαμνε το λεγόμενο overtime 2-3 ωρών (υπερωριακή δηλαδή απασχόληση). Να σημειωθεί ότι στο μηχανοστάσιο του ένδικου πλοίου είχαν ναυτολογηθεί ένας Α΄Μηχανικός, ένας μηχανικός ΑΒ, ένας μηχανικός Β, δύο Μηχανικοί Γ (ή δύο Μηχανικοί Β και ένας Μηχανικός Γ), ένας δόκιμος Μηχανικός, τέσσερεις Μηχανοδηγοί, ένας Προϊστάμενος Ηλεκτρολόγος και ένας Ηλεκτρολόγος Α, ήτοι συνολικά 12 άτομα. Επομένως με βάση τις ανωτέρω αντικρουόμενες μεταξύ τους ένορκες βεβαιώσεις, λαμβανομένων υπόψη των ιδιαίτερων συνθηκών λειτουργίας του πλοίου που συνδέονται με τη φύση της ναυτικής του αποστολής, την εξυπηρέτηση της συγκεκριμένης ακτοπλοϊκής γραμμής, της αδήριτης ανάγκης επιτήρησης του μηχανοστασίου με σκοπό την συνεχή, απρόσκοπτη και ασφαλή λειτουργία αυτού καθώς συνδέεται με τη κίνηση του πλοίου σε συνδυασμό με τη φροντίδα που επιβάλλεται για την εύρυθμη λειτουργία αυτού μέσα από τη τεχνική υποστήριξη και συντήρηση της μηχανής ανεξαρτήτως της προημγένης τεχνολογίας και αυτοματοποιημένης λειτουργίας της μηχανής, όπου ο ανθρώπινος παράγοντας είναι [‘πάντοτε αναγκαίος για την επιτήρηση της καλής λειτουργίας της μηχανής δεν αποκλείει την ανάγκη παροχής υπερωριακής απασχόλησης του προσωπικού που απασχολείται στο μηχανοστάσιο. Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές, συνάγεται ότι ο ενάγων, προκειμένου να ανταποκριθεί στα καθήκοντά του, κατά τα χρονικά διαστήματα των επίδικων ναυτολογήσεών του και εντός των πλαισίων της καλύτερης λειτουργίας των υπηρεσιών του πλοίου, πράγματι εργαζόταν, για την εξυπηρέτηση των αναγκών αυτού που σχετίζονταν με την ειδικότητά του, κατ’ εντολή του πλοιάρχου, πέραν του νομίμου οκτάωρου ωραρίου του, κατά τις καθημερινές και τις Κυριακές, καθώς και κατά τα Σάββατα και τις αργίες. Έτσι, λαμβανομένων υπόψη των συνθηκών και περιστάσεων που επικρατούσαν, κατά την απασχόληση του ενάγοντος στο συγκεκριμένο πλοίο, που ήταν δρομολογημένο στην συγκεκριμένη τακτική ακτοπλοϊκή γραμμή που συνδέει την Ελλάδα με την Ιταλία, που γενικά εμφανίζει σταθερή κίνηση μόνο ως προς τα φορτηγά οχήματα, αλλά και του γεγονότος, ότι, ένεκα της φύσεως της εργασίας του ενάγοντος στο μηχανοστάσιο, ελάχιστα αυτή επηρεαζόταν από την αυξομείωση της επιβατικής κίνησης, της συνολικής διάρκειας εκάστου ημερησίου κυκλικού δρομολογίου από την αναχώρηση του- πλοίου στο λιμένα αφετηρίας μέχρι την άφιξη και τον κατάπλου του στον ίδιο λιμένα μετά την ολοκλήρωση του δρομολογίου, της σταθερής καταβολής στον ενάγοντα από την εναγόμενη, εργοδότριά του και πλοιοκτήτρια, κάθε μήνα συγκεκριμένων χρηματικών ποσών για απασχόληση Σάββατα και αργίες, καθώς και ποσών για αμοιβή υπερωριακής εργασίας, της φύσης και του αντικειμένου της απασχόλησης του ενάγοντος, όπως περιγράφηκαν ανωτέρω και των εν γένει ιδιαιτεροτήτων της ναυτικής εργασίας, σε συνδυασμό και με τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, το Δικαστήριο κρίνει ότι ο μέσος όρος της συνολικής ημερήσιας εργασίας του, κατά τα επίδικα χρονικά διαστήματα των ναυτολογήσεών του, ανήλθε σε 10 ώρες δεδομένου ότι κατά την εκτέλεση των δύο ημερήσιων φυλακών συνολικής διάρκειας 8 ωρών όπου τα καθήκοντα του περιορίζονταν αποκλειστικά στον οπτικοακουστικό έλεγχο των μηχανών, των μηχανημάτων του πλοίου και την καθαριότητα του χώρου του μηχανοστασίου, απέκλειε τη διενέργεια λοιπών βοηθητικών των λειτουργίας αυτού εργασιών, οι οποίες αναγκαστικά θα ελάμβαναν χώρα μετά το πέρας της φυλακής, όπου παρείχε επιπλέον μία ώρα πρόσθετης εργασίας μετά τη λήξη της φυλακής. Κατόπιν των ανωτέρω, ο ενάγων, κατά τα επίδικα χρονικά διαστήματα ναυτολόγησής του στο άνω πλοίο, ο απασχολήθηκε υπερωριακά επί δύο ώρες πέραν του νομίμου οκταώρου , ήτοι , ήτοι επί 2 ώρες κατά τις καθημερινές και τις Κυριακές και επί 10 ώρες κατά τα Σάββατα και τις αργίες, εργασία η οποία θεωρείται εξ ολοκλήρου υπερωριακή (άρθρο 13 των άνω Σ.Σ.Ν.Ε.), ο ενάγων δικαιούται της προβλεπομένης πρόσθετης υπερωριακής αμοιβής βάσει των άνω Σ.Σ.Ν.Ε, η οποία ανέρχεται στα παρακάτω ποσά : Α) Κατά το έτος 2021 και συγκεκριμένα τα χρονικά διαστήματα από 01.01.2021 έως 09.8.2021, από 10.9.2021 έως 31.12.2021 εργάστηκε : α) Επί 46 Σάββατα και 13 αργίες, (ήτοι κατά τα Σάββατα των 02, 09, 16, 23 και 30.01, 06, 13, 20 και 27.02, 06, 13, 20 και 27.3, 03, 10, 17 και 24.4, 08, 15, 22 και 29.5, 05, 12, 19 και 26.6, 03, 10, 17, 24 και 31.7, 07.8, 11, 18 και 25.9, 02, 09, 16, 23 και 30.10, 06, 13, 20 και 27.11, 04, 11 και 18.12.2021 και τις αργίες των 01.01, 06.01 (Άγια Θεοφάνια), 15/3 (Καθαρά Δευτέρα), 25/3 (Εθνική Εορτή και Εορτή του Ευαγγελισμού), 30.4 (Μεγάλη Παρασκευή), 01.5, 03.5 (Δευτέρα του Πάσχα και του Αγίου Γεωργίου), 10.6 (εορτή Αναλήψεως), 14.9 (Υψωση του Τιμίου Σταυρού), 28.10 (επέτειος του ΌΧΙ), 06.12 (εορτή του Αγίου Νικολάου), 25.12 (Χριστούγεννα) και 26.12.2021 (Σύναξη της Θεοτόκου) και συνολικά επί 59 ημέρες, εργάσθηκε επί 10 ώρες καθ’ εκάστη και συνολικά πραγματοποίησε 590 ώρες εργασίας, που όλες αμείβονται υπερωριακά, προς € 11,30 την ώρα και για τις οποίες θα έπρεπε να του καταβληθεί το ποσό των € 6.667 ευρώ έναντι του οποίου έλαβε 5.671,93 ευρώ, όπως συνομολογεί με την αγωγή, με αποτέλεσμα να δικαιούται τη διαφορά (6.667 – 5.671,93=) 995,07 ευρώ. Αντίστοιχα, ως προς τις 275 καθημερινές και Κυριακές των ανωτέρω διαστημάτων, εφόσον εργάστηκε, κατά μέσον όρο επί 10 ώρες, πραγματοποιώντας 2 ώρες υπερωριακής εργασίας καθ’ εκάστη και συνολικά πραγματοποίησε 550 ώρες υπερωριακής εργασίας, αμειβόμενες προς € 9,41 εκάστη και συνολικά, θα έπρεπε να λάβει 5.175,50 έναντι του οποίου έλαβε 6.418,06 ευρώ, όπως συνομολογεί με την αγωγή, με αποτέλεσμα να μην δικαιούται κάποιο ποσό. Αντίστοιχα, κατά το έτος 2022 και συγκεκριμένα από 01.01.2022 έως και 03.3.2022, από 31.3.2022 έως και 29.7.2022, από 30.8.2022 έως και 03.10.2022 και από έως και 25.10.2022, εργάστηκε : επί 33 Σάββατα και 7 αργίες, (ήτοι κατά τα Σάββατα των: 08, 15, 22 και 29.01, 05, 12, 19 και 26.02, 02, 09, 16, 23 και 30.4, 07, 14, 21 και 28.5, 04, 11, 18, 25.6, 02, 09, 16 και 23.7, 03, 10, 17 και 24.9, 01, 08, 15, και 22.10.2022 και τις αργίες των 01.01, 06.01 (Αγια Θεοφάνια) και 22.4 (Μεγάλη Παρασκευή), 25.4 (Δευτέρα του Πάσχα και Αγίου Γεωργίου), 01.5, 02.6 (εορτή Αναλήψεως), 14.9.2022 (Υψωση του Τιμίου Σταυρού) και συνολικά επί 40 ημέρες, επί 10 ώρες καθ’ εκάστη, πραγματοποιώντας 400 ώρες εργασίας, αμειβόμενες υπερωριακά προς € 11,63 την ώρα, για τις οποίες δικαιούται € 4.652 έναντι του οποίου έλαβε € 4.213,31 όπως συνομολογεί με την αγωγή και επομένως δεν δικαιούται κάποιο ποσό (4.652 – 4.213,31 =) 438,69 Αντίστοιχα, επί τις 199 καθημερινές και Κυριακές του ανωτέρω διαστήματος, εργάστηκε, κατά μέσον όρο επί 10 ώρες, πραγματοποιώντας 2 ώρες υπερωριακής εργασίας καθ’ εκάστη και συνολικά 398 ώρες υπερωριακής εργασίας, αμειβόμενες προς € 9,69 ανά ώρα και συνολικά έπρεπε να λάβει € 3.856,62 έναντι του οποίου έλαβε € 4.767,61, όπως συνομολογεί με την αγωγή και επομένως δεν δικαιούται κάποιο ποσό. Κατά συνέπεια ο ενάγων δικαιούται να λάβει για την αιτία αυτή το συνολικό ποσό των (995,07 + 438,69=) 1.433,76 ευρώ. Ακολούθως πρέπει να γίνει δεκτός εν μέρει ως βάσιμος κατ’ ουσίαν ο πρώτος λόγος έφεσης του εκκαλούντος ενάγοντος καθώς η εκκαλουμένη έσφαλε κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, κρίνοντας ότι ο τελευταίος παρείχε πλέον του νομίμου ημερήσιο ωαρίου του 1 ώρα επιπλέον υπερωριακής απασχόλησης αντί για 2 ώρες, όπως έγινε δεκτό από το παρόν δικαστήριο, κατά τα κατωτέρω ειδικότερα αναφερόμενα.
Με τον δεύτερο λόγο της έφεσής του ο εκκαλών -ενάγων διατείνεται ότι η εκκαλουμένη κατά κακή ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου απέρριψε το αιτηθέν κονδύλιο της διαφοράς επί της αποζημίωσης για την πλήρη πρόσκαιρη ανικανότητά του προς εργασία λόγω του επίδικου ατυχήματος με την αιτιολογία ότι η αποζημίωση αυτή δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της απαλλακτικής ρύθμισης των άρθρων 34 §2 και 60 §3 του Α.Ν. 1846/1951 («Περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων»), η οποία προβλέπει ότι ο εργοδότης απαλλάσσεται από κάθε υποχρέωση προς αποζημίωση όταν ο εργαζόμενος υπάγεται στην υποχρεωτική ασφάλιση του ΙΚΑ (νυν ΕΦΚΑ) για τον ασφαλιστικό κίνδυνο του εργατικού ατυχήματος. Επί του λόγου αυτού πρέπει να λεχθούν τα εξής: Από τη διάταξη του άρθρου 51 του Ν. 4387/2016 προκύπτει ότι, παρά την οργανωτική ένταξη του Ναυτικού Απομαχικού Ταμείου (ΝΑΤ) στον Ενιαίο Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης (ΕΦΚΑ), ο νομοθέτης διατήρησε ρητά τον αυτοτελή και ειδικό χαρακτήρα του ΝΑΤ ως θεσμικού φορέα κοινωνικής ασφάλισης των ναυτικών, χωρίς να αλλοιώσει τον ιδιαίτερο ασφαλιστικό του σκοπό ούτε να τον εξομοιώσει με τον κλάδο ασφάλισης του πρώην ΙΚΑ. Σύμφωνα με το άρθρο 51 παρ. 1 Ν. 4387/2016: «Το Ναυτικό Απομαχικό Ταμείο (ΝΑΤ) εντάσσεται στον ΕΦΚΑ ως τομέας κύριας ασφάλισης, διατηρώντας τις ειδικές προϋποθέσεις ασφάλισης και συνταξιοδότησης των ασφαλισμένων του». Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι ο νομοθέτης προέβη σε διοικητική και όχι ουσιαστική ένωση του ΝΑΤ στον ΕΦΚΑ, όπου το Ταμείο εντάσσεται μόνο οργανωτικά, ενώ η ουσία της ασφαλιστικής σχέσης παραμένει δομημένη στο προϋφιστάμενο ειδικό ναυτεργατικό καθεστώς. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο ίδιος νομοθέτης, στο άρθρο 51 παρ. 6, ορίζει πως: «Τα έσοδα, οι εισφορές, οι παροχές και οι κανόνες που διέπουν τον τομέα ΝΑΤ εξακολουθούν να ρυθμίζονται σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία του». Με τον τρόπο αυτό επιβεβαιώνεται ότι το ΝΑΤ δεν εντάχθηκε στον ενιαίο ασφαλιστικό κορμό με τρόπο που να καταλύει την ιδιαιτερότητα των παροχών του ή να μεταβάλει το καθεστώς προστασίας των ναυτικών. Η ένταξη αφορά αποκλειστικά τη διοικητική υπαγωγή σε έναν ενιαίο φορέα, ενώ οι ουσιαστικές ρυθμίσεις του ΝΑΤ παραμένουν στο ακέραιο σε ισχύ. Σημειωτέον ότι το ΝΑΤ λειτουργεί ιστορικά ως ειδικός και αυτοτελής ασφαλιστικός οργανισμός των ναυτικών, με θεμέλιο το Ν. 792/1943, το Β.Δ. 6/6/1946 και μεταγενέστερες διατάξεις, και πάντοτε εξαιρούνταν από την ασφάλιση του ΙΚΑ και τον κλάδο εργατικού ατυχήματος του Α.Ν. 1846/1951. Καμία διάταξη του Ν. 4387/2016 δεν θέσπισε υπαγωγή των ναυτικών στον κλάδο εργατικού ατυχήματος του ΙΚΑ/ΕΦΚΑ, ούτε προέβλεψε ασφαλιστική υποκατάσταση του εργοδότη ως προς τις αποζημιωτικές αξιώσεις του Ν. 551/1915. Αντιθέτως, με την αναφορά σε «ειδικές προϋποθέσεις ασφάλισης και συνταξιοδότησης» ο νομοθέτης επιβεβαίωσε ότι το ΝΑΤ διατηρεί τη φύση του ως αυτοτελούς καθεστώτος κοινωνικής ασφάλισης, ερμηνευόμενο σε συνδυασμό με το άρθρο 1 του Ν. 4387/2016, όπου ρητά αναφέρεται ότι οι ειδικοί τομείς διατηρούν το καθεστώς παροχών τους εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά. Ως εκ τούτου, η ένταξη του ΝΑΤ στον ΕΦΚΑ δεν συνεπάγεται ούτε κατάργηση ούτε μεταβολή της ειδικής ναυτεργατικής νομοθεσίας, ούτε εξομοίωση των ναυτικών με τους ασφαλισμένους του πρώην ΙΚΑ ως προς τις παροχές εργατικού ατυχήματος. Η αυτοτέλεια του ΝΑΤ παραμένει ουσιαστική και λειτουργική, αφού ο τομέας εξακολουθεί να διέπεται από το ιδιόμορφο πλαίσιο του ναυτικού επαγγέλματος, με ιδιαίτερους κανόνες υπολογισμού εισφορών, παροχών και ασφαλιστικών προϋποθέσεων. Κατ’ ακολουθίαν, το ΝΑΤ, ακόμη και ως τομέας του ΕΦΚΑ, παραμένει ειδικό και αυτοτελές ασφαλιστικό καθεστώς, και οι ναυτικοί δεν υπάγονται στο γενικό σύστημα εργατικών ατυχημάτων του ΙΚΑ/ΕΦΚΑ. Η ειδική αποζημίωση του Ν. 551/1915 εξακολουθεί να οφείλεται από τον εργοδότη, αφού ουδεμία διάταξη του άρθρου 51 Ν. 4387/2016 ή άλλου νόμου εισήγαγε απαλλαγή ή ασφαλιστική υποκατάσταση για τη συγκεκριμένη κατηγορία εργαζομένων, αφού οι ναυτικοί ουδέποτε εντάχθηκαν στον κλάδο εργατικών ατυχημάτων του ΙΚΑ, αλλά υπήχθησαν ανέκαθεν στο ιδιαίτερο καθεστώς του Ναυτικού Απομαχικού Ταμείου (ΝΑΤ), το οποίο, μέχρι και τη δημιουργία του ΕΦΚΑ, δεν χορηγούσε αποζημιώσεις περιουσιακής φύσεως για εργατικά ατυχήματα, αλλά μόνο παροχές κύριας ασφάλισης και συντάξεων. Συνεπώς, η ειδική αποζημίωση του Ν. 551/1915, όπως αυτός κωδικοποιήθηκε με το Β.Δ. της 24-7/25-8-1920 και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 38 ΕισΝΑΚ, εξακολουθεί να ισχύει αυτούσια έναντι του πλοιοκτήτη/εφοπλιστή, ο οποίος ευθύνεται αντικειμενικά για την καταβολή της, ανεξαρτήτως πταίσματος. Συνεπώς η εκκαλουμένη απόφαση η οποία δέχθηκε τα αντίθετα και απέρριψε το σχετικό αγωγικό κονδύλιο ως μη νόμιμο έσφαλε κατά την ερμηνεία των προμνησθεισών νομικών διατάξεων, γενομένου προς τούτο δεκτού του δεύτερου λόγου της έφεσης ως βάσιμου κατ΄ουσίαν κατά τα κατωτέρω ειδικότερα αναφερόμενα. Υπό τα δεδομένα αυτά, ο ενάγων, σύμφωνα προς τα άρθρα 1, 2 και 3 παρ. 3 του ΚΝ 551/1915 (ΒΔ 25 Ιουλίου – 25 Αυγούστου 1920) δικαιούται να λάβει την προκύπτουσα διαφορά επί της αποζημίωσης λόγω πλήρους προσκαίρου ανικανότητας προς εργασία, η οποία διήρκεσε από την 25.10.2022 μέχρι και την 16.12.2022. Η αποζημίωση αυτή είναι ημερήσια και ίση προς το ήμισυ των πάσης φύσεως αποδοχών του, τις οποίες ελάμβανε κατά την ημέρα του ατυχήματος. Αναλυτικότερα, ο συνολικός μηνιαίος μισθός του ενάγοντος κατά τον χρόνο του ατυχήματος, ανερχόταν σε € 5.363,92, (Ήτοι: Μισθός ενεργείας € 1.341,50, συν επίδομα Κυριακών σε ποσοστό 22% επί του μισθού ενεργείας € 295,13, συν αντίτιμο της σε είδος παρεχόμενης τροφής € 17,08 την ημέρα και € 512,40 το μήνα, συν επίδομα βαριάς και ανθυγιεινής εργασίας € 22,75 (άρθρο 36 της ΣΣΝΕ), συν επίδομα φθοράς ιματισμού € 59,05, συν επίδομα εκτέλεσης “έξτρα” εργασιών Μηχανοδηγού, οι οποίες δεν προβλέπονται ειδικά από τη ΣΣΝΕ € 37,83 (άρθρο 25 παρ. 25Η της ΣΣΝΕ), συν επίδομα αδείας € 739,16, συν κατά μέσο όρο μηνιαία αμοιβή για την εκτέλεση εξτρά αμειβομένων εργασιών € 386,75, συν κατά μέσον όρο μηνιαία υπερωριακή αμοιβή € 1.969,35, ίσον € 5.363,92), δια 30, ίσον € 178,80 ημερησίως, δια 2, ίσον € 89,40, επί τις 53 ημέρες του ανωτέρω διαστήματος, που διήρκεσε η ανικανότητά μου προς εργασία, ίσον € 4.738,20. Έναντι του ποσού τούτου, η εναγομένη μου κατέβαλε € 3.150,00. Δικαιούμαι επομένως διαφοράς από € 1.588,20.
Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω μη υπάρχοντος ετέρου λόγου προς εξέταση της έφεσης πρέπει να γίνει αυτή δεκτή ως βάσιμη και να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση στο σύνολό της, δηλαδή και ως προς τις διατάξεις και κεφάλαια που δεν μεταρρυθμίστηκαν, αλλά θα περιληφθούν στην ενιαία απόφαση του Δικαστηρίου τούτου για να υπάρχει ένας μόνο τίτλος εκτελέσεως (βλ. και Σ. Σαμουήλ, Η Έφεση, Ε΄ έκδοση, 2003, παρ. 1143, σελ. 430, 344, ΑΠ 748/1984 ΕλλΔνη 26.642). Ακολούθως, πρέπει αφού κρατηθεί και δικασθεί από το παρόν δικαστήριο η από 28.12.2022 με ΓΑΚ/ΕΑΚ ……………../2022 αγωγή να γίνει αυτή εν μέρει δεκτή ως προς τα κονδύλια α) αμοιβής υπερωριακής απασχόλησης συνολικού ποσού 1.433,76 ευρώ, β) αναλογία πρόσθετης αμοιβής εκτέλεσης εργασιών υδραυλικού 2.060,07 ευρώ και γ) διαφορά επί της αποζημίωσης λόγω πλήρους προσκαίρου ανικανότητας προς εργασία ποσού 1.588,20 ευρώ και συνολικά το ποσό των (1.433,76 + 2.060,07 + 1.588,20=) 5.082,03 ευρώ, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό της παρούσας αναφερόμενα. Τέλος, εφόσον εξαφανίστηκε η εκκαλούμενη οριστική απόφαση, εξαφανίζεται και η διάταξη αυτής περί δικαστικών εξόδων, κατά τη διάταξη του άρθρου 535§1 ΚΠολΔ. Μέρος των δικαστικών εξόδων του ενάγοντος και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, ανάλογο της εκτάσεως της νίκης του, πρέπει, σε αποδοχή του σχετικού αιτήματος του, να επιβληθεί σε βάρος της εν μέρει ηττηθείσας εναγομένης (άρθρα 178§1, 183, 191§2 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό, ενώ ζήτημα επιστροφής παραβόλου άσκησης του ενδίκου μέσου δεν τίθεται, διότι κατά το χρόνο άσκησής του δεν υπήρχε η σχετική υποχρέωση και ως εκ τούτου δεν καταβλήθηκε παράβολο.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων την από 27.12.2024 [ΓΑΚ/ΕΑΚ ΠΡΩΤ ………………/2024 – ΓΑΚ/ΕΑΚ ΕΦΕΤ ………./2025] έφεση.
Δέχεται τυπικά και εν μέρει κατ΄ουσίαν την έφεση.
Εξαφανίζει στο σύνολό της την εκκαλούμενη με αριθμό 3039/2023 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά.
Κρατεί και Δικάζει την από 28.12.2022 με ΓΑΚ /ΕΑΚ …………./2022 αγωγή.
Δέχεται εν μέρει την αγωγή.
Υποχρεώνει την εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των πέντε χιλιάδων ογδόντα δύο και τριών λεπτών (5.082,03) ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επόμενη ημέρα της τελευταίας απόλυσής του (25.10.2022) και μέχρι την πλήρη και ολοσχερή εξόφληση.
Επιβάλλει μέρος των δικαστικών εξόδων του ενάγοντος και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας σε βάρος της εναγομένης τα οποία ορίζει στο ποσό επτακοσίων (700) ευρώ.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στον Πειραιά σε έκτακτη, δημόσια στο ακροατήριο του συνεδρίαση, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους στις 10 Φεβρουαρίου 2026.
Ο ΔΙΚΑΣΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ