ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
ΤΜΗΜΑ ΝΑΥΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ
Αριθμός απόφασης 131 /2026
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
Αποτελούμενο από τον Δικαστή Βασίλειο Τζελέπη, Εφέτη και από την Γραμματέα Σ.Φ.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στον Πειραιά, στις ……….. για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της εκκαλούσας: Ναυτιλιακής Κοινοπραξίας με την επωνυμία «………….» και το διακριτικό τίτλο «………..», με έδρα το …….. Αττικής, με ΑΦΜ …………., νομίμως εκπροσωπούμενης, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό της δικηγόρο Πάρι Καραμήτσιο (Δ.Ε. ΠΑΠΑΠΕΤΡΟΣ ΠΑΠΑΓΓΕΛΗΣ ΤΑΤΑΓΙΑ και ΣΥΝΕΤΑΙΡΟΙ) (με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ).
Της εφεσίβλητης : Γερμανικής ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία «………..», η οποία εδρεύει στο … της Γερμανίας, ………….., νομίμως εκπροσωπούμενης, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Μπούτσικο (ΔΕ ΡΟΚΑΣ) (με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ2 ΚΠολΔ).
Η εκκαλούσα – ενάγουσα ζήτησε να γίνει δεκτή η από 8.2.2023 με ΓΑΚ/ΕΑΚ ………../2023 αγωγή της, τακτικής διαδικασίας, την οποία άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, τμήματος Ναυτικών Διαφορών. Το ως άνω Δικαστήριο με την υπ’ αριθμ. 528/2025 απόφασή του, έκανε δεκτή την αγωγή ως προς την πρώτη εναγόμενη απέρριψε αυτή ως προς τη δεύτερη από αυτές. Την απόφαση αυτή εκκαλεί η εκκαλούσα – ενάγουσα με την από 10.3.2025 με ΓΑΚ/ΕΑΚ Πρωτ…………/2025 έφεσή της, η οποία προσδιορίστηκε ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς με ΓΑΚ/ΕΑΚ ……./2025 για τη δικάσιμο που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας και γράφτηκε στο πινάκιο.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο και την εκφώνησή της από τη σειρά του οικείου πινακίου, αμφότεροι οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο, αλλά προκατέθεσαν δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ και έγγραφες προτάσεις, ζητώντας να γίνουν δεκτά όσα σ’ αυτές αναφέρονται.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η ένδικη έφεση κατά της υπ’ αριθ. 528/2025 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, όπως αυτή διορθώθηκε από την υπ’ αριθ. 2034/2025 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των εδώ διαδίκων και της μη διαδίκου στη παρούσα έκκλητη δίκη εταιρείας με την επωνυμία << ……………..>>, κατά την τακτική διαδικασία, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η από 8.2.2023 και με αριθμό κατάθεσης γενικό …../2023 και ειδικό ……./2023 αγωγή, έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως εντός της καταχρηστικής προθεσμίας των δύο ετών από τη δημοσίευση της εκκαλούμενης δεομένου ότι δεν προέκυψε επίδοση αυτής αλλ’ ούτε και οι διάδικοι της παρούσας δίκης ισχυρίζονται τούτο (άρθρα 19, 495 παρ. 1 και 4, 511, 513 παρ. 1 περ. β, 516 παρ. 1, 517, 518 παρ. 2 και 591 παρ. 1 του ΚΠολΔ). Πρέπει επομένως η κρινόμενη έφεση και να γίνει δεκτή κατά το τυπικό της μέρος και να ερευνηθεί περαιτέρω κατ’ ουσίαν κατά την ίδια παραπάνω ειδική διαδικασία (άρθρο 533 παρ. 1 ΚΠολΔ),ενώ για το παραδεκτό της άσκησης της έφεσης καταβλήθηκε το προβλεπόμενο παράβολο άσκησης της έφεσης του άρθρου 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά το ν. 4055/2012 (κωδ. παρ. .. ………..).
Με την υπό κρίση αγωγή η ενάγουσα, η οποία τυγχάνει ναυτιλιακή κοινοπραξία με αντικείμενο τις ρυμουλκήσεις, ναυαγιαιρέσεις και την επιθαλάσσια αρωγή, εκθέτει ότι η πρώτη εναγομένη ήταν πλοιοκτήτρια του επαγγελματικού σκάφους «Β», το οποίο ήταν ασφαλισμένο στη δεύτερη εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία. Ότι στις 03-08-2022 το σκάφος προσάραξε στη Μύκονο και υπέστη εκτεταμένες ζημίες. Ότι κατόπιν επικοινωνίας και διαπραγματεύσεων με πρόσωπα που, κατά τους ισχυρισμούς της, εκπροσωπούσαν και τις δύο εναγόμενες, συμφωνήθηκε η ανάθεση στην ενάγουσα του έργου ανέλκυσης και μεταφοράς του σκάφους σε ασφαλή λιμένα. Ότι προβλέφθηκε κατ’ ελάχιστο αμοιβή 65.000 ευρώ για τρεις ημέρες και πρόσθετη αμοιβή 20.000 ευρώ ανά επιπλέον ημέρα. Ότι η δεύτερη εναγομένη κατέβαλε ως προκαταβολή το ποσό των 65.000 ευρώ. Ότι η ενάγουσα εκτέλεσε το έργο από 11-08-2022 έως 18-08-2022 (συνολικά 180 ώρες και 30 λεπτά). Ότι η προκαταβολή κάλυπτε μόνο τις τρεις πρώτες ημέρες, υποστηρίζει δε ότι παραμένει ανεξόφλητο ποσό 90.416,66 ευρώ για τον επιπλέον χρόνο απασχόλησης, ισχυριζόμενη ότι απέστειλε τον τελικό λογαριασμό στις εναγόμενες, οι οποίες δεν προέβαλαν επιφυλάξεις και εξακολουθούν να οφείλουν αυτόν μέχρι και σήμερα. Με βάση το πιο πάνω ιστορικό ζητεί να υποχρεωθούν οι εναγόμενες, ενεχόμενες εις ολόκληρον μεταξύ τους, να της καταβάλουν το ποσό των 90.416,66 ευρώ με τους νόμιμους τόκους από τις ημερομηνίες που αναφέρει στην αγωγή, επικουρικά δε από την επίδοση της αγωγής και να καταδικαστούν στα δικαστικά της έξοδα.
Το ως άνω Δικαστήριο με την 528/2025 οριστική απόφασή του, όπως αυτή διορθώθηκε από την υπ’ αριθ. 2034/2025 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, αφού έκρινε ως νόμω βάσιμη την αγωγή, ερειδόμενη στις διατάξεις των άρθρων 681 επ.. 486 340. 341. 345, 346 ΑΚ και 176 ΚΠολΔ, απέρριψε την αγωγή ως προς τη δεύτερη εναγόμενη και ήδη εφεσίβλητη ως αβάσιμη κατ’ ουσίαν, επιβάλλοντας σε βάρος της ηττηθείσας ενάγουσας τη δικαστική δαπάνη της τελευταίας την οποία όρισε στο ποσό των 1.800 ευρώ, ενώ έκανε δεκτή την αγωγή στο σύνολό της ως προς την μη διάδικο στη παρούσα δίκη πρώτη εναγομένη, την οποία υποχρέωσε να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 90.416,66 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής καθώς και τη δικαστική δαπάνη της ενάγουσας την οποία όρισε στο ποσό των 3.650 ευρώ. Κατά της απόφασης αυτής παραπονείται η ηττηθείσα πρωτοδίκως ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα με την από 10.3.2025 έφεσή της για τους περιεχόμενους σε αυτήν λόγους, που ανάγονται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και σε πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων και ζητεί την εξαφάνισή της, με σκοπό να γίνει δεκτή η αγωγή της ως βάσιμη κατ’ ουσίαν και ως προς τη δεύτερη εναγόμενη.
Από τις διατάξεις των άρθρων 65, 67, 68 και 70 του ΑΚ, συνάγεται, ότι για να υποχρεωθεί το νομικό πρόσωπο από δικαιοπραξία, πρέπει αυτή να καταρτίστηκε είτε από το όργανο που διοικεί αυτό, ενεργώντας εντός των ορίων της εξουσίας του, κατά τους όρους της συστατικής πράξεως ή του καταστατικού αυτού, είτε από άλλο ή άλλα φυσικά πρόσωπα, στα οποία παρασχέθηκε σχετική εξουσία από το όργανο του νομικού προσώπου που το διοικεί. Ειδικότερα, τα ίδια ισχύουν, κατά τις ως άνω διατάξεις, σε συνδυασμό τους με τις διατάξεις των άρθρων 18 παρ. 1, 2 και 22 παρ. 3 του ν. 2190/1920 αναφορικά με την ανώνυμη εταιρεία. Έτσι, όταν αμφισβητείται το κύρος καταρτισθείσας συμβάσεως, λόγω ελλείψεως νόμιμης εκπροσωπήσεως του νομικού προσώπου, εκείνος μεν που επικαλείται τη σύμβαση πρέπει να προτείνει και να αποδείξει ότι αυτή καταρτίστηκε με εκείνον που εκπροσωπεί το νομικό πρόσωπο, ο οποίος δήλωσε κατά νόμιμο τρόπο τη για τη κατάρτιση αυτήν της συμβάσεως βούλησή του, το δε δικαστήριο να προσδιορίσει στην απόφασή του το φυσικό πρόσωπο με το οποίο εκπροσωπήθηκε το νομικό πρόσωπο, για να καταστεί έτσι δυνατός ο έλεγχος του Αρείου Πάγου για την ορθή ή μη εφαρμογή των προαναφερόμενων διατάξεων του ΑΚ (ΑΠ 1172/2008). Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 221 και 224 του ΑΚ προκύπτει, ότι σε ορισμένες περιπτώσεις, μολονότι δεν υπάρχει πληρεξουσιότητα, εν τούτοις κρίνεται άξια προστασίας η εμπιστοσύνη του τρίτου στην ύπαρξή της. Με βάση τις διατάξεις αυτές και την αρχή της εμπιστοσύνης, διαπλάστηκε η έννοια της “φαινόμενης πληρεξουσιότητας”. Πρόκειται για την περίπτωση που ο αντιπροσωπευόμενος δεν παρέσχε πληρεξουσιότητα ή την είχε παράσχει μεν κατά το παρελθόν, στην συνέχεια, όμως, την ανακάλεσε και ούτε ανέχθηκε, ούτε γνώριζε τη συμπεριφορά του φερομένου “αντιπροσώπου” του, αλλά θα μπορούσε να τη γνωρίζει και να την είχε εμποδίσει, αν επιδείκνυε την επιβαλλόμενη στις συναλλαγές επιμέλεια, ενώ, από την άλλη πλευρά, ο συναλλαχθείς τρίτος δικαιούται, με βάση την καλή πίστη και τις αντιλήψεις των συναλλαγών, να πιστέψει ευλόγως ότι στον εμφανιζόμενο, ως αντιπρόσωπο, έχει παρασχεθεί πληρεξουσιότητα. Γι` αυτό, όμως, απαιτείται διαρκής επαναλαμβανόμενη συμπεριφορά του φερομένου “αντιπροσώπου” και καλή πίστη στο πρόσωπο του τρίτου που συναλλάχθηκε. Ο τελευταίος δεν προστατεύεται, αν γνώριζε την έλλειψη της πληρεξουσιότητας ή την αγνοούσε από αμέλειά του. Εφόσον συντρέχουν οι παραπάνω προϋποθέσεις, καταλογίζεται στον “αντιπροσωπευόμενο”, ότι με τη συμπεριφορά του δημιούργησε στους τρίτους την εύλογη πεποίθηση για την ύπαρξη πληρεξουσιότητας και αν πρόκειται για σύμβαση, αυτή θεωρείται καταρτισμένη, διά μέσου του “κατά φαινόμενο πληρεξουσίου”. Ο τρίτος που συναλλάχθηκε έχει στην περίπτωση αυτή κατά του αντιπροσωπευομένου τις αξιώσεις που πηγάζουν από τέτοια σύμβαση (ΑΠ 187/2020, 274/2013, ΑΠ 1659/2005, ΑΠ 939/2004, ΑΠ 1187/2000).
Από την επανεκτίμηση της υπ αριθμ. ………./07-09-2023 ένορκης βεβαίωσης του μάρτυρα ……….., ενώπιον της Συμβολαιογράφου Πειραιά, που ελήφθη με επιμέλεια της ενάγουσας, κατόπιν νομίμου κλητεύσεως των εναγομένων (βλ. τις υπ’ αριθμ. …./07-07-2023, …. Δ’/ 13-07-2023 και …..-07-2023 εκθέσεις επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή του Εφετείου Πειραιά, …………), της υπ’ ριθμ. ……/20-10-2023 ένορκης βεβαίωσης της μάρτυρος, ……………, ενώπιον του Γενικού Προξένου της Ελλάδος, στο Αμβούργο, η οποία ελήφθη, με επιμέλεια της δεύτερης εναγομένης μετά την κατάθεση των προτάσεων των διαδίκων στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου για την αντίκρουση ισχυρισμών που προτάθηκαν το πρώτον με τις νομοτύπως κατατεθείσες προτάσεις της ενάγουσας, κατόπιν νομίμου κλητεύσεως της τελευταίας κατά την αιτιολογία της εκκαλουμένης (βλ. την υπ’ αριθμ. ……….17-10-2023 έκθεση επίδοσης της Δικαστικής Επιμελήτριας, …………..), την οποία ωστόσο η εκκαλούσα με τον δεύτερο λόγο της έφεσής της θεωρεί ότι τυγχάνει απαράδεκτο αποδεικτικό μέσο καθώς το περιεχόμενο της δεν αναφέρεται σε ισχυρισμούς που προβλήθηκαν το πρώτον μετά την κατάθεση των προτάσεων, πλην όμως ο λόγος αυτός της έφεσης κρίνεται απορριπτέος ως αλυσιτελώς προβαλλόμενος καθώς σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 529 παρ.1 εδ. α ΚΠολΔ στην έκκλητη δίκη είναι επιτρεπτή η επίκληση και προσαγωγή νέων αποδεικτικών μέσων και ως τέτοια θεωρούνται και εκείνα που υποβλήθηκαν μεν πρωτοδίκως αλλά ήταν απαράδεκτα, ανεξαρτήτως αν το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο αποφάνθηκε ρητά ή όχι για το απαράδεκτο αυτού, οπότε σε κάθε περίπτωση παραδεκτώς προσκομίζεται αυτή το πρώτον ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου (ΑΠ 484/2019, 284/2018), καθώς και από όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν, τα οποία μπορούν να χρησιμεύσουν είτε προς άμεση απόδειξη είτε ως βάση για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (άρθρα 336 παρ. 3, 339 και 395 ΚΠολΔ), αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα αποτελεί ναυτιλιακή κοινοπραξία με σκοπό -μεταξύ άλλων- την παροχή πάσης φύσεως υπηρεσιών ρυμουλκήσεων, μεθορμίσεων, συνοδείας πλοίων και πλωτών ναυπηγημάτων και την παροχή υπηρεσιών επιθαλάσσιας αρωγής και διάσωσης σε κινδυνεύοντα πλοία, φορτία και παντός είδους πλωτά ναυπηγήματα, τη ρυμούλκηση, συγκράτηση, ώθηση ή ανώθηση πλοίων κλπ. Η πρώτη εναγομένη και μη διάδικος στη παρούσα δίκη εταιρεία με την επωνυμία <<…………….>> τυγχάνει ναυτική εταιρεία πλοίων αναψυχής, η οποία κατά τον ένδικο χρόνο ήταν πλοιοκτήτρια του επαγγελματικού- τουριστικού ιστιοφόρου σκάφους με το όνομα <<Β>>, το οποίο ήταν ασφαλισμένο στη δεύτερη εναγόμενη και ήδη εφεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία για τη χρονική περίοδο από 18-0-2022 έως 18-05-2023. κατά κινδύνων κύτους, μηχανής και εξοπλισμού. Η εν λόγω ασφάλιση καταρτίστηκε με τη διαμεσολάβηση της γερμανικής ασφαλειομεσίτης εταιρείας με την επωνυμία «…………..», με το διακριτικό τίτλο « ……..» με έδρα το ………….. της Γερμανίας. Ακολούθως το εν λόγω σκάφος με το όνομα «Β» την 3.8.2022 προσάραξε στη βραχώδη θαλάσσια περιοχή του κόλπου Καλαμοπόδι, νότια της Μυκόνου ανάμεσα στην Ακτή Παράγκα και στην ακτή Paradise του νησιού, με αποτέλεσμα να υποστεί εκτεταμένες ζημίες στο κύτος του. Η ανέλκυση και η μεταφορά του σκάφους σε ασφαλή λιμένα ήταν απαραίτητες, κατόπιν σχετικού αιτήματος των λιμενικών αρχών, προκειμένου να αποτραπεί το ενδεχόμενο πρόκλησης θαλάσσιας ρύπανσης στην περιοχή της Μυκόνου αλλά και για να καταστραφεί το σκάφος. Στη συνέχεια, στις 5.8.2022, η ενάγουσα υπέβαλε στον ναυτικό επιθεωρητή ………….. κατόπιν προηγούμενης μεταξύ τους επικοινωνίας, την προσφορά της για την εκτέλεση του έργου και ειδικότερα ανέφερε ότι το έργο θα εκτελείτο από την ενάγουσα, η δε αμοιβή για την εκτέλεση του έργου θα ανέρχονταν στο ποσό των 65.000 ευρώ κατ’ ελάχιστο, υπό τον όρο, ότι το έργο θα ολοκληρώνονταν εντός τριών ημερών ενώ αν το έργο δεν ολοκληρώνονταν εντός τριών ημερών, για λόγους για τους οποίους δεν θα ευθύνονταν η κοινοπραξία, η πρόσθετη χρέωση θα ήταν 20.000 ευρώ ανά ημέρα απασχόλησης του ρυμουλκού και του πλωτού γερανού. Επίσης το ήμισυ της αμοιβής θα ήταν πληρωτέο με την υπογραφή της σχετικής σύμβασης ενώ το υπόλοιπο μισό και το όποιο επιπλέον κόστος ήταν πληρωτέο εντός 24 ωρών από την αναμενόμενη ημερομηνία παράδοσης του σκάφους σε ασφαλή λιμένα του Λαυρίου ή του Πειραιά. Περαιτέρω ο εν λόγω ναυτικός επιθεωρητής ενημέρωσε τον ……………., ο οποίος τυγχάνει ασφαλειομεσίτης, ότι είχε επικοινωνήσει με την ενάγουσα και ότι η πρώτη εναγομένη – πλοιοκτήτρια θα έδινε σχετική εντολή να προχωρήσει η εκτέλεση της ως άνω σύμβασης. Επιπλέον ο ίδιος ως άνω ασφαλειομεσίτης (…………….), αφού ενημέρωσε την ενάγουσα ότι είναι αποκλειστικός αντιπρόσωπος της ασφαλειομεσιτικής εταιρείας με τον διακριτικό τίτλο «……» απέστειλε ηλεκτρονική επιστολή σε αυτήν διαβεβαιώνοντας την ότι η δεύτερη εναγομένη είχε αποστείλει το ποσό της προκαταβολής προς τους μεσίτες της πλοιοκτήτριας, προκειμένου οι τελευταίοι να εμβάσουν το ποσό αυτό στην ενάγουσα. Στις 05-08-2022 η ενάγουσα έλαβε την ως άνω προσφορά υπογεγραμμένη από τον νόμιμο εκπρόσωπο της πλοιοκτήτριας, ο οποίος μάλιστα έθεσε την εταιρική σφραγίδα επ’ αυτής και την υπογραφή του νόμιμου εκπροσώπου της με την επισήμανση ότι η ενάγουσα αφενός είχε διαμηνύσει στον προαναφερθέντα ασφαλειομεσίτη ότι επιθυμούσε να λάβει την εν λόγω προσφορά υπογεγραμμένη και από τη δεύτερη εναγομένη αφετέρου το ποσό των 65.000 ευρώ ήθελε να κατατεθεί στον τραπεζικό της λογαριασμό, προκειμένου να ξεκινήσει άμεσα το συμφωνηθέν έργο. Ωστόσο η δεύτερη εναγόμενη και ήδη εφεσίβλητη αρνήθηκε να υπογράψει τη σχετική σύμβαση έργου παρά την αντίθετη βούληση της ενάγουσας, καταβάλλοντας, όμως, σύμφωνα με τη δική της βούληση το συμφωνηθέν ποσό των 65.000 ευρώ στο λογαριασμό της. Στις 10-08-2022, ο Jan Stapenhorst, ενεργών για λογαριασμό της Γερμανικής Εταιρείας «…………..» απέστειλε το από 10-08-2022 e-mail στην ενάγουσα ενημερώνοντάς την ότι η δεύτερη εναγομένη τον έχει διορίσει πραγματογνώμονα στην υπόθεση, με σκοπό να καθορίσει το ύψος της ζημίας του ασφαλισμένου, που ήταν αποζημιωτέα βάσει του ασφαλιστήριου συμβολαίου σε σχέση με το ένδικο συμβάν και ότι ο ίδιος είχε διορίσει τον προαναφερθέντα ………….. ως τοπικό αντιπρόσωπο – επιθεωρητή στην Ελλάδα. Μάλιστα, ο ως άνω πραγματογνώμονας κοινοποίησε στην ενάγουσα το από 10-08-2022 μήνυμα της δεύτερης εναγομένης με το οποίο επιβεβαιώνονταν ότι η δεύτερη εναγομένη θα κατέβαλε το ποσό των 65.000 ευρώ ενώ κατέστησε γνωστό στην ενάγουσα με την ίδια ηλεκτρονική επιστολή ότι η δεύτερη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία δεν θα υπέγραφε την ένδικη σύμβαση καθώς μόνον η πλοιοκτήτρια πρώτη εναγόμενη μπορούσε να συμβληθεί και να υπογράψει τη σύμβαση αυτή. Κατόπιν, στις 10-08-2022, η εταιρεία με τον διακριτικό τίτλο « …….» απέστειλε ηλεκτρονική επιστολή στην ενάγουσα, την οποία συγκοινοποίησε στη δεύτερη εναγομένη, με την οποία επιβεβαίωνε το εκτιμώμενο κόστος του έργου και την πληρωμή του ποσού των 65.000 ευρώ στον τραπεζικό λογαριασμό της ενάγουσας στο πιστωτικό ίδρυμα «………..», το οποίο και κατέβαλε τελικά, οπότε και η ενάγουσα ξεκίνησε τις προετοιμασίες για τον απόπλου του ρυμουλκού « ΜXIV» και του πλωτού γερανού K από τα Αμπελάκια της Σαλαμίνας, τα οποία και απέπλευσαν με προορισμό τον τόπο του συμβάντος στη Μύκονο στις 11-08-2022 και ώρα 09.30 ενώ στη συνέχεια μετέβη και το προσωπικό της ενάγουσας και στις 12-08-2022 κατέφθασε στο λιμένα του Αργίλου της Μυκόνου, Ακολούθως αφού ενημέρωσε τις εναγόμενες, ανελκύσθηκε το σκάφος και φορτώθηκε στον πλωτό γερανό της ενάγουσας. Επίσης η ενάγουσα υπέβαλε στη Λιμενική Αρχή της Μυκόνου τα απαραίτητα έγγραφα προκειμένου να επιτραπεί ο απόπλους του ρυμουλκούμενου πλωτού γερανού, όπου όμως πληροφορήθηκε ότι ο απόπλους δεν ήταν δυνατός, διότι είχε εκδοθεί προσωρινή διαταγή απαγόρευσης απόπλου του σκάφους από το Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά, κατόπιν αίτησης της εταιρείας « ……………», για επικαλούμενη την ύπαρξη απαίτησης από υπηρεσίες επιθαλάσσιας αρωγής στο σκάφος. Κατόπιν τούτου, η ενάγουσα αιτήθηκε στο Λιμεναρχείο Μυκόνου, να παρασχεθεί ασφαλής θέση εντός του λιμένα, προκειμένου να προσδεθεί και να παραμείνει εκεί με ασφάλεια το ρυμουλκό, ο πλωτός γερανός και το επ’ αυτού φορτωμένο σκάφος, πλην, όμως το Λιμεναρχείο Μυκόνου, δεν έκανε δεκτό το εν λόγω αίτημα. Τελικά, χορηγήθηκε εξασφάλιση για την απαίτηση της άνω εταιρείας «…………………» και επιτράπηκε ο απόπλους του ως άνω σκάφους από τον λιμένα της Μυκόνου στο λιμένα του Λαυρίου, με αποτέλεσμα στις 17-08-2022 να αποπλεύσει από τη Μύκονο με προορισμό το Λαύριο, όπου και κατέπλευσε στις 18-08-2022, ότε και παραδόθηκε το ως άνω σκάφος σε φορτηγό, προκειμένου να οδηγηθεί για καταστροφή. Μετά την ολοκλήρωση των ως άνω υπηρεσιών, η ενάγουσα υπέβαλε στις εναγόμενες το σχέδιο διάσωσης ενώ στις 19- 08-2012 η ενάγουσα εξέδωσε τον τελικό λογαριασμό, τον οποίο απέστειλε μέσω ηλεκτρονικής επιστολής στην οποία αναφέρεται ότι η εκτέλεση του έργου διήρκησε από την 11-08-2022 και ώρα 09.30 έως την 18-08-2012 και ώρα 22.00, ήτοι επί 180 ώρες και 30 λεπτά, η δε ενάγουσα είχε εξοφληθεί μόνο για τις τρεις πρώτες μέρες του έργου, ήτοι για 72 ώρες, έχοντας ήδη λάβει το ποσό των 72.000 ευρώ, με αποτέλεσμα να εκκρεμεί η καταβολή της πρόσθετης αμοιβής, η οποία συμφωνήθηκε σε 20.000 ευρώ ανά ημέρα, ανερχόμενη στο ποσό των 90.416.66 ευρώ ( 4 ημέρες και 12 ώρες και 30 λεπτά ή 4,520833), το οποίο ουδέποτε καταβλήθηκε στην ενάγουσα και εξακολουθεί να οφείλεται μέχρι σήμερα. Η εκκαλουμένη απόφαση αναφορικά με τη μη διάδικο στη παρούσα δίκη πρώτη εναγόμενη – πλοιοκτήτρια εταιρεία έκανε δεκτή την αγωγή, καθώς σύμφωνα με την αιτιολογία που έχει διαλάβει στην ελάσσονα πρόταση της ουδέποτε αμφισβήτησε τα πραγματικά περιστατικά που συνέθεταν την ιστορική βάση της αγωγή και δη την υποχρέωση της να καταβάλει την οφειλόμενη αμοιβή εκ της συναφθείσας σύμβασης, οπότε και υποχρέωσε αυτή να καταβάλει το συνολικό ποσό των 90.416,66 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και μέχρις εξοφλήσεως καταδικάζοντας αυτή στη δικαστική δαπάνη της ενάγουσας την οποία όρισε στο ποσό των 3.650 ευρώ. Αντιθέτως η εκκαλούμενη όσον αφορά τη δεύτερη εναγόμενη και ήδη εφεσίβλητη απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη, δεχόμενη τον ισχυρισμό της ότι δεν υφίσταται ενοχική δέσμευση της έναντι της ενάγουσας να καταβάλει την οφειλόμενη αμοιβή με την αιτιολογία ότι ουδέποτε συμβλήθηκε με την ενάγουσα στην εκτέλεση του ένδικου καθώς τα πρόσωπα που ανέθεσαν στην ενάγουσα την εκτέλεση του συγκεκριμένου έργου δεν είχαν εξουσία αντιπροσωπεύσεως της. Η εκκαλούσα – ενάγουσα με τον πρώτο λόγο της έφεσής της διατείνεται ότι η εκκαλουμένη έσφαλε κατά την εφαρμογή των διατάξεων περί πραγματικής και φαινόμενης πληρεξουσιότητας (άρθρα 65, 67, 68, 70, 221 και 224 ΑΚ) αλλά και κακή εκτίμηση των αποδείξεων σχετικά με τη δράση των προαναφερόμενων νομικών και φυσικών προσώπων που ενήργησαν για λογαριασμό της εφεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας στο πλαίσιο της λειτουργίας της ένδικης σύμβασης έργου, ενώ εάν είχε εκτιμήσει καλύτερα τις αποδείξεις θα κατέληγε στο συμπέρασμα ότι η σιωπηρή αποδοχή της αλληλογραφίας και η ανοχή της ως προς τις δηλώσεις των προσώπων που ενεργούσαν στο όνομά της συγκροτούν πλήρως το πραγματικό της φαινόμενης πληρεξουσιότητας κατά το άρθρο 224 ΑΚ, οπότε και θα κατέληγε στη κρίση ότι η ένδικη αγωγή θα έπρεπε να γίνει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη και ως προς αυτήν. Με βάση, επομένως, το προεκτεθέν ιστορικό των διαδικαστικών ενεργειών που έλαβαν χώρα μεταξύ της ενάγουσας και των φυσικών και νομικών προσώπων που ενήργησαν προς εξυπηρέτηση των σκοπών της δεύτερης εναγόμενης – εφεσίβλητης κατά το προσυμβατικό στάδιο της κατάρτισης της ένδικης σύμβασης έργου πρέπει να λεχθούν τα εξής: Η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα κλήθηκε στις 05.08.2022 από τον ναυτικό επιθεωρητή …………. να υποβάλει προσφορά για την ανέλκυση του σκάφους «Β», πλοιοκτησίας της πρώτης εναγόμενης, ο οποίος δεν ενεργούσε αυτοτελώς αλλά ως τοπικός συνεργάτης του προαναφερθέντος …………….., εκπροσώπου της εταιρείας πραγματογνωμόνων ……., τον οποίον είχε διορίσει η δεύτερη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία ……….. για τη διαχείριση της ασφαλιστικής ζημίας του σκάφους. Ήδη από το σημείο αυτό προκύπτει ότι η εφεσίβλητη ανέθεσε στα πρόσωπα αυτά τον κύκλο ενεργειών που συνδέεται με την αντιμετώπιση της ασφαλιστικής ζημίας, ο οποίος κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, στις θαλάσσιες ασφαλίσεις, περιλαμβάνει και την ανάληψη υπηρεσιών ανέλκυσης, καθώς αυτές είναι αναγκαίες για τον προσδιορισμό και τον περιορισμό της ζημίας. Η προσφορά της ενάγουσας, την 05.08.2022, συγκοινοποιήθηκε ηλεκτρονικώς και προς τους άνω δύο πραγματογνώμονες (…… και …… δια των οποίων η εφεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία έλαβε γνώση του περιεχόμενου και των όρων αυτής. Ακολούθως, η ηλεκτρονική επιστολή που απέστειλε στις 10.8.2022 ο προαναφερόμενος πραγματογνώμονας …. προς την ενάγουσα, έχει καθοριστική σημασία, διότι περιέχει σαφή αναφορά στο ότι η ίδια η ασφαλιστική εταιρεία (…….) θα καταβάλει την προκαταβολή των 65.000 ευρώ και επιπλέον αυτός «θα εισηγηθεί τη πληρωμή των λοιπών εύλογων χρεώσεων». Η δήλωση αυτή δεν αφορά τεχνική περιγραφή της ζημίας αλλά καταφατική δήλωση οικονομικής δέσμευσης της εφεσίβλητης, η οποία δεν θα μπορούσε να προέλθει από πρόσωπο στερούμενο οποιασδήποτε εξουσίας. Η ασφαλιστική εταιρεία ουδέποτε αντέκρουσε την εν λόγω δήλωση ούτε προέβη σε οποιαδήποτε ανάκληση αυτής, ούτε αποκήρυξε τις ενέργειες του ……… κατά το στάδιο των διαπραγματεύσεων. Να σημειωθεί ότι η δήλωση αυτή, κατά το άρθρο 65 ΑΚ, συνιστά δήλωση βούλησης οργάνου του νομικού προσώπου, δεσμευτική για την ασφαλιστική εταιρεία, αφού ο άνω ….….. είχε διορισθεί ως πραγματογνώμονας αποκλειστικά για τη διαχείριση της συγκεκριμένης ασφαλιστικής ζημίας. Εξίσου κρίσιμη είναι και η εμπλοκή της μεσιτικής εταιρείας ……., την 10.8.2022 η οποία αναμφίβολα εκπροσωπούσε την εφεσίβλητη στην κατάρτιση και διαχείριση του ασφαλιστηρίου συμβολαίου, όταν απέστειλε ηλεκτρονική επιστολή προς την ενάγουσα με κοινοποίηση στην εφεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία, επιβεβαιώνοντας τόσο την προσφορά όσο και την καταβολή του ποσού των 65.000 ευρώ. Σημειωτέον ότι η εφεσίβλητη, παρότι έλαβε γνώση του email, δεν προέβαλε καμία αντίρρηση ή επιφύλαξη περί έλλειψης εξουσίας των εμπλεκομένων μεσιτών και πραγματογνωμόνων. Η σιωπή αυτή, σε συνδυασμό με την αμέσως επακολουθήσασα πληρωμή του ποσού από την ίδια την εφεσίβλητη, συνιστά κατά το άρθρο 224 ΑΚ σαφή εξωτερίκευση ανοχής και αποδοχής των ενεργειών των προσώπων που ενεργούσαν για λογαριασμό της. Κατά τα άρθρα 221 και 224 ΑΚ, η αδράνεια αυτή ισοδυναμεί με ανοχή, η οποία δημιουργεί στον συναλλασσόμενο τρίτο – εδώ την ενάγουσα – την εύλογη πεποίθηση ότι τα πρόσωπα αυτά ενεργούσαν με εξουσία αντιπροσώπευσης της ασφαλιστικής εταιρείας. Περαιτέρω, η ίδια η εφεσίβλητη κατέβαλε, μέσω των εντολοδόχων της, το ποσό των 65.000 ευρώ στον λογαριασμό της ενάγουσας, γεγονός το οποίο αποδεικνύει ότι αποδέχθηκε την προσφορά και ενέταξε την αμοιβή αυτή στις ασφαλιστικά καλυπτόμενες δαπάνες. Το επιχείρημα ότι η πληρωμή αυτή έλαβε χώρα δήθεν «στο πλαίσιο εκπλήρωσης των υποχρεώσεων της έναντι της ασφαλισμένης» δεν αναιρεί το ότι η ασφαλιστική εταιρεία είχε πλήρη γνώση ότι η ενάγουσα ανέλαβε το έργο κατόπιν δικών της οδηγιών, και μάλιστα υπό την προϋπόθεση συγκεκριμένης τιμολόγησης (65.000 ευρώ για τρεις ημέρες και 20.000 ευρώ για κάθε επιπλέον ημέρα), την οποία ουδείς εξ αυτών αμφισβήτησε. Το έργο εκτελέσθηκε από 11 έως 18.08.2022 υπό τις οδηγίες και την επίβλεψη των ανωτέρω προσώπων, ενώ στις 19.08.2022 η ενάγουσα απέστειλε τον τελικό λογαριασμό, χωρίς να υπάρξει αντίρρηση από την ασφαλιστική εταιρεία. Η συνολική συμπεριφορά της εφεσίβλητης, ήτοι: α) ο διορισμός ….., β) η εντολή προς τον ……….., γ) η εμπλοκή της …….., δ) η δήλωση περί πληρωμής, ε) η προκαταβολή του ποσού των 65.000 ευρώ και η εκτέλεση του έργου χωρίς αντίρρηση, αποκαλύπτει ένα ενιαίο και πλήρως λειτουργικό πλέγμα πραγματικής και φαινόμενης πληρεξουσιότητας, το οποίο δεσμεύει την εφεσίβλητη κατά τα άρθρα 70, 67 και 224 ΑΚ. Αντιθέτως ο ισχυρισμός της εφεσίβλητης – εναγομένης ότι ο ορισθείς πραγματογνώμονας …….. και τα λοιπά πρόσωπα δεν ενεργούσαν ως όργανα της ασφαλιστικής εταιρείας αντιβαίνει στο σύνολο των εγγράφων, τα οποία καταδεικνύουν ότι ο ….. είχε πλήρη εντολή διαχείρισης, ότι ο ……….. ενεργούσε υπό τις οδηγίες του, ότι η ……. εκπροσωπούσε την ασφαλιστική στις οικονομικές πράξεις και ότι η ασφαλιστική εταιρεία όχι μόνο δεν αποστασιοποιήθηκε αλλά αντιθέτως ενέκρινε εμπράκτως τις ενέργειες αυτές με την καταβολή του προαναφερθέντος χρηματικού ποσού. Επιπλέον ο ισχυρισμός της εφεσίβλητης, ο οποίος υιοθετήθηκε και από την εκκαλουμένη ότι η πληρωμή του ποσού των 65.000 ευρώ αποτελεί προκαταβολή ασφαλιστικής αποζημίωσης δεν ευσταθεί αφού η πληρωμή προς την εργολήπτρια – ενάγουσα εταιρεία πριν την εκτέλεση του έργου δεν μπορεί να ενταχθεί στη λειτουργία της ασφαλιστικής σύμβασης αλλά μόνο στη λειτουργία της σύμβασης έργου. Εξάλλου οι αντίθετοι ισχυρισμοί της εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρείας σχετικά με την ιδιότητα και την δράση των φυσικών και νομικών προσώπων που έδρασαν για λογαριασμό της στο πλαίσιο της υπό κρίση σύμβασης έργου δεν συνάδουν με έλλειψη αντιπροσώπευσης, αλλά αντιθέτως θεμελιώνουν άμεση οργανική διαχείριση της ζημίας από την ασφαλιστική εταιρεία μέσω προσώπων που η ίδια όρισε. Μάλιστα εσφαλμένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απαίτησε να αποδειχθεί «καταστατική» εκπροσώπηση δεδομένου ότι τα υποκατάστατα όργανα του διαμορφώνουν τη βούληση του νομικού προσώπου όταν τους έχει ανατεθεί κύκλος ενεργειών από την εταιρεία καθώς τέτοια ανάθεση αρμοδιοτήτων είχε συντρέξει στην υπό κρίση περίπτωση αφού η εφεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία είχε αναθέσει στον …..….. τον πλήρη χειρισμό της ζημίας και εκείνος, στο πλαίσιο της εξουσίας που του παρεσχέθη, ανάθεσε μέρος των ενεργειών στον έτερο πραγματογνώμονα …………… Η ενάγουσα δεν είχε υποχρέωση να διενεργήσει «καταστατικό έλεγχο» της εκπροσώπησης, αρκούσε η εξωτερίκευση της εξουσίας, η οποία ήταν σαφής, δημόσια και επαναλαμβανόμενη. Κατ΄ ακολουθίαν των ανωτέρω το παρόν Δικαστήριο κρίνει ότι η εφεσίβλητη εκπροσωπήθηκε, κατά την κατάρτιση της επίδικης σύμβασης έργου, από τα πρόσωπα που ενήργησαν στο όνομά της λόγω φαινόμενης πληρεξουσιότητας, αφού η ίδια η εφεσίβλητη με τη συμπεριφορά της δημιούργησε την εύλογη πεποίθηση ότι υπήρχε τέτοια εξουσία. Επομένως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 70 ΑΚ, η σύμβαση δεσμεύει την ασφαλιστική εταιρεία, η οποία καθίσταται εις ολόκληρον υπόχρεη, μαζί με την πλοιοκτήτρια, στη καταβολή του συμφωνηθέντος εργολαβικού ανταλλάγματος για το σύνολο του χρόνου απασχόλησης της ενάγουσας. Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω η εκκαλουμένη απόφαση, η οποία δέχθηκε τα αντίθετα, έσφαλε το μεν ως προς την εφαρμογή των προμνησθεισών περί πληρεξουσιότητας διατάξεων το δε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και πρέπει να γίνει δεκτός ο πρώτος λόγος της έφεσης ως βάσιμος κατ’ ουσίαν ενώ παρέλκει η εξέταση του τρίτου λόγου της έφεσης, ο οποίος είχε ασκηθεί επικουρικά υπό την ενδοδιαδικαστική αίρεση της απόρριψης του πρώτου λόγου αυτής. Συνεπώς, μη υπάρχοντος ετέρου λόγου έφεσης προς έρευνα της υπό κρίση έφεσης, κατά παραδοχή του πρώτου λόγου αυτής, πρέπει η εκκαλουμένη απόφαση να εξαφανιστεί ως προς το μεταβιβασθέν στο παρόν Δικαστήριο κεφάλαιο της ευθύνης της δεύτερης εναγομένης, να κρατηθεί από το παρόν δικαστήριο για να αναδικασθεί η υπόθεση ως προς αυτήν (άρθρο 535 του ΚΠολΔ). Ακολούθως πρέπει η κρινόμενη από 8.2.2023 με ΓΑΚ/ΕΑΚ …………./2023 αγωγή να γίνει δεκτή ως βάσιμη κατ’ ουσίαν και ως προς την δεύτερη εναγόμενη και να υποχρεωθεί η τελευταία, ενεχόμενη εις ολόκληρον με την πρώτη εναγόμενη να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 90.416,66 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής και μέχρις ολοσχερούς εξοφλήσεως. Τέλος, εφόσον εξαφανίστηκε η εκκαλούμενη οριστική απόφαση, εξαφανίζεται και η διάταξη αυτής περί δικαστικών εξόδων, κατά τη διάταξη του άρθρου 535§1 ΚΠολΔ. Επιβάλλει σε βάρος της δεύτερης εναγόμενης, ενεχομένης εις ολόκληρον με την πρώτη εναγόμενη, τη δικαστική δαπάνη της ενάγουσας και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, σε αποδοχή του σχετικού αιτήματος της, (άρθρα 176, 183, 191§2 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό ενώ πρέπει να διαταχθεί και η επιστροφή του παραβόλου άσκησης της έφεσης στην εκκαλούσα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων την από 10.3.2025 [ΓΑΚ – ΕΑΚ …………/2025 Πρωτ & …………/2025 Εφετ] έφεση.
Δέχεται τυπικά την έφεση.
Διατάσσει την επιστροφή του με αριθμό …………….. e-παραβόλου άσκησης της έφεσης στην εκκαλούσα.
Δέχεται εν μέρει κατ’ ουσίαν την έφεση.
Εξαφανίζει την εκκαλούμενη με αριθμό 528/2025 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά (τακτική διαδικασία – ναυτικών διαφορών) όπως αυτή διορθώθηκε από την υπ’ αριθ. 2034/2025 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, ως προς το μεταβιβασθέν ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου κεφάλαιο της ευθύνης της εφεσίβλητης – δεύτερης εναγομένης.
Κρατεί και δικάζει την από 8.2.2023 με ΓΑΚ/ΕΑΚ …………/2023 αγωγή.
Δέχεται την αγωγή ως προς το κεφάλαιο της ευθύνης της δεύτερης εναγόμενης.
Υποχρεώνει τη δεύτερη εναγόμενη, ενεχόμενη εις ολόκληρον με την πρώτη από αυτές, να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των ενενήντα χιλιάδων τετρακοσίων δεκαέξι και εξήντα έξι λεπτών (90.416,66) ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής και μέχρι την ολοσχερή εξόφληση.
Καταδικάζει την δεύτερη εναγόμενη, ενεχόμενη εις ολόκληρον με την πρώτη από αυτές στα δικαστικά έξοδα της ενάγουσας και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας μέχρι του ποσού των τριών χιλιάδων εξακοσίων πενήντα (3.650) ευρώ και ατομικώς στο επιπλέον ποσό των οκτακοσίων πενήντα (850) ευρώ που αντιστοιχεί στη δικαστική δαπάνη του δεύτερου βαθμού δικαιοδοσίας.
Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε στον Πειραιά σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων τους δικηγόρων, στις 27.2.22026.
Ο ΔΙΚΑΣΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ