ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
ΕΚΟΥΣΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
Αριθμός αποφάσεως 144/2026
ΤΟ ΤΡΙΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
(2ο Τμήμα)
Αποτελούμενο από τους Δικαστές Βασίλειο Παπανικόλα, Πρόεδρο Εφετών, Βασίλειο Πορτοκάλλη, Εφέτη – Εισηγητή, Ευδοξία Πιστιόλα, Εφέτη και από την Γραμματέα Ε.Δ.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του στις ………, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της εκκαλούσας μονοπρόσωπης εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία «………….», που εδρεύει στη ……. Βουλγαρίας, νομίμως εκπροσωπουμένης, με ΑΦΜ …………, η οποία παραστάθηκε διά του πληρεξουσίου δικηγόρου της Χρήστου Κακαρούνα (Α.Μ Δ.Σ.Α ……..).
Των εφεσίβλητων: 1) …………..ως συνδίκου της πτωχεύσεως και της ενώσεως των πιστωτών της μονοπρόσωπης ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «…………..» και διακριτικό τίτλο «………….», που εδρεύει στον Πειραιά, με ΑΦΜ ………, ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως και 2) μονοπρόσωπης ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «………….» και διακριτικό τίτλο «…………», που εδρεύει στον Πειραιά, νομίμως εκπροσωπουμένης, με ΑΦΜ ………., η οποία δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Ο ενάγων και ήδη πρώτος εφεσίβλητος, άσκησε σε βάρος των εναγομένων και ήδη εκκαλούσας και δεύτερης εφεσίβλητης, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, την από 12/9/2019 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ………/2019 αγωγή, με την οποία ζητούσε τα αναφερόμενα σε αυτήν. Το ως άνω Δικαστήριο, συζήτησε την αγωγή στις 22/1/2020, ερήμην της πρώτης εναγομένης και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων και με την υπ’ αριθ. 3645/2020 οριστική απόφασή του, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή. Κατά της προαναφερόμενης αποφάσεως, η δεύτερη εναγόμενη άσκησε την από 16/4/2021 έφεση της, με αριθμό έκθεσης κατάθεσης: α) ένδικου μέσου ………./2021 και β) δικογράφου …………./2023, ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού, η οποία προσδιορίσθηκε προς συζήτηση για τις 16/11/2023, κατόπιν αναβολής για τις 19/9/2024 και κατόπιν νέας αναβολής για την ανωτέρω δικάσιμο.
ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ
Όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη υπ’ αριθ. …………/16-10-2023 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Πειραιώς, ………, αντίγραφο της υπό κρίση εφέσεως, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στην δεύτερη εφεσίβλητη, με πράξη ορισμού συζήτησης για την δικάσιμο στις 16/11/2023. Περαιτέρω κλήτευση της ως άνω εφεσίβλητης δεν απαιτείται δεδομένου ότι κατ’ άρθρα 226 παρ.4 εδαφ. δ, 741 ΚΠολΔ, η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Η ως άνω εφεσίβλητη, όμως, δεν εμφανίστηκε, κατά τη συζήτηση της έφεσης, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το οικείο πινάκιο και, συνεπώς, πρέπει να δικαστεί ερήμην. Ωστόσο η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου προχωρεί σαν να ήταν η δεύτερη εφεσίβλητη παρούσα (άρθρο 524 παρ.4 εδ.α, 764 παρ.2 ΚΠολΔ) έστω και αν ο παριστάμενος εκκαλών δεν προσκόμισε αντίγραφα των προτάσεων της, που κατατέθηκαν στην πρωτοβάθμια δίκη, αφού και σε αυτήν η δεύτερη εφεσίβλητη ήταν επίσης απούσα και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η κρινόμενη από 16/4/2021 έφεση της δεύτερης εναγομένης, με αριθμό έκθεσης κατάθεσης: α) ένδικου μέσου ………/2021 και β) δικογράφου ………/2023, η οποία στρέφεται κατά της υπ’ αριθ. 3645/2020 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που εκδόθηκε, κατά την διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας, επί της από 12/9/2019 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης …………/2019 αγωγής του ενάγοντος και ήδη πρώτου εφεσίβλητου, κατά των εναγομένων και ήδη δεύτερης εφεσίβλητης και εκκαλούσας, η οποία συζητήθηκε ερήμην της πρώτης εναγομένης και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων, αρμοδίως και παραδεκτά φέρεται προς συζήτηση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου (άρθρο 19, 741 ΚΠολΔ), έχει, δε, ασκηθεί νομότυπα, με κατάθεση της στη Γραμματεία του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου (άρθρο 495 παρ. 1, 2, 511, 513 παρ.1 εδ. β΄, 516, 517, 520, 760, 761, 762, 765 ΚΠολΔ) και εμπρόθεσμα, στις 20/4/2021, ήτοι προ πάσης επιδόσεως της απόφασης στην δεύτερη εναγομένη και εντός δύο (2) ετών από της δημοσιεύσεως της, που έλαβε χώρα στις 25/11/2020 (άρθρο 518 παρ. 2 ΚΠολΔ), έχει, δε, κατατεθεί και το απαιτούμενο παράβολο (άρθρο 495 περ. 3A ΚΠολΔ). Επομένως πρέπει η έφεση να γίνει τυπικά δεκτή (άρθρο 532 ΚΠολΔ) και να εξεταστεί ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της, κατά την διαδικασία εκουσίας δικαιοδοσίας, που εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση (533 ΚΠολΔ).
Με την υπό κρίση αγωγή του, ο ενάγων δικηγόρος εκθέτει ότι με τη με αριθ. 1563/30-6-2016 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά η πρώτη εναγομένη μονοπρόσωπη ανώνυμη εταιρία με το διακριτικό τίτλο «………….», κηρύχθηκε σε κατάσταση πτώχευσης, ορίστηκε δε ως χρόνος παύσης πληρωμών η 30-6-2015 και διορίστηκε ο ίδιος ως σύνδικος της πτώχευσης αυτής. Ότι, στη συνέχεια, με τη με αριθ. 4523/8-10-2018 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά μεταβλήθηκε ο χρόνος παύσης πληρωμών από τις 30-6-2015 στις 30-6-2014. Ότι η ανωτέρω εταιρία μεταβίβασε κατά κυριότητα, λόγω πώλησης, στη δεύτερη εναγομένη μονοπρόσωπη εταιρία περιορισμένης ευθύνης, δυνάμει των με αριθ. ………../29-9-2014 και ……/29-10-2014 συμβολαίων, νόμιμα μεταγεγραμμένων, τα σ’ αυτά ειδικότερα περιγραφόμενα δύο ακίνητα, αντί τιμήματος 81.000 ευρώ το πρώτο και 141.170,55 ευρώ το δεύτερο, ενώ η εμπορική τους αξία κατά το χρόνο εκείνο ανερχόταν στο ποσό των 298.000 ευρώ και 275.000 ευρώ, αντίστοιχα. Ότι οι ανωτέρω μεταβιβάσεις έλαβαν χώρα κατά τη διάρκεια της ύποπτης περιόδου, η δε δεύτερη εναγομένη τελούσε σε πλήρη γνώση του γεγονότος της παύσης των πληρωμών εκ μέρους της πρώτης εναγομένης, καθώς η νόμιμη εκπρόσωπος της δεύτερης εναγομένης είναι σύζυγος του νομίμου εκπροσώπου της πρώτης εναγομένης και ήδη πτωχής εταιρίας. Με βάση το ανωτέρω ιστορικό και επικαλούμενος ότι οι ανωτέρω μεταβιβάσεις της πτωχής είναι επιζήμιες για την ομάδα των πιστωτών της, καθώς η ήδη πτωχή εταιρία δε διαθέτει άλλη κινητή και ακίνητη περιουσία για την ικανοποίηση των απαιτήσεων τους, το ύψος των οποίων υπερβαίνει το ποσό των 4.200.000 ευρώ, η δε κινητή περιουσία που διέθετε η εταιρία έχει ήδη εκποιηθεί για το ποσό των 30.000 ευρώ περίπου, ζητεί να ανακληθούν οι ανωτέρω αναφερόμενες συμβάσεις πώλησης και μεταβίβασης ακινήτων και να υποχρεωθεί η δεύτερη εναγομένη να επαναμεταβιβάσει την κυριότητα των επιδίκων ως άνω ακινήτων στην πτωχευτική περιουσία, με δικές της δαπάνες, άλλως, σε περίπτωση άρνησής της, να καταδικασθούν οι εναγόμενες με την εκδοθησόμενη απόφαση στη σχετική δήλωση δικαιοπρακτικής βούλησης, να επανέλθουν τα πράγματα στην προτέρα αυτών κατάσταση, επικουρικώς δε για την περίπτωση που η αυτούσια απόδοση των ακινήτων δεν είναι εφικτή, να υποχρεωθεί η δεύτερη εναγόμενη, με βάση τις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, να αποκαταστήσει την εμπορική αξία των ακινήτων κατά το χρόνο μεταβίβασης άλλως κατά το χρόνο της αναμεταβίβασης και συγκεκριμένα να καταβάλει υπέρ της πτωχευτικής περιουσίας το ποσό των 217.000 ευρώ για το πρώτο ακίνητο και το ποσό των 133.829,45 ευρώ για τα δεύτερο ακίνητο, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και έως την εξόφληση. Τέλος, ζητεί να καταδικαστούν οι εναγόμενοι, έκαστος εις ολόκληρον, σε αποζημίωση ανερχόμενη στο ποσό των 2.000 ευρώ (άρθρο 49 παρ. 3 Ν. 3588/2007), για την προκληθείσα βλάβη σε βάρος των πιστωτών και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος των εναγομένων. Στη συνέχεια, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς, με την υπ’ αριθ. 3645/2020 απόφαση του, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή, ανακάλεσε τις ως άνω δικαιοπραξίες και υποχρέωσε την δεύτερη εναγομένη να επαναμεταβιβάσει στην πτωχευτική περιουσία τα επίδικα ακίνητα. Ήδη, με την κρινόμενη έφεση της, η δεύτερη εναγομένη προσβάλλει την ανωτέρω απόφαση, κατά το μέρος αυτής που έκανε δεκτή την αγωγή, και παραπονείται για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων, ζητώντας να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση, μόνο ως προς το μέρος αυτής που έκανε δεκτή την αγωγή έτσι ώστε η τελευταία να απορριφθεί εν όλω.
Παρά την κατάργηση του Ν. 3588/2007, που επέφερε η θέση σε ισχύ του Ν. 4738/2020, οι διατάξεις του οποίου καταρχήν εφαρμόζονται στις διαδικασίες που δρομολογούνται μετά την 1/3/2021 (άρθρο 308 Ν. 4738/2020), οι εκκρεμείς διαδικασίες του Ν. 3588/2007, εξελίσσονται σύμφωνα με τις διατάξεις του τελευταίου αυτού νόμου. Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 41 ΠτΚ «Πράξεις του οφειλέτη που διενεργήθηκαν εντός του χρόνου που περιλαμβάνεται από την παύση των πληρωμών μέχρι την κήρυξη της πτώχευσης (ύποπτη περίοδος) και είναι επιζήμιες για την ομάδα των πιστωτών ανακαλούνται ή μπορούν να ανακληθούν από τον σύνδικο κατά τις διατάξεις των επόμενων άρθρων». Ειδικότερα, κατά τη διάταξη του άρθρου 43 παρ. 1 ΠτΚ «Κάθε αμφοτεροβαρής πράξη του οφειλέτη ή πληρωμή από αυτόν ληξιπρόθεσμων χρεών του που έγινε μετά την παύση των πληρωμών και πριν την κήρυξη της πτώχευσης, μπορεί να ανακληθεί, εάν ο αντισυμβαλλόμενος κατά τη διενέργεια της πράξης γνώριζε ότι ο οφειλέτης είχε παύσει τις πληρωμές του και η πράξη ήταν επιζήμια για την ομάδα των πιστωτών». Η παραπάνω διάταξη παρέχει την ευχέρεια ανάκλησης πράξεων του οφειλέτη, συνήθων στον εμπορικό βίο, εφόσον συντρέχουν οι οριζόμενες σ’ αυτή προϋποθέσεις που είναι: α) οι πράξεις να διενεργήθηκαν μέσα στην ύποπτη περίοδο, β) εκείνος που συναλλάχθηκε με τον οφειλέτη να ενήργησε εν γνώσει της παύσης των πληρωμών του και γ) με τη συναλλαγή που έγινε να επήλθε ζημία στην ομάδα των πιστωτών, αφού συνεπεία αυτής δεν θα ικανοποιηθούν όλες οι απαιτήσεις τους. Ειδικότερα, ζημία υπάρχει όταν με οποιοδήποτε τρόπο παραβλάπτεται η δυνατότητα ικανοποίησης των πτωχευτικών πιστωτών και συνεπώς ζημία δεν υπάρχει όταν η πτωχευτική περιουσία και χωρίς το περιουσιακό στοιχείο τα οποίο έχει απαλλοτριωθεί με την προς ανάκληση πράξη επαρκεί για την ικανοποίηση των πτωχευτικών πιστωτών. Εξάλλου, η κατά τα ανωτέρω γνώση του συναλλαχθέντος με τον οφειλέτη πρέπει να υπάρχει κατά το χρόνο διενέργειας της πράξης, να είναι αντικειμενική, προσωπική και ακριβής, ήτοι να αναφέρεται μόνο στο γεγονός της παύσης των πληρωμών κατά τρόπο, όμως, σαφή και ακριβή, χωρίς να αρκεί η κατά προσέγγιση γνώση της παύσης των πληρωμών και να υπάρχει στο πρόσωπο του ίδιου του συναλλαχθέντος ή όταν πρόκειται για νομικό πρόσωπο, στο πρόσωπο του νόμιμου εκπροσώπου του (ΕφΘεσ 212/2017, ΤΝΠ Νόμος). Αρμόδιο για τη συζήτηση της αίτησης ανάκλησης είναι, κατά τη διάταξη του άρθρου 48 παρ. 1 ΠτΚ, αποκλειστικά το πτωχευτικό δικαστήριο, στην άσκηση δε της ανακλητικής αξίωσης νομιμοποιείται μόνο ο σύνδικος. Νομιμοποιούμενοι παθητικά είναι το πρόσωπο ή τα πρόσωπα που είχαν λάβει μέρος στην υπό ανάκληση πράξη καθώς και οι κληρονόμοι ή άλλοι καθολικοί διάδοχοί τους ή ο κακόπιστος ειδικός διάδοχος. Ο ίδιος ο πτωχός δεν φαίνεται να συμπεριλαμβάνεται στους διαδίκους. Επειδή, όμως, η δίκη τον αφορά και ο σύνδικος παρίσταται ουσιαστικά ως εκπρόσωπος μόνο της ομάδας των πιστωτών, η αγωγή πρέπει να απευθύνεται και κατά τον πτωχού ή να διατάσσεται η κλήτευσή του με πράξη του προέδρου του δικαστηρίου ή να προσεπικαλείται στη δίκη κατά τη διάταξη τον άρθρου 753 ΚΠολΔ (ΕφΘεσ 212/2017, ΕφΠειρ 181/2017, ΤΝΠ Νόμος, βλ. και Γ. Σωτηρόπουλος, Πτωχευτική ανάκληση, 2009, σελ. 271, υποσημ. 40). Εξάλλου, περιεχόμενο της αγωγής του άρθρου 43 ΠτΚ, εκτός από τα απαραίτητα στοιχεία παντός δικογράφου, πρέπει να είναι οπωσδήποτε το αίτημα ανάκλησης της συγκεκριμένης πράξης. Η αγωγή μπορεί επίσης να περιλαμβάνει και αίτημα περί υποχρέωσης του εναγομένου σε «επαναμεταβίβαση» του ληφθέντος, σε κάθε όμως περίπτωση, ακόμα και αν η απόφαση περιέχει διάταξη περί ανάκλησης μόνο της προσβαλλόμενης πράξης, οι συνέπειες της ανάκλησης, ήτοι η δημιουργία ενοχικής αξίωσης για επαναμεταβίβαση του αντικειμένου, της ανακλητέας πράξης, επέρχονται εκ του νόμου, που τις προβλέπει ρητά, ως συνέπειες απλώς μόνης της περί ανάκλησης απόφασης, κατά το άρθρο 49 ΠτΚ. Ειδικότερα, συνεπεία της δικαστικής απόφασης, που ανακαλεί συγκεκριμένη πράξη, όποιος έχει αποκτήσει περιουσιακό στοιχείο τον πτωχεύσαντος, υποχρεούται πλέον να το επαναμεταβιβάσει στην πτωχευτική περιουσία, ακόμα και αν δεν διατάσσεται τούτο από την απόφαση. Πρόκειται για τη δημιουργία νόμιμης ενοχικής υποχρέωσης που βαρύνει αυτόν που συμβλήθηκε με τον πτωχό, η ανάκληση δε ενεργεί μόνο μεταξύ των μερών της ενοχικής σχέσης, δηλαδή μεταξύ του συνδίκου και του καθ’ ου η ανάκληση, προς το συμφέρον της ομάδας των πιστωτών. Η ανακλητική αξίωση αποτελεί αυτόνομη ενοχική αξίωση προς παροχή και όχι διαπλαστική ή αξίωση από αδικοπραξία ή αδικαιολογήτου πλουτισμού. Εάν το ληφθέν δεν είναι δυνατό να επαναμεταβιβαστεί αυτούσιο, η υποχρέωση αποκατάστασης της αξίας του ρυθμίζεται κατά τις διατάξεις των άρθρων 904 επ. ΑΚ, χωρίς όμως στην περίπτωση αυτή να μετατρέπεται η αξίωση σε αδικαιολογήτου πλουτισμού, παρά μόνο να καθορίζεται κατά τις ανωτέρω διατάξεις η έκταση του πλουτισμού (ΕφΘεσ 212/2017, ΕφΠειρ 182/2017, ο.π). Περαιτέρω, προκειμένου ο σύνδικος να πετύχει την επαναμεταβίβαση, αν δεν συμμορφώνεται οικειοθελώς ο τρίτος μετά την έκδοση της περί ανάκλησης απόφασης, μπορεί να ασκήσει εναντίον του τις αγωγές για εκπλήρωση της ενοχής, για αποζημίωση επί υπερημερίας, για καταδίκη σε δήλωση βούλησης κλπ, κατά τις γενικές διατάξεις. Στην αγωγή για καταδίκη σε δήλωση βούλησης μπορεί να σωρευθεί η ενοχική είτε η εμπράγματη αξίωση του ενάγοντα για την παράδοση του πράγματος (άρθρα 69 παρ.1 γ και 218 ΚΠολΔ). Ειδικότερα επί ακινήτων στην αγωγή του άρθρου 44 ΠτΚ ισχύουν τα εξής: Το ακίνητο πρέπει να επαναμεταβιβασθεί στην πτωχευτική περιουσία (στον οφειλέτη), ούτως ώστε να μπορέσει στη συνέχεια ο σύνδικος να το εκποιήσει, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 147 επ. ΠτΚ ή μέσω εκποίησης της επιχείρησης ως συνόλου. Για την ολοκλήρωση της (ανα)μεταβίβασης της κυριότητας ταυ ακινήτου απαιτείται η μεταγραφή τόσο της δικαστικής απόφασης, με την οποία καταδικάζεται ο εναγόμενος καθ’ ου η πτωχευτική ανάκληση σε δήλωση δικαιοπρακτικής βούλησης σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 949 τον ΚΠολΔ, όσο και της αποδοχής αυτής (της αναπληρούσας τη δήλωση βούλησης του τρίτον δικαστικής απόφασης) από το σύνδικο. Πρόκειται εν προκειμένω για απλή εφαρμογή του άρθρου 49 παρ.1 εδ. α ΠτΚ, λαμβανομένων υπόψη των ιδιαιτεροτήτων της μεταβίβασης κυριότητας επί ακινήτου (βλ. και Γ. Σωτηρόπουλος, ό.π. σελ. 284). Τέλος, σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 3 του άρθρου 49 ΠτΚ «Αν το πτωχευτικό δικαστήριο κρίνει ότι αυτός που συμβλήθηκε με τον οφειλέτη ενήργησε κακόπιστα, μπορεί να τον υποχρεώσει σε αποκατάσταση της ζημίας που προκλήθηκε από την πράξη στην ομάδα των πιστωτών». Η αποζημίωση αυτή καλύπτει κάθε μορφής ζημία (θετική ή αποθετική), που προκλήθηκε σε βάρος της πτωχευτικής περιουσίας από την ανακλητέα πράξη. Προϋπόθεση της ευθύνης είναι η «κακοπιστία» του αντισυμβαλλομένου τον οφειλέτη, για την κατάφαση της οποίας δεν αρκεί η γνώση της πρόκλησης βλάβης σε βάρος των πτωχευτικών πιστωτών αλλά απαιτείται η συνδρομή επιπλέον υποκειμενικών στοιχείων, όπως κατεξοχήν είναι η πρόθεση βλάβης των πιστωτών (εκ μέρους του αντισυμβαλλομένου) (βλ. Γ. Σωτηρόπουλος , ό.π., σελ. 300 – 301).
Με τα εκτιθέμενα στον πρώτο λόγο της εφέσεως της, κατ’ εκτίμηση αυτής, η εκκαλούσα παραπονείται ότι εσφαλμένα η εκκαλουμένη απόφαση δέχθηκε ότι η αγωγή παραδεκτώς απευθύνεται και κατά της πτωχής εταιρείας, ενώ θα έπρεπε να κηρύξει απαράδεκτη την ένδικη αγωγή καθ’ ο μέρος αυτή στρέφεται κατά της πρώτης εναγομένης ελλείψει παθητικής της νομιμοποίησης. Ο λόγος αυτός φέρεται απαραδέκτως ελλείψει έννομου συμφέροντος της εκκαλούσας, αφού ακόμα και αν αυτός γίνει δεκτός, δεν θα οδηγήσει σε αποδοχή της έφεσης και απόρριψη της αγωγής ως προς την εκκαλούσα.
Περαιτέρω με τον δεύτερο λόγο της εφέσεως της, κατ’ εκτίμηση αυτού, η εκκαλούσα παραπονείται ότι εσφαλμένα η εκκαλουμένη απόφαση δέχθηκε ότι η επίδικη αγωγή ασκήθηκε παραδεκτώς, ενώ έπρεπε να την απορρίψει ως αόριστη λόγω των κατωτέρω ελλείψεων της: α) επειδή δεν προσδιορίζεται σε αυτήν βάσει ποιων κριτηρίων το πραγματικό τίμημα πώλησης των επίδικων ακινήτων υπολείπετο της αληθινής αγοραίας αξίας τους. Τα ως άνω όμως δεν συνιστούν έλλειψη της αγωγής, αφού σε αυτήν αρκεί να προσδιορίζεται η διαφορά μεταξύ τιμήματος πώλησης και αληθινής αγοραίας αξίας, η βασιμότητα της οποίας θα κριθεί κατά την ουσιαστική εκτίμηση της αγωγής, β) ότι δεν εκτίθεται αν υπήρχε δόλος της δεύτερης εναγομένης για βλάβη των πιστωτών, πλην όμως ο νόμος (άρθρο 43 ΠτΚ) απαιτεί γνώση της τελευταίας για παύση πληρωμών της οφειλέτριας και όχι για βλάβη των πιστωτών, γ) ότι δεν εκτίθενται πραγματικά περιστατικά που να δείχνουν την βλάβη των πιστωτών που επήλθε λόγω της κατάρτισης των επίδικων πωλήσεων. Στην αγωγή όμως εκτίθεται σαφώς ότι η βλάβη των πιστωτών συνίσταται στην έλλειψη επαρκούς ενεργητικού για την πλήρη ικανοποίηση τους, η απόδειξη του οποίου θα κριθεί κατά την ουσιαστική εκτίμηση της αγωγής. Επομένως ορθά η εκκαλουμένη απόφαση δέχθηκε ως ορισμένη την αγωγή, απορριπτομένου παράλληλα και του δεύτερου λόγου εφέσεως ως ουσία αβάσιμου.
Με τον τρίτο λόγο εφέσεως της η εκκαλούσα παραπονείται ότι εσφαλμένα η εκκαλουμένη απόφαση απέρριψε την ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος που υπέβαλλε πρωτοδίκως. Με την ως άνω ένσταση ισχυριζόταν ότι ακόμα και σε περίπτωση ανάκλησης των ένδικων μεταβιβαστικών δικαιοπραξιών και επαναμεταβίβασης των ως άνω ακινήτων στην πτωχευτική περιουσία δε θα καταστεί δυνατή η ικανοποίηση των απαιτήσεων των πτωχευτικών πιστωτών, μετά την προνομιακή ικανοποίηση των προνομιούχων δανειστών (Δ.Ο.Υ., ΙΚ.Α., εργαζόμενοι κ.λπ.), καθώς και ότι η υπό κρίση αγωγή ασκήθηκε από το σύνδικο την ύστατη ημέρα που εξέπνεε η πενταετής προθεσμία διάρρηξης των ένδικων πράξεων απαλλοτρίωσης και μετά τη μεθοδευθείσα από τον ίδιο μετάθεση του χρόνου παύσης των πληρωμών της πρώτης εναγομένης πτωχής εταιρίας, προκειμένου οι επίδικες πράξεις να εντάσσονται στην ύποπτη περίοδο. Πλην όμως η ως άνω ένσταση ορθά απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, καθόσον τα εκτιθέμενα πραγματικά περιστατικά, και αληθή υποτιθέμενα, δε συνιστούν καταχρηστική άσκηση του ένδικου δικαιώματος του ενάγοντος (ΟλΑΠ 6/2016, ΤΝΠ Νόμος, Απ. Γεωργιάδη, 4η έκδοση, Γενικές Αρχές Αστικού Δικαίου, σελ. 310 – 312), απορριπτομένου παράλληλα και του τρίτου λόγου εφέσεως.
Από την εκτίμηση όλων των εγγράφων, που οι διάδικοι νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν, (πλην των εγγράφων που προσκομίσθηκαν εκπροθέσμως από τον πρώτο εφεσίβλητο στις 22/10/2025 και ώρα 12:00 και δεν λαμβάνονται υπόψη), μεταξύ των οποίων και έγγραφα που παραδεκτώς προσκομίσθηκαν το πρώτον ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου (άρθρο 529 παρ.1 εδ.α ΚΠολΔ), εφόσον δεν προέκυψε ότι δεν προσκομίσθηκαν πρωτοδίκως από πρόθεση στρεψοδικίας ή βαριά αμέλεια, τα οποία λαμβάνονται υπόψη είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (άρθρα 591 παρ. 1 εδ. α΄ και 336 παρ. 3 ΚΠολΔ), για μερικά από τα οποία γίνεται ειδική αναφορά κατωτέρω, χωρίς, όμως, να έχει παραλειφθεί κάποιο για την ουσιαστική διάγνωση της ένδικης διαφοράς (ΑΠ 1628/2003 ΕλλΔνη 2004/723), σε συνδυασμό με τα διδάγματα της κοινής πείρας, που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως (άρθρο 336 παρ.4 ΚΠολΔ), αποδείχθηκαν, πλήρως, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η πρώτη εναγομένη, μονοπρόσωπη ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία «…………» και το διακριτικό τίτλο «………..» που εδρεύει στον Πειραιά Αττικής, κηρύχθηκε σε κατάσταση πτώχευσης με τη με αριθ. 1563/30-6-2016 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, που εκδόθηκε με τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας. Με την ίδια απόφαση ορίστηκε ως χρόνος παύσης πληρωμών η 30-6-2015 και διορίστηκε ως σύνδικος της πτώχευσης ο ενάγων ……………, δικηγόρος Πειραιά. Ακολούθως, με τη με αριθ. 4523/8-10-2018 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, εκδοθείσα επίσης κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, μεταβλήθηκε ο χρόνος παύσης πληρωμών από την 30-6-2015 στην 30-6-2014. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι στην κυριότητα της ως άνω πτωχής εταιρίας ανήκαν κατά το παρελθόν και τα ακόλουθα ακίνητα, τα οποία στη συνέχεια μεταβιβάσθηκαν από αυτήν πριν από την κήρυξη της πτώχευσης αλλά μετά τον (μεταβληθέντα κατά τα ανωτέρω) χρόνο παύσης πληρωμών (ύποπτη περίοδος) στην δεύτερη εναγομένη. Συγκεκριμένα δυνάμει του με αριθ. …………./29-9-2014 συμβολαίου αγοραπωλησίας αστικού ακινήτου της συμβολαιογράφου Αμαλιάδας Ηλείας ………., νόμιμα μεταγεγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Γαστούνης στον τόμο …. και με αριθμό …., η πρώτη εναγομένη, νόμιμα εκπροσωπούμενη από τον αντιπρόεδρο αυτής ………….., πώλησε και μεταβίβασε στη δεύτερη εναγομένη, η οποία εκπροσωπείτο από τη μοναδική εταίρο και διαχειρίστρια αυτής ……………., ένα οικόπεδο συνολικού εμβαδού 1.404,66 τ.μ., που βρίσκεται στον …. ….. Ηλείας, το οποίο φαίνεται στο από Σεπτεμβρίου 2013 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού …….. ., μετά της επ’ αυτού ισόγειας οικίας εμβαδού 62,97 τ.μ. και προσθήκη κατ’ επέκταση διωρόφου κατοικίας, η οποία αποτελείται από ισόγεια προσθήκη διαμερίσματος εμβαδού 33,85 τ.μ. και διαμέρισμα πρώτου ορόφου εμβαδού 33,85 τ.μ. Το τίμημα για την άνω αγοραπωλησία συμφωνήθηκε στο ποσό των 81.000 ευρώ, ήτοι ίσο με την εκτίμηση της Δ.Ο.Υ. κατά το μικτό σύστημα αξιών, το οποίο, όπως αναγράφεται στο συμβόλαιο, παρακρατήθηκε ολόκληρο από την προαναφερόμενη συμβολαιογράφο, προκειμένου να το αποδώσει στη Δ.Ο.Υ. Φ.Α.Ε. ΠΕΙΡΑΙΑ της πωλήτριας πρώτης εναγομένης εταιρίας, για οφειλή της σε αυτή. Περαιτέρω, δυνάμει του με αριθ. …………/29-10-2014 συμβολαίου αγοραπωλησίας οριζόντιας ιδιοκτησίας της συμβολαιογράφου Αθηνών …….., νόμιμα μεταγεγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Πειραιά στον τόμο ……. και με αριθμό ……, η πρώτη εναγομένη, νόμιμα εκπροσωπούμενη από τον αντιπρόεδρο αυτής ………….., πώλησε και μεταβίβασε στη δεύτερη εναγομένη, η οποία εκπροσωπείτο από τη μοναδική εταίρο, διαχειρίστριά και νόμιμη εκπρόσωπο αυτής …………….., μία αυτοτελή και ανεξάρτητη οριζόντια ιδιοκτησία, ήτοι το με αριθμό ένα (1) διαμέρισμα του τρίτου (Γ) πάνω από το ισόγειο ορόφου, επιφάνειας 110 τ.μ., με την αποκλειστική χρήση του με στοιχεία Ρ-3 ανοικτού χώρου στάθμευσης αυτοκινήτου της πυλωτής, επιφανείας 20 τ.μ., επί πολυκατοικίας κείμενης στον Πειραιά, επί των οδών ……….. και …….., με Κ.Α.Ε.Κ. …………….. Το τίμημα της άνω αγοραπωλησίας ορίσθηκε στο ποσό των 141.170,55 ευρώ, όση και η αντικειμενική αξία του ακινήτου, το οποίο, κατά δήλωση των μερών, πιστώθηκε ολόκληρο, η δε αγοράστρια ανέλαβε την υποχρέωση να το καταβάλει στην πωλήτρια άτοκα σε μία ισόποση άτοκη δόση, πληρωτέα στις 31-1-2015. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η αξία των ήδη επαληθευμένων απαιτήσεων των πιστωτών της πτωχής, πρώτης εναγομένης εταιρίας ανέρχεται στο ποσό των 4.188.599,19 ευρώ (βλ. το συνολικό πίνακα επαληθευμένων απαιτήσεων από 17-10-2017 έως 19-12-2017), η άνω δε πτωχή εταιρία δε διαθέτει άλλη ακίνητη περιουσία πλην των κατά τα ανωτέρω ήδη μεταβιβασθέντων ακινήτων, η δε αξία της κινητής περιουσίας πού διαθέτει εκτιμήθηκε περίπου στο ποσό των 65.000 ευρώ (βλ. αντίγραφο της με αριθ. ……. πτωχευτικής μερίδας) και όχι στο ποσό των 300.000 ευρώ στα οποίο την αναβιβάζει η δεύτερη εναγομένη, ενώ δεν αποδείχθηκε η αξία των άυλων περιουσιακών στοιχείων αυτής ήτοι του σήματος, καθώς και του ηλεκτρονικού συστήματος – ψηφιακής πλατφόρμας (software), τα οποία όμως σε καμία περίπτωση δεν πλησιάζουν το ποσό των επαληθευμένων απαιτήσεων των πιστωτών της. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι οι προπεριγραφόμενες δικαιοπραξίες τυγχάνουν ανακλητέες, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 43 ΠτΚ, καθώς διενεργήθηκαν εντός της ύποπτης περιόδου, ήτοι μετά την 30-6-2014 (ημέρα παύσης πληρωμών) και πριν την κήρυξη της πρώτης εναγομένης σε κατάσταση πτώχευσης, ήταν δε επιζήμιες για την ομάδα των πιστωτών της. Ειδικότερα, το τίμημα της πώλησης του πρώτου εκ των άνω ακινήτων, ποσού 81.000 ευρώ, παρακρατήθηκε, ως προεκτέθηκε, από τη συμβολαιογράφο Αμαλιάδας …………., προκειμένου να το αποδώσει στη Δ.Ο.Υ. Φ.Α.Ε. ΠΕΙΡΑΙΑ για οφειλή της πρώτης εναγομένης πτωχής εταιρίας, ήτοι το τίμημα της πώλησης αυτής δε διατέθηκε για την ισότιμη ικανοποίηση του συνόλου των πιστωτών της, όπως έπρεπε, αλλά επιλεκτικά, προς όφελος μόνο της Δ.Ο.Υ. Φ.Α.Ε. ΠΕΙΡΑΙΑ και σε βάρος των συμφερόντων των λοιπών πιστωτών, ενώ, η αγοράστρια δεύτερη εναγομένη δεν απέδειξε με οποιοδήποτε τρόπο, κυρίως δε με την προσκόμιση έγγραφης απόδειξης της πωλήτριας πτωχής εταιρίας, ότι πράγματι καταβλήθηκε τα τίμημα της πώλησης του δεύτερου εκ των άνω ακινήτων, ποσού 141.170,55 ευρώ. Οι πιστωτές, επομένως, υπέστησαν οικονομική ζημία, καθώς, αφενός μεν μεταβιβάσθηκαν περιουσιακά στοιχεία σημαντικής αξίας της οφειλέτριας εταιρίας, και μάλιστα αυτά με τη μεγαλύτερη αξία, και, συνεπώς, δεν περιλαμβάνονται πλέον στην υπέγγυα, για την ικανοποίηση των πτωχευτικών πιστωτών, πτωχευτική περιουσία κατά τη διαγραφόμενη στον Πτωχευτικό Κώδικα διαδικασία, ενώ η λοιπή κινητή περιουσία της, ως προεκτέθηκε, είναι καταφανώς μικρότερης αξίας, δεν επαρκεί δε για την αποπληρωμή των απαιτήσεων των άλλων πιστωτών της, αφετέρου δε οι τελευταίοι ουδέν εισέπραξαν εκ του τιμήματος αυτών. Εξάλλου, αποδείχθηκε ότι η διαχειρίστρια και νόμιμη εκπρόσωπος της δεύτερης εναγομένης, …………….., γνώριζε κατά το χρόνο διενέργειας των άνω μεταβιβαστικών δικαιοπραξιών ότι η πρώτη εναγομένη εταιρία είχε περιέλθει σε κατάσταση παύσης πληρωμών, λόγω της στενής προσωπικής της σχέσης με το νόμιμο εκπρόσωπο και αντιπρόεδρο της τελευταίας Δημήτριο Κοκλώνη, ο οποίος τυγχάνει σύζυγός της. Συγκεκριμένα, ήδη από τις 28-6-2014 η πτωχή εταιρία αδυνατούσε να καταβάλει στη Διεθνή Ένωση Αερομεταφορέων (ΙΑΤΑ) τις εισπράξεις που όφειλε για την πώληση εισιτηρίων τον πρώτου δεκαπενθημέρου του Ιουνίου 2014, ύψους 11.000.000 ευρώ και, για το λόγο αυτό, η ΙΑΤΑ την έθεσε σε μόνιμο καθεστώς απαγόρευσης πώλησης εισιτηρίων (καθεστώς default), ήτοι της είχε αναστείλει το δικαίωμα πρόσβασής της στο σύστημα αγοράς εισιτηρίων, κατόπιν αιτήματος της ΙΑΤΑ για αναπροσαρμογή των παρασχεθεισών προς αυτήν χρηματικών εγγυήσεων και οικονομικής αδυναμίας της πτωχής να ανταποκριθεί στην καταβολή αυτών, γεγονός υψίστης σπουδαιότητας για την οικονομική κατάσταση της πρώτης εναγομένης, το οποίο ασφαλώς, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, δεν θα μπορούσε να αγνοεί η σύζυγος του νομίμου εκπροσώπου αυτής, δεδομένου μάλιστα ότι και η ίδια δραστηριοποιείται στου εμπορικό τομέα, καθώς τυγχάνει μοναδική εταίρος και διαχειρίστρια της δεύτερης εναγομένης εταιρίας. Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, ορθά έγινε εν μέρει δεκτή η κρινόμενη αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη, απορριπτομένου και του τέταρτου λόγου εφέσεως της εκκαλούσας, και ανακλήθηκαν οι ανωτέρω αναφερόμενες δικαιοπραξίες πώλησης, ενώ υποχρεώθηκε η δεύτερη εναγομένη να επαναμεταβιβάσει την κυριότητα των ανωτέρω περιγραφομένων ακινήτων στην πτωχευτική περιουσία και καταδικάσθηκε σε δήλωση δικαιοπρακτικής βούλησης για την επαναμεταβίβαση τους.
Κατόπιν αυτών και μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς εξέταση στην έφεση της εκκαλούσας, αυτή πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της, ως αβάσιμη στην ουσία και να καταδικασθεί αυτή, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα του πρώτου εφεσίβλητου, για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας (άρθρα 176, 183 και 191 § 2 ΚΠολΔ). Τέλος πρέπει να οριστεί παράβολο για την περίπτωση άσκησης ανακοπής ερημοδικίας εκ μέρους της δεύτερης εφεσίβλητης (άρθρα 501, 502 §1, 505 §2, 764 παρ.3 ΚΠολΔ), κατά τα, ειδικότερα, οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που κατέβαλε η εκκαλούσα, στο Δημόσιο Ταμείο, λόγω της ήττας της (άρθρο 495 παρ.3 εδαφ.τελευτ ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δικάζει ερήμην της δεύτερης εφεσίβλητης και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων.
Ορίζει το παράβολο για την άσκηση ανακοπής ερημοδικίας στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
Δέχεται τυπικά και απορρίπτει κατ’ ουσίαν την έφεση.
Επιβάλλει σε βάρος της εκκαλούσας τα δικαστικά έξοδα του πρώτου εφεσίβλητου, τα οποία ορίζει, για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, στο ποσό των επτακοσίων (700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στον Πειραιά στις 19/2/2026.
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΣ ΕΛΕΝΗ ΔΟΥΚΑ
Δημοσιεύτηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του χωρίς να παρευρίσκονται οι διάδικοι και οι πληρεξούσιοι δικηγόροι τους στις 5 Μαρτίου 2026.
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΣ ΕΛΕΝΗ ΔΟΥΚΑ