Μενού Κλείσιμο

Αριθμός απόφασης 147/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

ΤΑΚΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

Αριθμός αποφάσεως  147/2026

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

(2ο Τμήμα)

Αποτελούμενο από τον Δικαστή Βασίλειο Πορτοκάλλη, Εφέτη, που όρισε το Τριμελές Συμβούλιο Διοικήσεως του Εφετείου Πειραιώς και από την Γραμματέα Κ.Σ.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του στις ………, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του εκκαλούντος ……….., o οποίος παραστάθηκε διά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Αλέξανδρου Κεραμιδά (Α.Μ Δ.Σ.Α 11………).

Του εφεσίβλητου ……….., ο οποίος παραστάθηκε διά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Κωνσταντίνου Σπαϊδιώτη (Α.Μ Δ.Σ.Α ………….).

Ο ενάγων και ήδη εφεσίβλητος άσκησε σε βάρος του εναγομένου και ήδη εκκαλούντος καθώς και κατά του ……………, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, την από 22/5/2017 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ………/2017 αγωγή, με την οποία ζητούσε τα αναφερόμενα σε αυτήν. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς, συζήτησε την ως άνω αγωγή στις 9/11/2017, αντιμωλία των διαδίκων και με την υπ’ αριθ. 3976/2018 εν μέρει οριστική απόφασή του, απέρριψε εν μέρει την αγωγή και κατά τα λοιπά ανέβαλλε τη συζήτηση της υπόθεσης εωσότου περατωθεί τελεσίδικα η δίκη επί της από 23/5/2016 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης …………/2016 ανακοπής του ενάγοντος κατά του Ελληνικού Δημοσίου (διαδικασία περιουσιακών διαφορών). Στη συνέχεια ο ενάγων επανέφερε την ως άνω αγωγή προς συζήτηση, με την από 31/8/2021 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ……../2021 κλήση του, ενώπιον του ίδιου ως άνω Δικαστηρίου την 1/12/2021, το οποίο συζήτησε την αγωγή αντιμωλία των διαδίκων και με την υπ’ αριθ. 1355/2022 απόφαση του δέχθηκε εν μέρει την αγωγή. Κατά της προαναφερόμενης αποφάσεως ο πρώτος εναγόμενος άσκησε την από 12/2/2024 έφεση του, με αριθμό έκθεσης κατάθεσης: α) ένδικου μέσου ……/2024 και β) δικογράφου ………../2024, ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού, η οποία προσδιορίσθηκε προς συζήτηση για τις 9/1/2025 και κατόπιν αναβολής για την ανωτέρω δικάσιμο.

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη από 12/2/2024 έφεση, με αριθμό έκθεσης κατάθεσης: α) ένδικου μέσου ………./2024 και β) δικογράφου ………/2024, η οποία στρέφεται κατά της υπ’ αριθ. 1355/2022 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που εκδόθηκε, κατά την τακτική διαδικασία, επί της από 22/5/2017 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης …………./2017 αγωγής του ενάγοντος και ήδη, εφεσίβλητου κατά του εναγομένου και ήδη εκκαλούντος καθώς και κατά του . ………………, η οποία συζητήθηκε αντιμωλία των διαδίκων, αρμοδίως και παραδεκτά φέρεται προς συζήτηση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου (άρθρο 19 ΚΠολΔ), έχει, δε, ασκηθεί νομότυπα, με κατάθεση της στη Γραμματεία του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου (άρθρο 495 παρ. 1, 2, 511, 513 παρ.1 εδ. β΄, 516, 517, 520 ΚΠολΔ) και εμπρόθεσμα, στις 14/2/2024, ήτοι προ πάσης επιδόσεως της απόφασης και εντός δύο (2) ετών από της δημοσιεύσεως της, που έλαβε χώρα στις 29/4/2022 (άρθρο 518 παρ. 2 ΚΠολΔ), έχει, δε, κατατεθεί και το απαιτούμενο παράβολο (άρθρο 495 περ. 3A ΚΠολΔ). Επομένως πρέπει η έφεση να γίνει τυπικά δεκτή (άρθρο 532 ΚΠολΔ) και να εξεταστεί ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της, κατά την τακτική διαδικασία, που εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση (533 ΚΠολΔ).

Με την υπό κρίση αγωγή του, ο ενάγων εκθέτει ότι με τον πρώτο εναγόμενο, ιατρό, διατηρούσε από πολλά χρόνια δεσμό φιλίας και ο τελευταίος του παρείχε ιατρικές υπηρεσίες και εξυπηρετήσεις. Ότι ο πρώτος εναγόμενος ίδρυσε μαζί με άλλα πρόσωπα, την εταιρεία «……………», η οποία είχε έδρα στον Κορυδαλλό και δραστηριοποιείτο στην παροχή διαγνωστικών υπηρεσιών προς ασθενείς. Ότι επειδή ο πρώτος εναγόμενος, δεν επιτρεπόταν κατά νόμο να είναι εταίρος, καθώς υπήρξε και διευθυντής του ΙΚΑ, το ένα τέταρτο των εταιρικών μεριδίων της ως άνω Ε.Π.Ε αναλήφθηκαν από την σύζυγο του ……………. Ότι ακολούθως ο πρώτος εναγόμενος τον παρακάλεσε να αναλάβει τα εταιρικά μερίδια που είχε η σύζυγος του, ως παρένθετος και εικονικός εταίρος. Ότι ο ενάγων δέχθηκε και με το υπ’ αριθ. …………../1999 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Κορυδαλλού ……….. εμφανίσθηκε ο ενάγων να “αγοράζει” από την σύζυγο του πρώτου εναγομένου (25) εταιρικά μερίδια που αντιστοιχούσαν στο ¼ του εταιρικού κεφαλαίου. Ότι στην πραγματικότητα ουδεμία ανάμιξη είχε στην εταιρεία πέραν της τυπικής εμφανίσεώς του ως εταίρου και παρότι δεν έλαβε ποτέ ουδεμία απολαβή ως εταίρος, υποχρεώθηκε να ασφαλισθεί στο ΟΑΕΕ (τότε ΤΕΒΕ) και την συνδρομή αυτήν του την κάλυπτε ο πρώτος εναγόμενος. Ότι η ως άνω εταιρεία λύθηκε το έτος 2014, πλην όμως ο πρώτος εναγόμενος δεν πλήρωσε τις εκκρεμείς ασφαλιστικές εισφορές του στον ΟΑΕΕ για την περίοδο 7/2012 – 12/2014, με αποτέλεσμα ο ενάγων να αναγκαστεί να καταβάλει στον ΟΑΕΕ στις 5.4.2016, 13.550 ευρώ, προκειμένου να εξοφλήσει τις εκκρεμούσες ασφαλιστικές εισφορές και να διαγραφεί από τα μητρώα του. Ότι νωρίτερα, το έτος 2009, ο πρώτος εναγόμενος αποφάσισε να ανοίξει μια μονάδα φροντίδας ηλικιωμένων στον Κορυδαλλό για να αποκαταστήσει επαγγελματικά τον δεύτερο των εναγομένων, σύζυγο της κόρης του ……………. Ότι ζήτησε από τον ενάγοντα να υπογράψει το μισθωτήριο του κτιρίου που θα στεγαζόταν η ως άνω μονάδα και να εμφανισθεί εικονικά ως εταίρος για το πρώτο χρονικό διάστημα εωσότου θα αναλάμβανε τα εταιρικά μερίδια ο δεύτερος εναγόμενος ή κάποιος από την οικογένεια του πρώτου εναγομένου. Ότι στις 2-5-2009 καθ’ υπόδειξη του πρώτου εναγομένου, υπέγραψε με τους εκμισθωτές ………. και …………, μισθωτήριο επαγγελματικής στέγης με συνολικό μηνιαίο μίσθωμα 8.000 ευρώ, πλέον τελών χαρτοσήμου που αφορούσε το ακίνητο επί της οδού ………….. στον Κορυδαλλό και στο οποίο θα στεγαζόταν η μονάδα φροντίδας ηλικιωμένων. Ότι το μισθωτήριο το υπέγραψε στο όνομά του, καθώς η εταιρεία δεν είχε συσταθεί ακόμη, ενώ σύμφωνα με τους όρους αυτού θα παρέμενε και μετά την σύσταση εις ολόκληρον συνυπόχρεος για την καταβολή των μισθωμάτων. Ότι όταν συστάθηκε η εταιρεία με την επωνυμία “………….” με το υπ’ αριθ. …………./2009 συμβόλαιο τον συμβολαιογράφου Πειραιώς …………., ανέλαβε 540 εταιρικά μερίδια εκ συνόλου 600 ενώ τα άλλα 60 εταιρικά μερίδια τα ανέλαβε ο ………….., σύζυγος της αδελφής του πρώτού εναγομένου, …………….. Ότι διαχειριστής της εταιρείας ορίσθηκε ο δεύτερος εναγόμενος ενώ οι εναγόμενοι τον καθησύχασαν και πάλι ότι η συμμετοχή του στην εταιρεία ήταν προσωρινή. Ότι περί τις αρχές του έτους 2016, έλαβε την υπ’ αριθ. ……./11.3.2016 ατομική ειδοποίηση της ΔΟΥ Ε’ Πειραιώς, με την οποία πληροφορήθηκε ότι όφειλε προς την εφορία το ποσό των 87.668 ευρώ από ανείσπρακτα μισθώματα για το χρονικό διάστημα 1/2012–11/2012, που όφειλε η προαναφερθείσα μονάδα φροντίδας ηλικιωμένων και τα οποία οι ως άνω εκμισθωτές είχαν εκχωρήσει προς το Δημόσιο, πλέον των νομίμων προσαυξήσεων. Ότι απευθύνθηκε στον πρώτο εναγόμενο ο οποίος τον διαβεβαίωσε ότι έχουν υπαγάγει την ως άνω οφειλή σε ρύθμιση κάτι που ήταν αναληθές. Ότι στις 21-3-2016 έγινε αναγκαστική κατάσχεση στην πρώτη κατοικία του επί της οδού ………….. στον Κορυδαλλό από το Ελληνικό Δημόσιο για ποσό 89.927 ευρώ που αφορούσε τα εκχωρηθέντα μισθώματα, η οποία παραμένει σε ισχύ και αναμένεται ο πλειστηριασμός τον ακινήτου του, ενώ η οφειλή μόνον από τα μισθώματα έχει ανέλθει μαζί με τις προσαυξήσεις στο συνολικό ποσό των 99.612 ευρώ. Ότι επομένως έχει συντελεσθεί σε βάρος του από τους εναγομένους αδικοπραξία, αφού αυτοί τον ζημίωσαν παρανόμως και υπαιτίως και οφείλουν έκαστος εις ολόκληρον να τον αποζημιώσουν για την ζημία που έχει υποστεί και συνίσταται στην οφειλή του προς το Ελληνικό Δημόσιο ποσού 99.612 ευρώ, αποτελούμενο από εκχωρηθέντα μισθώματα πλέον προσαυξήσεων. Ότι οφείλουν να του καταβάλουν το ποσό αυτό κατά τις διατάξεις περί αδικοπραξιών, άλλως κατά τις διατάξεις περί εντολής και ειδικότερα του άρθρου 723 ΑΚ περί ανορθώσεως των ζημιών του εντολοδόχου, εφόσον ενεργούσε κατά νόμο ως εντολοδόχος και παρένθετο πρόσωπο των εναγομένων, ενώ επιπροσθέτως ο πρώτος εναγόμενος οφείλει να τον καταβάλλει το ποσό των 13.550 ευρώ που κατέβαλε στον ΟΑΕΕ κατά τις διατάξεις περί εντολής άλλως δυνάμει των διατάξεων περί αδικαιολογήτου πλουτισμού. Με βάση το ιστορικό αυτό ο ενάγων, ζητεί μετά από περιορισμό των αιτημάτων του από καταψηφιστικά σε αναγνωριστικά: α) να αναγνωρισθεί η υποχρέωση των εναγομένων εις ολόκληρον να του καταβάλουν το ποσό των 99.612 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την κοινοποίηση της αγωγής, β) να αναγνωρισθεί η υποχρέωση του πρώτου των εναγομένων να του καταβάλει το ποσό των 13.550 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την 5-4-2016, όταν το κατέβαλε στον ΟΑΕΕ, άλλως από την κοινοποίηση της αγωγής, γ) να αναγνωρισθεί η υποχρέωση των εναγομένων να του καταβάλουν εις ολόκληρον ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης το ποσό των 29.956 ευρώ, εκ συνόλου 30.000 ευρώ, επιφυλασσόμενος να ζητήσει τα υπόλοιπα 44 ευρώ από τα ποινικά δικαστήρια ως πολιτικώς ενάγων, δ) να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να προσκομίσουν τα λεπτομερώς αναφερόμενα στην αγωγή έγγραφα σχετικά με την ασφαλιστική και φορολογική ενημερότητα της ως άνω εταιρείας, καθώς και να καταδικασθούν οι εναγόμενοι στη δικαστική του δαπάνη.

Εν συνεχεία, το Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς, με την υπ’ αριθ. 3976/2018 απόφαση του, απέρριψε την αγωγή, ως μη νόμιμη ως προς τα υπό στοιχεία β και δ αιτήματα, ενώ κατά τα λοιπά έκρινε την αγωγή παραδεκτή και νόμιμη και ανέβαλε την συζήτηση της υπόθεσης, κατ’ άρθρο 249 ΚΠολΔ, εωσότου περατωθεί τελεσίδικα η δίκη επί της από 23/5/2016 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης …………./2016 ανακοπής του ενάγοντος κατά του Ελληνικού Δημοσίου (διαδικασία περιουσιακών διαφορών). Εν συνεχεία και κατόπιν της έκδοσης της υπ’ αριθ. 331/2021 τελεσίδικης απόφασης του Δικαστηρίου αυτού, η οποία απέρριψε την ως άνω από 23/5/2016 ανακοπή, ο ενάγων επανέφερε την ως άνω αγωγή προς συζήτηση, με την από 31/8/2021 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης …………./2021 κλήση του, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, το οποίο με την υπ’ αριθ. 1355/2022 απόφαση του δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και αναγνώρισε ότι οι εναγόμενοι οφείλουν να καταβάλουν εις ολόκληρον στον ενάγοντα ποσό 101.612 ευρώ, νομιμοτόκως. Ήδη, με την κρινόμενη έφεση του, ο πρώτος εναγόμενος προσβάλλει την ανωτέρω απόφαση, κατά το μέρος αυτής που δέχθηκε την αγωγή και παραπονείται για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων, ζητώντας να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση και να απορριφθεί εν όλω η αγωγή.

Σύμφωνα με το άρθρο 249 ΚΠολΔ αν η διάγνωση της διαφοράς εξαρτάται, ολικά ή εν μέρει, από την ύπαρξη ή ανυπαρξία μίας έννομης σχέσης ή την ακυρότητα ή την διάρρηξη μίας δικαιοπραξίας, που συνιστά αντικείμενο άλλης δίκης, εκκρεμούς σε πολιτικό ή διοικητικό δικαστήριο ή από ζήτημα που πρόκειται να κριθεί ή κρίνεται από διοικητική αρχή, το δικαστήριο μπορεί αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου να διατάξει την αναβολή της συζήτησης εωσότου περατωθεί τελεσίδικα ή αμετάκλητα η άλλη δίκη ή εωσότου εκδοθεί από την διοικητική αρχή απόφαση που δεν θα μπορεί να προσβληθεί. Η δυνατότητα αναβολής για τις ανωτέρω περιπτώσεις εναπόκειται στην κυριαρχική εξουσία του δικαστηρίου και έχει σκοπό την αποτροπή έκδοσης αντιφατικών αποφάσεων και συνακόλουθα την διασφάλιση του κύρους της δικαιοσύνης, ενώ αποβλέπει και στην αρχή της οικονομίας της δίκης. Η ευχέρεια του δικαστηρίου για την αναβολή της συζήτησης υπάρχει όταν η διάγνωση της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του εξαρτάται ολικά ή εν μέρει από την επίλυση κάποιου ζητήματος, το οποίο αποτελεί αντικείμενο άλλης δίκης, κατά τα ανωτέρω εκτεθέντα, μεταξύ των ίδιων ή διαφορετικών προσώπων και εμφανίζεται ως προδικαστικό ζήτημα αυτής, δηλαδή συναρτάται με κάποια έννομη σχέση η οποία συνιστά προϋπόθεση για την γέννηση ή την εξακολούθηση της ισχύος του επίδικου δικαιώματος (ΑΠ 162/2009, ΑΠ 896/2008, ΤΝΠ Νόμος, ΕφΘεσ 675/2009, ΕφΑΔ 2009/997, ΕφΘεσ 457/2011, Αρμ 2011/1022).

Με το δικόγραφο των προτάσεων του, ο εκκαλών προβάλλει αίτημα αναβολής της υπόθεσης κατ’ άρθρο 249 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι κατόπιν της έκδοσης της ως άνω υπ’ αριθ. 331/2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, η οποία απέρριπτε την από 23/5/2016 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ……………../2016 ανακοπή του ενάγοντος κατά του Ελληνικού Δημοσίου (διαδικασία περιουσιακών διαφορών), ασκήθηκε η από 15/9/2021 αναίρεση και οι από 14/2/2023 πρόσθετοι λόγοι αυτής, από τον εκεί ανακόπτοντα και εδώ εφεσίβλητο, επί των οποίων εκδόθηκε η υπ’ αριθ. 1890/2024 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την υπ’ αριθ. 331/2021 απόφαση του Δικαστηρίου αυτού και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο παρόν Δικαστήριο. Ας σημειωθεί ότι η από 23-5-2016 ανακοπή του ενάγοντος κατά του Ελληνικού Δημοσίου έχει αίτημα την επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση λόγω ανωτέρας βίας και την ακύρωση των ατομικών ειδοποιήσεων με αριθμό πρωτοκόλλου …/22-1-2016 και ……/15-3-2016  της ΔΟΥ Ε’ Πειραιώς, άλλως την ακύρωση των ταμειακών βεβαιώσεων υπ’ αριθ. …./21-10-2015 και …../21-10-2015 της Ε’ ΔΟΥ Πειραιώς και την ακύρωση της επισπευδόμενης αναγκαστικής κατάσχεσης που επιβλήθηκε δυνάμει της υπ’ αριθ. ……/21-3-2016 εκθέσεως αναγκαστικής κατασχέσεως του δικαστικού επιμελητή ……………. και αφορά την πρώτη κατοικία του ενάγοντας. Ωστόσο η αγωγική αξίωση των 99.612 ευρώ πού ερείδεται σε αδικοπραξία, συνίσταται στην ισόποση οφειλή του ενάγοντος προς το Ελληνικό Δημόσιο, δυνάμει της υπ’ αριθ. ……./11-3-2016  ατομικής ειδοποίησης της ΔΟΥ Ε Πειραιώς, ποσού 87.668 ευρώ (αριθμοί νομίμων τίτλων …./21.10.2015 και ……./21.10.2015 για ποσά 43.668 + 44.000 ευρώ αντίστοιχα) από ανείσπρακτα μισθώματα που όφειλε η εταιρεία μονάδας φροντίδας ηλικιωμένων και τα οποία οι εκμισθωτές είχαν εκχωρήσει προς το Δημόσιο, πλέον των νομίμων προσαυξήσεων. Παράλληλα δε η ανωτέρω αξίωση συνέχεται άμεσα και με το αίτημα για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης πού ερείδεται στην προαναφερθείσα αδικοπραξία. Το παρόν Δικαστήριο με την υπ’ αριθ. 331/2021 απόφαση του απέρριψε την ανακοπή αλλά εν συνεχεία ο Άρειος Πάγος με την υπ’ αριθ. 1890/2024 απόφαση του αναίρεσε την ανωτέρω απόφαση κρίνοντας ότι «… δεν προκύπτει με σαφήνεια, αν για το χρονικό διάστημα από 1.1.2012 έως 20.11.2012 οφείλονταν μισθώματα ή αποζημίωση χρήσεως, ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή, καθόσον, σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη, είναι δυνατή η προς το Ελληνικό Δημόσιο εκχώρηση μόνον ληξιπρόθεσμων μισθωμάτων από ενεργό μισθωτική σχέση και όχι και ποσά που χαρακτηρίζονται ως αποζημίωση χρήσης και οφείλονται ως συνέπεια της παραμονής του μισθωτή στο μίσθιο μετά τη λήξη της μισθωτικής σχέσης….» και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο παρόν Δικαστήριο, με άλλη σύνθεση. Συνεπώς προκύπτει ότι η ύπαρξη της ανωτέρω αγωγική αξίωσης συναρτάται άμεσα με την πορεία της δίκης της προαναφερθείσας ανακοπής, αφού υπάρχει δεσμός προδικαστικότητας μεταξύ των δύο δικών, διότι η διάγνωση της ένδικης διαφοράς εξαρτάται από την πορεία της ανωτέρω ανακοπής. Επομένως για να αποφευχθεί η έκδοση αντιφατικών αποφάσεων και για την εναρμόνιση της δικαστικής κρίσης σχετικά με το ίδιο ζήτημα, ώστε να επιτευχθεί η ορθή εκτίμηση της διαφοράς και η κατά ταυτόσημο τρόπο επίλυση αυτής, αλλά και για την οικονομία της δίκης, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν ανωτέρω στην μείζονα σκέψη της παρούσας, πρέπει να αναβληθεί η συζήτηση της υπόθεσης κατ’ άρθρο 249 ΚΠολΔ, κατ’ αποδοχή του σχετικού αιτήματος του εκκαλούντος, εωσότου περατωθεί τελεσίδικα η δίκη επί της από 23-5-2016 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ………./2016 ανακοπής του ενάγοντος κατά του Ελληνικού Δημοσίου (διαδικασία περιουσιακών διαφορών), όπως άλλωστε είχε ήδη αποφανθεί και η υπ’ αριθ. 3976/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς κατά το μη οριστικό μέρος της. Δικαστικά έξοδα δεν επιδικάζονται, επειδή η παρούσα απόφαση δεν είναι οριστική.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων.

Δέχεται τυπικά την έφεση.

Διατάσσει την αναβολή της συζήτησης της υπό κρίση έφεσης, μέχρι να εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου επί της από 23-5-2016 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ………../2016 ανακοπής του ενάγοντος κατά του Ελληνικού Δημοσίου (διαδικασία περιουσιακών διαφορών).

Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε στον Πειραιά σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στις 5 Μαρτίου 2026.

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ                                                                     Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Β. ΠΟΡΤΟΚΑΛΛΗΣ                                                     ΚΑΛΛΙΟΠΗ ΣΚΟΥΡΤΗ