ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
Αριθμός απόφασης 152/2026
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
4ο Τμήμα
Αποτελούμενο από τον δικαστή, Ηλία Σταυρόπουλο, εφέτη, τον οποίο όρισε η πρόεδρος του τριμελούς συμβουλίου διοίκησης του Εφετείου Πειραιώς και τη γραμματέα, Σ.Φ.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις ……….. για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του εκκαλούντος – αιτούντος: ……………., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο, Χρυσούλα Αργυρού.
Της εφεσίβλητης – καθ’ ης η αίτηση: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «………..» (ΑΦΜ ……….), με έδρα το ……… Αττικής, ως νομίμως εκπροσωπείται, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο, Μάριο – Άγγελο ΣΟΥΡΡΑ (ΔΕ ΧΑΡΑΚΤΙΝΙΩΤΗΣ ΚΑΙ ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ).
Ο εκκαλών άσκησε την με αρ. κατ. …………./2025 ανακοπή κατά της εκτέλεσης προς το Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς, το οποίο με την με αρ. 3653/2025 απόφαση την απέρριψε.
Την οριστική αυτή απόφαση προσέβαλε ο ανακόπτων με την με αρ. κατ. …………./2025 έφεση προς το δικαστήριο τούτο, η οποία ορίστηκε (με την με αρ. …………../2025 έκθ. κατ. Εφετείου Πειραιώς) να συζητηθεί τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή.
Οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων αναφέρθηκαν στις προτάσεις που κατέθεσαν και ζήτησαν να γίνουν δεκτές.
ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ ΚΑΙ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση έφεση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (ΚΠολΔ 518 παρ. 2) και κατατέθηκε και το σχετικό παράβολο (ηλεκτρ. παράβολο …………………/2025). Είναι συνεπώς τυπικά δεκτή και πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω κατ’ ουσίαν.
Με την πρωτοδίκως κριθείσα ανακοπή ο εκκαλών (ανακόπτων) ζήτησε να ακυρωθούν η από 14.2.2025 επιταγή προς εκτέλεση κάτωθι αντιγράφου εξ απογράφου της με αρ. ……./2014 διαταγής πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς και η με αρ. ……/24.2.2025 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης ακινήτου της δικαστικής επιμελήτριας …………., που επιβλήθηκε επιμελεία της εφεσίβλητης (καθ’ ης) για την είσπραξη δανειακής απαίτησης. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την εκκαλουμένη απέρριψε την ανακοπή. Εναντίον αυτής της απόφασης παραπονείται ο εκκαλών με την έφεση για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και ζητεί την εξαφάνισή της προκειμένου να γίνει δεκτή η ανακοπή και να ακυρωθούν οι πράξεις εκτέλεσης. Επίσης με το δικόγραφο της έφεσης ζητεί την αναστολή της αναγκαστικής εκτέλεσης μέχρι την έκδοση απόφασης επί του ενδίκου μέσου, επειδή διαφορετικά θα υποστεί ανεπανόρθωτη βλάβη (ΚΠολΔ 938 παρ. 2).
Με τον πρώτο λόγο της έφεσης με τον οποίο ο εκκαλών επαναφέρει τον πρώτο λόγο της ανακοπής του, ισχυρίζεται ότι η εκ της …./2014 διαταγής πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά απαίτηση της εφεσίβλητης καθ’ ης, για την οποία επισπεύδεται ο επίδικος πλειστηριασμός, έχει εξοφληθεί κατά το μέρος των 62.292,893 ευρώ, ως προς το οποίο έχει καταταγεί με τον …………/22.11.2019 πίνακα κατάταξης της συμβ/φου Αθηνών ………… σε προγενέστερο πλειστηριασμό που έλαβε χώρα την 25.9.2019 σε άλλο ακίνητό του για την ίδια απαίτηση που αναγγέλθηκε προς ικανοποίηση, εξασφαλισμένη με α’ υποθήκη και, επομένως, ως προς το εξοφληθέν αυτό ποσό έπρεπε η προσβαλλόμενη επιταγή να ακυρωθεί. Ο ισχυρισμός αυτός ήταν απαράδεκτος λόγος αοριστίας, γιατί δεν επικαλέστηκε, ως όφειλε, ότι ο εν λόγω πίνακας κατάταξης, στον οποίο κατατάχθηκε η εκκαλούσα καθ’ ης είχε καταστεί απρόσβλητος και εκτελεστός, γιατί μόνο τότε επέρχεται απόσβεση της απαίτησης του καταταγέντος δανειστή (ΑΠ 590/2008, ΑΠ 1561/2000 δημ ΝΟΜΟΣ). Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απέρριψε το σχετικό λόγο ως απαράδεκτο λόγω αοριστίας για άλλο λόγο όμως, δεν έσφαλε κατ’ αποτέλεσμα και γι’ αυτό πρέπει να αντικατασταθεί η εσφαλμένη αιτιολογία της εκκαλουμένης με την ορθή αυτής της απόφασης και να απορριφθεί ο σχετικός λόγος έφεσης (ΚΠολΔ 534).
Με το δεύτερο λόγο της έφεσης με τον οποίο ο εκκαλών επαναφέρει τον δεύτερο λόγο της ανακοπής του, ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη επιταγή είναι άκυρη επειδή ζητούνται τόκοι και τόκοι εξ ανατοκισμού χωρίς να προσδιορίζεται ο χρόνος έναρξης υπολογισμού τους. Ο λόγος αυτός είναι βάσιμος, αφού στην προσβαλλόμενη επιταγή πράγματι δεν αναφέρεται ο χρόνος έναρξης τοκοφορίας και ως προς το μέρος αυτός η επιταγή πρέπει να ακυρωθεί. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που απέρριψε το σχετικό λόγο ως αβάσιμο έσφαλε στην εφαρμογή του νόμου και πρέπει, δεκτού γενομένου του σχετικού λόγου έφεσης, να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη, ως προς το κεφάλαιο αυτό, να κρατηθεί η υπόθεση, να γίνει δεκτός ο σχετικός λόγος ανακοπής και να ακυρωθεί η προσβαλλόμενη επιταγή προς εκτέλεση μόνο για το μέρος με το οποίο ζητούνται με αυτή τόκοι και τόκοι εξ ανατοκισμού.
Σε σχέση με τον τρίτο λόγο της έφεσης με τον οποίο ο εκκαλών επαναφέρει τον τρίτο λόγο της ανακοπής του περί παραγραφής των ζητουμένων με την επιταγή τόκων, παρέλκει η εξέτασή του, ενόψει του ότι, δεκτού γενομένου του δεύτερου λόγου έφεσης, ακυρώθηκε η επιταγή για όλο το ποσό των τόκων.
Με τον τέταρτο λόγο της έφεσης με τον οποίο ο εκκαλών επαναφέρει τον τέταρτο λόγο της ανακοπής του, ισχυρίζεται ότι η επιβολή της προσβαλλόμενης αναγκαστικής κατάσχεσης έγινε καταχρηστικά, επειδή επιβλήθηκε ενώ γνώριζε η καθ’ ης εφεσίβλητη ότι είχε ικανοποιηθεί για μέρος της απαίτησής της, της κοινοποιήθηκε δε στη διεύθυνση του κατασχεμένου ακινήτου και όχι στη διεύθυνση κατοικίας του και ενώ γνώριζε ότι ο ίδιος βρισκόταν σε δυσχερή οικονομική κατάσταση και ότι ήδη σε βάρος του είχε επισπεύσει πλειστηριασμό σε άλλο ακίνητό του. Επιπλέον δε ισχυρίστηκε ότι βρίσκεται σε διαδικασία διαμεσολάβησης. Ο ισχυρισμός αυτός ήταν αβάσιμος ενόψει του ότι τα ανωτέρω περιστατικά που επικαλείται ο ανακόπτων εκκαλών, ήτοι η επίσπευση πλειστηριασμού, ενώ ήδη έχει διενεργηθεί προηγούμενος σε βάρος του ίδιου οφειλέτη και για την ίδια απαίτηση που σε κάθε περίπτωση δεν έχει εξοφληθεί ολοσχερώς, η μη επίδοση της κατασχετήριας έκθεσης στη διεύθυνση κατοικίας του εκκαλούντος ανακόπτοντος, ο οποίος σε κάθε περίπτωση δεν στερήθηκε της άσκησης των νόμιμων ενδίκων μέσων και η δεινή οικονομική κατάστασή του σε σχέση και με την ένταξή του στη διαδικασία της διαμεσολάβησης με την τράπεζα, δεν καθιστά την επιβολή της ένδικης κατάσχεσης ακινήτου εκ μέρους της εφεσίβλητης καθ’ ης καταχρηστική, πέραν των ορίων που επιβάλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Τα ίδια που έκρινε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δεν έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, γι’ αυτό και ο σχετικός λόγος έφεσης πρέπει να απορριφθεί.
Μετά ταύτα πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή η έφεση, να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη ως προς το κεφάλαιο που απέρριψε το σχετικό λόγο ανακοπής κατά της επίδικης επιταγής προς εκτέλεση που αφορά τους τόκους υπερημερίας και τους τόκους εξ ανατοκισμού, να κρατηθεί η υπόθεση ως προς το κεφάλαιο αυτό και, δεκτού γενομένου του σχετικού λόγου ανακοπής, να ακυρωθεί η επιταγή ως προς τους τόκους υπερημερίας και τους τόκους εξ ανατοκισμού. Τέλος τα δικαστικά έξοδα και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας, εν όψει της εν μέρει νίκης και ήττας των διαδίκων, πρέπει να συμψηφιστούν στο σύνολό τους και το παράβολο της έφεσης να επιστραφεί στον καταθέσαντα.
Σε σχέση με το αίτημα για αναστολή της εκτέλεσης της διαδικασίας της εκτέλεσης μέχρι την έκδοση απόφασης επί της έφεσης, παρέλκει η εξέτασή του, ενόψει της δημοσίευσης της απόφασης επί της έφεσης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δικάζει κατ’ αντιμωλία των διαδίκων.
Δέχεται εν μέρει την έφεση.
Εξαφανίζει την 3653/2025 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά μόνο κατά το μέρος που απέρριψε το λόγο της ανακοπής περί ακύρωσης της από 14.2.2025 επιταγής προς εκτέλεσης της …../2014 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, ως προς το ποσό των τόκων και των τόκων εξ ανατοκισμού.
Κρατεί την υπόθεση.
Δέχεται εν μέρει την ανακοπή ως προς τον λόγο περί ακύρωσης της από 14.2.2025 επιταγής προς εκτέλεσης της ……./2014 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, ως προς το ποσό των τόκων και των τόκων εξ ανατοκισμού.
Ακυρώνει την από 14.2.2025 επιταγής προς εκτέλεσης της ……/2014 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, μόνο ως προς το ποσό των τόκων και των τόκων εξ ανατοκισμού.
Συμψηφίζει τα δικαστικά έξοδα και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας μεταξύ των διαδίκων.
Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου της έφεσης στον καταθέσαντα.
Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε, με απόντες τους διαδίκους και τους πληρεξουσίους δικηγόρους, στον Πειραιά, στις 5.3.2026
Ο ΔΙΚΑΣΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ