Αριθμός 153/2026
ΤΟ MONOMΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
[ΤΜΗΜΑ 3ο]
Αποτελούμενο από την Δικαστή Μαρία – Φανή Παλαμίδη, Εφέτη, η οποία ορίσθηκε από την Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διευθύνσεως του Εφετείου Πειραιώς και από τη Γραμματέα Ε.Δ.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις …………., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ των :
ΤΟΥ ΕΚΚΑΛΟΥΝΤΟΣ: …………. κατοίκου Πειραιά, οδός ………., με ΑΦΜ: …………, ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως ως δικηγόρος με δήλωση, κατ’ άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ.
ΤΟΥ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΟΥ: Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία «Δεύτερη Υγειονομική Περιφέρεια Πειραιώς και Αιγαίου (2η ΥΠΕ)», που εδρεύει στον ………… Πειραιά, οδός …….., με ΑΦΜ …., όπως νόμιμα εκπροσωπείται, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Παφίλη (ΔΣΑ) με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Ο εκκαλών άσκησε ενώπιον του Ειρηνοδικείου Νίκαιας την από 28.12.2023 και με αριθ. εκθ. καταθ. …../2023 αγωγή, επί της οποίας εκδόθηκε αρχικά η με αριθμό 28/18.06.2024 απόφαση του δικαστηρίου, η οποία ανέβαλε την έκδοση οριστικής απόφασης για τους λόγους που αναφέρονται σ’ αυτήν. Ακολούθως, με την από 12.12.2024 και με αριθμ. έκθ. καταθ. ………./16.12.2024 κλήση, ο ενάγων επανέφερε τη συζήτηση της υπόθεσης στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά, όπου και συζητήθηκε (μετ’ αναβολή) στις 27.03.2025 και εκδόθηκε η με αριθ. 2092/2025 απόφαση του παραπάνω Δικαστηρίου, που δέχτηκε τ’ αναφερόμενα σ’ αυτή. Την απόφαση αυτή προσέβαλε ο εκκαλών με την από 19.06.2025 έφεσή του, προς το Δικαστήριο τούτο, που έχει κατατεθεί με αριθμό ………../2025 και ορίστηκε δικάσιμος αυτής με την υπ’ αριθμ. καταθ. ………../2025 πράξη του Γραμματέα του Δικαστηρίου τούτου η δικάσιμος που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και γράφτηκε στο πινάκιο (αρ. ….).
Κατά την συζήτηση της έφεσης οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων, κατόπιν δήλωσής τους, που έγινε σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο του Δικαστηρίου, αλλά προκατέθεσαν προτάσεις.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Η υπό κρίση από 19.06.2025 έφεση κατά της υπ’ αριθμ. 2092/2025 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, το οποίο δίκασε, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθ. 614 αρ. 5 ΚΠολΔ), την αγωγή του ενάγοντος, ήδη εκκαλούντος κατά του εναγομένου ήδη εφεσίβλητου ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, εφόσον το δικόγραφο αυτής έχει κατατεθεί στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, στις 20.06.2025, ήτοι εντός της 30μερης προθεσμίας του άρθρου 518 παρ. 1 ΚΠολΔ (όπως αντικ. με το άρθρο 1 άρθρο 3ο του Ν. 4335/2015, ΦΕΚ Α’ 87/23.07.2015, ισχύς για τα κατατιθέμενα ένδικα μέσα από 01.01.2016, άρθρο 1 άρθρο 9ο παρ. 2 του Ν. 4335/2015) από την επίδοση της εκκαλουμένης απόφασης στις 21.05.2025 (βλ. την υπ’ αριθμ. …./2025 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στην περιφέρεια του Εφετείου Πειραιά . ……..). Επομένως, πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της κατά την ίδια ανωτέρω ειδική διαδικασία (άρθρα 522, 524 παρ.1, 2, 533 παρ.1, 591 παρ.7, 614 αριθμ. 5, όπως τα δύο τελευταία ισχύουν μετά την αντικατάσταση τους με το άρθρο 1, άρθρο τέταρτο του Ν. 4335/2015), δεδομένου ότι, για το παραδεκτό αυτής, δεν απαιτείται η καταβολή παραβόλου, λόγω του ότι πρόκειται για διαφορά του άρθρου 614 αρ. 5 ΚΠολΔ (άρθρο 495 §3 εδ. τελευταίο).
Με την από 28.12.2023 αγωγή του ο ενάγων, ήδη εκκαλών, εξέθετε ότι είναι δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω και ότι συνδέεται με το εναγόμενο, ήδη εκκαλούν, με σύμβαση έμμισθης εντολής αόριστης διάρκειας. Ότι τα κατώτατα όρια της πάγιας περιοδικής αμοιβής του καθορίζονταν σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 2 του Ν. 1093/1980, όπως τροποποιήθηκαν με το άρθρο 12 του Ν. 1816/1988 και την Υ.Α οικ2/17132/0022/2012 (ΦΕΚ Β΄498/28/02/2012) «Καθορισμός αποδοχών δικηγόρων που παρέχουν υπηρεσίες με σχέση πάγιας και περιοδικής έμμισθης εντολής στους φορείς της παρ.1 του άρθρου 4 του ν. 4024/2011 (Α΄226). Ότι ως προς την αμοιβή του, υφίσταται χωρίς αιτιολογία και χωρίς την επίκληση δημοσίου συμφέροντος, άνιση μεταχείριση που παραβιάζει τις συνταγματικές αρχές της ισότητας, της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης του ιδιώτη και του συνταγματικά κατοχυρωμένου δικαιώματος της ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας, καθόσον για όμοια ή και λιγότερο χρονοβόρα ή περίπλοκη παροχή δικηγορικών υπηρεσιών, άλλοι δικηγόροι με πάγια έμμισθη εντολή στις Ανεξάρτητες Διοικητικές Αρχές αμείβονται με υψηλότερες αποδοχές κατά την ΚΥΑ 2/17127/0022/2012 και επιπλέον οι τελευταίοι λαμβάνουν και χρονοεπίδομα 2% επί του βασικού μισθού για κάθε 2 έτη δικηγορίας από την ημερομηνία εγγραφής στα μητρώα του οικείου δικηγορικού συλλόγου, το οποίο οι ίδιοι δεν λαμβάνουν, μετά την κατάργηση της σχετικής πρόβλεψης της ΚΥΑ 2/17132/0022/2012 με τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. Γ΄, υποπαρ. Γ΄ του Ν. 4093/2012.
Με βάση το ιστορικό αυτό, και μετά τον παραδεκτό περιορισμό του αιτήματος της αγωγής από καταψηφιστικό σε έντοκο αναγνωριστικό, που έλαβε χώρα με προφορική δήλωση του πληρεξούσιου δικηγόρου του, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και εμπεριέχεται στις προτάσεις του (άρθρα 223, 294 εδ. και 295 παρ.1 και 297 ΚΠολΔ), ο ενάγων ζήτησε: α) να αναγνωρισθεί ότι το εναγόμενο οφείλει να του καταβάλει την διαφορά μισθοδοσίας μεταξύ του ποσού που λάμβανε από 06.02.2018 έως 31.12.2019 και του ποσού που έπρεπε νόμιμα να λάβει, κατά το ίδιο διάστημα, ύψους 19.887,56 ευρώ, συντιθέμενο από την διαφορά στον βασικό μηνιαίο μισθό μεταξύ της κατηγορίας βαθμού Α΄ και Β΄ΠΕ ποσού 4.202 ευρώ και του χρονοεπιδόματος, ποσού 8.555,76 και 7.129,80 ευρώ, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα και β) να αναγνωρισθεί ότι το εναγόμενο οφείλει να του καταβάλει από 01.01.2024 κι εφεξής, το βασικό μισθό του βαθμού Α΄ της κατηγορίας ΠΕ, τον οποίο λαμβάνουν και οι δικηγόροι που αναφέρονται στην ΚΥΑ υπ’ αριθμ. 2/17127/0022/12, όπως αυτός διαμορφώνεται με την προσθήκη χρονοεπιδόματος σε ποσοστό 2% για κάθε 2 έτη δικηγορίας από την ημερομηνία εγγραφής του στα μητρώα του ΔΣΠ (06.02.1984), αναπροσαρμοζόμενου κάθε φορά, με τη συμπλήρωση νέας διετίας και επί του εκάστοτε διαμορφούμενου την προηγουμένη διετία του βασικού μισθού, σύμφωνα με όσα προβλέπονται από την διάταξη του άρθρου 13 Ν. 4024/2011 και την σχετική ερμηνευτική εγκύκλιο υπ’ αριθμ. ΥΠ.Οικ.2/78400/0022/14.11.2011, να κηρυχθεί η απόφαση προσωρινά εκτελεστή και να καταδικασθεί το εναγόμενο στην πληρωμή των δικαστικών του εξόδων. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η με αριθμό 2092/2025 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, η οποία απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη, με την ακόλουθη αιτιολογία: «…οι δικηγόροι των ΑΔΑ και των λοιπών ανάλογων φορέων του δημοσίου τομέα συνιστούν κατηγορία απασχολούμενων λειτουργών διαφορετική από αυτή των δικηγόρων των ΟΤΑ κλπ και μάλιστα, ανεξάρτητα από αυτό καθ’ αυτό το αντικείμενο της απασχόλησης ενός εκάστου και τις συνθήκες υπό τις οποίες αυτή διεξάγεται….η μισθολογική διαφοροποίηση ανάμεσα στους δικηγόρους του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ και τους δικηγόρους των ΑΔΑ κλπ δεν έγινε αυθαίρετα αλλά επιβλήθηκε από τη διαφορετικότητα των δύο κατηγοριών δικηγόρων. Είναι εμφανές, δηλαδή, ότι ο νομοθέτης, κατά τον καθορισμό των αποδοχών των δικηγόρων των ΑΔΑ και των λοιπών ανάλογων φορέων του δημόσιου τομέα, έλαβε υπ’ όψη τη νομική φύση και την αποστολή των εν λόγω αρχών ή επιτροπών και θέλησε να τις ξεχωρίσει από τις αποδοχές των δικηγόρων του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ, όπως έπραξε και για τις αποδοχές του λοιπού επιστημονικού προσωπικού των αρχών αυτών, τις οποίες ξεχώρισε από εκείνες που προβλέπονται στο ενιαίο μισθολόγιο της δημόσιας διοίκησης για το εν γένει επιστημονικό προσωπικό του δημόσιου τομέα. Και κατά τη διαμόρφωση της βούλησης αυτής, οι αρμόδιοι υπουργοί, ενεργώντας κατά νομοθετική εξουσιοδότηση και ευρισκόμενοι μέσα στα όριά της (άρθρο 22 παρ.3 του Ν. 4024/2011), έλαβαν υπόψη την υποχρέωση που είχαν από το Σύνταγμα (άρθρο 101Α) και τον οργανικό νόμο εκάστης ΑΔΑ κλπ να καθορίσουν τις αποδοχές με τρόπο που να συνάδει αφ’ ενός προς τη λειτουργική ανεξαρτησία της αρχής ή της επιτροπής και αφετέρου προς το ιδιαίτερο νομοθετικό καθεστώς που διέπει από άποψη ουσιαστικών προσόντων, επιλογής και υπηρεσιακής κατάστασης το προσωπικό της. Ως εκ τούτου, δεν είναι δυνατόν να τεθεί βασίμως ζήτημα άνισης μεταχείρισης των δικηγόρων του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ σε σύγκριση με τους δικηγόρους των ΑΔΑ κλπ γιατί πρόκειται για απασχολούμενους λειτουργούς διαφορετικών κατηγοριών προσωπικού, ως προς τους οποίους η επίμαχη διάκριση έγινε από λόγους δημοσίου συμφέροντος…». Κατά της απόφασης αυτής παραπονείται ο ενάγων, με την κρινόμενη έφεσή του, για λόγους που ανάγονται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και ζητεί την εξαφάνιση της, ώστε να γίνει δεκτή στο σύνολό της η αγωγή του.
Σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ. 1 του Ν. 4024/2011, με κοινή υπουργική απόφαση (στο εξής: ΚΥΑ) καθορίζονται οι αποδοχές για τους δικηγόρους με σχέση έμμισθης εντολής στους φορείς του άρθρου 4 παρ.1 του ίδιου νόμου, ήτοι του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης (στο εξής: ΟΤΑ) πρώτου και δεύτερου βαθμού και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (στο εξής: ΝΠΔΔ). Σε εφαρμογή της διάταξης αυτής εκδόθηκε η ΚΥΑ οικ.2/17132/0022/2012 (ΦΕΚ Β` 498/28-2-2012), σύμφωνα με την παρ.1 της οποίας καταβάλλεται στους δικηγόρους σε Πρωτοδικείο ο βασικός μισθός του 2ου μισθολογικού κλιμακίου (στο εξής: ΜΚ) του Ε` βαθμού, στους δικηγόρους σε Εφετείο, ο βασικός μισθός του 2ου ΜΚ του Γ βαθμού και στους δικηγόρους στον Άρειο Πάγο ο βασικός μισθός του Β` βαθμού. Η εφαρμογή της εν λόγω ΚΥΑ επεκτάθηκε στη συνέχεια και στους δικηγόρους των νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου (στο εξής: ΝΠΙΔ) που ανήκουν στο Δημόσιο, τους ΟΤΑ ή τα ΝΠΔΔ. Σε όλους αυτούς, επί πλέον, είχε προβλεφθεί η καταβολή χρονοεπιδόματος 2% επί του βασικού μισθού για κάθε δύο έτη δικηγορίας από την ημερομηνία εγγραφής τους στο μητρώο του οικείου δικηγορικού συλλόγου. Η παροχή αυτή, όμως, καταργήθηκε από 1-1-2013, δυνάμει της περ.9 της υποπαραγράφου Γ.1 του άρθρου πρώτου του Ν. 4093/2012. Επίσης σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ. 3 του Ν. 4024/2011, με ΚΥΑ καθορίζονται “οι αποδοχές του ειδικού επιστημονικού προσωπικού και των δικηγόρων με σχέση έμμισθης εντολής των Ανεξάρτητων Διοικητικών ή Ρυθμιστικών Αρχών, της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, της Επιτροπής Λογιστικής Τυποποίησης και Ελέγχων, οι αποδοχές του επιστημονικού προσωπικού του Ινστιτούτου Εκπαιδευτικής Πολιτικής και κάθε αναγκαίο θέμα”. Σε εφαρμογή της διάταξης αυτής εκδόθηκε η ΚΥΑ οικ.2/17127/0022/2012 (ΦΕΚ Β` 498/28-2-2012), η οποία, σύμφωνα με την παρ.1 του άρθρου μόνου αυτής, αφορούσε σε “όλους, όσοι, μετά από πρόσληψη, απόσπαση ή μετάταξη, κατέχουν, με δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου σχέση, οργανική θέση ειδικού επιστημονικού προσωπικού καθώς και όσους απασχολούνται ως δικηγόροι με σχέση έμμισθης εντολής”, στις ανεξάρτητες διοικητικές αρχές (στο εξής: ΑΔΑ) και στους υπόλοιπους φορείς του δημόσιου τομέα που μόλις αναφέρθηκαν. Ειδικότερα, σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου μόνου της ίδιας ΚΥΑ, “Στο προσωπικό της παρ. 1 καταβάλλεται ως βασικός μισθός, ο μισθός του Α` βαθμού”. Και περαιτέρω, σύμφωνα με την παρ.3 του ίδιου άρθρου, το προσωπικό της παρ.1, πλην των δικηγόρων, εξελίσσεται αυτοδίκαια σε 18 ΜΚ και με κάθε αλλαγή κλιμακίου λαμβάνει προσαύξηση 2% επί του βασικού μισθού, ενώ, σύμφωνα με την παρ. 4 του ίδιου άρθρου, όπως αντικαταστάθηκε με την ΚΥΑ 2/71801/0022/2012 (ΦΕΚ Β` 2827/19-10-2012), ειδικά για τους δικηγόρους, οι οποίοι δεν εξελίσσονται σε ΜΚ, προβλέπεται η καταβολή χρονοεπιδόματος 2% επί του βασικού μισθού, που χορηγείται αυτοδικαίως ανά διετία από την ημερομηνία εγγραφής τους στο μητρώο του οικείου δικηγορικού συλλόγου. Εξάλλου η διάταξη του άρθρου 4 παρ.1 του Συντάγματος, που ορίζει ότι “Οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου”, δεσμεύει το νομοθέτη και τον υποχρεώνει, κατά τη ρύθμιση ουσιωδώς ομοίων πραγμάτων, σχέσεων ή καταστάσεων και κατηγοριών προσώπων, να μη κάνει διακρίσεις συνεπαγόμενες διαφορετική μεταχείριση των Ελλήνων πολιτών, οι οποίοι τελούν κάτω από τις ίδιες συνθήκες ή ανήκουν στην ίδια κατηγορία. Η δέσμευση αυτή, όμως, δεν ισχύει, σε περίπτωση που οι διακρίσεις ή η διαφορετική μεταχείριση επιβάλλονται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος. Η συνδρομή των λόγων αυτών, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο. Αν γίνει από το νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων, αλλά ρητώς ή σιωπηρώς αποκλεισθεί από αυτήν, κατά αδικαιολόγητη, δυσμενή διάκριση, μια άλλη κατηγορία προσώπων, για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος που επέβαλε την ειδική μεταχείριση, επέρχεται παραβίαση της αρχής της ισότητας. Όταν η ειδική ρύθμιση αφορά σε μισθό, σύνταξη ή άλλη παροχή προς υπάλληλο ή, γενικά, μισθωτό του Δημοσίου ή των ΟΤΑ ή των ΝΠΔΔ και διαπιστώνεται αδικαιολόγητη διάκριση, τα δικαστήρια, για την αποκατάσταση της ισότητας που εν προκειμένω εκδηλώνεται με την ειδικότερη αρχή της εκ μέρους του αυτού εργοδότη καταβολής της ίδιας αμοιβής για την προσφορά εργασίας ίσης αξίας (άρθρο 22 παρ.1 εδ. β` του Συντάγματος, Α.Π. 903/2013 ΝΟΜΟΣ, Α.Π. 1227/2012 ΝΟΜΟΣ), είναι υποχρεωμένα να επιδικάσουν την παροχή αυτή και σε εκείνους που αδικαιολόγητα εξαιρέθηκαν, με διεύρυνση της εφαρμογής του νόμου που περιέχει την ευμενέστερη ρύθμιση (Ολ.Α.Π. 9/2004 ΝΟΜΟΣ). Τέτοια διεύρυνση, όμως, δεν μπορεί να γίνει, όταν διαπιστώνεται ότι η διάκριση είναι δικαιολογημένη (Α.Π. 2122/2013 areiospagos.gr). Σύμφωνα λοιπόν με τα αναφερόμενα στις προηγούμενες σκέψεις, διαπιστώνεται, κατ` αρχήν, διαφοροποίηση στη μισθολογική μεταχείριση αφ` ενός των δικηγόρων που παρέχουν τις υπηρεσίες τους με σύμβαση πάγιας έμμισθης εντολής στο Δημόσιο, στους ΟΤΑ και στα ΝΠΔΔ, στους οποίους, εφ` όσον είναι διαβαθμισμένοι παρ` Αρείω Πάγω, καταβάλλεται ο βασικός μισθός του Β` βαθμού και αφ` ετέρου των δικηγόρων που παρέχουν τις υπηρεσίες τους με όμοια σχέση στις ΑΔΑ και στους λοιπούς ανάλογους φορείς του δημόσιου τομέα, στους οποίους καταβάλλεται ο βασικός μισθός του Α` βαθμού. Και η διαφοροποίηση αυτή επιτείνεται από το γεγονός ότι το χρονοεπίδομα, που αρχικά είχε προβλεφθεί και για τις δύο κατηγορίες δικηγόρων, καταργήθηκε στη συνέχεια μόνο για τους δικηγόρους του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ, ενώ διατηρήθηκε για τους δικηγόρους των ΑΔΑ κλπ. Περαιτέρω, όμως, διαπιστώνεται ότι η ως άνω διαφοροποίηση υπήρξε απολύτως συνειδητή, διότι έγινε με δύο ΚΥΑ αυτοτελείς μεν, αλλά εκδοθείσες την ίδια ημέρα, από τους ίδιους υπουργούς (στην περίπτωση των δικηγόρων του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ συνέπραξε επί πλέον και ο υπουργός Δικαιοσύνης) και δημοσιευθείσες στο ίδιο ΦΕΚ. Και ακόμη, διαπιστώνεται ότι για τους δικηγόρους του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ προβλέπεται μισθολογική εξέλιξη ανάλογη προς τη διαβάθμισή τους από δικηγόρο στο πρωτοδικείο σε δικηγόρο στο εφετείο και κατόπιν στον Άρειο Πάγο, ενώ για τους δικηγόρους των ΑΔΑ κλπ δεν προβλέπεται κάποια εξέλιξη, σε αντίθεση προς το λοιπό επιστημονικό προσωπικό των αρχών αυτών, του οποίου οι αποδοχές καθορίζονται με την ίδια ΚΥΑ και στο ίδιο ύψος και για το οποίο προβλέπεται εξέλιξη σε 18 ΜΚ με αντίστοιχη προσαύξηση των αποδοχών του κατά 2%. Ως εκ τούτου, η παρατηρούμενη διαφοροποίηση δεν έγινε αυθαίρετα, αλλά επιβλήθηκε από τη διαφορετικότητα των δύο κατηγοριών δικηγόρων. Είναι εμφανές, δηλαδή, ότι ο νομοθέτης, κατά τον καθορισμό των αποδοχών των δικηγόρων των ΑΔΑ και των λοιπών ανάλογων φορέων του δημόσιου τομέα, έλαβε υπ` όψη τη νομική φύση και την αποστολή των εν λόγω αρχών ή επιτροπών και θέλησε να τις ξεχωρίσει από τις αποδοχές των δικηγόρων του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ, όπως έπραξε και για τις αποδοχές του λοιπού επιστημονικού προσωπικού των αρχών αυτών, τις οποίες ξεχώρισε από εκείνες που προβλέπονται στο ενιαίο μισθολόγιο της δημόσιας διοίκησης για το εν γένει επιστημονικό προσωπικό του δημόσιου τομέα. Και κατά τη διαμόρφωση της βούλησης αυτής, οι αρμόδιοι υπουργοί, ενεργώντας κατά νομοθετική εξουσιοδότηση και ευρισκόμενοι μέσα στα όριά της (άρθρο 22 παρ. 3 του Ν. 4024/ 2011), έλαβαν υπ` όψη την υποχρέωση που είχαν από το Σύνταγμα (άρθρο 101Α) και τον οργανικό νόμο εκάστης ΑΔΑ κλπ να καθορίσουν τις αποδοχές με τρόπο που να συνάδει αφ` ενός προς τη λειτουργική ανεξαρτησία της αρχής ή επιτροπής και αφ` ετέρου προς το ιδιαίτερο νομοθετικό καθεστώς που διέπει από άποψη ουσιαστικών προσόντων, επιλογής και υπηρεσιακής κατάστασης το προσωπικό της. Ως εκ τούτου, δεν είναι δυνατό να τεθεί βασίμως ζήτημα άνισης μεταχείρισης των δικηγόρων του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ (ή των εν συνεχεία εξομοιωθέντων με αυτούς δικηγόρων των ΝΠΙΔ του δημόσιου τομέα) σε σύγκριση με τους δικηγόρους των ΑΔΑ κλπ, διότι πρόκειται για απασχολούμενους λειτουργούς διαφορετικών κατηγοριών προσωπικού ως προς τους οποίους η επίμαχη διάκριση έγινε από λόγους δημόσιου συμφέροντος (Ολ.ΣτΕ 3372/2015 ΤΝΠ Νόμος, Α.Π. 1254/2018, Α.Π. 483/2017, 482/2017 areiospagos.gr, Α.Π. 917/2017, ΕφΑθ 1178/2023, ΕφΑθ 5944/2022, ΕφΑθ 674/2019, ΤΝΠ Νόμος). Σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που προηγήθηκαν, η ένδικη αγωγή, με το προαναφερθέν περιεχόμενο και αιτήματα, δεν βρίσκει έρεισμα στις επικαλούμενες συνταγματικές διατάξεις. Ειδικότερα, η μισθολογική διαφοροποίηση ανάμεσα στους δικηγόρους του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ (ή των εν συνεχεία εξομοιωθέντων με αυτούς δικηγόρων των ΝΠΙΔ του δημόσιου τομέα) και τους δικηγόρους των ΑΔΑ κλπ δεν έγινε αυθαίρετα, αλλά επιβλήθηκε από τη διαφορετικότητα των δύο κατηγοριών δικηγόρων. Είναι εμφανές, δηλαδή, ότι ο νομοθέτης, κατά τον καθορισμό των αποδοχών των δικηγόρων των ΑΔΑ και των λοιπών ανάλογων φορέων του δημόσιου τομέα, έλαβε υπ` όψη τη νομική φύση και την αποστολή των εν λόγω αρχών ή επιτροπών και θέλησε να τις ξεχωρίσει από τις αποδοχές των δικηγόρων του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ, όπως έπραξε και για τις αποδοχές του λοιπού επιστημονικού προσωπικού των αρχών αυτών, τις οποίες ξεχώρισε από εκείνες που προβλέπονται στο ενιαίο μισθολόγιο της δημόσιας διοίκησης για το εν γένει επιστημονικό προσωπικό του δημόσιου τομέα. Και κατά τη διαμόρφωση της βούλησης αυτής, οι αρμόδιοι υπουργοί, ενεργώντας κατά νομοθετική εξουσιοδότηση και ευρισκόμενοι μέσα στα όριά της (άρθρο 22 παρ. 3 του Ν. 4024/2011), έλαβαν υπ όψη την υποχρέωση που είχαν από το Σύνταγμα (άρθρο 101Α) και τον οργανικό νόμο εκάστης ΑΔΑ κλπ να καθορίσουν τις αποδοχές με τρόπο που να συνάδει αφ` ενός προς τη λειτουργική ανεξαρτησία της αρχής ή επιτροπής και αφ` ετέρου προς το ιδιαίτερο νομοθετικό καθεστώς που διέπει από άποψη ουσιαστικών προσόντων, επιλογής και υπηρεσιακής κατάστασης το προσωπικό της. Ως εκ τούτου, δεν είναι δυνατό να τεθεί βασίμως ζήτημα άνισης μεταχείρισης των δικηγόρων του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ (ή των εν συνεχεία εξομοιωθέντων με αυτούς δικηγόρων των ΝΠΙΔ του δημόσιου τομέα) σε σύγκριση με τους δικηγόρους των ΑΔΑ κλπ, διότι πρόκειται για απασχολούμενους λειτουργούς διαφορετικών κατηγοριών προσωπικού ως προς τους οποίους η επίμαχη διάκριση έγινε από λόγους δημόσιου συμφέροντος. Επομένως, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που απέρριψε την ένδικη αγωγή ως μη νόμιμη, με την ίδια αιτιολογία, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και οι σχετικοί λόγοι εφέσεως πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι, ακολούθως δε, και η έφεση στο σύνολό της. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας πρέπει να συμψηφιστούν, λόγω του ότι η ερμηνεία των κανόνων δικαίου που εφαρμόστηκαν ήταν ιδιαίτερα δυσχερής (άρθρ. 179 εδαφ. α΄, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων.
ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά και απορρίπτει κατ’ ουσίαν την έφεση.
ΣΥΜΨΗΦΙΖΕΙ τη δικαστική δαπάνη μεταξύ των διαδίκων
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στον Πειραιά, στις 5 Μαρτίου 2026, απόντων των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους.
Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ