ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
4ο ΤΜΗΜΑ
Αριθμός αποφάσεως 154/2026
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
Αποτελούμενο από τη Δικαστή Βασιλική Παπιγκιώτη, Εφέτη, την οποία όρισε η Διευθύνουσα το Εφετείο Πρόεδρος Εφετών και από τη Γραμματέα Ε.Δ
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις ………… για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της εκκαλούσας – αιτούσας: ……………., η οποία δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Της εφεσίβλητης – καθής η αίτηση: Της εταιρείας με την επωνυμία «…………..» και το διακριτικό τίτλο «………….», που εδρεύει στη ………… Αττικής, επί της ………., με ΑΦΜ …………., νομίμως αδειοδοτηθείσα από την Τράπεζα της Ελλάδος, ως εταιρεία Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις, δυνάμει των διατάξεων του ν. 4354/2015 και της Πράξης 118/19-5-2017 της Εκτελεστικής Επιτροπής της Τράπεζας της Ελλάδος, όπως τροποποιήθηκε από την υπ’ αριθμόν 153/8-1-2019 Πράξη, η οποία ενεργεί, εν προκειμένω, ως μη δικαιούχος διάδικος και διαχειρίστρια (κατ εξαίρεση) νομιμοποιούμενη, κατά τις διατάξεις του ν. 4354/2015, ως προς τις απαιτήσεις, των οποίων δικαιούχος τυγχάνει η αλλοδαπή εταιρεία με την επωνυμία «…………», με έδρα στην Ιρλανδία, 1…………….νομίμως εκπροσωπουμένη, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αικατερίνη Γουναροπούλου (ΔΕ Α. Κοντόπουλος – Α. Μάντζιου Δικηγορική Εταιρεία).
Η ανακόπτουσα και ήδη εκκαλούσα, άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά την από 25-4-2024 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης …………/2024 ανακοπή της, ζητώντας τα διαλαμβανόμενα σε αυτή. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά εξέδωσε την υπ’ αριθμ. 2834/2024 απόφαση, με την οποία απέρριψε την ανακοπή. Την απόφαση αυτή προσέβαλε η ανακόπτουσα και ήδη εκκαλούσα, με την από 4-10-2024 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ενώπιον του Πρωτοδικείου Πειραιά ……………/2024 έφεσή της (αριθμός κατάθεσης δικογράφου και προσδιορισμού δικασίμου ενώπιον του Εφετείου Πειραιά …………../2024), δικάσιμος για τη συζήτηση της οποίας ορίστηκε η 22-5-2025, οπότε και αναβλήθηκε για την αναγραφόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο. Στο ίδιο δικόγραφο η εκκαλούσα σώρευσε και αίτηση αναστολής της εκτέλεσης με αίτημα χορήγησης προσωρινής διαταγής κατ’ άρθρο 938 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, η οποία εκφωνήθηκε από τη σειρά της στο οικείο πινάκιο, η πληρεξούσια δικηγόρος της εφεσίβλητης ζήτησε να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και στις προτάσεις της.
ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 524 παρ. 1, 2 και 3 ΚΠολΔ, ως ισχύει στη διαδικασία της δευτεροβάθμιας δίκης, εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 227, 233 έως 236, των παρ. 8 και 10 έως και 13 του άρθρου 237, 240 έως 312, εκτός της παρ. 2 του άρθρου 260, περ. α) έως γ) της παρ. 1 του άρθρου 591 και παρ. 4 του άρθρου 591, με την επιφύλαξη της ισχύος του άρθρου 591 για τις ειδικές διαδικασίες. Σε περίπτωση ερημοδικίας του εκκαλούντος η έφεση απορρίπτεται, εφόσον είναι παραδεκτή. Το ίδιο ισχύει σε περίπτωση ερημοδικίας του εφεσιβλήτου ως προς την αντέφεση. Βέβαια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή η συζήτηση έφεσης, πρέπει, σύμφωνα με τους ορισμούς των άρθρων 271, 272 ΚΠολΔ, στα οποία παραπέμπει η διάταξη του άρθρου 524 παρ. 1 του ίδιου κώδικα, να ερευνάται η νόμιμη κλήτευση του απόντος διαδίκου ή να διαπιστώνεται ότι τη συζήτηση της έφεσης επέσπευσε ο απών διάδικος για τη δικάσιμο που ορίστηκε νόμιμα. Στην έρευνα των πιο πάνω περιστατικών οφείλει να προβεί το δευτεροβάθμιο δικαστήριο αυτεπάγγελτα, (βλ. ΑΠ 1656/ 2007 ΕλλΔνη 50.1059, ΑΠ 544/2018, ΑΠ 102/2018, ΑΠ 6/2018, ΑΠ 574/2017, ΑΠ 320/2012, ΑΠ 1554/2008, ΑΠ 872/2008, ΑΠ 1895/2007, ΑΠ 1656/2007 ΤΝΠ Nomos). Ήτοι πρέπει να προηγηθεί από το δικαστήριο η διακρίβωση του ποιος από τους διαδίκους επισπεύδει τη συζήτηση, γιατί αν επισπεύδων είναι ο απολειπόμενος διάδικος, τότε δεν απαιτείται κλήτευση του, ενώ αντίθετα απαιτείται τέτοια κλήτευση, όταν τη συζήτηση επισπεύδει ο παριστάμενος διάδικος. Έτσι, αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε ή επιδόθηκε, αλλά μη νομίμως, το δικαστήριο κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση (σχετ. ΑΠ 1506/2013 ΝοΒ 2014.353, ΑΠ 314/2011 ΝοΒ 2011.1896, 2161), σε περίπτωση δε αδυναμίας διακρίβωσης του διαδίκου που επισπεύδει τη συζήτηση, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη, διότι λείπει η απαιτούμενη προδικασία της κλήσης προς συζήτηση (ΑΠ 549/2007, ΑΠ 441/2006 ΕφΑθ2896/2007, ΕφΑθ 422/2003 ΕλΔ 2004.592, ΕφΑΘ1535/2001 ΑρχΝ 2001.563). Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 524 παρ. 3 και 272 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι αν ερημοδικεί ο εκκαλών κατά τη συζήτηση της έφεσης, το Δικαστήριο, αν η συζήτηση γίνεται με την επιμέλεια του ιδίου (εκκαλούντος) ή αυτός κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον εφεσίβλητο απορρίπτει την έφεση, εφόσον όμως αυτή είναι παραδεκτή, χωρίς περαιτέρω έρευνα του παραδεκτού και βάσιμου των λόγων της, γιατί κατά πλάσμα του νόμου ο εκκαλών θεωρείται ότι παραιτήθηκε από το παραδεκτώς ασκηθέν ένδικο μέσο της έφεσης. Και τούτο γιατί, παρόλο που στην πραγματικότητα οι λόγοι εφέσεως δεν εξετάζονται ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα τους, θεωρείται κατά πλάσμα του νόμου, ότι είναι αβάσιμοι και για την αιτία αυτή πάντοτε απορριπτέοι, αφού δεν δίδεται στο Δικαστήριο η δυνατότητα εκδόσεως αντίθετης απόφασης περί παραδοχής τους (ΑΠ 1266/ 2015 αδημ, ΕφΑιγ 117/2021 αδημ).
Στην προκειμένη περίπτωση, εισάγεται για συζήτηση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου η από 4-10-2024 με αριθμό έκθεσης κατάθεσης …………/2024 ενώπιον της Γραμματείας του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, έφεση της ανακόπτουσας και ήδη εκκαλούσας κατά της υπ’ αριθμ. 2834/2024 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, η οποία έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, εντός της καταχρηστικής διετούς προθεσμίας του άρθρου 518 παρ. 2 ΚΠολΔ, δεδομένου ότι από τα στοιχεία του φακέλου της δικογραφίας δεν προκύπτει επίδοση της εκκαλούμενης απόφασης, ενώ για το παραδεκτό αυτής, έχει καταβληθεί το απαιτούμενο παράβολο, σύμφωνα με την παράγραφο 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ (βλ. το υπ’ αριθμ. …………….. e-παράβολο). Η ως άνω έφεση προσδιορίστηκε για συζήτηση, με επίσπευση της εκκαλούσας, για τη δικάσιμο της 22-5-2025, οπότε και αναβλήθηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (5-2-2026). Κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά της στο οικείο πινάκιο κατά την δικάσιμο της 5-2-2026, η εκκαλούσα δεν εμφανίστηκε. Ωστόσο, η συζήτηση της ένδικης έφεσης επισπεύδεται από την εκκαλούσα, καθώς, όπως προκύπτει από την έκθεση κατάθεσης δικογράφου στο Εφετείο Πειραιά, την υπό κρίση έφεση κατέθεσε ο δικηγόρος ………………, ο οποίος ήταν και ο πληρεξούσιος δικηγόρος της ανακόπτουσας – εκκαλούσας στον πρώτο βαθμό. Κατά την τελευταία δικάσιμο, η επισπεύδουσα τη συζήτηση της έφεσης εκκαλούσα, όφειλε να παραστεί χωρίς κλήση, αφού η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο μετά από αναβολή, ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων (άρθρ. 226 παρ. 4 ΚΠολΔ). Ως εκ τούτου, η εκκαλούσα, που δεν εμφανίστηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο κατά την παρούσα μετ’ αναβολή δικάσιμο, πρέπει να δικασθεί ερήμην και σύμφωνα με όσα εκτίθενται στη νομική σκέψη της παρούσας, η έφεσή της πρέπει να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη, χωρίς να ακολουθήσει περαιτέρω έρευνά της. Επίσης, πρέπει να απορριφθεί και η σωρευόμενη αίτηση αναστολής ως άνευ αντικειμένου, καθόσον επ’ αυτής έχει εκδοθεί η προαναφερόμενη προσωρινή διαταγή του Δικαστηρίου τούτου, που ανέστειλε την πρόοδο της εκτέλεσης Πρέπει, επίσης, για την περίπτωση που η εκκαλούσα ασκήσει ανακοπή ερημοδικίας κατά της απόφασης αυτής, να ορισθεί παράβολο ερημοδικίας (άρθρα 501, 502, 505 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό. Ακόμη, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του καταβληθέντος εκ μέρους της εκκαλούσας παράβολου στο Δημόσιο Ταμείο, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ, λόγω του ότι η έφεση απορρίφθηκε. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα της εφεσίβλητης για το δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας βαρύνουν την εκκαλούσα, λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΖΕΙ την από 4-10-2024 έφεση και την σωρευθείσα στο ίδιο δικόγραφο αίτηση αναστολής εκτέλεσης του άρθρου 938 παρ.2 ΚΠολΔ, ερήμην της εκκαλούσας.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την έφεση ως ανυποστήρικτη.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την αίτηση αναστολής εκτέλεσης του άρθρου 938 παρ. 2 ΚΠολΔ.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
ΟΡΙΖΕΙ το παράβολο ερημοδικίας στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.
ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ σε βάρος της εκκαλούσας τα δικαστικά έξοδα της εφεσίβλητης, για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
KPIΘHKE, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους στον Πειραιά, στις 5.3.2026
Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ H ΓPAMMATEAΣ