Μενού Κλείσιμο

Αριθμός απόφασης 755/2025

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ

ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ  755/2025

ΤΟ ΤΡΙΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

(Τμήμα Ναυτικών Διαφορών)

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές Κωνσταντίνα Ταμβάκη, Πρόεδρο Εφετών, Μαρία Παπαδογρηγοράκου, Εφέτη και Γεωργία Παναγιωτοπούλου Εφέτη – Εισηγήτρια και από τη Γραμματέα Ε.Δ.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις …………., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Α) Των εκκαλούντων: 1) ………….. και 2) Της εταιρείας με την επωνυμία <<…………..>> (…………), που εδρεύει στη ………. Ιταλίας, …………., νομίμως εκπροσωπουμένης, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν στην παρούσα δίκη από την πληρεξουσία δικηγόρο τους Ελένη Κατσαρού (ΑΜΔΣΠ ……).

Των εφεσιβλήτων:1) Της εταιρείας με την επωνυμία <<………..>> (…………..), που εδρεύει στη Δημοκρατία της Λιβερίας, …………., νομίμως εκπροσωπουμένης, 2) Της εταιρείας με την επωνυμία <<……….>> (………….), που εδρεύει στη Δημοκρατία της Λιβερίας, ……….., νομίμως εκπροσωπουμένης και 3) Της εταιρείας με την επωνυμία <<……….>> (………..), που εδρεύει στη Δημοκρατία της Λιβερίας, ……………., νομίμως εκπροσωπουμένης, εκ των οποίων η πρώτη και η τρίτη εκπροσωπήθηκαν στην παρούσα δίκη από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Ντέγκα (ΑΜ ΔΣΑ ……..), ο οποίος ανακάλεσε την από 4.6.2025 δήλωση και παραστάθηκε στο ακροατήριο, ενώ η δεύτερη δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Β) Των αντεκκαλουσών: 1) Της εταιρείας με την επωνυμία <<……………..>> (…………………), 2) της εταιρείας με την επωνυμία <<………………>> (………………) και 3) της εταιρείας με την επωνυμία <<…………>> (……………), που έχουν άπασες νομίμως συσταθεί και εδρεύουν κατά τα καταστατικά τους στη Δημοκρατία της Λιβερίας, …………….,, νομίμως εκπροσωπουμένων, εκ των οποίων η πρώτη και η τρίτη εκπροσωπήθηκαν στην παρούσα δίκη από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Ντέγκα (ΑΜ ΔΣΑ ……), ο οποίος ανακάλεσε την από 4.6.2025 δήλωση και παραστάθηκε στο ακροατήριο, ενώ η δεύτερη αντεκκαλούσα δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Των αντεφεσιβλήτων: 1) ……………… και 2) της εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία <<……………..>> (……………………), που εδρεύει στη ……… Ιταλίας, (……………..), νομίμως εκπροσωπουμένης, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν στην παρούσα δίκη από την πληρεξουσία δικηγόρο τους Ελένη Κατσαρού (ΑΜ ΔΣΠ …….).

Οι εφεσίβλητες – αντεκκαλούσες άσκησαν σε βάρος των εκκαλούντων – αντεφεσιβλήτων, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, την από 10.1.2019 και με αριθμό κατάθεσης ΓΑΚ/ΕΑΚ/………../2019 αγωγή, με την οποία ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται σε αυτήν. Το Δικαστήριο εκείνο εξέδωσε την υπ’αριθ. 3767/2020 απόφαση με την οποία κήρυξε εαυτόν αναρμόδιο κατά τόπον και παρέπεμψε την υπόθεση προς εκδίκαση ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά (Τμήμα Ναυτικών Διαφορών) ως αρμοδίου καθ’ύλην και κατά τόπον λόγω της ναυτικής φύσεως της διαφοράς. Με την από 17.5.2021 και με αριθμό κατάθεσης ΓΑΚ/ΕΑΚ/…………/2021 κλήση, οι ενάγουσες ήδη εφεσίβλητες – αντεκκαλούσες επανέφεραν προς συζήτηση την αγωγή τους ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, το οποίο δικάζοντας ερήμην των εναγομένων, ήδη εκκαλούντων – αντεφεσιβλήτων, εξέδωσε την υπ’αριθ. 3730/2022 οριστική απόφαση με την οποία απέρριψε την αγωγή ως προς την τρίτη ενάγουσα και δέχθηκε αυτήν ως προς την πρώτη και δεύτερη των εναγουσών, υποχρεώνοντας τους εναγομένους, εις ολόκληρον έκαστο, να καταβάλουν σε εκάστη των πρώτης και δεύτερης των εναγουσών το ποσό των 789.367,72 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από 20.1.2017 μέχρις εξοφλήσεως.

Την απόφαση αυτή προσέβαλαν οι ηττηθέντες εναγόμενοι, με την από 9.5.2024 έφεση (στο εκδόν δικαστήριο με γεν.αριθ.καταθ. ……/9.5.2024 και ειδ. αριθ.καταθ. …../9.5.2024 και στο Εφετείο με γεν.αριθ.καταθ. …../19.11.2024 και ειδ.αριθ.καταθ. …../19.11.2024) και οι ενάγουσες με την από 27.3.2025 και με αριθμό κατάθεσης στο Εφετείο ΓΑΚ/ΕΑΚ/………/27.3.2025 αντέφεση, οι οποίες προσδιορίστηκαν προς συζήτηση για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και γράφτηκαν στο πινάκιο.

Οι υποθέσεις εκφωνήθηκαν στη σειρά τους από το οικείο πινάκιο και συζητήθηκαν ερήμην της δεύτερης εφεσίβλητης – δεύτερης αντεκκαλούσας και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων, οι οποίοι παραστάθηκαν όπως αναφέρεται ανωτέρω, αναφέρθηκαν στις προτάσεις τους και ζήτησαν να γίνουν δεκτοί οι ισχυρισμοί τους.

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Εισάγονται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου α) η από 9.5.2024 έφεση των εκκαλούντων ………………. και της εταιρείας με την επωνυμία <<…………..>> (……………….) εν μέρει ηττηθέντων στο πρώτο βαθμό, εναγομένων της από 10.1.2019 αγωγής και β) η από 27.3.2025 αντέφεση των αντεκκαλουσών, της εταιρείας με την επωνυμία <<……………..>> (……………………), της εταιρείας με την επωνυμία <<…………..>> (…………………..) και της εταιρείας με την επωνυμία <<……………>> (…………….), εν μέρει ηττηθεισών στο πρώτο βαθμό, εναγουσών της από 10.1.2019 αγωγής , οι οποίες (έφεση και αντέφεση) βάλλουν κατά της υπ’ αριθ. 3730/2022 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, εκδοθείσας ερήμην των εναγομένων κατά την τακτική διαδικασία. Περαιτέρω, ως υπαγόμενες στο ίδιο είδος διαδικασίας, αλλά και λόγω του παρακολουθηματικού χαρακτήρα της αντεφέσεως, σε σχέση με την έφεση, αφού δεν νοείται χωριστή εκδίκαση εφέσεως και αντεφέσεως ενόψει της φύσεως της τελευταίας, ως ιδιόμορφου ενδίκου βοηθήματος παρεπομένου της εφέσεως, πρέπει να ενωθούν και συνεκδικασθούν λόγω της πρόδηλης μεταξύ τους συνάφειας, διότι στρέφονται κατά της ιδίας αποφάσεως εκδοθείσας επί αξιώσεων των διαδίκων, αναγόμενων από το ίδιο ζημιογόνο περιστατικό, συνακόλουθα δε δια της συνεκδικάσεως διευκολύνεται η διεξαγωγή της δίκης, επέρχεται μείωση των εξόδων και αποφεύγεται η έκδοση αντιφατικών αποφάσεων ( άρθρα 31, 246, 524 ΚπολΔ).

Ι. Κατά το άρθρο 518 παρ. 1 ΚΠολΔ, αν ο εκκαλών διαμένει στην Ελλάδα, η προθεσμία της έφεσης κατά των αποφάσεων που εκδίδονται κατά την τακτική διαδικασία είναι τριάντα ημέρες ενώ εάν διαμένει στο εξωτερικό ή η διαμονή του είναι άγνωστη, εξήντα ημέρες και στις δύο περιπτώσεις η προθεσμία αρχίζει από την επίδοση της απόφασης που περατώνει τη δίκη. Εξάλλου, κατά το άρθρο 143 παρ. 1 ΚΠολΔ, ο δικαστικός πληρεξούσιος που διορίσθηκε σύμφωνα με το άρθρο 96 αυτού, είτε με συμβολαιογραφική πράξη, είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίστηκε στα πρακτικά ή την έκθεση, είναι αυτοδικαίως και αντίκλητος για όλες τις επιδόσεις που αναφέρονται στη δίκη στην οποία είναι πληρεξούσιος, έως και την έκδοση αμετάκλητης απόφασης, συμπεριλαμβανομένης και της επίδοσης της απόφασης, εκτός αν με δικόγραφο γνωστοποιηθεί στους λοιπούς διαδίκους η αντικατάστασή του. Επομένως, στον πληρεξούσιο, ο οποίος διορίστηκε με έναν από τους αναφερόμενους στο άρθρο 96 του ανωτέρω κώδικα τρόπο και παραστάθηκε κατά την ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου δίκη, νόμιμα επιδίδεται η εκδοθείσα οριστική απόφαση και αυτή η επίδοση αποτελεί την αφετηρία υπολογισμού της προθεσμίας για την άσκηση του ενδίκου μέσου της έφεσης (ΑΠ 594/2010, δημ. ΝΟΜΟΣ). Εξάλλου από τις τις διατάξεις των άρθρων 104, 305, 438 και 440 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι από την μνεία του προεισαγωγικού τμήματος της δικαστικής αποφάσεως ότι ο διάδικος παρέστη δια πληρεξουσίου δικηγόρου και την βεβαίωση του κυρίου σώματος αυτής ότι το δικαστήριο εδίκασε κατ` αντιμωλίαν, υφίσταται πλήρης απόδειξη ως προς τον νόμιμο διορισμό του δικαστικού πληρεξουσίου του διαδίκου, αφού η συνδρομή του στοιχείου της δικαστικής πληρεξουσιότητος συνιστά γεγονός, την αλήθεια του οποίου οφείλει να εξετάσει αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο (ΑΠ 594/2010, 1078/2007, Εφ. Πειρ. 465/2011, δημ. ΝΟΜΟΣ). ΙΙ. Επίσης κατά τη διάταξη του άρθρου 516 παρ. 2 του ΚΠολΔ έφεση έχει δικαίωμα να ασκήσει και ο διάδικος που νίκησε, εφόσον έχει έννομο συμφέρον προς τούτο, η ύπαρξη του οποίου, όπως συνάγεται από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 516, 534 και 536 ΚΠολΔ κρίνεται όχι από το αιτιολογικό αλλά από το διατακτικό της εκκαλουμένης απόφασης. Κριτήριο για την ύπαρξη εννόμου συμφέροντος αποτελεί η βλάβη του εκκαλούντος, η οποία πρέπει να προκύπτει αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση και μόνο. Οι εσφαλμένες αιτιολογίες της απόφασης, οι οποίες δεν απολήγουν σε βλάβη του διαδίκου με αντίστοιχες προς αυτές διατάξεις, που περιέχονται στο διατακτικό της απόφασης, δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγο έφεσης για το λόγο ότι είναι εσφαλμένες ή ασύμφορες γι’ αυτόν ή μη ορθές νομικώς, καθόσον το ουσιώδες της απόφασης είναι οι διατάξεις και όχι οι αιτιολογίες αυτής, το δε δικαστήριο που δικάζει την έφεση μπορεί να την απορρίψει και να προσθέσει άλλες αιτιολογίες (άρθρο 534 ΚΠολΔ). Κατ’ εξαίρεση βλάβη μπορεί να γεννάται από τις δυσμενείς αιτιολογίες, όταν από αυτές ιδρύεται δεδικασμένο, οπότε και υπάρχει έννομο συμφέρον για την άσκηση έφεσης και από τον διάδικο που νίκησε προς αποτροπή αυτού (ΑΠ 920/2013, ΑΠ 1182/2012, διαθέσιμες στην ιστοσελίδα του Ανωτάτου Δικαστηρίου). ΙΙΙ. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 271, 272 παρ. 1 524 παρ. 1 ΚΠολΔ, όπως τα άρθρα 271 παρ.1, 2 και 272 παρ. 1 τροποποιήθηκαν με το άρθρο δεύτερο του άρθρου 1 και το άρθρο 524 παρ. 1 με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015 και ισχύουν από 1.1.2016 σύμφωνα με το άρθρο ένατο παρ. 2 του αυτού άρθρου και νόμου προκύπτει ότι, αν ο εφεσίβλητος δεν εμφανιστεί ή δεν λάβει μέρος κανονικά στη συζήτηση, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έχει υποχρέωση να ερευνήσει αυτεπαγγέλτως, αν αυτός κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Στις υποθέσεις που δικάζονται κατά τη διαδικασία ενώπιον των πρωτοβάθμιων δικαστηρίων, αν κατά τη συζήτηση της έφεσης ερημοδικεί ο εφεσίβλητος, η διαδικασία προχωρεί σαν να ήταν και αυτός παρών, εφόσον ο ίδιος επέσπευσε τη συζήτηση, ή κλήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα να παραστεί σ’ αυτή. Από την παραπάνω διάταξη συνάγεται ότι επί ερημοδικίας του εφεσιβλήτου, ως προς την έφεση, η διαδικασία προχωρεί σαν να ήταν και αυτός παρών, αλλά το δικαστήριο είναι υποχρεωμένο να λάβει υπόψη του το εισαγωγικό δικόγραφο της δίκης, τις προτάσεις που κατατέθηκαν στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, καθώς και τα πρακτικά και τις εκθέσεις που συντάχθηκαν κατ’ αυτήν, τα οποία είναι υποχρεωμένος να προσκομίσει μέσα σε πέντε μέρες από τη συζήτηση ο παριστάμενος διάδικος (Εφ.Λαρ.7/2022, δημ. ΤΝΠ Νόμος). Επίσης σε περίπτωση ερημοδικίας του αντεκκαλούντος απορρίπτεται η αντέφεση ως ανυποστήρικτη αφού προηγηθεί έρευνα του Δικαστηρίου για τη νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευσή του. IV. Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 520, 527 και 528 του ΚΠολΔ, όπως το τελευταίο αντικαταστάθηκε το άρθρο 44 § 2 ν. 3994/13-7-2011 [ΦΕΚ Α` 165/25-7-2011], προκύπτει ότι η εμπρόθεσμη και παραδεκτή άσκηση έφεσης από τον εναγόμενο που δικάσθηκε ερήμην επιφέρει χωρίς έρευνα των λόγων της, την εξαφάνιση της εκκαλούμενης απόφασης, μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους (ΑΠ 639/2015, ΑΠ 829/2008, ΑΠ 866/2008, ΑΠ 884/2007, ΑΠ 446/2007 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ- ΑΠ 1015/2005 ΕλλΔνη 2005.1100), ενώ ο εκκαλών δικαιούται να προβάλει όλους τους ισχυρισμούς, που μπορούσε να προτείνει πρωτοδίκως (ΕφΔυτΜακεδ 28/2016 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Επομένως, αν ασκηθεί έφεση από διάδικο που δικάσθηκε ερήμην, η εκκαλούμενη απόφαση εξαφανίζεται μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους, ανεξάρτητα από την διαδικασία που τηρήθηκε. Ο εκκαλών δικαιούται να προβάλει όλους τους ισχυρισμούς που μπορούσε να προτείνει πρωτοδίκως». Σύμφωνα με την ανωτέρω διάταξη, με την οποία ρυθμίζονται τα αποτελέσματα της εφέσεως κατά της αποφάσεως, που εκδόθηκε ερήμην του εκκαλούντος, η έκταση της εξαφάνισης της εκκαλούμενης απόφασης και η αναδίκαση της υπόθεσης οριοθετείται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους, χωρίς έρευνα της βασιμότητάς τους. Εξαφανίζεται, δηλαδή, η εκκαλουμένη σε τόση έκταση, όσο απαιτείται για να θεωρηθούν παραδεκτοί οι ισχυρισμοί του εκκαλούντος, που ερημοδικάστηκε στον πρώτο βαθμό. Έτσι, αν ο εναγόμενος, που δικάστηκε πρωτοδίκως ερήμην, προβάλλει ως λόγο έφεσης άρνηση των αγωγικών ισχυρισμών ή εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων ως προς τη βάση της αγωγής, η εκκαλούμενη απόφαση εξαφανίζεται αναγκαίως σε όλη της την έκταση, ανεξαρτήτως αν αυτή εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία ή κατά τις ειδικές διαδικασίες ή τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας. Μετά την εξαφάνιση της απόφασης χωρεί ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου νέα συζήτηση της υποθέσεως, κατά την οποία αναδικάζεται η υπόθεση και ο εκκαλών μπορεί να προτείνει όλους τους πραγματικούς ισχυρισμούς, τους οποίους και πρωτοδίκως είχε δικαίωμα να προτείνει, χωρίς να υπόκειται στους περιορισμούς του άρθρου 527 ΚΠολΔ (βλ. σχ. ΑΠ 907/2014, ΑΠ 93/2013, Α.Π. 280/2012, ΜονΕφΑνΚρ 21/2024 δημοσιευμένες όλες στην ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Το εφετείο κρατώντας την υπόθεση και δικάζοντας την ουσία, καθίσταται αρμόδιο να ερευνήσει προς οριστική διάγνωση της διαφοράς όλα τα ζητήματα που υποβλήθηκαν πρωτοδίκως, αφού στην περίπτωση αυτή μετατρέπεται ουσιαστικά σε πρωτοβάθμιο δικαστήριο (ΑΠ 1075/2013 Τ.Ν.Π. «Νόμος», Α.Π. 394/2011 Χρ.Ι.Δ. 2012.55, Εφ. Δυτ. Μακ. 28/2016 και 39/2015, Εφ. Πειρ. 332/2015, Εφ. Θρ. 64/2015, Εφ. Πατρ. 91/2015, Εφ. Αθ. 3706/2015 δημοσιευμένες όλες στην Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ, και Μαργαρίτη Μιχ. Ερμηνεία ΚΠολΔ τόμος I, υπό άρθρο 528 σελ. 954). Τούτο σημαίνει πως το Δικαστήριο αρκείται στη τυπική μόνο παραδοχή της έφεσης του ερημοδικασθέντος, για να οδηγηθεί στην εξαφάνιση της ερήμην απόφασης, μέσα στα όρια των λόγων έφεσης, χωρίς να απαιτεί την ουσιαστική ευδοκίμηση κάποιου λόγου έφεσης για την εξαφάνιση της εκκαλουμένης (ΑΠ 829/2008, ΑΠ 11/2016 ΝΟΜΟΣ). Επομένως, στην περίπτωση που ο ερημοδικασθείς πρωτοδίκως εναγόμενος αμφισβητεί με την έφεσή του, την ορθή εκτίμηση των αποδείξεων από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, πρέπει να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση και στη συνέχεια πρέπει να κρατηθεί και δικαστεί η υπόθεση από το παρόν Δικαστήριο (αρθρ. 535 παρ. 1 ΚΠολΔ) και να ερευνηθεί η ένδικη αγωγή ως προς τη νομική και ουσιαστική της βασιμότητα, κατά την ίδια διαδικασία, κατά την οποία εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση (άρθρο 533 ΚΠολΔ, ΑΠ 579/2018 πρβλ ΑΠ 6/2017, ΑΠ 343/2013 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

Η υπό κρίση έφεση κατατέθηκε στη Γραμματεία του εκδόντος την εκκαλουμένη απόφαση δικαστηρίου την 9.5.2024 με γενικό αριθμό κατάθεσης ……/2024 και ειδικό αριθμό κατάθεσης …../2024, ενώ ακριβές αντίγραφο της εκκαλουμένης είχε επιδοθεί την 11.4.2024, στον …………., δικηγόρο Αθηνών, δικαστικό πληρεξούσιο και αυτοδικαίως αντίκλητο των εναγομένων – εκκαλούντων (βλ.υπ’αριθ. ……./11.4.2024 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της Περιφέρειας του Εφετείου Πειραιώς με έδρα στο Πρωτοδικείο Πειραιώς ………….). Ο ανωτέρω είχε παραστεί ως πληρεξούσιος δικηγόρος αυτών κατά τη συζήτηση της υποθέσεως ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, όπως προκύπτει από το προεισαγωγικό τμήμα της υπ’αριθ. 3767/2020 απόφασης, με την οποία το ανωτέρω Δικαστήριο κήρυξε εαυτό αναρμόδιο και παρέπεμψε την υπόθεση προς συζήτηση ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, ως λειτουργικά αρμοδίου. Τούτο δικάζοντας την από 10.1.2019 αγωγή των ώδε εφεσίβλητων, εξέδωσε την εκκαλουμένη υπ’αριθ. 3730/2022 οριστική απόφαση. Συνεπώς, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην ανωτέρω υπό στοιχ Ι νομική σκέψη, νομίμως επιδόθηκε στον ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο η υπ’αριθ. 3730/2022 οριστική απόφαση (εκκαλουμένη) και αυτή η επίδοση αποτέλεσε την αφετηρία υπολογισμού της προθεσμίας για την άσκηση του ενδίκου μέσου της έφεσης, η οποία ασκήθηκε εμπροθέσμως. Συνεπώς η έφεση ασκήθηκε παραδεκτά από τους ερήμην δικασθέντες, ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου που εξέδωσε την εκκαλουμένη απόφαση, εναγόμενους, ως προς την πρώτη και τη δεύτερη εφεσίβλητη. Όσον αφορά την τρίτη εφεσίβλητη, η έφεση τυγχάνει απορριπτέα ως απαράδεκτη ελλείψει εννόμου συμφέροντος, κατά τα διαλαμβανόμενα στην ανωτέρω νομική σκέψη, διότι ως προς αυτή (τρίτη ενάγουσα) η αγωγή απορρίφθηκε ως απαράδεκτη λόγω έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης. Τα δικαστικά έξοδα της τρίτης εφεσίβλητης πρέπει να επιβληθούν σε βάρος των εκκαλούντων λόγω της ήττας τους (άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ), κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό. Συνακόλουθα, η έφεση κατά το μέρος που κρίθηκε παραδεκτή πρέπει να γίνει και κατ’ ουσίαν δεκτή, να εξαφανισθεί, κατ` άρθρο 528 ΚΠολΔ, η εκκαλουμένη οριστική απόφαση, εντός των τιθεμένων από τους λόγους εφέσεως ορίων, να κρατηθεί η υπόθεση και να χωρήσει αναδίκαση αυτής από το παρόν Δικαστήριο, κατά τα αναλυτικώς εκτιθέμενα ανωτέρω (υπό στοιχ ΙΙ νομική σκέψη), δεδομένου ότι για το παραδεκτό αυτής έχει κατατεθεί από τους εκκαλούντες, το προβλεπόμενο από το άρθρο 495 ΚΠολΔ παράβολο Δημοσίου, που μνημονεύεται ρητά στη συνταχθείσα από το Γραμματέα του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου έκθεση καταθέσεως δικογράφου ενδίκου μέσου, ενώ ως προς τη δεύτερη εφεσίβλητη, η οποία επέσπευσε τη συζήτηση της έφεσης (βλ. υπ’αριθ. ……../24.12.2024 έκθεση επίδοσης προς την πληρεξουσία δικηγόρο και αντίκλητο των εκκαλούντων, του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Πειραιώς ……………….), η διαδικασία θα προχωρήσει σαν να ήταν και αυτή παρούσα σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην ανωτέρω νομική σκέψη.

Με την από 10.1.2019 αγωγή, την οποία απηύθυναν αρχικά ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, οι ενάγουσες, που εδρεύουν στην Λιβερία, αλλά η πραγματική διοίκηση αυτών ασκείται στην Αθήνα, εξέθεταν ότι η πρώτη ήταν, κατά τον κρίσιμο χρόνο, πλοιοκτήτρια του υπό σημαία Λιβερίας και με αριθμό νηολογίου Μονροβίας ……., φορτηγού πλοίου GE, η δεύτερη ήταν διαχειρίστρια του πλοίου, και η τρίτη ήταν και είναι μέτοχος και ταμίας της πρώτης, ενώ διατηρούσε και διατηρεί τραπεζικούς λογαριασμούς και είναι υπεύθυνη για όλες τις οικονομικές συναλλαγές αυτής. Ότι ανέθεσαν στον πρώτο εναγόμενο, ο οποίος είναι Πρόεδρος, διαχειριστής, διευθύνων σύμβουλος, νόμιμος εκπρόσωπος και μοναδικός μέτοχος/εταίρος, τουλάχιστον από τον Ιούνιο του 2013, της δεύτερης εναγόμενης, την οποία και δεσμεύει με μόνη την υπογραφή του, να ασφαλίσει δια της δεύτερης εναγόμενης, μεσίτριας ασφαλίσεων, το ως άνω πλοίο στην αγγλική ασφαλιστική αγορά. Ότι, ακολούθως, η δεύτερη εναγόμενη συνήψε για λογαριασμό τους συμβάσεις ναυτικής ασφάλισης με δύο ασφαλιστήρια συμβόλαια αναφορικά με το σκάφος, τις μηχανές του και όλα τα παραρτήματά του κατά των θαλάσσιων κινδύνων σύμφωνα με τους ειδικότερους όρους εκάστου συμβολαίου, με ασφαλιζόμενη την δεύτερη εξ αυτών ως «και/ή θυγατρικές και/ή συνδεδεμένες και/ή συσχετιζόμενες εταιρείες», όπως είναι η πρώτη και τρίτη εξ αυτών, και δη συνήψε: α) το υπ’ αριθμό ……../12.1.2015 ασφαλιστήριο, που εκδόθηκε από τους μεσίτες ασφαλειών ……………. για την περίοδο από 4.10.2014 μέχρι 3.10.2015, με ασφαλιζόμενη αξία 5.400.000 δολ. Η.Π.Α., με ασφαλιστές τους ……… κατά ποσοστό 92,50% και την εταιρεία …………… κατά ποσοστό 7,5% (καλούμενο Κύριο Ασφαλιστήριο) και β) το υπ’ αριθμό …………../14.10.2013 ασφαλιστήριο, που εκδόθηκε από την δεύτερη εναγόμενη, για την περίοδο από 4.10.2013 μέχρι 3.10.2014, με ασφαλιζόμενη αξία 7.000.000 δολ. Η.Π.Α., με ασφαλιστές τους ….. κατά ποσοστό 83,50%, την εταιρεία ……………… κατά ποσοστό 7,5% και την …………… κατά ποσοστό 9% (καλούμενο Δεύτερο Ασφαλιστήριο). Ότι, επιπλέον, έδωσαν εντολή στους εναγόμενους να συνάψουν συμπληρωματικό ασφαλιστήριο που να καλύπτει μόνο την περίπτωση ολικής απώλειας του πλοίου, πραγματικής ή τεκμαρτής και ότι κατόπιν αυτού, εκδόθηκε από την δεύτερη εναγόμενη το υπ’ αριθμό ……………./12.1.2015 ασφαλιστήριο, με το οποίο ασφαλίσθηκε το ανωτέρω πλοίο μόνο για αυξημένη αξία σκάφους και μηχανών και/ή έξοδα και/ή ναύλο και/ή συμφέρον για ασφαλιστική αξία 1.600.000 δολ. Η.Π.Α., για χρονική περίοδο δώδεκα μηνών, αρχόμενη από 7.11.2014, με την ασφαλιστική εταιρεία …………… (καλούμενο Τρίτο Ασφαλιστήριο). Ότι στις 20.7.2014 και ενώ το πλοίο βρισκόταν στο λιμένα Μπισό Γουινέας, υπέστη σοβαρή μηχανική βλάβη στην κύρια μηχανή, ενώ στις 23.8.2015 εκδηλώθηκε φωτιά στο μηχανοστάσιο του πλοίου. Ότι κατόπιν επιθεώρησης διαπιστώθηκε ότι το εκτιμώμενο κόστος επισκευών, όσον αφορά τη ζημία που προκλήθηκε από τη φωτιά, υπερέβαινε την ασφαλιζόμενη αξία για ολική ή τεκμαρτή απώλεια δυνάμει του πρώτου ως άνω (κύριου) ασφαλιστηρίου και ότι για το λόγο αυτό ζήτησαν από τους ασφαλιστές την καταβολή της αποζημίωσης για τεκμαρτή ολική απώλεια του πλοίου για την ασφαλιζόμενη αξία ποσού 5.400.000 δολ. Η.Π.Α. Ότι κατόπιν διαπραγματεύσεων με τους ασφαλιστές του πλοίου, που διενεργούνταν αποκλειστικά μέσω των εναγομένων, κατέληξαν σε συμβιβασμό και συγκεκριμένα, με το από 19.4.2016 ιδιωτικό συμφωνητικό συμβιβασμού και παραίτησης, το οποίο υπογράφηκε από την δεύτερη ενάγουσα για λογαριασμό και των λοιπών εναγουσών και τους επεστράφη ηλεκτρονικά, μέσω email, από τους εναγόμενους, υπογεγραμμένο από το διεθνές δικηγορικό γραφείο ……………… και από τους εναγόμενους για λογαριασμό των ασφαλιστών, συμφώνησαν να εισπράξουν, εντός 60 ημερών, το ποσό των 4.500.000 δολ. Η.Π.Α. σε πλήρη και ολοσχερή εξόφληση κάθε απαίτησης που πηγάζει από το πρώτο ως άνω ασφαλιστήριο, παραιτούμενοι ταυτόχρονα από κάθε απαίτηση που πηγάζει από το δεύτερο ασφαλιστήριο για μη επισκευασθείσα ζημία επί του πλοίου. Ότι αναφορικά με το τρίτο ασφαλιστήριο, εφόσον είχε ήδη επέλθει συμφωνία για πληρωμή της τεκμαρτής ολικής απώλειας του πλοίου, οφειλόταν και η ασφαλιστική αποζημίωση ποσού 1.600.000 δολ. Η.Π.Α. και είχαν λάβει πολλές διαβεβαιώσεις από τον πρώτο εναγόμενο, ότι έχει υποβάλει όλα τα σχετικά έγγραφα στην ασφαλιστική εταιρεία και αναμένεται η καταβολή της. Ότι η πρώτη και η δεύτερη των εναγουσών εξουσιοδότησαν την δεύτερη εναγόμενη με τις από 8.2.2016 εξουσιοδοτήσεις τους να εισπράξει από τους ασφαλιστές, για λογαριασμό αυτών (των εναγουσών), τη συμφωνηθείσα ασφαλιστική αποζημίωση των 4.500.000 δολ. Η.Π.Α. και αμέσως να την καταθέσει σε υποδειχθέντα τραπεζικό λογαριασμό που διατηρεί η τρίτη ενάγουσα. Ότι τον Οκτώβριο του 2017, κατόπιν αλληλογραφίας των Άγγλων δικηγόρων τους με τους μεσίτες ασφαλειών ……………, οι ενάγουσες έλαβαν γνώση ότι είχαν υπογραφεί δύο ιδιωτικά συμφωνητικά συμβιβασμού και παραίτησης με τους ασφαλιστές, με ημερομηνίες 11.2.2016 και 16.2.2016, στο δεύτερο εκ των οποίων προβλεπόταν ως συμφωνηθείσα ασφαλιστική αποζημίωση το ποσό των 4.270.000 δολ. Η.Π.Α., το οποίο θα καταβάλλονταν εντός 21 ημερών από την υπογραφή του, τα οποία (συμφωνητικά) έφεραν τις πλαστογραφημένες υπογραφές των νομίμων εκπροσώπων των δύο πρώτων εναγουσών. Ότι η ………….. εισέπραξε από τους ασφαλιστές τη συμφωνηθείσα αποζημίωση των 4.270.000 δολ. Η.Π.Α., παρακράτησε για λογαριασμό της την προμήθεια είσπραξης 0,5% και κατέβαλε στις 18.2.2016 στη δεύτερη εναγόμενη τη διαφορά ποσού 4.248.650 δολ. Η.Π.Α., δυνάμει της από 8.2.2016 πλαστής εξουσιοδότησης, που φερόταν ότι υπογράφηκε από την δεύτερη ενάγουσα, με την οποία αυτή εξουσιοδότησε δήθεν τους ασφαλιστές να πληρώσουν την αποζημίωση στη …………… και η τελευταία στη δεύτερη εναγόμενη. Ότι οι ίδιες, αγνοώντας τα ως άνω περιστατικά καθώς και το γεγονός ότι είχε εισπραχθεί η ασφαλιστική αποζημίωση από την δεύτερη εναγόμενη, ανέμεναν καλόπιστα την πληρωμή μέχρι τις 19.6.2016, βάσει του συμφωνητικού που είχαν υπογράψει, και ότι εν τέλει τον Αύγουστο του 2016, μετά από τηλεφωνική επικοινωνία τους με τον διευθύνοντα σύμβουλο της ……………., ενημερώθηκαν ότι οι ως άνω μεσίτες έχουν ήδη καταβάλει το σύνολο της ασφαλιστικής αποζημίωσης στην δεύτερη εναγόμενη. Ότι ακολούθως συναντήθηκαν στην Αθήνα με τον πρώτο εναγόμενο, ο οποίος ομολόγησε ότι εισέπραξε την ασφαλιστική αποζημίωση, αλλά τους δήλωσε ψευδώς ότι αυτή ήταν σημαντικά μειωμένη κατά το ποσό που η δεύτερη εναγόμενη χρωστούσε στην ……………… από ασφάλιστρα άλλων πελατών του και ότι το πλήρες υπόλοιπο που τους όφειλε, θα τους το κατέβαλε σύντομα. Ότι μετά από συνεχείς πιέσεις τους, η δεύτερη εναγόμενη τους κατέβαλε το συνολικό ποσό του 1.540.000 δολ. Η.Π.Α., με τέσσερα εμβάσματα από 2.8.2016 έως και 10.10.2016, ενώ στη συνέχεια, ο πρώτος εναγόμενος με αλλεπάλληλες ψευδείς αιτιολογίες απέφευγε να τους καταβάλει το υπόλοιπο της εισπραχθείσας από την δεύτερη εναγόμενη αποζημίωσης. Ότι με την από 29.12.2016 έγγραφη όχλησή τους ζήτησαν από τους εναγόμενους την καταβολή ολόκληρης της αποζημίωσης μέχρι τις 15.1.2017, προθεσμία η οποία παρήλθε άπρακτη, ομοίως δε έπραξαν και με την από 19.1.2017 όχλησή τους, ζητώντας την άμεση πληρωμή της απαίτησής τους. Ότι μετά από τις ως άνω έγγραφες οχλήσεις τους, έλαβε χώρα συνάντηση στη Γένοβα, στις 24.1.2017, όπου ο πρώτος εναγόμενος τους δήλωσε για ακόμη μια φορά ότι οι αποζημιώσεις που τους οφείλονταν θα τους καταβάλλονταν, μέσω δανεισμού που θα εξασφάλιζαν οι εναγόμενοι μέχρι τον Ιούνιο του 2017 και σε κάθε περίπτωση μέχρι το τέλος του έτους 2017. Ότι επακολούθησε και άλλη συνάντηση στις 16.3.2017 στη Μάλτα χωρίς κάποιο αποτέλεσμα, καθώς δεν προσκομίσθηκε κάποιο έγγραφο σχετικά με τη δανειοδότηση των εναγόμενων και ότι στις 29.11.2017 οι εναγόμενοι υπέβαλαν πρόταση για συμβιβαστική επίλυση, με την καταβολή είτε του ποσού των 2.000.000 δολ ΗΠΑ σε δύο δόσεις είτε του 1.800.000 δολ.ΗΠΑ εφάπαξ, την οποία οι ενάγουσες αρνήθηκαν. Ότι σε μια τελευταία προσπάθεια εξεύρεσης συμβιβαστικής λύσης για επιστροφή του υπεξαιρεθέντος ποσού, πραγματοποιήθηκε συνάντηση στην Αθήνα, στις 31.1.2018, κατά την οποία ο πρώτος εναγόμενος απολογήθηκε για την εκτεταμένη καθυστέρηση, αναγνώρισε την οφειλή του προς τις ενάγουσες, ήτοι το ποσό της αποζημίωσης από το κύριο και το συμπληρωματικό ασφαλιστήριο, μειωμένο κατά το ποσό του 1.540.000 δολ. Η.Π.Α. που ήδη είχαν λάβει, και δήλωσε την πρόθεσή του να τους καταβάλει τουλάχιστον το ποσό των 100.000 δολ. ΗΠΑ μηνιαίως. Ότι ο πρώτος εναγόμενος, ως διαχειριστής και νόμιμος εκπρόσωπος της δεύτερης εναγόμενης, λειτουργώντας ως εντολοδόχος των εναγουσών δυνάμει των από 8.2.2016 εξουσιοδοτήσεων της πρώτης και δεύτερης εξ αυτών, υπεξαίρεσε τουλάχιστον το ποσό των 2.708.650 δολ. Η.Π.Α., όπως ειδικότερα αναλύεται στην αγωγή, καθώς όφειλε να το πιστώσει σε λογαριασμό της τρίτης ενάγουσας και το ενσωμάτωσε στην περιουσία του παρανόμως, με σκοπό να εξοφλήσει υποχρεώσεις της εταιρείας του (δεύτερης εναγομένης), γεγονός για το οποίο ευθύνονται αλληλεγγύως και εις ολόκληρον αμφότεροι οι εναγόμενοι. Με βάση το ιστορικό αυτό, οι ενάγουσες, επικαλούμενες τις περί αδικοπραξίας διατάξεις, ζητούσαν να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να τους καταβάλουν, εις ολόκληρον έκαστος, το ισόποσο σε ευρώ, κατά την επίσημη συναλλαγματική ισοτιμία κατά το χρόνο της πρώτης συζήτησης της αγωγής, άλλως κατά το χρόνο επαγωγής της ζημίας τους, ήτοι από την επόμενη της είσπραξης της ασφαλιστικής αποζημίωσης από τους ασφαλιστές, ήτοι από 19.2.2016, άλλως κατά το χρόνο πληρωμής, του ποσού των 2.708.518 δολ. Η.Π.Α., (ήτοι το υπεξαιρεμένο ποσό των 2.708.650 δολ. Η.Π.Α. αφαιρουμένου του συνολικού ποσού των 132 δολ. Η.Π.Α., που ζήτησαν οι ενάγουσες ως χρηματική ικανοποίηση με την υποβληθείσα έγκλησή τους ενώπιον της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών, σε βάρος των εναγόμενων), με το νόμιμο τόκο από 19.1.2017, ημερομηνία της εξώδικης όχλησής τους για την καταβολή της απαίτησής τους, άλλως από την επίδοση της αγωγής, να κηρυχθεί η εκδοθησόμενη απόφαση προσωρινά εκτελεστή και να καταδικασθούν οι εναγόμενοι στην καταβολή της δικαστικής τους δαπάνης.

ΙΙ. Σύμφωνα με το άρθρο 134 παρ. 1 εδ. Α’ ΚΠολΔ, αν το πρόσωπο, στο οποίο γίνεται η επίδοση διαμένει ή έχει την έδρα του στο εξωτερικό, η επίδοση γίνεται στον εισαγγελέα του δικαστηρίου, στο οποίο εκκρεμεί ή πρόκειται να εισαχθεί η δίκη ή σ’ αυτό που εξέδωσε την επιδιδόμενη απόφαση, ενώ κατά την παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου, ο εισαγγελέας, όταν παραλάβει το έγγραφο, οφείλει να το αποστείλει χωρίς υπαίτια καθυστέρηση στον Υπουργό Εξωτερικών, ο οποίος έχει την υποχρέωση να το διαβιβάσει σ’ εκείνον προς τον οποίο γίνεται η επίδοση. Τέλος, κατά το άρθρο 136 παρ. 1 εδ. α` του ίδιου κώδικα, η επίδοση θεωρείται ότι συντελέστηκε, προκειμένου για τα πρόσωπα που αναφέρονται στα άρθρα 131 έως 134, μόλις παραδοθεί το έγγραφο στις αρχές ή τα πρόσωπα που αναφέρονται εκεί ανεξάρτητα από τον χρόνο της αποστολής και παραλαβής του. Οι ανωτέρω διατάξεις, περί πλασματικής επίδοσης δικογράφων σε πρόσωπα διαμένοντα στην αλλοδαπή, συνεχίζουν να εφαρμόζονται, στο βαθμό που δεν ορίζεται διαφορετικά, στην κρινόμενη κάθε φορά περίπτωση, από διεθνείς συμβάσεις, που έχει συνάψει και επικυρώσει με νόμο η Ελλάδα (ΑΠ 153/2019), οι οποίες έχουν την αυξημένη τυπική ισχύ του άρθρου 28 παρ. 1 του Συντάγματος και υπερισχύουν έτσι των κοινών νόμων. Με τον Ν.1334/1983 κυρώθηκε η από 15-11-1965 Σύμβαση της Χάγης “για την επίδοση και κοινοποίηση στο εξωτερικό δικαστικών και εξώδικων πράξεων σε αστικές ή εμπορικές υποθέσεις”, η οποία εφαρμόζεται για τις επιδόσεις εκτός χωρών της ΕΕ ή όταν η επίδοση γίνεται από χώρα της ΕΕ προς μία τρίτη χώρα. Η διεθνής αυτή σύμβαση δεν καταργεί τις περί επιδόσεως διατάξεις του εσωτερικού δικαίου των χωρών που την υπέγραψαν, αλλά αποκλείει να θεωρηθεί ότι η επίδοση ολοκληρώθηκε με την απλή παράδοση του επιδοτέου εισαγωγικού της δίκης ή άλλου ισοδύναμου δικογράφου στον εισαγγελέα, δηλαδή, ανεξάρτητα από το αν παραλήφθηκε αυτό από το πρόσωπο στο οποίο απευθύνεται, κατά τον οριζόμενο στη σύμβαση τρόπο, ώστε να διασφαλίζεται η θεμελιώδης αρχή της εκατέρωθεν ακροάσεως (ΑΠ 922/2020). Εξάλλου, ως προς τα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στα οποία περιλαμβάνεται και η Ιταλία, σχετικά με τις επιδόσεις δικαστικών και εξωδίκων πράξεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, από τις 13-11-2008 έχει εφαρμογή ο Κανονισμός 1393/2007 του Ευρωπαϊκού κοινοβουλίου και του Συμβουλίου Υπουργών, που αναδιατυπώθηκε για λόγους σαφήνειας με τον Κανονισμό (ΕΕ) 2020/1784 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 25ης Νοεμβρίου 2020 «περί επιδόσεως και κοινοποιήσεως στα κράτη μέλη δικαστικών και εξωδίκων πράξεων σε αστικές ή εμπορικές υποθέσεις («επίδοση ή κοινοποίηση πράξεων»), ο οποίος ισχύει από την 1-7-2022. Κατά τις σχετικές διατάξεις του ως άνω Κανονισμού, τα προς επίδοση έγγραφα σε γνωστής διαμονής σε χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης παραλήπτες, διαβιβάζονται απ’ ευθείας μεταξύ των αρμοδίων υπηρεσιών των ενδιαφερομένων κρατών και επιδίδονται προς αυτόν προς τον οποίον απευθύνονται, κατά κανόνα σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους μέλους παραλαβής, το οποίο αποστέλλει στο κράτος αποστολής σχετική βεβαίωση περί τούτου. Ως υπηρεσίες διαβίβασης των προς επίδοση εγγράφων, κατά τα άρθρα 3 και 5 του Κανονισμού, έχουν οριστεί από τη χώρα μας οι εισαγγελίες των δικαιοδοτικών βαθμίδων (Πρωτοδικείου, Εφετείου, Αρείου Πάγου), ανάλογα με το διαδικαστικό στάδιο στο οποίο αφορά το προς επίδοση έγγραφο. Ο Κανονισμός 2020/1784 προβλέπει, εκτός από τη βασική έμμεση επίδοση, μέσω των κεντρικών υπηρεσιών διαβίβασης και παραλαβής του άρθρου 3, και τις ακόλουθες εναλλακτικές μορφές επίδοσης, που εφαρμόζονται κατ’ απόλυτη επιλογή του αιτούντος : διαβίβαση δια της διπλωματικής ή προξενικής οδού (άρθρο 16), επίδοση από διπλωματικούς ή προξενικούς πράκτορες (άρθρο 17), απευθείας επίδοση στο πλαίσιο συγκεκριμένης δίκης μέσω δικαστικών επιμελητών, υπαλλήλων κλπ. (άρθρο 20), όσο και, ιδίως, την απευθείας ταχυδρομική επίδοση με συστημένη επιστολή (άρθρο 18), αλλά και την ηλεκτρονική επίδοση (άρθρο 19), η οποία αποτελεί και βασικό νεωτερισμό του νέου Κανονισμού για τις ενδοευρωπαϊκές επιδόσεις. Περαιτέρω, ο κρίσιμος χρόνος συντέλεσης της επίδοσης στα διάφορα κράτη μέλη ποικίλει. Προκειμένου να συγκεράσει τα δικαιώματα άμυνας του αποδέκτη της επίδοσης για πραγματική επίδοση και του επισπεύδοντος αυτή για αποτελεσματική κατοχύρωση των συμφερόντων του, ο ευρωπαίος νομοθέτης προσδιόρισε, αρχικά με το άρθρο 9 Καν 1393/2007 και, ήδη, με το άρθρο 13 Καν 2020/1784, διπλή ημερομηνία, και ειδικότερα: χρόνος επίδοσης ή κοινοποίησης μιας πράξης είναι η ημερομηνία, κατά την οποία η πράξη επιδόθηκε ή κοινοποιήθηκε, σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους μέλους παραλαβής (άρθρο 13 παρ. 1 Καν 2020/1784). Όταν, όμως, σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους μέλους προέλευσης, μια πράξη πρέπει να επιδοθεί ή να κοινοποιηθεί εντός τακτής προθεσμίας, λαμβάνεται υπόψη για τον αιτούντα η ημερομηνία που καθορίζεται από το δίκαιο του κράτους αυτού (άρθρο 13 παρ. 2), στη χώρα μας, επομένως, η ημερομηνία παράδοσης του επιδοτέου εγγράφου στον εισαγγελέα (ΚΠολΔ 134 παρ. 1, 136 παρ. 1), όχι βέβαια ως όργανο πλασματικής επίδοσης, αλλά ως τμήμα της αλυσίδας για περαιτέρω διαβίβαση του εγγράφου αυτού. Σκοπός των άνω διατάξεων (παρ. 1 και 2) του άρθρου 13, είναι να καθοριστούν κριτήρια ως προς την ημερομηνία που λαμβάνεται υπόψη σχετικά με την επίδοση ή κοινοποίηση μιας πράξης, η οποία έχει νομικές συνέπειες (εκκρεμοδικία, έναρξη ή διακοπή παραγραφής), γι’ αυτό και είναι αναγκαίο να προσδιορίζεται σε ποια στιγμή παρήχθησαν. Έτσι, η παράγραφος 1 θεσπίζει την αρχή ότι η ημερομηνία της επίδοσης ή της κοινοποίησης είναι εκείνη, κατά την οποία, πράγματι, αυτή έγινε σύμφωνα με τη νομοθεσία του κράτους παραλαβής και σκοπός της είναι να προστατευθούν τα δικαιώματα του παραλήπτη. Η παράγραφος 2, αντίθετα, επιδιώκει την προστασία των δικαιωμάτων του αιτούντος (ενάγοντος), ο οποίος μπορεί να έχει συμφέρον να ενεργήσει εντός ορισμένης προθεσμίας ή σε συγκεκριμένη ημερομηνία. Γι’ αυτό κρίθηκε σκόπιμο, στην περίπτωση αυτή, να του επιτραπεί να υποστηρίζει τα δικαιώματά του στηριζόμενος σε μια ημερομηνία που ο ίδιος μπορεί να προσδιορίσει, αντί να εξαρτάται από ένα γεγονός (όπως είναι η επίδοση ή κοινοποίηση μιας πράξης σε άλλο κράτος μέλος), για το οποίο δεν έχει άμεση επιρροή, αφού αυτό μπορεί να λάβει χώρα μετά την καθορισμένη ημερομηνία λήξης. Έτσι, για τη συντέλεση της επιχειρούμενης επίδοσης, επί προπαρασκευαστικής προθεσμίας απαιτείται πραγματική περιέλευση του επιδοτέου εγγράφου στον παραλήπτη, ενώ, αντίθετα, επί προθεσμίας ενεργείας, αρκεί η πλασματική επίδοσή του στον εισαγγελέα. Άλλωστε, και η διατύπωση “επίδοση ή κοινοποίηση εντός τακτής προθεσμίας” παραπέμπει ευθέως στην έννοια των προθεσμιών ενεργείας (ΑΠ 1181/2022, ΑΠ 1405/2019, ΤρΕφΑΘ 960/2022, δημ. ΤΝΠ Νόμος). Ενόψει των ανωτέρω εκτεθέντων, η προθεσμία των εξήντα (60) ημερών πριν από τη συζήτηση αγωγής, που θέτει το άρθρο 215 παρ. 2 ΚΠολΔ, για την κλήτευση των διαδίκων, μπορεί και πρέπει, σύμφωνα με εναρμονισμένη με το άρθρο 9 παρ. 2 Καν 1393/2007 και, πλέον, με το άρθρο 13 παρ. 2 Καν 1784/2020 ερμηνεία, να υπολογίζεται από την επίδοσή της στον εισαγγελέα (άρθρα 134 παρ. 1,136 ΚΠολΔ, καθόσον δεν είναι βέβαιο από πριν εάν η διαδικασία διαβίβασης του επιδοτέου εισαγωγικού δικογράφου από την Ελλάδα σε άλλο κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης θα μπορεί να οδηγεί σε πραγματική επίδοση στον παραλήπτη εναγόμενο μέσα στην προθεσμία ενεργείας που θέτει η ανωτέρω διάταξη (ΕφΑΘ 960/2022, ΤΝΠ Νόμος). Έτσι, ο διάδικος που καταθέτει το δικόγραφο της αγωγής στη γραμματεία του Δικαστηρίου στο οποίο απευθύνεται, τηρεί την οριζόμενη στο πιο πάνω άρθρο προθεσμία των 60 ημερών πριν από την κατάθεσή της για τον αντίδικό του, κάτοικο αλλοδαπής, με την επίδοση αντιγράφου της αγωγής στον αρμόδιο εισαγγελέα και εκπληρώνει τη σχετική υποχρέωσή του, αφού ο χρόνος της πραγματικής επίδοσης στον αντίδικό του εκφεύγει απολύτως από την σφαίρα επιρροής του, γιατί εξαρτάται από σειρά ενεργειών άλλων αρμοδίων προσώπων για την έγκυρη διαβίβαση της αγωγής στη χώρα κατοικίας του αντιδίκου και την έγκαιρη επίδοση σ’ αυτόν, ενέργειες τις οποίες δεν μπορεί κατά κανένα τρόπο να επηρεάσει. Η αντίθετη εκδοχή, ότι, δηλαδή, 60 ημέρες από την κατάθεση της αγωγής πρέπει να γίνει και η πραγματική επίδοση του δικογράφου στον κάτοικο χώρας της Ευρωπαϊκής Ένωσης αντίκειται στο προαναφερθέν, αυξημένης τυπικής ισχύος, άρθρο 13 παρ. 2 του, ως άνω, Κανονισμού, το οποίο δεν μπορεί να καταργηθεί με κοινό νόμο και επιβάλλει να ληφθεί υπόψη η ημερομηνία, που καθορίζεται από το δίκαιο της Ελλάδας, όπου πρέπει να διενεργηθεί η επίδοση εντός της τακτής προθεσμίας των 60 ημερών του άρθρου 215 παρ.2 ΚΠολΔ. Σε κάθε δε περίπτωση, η ανωτέρω ερμηνευτική εκδοχή αντίκειται στο δικαίωμα παροχής έννομης προστασίας του άρθρου 20 παρ. 1 του Συντάγματος και στο δικαίωμα στη χρηστή απονομή της δικαιοσύνης του άρθρου 6 παρ. 1 της έχουσας επίσης την αυξημένη τυπική ισχύ του άρθρου 28 παρ. 1 του Συντάγματος Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), αφού κατά τη στάθμιση των εκατέρωθεν συμφερόντων του ενάγοντος και του αντιδίκου του επιβάλλει στον πρώτο, ο οποίος δεν έχει απολύτως κανένα έλεγχο της διαδικασίας ολοκλήρωσης της επίδοσης μετά την επίδοση της αγωγής στον εισαγγελέα, την κύρωση για σφάλματα ή ολιγωρίες της αλλοδαπής αρχής, να θεωρηθεί η αγωγή ως μη ασκηθείσα, εάν δεν γίνει και η πραγματική επίδοση στην αλλοδαπή χώρα 60 ημέρες μετά την κατάθεση του δικογράφου (βλ. σχετ. ΑΠ 1181/2022, ΤΝΠ Νόμος).

Με τον πρώτο λόγο της έφεσης, οι εκκαλούντες παραπονούνται ότι η εκκαλουμένη, εσφαλμένα ερμηνεύοντας και εφαρμόζοντας το άρθρο 134 παρ.1 ΚΠολΔ, έκρινε ότι έλαβε χώρα νόμιμη επίδοση της από 10.1.2019 αγωγής καθώς και της κλήσης με την οποία οι ενάγοντες επανέφεραν αυτήν προς συζήτηση ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, με πλασματική επίδοση των ανωτέρω δικογράφων προς τον αρμόδιο Εισαγγελέα Πρωτοδικών Πειραιά. Ωστόσο σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στην αμέσως προηγούμενη νομική σκέψη, η προβλεπόμενη από το άρθρο 215 παρ. 2 ΚΠολΔ, προθεσμία των εξήντα (60) ημερών πριν από τη συζήτηση αγωγής, για την κλήτευση των διαδίκων, πρέπει, εναρμονιζόμενη με το άρθρο 9 παρ. 2 Καν 1393/2007 και, πλέον, με το άρθρο 13 παρ. 2 Καν 1784/2020, να υπολογίζεται από την επίδοσή της στον εισαγγελέα (άρθρα 134 παρ. 1,136 ΚΠολΔ), εφόσον δεν είναι εφικτό να προβλεφθεί ο χρόνος της πραγματικής επίδοσης του δικογράφου ούτε οι ενάγουσες πρέπει να επιβαρυνθούν με την αυξημένη υποχρέωση τήρησης της ανωτέρω σύντομης προθεσμίας, εντός της οποίας η αγωγή πρέπει να επιδοθεί στους εναγομένους, αφού πρόκειται για σειρά ενεργειών άλλων αρμοδίων προσώπων για την έγκυρη διαβίβαση της αγωγής στην χώρα κατοικίας των εναγομένων και την έγκαιρη επίδοση σε αυτούς, που εκφεύγει απολύτως από την σφαίρα επιρροής τους. Επομένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε ότι η επίδοση της από 10.1.2019 αγωγής συντελέστηκε με την επίδοση του δικογράφου αυτής στον αρμόδιο Εισαγγελέα Πρωτοδικών Πειραιά, όπως προκύπτει από τις υπ’αριθ. ……/29.1.2019 και …../29.1.2019 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Πειραιά ………….., ορθά το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε. Σε κάθε περίπτωση πάντως ο λόγος αυτός προβάλλεται αλυσιτελώς καθόσον οι εναγόμενοι παραστάθηκαν προσηκόντως κατά τη συζήτηση της αγωγής τους ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δια του πληρεξουσίου δικηγόρου τους ………….., δυνάμει της από 15.5.2019 εξουσιοδότησης και κατέθεσαν νομίμως και εμπροθέσμως τις προτάσεις τους προβάλλοντας τους ισχυρισμούς τους. Οσον αφορά την επίδοση της από 17.5.2021 κλήσης με την οποία οι καλούσες – ενάγουσες επανέφεραν, προς συζήτηση την αγωγή τους ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, αυτή νομίμως επιδόθηκε στον ως άνω δικαστικό πληρεξούσιο και αυτοδικαίως αντίκλητο των εναγομένων – εκκαλούντων, …………., δικηγόρο Αθηνών (βλ. σχετ. υπ’αριθ. …../18.5.2021 και ……/18.5.2021 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Πειραιά ……………….) κατά τα αναφερθέντα στην υπό στοιχ Ι νομική σκέψη. Επομένως ο ερευνώμενος (πρώτος) λόγος της έφεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

ΙΙΙ. Σύμφωνα με το άρθρο 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, για να είναι ορισμένη η αγωγή ώστε να μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο της δικαστικής επιλύσεως της διαφοράς που έχει ανακύψει μεταξύ των διαδίκων, πρέπει να περιέχει: α) σαφή έκθεση των γεγονότων που κατά το νόμο θεμελιώνουν και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και γ) ορισμένο και συγκεκριμένο αίτημα. Όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχονται τα προαναφερθέντα στοιχεία ή αυτά περιέχονται με ασάφεια ή είναι ελλιπή, ενόψει του ότι η έλλειψη αυτή δεν μπορεί να συμπληρωθεί με τις προτάσεις, ούτε με παραπομπή σε άλλα έγγραφα, ούτε από την εκτίμηση των αποδείξεων, καθίσταται μη νομότυπη η άσκηση της αγωγής, κατά συνέπεια, αυτή (αγωγή) να είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας. Το ανωτέρω απαράδεκτο ερευνάται και αυτεπαγγέλτως, διότι ανάγεται στην προδικασία (ΑΠ 515/2016, ΑΠ 540/2016, ΑΠ 1067/2014). Η έκθεση στο δικόγραφο της αγωγής των πραγματικών περιστατικών, τα οποία πρέπει να είναι όσα είναι νομικώς ικανά και αναγκαία για τη θεμελίωση του δικαιώματος, του οποίου η προστασία ζητείται, πρέπει να γίνεται με τέτοια σαφήνεια, ώστε να εξατομικεύουν την επίδικη έννομη σχέση και να μην καταλείπεται αμφιβολία περί της αξιώσεως, η οποία απορρέει από αυτά, είναι δε απαραίτητη για να υπάρχει η δυνατότητα, το μεν δικαστήριο να κρίνει τη νομική βασιμότητα της αγωγής και να διατάξει τις δέουσες αποδείξεις, ο δε εναγόμενος να μπορεί να αμυνθεί κατά της αγωγικής αξίωσης που θεμελιώνεται επ’ αυτών με ανταπόδειξη ή ένσταση (ΑΠ 1291/2022, ΑΠ 5/2020, ΑΠ 46/2020, ΑΠ 1175/2020, ΑΠ 1424/2017). Το δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη την ιστορική βάση της αγωγής και το υποβαλλόμενο αίτημα και εφαρμόζοντας αυτεπαγγέλτως το νόμο, προσδίδει στα περιστατικά, που αναφέρονται σε αυτή, τον κατάλληλο νομικό χαρακτηρισμό και υπάγει τον προβαλλόμενο ισχυρισμό στην, κατά την κρίση του, εφαρμοστέα διάταξη, για να διαγνώσει την ύπαρξη ή μη της επίδικης έννομης σχέσης ή έννομης συνέπειας (δικαιώματος-υποχρέωσης). Ως ιστορική βάση της αγωγής, κατά το άρθρο 216 παρ. 1α’ ΚΠολΔ νοείται το σύνολο των γεγονότων, τα οποία θεμελιώνουν την αγωγή και χωρίς την επίκληση των οποίων δεν είναι εφικτή η διάγνωση της επίδικης έννομης σχέσης. Η πληρότητα ή μη του δικογράφου της αγωγής, ως προς την έκθεση των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την ιστορική βάση αυτής, εκτιμάται κυριαρχικώς από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 1291/2022, ΑΠ 46/2020, ΑΠ 1175/2020).

ΙV. Κατά τη διάταξη του άρθρο 914 του ΑΚ, όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, σύμφωνα με όσα ορίζονται στα άρθρα 297 και 298 ΑΚ. Από τη διάταξη αυτή, προκύπτει ότι, για να υπάρχει αδικοπραξία και συνεπώς υποχρέωση του δράστη να αποζημιώσει τον παθόντα απαιτούνται : α) ζημία κάποιου, β) η ζημία αυτή να προξενήθηκε από το δράστη παρανόμως, γ) ο ζημιώσας να βρίσκεται σε υπαιτιότητα, δ) η παράνομη συμπεριφορά του υπαιτίου να οφείλεται σε πράξη ή παράλειψη αυτού και ε) να υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της ζημιογόνου πράξης ή παράλειψης και της ζημίας που επήλθε. Η κατά το άρθρο 914 ΑΚ παράνομη συμπεριφορά, που αποτελεί μία από τις προϋποθέσεις αποζημίωσης από αδικοπραξία, μπορεί να συνίσταται σε υπαίτια πράξη ή παράλειψη από δόλο ή αμέλεια του δράστη κατά την έννοια του 330 ΑΚ. Αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της πράξης ή παράλειψης υφίσταται, όταν η πράξη αυτή, καθ’ όν χρόνο και υφ’ όρους έλαβε χώρα, ήταν ικανή κατά την ανθρώπινη λογική και τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων να επιφέρει την προσγενόμενη ζημία. Η υποχρέωση για αποζημίωση από αδικοπραξία υφίσταται και στην περίπτωση κατά την οποία, ο παρά το νόμο ζημιώσας άλλον υπόκειται σε ποινικές κυρώσεις για την παρ’ αυτού τελεσθείσα ζημιογόνο πράξη ή παράλειψη, υπό την προϋπόθεση, ότι η κατ’ αυτόν τον τρόπο παραβιασθείσα διάταξη έχει τεθεί για προστασία όχι μόνο του γενικού, αλλά και του ατομικού συμφέροντος, όπως είναι η αξιόποινη πράξη της υπεξαίρεσης (ΑΠ 2039/2014). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 919 ΑΚ, όποιος με πρόθεση ζημίωσε άλλον, κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη, έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει. Με τη διάταξη αυτή, που αποτελεί απαραίτητο συμπλήρωμα της διατάξεως του άρθρου 914 ΑΚ, ανάγεται σε αυτοτελή αδικοπραξία, που τίκτει υποχρέωση προς αποζημίωση, καθώς επίσης και προς καταβολή χρηματικής ικανοποιήσεως, λόγω ηθικής βλάβης, η κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη συμπεριφορά του υπαιτίου, εφόσον αυτή έγινε με πρόθεση επαγωγής ζημίας. Ως κριτήριο των χρηστών ηθών, η έννοια των οποίων είναι νομική, χρησιμεύουν οι ιδέες του εκάστοτε κατά τη γενική αντίληψη χρηστώς και με φρόνηση σκεπτόμενου μέσου κοινωνικού ανθρώπου (ΟλΑΠ 10/1991). Στην περίπτωση που η κρινόμενη συμπεριφορά σχετίζεται με ορισμένη κατηγορία συναλλαγών και συναλλασσομένων, οι αντίστοιχες, στην κατηγορία αυτή των συναλλασσομένων, κρατούσες αντιλήψεις, λαμβάνονται υπόψη, εκτός αν, κατά το κοινό συναίσθημα του πιο πάνω κοινωνικού ανθρώπου, δεν συμβιβάζονται με την κοινωνική ηθική. Προκειμένου να κριθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συμπεριφοράς υπάρχει αντικειμενική αντίθεση, με την πιο πάνω έννοια, προς τα χρηστά ήθη (την οποία δεν αποκλείει η ύπαρξη σχετικού δικαιώματος ή ευχέρειας) συνεκτιμώνται τα κίνητρα, ο σκοπός του υποκειμένου της συμπεριφοράς, το είδος των μέσων που χρησιμοποιήθηκαν για την επίτευξη του σκοπού, έστω και θεμιτού και όλες οι λοιπές περιστάσεις πραγματώσεως της συμπεριφοράς, θετικής ή αρνητικής (ΟλΑΠ 398/1975). Όσον αφορά την πρόθεση, δεν απαιτείται ο ζημιώσας να ενήργησε με τον αποκλειστικό σκοπό να βλάψει τον άλλον (άμεσος δόλος), αλλά αρκεί και η περί της επελθούσας ζημίας θέλησή του, ότι δηλαδή προέβλεψε ως ενδεχόμενη την πρόκληση ζημίας από τη συμπεριφορά του και παρόλα αυτά δεν απέσχε από την πράξη ή την παράλειψη, από την οποία επήλθε η ζημία. Αδικοπραξία, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 914 ΑΚ αποτελεί και η παράνομη ιδιοποίηση χρημάτων που περιήλθαν οπωσδήποτε στην κατοχή του δράστη (άρθρο 375 ΠΚ), όταν δηλαδή ο υπαίτιος ιδιοποιείται παράνομα ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο ή του το έχουν εμπιστευθεί, λόγω ανάγκης ή λόγω της ιδιότητας του ως εντολοδόχου, επιτρόπου ή κηδεμόνα του παθόντος ή μεσεγγυούχου ή διαχειριστή ξένης περιουσίας (ΑΠ 1110/20, ΑΠ 2258/2014, ΑΠ 28/2010, ΑΠ 1441/2010). Κατά τη διάταξη αυτή, η αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της υπεξαιρέσεως συνίσταται στην παράνομη ιδιοποίηση του πράγματος, που είναι κάθε ενέργεια ή παράλειψη του δράστη, η οποία καταδηλώνει τη θέληση αυτού να εξουσιάζει και διαθέτει το πράγμα σαν να είναι κύριος, η δε υποκειμενική, στην ύπαρξη του δόλου που ενέχει τη γνώση ότι το πράγμα είναι ξένο (ολικά ή εν μέρει), ανήκει δηλαδή κατά κυριότητα σε άλλον, καθώς και την θέληση να ιδιοποιηθεί το πράγμα παράνομα, χωρίς τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη (ΑΠ 487/2017). Ως εμπίστευση, νοείται η παράδοση ή άφεση της κατοχής του πράγματος σε πρόσωπο που έχει τις προαναφερόμενες ιδιότητες, οι οποίες παρέχουν στον ιδιοκτήτη την προσδοκία ότι η κατοχή θα ασκηθεί για λογαριασμό του και ότι το πράγμα θα αποδοθεί σ’ αυτόν. Ο εντολοδόχος νοείται κατά τις διατάξεις των άρθρων 713 επ. ΑΚ, δηλαδή πρέπει μεταξύ αυτού και του παθόντος να υπάρχει σύμβαση εντολής. Ενώ ως διαχειριστής ξένης περιουσίας νοείται εκείνος που ενεργεί (όχι απλώς υλικές αλλά) νομικές διαχειριστικές πράξεις με εξουσία αντιπροσώπευσης του παθόντος, την οποία αντλεί από τον νόμο ή από σύμβαση. Επιπλέον απαιτείται το πράγμα να περιήλθε στην κατοχή του λόγω της ιδιότητας του ως διαχειριστή ξένης περιουσίας. Διαχειριστής ξένης περιουσίας μπορεί να είναι και εκείνος που εν τοις πράγμασι (de facto) ασκεί διαχείριση [ΕΠ 606/2023 Ιστοσελίδα Εφετείου Πειραιώς]. Από την προαναφερομένη διάταξη του άρθρου 375 ΠΚ, προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση αντικειμενικά της υπεξαιρέσεως απαιτείται παράνομη ιδιοποίηση ξένου εν όλω ή εν μέρει κινητού πράγματος, που έχει περιέλθει στην κατοχή του δράστη με οποιοδήποτε τρόπο. Στην έννοια δε του κινητού πράγματος συμπεριλαμβάνονται και τα χρήματα και κατ΄επέκταση και τα λογιστικά χρήματα υπό ποινική έννοια και επομένως επ΄αυτών, υπάρχει όχι μόνον κατοχή αλλά και κυριότητα. Η έννοια δε της κατοχής με την ποινική πάντοτε έννοια διαφέρει της αντιστοίχου εννοίας του αστικού δικαίου και συνίσταται στην πραγματική σχέση που καθιστά δυνατή, κατά τις κοινωνικές αντιλήψεις των συναλλαγών, την εξουσίαση του πράγματος από τον δράστη κατά την βούλησή του (Ολ.ΑΠ. 1093/1991, Π.Χ. ΜΒ/39, Ανδρουλάκη, Π.Χ. ΜΕ/688, Συμεωνίδου-Καστανίδου, Υπερ. 1998 σελ. 943, Σπινέλλη, Π.Χ. ΜΣΤ/430). Επί πλέον στην έννοια του ξένου κινητού πράγματος περιλαμβάνεται και η εταιρική κινητή περιουσία, καθώς και τα διανεμητέα στους εταίρους κατά τον λόγο των μερίδων τους εταιρικά κέρδη (ΕφΠειρ 14/2024, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 71 AK: “Το νομικό πρόσωπο ευθύνεται για τις πράξεις ή τις παραλείψεις των οργάνων που το αντιπροσωπεύουν, εφόσον η πράξη ή η παράλειψη έγινε κατά την εκτέλεση των καθηκόντων που τους είχαν ανατεθεί και δημιουργεί υποχρέωση αποζημίωσης. Το υπαίτιο πρόσωπο ευθύνεται επιπλέον εις ολόκληρον”. Από την ανωτέρω διάταξη, σε συνδυασμό και με αυτές των διατάξεων των άρθρων 65 παρ.1 και 67 του ΑΚ, σύμφωνα με τις οποίες, αντίστοιχα, “το νομικό πρόσωπο διοικείται από ένα ή περισσότερα πρόσωπα” και “όποιος έχει τη διοίκηση νομικού προσώπου, φροντίζει τις υποθέσεις του και το αντιπροσωπεύει δικαστικά και εξώδικα.,.”, συνάγονται τα ακόλουθα: 1) Οι νόμιμες υποχρεώσεις γενικώς των νομικών προσώπων για πράξη ή παράλειψη ουσιαστικώς αφορούν τα διοικούντα και εκπροσωπούντα αυτά όργανα, ήτοι τα φυσικά πρόσωπα δια των οποίων διεξάγονται οι υποθέσεις τους και ενσαρκώνεται η βούληση τους (ΑΠ 1885/2014, ΑΠ 641/2011), 2) Εφόσον τα διοικούντα και εκπροσωπούντα το νομικό πρόσωπο όργανα, παραβιάσουν υπαιτίως με πράξη ή παράλειψη κανόνα που επιβάλλει επιταγή ή απαγόρευση στο νομικό πρόσωπο, τότε ευθύνονται και αυτά προσωπικά από αδικοπραξία. Εξομοιώνεται δηλαδή η υπαίτια παράβαση από τα όργανα αυτά νόμιμης υποχρέωσης του νομικού προσώπου με υπαίτια παράβαση ίδιας νόμιμης υποχρέωσης ( ΑΠ 263/2021, ΑΠ 88/2018, ΑΠ 1723/2014). Κατά συνέπεια, τα διοικούντα και εκπροσωπούντα το νομικό πρόσωπο όργανα φέρουν προσωπική αδικοπρακτική ευθύνη για τις υπαίτιες παραβάσεις νομίμων υποχρεώσεων τόσο των ιδίων, όσο και των νομικών προσώπων (ΑΠ 263/2021, ΑΠ 253/2013). Δεδομένου δε, ότι η υπαιτιότητα, η οποία ορίζεται ως “η επιλήψιμη ψυχική κατάσταση ενός προσώπου απέναντι στην παράνομη εξωτερική συμπεριφορά του” προσήκει μόνο σε φυσικά πρόσωπα, το νομικό πρόσωπο δεν αδικοπρακτεί, αλλά ευθύνεται για την αδικοπραξία των οργάνων του, κατ` άρθρο 71 ΑΚ (ΑΠ 263/2021), 3) Σε περίπτωση αδικοπρακτικής ευθύνης του νομικού προσώπου, δεν απαιτείται εξειδίκευση των επιμέρους αρμοδιοτήτων και της προσωπικής στάσεως εκάστου μέλους της διοικήσεως για την κατ` αρχήν θεμελίωση της δικής του υποχρεώσεως προς αποζημίωση του βλαβέντος εκ του αδικήματος και 4) Το μέλος της διοικήσεως δύναται να επικαλεσθεί με ένσταση (την οποία και βαρύνεται να αποδείξει), ότι για ειδικούς λόγους δεν είναι προσωπικώς υπαίτιο για την διάπραξη του αδικήματος και την εντεύθεν ζημία του παθόντος, για την οποία ευθύνεται το νομικό πρόσωπο (ΑΠ 91/2025, ΑΠ 263/2021, ΑΠ 627/2009 διαθέσιμες στην ιστοσελίδα του ΑΠ). Ενόψει των ανωτέρω, όταν κατά τις περί εντολής, διατάξεις, ο εντολέας ζητεί από τον εντολοδόχο να του αποδώσει τα χρήματα που ο τελευταίος απέκτησε από την εκτέλεση της εντολής, επικαλούμενος αδικοπρακτική ευθύνη του εντολοδόχου, τελεσθείσα με υπεξαίρεση των χρημάτων πρέπει, σύμφωνα με τις άνω διατάξεις, για την πληρότητα της ιστορικής βάσης της αγωγής, να αναφέρονται σ` αυτή τα προσδιοριστικά της σχέσης της εντολής, στοιχεία, ήτοι η σύμβαση της εντολής, το περιεχόμενό της και το είδος της υπόθεσης που ανατέθηκε στον εντολοδόχο, ειδικότερα δε ότι ο τελευταίος ενήργησε στο όνομα και για λογαριασμό του εντολέα του, καθώς και ό,τι ο εντολοδόχος απέκτησε από την εκτέλεση της εντολής, όπως τα χρήματα που εισέπραξε με την υποχρέωση απόδοσής τους στον εντολέα, η μη απόδοση των οποίων και η ιδιοποίηση τους τους από τον τελευταίο συνιστά παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του (υπεξαίρεση) και θεμελιώνει υποχρέωση αποζημίωσης από αδικοπραξία (ΑΠ 141/2023, δημ. Νόμος, με αναφορά σε ΑΠ 404/2020, ΑΠ 192/2016, ΑΠ 185/2015, ΑΠ 1675/2014).

V. Η διάταξη του άρθρου 7 παρ. 2 του Κανονισμού (ΕΕ) 1215/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 12ης Δεκεμβρίου 2012, για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, ταυτίζεται με εκείνο του άρθρου 5, σημείο 3, του κανονισμού (ΕΚ) 44/2001 του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 2000, για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, ο οποίος καταργήθηκε με τον κανονισμό 1215/2012 (άρθρο 80 αυτού) και αντιστοιχεί στο άρθρο 5, σημείο 3, της συμβάσεως Βρυξελλών της 27ης Σεπτεμβρίου 1968, για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση των αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, που είχε κυρωθεί με τον ν. 1814/1988. Με την άνω διάταξη (άρθρο 7 παρ. 2) του κανονισμού 1215/2012, κατά παρέκκλιση προς την γενική αρχή περί της εναγωγής ενώπιον των δικαστηρίων των κρατών μελών όπου ο εναγόμενος έχει την κατοικία του, ανεξάρτητα από την ιθαγένειά του (άρθρο 4 παρ. 1 του κανονισμού), ορίζεται ότι «Πρόσωπο που έχει την κατοικία του σε κράτος μέλος μπορεί να εναχθεί σε άλλο κράτος μέλος: 1α…2 ως προς τις ενοχές εξ αδικοπραξίας ή οιονεί αδικοπραξίας, ενώπιον του δικαστηρίου του τόπου όπου συνέβη ή ενδέχεται να συμβεί το ζημιογόνο γεγονός». Συνεπώς στις διαφορές από αδικοπραξία ή οιονεί αδικοπραξία ο ενάγων μπορεί να επιλέξει να εναγάγει τον εναγόμενο σε τόπο διαφορετικό από την κατοικία του τελευταίου, στον τόπο που συνέβη το ζημιογόνο γεγονός. Τούτο διότι υπάρχει στενός σύνδεσμος μεταξύ της διαφοράς και του δικαστηρίου, που μπορεί να κληθεί να επιληφθεί αυτής, προς το σκοπό της αποτελεσματικής εκδίκασης της υπόθεσης και της οικονομίας της δίκης. Η έννοια της ενοχής από αδικοπραξία ή οιονεί αδικοπραξία, καθορίζεται με αυτόνομα (κοινοτικά) κριτήρια και περιλαμβάνει κάθε απαίτηση, με την οποία τίθεται ζήτημα ευθύνης του εναγομένου και δεν αφορά «διαφορές από σύμβαση» κατά την έννοια του άρθρου 5 σημ. 1 της Σύμβασης Βρυξελλών. Έτσι υπό την έννοια της αδικοπραξίας εμπίπτουν διάφοροι τύποι αδικημάτων, όπως είναι τα αυτοκινητικά ατυχήματα, βλάβες του περιβάλλοντος, βλάβες από ελαττωματικά προϊόντα, προσβολή του γενικού δικαιώματος της προσωπικότητας κ.ά. Η δε έκφραση «τόπος, όπου συνέβη το ζημιογόνο γεγονός», κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, δηλώνει τόσο τον τόπο όπου συνέβη το γενεσιουργό της ζημίας γεγονός, όσο και τον τόπο όπου επήλθε η ζημία. Και οι δύο αυτοί τόποι μπορούν, αναλόγως των περιστάσεων, να παράσχουν ιδιαιτέρως χρήσιμα στοιχεία όσον αφορά τη διεξαγωγή της αποδεικτικής διαδικασίας και την οργάνωση της δίκης. Για τον προσδιορισμό του «τόπου επέλευσης της ζημίας» έχει σημασία ο καθορισμός της «ζημίας», που είναι ληπτέα υπόψη. Ως «ζημία» νοείται η βλάβη της περιουσίας ή του προσώπου του ενάγοντος, η οποία τελεί σε άμεση και αιτιώδη συνάφεια προς το ζημιογόνο γεγονός, δηλαδή την παράνομη συμπεριφορά, η οποία αποδίδεται στον εναγόμενο – όχι δε η έμμεση ή η απώτερη ή η από αντανάκλαση ζημία, που υποστηρίζει, ότι υφίσταται ο ενάγων. Κατά συνέπεια «ο τόπος, στον οποίο επήλθε η ζημία», είναι ο τόπος στον οποίο το ζημιογόνο γεγονός προκάλεσε απ` ευθείας σε βάρος του αμέσως ζημιωθέντος τα ζημιογόνα αποτελέσματα. Συνακόλουθα, αν εκτός από τον τόπο στον οποίο εμφανίσθηκε η ζημία (τόπος, όπου εμφανίσθηκε η πρώτη υλική της εκδήλωση) στη συνέχεια επήλθε περαιτέρω ζημία, που αποτελεί τη συνέπεια της αρχικής επελθούσας ζημίας σε άλλο τόπο, που ανήκει σε άλλο συμβαλλόμενο κράτος, ο τελευταίος δεν θεμελιώνει διεθνή δικαιοδοσία των δικαστηρίων του κράτους αυτού και στερείται επομένως, από την άποψη αυτή, αυτοτελώς σημασίας, ο τόπος στον οποίο επήλθε μία περαιτέρω ζημία. (ΔΕΚ C-194/2016, C- 618/2015, C-47/2014 ΤΝΠ Νόμος, ΔΕΚ C-364/1993 ΕλλΔ/νη 1997/1684, ΑΠ 246/2016, 1027, 711/2011 ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 1865/2009, ΕλλΔ/νη 2012/728 ΑΠ 18/2006 ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 1551/2003 ΕλλΔ/νη 2004/421).

VΙ. Κατά το άρθρο 10 ΑΚ, η έδρα του νομικού προσώπου προσδιορίζει το δίκαιο που διέπει την ικανότητά του. Το ίδιο αυτό δίκαιο ρυθμίζει, μεταξύ άλλων, τις προϋποθέσεις συστάσεως του νομικού προσώπου, την έναρξη και την έκταση της ικανότητας δικαίου, τη λύση του, την επωνυμία, τη διαχείριση, την αντιπροσωπευτική εξουσία και την ευθύνη των οργάνων του. Ως συνδετικό στοιχείο στον κανόνα του άρθρου 10 ΑΚ νοείται η πραγματική έδρα διοικήσεως του νομικού προσώπου και όχι η καταστατική. Η έδρα του, επομένως, βρίσκεται στον τόπο στον οποίο είναι εγκατεστημένα τα όργανα που κινητοποιούν τον οργανισμό του νομικού προσώπου και από τον οποίο εκπορεύονται οι εντολές τους, καθώς και εκείνος στον οποίο συντελούνται οι σπουδαιότερες εκδηλώσεις της υποστάσεως του νομικού προσώπου, όπου δηλαδή ασκείται πραγματικά η διοίκησή του, λαμβάνονται οι βασικές για την λειτουργία του αποφάσεις και διαμορφώνεται η επιχειρηματική του πολιτική (ολΑΠ 461/1978 ΝοΒ 1979.211, ΑΠ 1699/2016 τ.ν.π. Nomos [ποινική απόφαση], ΑΠ 201/2014 ΕΕμπΔ 2014.627, ΤΕΠ 701/2013 ΕΝΔ 2013.100, ΜΕΠ 149/2015 ΔΕΕ 2015.1025, Λ. Αθανασίου, σημείωμα στην ΕΑ 3865/1998 ΔΕΕ 1999.729, βλ. και Π. Γέσιου – Φαλτσή, Η έδρα των νομικών προσώπων κατά τα άρθρα 60 & 1 Καν. 44/2001, 10 ΑΚ και 25 ΚΠολΔ – Υποκειμενικά όρια δεδικασμένου και εκτελεστότητας ενδοκοινοτικής αποφάσεως κατά «εν τοις πράγμασι» ομόρρυθμης εταιρείας με πραγματική έδρα στην Ελλάδα, γνμδ σε ΕΠολΔ 2012/36 επομ. [39], την ίδια, Υποκειμενικά όρια της εκτελεστότητας των αλλοδαπών αποφάσεων κατά εταιρειών που στο ελληνικό δίκαιο εξομοιώνονται με ομόρρυθμες, σε ΕΑ 2012.1035 επ. [1038]). Η νομική προσωπικότητα μιας εταιρείας αναγνωρίζεται από την ελληνική έννομη τάξη όταν η διοίκησή της λειτουργεί εντός των τοπικών ορίων της καταστατικής της έδρας ( Η μέθοδος αναγνώρισης νομικών καταστάσεων στο Ιδιωτικό Διεθνές και Ευρωπαϊκό Δίκαιο, 2015, αρ. 661, σελ. 326). Εάν, αντιθέτως, μια εταιρεία δεν συστήθηκε σύμφωνα με το δίκαιο του τόπου της πραγματικής της έδρας ή μετά τη σύστασή της οι βασικές για τη λειτουργία της αποφάσεις λαμβάνονται πλέον σε άλλη επικράτεια, υπάγεται στο εξής στις ρυθμίσεις του εταιρικού δικαίου που ισχύουν στο κράτος της νέας εγκατάστασής της, το οποίο και προσδιορίζει έκτοτε αν η εταιρεία μπορεί να λειτουργήσει στην Ελλάδα με τη νομική μορφή που απέκτησε με την έγκυρη κατά το δίκαιο του τόπου της καταστατικής της έδρας σύστασή της, δηλαδή αν η νομική της προσωπικότητα αναγνωρίζεται και αν εξακολουθεί υφιστάμενη. Κατά συνέπεια, η εξ υπαρχής λειτουργία της διοίκησης της εταιρείας σε τόπο διαφορετικό από εκείνον της έδρας που αναφέρεται στο καταστατικό της ή η μεταγενέστερη μεταφορά της πραγματικής έδρας της σε άλλο κράτος, στο δικαιϊκό σύστημα του οποίου ισχύει και εφαρμόζεται η θεωρία της πραγματικής έδρας, συνεπάγεται την απώλεια της ικανότητας δικαίου της αλλοδαπής εταιρείας και, σε κάθε περίπτωση, την απώλεια του εταιρικού τύπου που έχει επιλεγεί από τους ιδρυτές της στο κράτος ίδρυσης, με αποτέλεσμα η διαφοροποίηση της πραγματικής από την καταστατική έδρα να αποτελεί λόγο λύσης της εταιρείας κατά το δίκαιο του κράτους υποδοχής, που είτε δεν της αναγνωρίζει νομική προσωπικότητα αν δεν λυθεί και επανασυσταθεί κατά τους όρους της δικής του εμπορικής (εταιρικής) νομοθεσίας είτε, αν έχουν τηρηθεί οι όροι σύστασης μόνον του δικαίου της καταστατικής έδρας αλλά η εταιρεία έχει λειτουργήσει με τους τρίτους ως εταιρικό μόρφωμα (ΑΠ 794/2008 ΧρΙΔ 2009.75), την αντιμετωπίζει ως εν τοις πράγμασι εταιρεία (Το τέλος της θεωρίας της έδρας και η επικράτηση της θεωρίας της ίδρυσης στο κοινοτικό δίκαιο, ΔΕΕ 2003.393, Ελευθερία εγκατάστασης νομικών προσώπων στο κοινοτικό δίκαιο ΔΕΕ 1999.1118 [1122]). Έτσι, αν διαπιστωθεί ότι η πραγματική έδρα μιας κατά μετοχές εταιρείας, που έχει καταστατική έδρα σε άλλο κράτος, βρίσκεται στην Ελλάδα, χωρίς να έχουν τηρηθεί οι διατυπώσεις ιδρύσεως (συστάσεως και δημοσιότητας) που προβλέπει το ελληνικό δίκαιο για τον συγκεκριμένο εταιρικό τύπο, τότε η ανώνυμη αυτή εταιρεία είναι άκυρη (ΑΠ 335/2001 ΔΕΕ 2001.608, με εισαγωγικό σημείωμα Κ. Παμπούκη) και, αν λειτούργησε, θεωρείται (κατά μετατροπή σύμφωνα με το άρθρο 182 ΑΚ) ως «εν τοις πράγμασι» προσωπική (ομόρρυθμη) εμπορική εταιρεία (ΑΠ 975/1997 ΔΕΕ 1997.1083, Οι ναυτιλιακές «Εταιρείες ευκαιρίας» σαν εταιρίες «εν τοις πράγμασι», σε Δνη 1985/1106 επομ), διεπόμενη από το δίκαιο της πραγματικής έδρας της, δηλαδή το ελληνικό, το οποίο εφαρμόζεται σε όλη του την έκταση (ΕΠ 549/2006 ΔΕΕ 2006.1027) και ρυθμίζει όχι μόνο την ικανότητα δικαίου της εταιρείας αλλά το σύνολο των σχέσεών της και, ειδικότερα, τη διαχειριστική και εκπροσωπευτική εξουσία των οργάνων της, καθώς και την ευθύνη των εταίρων της (ΤΕΠ 269/2016, ΔΕΕ 2016.1536, ΤΕΠ 85/2014 τ.ν.π. Nomos) και των διαχειριστών της (ΤΕΠ 151/2016, τ.ν.π. Nomos). Η αποδοχή της πραγματικής έδρας ως στοιχείου προσδιοριστικού του εφαρμοστέου δικαίου διευρύνει κατ` αποτέλεσμα τη δυνατότητα κρατικού ελέγχου της δραστηριότητας του νομικού προσώπου και παρέχει εχέγγυα πληρέστερης προστασίας των μετόχων της μειοψηφίας αλλά και των τρίτων (δανειστών της εταιρείας και εργαζομένων της) (ΕφΠειρ 14/2024, ο.π).

Mε τον δεύτερο λόγο της έφεσης, οι εκκαλούντες παραπονούνται ότι η κρινόμενη αγωγή πάσχει από αοριστία που εντοπίζεται ειδικότερα στο ότι οι ενάγουσες αναφέρουν στη σελίδα 22 της αγωγής τους, γενικώς και αορίστως περί της κύριας εγκατάστασης και κεντρικής τους διοίκησης στην Αθήνα, χωρίς να προσδιορίζουν με ακρίβεια την έδρα αυτών και δυνάμει ποιών επιχειρηματικών δραστηριοτήτων προκύπτει ότι από αυτή την έδρα διοικούνταν πραγματικά η εταιρεία καθώς και ότι όλως αντιφατικώς επικαλούνται (στη σελ.2 της αγωγής) ότι μόνο η δεύτερη ενάγουσα διατηρούσε κάποια γραφεία στην Αττική σε χρόνο προγενέστερο της επίδικης υπόθεσης και δη από το έτος 2010 μέχρι το Σεπτέμβριο 2015. Επίσης με τον τέταρτο λόγο της έφεσης, κατά το δεύτερο σκέλος αυτού, οι εκκαλούντες παραπονούνται ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εσφαλμένα έκρινε ότι έχει διεθνή δικαιοδοσία για την εκδίκαση της διαφοράς, την οποία θεμελίωσε στη διάταξη του άρθρου 7 παρ.2 του Κανονισμού ΕΕ 1215/2012, δεχόμενο ότι ο τόπος επέλευσης της ζημίας από την, επικαλούμενη από τις ενάγουσες, αδικοπραξία, είναι η Ελλάδα και ειδικότερα η Αττική στην οποία διατηρούν την πραγματική τους έδρα και κατευθύνουν την επιχειρηματική τους δραστηριότητα, περίπτωση όμως που κατά τους εκκαλούντες δεν συντρέχει, καθώς ακόμη και εάν ήθελε κριθεί ότι υφίσταται ευθύνη τους από αδικοπραξία (αν και κατά τους ισχυρισμούς τους η καταχθείσα προς κρίση διαφορά τους με τις ενάγουσες συνιστά ενδοσυμβατική διαφορά και δη αθέτηση συμβατικής υποχρέωσης), η ζημία των εναγουσών δεν επήλθε στην Ελλάδα αφού οι πράξεις της πλαστογραφίας, της απάτης και της υπεξαίρεσης που αναφέρουν στην αγωγή συντελέστηκαν είτε στην Ιταλία, όπου καταρτίστηκε η φερόμενη ως πλαστογραφημένη από 8.2.2016 εξουσιοδότηση, είτε στην Αγγλία όπου έγινε χρήση αυτής από τους Αγγλους μεσίτες ασφαλειών για την είσπραξη της ασφαλιστικής αποζημίωσης από τις Αγγλικές ασφαλιστικές εταιρίες, ενώ αναφορικά με την δεύτερη ενάγουσα ισχυρίζονται ότι πρόκειται για ναυτική εταιρεία του Ν.27/1975 και ΑΝ 378/1968, όπου κατά το αρθρ. 1 του Ν.791/1978, διέπεται από το δίκαιο της χώρας της καταστατικής της έδρας (εν προκειμένω της Δημοκρατίας της Λιβερίας) και επομένως η υποκείμενη σχέση δεν υπάγεται στο ελληνικό δίκαιο. Οι ανωτέρω λόγοι τυγχάνουν απορριπτέοι ως αβάσιμοι διότι στο αγωγικό δικόγραφο γίνεται επαρκής μνεία για την πραγματική διοίκηση των εναγουσών στην Αθήνα και δεν είναι αναγκαίος ειδικότερος προσδιορισμός αυτής. Επίσης, από την επιτρεπτή στο παρόν δικονομικό στάδιο επισκόπηση των προσκομιζόμενων μετ’επικλήσεως από τις ενάγουσες εγγράφων και δη 1) από τα από 9.5.2019 και 15.5.2019 πιστοποιητικά διορισμού ΔΣ και αξιωματούχων των εναγουσών που έχουν εκδοθεί από τις αρμόδιες αρχές της Δημοκρατίας της Λιβερίας και από τα οποία αποδεικνύεται ότι τα Διοικητικά τους Συμβούλια αποτελούνται μόνο από Ελληνες διαμένοντες στην ημεδαπή και συγκεκριμένα στην Αττική, 2) από το γεγονός ότι η δεύτερη ενάγουσα διατηρούσε νόμιμα εγκατεστημένο γραφείο, σύμφωνα με τις διατάξεις των Α.Ν. 378/1968 και Ν.27/1995, δυνάμει της υπ’αριθ. 3122.1/4418/4/24782/10-12-2010 απόφασης των Υπουργών Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας – Θαλασσίων Υποθέσεων, Νήσων και Αλιείας, η οποία ανακλήθηκε με την υπ’αριθ. 3122.1/4418/11/24782/8-9-2015 απόφαση του Αναπληρωτή Υπουργού Οικονομίας, Υποδομών, Ναυτιλίας και Τουρισμού, 3) από το από 19.4.2016 ιδιωτικό συμφωνητικό εξόφλησης και συμβιβασμού μεταξύ των δύο πρώτων εναγουσών και των ασφαλιστών στο οποίο αναφέρεται ως διεύθυνση αυτών (εναγουσών) το ……. Αττικής (………..), 4) από την από 24.1.2017 επιστολή του πρώτου εναγομένου ως εκπροσώπου της δεύτερης προς τις δύο πρώτες ενάγουσες, με αναγραφόμενη έδρα αυτών την Αθήνα και 5) από τα από 30.4.2018 δύο έγγραφα της Λιβεριανής εταιρείας …… προς την τρίτη ενάγουσα με αναγραφόμενη διεύθυνση αυτής στη ….. Αττικής (……………), σαφώς προκύπτει ότι η πραγματική έδρα των εναγουσών βρίσκεται στην Ελλάδα, όπου λειτουργεί η κεντρική διοίκηση εκάστης, που εκφράζει τη βούληση και χαράσσει την επιχειρηματική της πολιτική, θεμελιούμενης ως εκ τούτου διεθνούς δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου ως προς αυτές σύμφωνα με το άρθρο 63 παρ.1 περ.β σε συνδ. με άρθρο 4 του Κανονισμού Βρυξέλλες Ια (1215/2012), τα όσα δε αντίθετα υποστηρίζονται από τους εκκαλούντες τυγχάνουν απορριπτέα. Επίσης οι ενάγουσες σαφώς θεμελιώνουν την ιστορική βάση της αγωγής τους στις περί αδικοπραξίας διατάξεις, αφού επικαλούνται παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά των εναγομένων από την οποία επήλθε η περιγραφόμενη ζημία τους και ειδικότερα ισχυρίζονται ότι ο πρώτος εναγόμενος, ως Πρόεδρος/διαχειριστής/διευθύνων σύμβουλος, νόμιμος εκπρόσωπος και μοναδικός μέτοχος/εταίρος της δεύτερης εναγομένης, μεσίτριας ασφαλίσεων, έχοντας εξουσιοδοτηθεί σχετικά από τις ενάγουσες προκειμένου να εισπράξει για λογαριασμό τους την ασφαλιστική αποζημίωση, από την επελθούσα ζημία του πλοίου GE (πλοιοκτησίας της πρώτης ενάγουσας, του οποίου τη διαχείριση κατά τον κρίσιμο χρόνο ασκούσε η δεύτερη ενάγουσα) και να την αποδώσει σε αυτές, ενήργησε υπαιτίως και με τρόπο που αντίκειται σε απαγορευτικό κανόνα δικαίου και υπεξαίρεσε τουλάχιστον το ποσό των 2.708.650 δολ. Η.Π.Α., το οποίο αν και όφειλε να πιστώσει σε λογαριασμό της τρίτης ενάγουσας, το ενσωμάτωσε στην περιουσία του παρανόμως, με σκοπό να εξοφλήσει υποχρεώσεις της εταιρείας του (δεύτερης εναγομένης), προκαλώντας στις ενάγουσες αντίστοιχη ζημία, ο δε ισχυρισμός των εναγομένων ότι η καταχθείσα προς κρίση υπόθεση αφορά αθέτηση συμβατικής υποχρέωσης συνιστά αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, η οποία θα αξιολογηθεί κατά την εκτίμηση των αποδείξεων. Επίσης η προβαλλόμενη με τους αγωγικούς ισχυρισμούς ζημία, η οποία επήλθε άμεσα στον τραπεζικό λογαριασμό των εναγουσών, παρήγαγε τα αποτελέσματά της στην Ελλάδα και συγκεκριμένα στην Αθήνα, όπου οι ενάγουσες, ως προαναφέρθηκε έχουν την πραγματική τους έδρα και ασκούν την πραγματική διοίκηση των υποθέσεών τους. Περαιτέρω με τον ίδιο (τέταρτο) λόγο της έφεσης, κατά το πρώτο σκέλος αυτού, οι εκκαλούντες – εναγόμενοι προβάλλουν ένσταση έλλειψης διεθνούς δικαιοδοσίας του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου ερειδόμενης στη διάταξη του άρθρου 7 παρ.3 του Κανονισμού ΕΕ 1215/2012, καθόσον κατά τους ισχυρισμούς τους, για την κρίση των περιγραφόμενων στην αγωγή, ως αξιόποινων, πραγματικών γεγονότων, για τα οποία έχει υποβληθεί από τις ενάγουσες, ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, η από 1.2.2018 έγκληση, δεν είναι κατά τόπο αρμόδια τα ελληνικά ποινικά δικαστήρια. Ο λόγος αυτός με τον οποίο δεν αποδίδεται σφάλμα στην εκκαλουμένη απόφαση, αφού σύμφωνα με το σκεπτικό της <<…η δωσιδικία της ποινικής δίωξης (άρθρο 7 παρ.3 του ως άνω Κανονισμού) που αναφέρουν επικουρικά οι ενάγουσες στο αγωγικό δικόγραφο δεν δύναται να εφαρμοσθεί, καθόσον αφορά το ποινικό Δικαστήριο της ποινικής δίωξης και όχι το πολιτικό όπως εν προκειμένω…>>, προβάλλεται αλυσιτελώς και είναι ως εκ τούτου απορριπτέος.

Περαιτέρω, η αγωγή είναι ορισμένη και νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 10, 67, 68, 71, 297, 298, 330, 340, 345, 346, 361, 713, 714, 719, 914 ΑΚ (και όχι στις περί ενδοσυμβατικής ευθύνης διατάξεις όπως αβασίμως ισχυρίζονται οι εναγόμενοι), 216 παρ.1,3, 375 παρ.2-1, 386 ΠΚ, Ν.1569/1983, 907, 908 παρ.1 περ,δ’ και 176 ΚΠολΔ, με την επισήμανση ότι η οφειλόμενη σε αλλοδαπό νόμισμα αποζημίωση, προς αποκατάσταση της ζημίας από αδικοπραξία, είναι απαιτητή μόνο σε ευρώ, με την ισοτιμία, που ίσχυε κατά το χρόνο της απώλειας, δηλαδή κατά το χρόνο επαγωγής της ζημίας (ΑΠ 497/2021, διαθέσιμη σε sakkoulas on line), ενώ όσον αφορά το αίτημα περί καταβολής τόκων, είναι νόμιμο μόνο για το χρονικό διάστημα από την επίδοση της αγωγής, διότι με αυτήν ζητείται αποζημίωση από αδικοπραξία (όχι από ενδοσυμβατική ενοχή) για την οποία ο οφειλέτης δεν κατέστη υπερήμερος από προηγούμενο χρόνο εφόσον δεν υπήρξε όχληση πριν από την επίδοση της αγωγής (ΑΠ 47/2006, διαθέσιμη σε sakkoulas on line).

VII. Κατά το άρθρο 523 § 1 και 2 ΚΠολΔ, ο εφεσίβλητος μπορεί, και αφού περάσει η προθεσμία της έφεσης, να ασκήσει αντέφεση ως προς τα κεφάλαια της απόφασης, που προσβάλλονται με την έφεση και ως προς εκείνα που συνέχονται αναγκαστικά με αυτά, και αν ακόμη αποδέχθηκε την απόφαση ή παραιτήθηκε από την έφεση. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό και με τη διάταξη του άρθρου 522 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η άσκηση της αντέφεσης, για να είναι παραδεκτή, πρέπει να βρίσκεται μέσα στα όρια του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης, αφού με την άσκησή της δεν μεταβιβάζεται στο σύνολό της η υπόθεση στο Εφετείο, αλλά μόνο κατά τα διαγραφόμενα από την έφεση όρια (ΟλΑΠ 10/2015,ΑΠ 359/2023). Η αντέφεση δεν είναι ένδικο μέσο, αλλά ιδιαίτερο ένδικο βοήθημα άμυνας του εφεσίβλητου, που παρέχει περιορισμένης έκτασης αντεπίθεση αυτού κατά του εκκαλούντα, για κεφάλαια που μεταβιβάστηκαν στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την έφεση και τα αναγκαίως με αυτά συνεχόμενα, χωρίς να επηρεάζονται τα κεφάλαια εκείνα που δεν μεταβιβάσθηκαν στο εφετείο. Η αντέφεση, επομένως, έχει παρεπόμενο χαρακτήρα σε σχέση με την έφεση και συνιστά σε σχέση με αυτή, ιδιαίτερη διαδικαστική πράξη, που διέπεται από τις σχετικές με αυτή διατάξεις (ΟλΑΠ 180/1979, ΑΠ 1513/2021,ΑΠ 135/2019). Ως κεφάλαιο κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 523 παρ. 1 ΚΠολΔ, όπως άλλωστε και κατά την ταυτόσημη έννοια του άρθρου 520 παρ. 2 ΚΠολΔ σε σχέση με τους πρόσθετους λόγους της έφεσης, είναι κάθε οριστική διάταξη της πρωτόδικης απόφασης που κρίνει για το παραδεκτό ή το βάσιμο κάθε αυτοτελούς αίτησης παροχής έννομης προστασίας, η οποία εισάγει αντίστοιχα ένα ιδιαίτερο αντικείμενο δίκης, διαφοροποιούμενο από τα λοιπά είτε ως προς το αίτημα, είτε ως προς την ιστορική βάση (ΑΠ 359/2023, ΑΠ 906/2021, ΑΠ 132/2004). Αντίθετα, πρόκειται για το αυτό αντικείμενο δίκης και επομένως για το αυτό κεφάλαιο της απόφασης, όταν υπάρχει ταύτιση τόσο ως προς το αίτημα όσο και ως προς την ιστορική βάση. Εξ άλλου, αναγκαίως συνεχόμενα με τα κεφάλαια της απόφασης που εφεσιβλήθηκαν είναι όσα από τα λοιπά κεφάλαιά της παρουσιάζουν προς τα πρώτα στενή συνάφεια είτε διότι βρίσκονται σε σχέση προδικαστικότητας προς αυτά, δηλαδή αφορούν προκριματικά για την παραδοχή τους ζητήματα, είτε διότι έχουν ως αντικείμενο δικαιώματα που απορρέουν από την αυτή ιστορική αιτία, οπότε και δημιουργείται κίνδυνος αντίθετων ή απλώς ασύμβατων αποφάσεων, αν η κρίση περιορισθεί μόνο στα εκκληθέντα κεφάλαια και συμβεί αυτή να είναι αντίθετη προς την κρίση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ως προς τα λοιπά απρόσβλητα κεφάλαια της απόφασής του (ΑΠ 428/2024, ΑΠ 359/2023, ΑΠ 906/2021, ΑΠ 978/2014, ΑΠ 697/2012).

Κατά της εκκαλουμένης απόφασης παραπονούνται οι αντεκκαλούσες – εφεσίβλητες – ενάγουσες, με την από 27.3.2025 αντέφεση, για τους λόγους που εκθέτουν σε αυτήν. Ειδικότερα, με τους προβαλλόμενους πρώτο και δεύτερο λόγους της αντέφεσης, οι αντεκκαλούσες βάλλουν κατά της κρίσης της εκκαλουμένης καθ’ ό μέρος απέρρριψε την αγωγή τους ως απαράδεκτη λόγω έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης ως προς την τρίτη ενάγουσα – αντεκκαλούσα, επικαλούμενες ότι η τελευταία, κατά τον κρίσιμο χρόνο ήταν, εκτός από μέτοχος της πρώτης ενάγουσας (ως εταιρεία χαρτοφυλακίου αυτής) και ταμίας καθώς διατηρούσε και διατηρεί τραπεζικούς λογαριασμούς και είναι υπεύθυνη για όλες τις οικονομικές συναλλαγές αυτής. Επίσης ισχυρίζονται ότι με βάση τα αναφερόμενα στην αγωγή ιδιωτικά συμφωνητικά συμβιβασμού και παραίτησης της 11.2.2016 και της 16.2.2016, συμφωνήθηκε η καταβολή της ασφαλιστικής αποζημίωσης σε λογαριασμό της τρίτης ενάγουσας, στην οποία πράγματι καταβλήθηκε μέρος αυτής από τους εναγομένους, ότι αυτή (τρίτη ενάγουσα) κατέβαλε τα ασφάλιστρα του πλοίου και ότι προς αυτήν μόνο αποστέλλονταν τα σχετικά χρεωστικά τιμολόγια, έχουσα συνεπώς αυτοτελές και άμεσο έννομο συμφέρον από τις ασφαλιστικές συμβάσεις (στις οποίες ασφαλιζόμενες ήταν η δεύτερη εναγόμενη <<ως και/ή θυγατρικές και /ή συνδεδεμένες και /ή συσχετιζόμενες εταιρείες>> όπως είναι η πρώτη και η τρίτη των εναγουσών) και από τα ανωτέρω ιδιωτικά συμφωνητικά να ενάγει και να εισπράξει ολόκληρη την αποζημίωση. Η αντέφεση έχει ασκηθεί σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 523 παρ.2 ΚΠολΔ, με ιδιαίτερο δικόγραφο που κατατέθηκε στη γραμματεία του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, επί του οποίου συντάχθηκε η υπό ΓΑΚ/ΕΑΚ/…………./2025 έκθεση του Γραμματέα του Εφετείου Πειραιώς και κοινοποιήθηκε στους εκκαλούντες τριάντα ημέρες πριν από τη συζήτηση της έφεσης (βλ. υπ’αριθ. ……/1.4.2025 έκθεση επίδοσης προς την πληρεξουσία δικηγόρο και αντίκλητο των εκκαλούντων, του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Πειραιώς με έδρα το Πρωτοδικείο Πειραιώς, ……………). Ωστόσο η υπό κρίση αντέφεση κατά τους προεκτεθέντες πρώτο και δεύτερο λόγους, με τους οποίους οι αντεκκαλούσες πλήττουν μόνο το κεφάλαιο της εκκαλουμένης που αφορά την τρίτη ενάγουσα, ως προς την οποία η αγωγή απορρίφθηκε ως απαράδεκτη ελλείψει ενεργητικής νομιμοποίησης, κεφάλαιο όμως που δεν εκκλήθηκε με την έφεση, αφού οι εκκαλούντες δεν παραπονούνται για την υπόψη κρίση της εκκαλουμένης, ούτε είναι αναγκαίως συνεχόμενο με κάποιο από τα κεφάλαια που μεταβιβάστηκαν στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, τυγχάνει απορριπτέα ως απαράδεκτη. Επίσης η αντέφεση πρέπει να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη ως προς την επισπεύδουσα τη συζήτηση αυτής, δεύτερη αντεκκαλούσα, η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο κατά την εκφώνησή της. Όσον αφορά τον τρίτο λόγο της αντέφεσης, με τον οποίο οι αντεκκαλούσες παραπονούνται ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, εσφαλμένα ερμηνεύοντας και εφαρμόζοντας το νόμο, έκρινε ότι το αιτούμενο ποσό αποτελεί διαιρετή παροχή και διαίρεσε αυτό με τον αριθμό των τριών εναγουσών, είναι νόμιμος στηριζόμενος στις διατάξεις των άρθρων 480, 481 και 489 ΑΚ και πρέπει να εξεταστεί ως προς την ουσιαστική του βασιμότητα.

VIIΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 421, 422 και 424 του ΚΠολΔ, οι οποίες προστέθηκαν με το άρθρο δεύτερο του άρθρου 1 Ν. 4335/2015, που ισχύει από 01.01.2016, συνάγεται ότι είναι παραδεκτή η επίκληση και προσκόμιση από τους διαδίκους προαποδεικτικώς προς απόδειξη ή ανταπόδειξη, αρμοδίως ληφθεισών κατά τη διάταξη του άρθρου 421 του ΚΠολΔ, ενόρκων βεβαιώσεων, υπό την προϋπόθεση της επίδοσης με επιμέλεια του ενδιαφερομένου διαδίκου, πριν από δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν την ημερομηνία λήψης της βεβαίωσης, κλήσης προς τον αντίδικο, στην οποία να αναφέρονται η αγωγή ή το ένδικο βοήθημα ή το ένδικο μέσο, το οποίο αφορά η βεβαίωση, ο τόπος, η ημέρα και η ώρα λήψης της βεβαίωσης και το ονοματεπώνυμο, το επάγγελμα και η διεύθυνση κατοικίας του βεβαιούντος, ενώ αν παραλειφθεί η εν λόγω επίδοση ή το δικόγραφο της κλήσης δεν περιέχει τα προαναφερόμενα στοιχεία, αυτεπαγγέλτως, ανεξαρτήτως βλάβης του καθ’ ου, η δοθείσα βεβαίωση δεν λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο ως αποδεικτικό μέσο στην δίκη, την οποία αφορά, ούτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Η εν λόγω ρύθμιση καταλαμβάνει κατά την διάταξη της παραγράφου 4 του ενάτου άρθρου Ν. 4335/2015, κατ’ εφαρμογή της καθιερουμένης από τις διατάξεις των άρθρων 12, 21 εδ. β’ και 24 παρ. 1 εδ. α’ του ΕισΝΚΠολΔ γενικής δικονομικής αρχής ότι οι διαδικαστικές πράξεις ρυθμίζονται και διέπονται από το δίκαιο το ισχύον κατά τον χρόνο διενεργείας αυτών, τις επιδιδόμενες από της 1ης Ιανουαρίου 2016 και εξής κλήσεις, έστω και εάν οι σχετικές αγωγές ή τα ένδικα βοηθήματα ή τα ένδικα μέσα έχουν ασκηθεί προ της εν λόγω ημερομηνίας (ΑΠ 673/2018 ΝΟΜΟΣ). Από την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 422 του ΚΠολΔ, η οποία εξαρτά το παραδεκτό του εν λόγω αποδεικτικού μέσου από την προηγούμενη κλήτευση του αντιδίκου για να δυνηθεί να παραστεί κατά την εξέταση, συνάγεται ότι απαιτείται στη σχετική κλήση να ορίζεται κατά τρόπο σαφή και συγκεκριμένο ο χρόνος και ο τόπος της εξέτασης και ότι αν τούτο δεν συμβεί η ένορκη βεβαίωση που έγινε χωρίς την παρουσία του αντιδίκου είναι ανύπαρκτη ως αποδεικτικό μέσο και δεν λαμβάνεται υπόψη (ΑΠ 580/2016 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1321/2014 ΝΟΜΟΣ, ΕφΑιγ 118/2021 ΝΟΜΟΣ, ΜονΕφΘεσ 1302/2020 ΝΟΜΟΣ).

Από την εκτίμηση των εγγράφων που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, είτε προς άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, σε μερικά από τα οποία θα γίνει ειδική μνεία παρακάτω, χωρίς ωστόσο να παραλείπεται κανένα κατά την ουσιαστική διάγνωση της διαφοράς, καθώς και με τις μερικές μόνον παραδοχές και ομολογίες των διαδίκων που συνάγονται από τα δικόγραφα τους, χωρίς όμως να λαμβάνονται υπόψη οι υπ’αριθ. …../14.5.2019 και …./14.5.2019 ένορκες βεβαιώσεις του …………. . και . ……….. αντίστοιχα, ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, οι οποίες λήφθηκαν με επιμέλεια των εναγουσών, αφού, όπως προκύπτει από την από 17.1.2019 κλήση των εναγομένων για τη λήψη αυτών, που επιδόθηκε για λογαριασμό τους στον αρμόδιο Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών την 5.2.2019 (βλ. υπ’αριθ. …./5.2.2019 και …../5.2.2019 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Πειραιά ……………), η κλήτευση των εναγομένων δεν έγινε νομότυπα, καθώς ο προσδιορισμός του χρόνου της εξέτασης των μαρτύρων έγινε με διαζευκτικό τρόπο (την 13η ημέρα Δευτέρα ή 14η ημέρα Τρίτη ή 15η ημέρα Τετάρτη του μηνός Μαϊου 2019 και ώρες 10:00, 10:15, και 10:30 στο Ειρηνοδικείο Αθηνών) και έτσι ο προσδιορισμός αυτός δεν είναι σαφής και συγκεκριμένος, σύμφωνα και με όσα εκτέθηκαν στη νομική σκέψη, ώστε να παρέχεται στους αντιδίκους των εναγουσών η δυνατότητα να παρασταθούν κατά την εξέταση και συνακόλουθα δεν πληρούται στη προκειμένη περίπτωση η απαιτούμενη από το άρθρο 422 του ΚΠολΔ προϋπόθεση της προηγούμενης κλήτευσης του αντιδίκου, και ως εκ τούτου οι δοθείσες, παρά την έλλειψη αυτή, ως άνω ένορκες βεβαιώσεις κατά τις οποίες δεν παραστάθηκαν οι εναγόμενοι, είναι ανύπαρκτες ως αποδεικτικό μέσο και δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη, γενομένης δεκτής της σχετικής ένστασης απαραδέκτου του εν λόγω αποδεικτικού μέσου, που υποβλήθηκε από τους εκκαλούντες στο πλαίσιο του τρίτου λόγου της έφεσής τους, από τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, τα οποία λαμβάνονται αυτεπαγγέλτως υπόψη από το Δικαστήριο (άρθρο 336 παρ. 4 ΚΠολΔ) και από όλη γενικά την αποδεικτική διαδικασία, αποδείχθηκαν, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Οι ενάγουσες, άπασες με καταστατική έδρα στη Δημοκρατία της Λιβερίας και πραγματική έδρα στην Αθήνα, όπου ασκείται η διοίκηση αυτών, εκ των οποίων η πρώτη ήταν πλοιοκτήτρια του υπό σημαία Λιβερίας, με αριθμό ΙΜΟ …, με ΔΔΣ …. και με αριθμό νηολογίου Μονροβίας ….., φορτηγού πλοίου GE, η δεύτερη ήταν διαχειρίστρια του ανωτέρω πλοίου, σύμφωνα με τις διατάξεις των Ν. 27/1975 και ΑΝ 378/1968, και η τρίτη ήταν μέτοχος και ταμίας της πρώτης ενάγουσας, η οποία διατηρούσε τους τραπεζικούς λογαριασμούς της και ήταν υπεύθυνη για όλες τις οικονομικές συναλλαγές αυτής, ανέθεσαν στη δεύτερη εναγομένη, μεσίτρια ασφαλίσεων της οποίας εκπρόσωπος και μοναδικός διαχειριστής είναι ο πρώτος εναγόμενος [βλ. αντίγραφο εμπορικού μητρώου της δεύτερης εναγομένης, με αποσπασματική μετάφραση από την ιταλική στην ελληνική γλώσσα, από τον δικόγορο …………… (σχετ. 3 – προσκομιζόμενο από τους εκκαλούντες)], να ασφαλίσει το ως άνω πλοίο στην αγγλική ασφαλιστική αγορά. Κατόπιν αυτού, η δεύτερη εναγόμενη, δια του πρώτου εναγόμενου, με την ιδιότητά του ως μοναδικού διαχειριστή και εκπροσώπου αυτής εκφράζοντος τη βούλησή της, συνήψε, για λογαριασμό των εναγουσών, συμβάσεις ναυτικής ασφάλισης με δύο ασφαλιστήρια συμβόλαια αναφορικά με το σκάφος, τις μηχανές του και όλα τα παραρτήματά του κατά των θαλάσσιων κινδύνων σύμφωνα με τους ειδικότερους όρους εκάστου συμβολαίου, με ασφαλιζόμενη την δεύτερη ενάγουσα ως «και/ή θυγατρικές και/ή συνδεδεμένες και/ή συσχετιζόμενες εταιρείες» και δη συνήψε: α) το υπ’ αριθμό ………./12.1.2015 ασφαλιστήριο συμβόλαιο, που εκδόθηκε από τους μεσίτες ασφαλειών ………. για την περίοδο από 4.10.2014 έως 3.10.2015, με ασφαλιζόμενη αξία ποσού 5.400.000 δολ. Η.Π.Α., με ασφαλιστές την …… κατά ποσοστό 92,50% και την ασφαλιστική εταιρεία . ……. κατά ποσοστό 7,5% και β) το υπ’ αριθμό ………/14.10.2013 ασφαλιστήριο συμβόλαιο, που εκδόθηκε από την δεύτερη εναγόμενη, για την περίοδο από 4.10.2013 έως 3.10.2014, με ασφαλιζόμενη αξία ποσού 7.000.000 δολ. Η.Π.Α., με ασφαλιστές την …. κατά ποσοστό 83,50%, την ασφαλιστική εταιρεία ………… κατά ποσοστό 7,5% και την …….. κατά ποσοστό 9%. Επιπλέον οι ενάγουσες έδωσαν εντολή στη δεύτερη εναγομένη, εκπροσωπούμενη, σύμφωνα με τα ανωτέρω, από τον πρώτο εναγόμενο, να συνάψει συμπληρωματικό ασφαλιστήριο που να καλύπτει μόνο την περίπτωση ολικής απώλειας του πλοίου, πραγματικής ή τεκμαρτής, κατόπιν δε αυτού, εκδόθηκε από την δεύτερη εναγόμενη το υπ’ αριθμό ……………/12.1.2015 ασφαλιστήριο συμβόλαιο, με το οποίο ασφαλίσθηκε το ανωτέρω πλοίο μόνο για αυξημένη αξία σκάφους και μηχανών και/ή έξοδα και/ή ναύλο και/ή συμφέρον για ασφαλιστική αξία ποσού 1.600.000 δολ. Η.Π.Α., για χρονική περίοδο δώδεκα μηνών, αρχόμενη από 7.11.2014, με ασφαλιστή την εταιρεία …………. Στις 20.7.2014 και ενώ το πλοίο βρισκόταν στο λιμένα Μπισό Γουινέας, προέκυψε ζημία στην κύρια μηχανή, δημιουργώντας αδυναμία προώθησης του πλοίου, το οποίο παρέμεινε στο αγκυροβόλιο, ενώ στις 23.8.2015 εκδηλώθηκε φωτιά στο μηχανοστάσιο του πλοίου. Κατόπιν επιθεώρησης που διενεργήθηκε από τον ………….., επιθεωρητή πλοίων, διπλωματούχο Μηχανολόγο Μηχανικό, διαπιστώθηκε ότι το εκτιμώμενο κόστος επισκευών, όσον αφορά τη ζημία που προκλήθηκε από τη φωτιά, υπερέβαινε την ασφαλιζόμενη αξία για ολική ή τεκμαρτή απώλεια δυνάμει του πρώτου ως άνω ασφαλιστηρίου και για το λόγο αυτό οι ενάγουσες ζήτησαν από τους ασφαλιστές την καταβολή της αποζημίωσης για τεκμαρτή ολική απώλεια του πλοίου για την ασφαλιζόμενη αξία ποσού 5.400.000 δολ. Η.Π.Α. Κατόπιν διαπραγματεύσεων με τους ασφαλιστές του πλοίου, που διενεργήθηκαν μέσω του πρώτου εναγόμενου, με την ιδιότητά του ως νομίμου εκπροσώπου και διαχειριστή της δεύτερης εναγομένης, τα μέρη κατέληξαν σε συμβιβασμό και συγκεκριμένα, με το από 19.4.2016 ιδιωτικό συμφωνητικό εξόφλησης και συμβιβασμού, το οποίο υπογράφηκε από την δεύτερη ενάγουσα για λογαριασμό και των λοιπών εναγουσών και τους επεστράφη ηλεκτρονικά, μέσω email, από τους εναγόμενους, υπογεγραμμένο από το διεθνές δικηγορικό γραφείο ………….. και από τους εναγόμενους για λογαριασμό των ασφαλιστών, οι ενάγουσες συμφώνησαν να εισπράξουν, εντός 60 ημερών, το ποσό των 4.500.000 δολ. Η.Π.Α. σε πλήρη και ολοσχερή εξόφληση κάθε απαίτησης που πηγάζει από το πρώτο ως άνω ασφαλιστήριο, παραιτούμενες ταυτόχρονα από κάθε απαίτηση που πηγάζει από το δεύτερο ασφαλιστήριο για μη επισκευασθείσα ζημία επί του πλοίου. Αναφορικά με το τρίτο ασφαλιστήριο, εφόσον είχε ήδη επέλθει συμφωνία για πληρωμή της τεκμαρτής ολικής απώλειας του πλοίου, οφειλόταν και η ασφαλιστική αποζημίωση ποσού 1.600.000 δολ. Η.Π.Α, για την είσπραξη της οποίας οι ενάγουσες έλαβαν τη διαβεβαίωση από τον πρώτο εναγόμενο, ο οποίος ενεργούσε ως νόμιμος εκπρόσωπος και μοναδικός διαχειριστής της δεύτερης, ότι έχει υποβάλει όλα τα σχετικά έγγραφα στην ασφαλιστική εταιρεία και αναμένεται η καταβολή της. Στο μεταξύ, η πρώτη και η δεύτερη των εναγουσών, με τις από 8.2.2016 εξουσιοδοτήσεις τους, εξουσιοδότησαν τους ασφαλιστές του σκάφους να καταβάλουν στην δεύτερη εναγομένη την ασφαλιστική αποζημίωση και στη συνέχεια η τελευταία να την καταθέσει στον υποδειχθέντα τραπεζικό λογαριασμό της τράπεζας ……………, που διατηρεί η τρίτη ενάγουσα. Ωστόσο τον Οκτώβριο του έτους 2017, κατόπιν αλληλογραφίας των Άγγλων δικηγόρων των εναγουσών με τους μεσίτες ασφαλειών ……………, πληροφορήθηκαν ότι είχαν υπογραφεί δύο ιδιωτικά συμφωνητικά συμβιβασμού και παραίτησης με τους ασφαλιστές, με ημερομηνίες 11.2.2016 και 16.2.2016, στο δεύτερο εκ των οποίων προβλεπόταν ως συμφωνηθείσα ασφαλιστική αποζημίωση το ποσό των 4.270.000 δολ. Η.Π.Α., το οποίο θα καταβάλλονταν εντός 21 ημερών από την υπογραφή του, τα οποία (συμφωνητικά) όμως έφεραν τις πλαστογραφημένες υπογραφές των νομίμων εκπροσώπων των δύο πρώτων εναγουσών, αφού αυτές ουδέποτε προέβησαν στην υπογραφή τους. Αποδείχθηκε επίσης ότι η ………….. εισέπραξε από τους ασφαλιστές τη συμφωνηθείσα αποζημίωση των 4.270.000 δολ. Η.Π.Α., παρακράτησε για λογαριασμό της την προμήθεια είσπραξης 0,5% και κατέβαλε στις 18.2.2016 στη δεύτερη εναγόμενη τη διαφορά ποσού 4.248.650 δολ. Η.Π.Α., δυνάμει της από 8.2.2016 πλαστής εξουσιοδότησης, φερόμενης ως υπογραφείσας από τον διευθύνοντα σύμβουλο της δεύτερης ενάγουσας, με την οποία εξουσιοδότησε δήθεν αυτή τους ασφαλιστές να πληρώσουν την αποζημίωση στη . ……. και η τελευταία στη δεύτερη εναγόμενη. Οι ενάγουσες, αγνοώντας τα παραπάνω περιστατικά καθώς και το γεγονός ότι είχε εισπραχθεί η ασφαλιστική αποζημίωση από την δεύτερη εναγόμενη, ανέμεναν καλόπιστα την πληρωμή της αποζημίωσης μέχρι τις 19.6.2016, βάσει του από 19.4.2016 συμφωνητικού που είχαν υπογράψει. Εν τέλει τον Αύγουστο του 2016, μετά από τηλεφωνική επικοινωνία των εναγουσών με τον διευθύνοντα σύμβουλο της .. …., ενημερώθηκαν ότι οι ως άνω μεσίτες έχουν ήδη καταβάλει το σύνολο της ασφαλιστικής αποζημίωσης στην δεύτερη εναγόμενη. Κατόπιν συνάντησης που είχαν με τον πρώτο εναγόμενο στην Αθήνα, αυτός αποδέχθηκε ότι η δεύτερη εναγομένη εισέπραξε την ασφαλιστική αποζημίωση, αλλά δήλωσε στις ενάγουσες, ψευδώς, ότι αυτή ήταν σημαντικά μειωμένη κατά το ποσό που η δεύτερη εναγόμενη χρωστούσε στην ……….. από ασφάλιστρα άλλων πελατών της και ότι το πλήρες υπόλοιπο που τους όφειλε, θα τους το κατέβαλε σύντομα και πάντως έως το Δεκέμβριο του ιδίου έτους, από προϊόν δανεισμού που σκόπευε να λάβει (η δεύτερη εναγομένη). Κατόπιν συνεχών πιέσεων από τις ενάγουσες, η δεύτερη εναγόμενη τους κατέβαλε το συνολικό ποσό του 1.540.000 δολ. Η.Π.Α., με τέσσερα εμβάσματα από 2.8.2016 έως και 10.10.2016 [ήτοι 1.040.000 δολ ΗΠΑ την 2.8.2016, 400.000 δολ ΗΠΑ την 17.8.2016 καθώς και δύο εμβάσματα ποσού 50.000 δολ ΗΠΑ το καθένα την 10.10.2016], ενώ στη συνέχεια, ο πρώτος εναγόμενος με αλλεπάλληλες ψευδείς αιτιολογίες απέφευγε να τους καταβάλει το υπόλοιπο της εισπραχθείσας από την δεύτερη εναγόμενη ασφαλιστικής αποζημίωσης. Οι ενάγουσες, με την από 29.12.2016 έγγραφη όχλησή τους ζήτησαν από τους εναγόμενους την καταβολή ολόκληρης της αποζημίωσης μέχρι τις 15.1.2017, προθεσμία η οποία παρήλθε άπρακτη, ομοίως δε έπραξαν και με την από 19.1.2017 όχλησή τους, ζητώντας την άμεση πληρωμή της απαίτησής τους. Την 24.1.2017 καθορίστηκε νέα συνάντηση στη Γένοβα, μεταξύ εκπροσώπου των εναγουσών και του πρώτου εναγομένου, κατά την οποία ο τελευταίος δήλωσε ότι τα χρήματα της ασφαλιστικής αποζημίωσης έχουν εισπραχθεί από τη δεύτερη εναγομένη στις 28.7.2016, μειωμένα κατά 251.350 δολ ΗΠΑ, ποσό που παρακρατήθηκε από τη …… για οφειλόμενα σε αυτήν ασφάλιστρα από άλλες εταιρείες και πλοία που είχε ασφαλίσει η δεύτερη εναγομένη και παρέδωσε στον εκπρόσωπο των εναγουσών δύο έγγραφα προς επίρρωση των ισχυρισμών του. Συγκεκριμένα το ένα έγγραφο, που έφερε ημερομηνία 25.7.2016 αφορούσε επιστολή της δεύτερης εναγομένης προς τη …………, στην οποία, μετά από αφαίρεση επτά διεγραμμένων, από τον πρώτο εναγόμενο, κονδυλίων, φαινόταν ως οφειλόμενο υπόλοιπο προς πληρωμή το ποσό των 4.248.650 δολ ΗΠΑ, ενώ το δεύτερο έγγραφο ήταν φωτοτυπία τραπεζικού εμβάσματος της 28.7.2016, όπου φαινόταν ότι ο τραπεζικός λογαριασμός της δεύτερης εναγομένης είχε πιστωθεί από ισόποσο έμβασμα της …….. από την τράπεζα …………., υποκατάστημα Λονδίνου. Επίσης ο πρώτος εναγόμενος παρέδωσε στον εκπρόσωπο των εναγουσών την από 24.1.2017 επιστολή συνταχθείσα από τον ίδιο, η οποία ανέφερε (ως το κείμενο αυτής έχει μεταφραστεί από τον δικηγόρο ………….. και προσκομίζεται από τις ενάγουσες – σχετ. 21Γ) ότι <<Σύμφωνα με τη συνάντησή μας στη Γένοβα στις 24/1/2017 σύμφωνα με το αντίγραφο της εξουσιοδότησης της 1 Δεκεμβρίου 2016, σχετικά με την σύμβαση πίστωσης αλληλόχρεου λογαριασμού δολλ ΗΠΑ 5 εκατομμυρίων ή/και το ισόποσο σε ευρώ, βεβαιώνουμε ότι αναμένουμε ότι αυτή η σύμβαση της πίστωσης θα ωριμάσει μέχρι τον Ιούνιο 2017 και βεβαιώνουμε ότι θα χρησιμοποιήσουμε αυτήν την πίστωση σε πλήρη και ολοσχερή εξόφληση όλων των οφειλόμενων απαιτήσεων των σχετικών με το πλοίο GE. Ομως βεβαιώνουμε και εγγυώμεθα ότι το αργότερο μέχρι το τέλος του έτους 2017 θα έχει εξοφληθεί ολοσχερώς ολόκληρο το ποσόν της οφειλόμενης απαιτήσεώς σας από το πλοίο GE>>, ενώ στο τέλος έφερε την υπογραφή του πρώτου εναγόμενου, ως Διευθύνοντος Συμβούλου/Ιδιοκτήτη της ………….. Σημειώνεται δε ότι οι εναγόμενοι δεν έχουν αμφισβητήσει την επιστολή αυτή ούτε την οφειλή τους προς τις ενάγουσες. Στη συνέχεια πραγματοποιήθηκε νέα συνάντηση στις 16.3.2017 στη Μάλτα, η οποία απέβη και αυτή άκαρπη, καθώς δεν προσκομίσθηκε κάποιο έγγραφο σχετικά με τη δανειοδότηση των εναγόμενων. Ακολούθως στις 29.11.2017 οι εναγόμενοι υπέβαλαν πρόταση για συμβιβαστική επίλυση της διαφοράς, με την καταβολή είτε του ποσού των 2.000.000 δολ ΗΠΑ σε δύο δόσεις είτε του 1.800.000 δολ.ΗΠΑ εφάπαξ, την οποία οι ενάγουσες αρνήθηκαν. Επίσης σε μια τελευταία προσπάθεια εξεύρεσης συμβιβαστικής λύσης για την επιστροφή της ασφαλιστικής αποζημίωσης, πραγματοποιήθηκε συνάντηση στην Αθήνα, στις 31.1.2018, κατά την οποία ο πρώτος εναγόμενος απολογήθηκε για την εκτεταμένη καθυστέρηση, αναγνώρισε εκ νέου την οφειλή του προς τις ενάγουσες, ήτοι το ποσό της αποζημίωσης από το κύριο και το συμπληρωματικό ασφαλιστήριο, μειωμένο κατά το ποσό του 1.540.000 δολ. Η.Π.Α. που ήδη είχαν λάβει, και δήλωσε την πρόθεσή του να τους καταβάλει τουλάχιστον το ποσό των 100.000 δολ. ΗΠΑ μηνιαίως. Εκτοτε δεν ακολούθησε άλλη συνάντηση ή επικοινωνία των εναγουσών με τους εναγομένους ούτε καταβλήθηκε το οφειλόμενο ποσό ή μέρος αυτού. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η δεύτερη εναγομένη, δια του οργάνου της και εκφράζοντος τη βούλησή της, πρώτου εναγομένου, λειτουργώντας ως εντολοδόχος των εναγουσών, δυνάμει των από 8.2.2016 εξουσιοδοτήσεων της πρώτης και δεύτερης εξ αυτών, αν και εισέπραξε από τους ασφαλιστές την ασφαλιστική αποζημίωση και δη το ποσό των 4.248.650 δολ. ΗΠΑ [συμφωνηθέν ποσό 4.270.000 δολ. ΗΠΑ, βάσει του από 16.2.2016 ιδιωτικού συμφωνητικού συμβιβασμού, εκ του οποίου αφαιρέθηκε η μεσιτική προμήθεια 0,5% που παρακρατήθηκε από την …………], κατέβαλε στις ενάγουσες μόνο το ποσό των 1.540.000 δολ ΗΠΑ, ως ανωτέρω αναφέρθηκε, μετά δε την 31-1-2018, παρακράτησε και ιδιοποιήθηκε παράνομα, δια του νομίμου εκπροσώπου και μοναδικού διαχειριστή της, ήτοι του πρώτου εναγομένου, το υπόλοιπο ποσό εκ 2.708.650 δολ.ΗΠΑ, το οποίο ενσωμάτωσε στην περιουσία της, με αντίστοιχη ζημία των εναγουσών. Εξάλλου ο ισχυρισμός των εναγομένων που προβάλλεται με τον τρίτο λόγο της έφεσης, ότι κατόπιν συμφωνίας τους με τις ενάγουσες και δη με τον νόμιμο εκπρόσωπο της δεύτερης εξ αυτών, η μεσιτική αμοιβή τους, σε περίπτωση επιτυχούς διεκπεραίωσης της αναληφθείσας υποχρέωσης είσπραξης της αποζημίωσης, θα ανέρχονταν σε ποσοστό 45% επί του συνολικά καταβληθέντος ποσού, ένεκα των γνωστών στις ενάγουσες, λόγω περιπλοκότητας και ιδιαιτεροτήτων, αναφυόμενων προβλημάτων σχετικών με την ασφαλιστική κάλυψη και αποζημίωση του ένδικου πλοίου, πέραν της προφανούς αοριστίας του, αφού οι εναγόμενοι δεν προσδιορίζουν ποιές ήταν οι γνωστές στις ενάγουσες συνθήκες που καθιστούσαν περίπλοκη την είσπραξη της ασφαλιστικής αποζημίωσης ώστε να δικαιολογείται η ανωτέρω υπέρογκη μεσιτική αμοιβή, τυγχάνει και αναπόδεικτος καθόσον ουδέν αποδεικτικό μέσο εισφέρθηκε από τους εναγόμενους προς επίρρωσή του. Μετά ταύτα πρέπει να γίνει δεκτή η αγωγή και ως ουσιαστικά βάσιμη ως προς την πρώτη και δεύτερη των εναγουσών, και να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, εις ολόκληρον έκαστος, να καταβάλουν σε εκάστη των πρώτης και δεύτερης των εναγουσών, εκ του ποσού των 2.708.518 δολ. ΗΠΑ, που αιτούνται με την αγωγή τους, διαιρούμενο δια του τρία, ώστε κάθε μία εξ αυτών να λάβει 1/3 του ποσού, ήτοι εννιακόσιες δύο χιλιάδες οκτακόσια τριάντα εννέα δολάρια ΗΠΑ και τριάντα τρία σεντς (902.839,33$), διότι πρόκειται για χρηματική παροχή που είναι διαιρετή. Τούτο διότι στις πολυπρόσωπες ενοχές, οι οποίες αφορούν διαιρετές παροχές, καθιερώνεται ως κανόνας η κατ` ισομοιρίαν ευθύνη και το κατ` ισομοιρίαν δικαίωμα, αντίστοιχα, ενώ η εις ολόκληρον ενοχή και, ειδικότερα, η παθητική εις ολόκληρον ενοχή αναγνωρίζεται μόνο όταν αυτή συνιστάται με αναμφίβολη δήλωση βούλησης των συμβαλλομένων (άρθρο 480 ΑΚ) ή καθιερώνεται από το νόμο, τα ανωτέρω δε ισχύουν, αναλογικά, και ως προς την ενεργητική ενοχή εις ολόκληρον, η οποία ρυθμίζεται από το άρθρο 489 ΑΚ (ΕφΛαρ 255/2012), όπως ορθά έκρινε περί αυτού και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, απορριπτόμενου ως αβάσιμου του τρίτου λόγου της αντέφεσης, με τον οποίο οι αντεκκαλούσες παραπονούνται για τα παραπάνω. Το ανωτέρω ποσό πρέπει να καταβληθεί σε εκάστη των πρώτης και δεύτερης των εναγουσών με βάση την ισοτιμία δολαρίου ΗΠΑ/ευρώ της Τράπεζας της Ελλάδας κατά την 31.1.2018 που είναι ο χρόνος επαγωγής της ζημίας (ΑΠ 497/2021 ο.π, ΑΠ 388/2015, δημ. ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), δηλαδή ο χρόνος κατά τον οποίο ιδιοποιήθηκε η δεύτερη εναγομένη δια του οργάνου της πρώτου εναγομένου το άνω υπόλοιπο ποσό της ασφαλιστικής αποζημίωσης, με αντίστοιχη ζημία των εναγουσών. Σημειώνεται ότι στο αίτημα προσδιορισμού σε δολάρια ΗΠΑ της αξίας του υπεξαιρεθέντος ποσού αλλοδαπού νομίσματος με βάση την ισοτιμία του αλλοδαπού αυτού νομίσματος προς το ευρώ κατά το χρόνο της πληρωμής, εμπεριέχεται ως “έλασσον” και το αίτημα προσδιορισμού αυτού με βάση την επίσημη ισοτιμία σε ευρώ του αλλοδαπού νομίσματος κατά το χρόνο διάπραξης του αδικήματος της υπεξαίρεσης και της επαγωτής ζημίας του παθόντος ( ΟλΑΠ 14/1997, ΑΠ 91/2025, ΑΠ 1903/2013, ΑΠ 1770/2008, ΑΠ 698/2006, ΑΠ 1232/2002, ΑΠ 1232/2002, ΑΠ 1595/2001, ΑΠ 1066/1999, διαθέσιμες στην ιστοσελίδα του ΑΠ). Το ανωτέρω ποσό πρέπει να καταβληθεί με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής μέχρι πλήρους εξοφλήσεως. Το αίτημα των εκκαλούντων, περί της κατ` άρθρο 250 ΚΠολΔ δυνητικής αναβολής της συζήτησης μέχρι την τελεσίδικη περάτωση της ποινικής διαδικασίας που έχει ανοιχθεί με την ασκηθείσα από τις ενάγουσες από 1.2.2018 με ΑΒΜ ……… έγκληση ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών, είναι απορριπτέο ως ουσία αβάσιμο, καθόσον το παρόν Δικαστήριο, από τα εισφερθέντα ενώπιον του αποδεικτικά μέσα σχημάτισε πλήρη δικανική πεποίθηση για το αντικείμενο της παρούσας δίκης. Επίσης, δεδομένου ότι η ένδικη έφεση έγινε δεκτή, πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 3 ΚπολΔ να διαταχθεί η επιστροφή του κατατεθέντος παράβολου της έφεσης στους εκκαλούντες (ΑΠ 532/2016 ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ 299/2024 ΝΟΜΟΣ). Τα δικαστικά έξοδα των πρώτης και δεύτερης των εναγουσών – εφεσιβλήτων και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας πρέπει να επιβληθούν σε βάρος των εναγομένων – εκκαλούντων λόγω της ήττας τους (άρθρ. 176, 183 και 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ, σε συνδ. με άρθρα 58 παρ. 3, 63 παρ.1 περ. iδ, 68 παρ.1, 69 παρ. παρ. 1, 2 και 84 του Ν. 4194/2013) κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό. Επίσης τα δικαστικά έξοδα των αντεφεσιβλήτων πρέπει να επιβληθούν σε βάρος των εναγουσών – αντεκκαλούντων λόγω της ήττας τους. Τέλος, λόγω της ερημοδικίας της δεύτερης εφεσίβλητης – δεύτερης αντεκκαλούσας πρέπει να ορισθεί το νόμιμο παράβολο ερημοδικίας κατά της παρούσας απόφασης (άρθρα 501, 502 παρ. 1 και 505 παρ. 2 περ. γ’ ΚΠολΔ), κατά τα ειδικότερα διαλαμβανόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Συνεκδικάζει την από 9.5.2024 έφεση και την από 27.3.2025 αντέφεση, ερήμην της δεύτερης εφεσίβλητης – δεύτερης αντεκκαλούσας και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων.

Ορίζει το παράβολο ερημοδικίας για τη δεύτερη εφεσίβλητη – δεύτερη αντεκκαλούσα στο ποσό των διακοσίων (200,00) ευρώ.

Απορρίπτει την έφεση ως προς την τρίτη εφεσίβλητη.

Επιβάλλει σε βάρος των εκκαλούντων τη δικαστική δαπάνη της τρίτης εφεσίβλητης για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας την οποία ορίζει στο ποσό των οκτακοσίων (800) ευρώ.

Δέχεται τυπικά και κατ’ουσίαν την έφεση κατά τα λοιπά.

Διατάσσει την επιστροφή του υπ` αριθ. ……………/2024 παραβόλου, ποσού εκατό πενήντα (150) ευρώ, στους εκκαλούντες.

Εξαφανίζει την υπ’αριθ. 3730/2022 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά ως προς την πρώτη και δεύτερη των εναγουσών.

Κρατεί και δικάζει την από 10.1.2019 αγωγή κατά το άνω μέρος.

Δέχεται την αγωγή.

Υποχρεώνει τους εναγομένους, εις ολόκληρον έκαστο, να καταβάλουν σε εκάστη των πρώτης και δεύτερης των εναγουσών το ισόποσο σε ευρώ, του ποσού των εννιακοσίων δύο χιλιάδων οκτακοσίων τριάντα εννέα δολαρίων ΗΠΑ και τριάντα τριών σεντς (902.839,33$), με βάση την ισοτιμία δολαρίου ΗΠΑ/ευρώ της Τράπεζας της Ελλάδας, την 31.1.2018, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρις εξοφλήσεως.

Καταδικάζει τους εναγομένους στη δικαστική δαπάνη των πρώτης και δεύτερης των εναγουσών και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, την οποία ορίζει στο ποσό των είκοσι επτά χιλιάδων διακοσίων εξήντα πέντε (27.265) ευρώ.

Απορρίπτει την αντέφεση.

Επιβάλλει σε βάρος των αντεκκαλουσών τη δικαστική δαπάνη των αντεφεσίβλητων, την οποία ορίζει στο ποσό των οκτακοσίων (800) ευρώ.

Κρίθηκε, αποφασίστηκε στον Πειραιά, στις και δημοσιεύτηκε σε έκτακτη, δημόσια στο ακροατήριό του συνεδρίαση, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους στον Πειραιά, στις 24.12.2025

Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ                             Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ