ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
Αριθμός απόφασης 122/2026
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
ΤΜΗΜΑ 2ο
Αποτελούμενο από την Δικαστή Ιωάννα Μάμαλη, Εφέτη και από την Γραμματέα EΔ.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στον Πειραιά, στις ……………., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των εκκαλούντων – ανακοπτόντων – ασκούντων πρόσθετους λόγους ανακοπής – καθ’ ων η πρόσθετη παρέμβαση: 1) της ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία «……………» που εδρεύει στις ….. και εκπροσωπείται νόμιμα 2) ……………, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Μαρία Βώκου (ΑΜ …… Δικηγορικός Σύλλογος Πειραιώς).
Των εφεσίβλητων – καθ’ ης η ανακοπή – καθ’ ης οι πρόσθετοι λόγοι ανακοπής – προσθέτως παρεμβαίνουσας – υπέρ ων η πρόσθετη παρέμβαση: 1) της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «……………» που εδρεύει στην Αθήνα, οδός …………. και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «……………», λόγω διάσπασης της τελευταίας, την 16.04.2021, με απόσχιση του κλάδου της τραπεζικής δραστηριότητας και εισφοράς του στη νεοσυσταθείσα εταιρεία – πιστωτικό ίδρυμα και 2) της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «…………….» που εδρεύει στην ……. Αττικής, …………. και εκπροσωπείται νόμιμα, ενεργούσα ως μη δικαιούχος και μη υπόχρεος διάδικος, ως διαχειρίστρια δυνάμει της από 25.06.2021 σύμβασης διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων που καταχωρήθηκε νόμιμα στα βιβλία του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών, της αλλοδαπής εταιρίας ειδικού σκοπού με την επωνυμία «…………….», η οποία εδρεύει στο ……. της Ιρλανδίας, ………….., με αριθμό καταχώρησης στο μητρώο εταιρειών της Ιρλανδίας …….. και εκπροσωπείται νόμιμα, και στην οποία είχε εκχωρήσει και μεταβιβάσει τις απαιτήσεις της από δάνεια και πιστώσεις, δυνάμει της από 25.06.2021 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης απαιτήσεων που καταχωρήθηκε νόμιμα στα βιβλία του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών, η ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία «…………….» κατόπιν μεταβίβασης στο πλαίσιο τιτλοποίησης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 3156/2003, οι οποίες δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Της προσθέτως παρεμβαίνουσας: της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «…………….» που εδρεύει στην ……….. Αττικής, ………… και εκπροσωπείται νόμιμα, ενεργούσα ως μη δικαιούχος και μη υπόχρεος διάδικος, ως διαχειρίστρια δυνάμει της από 06.06.2025 σύμβασης διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων που καταχωρήθηκε νόμιμα στα βιβλία του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών, της αλλοδαπής εταιρίας ειδικού σκοπού με την επωνυμία «……………», η οποία εδρεύει στο ……….. της Ιρλανδίας, …………., με αριθμό καταχώρησης στο μητρώο εταιρειών της Ιρλανδίας ……. και εκπροσωπείται νόμιμα, και στην οποία έχει εκχωρήσει και μεταβιβάσει τις απαιτήσεις της από δάνεια και πιστώσεις, δυνάμει της από 06.06.2025 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης απαιτήσεων που καταχωρήθηκε νόμιμα στα βιβλία του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών, η ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία «……………», κατόπιν μεταβίβασης στο πλαίσιο τιτλοποίησης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 3156/2003, η οποία είχε αρχικά εκχωρήσει και μεταβιβάσει τις απαιτήσεις της από δάνεια και πιστώσεις, δυνάμει της από 25.06.2021 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης απαιτήσεων που καταχωρήθηκε νόμιμα στα βιβλία του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών, στην αλλοδαπή εταιρία ειδικού σκοπού με την επωνυμία «………………», η οποία στη συνέχεια επαναμεταβίβασε τις απαιτήσεις από δάνεια και πιστώσεις, δυνάμει της από 28.04.2025 σύμβασης επανεκχώρησης και μεταβίβασης απαιτήσεων που καταχωρήθηκε νόμιμα στα βιβλία του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών, στην ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία «……………..», η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ελένη Ζαννιά (ΑΜ …………… Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών).
Οι ανακόπτοντες – ασκούντες πρόσθετους λόγους ανακοπής ζήτησαν να γίνει δεκτή η από 16.09.2014 και με αριθμό κατάθεσης γενικό …./2014 και ειδικό …./2014 ανακοπή τους, καθώς και οι από 03.03.2023 και με αριθμό κατάθεσης γενικό …/2023 και ειδικό …/2023 πρόσθετοι λόγοι ανακοπής, τακτικής διαδικασίας, που άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς. Η προσθέτως παρεμβαίνουσα ζήτησε να γίνουν δεκτές η από 01.03.2023 αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση, καθώς και η από 31.03.2023 αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της καθ’ ης η ανακοπή – καθ’ ης οι πρόσθετοι λόγοι ανακοπής και κατά των ανακοπτόντων – ασκούντων πρόσθετους λόγους ανακοπής. Το ως άνω Δικαστήριο με την υπ’ αριθ. 520/2025 οριστική απόφασή του, αφού συνεκδίκασε ερήμην της καθ’ ης η ανακοπή – καθ’ ης οι πρόσθετοι λόγοι ανακοπής που θεωρήθηκε ότι αντιπροσωπεύθηκε από την προσθέτως παρεμβαίνουσα και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων, κατά την προσήκουσα ειδική διαδικασία των άρθρων 591 παρ. 1 εδ. α’, 643, 649 και 650 του ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν πριν την αντικατάστασή τους με το άρθρο τέταρτο και όγδοο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015, την ανακοπή, τους πρόσθετους λόγους ανακοπής και τις αυτοτελείς πρόσθετες παρεμβάσεις, απέρριψε την ανακοπή και τους πρόσθετους λόγους ανακοπής ως προς αμφότερες τις σωρευόμενες ανακοπές κατά της διαταγής πληρωμής και της επιταγής προς πληρωμή και έκανε δεκτές τις αυτοτελείς πρόσθετες παρεμβάσεις. Την απόφαση αυτή προσέβαλαν οι εκκαλούντες – ανακόπτοντες – ασκούντες πρόσθετους λόγους ανακοπής με την από 26.03.2025 έφεσή τους που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς με αριθμό γενικό …../26.03.2025 και ειδικό …./26.03.2025 και προσδιορίστηκε ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς με αριθμό κατάθεσης γενικό …./11.04.2025 και ειδικό …/11.04.2025 για τη δικάσιμο της 16.10.2025 και μετά από αναβολή για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο και γράφτηκε στο πινάκιο.
Η προσθέτως παρεμβαίνουσα άσκησε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου την από 29.09.2025 αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση υπέρ των εφεσίβλητων – καθ’ ης η ανακοπή – καθ’ ης οι πρόσθετοι λόγοι ανακοπής – προσθέτως παρεμβαίνουσας και κατά των εκκαλούντων – ανακοπτόντων – ασκούντων πρόσθετους λόγους ανακοπής, η οποία κατατέθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου με αριθμό κατάθεσης γενικό …/30.09.2025 και ειδικό …../30.09.2025, προσδιορίστηκε για τη δικάσιμο που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας και γράφτηκε στο πινάκιο.
Κατά τη συζήτηση των υποθέσεων στο ακροατήριο και την εκφώνησή τους από τη σειρά του οικείου πινακίου, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων αναφέρθηκαν στις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσαν και ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα σ’ αυτές αναφέρονται.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση έφεση κατά της υπ’ αριθ. 520/2025 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία εκδόθηκε ερήμην της καθ’ ης η ανακοπή–καθ’ ης οι πρόσθετοι λόγοι ανακοπής που θεωρήθηκε ότι αντιπροσωπεύθηκε από την προσθέτως παρεμβαίνουσα και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων, κατά την προσήκουσα ειδική διαδικασία των άρθρων 591 παρ. 1 εδ. α’, 643, 649 και 650 του ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν πριν την αντικατάστασή τους με το άρθρο τέταρτο και όγδοο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015, και με την οποία απορρίφθηκαν η από 16.09.2014 και με αριθμό κατάθεσης γενικό …./2014 και ειδικό …/2014 ανακοπή, καθώς και οι από 03.03.2023 και με αριθμό κατάθεσης γενικό …./2023 και ειδικό …./2023 πρόσθετοι λόγοι ανακοπής των ανακοπτόντων – ασκούντων πρόσθετους λόγους ανακοπής, ενώ έγιναν δεκτές η από 01.03.2023 αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση, καθώς και η από 31.03.2023 αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της καθ’ ης η ανακοπή – καθ’ ης οι πρόσθετοι λόγοι ανακοπής και κατά των ανακοπτόντων – ασκούντων πρόσθετους λόγους ανακοπής, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495 παρ. 1-2, 498, 511, 513 παρ. 1 β’, 516 παρ.1, 517 και 518 παρ. 1 του ΚΠολΔ, όπως ισχύουν μετά την τροποποίησή τους με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015, καθόσον η έφεση ασκήθηκε μετά την 01.01.2016), δεδομένου ότι η εκκαλουμένη απόφαση επιδόθηκε στους εκκαλούντες – ανακόπτοντες – ασκούντες πρόσθετους λόγους ανακοπής την 27.02.2025 (βλ. τη σχετική από 27.02.2025 επισημείωση του δικαστικού επιμελητή ….. . επί του προσκομιζόμενου αντιγράφου της υπ’ αριθ. 520/2025 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς), η δε κρινόμενη από 26.03.2025 έφεση κατατέθηκε στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου εντός της προθεσμίας των τριάντα ημερών από την επίδοση της εκκαλουμένης απόφασης, όπως προκύπτει από την πράξη κατάθεσης έφεσης με αριθμό γενικό …./26.03.2025 και ειδικό …../26.03.2025 της γραμματέως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς που έχει επισυναφθεί στην ένδικη έφεση. Επομένως, πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξεταστεί στη συνέχεια το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της, δεδομένου ότι για το παραδεκτό της έφεσης έχει κατατεθεί από τους εκκαλούντες – ανακόπτοντες – ασκούντες πρόσθετους λόγους ανακοπής το παράβολο των 100,00 ευρώ που προβλέπεται από την παράγραφο 3 του άρθρου 495 του ΚΠολΔ. Εξάλλου, η υπό κρίση έφεση παραδεκτώς απευθύνεται και κατά της δεύτερης εφεσίβλητης – προσθέτως παρεμβαίνουσας ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου με τις από 01.03.2023 και από 31.03.2023, αντίστοιχα, πρόσθετες παρεμβάσεις υπέρ της καθ’ ης η ανακοπή – καθ’ ης οι πρόσθετοι λόγοι ανακοπής, ήδη πρώτης εφεσίβλητης, και κατά των ανακοπτόντων – ασκούντων πρόσθετους λόγους ανακοπής, ήδη εκκαλούντων, καθόσον πρόκειται περί αυτοτελών πρόσθετων παρεμβάσεων, επί των οποίων και μόνο, λόγω της δημιουργουμένης σχέσης αναγκαστικής ομοδικίας, απαιτείται, κατ’ άρθρο 517 εδ. β’ του ΚΠολΔ, να απευθύνεται η έφεση και κατά του προσθέτως παρεμβαίνοντος (βλ. ΑΠ 1741/2012 ΧΡΙΔ 2013. 367, ΕφΠειρ 1/2025 ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ 677/2011 ΕΦΑΔ 2011. 880, ΕφΔυτΜακ 17/2011 Αρμ. 2013. 1115, ΕφΑθ 6004/2006 ΕλλΔνη 2007. 569). Εντούτοις, η δεύτερη εφεσίβλητη – προσθέτως παρεμβαίνουσα ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, αν και κλήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα να παρασταθεί κατά την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 16.10.2025 (βλ. την υπ’ αριθ. …../16.04.2025 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Πειραιώς ………..), οπότε αναβλήθηκε η συζήτηση της υπόθεσης για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στη νέα μετ’ αναβολή δικάσιμο, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του πινακίου, και συνεπώς, δεδομένου ότι κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 του ΚΠολΔ, που ισχύει και επί ενδίκων μέσων κατ’ άρθρο 498 παρ. 2 εδ. β’ του ΚΠολΔ, η εξ αναβολής αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο επέχει θέση κλήτευσης όλων των διαδίκων (βλ. ΑΠ 556/2009 Δ 2009. 1051, ΕφΑθ 7913/2007 ΕλλΔνη 49. 870), πρέπει η δεύτερη εφεσίβλητη – προσθέτως παρεμβαίνουσα ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου να δικαστεί ερήμην, πλην όμως η διαδικασία θα προχωρήσει σαν να ήταν και αυτή παρούσα (άρθρο 524 παρ. 4 εδ. α’ του ΚΠολΔ), δεδομένου ότι προσκομίζονται αντίγραφα της από 16.09.2014 και με αριθμό κατάθεσης γενικό ……/2014 και ειδικό …../2014 ανακοπής, των από 03.03.2023 και με αριθμό κατάθεσης γενικό ……/2023 και ειδικό …../2023 πρόσθετων λόγων ανακοπής, της από 01.03.2023 αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, της από 31.03.2023 αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης και των από 31.01.2024 προτάσεων της δεύτερης εφεσίβλητης – προσθέτως παρεμβαίνουσας ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, καθώς και τα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς.
Έως την εισαγωγή του Ν. 4055/2012, η ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής εκδικαζόταν με τη διαδικασία εκείνη, τακτική ή ειδική, όπου υπαγόταν η απαίτηση για την οποία εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής. Η λύση αυτή προέκυπτε, πέρα από την ίδια τη φύση της απαίτησης, για την οποία εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής, και από τη διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 632 του ΚΠολΔ – όπως ίσχυε πριν απαλειφθεί με τις διατάξεις του Ν. 4055/2012 – σύμφωνα με την οποία «αν η διαφορά από την απαίτηση, για την οποία έχει εκδοθεί η διαταγή πληρωμής, δικάζεται σύμφωνα με ειδική διαδικασία, η ανακοπή εκδικάζεται κατά τις διατάξεις της ειδικής αυτής διαδικασίας» (Π. Αρβανιτάκη, Η διαταγή πληρωμής κατά τον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, έκδ. 2012, σελ. 347). Με το άρθρο 14 παρ. 1 του Ν. 4055/2012, η ισχύς του οποίου άρχισε εν γένει, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 113 αυτού, από την 02.04.2012, εκτός από τις διατάξεις του άρθρου 110, στις οποίες και προβλέπεται διαφορετικός χρόνος έναρξης ισχύος, ενώ οι ρυθμίσεις του καταλαμβάνουν και τις υποθέσεις που εκκρεμούν (Β. Βαθρακοκοίλης, ΕρμΚΠολΔ – Οι τροποποιήσεις του ν. 4055/2012, έκδ. 2012, άρθρο 643 αριθ. 2, σελ. 96), καταργήθηκε πλέον η παλαιά διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 632 ΚΠολΔ και εισήχθη νέα παρ. 2 στην ίδια διάταξη, η οποία προβλέπει ότι «(η) άσκηση της ανακοπής, η συζήτηση της οποίας προσδιορίζεται υποχρεωτικά εντός εξήντα ημερών ή εντός ενενήντα ημερών αν ο διάδικος διαμένει στην αλλοδαπή ή έχει άγνωστη διαμονή, και εκδικάζεται σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 643 και 591 παράγραφος 1 περίπτωση α’ ΚΠολΔ». Δεδομένου ότι, αντίθετα με ότι αναφέρει η Αιτιολογική Έκθεση επί του Σχεδίου Νόμου, η νέα παρ. 2 παραπέμπει αποκλειστικά στο άρθρο 643 του ΚΠολΔ (παράλληλα με την εφαρμογή του άρθρου 591 παρ. 1 εδ. α’ του ΚΠολΔ), και όχι συλλήβδην στην ειδική διαδικασία των πιστωτικών τίτλων (ή των άρθρων 635 επ. του ΚΠολΔ), το ζήτημα της προσήκουσας διαδικασίας εκδίκασης της ανακοπής κατά διαταγής πληρωμής παραμένει, μετά την κατάργηση της παλαιάς παρ. 3 του άρθρου 632 του ΚΠολΔ, κατ’ αρχήν αδιευκρίνιστο (Π. Αρβανιτάκη, ό.π., σελ. 347). Σύμφωνα με την άποψη που το παρόν Δικαστήριο προκρίνει ως ορθότερη (Π. Αρβανιτάκη, ό.π., σελ. 347-348, Β. Βαθρακοκοίλη, ό.π., άρθρο 632 αριθ. 55, 72 και 77, σελ. 81, 87 και 88, αντίστοιχα, βλ. όμως και αντίθετη άποψη κατά την οποία υπάγονται στην ειδική διαδικασία των διαφορών από πιστωπκούς τίτλους, Στ. Πανταζόπουλο, Η ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής, έκδ. 2013, σελ. 252, 284 και 294, Χ. Παπαδάκη, Διαταγή Πληρωμής (Θεωρία και Πράξη), έκδ. 2012, σελ, 195), εφόσον μετά την τροποποίηση της παρ. 3 του άρθρου 632 του ΚΠολΔ, δεν γίνεται πλέον διάκριση της διαδικασίας, που θα ακολουθηθεί, με κριτήριο την απαίτηση για την οποία εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής, αλλά ούτε καθιερώνεται ρητά ειδική διαδικασία για την εισαγωγή και εκδίκαση της ανακοπής, δεδομένου ότι αν ο νομοθέτης ήθελε να είναι αυτή των πιστωτικών τίτλων θα παρέπεμπε στο σύνολο των σχετικών διατάξεων και όχι μόνο σε εκείνη του άρθρου 643 του ΚΠολΔ (ενώ παράλληλα δεν τροποποιεί και εκείνη του άρθρου 635 του ίδιου Κώδικα, όπου ρητά αναφέρονται οι διαφορές που μπορούν να εκδικαστούν με τη διαδικασία των πιστωτικών τίτλων), εφαρμόζεται κατ’ αρχήν η τακτική διαδικασία ή η προβλεπόμενη από τη φύση της απαίτησης ειδική διαδικασία, με τις αποκλίσεις όμως που εισάγονται από το πλέγμα των διατάξεων των άρθρων 591 παρ. 1 εδ. α’, 632 παρ. 2, 643, 649 και 650 του ΚΠολΔ. Η άποψη αυτή ενισχύεται και από το γεγονός της συνεφαρμογής στην ανακοπή του άρθρου 632 του ΚΠολΔ και των γενικών διατάξεων για τις ανακοπές των άρθρων 583 έως 585 του ΚΠολΔ, όπου επίσης καθιερώνεται κατ’ αρχήν για την εκδίκασή τους η τακτική διαδικασία, εκτός αν βάσει ειδικών διατάξεων ορίζεται η τήρηση ειδικής διαδικασίας. Επιχείρημα υπέρ της γνώμης αυτής μπορεί να συναχθεί και από την αντίστοιχη ανακοπή κατά της εκτέλεσης, κατά το άρθρο 933 του ΚΠολΔ, η οποία, παρά την απουσία ρητής ρύθμισης, υπάγεται, όπως γίνεται δεκτό (ΑΠ 1630/1983 NoB 1984. 1367, ΕφΘεσ 411/2009 ΕΠολΔ 2009. 698, με σημείωμα Ν. Κατηφόρη, ΕφΑθ 131/2008 ΕλλΔνη 2009. 853, ΕφΑθ 5326/2007 ΕλλΔνη 2008. 1099, ΕφΑθ 4193/2006 ΕλλΔνη 2008. 839), κατ’ αρχήν στην τακτική διαδικασία, με τις παρεκκλίσεις όμως που διαγράφονται στις διατάξεις των άρθρων 933 επ. του ΚΠολΔ, εκτός και αν για τη διάγνωση της αξίωσης, για την οποία επισπεύδεται η εκτέλεση, εφαρμόζεται ειδική διαδικασία, οπότε αυτή ακολουθείται και για την εκδίκαση της ανακοπής. Επίσης με την υιοθέτηση της συγκεκριμένης άποψης εξυπηρετείται και ο σκοπός του νομοθέτη για κοινή δικονομική αντιμετώπιση των ανακοπών κατά διαταγής πληρωμής και εκείνης κατά της εκτέλεσης, όπου επίσης κατά την εκδίκασή της ακολουθείται η ίδια διάκριση, αφού με το άρθρο 19 του Ν. 4055/2012 προστέθηκε στο άρθρο 937 του ΚΠολΔ και τρίτη παράγραφος, ομοίου περιεχομένου με εκείνη του εδ. β’ της παρ. 2 του άρθρου 632 του ΚΠολΔ. Τέλος, από την διάταξη του άρθρου 591 παρ. 2 του ΚΠολΔ, κατά την οποία “αν η υπόθεση δεν υπάγεται στη διαδικασία κατά την οποία έχει εισαχθεί, το δικαστήριο αποφαίνεται γι’ αυτό αυτεπαγγέλτως και διατάζει την εκδίκαση της κατά τη διαδικασία με την οποία δικάζεται” που εφαρμόζεται και ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου (βλ. ΑΠ 852/2001 ΕλλΔνη 2001, 929, ΜονΕφΠειρ 126/2014 ΝΟΜΟΣ, ΕφΘεσ 2492/2001 Αρμ. 2002. 67), προκύπτει ότι αν το πρωτοβάθμιο δικαστήριο προέβη στην εκδίκαση της υπόθεσης κατά μη προσήκουσα διαδικασία, το δευτεροβάθμιο, δεχόμενο τυπικά την έφεση, η οποία δεν θα πρέπει να έχει ως μοναδικό λόγο την εκδίκαση της αγωγής με εσφαλμένη διαδικασία, εκτός αν συνδέεται με βλάβη (βλ. ΕφΑθ 1747/1988 Δ 1990. 299), αλλά να στηρίζεται και/ή σε άλλους λόγους, κρατεί το ίδιο και δικάζει την υπόθεση κατά την προσήκουσα διαδικασία, εξαφανίζει δε την εκκαλούμενη απόφαση μόνο αν το επιβάλλει η τήρηση της προσήκουσας διαδικασίας, όπως προπάντων συμβαίνει όταν δημιουργείται αναρμοδιότητα του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (πρβλ. άρθρα 47 και 535 παρ. 2 ΚΠολΔ), ή αν σωρεύονται αγωγές υπαγόμενες σε διαφορετικά είδη διαδικασίας, αφού δεν είναι τότε δυνατή η συνεκδίκασή τους (άρθρα 218 παρ. 1 εδ. δ και 246 ΚΠολΔ), οπότε εξαφανίζει την πρωτόδικη απόφαση ως προς τη μία αγωγή, διατάσσει χωρισμό και παραπομπή ως προς αυτήν, ενώ κρατεί και δικάζει την άλλη, εκτός και αν δεν είναι δυνατή και ως προς αυτήν η άμεση εκδίκαση (ΜονΕφΘεσ 1137/2017 ΝΟΜΟΣ, ΕφΝαυπλ 460/2007 ΕΠολΔ 2008. 390, ΕφΠειρ 108/1997 ΕλλΔνη 1997. 1622, Μαργαρίτη στην ΕρμΚΠολΔ Κεραμέα/Κονδύλη/Νίκα, άρθρο 535 αριθ. 2 – πρβλ. ΑΠ 197/1994 ΕλλΔνη 1996. 64, βλ. όμως διαφορετικά ΕφΑθ 1374/2010 ΕΦΑΔ 2011. 205, ΕφΛαρ 170/2005 Δικογραφία 2005. 489, ΕφΑθ 9528/1996 ΕλλΔνη 1997. 688, ΕφΠειρ 996/1994 ΕλλΔνη 1996. 386). Στην προκειμένη περίπτωση, οι εκκαλούντες – ανακόπτοντες – ασκούντες πρόσθετους λόγους ανακοπής με την από 16.09.2014 και με αριθμό κατάθεσης γενικό …../2014 και ειδικό …/2014 ανακοπή τους, καθώς και με τους από 03.03.2023 και με αριθμό κατάθεσης γενικό …./2023 και ειδικό ……/2023 πρόσθετους λόγους ανακοπής, τακτικής διαδικασίας, που άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, ζήτησαν, για τους αναλυτικά αναφερόμενους στα δικόγραφα λόγους, αφενός μεν να ακυρωθεί η προσβαλλόμενη υπ’ αριθ. ……/2014 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με την οποία υποχρεώθηκαν να καταβάλουν, εις ολόκληρον ο καθένας, στην καθ’ ης η ανακοπή – καθ’ ης οι πρόσθετοι λόγοι ανακοπής ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία «………………..» το ποσό των 41.148,45 ευρώ, πλέον τόκων και δικαστικών εξόδων, για απαίτηση που απορρέει από την υπ’ αριθ. ……………/01.04.2009 σύμβαση πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό, μέχρι του ποσού των 35.000,00 ευρώ, που καταρτίσθηκε μεταξύ της ως άνω ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας ως πιστώτριας, της πρώτης ανακόπτουσας – ασκούσας πρόσθετους λόγους ανακοπής ως πιστούχου και του δεύτερου ανακόπτοντος – ασκούντος πρόσθετους λόγους ανακοπής ως εγγυητή υπέρ αυτής, αφετέρου δε να ακυρωθεί η διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης που επισπεύδεται σε βάρος τους δυνάμει της από 18.07.2014 επιταγής προς πληρωμή, η οποία καταχωρήθηκε παρά πόδας αντιγράφου του εκτελεστού απογράφου της ανωτέρω διαταγής πληρωμής, σωρεύοντας στο ίδιο δικόγραφο ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής του άρθρου 632 του ΚΠολΔ και ανακοπή κατά της εκτέλεσης του άρθρου 933 του ΚΠολΔ. Η προσθέτως παρεμβαίνουσα ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «……………..» ενεργούσα ως μη δικαιούχος και μη υπόχρεος διάδικος, ως διαχειρίστρια, δυνάμει της από 25.06.2021 σύμβασης διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων που καταχωρήθηκε νόμιμα στα βιβλία του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών, της αλλοδαπής εταιρίας ειδικού σκοπού με την επωνυμία «………….», η οποία είχε καταστεί ειδική διάδοχος της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «……………..», κατόπιν μεταβίβασης στο πλαίσιο τιτλοποίησης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 3156/2003, δυνάμει της από 25.06.2021 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων που καταχωρήθηκε νόμιμα στα βιβλία του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών, με την από 01.03.2023 αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση, καθώς και με την από 31.03.2023 αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της καθ’ ης η ανακοπή – καθ’ ης οι πρόσθετοι λόγοι ανακοπής και κατά των ανακοπτόντων – ασκούντων πρόσθετους λόγους ανακοπής, ζήτησε να απορριφθούν η ανακοπή και οι πρόσθετοι λόγοι ανακοπής. Το ως άνω Δικαστήριο με την εκκαλουμένη υπ’ αριθ. 520/2025 οριστική απόφασή του, αφού δίκασε ερήμην της καθ’ ης η ανακοπή – καθ’ ης οι πρόσθετοι λόγοι ανακοπής που θεωρήθηκε ότι αντιπροσωπεύθηκε από την προσθέτως παρεμβαίνουσα και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων, και αφού διέταξε την εκδίκαση της ανακοπής, των πρόσθετων λόγων ανακοπής και των αυτοτελών πρόσθετων παρεμβάσεων, κατά την προσήκουσα ειδική διαδικασία των άρθρων 591 παρ. 1 εδ. α’, 643, 649 και 650 του ΚΠολΔ (διαφορών από πιστωτικούς τίτλους), όπως ίσχυαν πριν την αντικατάστασή τους με το άρθρο τέταρτο και όγδοο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015, αντί της τακτικής διαδικασίας, κατά την οποία είχαν εισαχθεί προς εκδίκαση, και αφού έκρινε ότι παραδεκτά σωρεύθηκαν στο ίδιο δικόγραφο ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής και ανακοπή κατά της εκτέλεσης, καθόσον και οι δύο υπάγονταν στο ίδιο καθ’ ύλην και κατά τόπο αρμόδιο δικαστήριο και εκδικάζονταν με το ίδιο είδος διαδικασίας και ότι ασκήθηκαν αυτές νομότυπα και εμπρόθεσμα, κατ’ άρθρα 632 παρ. 1, 2, 933, 934 παρ. 1 α’ και 585 παρ. 2 του ΚΠολΔ, απέρριψε στη συνέχεια τους λόγους της ανακοπής και τους πρόσθετους λόγους ανακοπής ως απαράδεκτους, με την αιτιολογία ότι η ανακοπή δεν περιείχε ένα τουλάχιστο ορισμένο και νόμιμο λόγο, και επικύρωσε την ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής και την προσβαλλόμενη πράξη αναγκαστικής εκτέλεσης, ενώ έκανε δεκτές τις αυτοτελείς πρόσθετες παρεμβάσεις και καταδίκασε τους ανακόπτοντες – ασκούντες πρόσθετους λόγους ανακοπής – καθ’ ων οι πρόσθετες παρεμβάσεις στην καταβολή των δικαστικών εξόδων της προσθέτως παρεμβαίνουσας. Κατά της ανωτέρω απόφασης παραπονούνται οι εκκαλούντες – ανακόπτοντες – ασκούντες πρόσθετους λόγους ανακοπής με την κρινόμενη έφεσή τους, για τους διαλαμβανόμενους σε αυτήν λόγους, που ανάγονται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και ζητούν να εξαφανισθεί η εκκαλούμενη απόφαση, κατά τα εκκληθέντα αυτής κεφάλαια, προκειμένου να γίνει δεκτή η ανακοπή τους και οι πρόσθετοι λόγοι ανακοπής τους και να ακυρωθεί η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής και η προσβαλλόμενη πράξη αναγκαστικής εκτέλεσης. Ωστόσο, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο προέβη στην εκδίκαση της κρινόμενης ανακοπής και των κρινόμενων πρόσθετων λόγων ανακοπής, κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 591 παρ. 1 εδ. α’, 643, 649 και 650 του ΚΠολΔ (διαφορών από πιστωτικούς τίτλους), αντί της τακτικής διαδικασίας με τις αποκλίσεις που εισάγονται από το πλέγμα των διατάξεων των άρθρων 632 παρ. 2, 643, 649 και 650 του ΚΠολΔ, όπως έπρεπε, σύμφωνα με την εκτιθέμενη στη νομική σκέψη άποψη που το παρόν Δικαστήριο προκρίνει ως ορθότερη. Κατόπιν τούτων, πρέπει να ερευνηθεί η έφεση ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της, κατ’ αυτεπάγγελτη του Δικαστηρίου έρευνα, κατά την προσήκουσα τακτική διαδικασία με τις αποκλίσεις των άρθρων 632 παρ. 2, 643, 649 και 650 του ΚΠολΔ, και όχι κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 591 παρ. 1 εδ. α’, 643, 649 και 650 του ΚΠολΔ (διαφορών από πιστωτικούς τίτλους), κατά την οποία εισήχθη, όπως ορίζει η διάταξη του άρθρου 591 παρ. 2 του ΚΠολΔ, χάριν της αρχής της οικονομίας της δίκης, εφόσον από την άλλη γενική αρχή της καλόπιστης διεξαγωγής της δίκης, δεν επιβάλλεται εν προκειμένω η αναπομπή της υπόθεσης στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ώστε αυτό να εφαρμόσει την προσήκουσα διαδικασία και εφόσον, επιπρόσθετα, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ήταν καθ’ ύλη αρμόδιο για την εκδίκαση της ανακοπής.
Από τη διάταξη του άρθρου 80 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι τρίτος μπορεί να ασκήσει σε εκκρεμή μεταξύ άλλων δίκη πρόσθετη παρέμβαση για την υποστήριξη κάποιου διαδίκου, μέχρι να εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση, και επομένως για πρώτη φορά, ενώπιον του Εφετείου, εφόσον έχει έννομο συμφέρον. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 81 παρ. 1, 215 παρ. 1, 524 παρ.1 και 591 παρ. 1 περ. β’ του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η πρόσθετη παρέμβαση ασκείται, με ποινή απαραδέκτου, με δικόγραφο, που κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου, στο οποίο εκκρεμεί η δίκη, που είναι αναγκαίο στοιχείο της προδικασίας, και ολοκληρώνεται με την επίδοση αυτής στους διαδίκους τουλάχιστον δέκα (10) ημέρες πριν από τη συζήτηση, η οποία ορίζεται υποχρεωτικά, κατά την ημερομηνία συζήτησης της κύριας υπόθεσης. Έννομο συμφέρον για την άσκηση της πρόσθετης παρέμβασης υφίσταται, όταν με την πρόσθετη παρέμβαση μπορεί να προστατευθεί δικαίωμα του παρεμβαίνοντος ή να αποτραπεί η δημιουργία σε βάρος του νομικής υποχρέωσης, που είτε απειλούνται από τη δεσμευτικότητα και την εκτελεστότητα της απόφασης που θα εκδοθεί, είτε υπάρχει κίνδυνος προσβολής τους από τις αντανακλαστικές συνέπειές της, ως τρίτος δε, κατά την έννοια της ίδιας διάταξης του άρθρου 80 του ΚΠολΔ, νοείται εκείνος ο οποίος δεν είχε προσλάβει την ιδιότητα του διαδίκου με οποιοδήποτε τρόπο στην αρχική δίκη ή σε στάδιο προηγούμενης δίκης επί της υπόθεσης. Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 83 του ΚΠολΔ, αν η ισχύς της απόφασης στην κύρια δίκη εκτείνεται και στις έννομες σχέσεις εκείνου που άσκησε πρόσθετη παρέμβαση προς τον αντίδικό του, εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 76 έως 78. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι αποφασιστικό κριτήριο για το χαρακτηρισμό της πρόσθετης παρέμβασης ως αυτοτελούς είναι η επέκταση της ισχύος της απόφασης, δηλαδή των υποκειμενικών ορίων του δεδικασμένου, της εκτελεστότητας και της διαπλαστικής ενέργειας αυτής στις έννομες σχέσεις του τρίτου προς τον αντίδικό του. Το δικονομικό δικαίωμα της άσκησης αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης παρέχεται όχι λόγω της πιθανής εκδήλωσης δυσμενών ενεργειών της απόφασης σε βάρος τρίτου, αλλά λόγω της δεσμευτικότητας αυτών που θα κριθούν στην ήδη εκκρεμή δίκη, όσον αφορά στις σχέσεις του παρεμβαίνοντος προς τον αντίδικό του, χωρίς να υπάρχει δυνατότητα άλλης διαδικασίας. Με την άσκηση της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης ο παρεμβαίνων, χωρίς να εισάγει στη δίκη μια νέα έννομη σχέση, αντιδικεί για την ήδη εκκρεμή έννομη σχέση, η διάγνωση της οποίας επισύρει την επέκταση της ισχύος της απόφασης. Η ασκούμενη κατά το άρθρο 83 του ΚΠολΔ αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση δημιουργεί περιορισμένου περιεχομένου επιγενόμενη αναγκαία ομοδικία του παρεμβαίνοντος με το διάδικο υπέρ του οποίου η παρέμβαση, στο μέτρο που ο παρεμβαίνων θεωρείται κατά πλάσμα δικαίου ως αναγκαίος ομόδικος με τις παρεχόμενες δικονομικές εξουσίες αυτού, χωρίς, όμως, να έχει στη διάθεσή του διαδικαστικές ευχέρειες που προσιδιάζουν αποκλειστικά στο πρόσωπο του κυρίου διαδίκου (ΑΠ 1260/2019 στον ιστότοπο Αρείου Πάγου). Ως αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση πρέπει να θεωρηθεί και εκείνη, την οποία ασκεί αυτός που έγινε διάδοχος του διαδίκου όσο διαρκούσε η δίκη ή μετά το πέρας αυτής (άρθρο 225 παρ. 2 του ΚΠολΔ), αφού το δεδικασμένο από τη δίκη ισχύει υπέρ και κατά αυτού κατά το άρθρο 325 αριθ. 2 του ΚΠολΔ (ΑΠ 1343/2022 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1564/2017 ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1 περ. γ’ του Ν. 4354/2015, “Τα δικαιώματα που απορρέουν από τις μεταβιβαζόμενες λόγω πώλησης απαιτήσεις δύνανται να ασκούνται μόνο μέσω των εταιριών διαχείρισης της παρούσας παραγράφου. Οι μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις από δάνεια και πιστώσεις λογίζονται ως τραπεζικές και μετά τη μεταβίβασή τους. Οι Εταιρίες διαχείρισης απαιτήσεων ευθύνονται για όλες τις υποχρεώσεις απέναντι στο Δημόσιο και σε τρίτους, οι οποίες βαρύνουν τις εταιρίες απόκτησης απαιτήσεων και απορρέουν από τις μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις”. Επίσης, σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 4 του άρθρου 2 του Ν. 4354/2015, “Οι Εταιρίες Διαχείρισης νομιμοποιούνται, ως μη δικαιούχοι διάδικοι, να ασκήσουν κάθε ένδικο βοήθημα και να προβαίνουν σε κάθε άλλη δικαστική ενέργεια για την είσπραξη των υπό διαχείριση απαιτήσεων, καθώς και να κινούν, παρίστανται ή συμμετέχουν σε προπτωχευτικές διαδικασίες εξυγίανσης, πτωχευτικές διαδικασίες αφερεγγυότητας, διαδικασίες διευθέτησης οφειλών και ειδικής διαχείρισης των άρθρων 61 επ. του Ν. 4307/2014. Εφόσον οι Εταιρίες συμμετέχουν σε οποιαδήποτε δίκη με την ιδιότητα του μη δικαιούχου διαδίκου το δεδικασμένο της απόφασης καταλαμβάνει και τον δικαιούχο της απαίτησης”. Επιπλέον, όπως αποφάνθηκε η Ολομέλεια του Αρείου Πάγου με την υπ’ αριθ. 1/2023 απόφασή της, κατά την παράλληλη και συνδυαστική εφαρμογή των Ν. 4354/2015 και Ν. 3156/2003, οι Εταιρείες Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις (Ε.Δ.Α.Δ.Π) έχουν την κατ’ εξαίρεση νομιμοποίηση του άρθρου 2 παρ. 4 του Ν. 4354/2015, προς άσκηση κάθε ένδικου βοηθήματος και κάθε άλλης δικαστικής ενέργειας προς είσπραξη των υπό διαχείριση απαιτήσεων, ανεξάρτητα από το ειδικότερο νομικό πλαίσιο, με βάση το οποίο συντελείται η μεταβίβαση των υπό διαχείριση απαιτήσεων, δηλαδή ακόμη και όταν η μεταβίβαση των απαιτήσεων και η ανάθεση της διαχείρισής τους στις εν λόγω εταιρείες συντελείται, σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 3156/2003, για την τιτλοποίηση των απαιτήσεων (ΕφΛαρ 45/2025 ΝΟΜΟΣ). Στην προκειμένη περίπτωση, η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «……………..» άσκησε το πρώτον, ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, την από 29.09.2025 πρόσθετη παρέμβαση υπέρ των εφεσίβλητων, ήτοι της καθ’ ης η ανακοπή – καθ’ ης οι πρόσθετοι λόγοι ανακοπής ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «………………..» και της προσθέτως παρεμβαίνουσας ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, δηλαδή της ίδιας ως άνω ανώνυμης εταιρείας με την ιδιότητα της, όμως, ως διαχειρίστριας των απαιτήσεων της πρώτης ειδικής διαδόχου, αλλοδαπής εταιρίας με την επωνυμία «………………», της καθ’ ης η ανακοπή – καθ’ ης οι πρόσθετοι λόγοι ανακοπής ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «………………..», κατόπιν μεταβίβασης στο πλαίσιο τιτλοποίησης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 3156/2003, δυνάμει της από 25.06.2021 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης απαιτήσεων που καταχωρήθηκε νόμιμα στα βιβλία του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών, στις οποίες περιλαμβάνονταν και η επίδικη απαίτηση, η οποία απορρέει από την υπ’ αριθ. …………./01.04.2009 σύμβαση πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό που καταρτίσθηκε μεταξύ της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «……………..» ως πιστώτριας, της πρώτης ανακόπτουσας ως πιστούχου και του δεύτερου ανακόπτοντος ως εγγυητή υπέρ αυτής, και βάσει της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ’ αριθ. ……./2014 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, επικαλούμενη ως έννομο συμφέρον της το γεγονός ότι δυνάμει της από 06.06.2025 σύμβασης διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων που καταχωρήθηκε νόμιμα στα βιβλία του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών, είναι, πλέον, διαχειρίστρια των τιτλοποιημένων απαιτήσεων της αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία «…………….», η οποία κατέστη, μετά την επέλευση της εκκρεμοδικίας, δεύτερη διαδοχικά ειδική διάδοχος της ως άνω ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «………………..», δυνάμει της από 06.06.2025 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης απαιτήσεων που καταχωρήθηκε νόμιμα στα βιβλία του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών, η οποία είχε αρχικά εκχωρήσει και μεταβιβάσει τις απαιτήσεις της από δάνεια και πιστώσεις, δυνάμει της από 25.06.2021 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης απαιτήσεων που καταχωρήθηκε νόμιμα στα βιβλία του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών, στην αλλοδαπή εταιρία ειδικού σκοπού με την επωνυμία «……………….», η οποία στη συνέχεια επαναμεταβίβασε τις απαιτήσεις από δάνεια και πιστώσεις, δυνάμει της από 28.04.2025 σύμβασης επανεκχώρησης και μεταβίβασης απαιτήσεων που καταχωρήθηκε νόμιμα στα βιβλία του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών, στην ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία «……………….», ζητώντας να γίνει δεκτή η πρόσθετη παρέμβαση και να απορριφθεί η υπό κρίση έφεση προκειμένου να απορριφθεί η ανακοπή και οι πρόσθετοι λόγοι ανακοπής των εκκαλούντων – ανακοπτόντων – ασκούντων πρόσθετους λόγους ανακοπής – καθ’ ων η πρόσθετη παρέμβαση και να καταδικασθούν οι τελευταίοι στην πληρωμή των δικαστικών της εξόδων. Από την παραδεκτή, στο στάδιο αυτό, επισκόπηση των συναφών με την ενεργητική νομιμοποίηση της προσθέτως παρεμβαίνουσας εγγράφων προκύπτουν τα εξής: Δυνάμει της προσκομιζόμενης υπ’ αριθ. πρωτοκόλλου ……./16.04.2021 απόφασης του Τμήματος Ασφαλιστικών Α.Ε. και Χρηματοπιστωτικών Ιδρυμάτων της Διεύθυνσης Εταιρειών της Γενικής Διεύθυνσης Αγοράς της Γενικής Γραμματείας Εμπορίου και Προστασίας Καταναλωτή του Υπουργείου Ανάπτυξης και Επενδύσεων, εγκρίθηκε η διάσπαση, δι’ απόσχισης του κλάδου της τραπεζικής δραστηριότητας, της καθ’ ης η ανακοπή – καθ’ ης οι πρόσθετοι λόγοι ανακοπής ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «……………….» (η «διασπώμενη») με σύσταση νέας εταιρίας – πιστωτικού ιδρύματος με την επωνυμία «……………….» (η «Επωφελούμενη»), βάσει των διατάξεων του άρθρου 16 του Ν. 2515/1997, των άρθρων 54 παρ. 3, 57 παρ. 3, 59 έως 74 και 140 παρ. 3 του Ν. 4601/2019 και του άρθρου 145 του Ν. 4261/2014, όπως ισχύουν, η δε εγκριτική απόφαση καταχωρήθηκε στο Γ.Ε.ΜΗ. στις μερίδες και των δύο εταιρειών (Διασπώμενης και Επωφελούμενης). Δυνάμει της από 25.06.2021 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης απαιτήσεων που καταχωρήθηκε νόμιμα στα βιβλία του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών με αριθμό πρωτ. …/28.06.2021, στον τόμο …. με αύξοντα αριθμό ……, η καθ’ ης η ανακοπή – καθ’ ης οι πρόσθετοι λόγοι ανακοπής ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία «…………….», μεταβίβασε στην αλλοδαπή εταιρία με την επωνυμία «……………..», στο πλαίσιο τιτλοποίησης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 3156/2003, μεταξύ άλλων απαιτήσεων, και την επίδικη απαίτηση, η οποία απορρέει από την υπ’ αριθ. ……/01.04.2009 σύμβαση πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό που καταρτίσθηκε μεταξύ της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «………… …….» ως πιστώτριας, της πρώτης ανακόπτουσας ως πιστούχου και του δεύτερου ανακόπτοντος ως εγγυητή υπέρ αυτής, και βάσει της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ’ αριθ. ……./2014 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς. Στη συνέχεια, δυνάμει της από 28.04.2025 σύμβασης επανεκχώρησης και μεταβίβασης απαιτήσεων που καταχωρήθηκε νόμιμα στα βιβλία του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών, η αλλοδαπή εταιρία ειδικού σκοπού με την επωνυμία «……………..» επαναμεταβίβασε τις απαιτήσεις από δάνεια και πιστώσεις στην καθ’ ης η ανακοπή – καθ’ ης οι πρόσθετοι λόγοι ανακοπής ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία «………….». Ακολούθως, δυνάμει της από 06.06.2025 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης απαιτήσεων που καταχωρήθηκε νόμιμα στα βιβλία του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών με αριθμό πρωτ. …../06.06.2025, στον τόμο …. με αύξοντα αριθμό …., η καθ’ ης η ανακοπή – καθ’ ης οι πρόσθετοι λόγοι ανακοπής ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία «……………» μεταβίβασε στην αλλοδαπή εταιρεία ειδικού σκοπού με την επωνυμία «………………..» στο πλαίσιο τιτλοποίησης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 3156/2003, μεταξύ άλλων απαιτήσεων, και την επίδικη απαίτηση, και έτσι η τελευταία κατέστη, μετά την επέλευση της εκκρεμοδικίας, δεύτερη διαδοχικά ειδική διάδοχος της καθ’ ης η ανακοπή– καθ’ ης οι πρόσθετοι λόγοι ανακοπής. Δυνάμει της από 06.06.2025 σύμβασης διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων που καταχωρήθηκε νόμιμα στα βιβλία του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών με αριθμό πρωτ. …./06.06.2025, στον τόμο …. με αύξοντα αριθμό ….., η αλλοδαπή εταιρεία ειδικού σκοπού με την επωνυμία «………………» ανέθεσε τη διαχείριση των τιτλοποιημένων απαιτήσεων της στην προσθέτως παρεμβαίνουσα ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «……………….», η οποία έχει νόμιμα αδειοδοτηθεί και ελέγχεται από την Τράπεζα της Ελλάδος, ως εταιρεία διαχείρισης απαιτήσεων, σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 4354/2015. Κατόπιν τούτων, η ως άνω πρόσθετη παρέμβαση, η οποία ασκήθηκε από τη διαχειρίστρια ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «…………….», σύμφωνα και με την προαναφερόμενη νομική σκέψη, έχει σαφώς χαρακτήρα αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης (άρθρο 83 του ΚΠολΔ), ενώ παραδεκτώς και νομίμως ασκήθηκε, κατ’ άρθρα 80 και 83 του ΚΠολΔ, το πρώτον στην προκειμένη δίκη, που ανοίχθηκε με την ένδικη έφεση, αφού αυτή είχε έννομο συμφέρον να παρέμβει αυτοτελώς ως μη δικαιούχος διάδικος και διαχειρίστρια της ένδικης απαίτησης που απορρέει από την υπ’ αριθ. ……………/01.04.2009 σύμβαση πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό, με αποτέλεσμα μεταξύ της κύριας διαδίκου πρώτης εφεσίβλητης – καθ’ ης η ανακοπή – καθ’ ης οι πρόσθετοι λόγοι ανακοπής και της προσθέτως υπέρ αυτής παρεμβαίνουσας να δημιουργείται σχέση επιγενόμενης αναγκαίας ομοδικίας, καθόσον η ισχύς της εκδοθησόμενης απόφασης, δηλαδή το εξ αυτής παραγόμενο δεδικασμένο, η εκτελεστότητα και η τυχόν διαπλαστική ενέργεια, καταλαμβάνουν και την ειδική διάδοχο της πρώτης εφεσίβλητης – καθ’ ης η ανακοπή – καθ’ ης οι πρόσθετοι λόγοι ανακοπής, μετά την έναρξη της εκκρεμοδικίας, και συγκεκριμένα μετά την αναβίωση αυτής με την άσκηση της υπό κρίση έφεσης, αλλοδαπή εταιρεία ειδικού σκοπού με την επωνυμία «…………………», καθόσον η υπόθεση αφορά τη μεταβιβασθείσα προς αυτήν έννομη σχέση, από την οποία απορρέει η ένδικη απαίτηση που επιδικάσθηκε με την προσβαλλόμενη υπ’ αριθ. ……/2014 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς. Η υπό κρίση πρόσθετη παρέμβαση, συνεκδικαζόμενη με την υπό κρίση έφεση, διότι έτσι διευκολύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων (άρθρα 246 και 524 παρ. 1 του ΚΠολΔ), πέραν του ότι η πρόσθετη παρέμβαση δεν είναι επιδεκτική χωριστής συζήτησης, από εκείνη της εκκρεμούς δίκης, αφού δεν έχει αυτοτέλεια έναντι αυτής, αλλά εξαρτάται από την κύρια δίκη που ανοίχθηκε με την αγωγή ή το ένδικο μέσο, από την οποία δεν μπορεί να χωριστεί (βλ. σχετ. ΑΠ 1426/2013 ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ 4355/2002 ΕλλΔνη 2004. 206), επιδόθηκε στους διαδίκους της κύριας δίκης νομίμως και εμπροθέσμως δέκα (10) μέρες πριν τη συζήτηση (άρθρο 591 παρ. 1β’ του ΚΠολΔ, όπως διαμορφώθηκε με τα άρθρα 39 και 120 του Ν. 4842/2021 και διορθώθηκε με το άρθρο 65 παρ. 2 του Ν. 4871/2021), και συγκεκριμένα στην υπέρ ης η πρόσθετη παρέμβαση – πρώτη εφεσίβλητη – καθ’ ης η ανακοπή– καθ’ ης οι πρόσθετοι λόγοι ανακοπής (βλ. την υπ’ αριθ. ……./06.10.2025 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών …… ….), αλλά και στους καθ’ ων η πρόσθετη παρέμβαση – εκκαλούντες – ανακόπτοντες – ασκούντες πρόσθετους λόγους ανακοπής (βλ. την υπ’ αριθ. …../14.10.2025 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών ……… και την υπ’ αριθ. …………../06.10.2025 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Αθηνών ………..). Κατά συνέπεια, εφόσον με την αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση, κατ’ άρθρα 80 και 83 του ΚΠΔ, δημιουργήθηκε μεταξύ της προσθέτως παρεμβαίνουσας και της κυρίας διαδίκου – υπέρ ης η πρόσθετη παρέμβαση – πρώτης εφεσίβλητης – καθ’ ης η ανακοπή – καθ’ ης οι πρόσθετοι λόγοι ανακοπής σχέση επιγενόμενης αναγκαίας ομοδικίας, αυτή δε, καίτοι κλητεύθηκε για τη συζήτηση της κρινόμενης έφεσης από τους επισπεύδοντες αυτή εκκαλούντες – ανακόπτοντες – ασκούντες πρόσθετους λόγους ανακοπής, όπως προκύπτει από την έκθεση κατάθεσης και ορισμού δικασίμου με αριθμό γενικό …./11.04.2025 και ειδικό ……/11.04.2025 της γραμματέως του Εφετείου Πειραιώς που υπάρχει συνημμένη στην από 26.03.2025 έφεση, σύμφωνα με την οποία με μέριμνα της πληρεξούσιας δικηγόρου των εκκαλούντων – ανακοπτόντων – ασκούντων πρόσθετους λόγους ανακοπής ………….. ορίστηκε νόμιμα ως δικάσιμος για την εκδίκαση της ένδικης έφεσης ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου η 16.10.2025 και κατόπιν αναβολής η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας, σε συνδυασμό με την προσκομιζόμενη υπ’ αριθ. …../16.04.2025 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Πειραιώς ……………, δεν εμφανίστηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε με νόμιμο τρόπο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης και δεν έλαβε μέρος κατά τη συζήτηση, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης αυτού του Δικαστηρίου, και συνεπώς, δεδομένου ότι κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 του ΚΠολΔ, που ισχύει και επί ενδίκων μέσων κατ’ άρθρο 498 παρ. 2 εδ. β’ του ΚΠολΔ, η εξ αναβολής αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο επέχει θέση κλήτευσης όλων των διαδίκων (βλ. ΑΠ 556/2009 Δ 2009. 1051, ΕφΑθ 7913/2007 ΕλλΔνη 49. 870), θεωρείται η υπέρ ης η πρόσθετη παρέμβαση – πρώτη εφεσίβλητη – καθ’ ης η ανακοπή – καθ’ ης οι πρόσθετοι λόγοι ανακοπής ότι αντιπροσωπεύεται από την αναγκαία ομόδικό της προσθέτως παρεμβαίνουσα, κατά τα αναλυτικά εκτιθέμενα στην ως άνω νομική σκέψη, και ως εκ τούτου η συζήτηση θα χωρήσει σαν να ήταν παρούσα και η υπέρ ης η πρόσθετη παρέμβαση – πρώτη εφεσίβλητη – καθ’ ης η ανακοπή -– καθ’ ης οι πρόσθετοι λόγοι ανακοπής (άρθρο 524 παρ. 4 εδ. α’ του ΚΠολΔ).
Κατά το άρθρο 2 παρ. 6 του Ν. 2251/1994 που έχει τίτλο “προστασία καταναλωτών”, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το Ν. 3587/2007, και έχει εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση αφού η καταχρηστικότητα ενός Γ.Ο.Σ. κρίνεται σύμφωνα με το δίκαιο που ισχύει κατά το χρόνο που γίνεται η χρήση αυτού και όχι κατά το χρόνο που διατυπώθηκε (ΟλΑΠ 15/2007 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 387/2020 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1010/2019 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1242/2017 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 788/2018 ΝΟΜΟΣ), οι όροι που έχουν διαμορφωθεί εκ των προτέρων για μελλοντικές συμβάσεις (γενικοί όροι των συναλλαγών) απαγορεύονται και είναι άκυροι αν έχουν ως αποτέλεσμα τη σημαντική διατάραξη της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων σε βάρος του καταναλωτή, ο δε καταχρηστικός χαρακτήρας γενικού όρου ενσωματωμένου σε σύμβαση κρίνεται αφού ληφθούν υπόψη η φύση των αγαθών ή υπηρεσιών που αφορά η σύμβαση, ο σκοπός της, το σύνολο των ειδικών συνθηκών κατά τη σύναψη της και όλες οι υπόλοιπες ρήτρες της σύμβασης ή άλλης σύμβασης από την οποία αυτή εξαρτάται. Εκτός από την ανωτέρω γενική ρήτρα για την καταχρηστικότητα των Γ.Ο.Σ., συνεπεία διατάραξης της συμβατικής ισορροπίας, στην παρ. 7 του ιδίου ως άνω άρθρου 2 παρατίθεται ενδεικτικός κατάλογος ειδικών καταχρηστικών Γ.Ο.Σ., θεωρουμένων κατ’ αμάχητο τεκμήριο καταχρηστικών. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 4 περ. α’ του ιδίου ως άνω Ν. 2251/1994, ως καταναλωτής νοείται κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή ενώσεις προσώπων χωρίς νομική προσωπικότητα για τα οποία προορίζονται τα προϊόντα ή οι υπηρεσίες που προσφέρονται στην αγορά και τα οποία κάνουν χρήση των προϊόντων ή των υπηρεσιών αυτών, εφόσον αποτελούν τον τελικό αποδέκτη τους. Καταναλωτής είναι επίσης και κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που εγγυάται υπέρ καταναλωτή, εφόσον δεν ενεργεί στο πλαίσιο της επαγγελματικής ή επιχειρηματικής δραστηριότητας του. Ειδικότερα, καταναλωτής, σύμφωνα με την προαναφερομένη διάταξη του Ν. 2251/1994, που είναι άξιος της σχετικής προστασίας του, είναι το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που αποκτά το προϊόν ή τις υπηρεσίες για ικανοποίηση όχι μόνο των ατομικών, αλλά και των επαγγελματικών του αναγκών, αρκούντος απλώς και μόνον του γεγονότος ότι είναι ο τελικός αποδέκτης τούτων (ΑΠ 1738/2009 ΝΟΜΟΣ). Τέτοιος δε τελικός αποδέκτης, και όχι ενδιάμεσος, είναι εκείνος, που αναλίσκει ή χρησιμοποιεί το πράγμα σύμφωνα με τον προορισμό του, χωρίς να έχει την πρόθεση να το μεταβιβάσει αυτούσιο ή ύστερα από επεξεργασία σε άλλους αγοραστές, καθώς και αυτός που χρησιμοποιεί ο ίδιος την υπηρεσία και δεν τη διοχετεύει σε τρίτους. Η ανωτέρω έννοια του καταναλωτή, κατά το Ν. 2251/1994, αποσκοπεί στη διεύρυνση του υποκειμενικού πεδίου εφαρμογής των προστατευτικών κανόνων αυτού, διότι οι ορισμοί του προϊσχύσαντος Ν. 1961/1991, που περιόριζαν την έννοια του καταναλωτή σ’ αυτόν που αποκτά προϊόντα ή υπηρεσίες για την ικανοποίηση μη επαγγελματικών του αναγκών, απέκλειαν ευρύτατες κατηγορίες καταναλωτών. Περαιτέρω, στο πλαίσιο της ελληνικής έννομης τάξης, δεν έχουν θεσπισθεί ειδικές νομοθετικές ρυθμίσεις που να αφορούν αμέσως τις προϋποθέσεις και την έκταση του ελέγχου των ΓΟΣ τραπεζών. Δεδομένης όμως της διαρκούς επέκτασης των μαζικών συναλλαγών με συνέπεια τη συνηθέστατη προσχώρηση του ασθενέστερου οικονομικά μέρους σε μονομερώς διατυπωμένους όρους πρέπει να γίνει δεκτή η επέκταση της προστασίας του καταναλωτή και στις τραπεζικές συναλλαγές. Και τούτο διότι από την ευρεία, ως ανωτέρω, διατύπωση της διάταξης του άρθρου 1 παρ. 4 περ. α’ του Ν. 2251/1994 δεν συνάγεται πρόθεση του νομοθέτη να αποκλείσει από το πεδίο εφαρμογής του νόμου τις συναλλαγές αυτές. Εξάλλου, οι συνήθεις τραπεζικές υπηρεσίες, μεταξύ των οποίων και η χορήγηση δανείων και πιστώσεων, απευθύνονται πάντοτε στον τελικό τους αποδέκτη, διότι αναλώνονται με τη χρήση τους. Υπό την εκδοχή αυτή, οι ως άνω τραπεζικές υπηρεσίες είναι παροχές προς τελικούς αποδέκτες, ακόμη και όταν αυτοί είναι έμποροι ή επαγγελματίες και χρησιμοποιούν αυτές για την ικανοποίηση επιχειρηματικών ή επαγγελματικών τους αναγκών, αναλισκόμενες αμέσως από τους ίδιους στο πλαίσιο τραπεζικής συναλλαγής και όχι ενδιάμεσης προς περαιτέρω μεταβίβαση τους. Έτσι υπάγονται στην προστασία του Ν. 2251/1994 όχι μόνο οι τραπεζικές υπηρεσίες, που από τη φύση τους απευθύνονται σε ιδιώτες πελάτες για την εξυπηρέτηση προσωπικών τους αναγκών, αλλά και αυτές που απευθύνονται σε επαγγελματίες, όπως είναι η χορήγηση δανείων και πιστώσεων για την εξυπηρέτηση επαγγελματικών ή επιχειρηματικών αναγκών. Επιπροσθέτως, μέχρι την αντικατάσταση του Ν. 2251/1994 με το Ν. 3587/2007 δεν υπήρχε στην ελληνική έννομη τάξη ρύθμιση προστασίας ως καταναλωτή του εγγυητή γενικώς και ειδικότερα του εγγυητή επαγγελματικού ή επιχειρηματικού δανείου. Ωστόσο, λόγω του παρεπομένου χαρακτήρα της εγγυητικής σύμβασης έναντι της κύριας οφειλής, κατ’ άρθρο 847 ΑΚ, πρέπει να γίνει δεκτό ότι, όταν ο πρωτοφειλέτης – δανειολήπτης επαγγελματικού ή επιχειρηματικού δανείου έχει την ιδιότητα του καταναλωτή ως τελικός αποδέκτης τούτου και τυγχάνει προστασίας του άνω νόμου, της ιδίας προστασίας πρέπει να τυγχάνει και ο εγγυητής αυτού, εφόσον η εγγύηση δεν εντάσσεται στο πλαίσιο της επιχειρηματικής ή επαγγελματικής δραστηριότητας του τελευταίου και τούτο διότι δεν δικαιολογείται δυσμενέστερη αντιμετώπιση του εγγυητή από τον πρωτοφειλέτη. Η εκδοχή αυτή ενισχύεται, άλλωστε, και από το γεγονός ότι, σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 4 περ. ββ του ιδίου ως άνω νόμου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ. 5 του Ν. 3587/2007, εντάσσεται ήδη ρητώς στο προστατευτικό πεδίο αυτού και κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που εγγυάται υπέρ καταναλωτή, εφόσον δεν ενεργεί στο πλαίσιο της επαγγελματικής ή επιχειρηματικής δραστηριότητας του (ΟλΑΠ 13/2015 ΧΡΙΔ 2015. 675, ΑΠ 1137/2019 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1463/2017 ΝΟΜΟΣ). Εξάλλου, η κατά το άρθρο 632 του ΚΠολΔ ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής, η οποία αποτελεί ειδική μορφή της ανακοπής των άρθρων 583 επ. του ίδιου κώδικα και έχει ως αντικείμενο τον έλεγχο της κατά νόμο ορθότητας της έκδοσης της διαταγής πληρωμής, ασκείται όπως και η αγωγή και πρέπει στο δικόγραφό της να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο όλοι οι λόγοι κατά του κύρους της διαταγής πληρωμής (ΑΠ 245/2016 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1652/2014 ΝΟΜΟΣ). Μόνο το περιεχόμενο της ανακοπής και εκείνο των τυχόν ασκηθέντων πρόσθετων λόγων της οριοθετεί το αντικείμενο της δίκης επί της ανακοπής και δεν επιτρέπεται συμπλήρωση ή μεταβολή της ιστορικής βάσης των λόγων της ανακοπής με τις προτάσεις ή την έφεση (ΑΠ 1/2017 ΝΟΜΟΣ), βάσει δε της ισχύουσας και στη δίκη της ανακοπής αρχής της συζήτησης, το δικαστήριο δεν δικαιούται να εξετάσει αυτεπαγγέλτως πλημμέλειες της διαταγής πληρωμής που δεν προτάθηκαν παραδεκτά με κύριο ή πρόσθετο λόγο ανακοπής (ΑΠ 370/2012 ΝΟΜΟΣ). Νέοι λόγοι, μη περιεχόμενοι στο δικόγραφο της ανακοπής, δεν επιτρέπεται να προταθούν από τον ανακόπτοντα για πρώτη φορά με τρόπο διάφορο του οριζομένου στο άρθρο 585 παρ. 2 εδ. β’ του ΚΠολΔ και δη με τις έγγραφες προτάσεις του ανακόπτοντα στην πρωτοβάθμια ή δευτεροβάθμια δίκη, λόγω της ειδικότητας της πιο πάνω διάταξης (ΑΠ 1943/2009 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 916/2002 ΝΟΜΟΣ). Τυχόν αοριστία λόγου ανακοπής, η οποία περιέχεται στο αρχικό δικόγραφο, μπορεί παραδεκτά να συμπληρωθεί μόνο με πρόσθετο λόγο ανακοπής, σε ιδιαίτερο δικόγραφο, με τους όρους του άρθρου 585 του ΚΠολΔ (ΑΠ 916/2002 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 758/2002 ΝΟΜΟΣ). Τούτο, δεν συνιστά, ανεπίτρεπτη κατ’ άρθρο του 224 ΚΠολΔ μεταβολή, εφόσον: α) επιτρέπεται, κατά τον ως άνω τρόπο, η υποβολή πρόσθετων λόγων ανακοπής, και με αυτή εισάγεται, απόκλιση από το άρθρο 224 του ΚΠολΔ, ενώ διαφορετική προσέγγιση, θα οδηγούσε, στην αναίρεση της ratio της παραπάνω διάταξης, β) αφού, μάλιστα, ο ανακόπτων είχε δυνατότητα να προτείνει ένα εντελώς νέο λόγο, θα ήταν λογικά ανακόλουθο, να μη μπορεί να θεραπεύσει αοριστία του κύριου λόγου της ανακοπής του (βλ. Μακρίδου, Η αόριστη αγωγή και οι δυνατότητες της θεραπείας της, έκδ. 2006, σελ. 74, Γ. Διαμαντόπουλο (γνωμοδ.) σε ΕλλΔνη 2009, σελ. 70, 75). Εάν, όμως, το δικόγραφο της ανακοπής περιέχει ένα μόνο λόγο, στο σύνολό του, ή σε ένα μόνο λόγο περιορίζεται η άσκησή του, τότε δεν μπορεί να χωρήσει θεραπεία της αοριστίας αυτής κατά τον ως άνω τρόπο (ΑΠ 2165/2013 δημοσιευμένη στην ιστοσελίδα ΑΠ, Γ. Διαμαντόπουλος, ό.π. σελ. 76). Με την ανακοπή από το ανωτέρω άρθρο ο ανακόπτων οφειλέτης μπορεί να επικαλεσθεί ως λόγους ακύρωσης της σε βάρος του διαταγής πληρωμής, είτε την έλλειψη των διαδικαστικών (τυπικών) προϋποθέσεων που απαιτούνται για την έκδοση διαταγής πληρωμής, είτε ενστάσεις κατά της απαίτησης, ήτοι τη βασιμότητα ή το ύψος αυτής (ΑΠ 1443/2017 ΝΟΜΟΣ). Ωστόσο, το ενδεχόμενο προβολής ενστάσεων κατά της απαίτησης, είτε καταχρηστικών (εφόσον τα σχετικά δικαιοκωλυτικά ή δικαιοφθόρα γεγονότα δεν προκύπτουν από τα υποβαλλόμενα στο δικαστή στοιχεία), είτε γνησίων, δεν αφορά την απαιτούμενη κατά την παράγραφο 1 του άνω άρθρου 624 βεβαιότητα της αξίωσης, και συνεπώς δεν αναιρεί τη δυνατότητα έκδοσης διαταγής πληρωμής, αφού την έκδοση αυτής δεν εμποδίζει οποιαδήποτε ένσταση που μπορεί να επικαλεσθεί ο οφειλέτης. Αν στην ανακοπή σωρεύονται περισσότεροι από ένας λόγοι, καθένας απ’ αυτούς με διαφορετική πραγματική και νομική βάση συνιστά ιδιαίτερη ανακοπή, οπότε υπάρχει αντικειμενική σώρευση ανακοπών, κατ’ ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 218 παρ. 1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 1943/2017 ΝΟΜΟΣ). Για το ορισμένο του λόγου της ανακοπής, που δεν έχει αρνητικό απλώς χαρακτήρα, αλλά χαρακτήρα ένστασης, δεν αρκεί η γενική αμφισβήτηση της ορθότητας του λογαριασμού και του ύψους της απαίτησης, αλλά θα πρέπει να προσδιορίζονται συγκεκριμένα κατ’ ιδίαν κονδύλια του λογαριασμού (ΑΠ 62/2024 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 821/2024 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 123/2023 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1379/2023 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1346/2022 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1138/2020 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 669/2020 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 196/2020 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 999/2019 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1071/2017 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 2210/2013 ΝΟΜΟΣ), δεδομένου ότι, κατά την αληθή έννοια της διάταξης του άρθρου 633 παρ. 1 του ΚΠολΔ, αν ο λόγος της ανακοπής είναι βάσιμος κατά ένα μέρος ή αν με αυτό βάλλεται βασίμως μερικότερο κονδύλιο της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής, αυτή δεν είναι άκυρη στο σύνολό της, αφού δεν συντρέχει νόμιμος λόγος για την ολική ακύρωσή της, αλλά μόνο κατά το μέρος κατά το οποίο ευδοκιμεί η ανακοπή και κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η οφειλή του ανακόπτοντος (ΑΠ 999/2019 ΝΟΜΟΣ). Η αντίθετη άποψη, σύμφωνα με την οποία η εκ μέρους του ανακόπτοντος και επέχοντος θέση εναγομένου στη δίκη της ανακοπής, γενική αμφισβήτηση μέρους του ποσού της απαίτησης στοιχειοθετεί άρνηση της ουσιαστικής προϋπόθεσης του εκκαθαρισμένου της απαίτησης, για την οποία εκδόθηκε η διαταγή πληρωμή, από τον καθ’ ου η ανακοπή και επέχοντα θέση ενάγοντα στη δίκη της ανακοπής, και συνεπώς, ο ανακόπτων δεν οφείλει να επικαλεστεί και αποδείξει τα συγκεκριμένα ποσά που αμφισβητεί ως και τον ορθό, κατά τους ισχυρισμούς του, υπολογισμό αυτών, καταλήγει στο άτοπο καίτοι ο ανακόπτων αποδέχεται ότι οφείλει μέρος της απαίτησης, ισχυρισμός που συνιστά ένσταση, και όχι άρνηση που επιδρά στο εκκαθαρισμένο της απαίτησης, ωστόσο να του επιτρέπεται να προτείνει τούτο όλως αορίστως και κατά παράβαση του σχετικού βάρους αποδείξεως (ΕφΑθ 123/2020 ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ 1646/2006 ΝΟΜΟΣ, ΜονΕφΔωδ 239/2020 ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 522, 535 παρ. 1 και 536 παρ. 1-2 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, μετά την παραδοχή λόγου έφεσης, την εξαφάνιση της εκκαλουμένης και τη διακράτηση της υπόθεσης για την εκδίκασή της από αυτό κατ’ ουσίαν, καθίσταται αρμόδιο να ερευνήσει, αυτεπαγγέλτως, όλα τα ζητήματα που είχαν υποβληθεί πρωτοδίκως, για την οριστική διάγνωση της διαφοράς, και ως εκ τούτου εάν κρίνεται αγωγή με περισσότερες βάσεις, το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα δεν περιορίζεται μόνο στις διατάξεις της απόφασης που πλήττονται με την έφεση, αλλά εκτείνεται και στις μη εξετασθείσες πρωτοδίκως βάσεις, διότι δεν δικάζεται πλέον η έφεση, αλλά η αγωγή (ΑΠ 2039/2014 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1878/2008 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 419/2004 ΝΟΜΟΣ). Στην περίπτωση αυτή το Εφετείο δεν δεσμεύεται, μετά την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης από τον κανόνα του άρθρου 536 παρ. 1 ΚΠολΔ, αλλά μπορεί να καταστήσει και δυσμενέστερη τη θέση του εκκαλούντος (ΑΠ 1408/1999 ΕλλΔνη 41. 737, ΜονΕφΘρ 321/2015 ΝΟΜΟΣ). Τα ίδια ισχύουν και όταν κρίνεται ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής, με την οποία ο ανακόπτων (ο οποίος επέχει εδώ θέση εναγομένου) προβάλλει περισσότερους λόγους ανακοπής, δηλ. σωρεύει περισσότερες βάσεις σ’ αυτή καθώς κάθε λόγος ανακοπής αποτελεί ιδιαίτερη βάση (ΑΠ 13/2010 ΝΟΜΟΣ, ΕφΠειρ 5/2012 ΠειρΝομ 2012. 168). Επομένως, και στην περίπτωση αυτή το Εφετείο, εάν εξαφανίσει την πρωτόδικη απόφαση απορρίπτοντας λόγο της ανακοπής που είχε γίνει δεκτός πρωτοδίκως, οφείλει να εξετάσει και τους λοιπούς λόγους της ανακοπής που δεν είχαν εξεταστεί, υπό την προϋπόθεση βέβαια, ότι οι λόγοι αυτοί είχαν προβληθεί κατά τρόπο ορισμένο και παραδεκτό και ασκούσαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οπότε και υποχρεούται το δικαστήριο της ουσίας να απαντήσει (ΑΠ 1556/2012 ΕΠολΔ 2013. 559, ΑΠ 1286/2012 ΕΠολΔ 2013. 559, ΑΠ 920/2011 ΕΠολΔ 2012. 101, ΑΠ 13/2010 ΝοΒ 2010. 1440, ΑΠ 1568/2009 ΔΕΕ 2010. 65, ΜονΕφΑθ 5/2018 ΝΟΜΟΣ). Στην προκειμένη περίπτωση, οι ανακόπτοντες – ασκούντες πρόσθετους λόγους ανακοπής με τον δεύτερο, τον τρίτο και τον τέταρτο λόγο της ανακοπής εκθέτουν ότι πρέπει να ακυρωθεί η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής και η προσβαλλόμενη επιταγή προς πληρωμή διότι εκδόθηκαν δυνάμει της υπ’ αριθ. ……/01.04.2009 σύμβασης πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό, η οποία καταρτίσθηκε μεταξύ της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «…………….» ως πιστώτριας, της πρώτης ανακόπτουσας ως πιστούχου και του δεύτερου ανακόπτοντος ως εγγυητή υπέρ αυτής, και στην οποία περιλαμβάνονται προδιατυπωμένοι και χωρίς δυνατότητα διαπραγμάτευσης εκ μέρους τους γενικοί όροι των συναλλαγών, οι οποίοι είναι άκυροι ως καταχρηστικοί λόγω της αντίθεσής τους προς την διάταξη του άρθρου 2 παρ. 6 και 7 του Ν. 2251/1994 και οι οποίοι προβλέπουν την εφαρμογή κυμαινόμενου επιτοκίου μονομερώς από την Τράπεζα με αδιαφανή κριτήρια (δεύτερος λόγος ανακοπής), τον παράνομο υπολογισμό τόκων με βάση έτος 360 ημερών (τρίτος λόγος ανακοπής) και τον παράνομο ανατοκισμό της εισφοράς του Ν. 128/1975 (τέταρτος λόγος ανακοπής), ενώ με τον δεύτερο, τον τρίτο και τον τέταρτο λόγο των προσθέτων λόγων ανακοπής εκθέτουν ότι είναι άκυροι ως καταχρηστικοί λόγω της αντίθεσής τους στις ανωτέρω διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 6 και 7 του Ν. 2251/1994, οι περιεχόμενοι στη ένδικη σύμβαση πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό ως άνω γενικοί όροι των συναλλαγών. Ο δεύτερος, ο τρίτος και ο τέταρτος λόγος της ανακοπής, με τους οποίους προβάλουν ακυρότητα των ανωτέρω όρων της ένδικης σύμβασης πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό, παραδεκτώς συμπληρώθηκαν, κατά τα οριζόμενα στη νομική σκέψη, με τον δεύτερο, τον τρίτο και τον τέταρτο λόγο των προσθέτων λόγων ανακοπής, οι δε ανακόπτοντες – ασκούντες πρόσθετους λόγους ανακοπής απολαμβάνουν καταρχήν της προστασίας του Ν. 2251/1994 λόγω της ιδιότητάς τους ως καταναλωτές, σύμφωνα και με όσα προεκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη. Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε αντιθέτως και απέρριψε ως απαράδεκτους τους πρόσθετους λόγους ανακοπής, με την αιτιολογία ότι η ανακοπή δεν περιείχε ένα τουλάχιστο ορισμένο και νόμιμο λόγο, εσφαλμένως το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε, κατά τα υποστηριζόμενα με τον πρώτο και τον δεύτερο λόγο της έφεσης που πρέπει να γίνουν δεκτοί ως και ουσιαστικά βάσιμοι. Κατόπιν τούτων, πρέπει η υπό κρίση έφεση να γίνει δεκτή ως βάσιμη και κατ’ ουσίαν, να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση που απέρριψε την ανακοπή και τους πρόσθετους λόγους ανακοπής ως προς όλες τις διατάξεις της και να διαταχθεί η επιστροφή του καταβληθέντος παράβολου στους καταθέσαντες εκκαλούντες – ανακόπτοντες – ασκούντες πρόσθετους λόγους ανακοπής (άρθρο 495 παρ. 4 του ΚΠολΔ). Ακολούθως πρέπει, αφού κρατηθεί η υπόθεση και δικασθεί από το παρόν Δικαστήριο (άρθρο 535 παρ. 1 του ΚΠολΔ), να ερευνηθούν περαιτέρω οι λόγοι της ανακοπής και οι πρόσθετοι λόγοι ανακοπής, καθόσον, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν στη νομική σκέψη, το Δικαστήριο τούτο υποκαθίσταται πλέον στη θέση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου.
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1 της ΠΔTΕ 1969/08.08.1991 που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του Ν. 1266/1982 (ΦΕΚ A’ 131/29.08.1991), “απαγορεύεται η είσπραξη προμήθειας στα δάνεια, των οποίων το επιτόκιο ορίζεται ελεύθερα από τα πιστωτικά ιδρύματα”, ενώ κατά το κεφάλαιο ΣΤ εδ. α’ της ΠΔTΕ 2501/31.10.2002, που αντικατέστησε την ανωτέρω ΠΔΤΕ 1969/1991, δεν επιτρέπεται η είσπραξη οιασδήποτε προμήθειας στις πάσης φύσεως χορηγήσεις των πιστωτικών ιδρυμάτων. Κατ’ εξαίρεση επιτρέπεται η είσπραξη α) προμήθειας οργάνωσης και διαχείρισης προκειμένου περί κοινοπρακτικών δανείων και β) προμήθειας αδρανείας επί των μη αναληφθέντων ποσών πιστώσεων, ανεξάρτητα από τη μορφή χορήγησης τους. Στην έννοια των πάσης φύσεως προμηθειών του παρόντος κεφαλαίου δεν εμπίπτουν οι αμοιβές για τις παρεχόμενες τυχόν ειδικές υπηρεσίες, εφάπαξ δαπάνες και τα έξοδα υπέρ τρίτων, όπως επί παραδείγματι συμβολαιογραφικά έξοδα εκτίμησης και ελέγχου τίτλων ακινήτου. Αντίθετα, τα πιστωτικά ιδρύματα οφείλουν να παρέχουν κάποια ελάχιστα στοιχεία και πληροφορίες, ώστε οι συναλλασσόμενοι με αυτά να σχηματίζουν πριν από τη σύναψη της σύμβασης σαφή εικόνα για τις παρεχόμενες υπηρεσίες και προϊόντα όταν αυτά δεν αποτελούν αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης, ειδικότερα, δε, ως προς τις χορηγήσεις, το ύψος των αμοιβών για τυχόν παρεπόμενες ειδικές υπηρεσίες, εφάπαξ δαπανών, καθώς και των εξόδων υπέρ τρίτων που εισπράττουν (ΑΠ 368/2019 ΕΠΟΛΔ 2019. 423, ΕφΠατρ 65/2022 ΝΟΜΟΣ, ΕφΠατρ 9/2022 ΝΟΜΟΣ). Με τον πρώτο λόγο της ανακοπής οι ανακόπτοντες – ασκούντες πρόσθετους λόγους ανακοπής ισχυρίζονται ότι, κατ’ εφαρμογή του όρου 3.13 της από 26.11.2009 πρόσθετης πράξης της υπ’ αριθ. ………/01.04.2009 σύμβασης πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό που όριζε ότι «ο πιστούχος επιβαρύνεται με το ποσό των 150,00 ευρώ για την κάλυψη της δαπάνης της τράπεζας για την εξέταση του αιτήματός του για τη χορήγηση της πίστωσης και την αξιολόγηση της πιστοληπτικής ικανότητας και της φερεγγυότητάς του. Το ποσό αυτό οφείλεται σε κάθε περίπτωση υποβολής αιτήματος και ανεξάρτητα από την ικανοποίηση ή μη αυτού, συνεπώς η τράπεζα δικαιούται να ζητήσει από τον πιστούχο να το καταβάλει με την υποβολή του αιτήματος, άλλως χρεώνεται στον λογαριασμό της πίστωσης από την τράπεζα, εξουσιοδοτούμενης προς τούτο ανέκκλητα με την παρούσα από τον πιστούχο», η καθ’ ης η ανακοπή – καθ’ ης οι πρόσθετοι λόγοι ανακοπής χρέωσε την πιστούχο την 26.11.2009 με το ποσό των 150,00 ευρώ ως δαπάνη εξέτασης του αιτήματος για τη χορήγηση της πίστωσης και αξιολόγησης της πιστοληπτικής ικανότητας και της φερεγγυότητας της πιστούχου και ότι η εν λόγω χρέωση, που έχει χαρακτήρα προμήθειας, είναι αφενός παράνομη, αφετέρου επιβλήθηκε με Γ.Ο.Σ., που είναι άκυρος ως καταχρηστικός. Ο λόγος αυτός, κατά το μέρος που επιχειρείται να θεμελιωθεί στις διατάξεις του Ν. 2251/1994 είναι αόριστος, καθόσον ουδόλως αναφέρεται ότι ο εν λόγω Γ.Ο.Σ. επιφέρει σημαντική διατάραξη της ισορροπίας των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων των συμβαλλομένων μερών σε βάρος των ανακοπτόντων – ασκούντων πρόσθετους λόγους ανακοπής, ούτε εκτίθενται τα στοιχεία, με βάση τα οποία ο εν λόγω Γ.Ο.Σ. διαταράσσει, και μάλιστα σημαντικά, την ισορροπία δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων, ώστε να δύναται το Δικαστήριο να κρίνει, στα πλαίσια επίτευξης σχετικής ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων μερών, για την ακυρότητα ή μη ως καταχρηστικού του σχετικού όρου κατ’ άρθρο 2 παρ. 6 του Ν. 2251/1994 (βλ. ΑΠ 350/2016 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 561/2014 ΧρΙΔ 2014. 622). Κατά τα λοιπά και κατά το μέρος που οι ανακόπτοντες – ασκούντες πρόσθετους λόγους ανακοπής επικαλούνται ότι η ως άνω χρέωση είναι παράνομη, ο λόγος είναι μη νόμιμος, αφού, υπό τα εκτιθέμενα στην ανακοπή, το καταβληθέν ποσό των 150,00 ευρώ προβλέπεται ως εφάπαξ δαπάνη προέγκρισης πίστωσης και δεν αφορά σε προμήθειες της καθ’ ης η ανακοπή – καθ’ ης οι πρόσθετοι λόγοι ανακοπής, αλλά αντιθέτως αφορά σε έξοδο, στο οποίο υποβλήθηκε η ίδια στα πλαίσια της λειτουργίας της ένδικης σύμβασης πίστωσης, και το οποίο βαρύνει τους ανακόπτοντες – ασκούντες πρόσθετους λόγους ανακοπής, κατ’ εφαρμογή του προαναφερόμενου όρου 3.13 της από 26.11.2009 πρόσθετης πράξης της υπ’ αριθ. ………../01.04.2009 σύμβασης πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό.
Επί δανειακών τραπεζικών συμβάσεων, το άρθρο 2 παρ. 7 περ. ε’, ια’ του Ν. 2251/1994 αξιώνει τα κριτήρια, με τα οποία καθορίζονται οι όροι αυτών, να αναφέρονται στη σύμβαση, δεδομένου ότι ο νόμος δεν ανέχεται την αοριστία του τιμήματος, παρά μόνο αν υπάρχει σπουδαίος λόγος, οπότε πρέπει να αναφέρονται ειδικώς καθορισμένα και εύλογα κριτήρια (ΕφΑθ 446/2019 ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ 1471/2013 ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ 5101/2011 ΝοΒ 2011. 2139, ΕφΑθ 2386/2006 ΕλλΔνη 2006. 1467, ΕφΑθ 5253/2003 ΕΕμπΔ 2003. 643). Περαιτέρω, με το άρθρο 1 του Ν. 1266/1982 καταργήθηκαν η Νομισματική Επιτροπή και οι υποεπιτροπές της και, παράλληλα, ορίστηκε ότι οι αρμοδιότητές της, με εξαίρεση τις αναφερόμενες περιπτώσεις των άρθρων 2 και 3, μεταβιβάστηκαν αυτοδικαίως στην Τράπεζα της Ελλάδος και ασκούνται με πράξεις του Διοικητή της ή οργάνων της εξουσιοδοτημένων από τον διοικητή, στο πλαίσιο της κυβερνητικής πολιτικής. Σε εκτέλεση των διατάξεων αυτών, εκδόθηκε η υπ’ αριθ. 336/29.02.1984 απόφαση του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος, με την οποία συστήθηκε η Επιτροπή Νομισματικών και Πιστωτικών Θεμάτων, που, με την υπ’ αριθ. 2435/26.06.1998 πράξη του, μετονομάσθηκε σε Επιτροπή Τραπεζικών και Πιστωτικών Θεμάτων, στις αρμοδιότητες της οποίας περιλαμβάνονται, πλην άλλων, και η έκδοση αποφάσεων που αφορούν στους όρους λειτουργίας των πιστωτικών και χρηματοδοτικών ιδρυμάτων. Οι εκδιδόμενες από την εν λόγω Επιτροπή αποφάσεις, κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 1 του Ν. 1266/1982, έχουν κανονιστικό χαρακτήρα και αποτελούν κανόνες ουσιαστικού δικαίου. Αντίστοιχου περιεχομένου είναι η διάταξη του άρθρου 25 παρ. 6 του Ν. 3601/2007, κατά τους ορισμούς της οποίας «Η Τράπεζα της Ελλάδος δύναται να θεσπίζει κανόνες σχετικά με τις πληροφορίες και τα στοιχεία που τα πιστωτικά ιδρύματα και τα λοιπά εποπτευόμενα από αυτήν πρόσωπα οφείλουν να παρέχουν στους συναλλασσόμενους με αυτά ως προς τους όρους των συναλλαγών τους, για τη διασφάλιση της διαφάνειας και σαφήνειας». Στο πλαίσιο αυτό, με τις περιπτώσεις «i» και «iν» της παρ. 2 εδ. α’ του κεφαλαίου Β’ της ΠΔΤΕ 2501/31.10.2002 (ΦΕΚ Α’ 277/18.11.2002) ορίστηκε ότι τα πιστωτικά ιδρύματα οφείλουν, κατ’ ελάχιστο, να παρέχουν πληροφορίες σχετικές με «το ύψος των βασικών επιτοκίων χορηγήσεων, στα οποία συμπεριλαμβάνονται όλες οι τυχόν χρηματοοικονομικές επιβαρύνσεις των πιστωτικών ιδρυμάτων, και το ύψος του περιθωρίου επιτοκίου (spread), όπου αυτό εφαρμόζεται. Επιπλέον, αναφέρονται χωριστά οι ειδικές εισφορές, οι φόροι και τα τέλη που προβλέπονται από την ισχύουσα νομοθεσία (είδος και ποσό ή ποσοστό)», καθώς και «σε περιπτώσεις δανειακών συμβάσεων με κυμαινόμενο επιτόκιο, το γενικό επιτόκιο αναφοράς, σαφώς προσδιορισμένο με βάση τα ισχύοντα επιτόκια των χρηματαγορών, τις περιόδους ισχύος του, καθώς και πληροφόρηση σχετικά με βασικούς παράγοντες, η ενδεχόμενη μεταβολή των οποίων θα επηρεάσει το συνολικό κόστος του αντίστοιχου δανείου (όπως π.χ. παρεμβατικά επιτόκια Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας)». Περαιτέρω, με τα εδάφια «α» και «β» της παρ. 2 της απόφασης 178/3/2004 της ΕΤΠΘ (ΦΕΚ Α’ 152/09.08.2004), ορίζεται ότι: «α) Η παρ. 2 εδ. α’ (iν) του Κεφαλαίου Β’ της ΠΔΤΕ 2501/31.10.2002 περί κυμαινόμενου επιτοκίου είναι σύμφωνη με την ως άνω αρχή και αποβλέπει στην εξασφάλιση πλήρους διαφάνειας και αποτελεσματικής ενημέρωσης των συναλλασσόμενων σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο μεταβάλλεται το αρχικά καθορισμένο επιτόκιο της δανειακής σύμβασης, β) Η μεταβολή του κυμαινόμενου επιτοκίου συνδέεται αποκλειστικά με δείκτες γενικού και ευρέως προσβάσιμου επιτοκιακού χαρακτήρα όπως παρεμβατικά επιτόκια της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, euribor, απόδοση ομολόγων, βραχυπρόθεσμων τίτλων κ,λ.π., οι οποίοι πρέπει να αναφέρονται ρητά στη σύμβαση. Στη σύμβαση προσδιορίζεται επίσης ρητά ο τρόπος προσαρμογής του συμβατικού επιτοκίου ως εξής: i) ως το ανώτατο πολλαπλάσιο της εκάστοτε μεταβολής του επιτοκιακού δείκτη ή ii) ως το εκάστοτε προκύπτον άθροισμα του ύψους του επιτοκιακού δείκτη πλέον ενός περιθωρίου καθοριζόμενου μέχρι ενός ανώτατου ορίου. Σε περίπτωση που επιλεγούν περισσότεροι του ενός από τους ως άνω δείκτες πρέπει επίσης να σταθμίζεται στη σύμβαση η συμμετοχή του κάθε δείκτη στη συνολική διαμόρφωση της μεταβολής του κυμαινόμενου επιτοκίου». Εξάλλου, με βάση τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του Ν. 2251/1994, που εφαρμόζονται και επί στεγαστικών δανείων, που χορηγούνται από Τράπεζα, με προμηθευτή την τελευταία και καταναλωτή τον δανειολήπτη, περαιτέρω δε, με βάση και τις πιο πάνω αποφάσεις της ΠΔ/ΤΕ και της ΕΤΠΘ/ΤΕ, γίνεται δεκτό, αφενός μεν, ότι δεν είναι καταχρηστικός ο όρος, με τον οποίο προβλέπεται, σε σύμβαση δανείου, η δυνατότητα μεταβολής του συνομολογηθέντος κυμαινόμενου επιτοκίου σε περίπτωση μεταβολής του βασικού παρεμβατικού επιτοκίου για πράξεις κύριας αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ), οικονομικού μεγέθους που δικαιολογεί τη συμβατική αυτή ρύθμιση, με ανώτατο πολλαπλάσιο αυτής το 200/00 της διαφοράς μεταξύ του προηγούμενου και του νέου παρεμβατικού επιτοκίου, αφού το πολλαπλάσιο αυτό, δεν αποτελεί σημαντική απόκλιση και ουσιαστική διατάραξη της συμβατικής ισορροπίας (με την έννοια της «απόκλισης» από τις καθοδηγητικού και μόνο χαρακτήρα διατάξεις του ενδοτικού δικαίου, στο πλαίσιο των οποίων και εμπίπτει), δοθέντος ότι το διπλάσιο της μεταβολής, κατ’ ανώτατο όριο, δικαιολογημένα μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο συμβατικής ρύθμισης και αφετέρου (αντιθέτως), είναι καταχρηστικός, ως αντίθετος στα άρθρα 2 παρ. 6 και 7 περ. ε’ και ια’ του Ν. 2251/1994, διότι εμφανίζει αοριστία, ο προδιατυπωμένος και περιλαμβανόμενος στους ΓΟΣ όρος, ο οποίος δεν αποτέλεσε αντικείμενο διαπραγμάτευσης και σύμφωνα με τον οποίο επιτρέπεται στην προμηθεύτρια Τράπεζα, ρυθμίζοντας τη διαμόρφωση του κυμαινόμενου επιτοκίου σε σύμβαση δανείου, να προσδιορίζει οποτεδήποτε συμβατικό επιτόκιο, χωρίς να είναι εκ των προτέρων γνωστά στον καταναλωτή πελάτη κριτήρια ειδικά και εύλογα, ήτοι, εν προκειμένω, παραλλήλως προσδιοριζόμενα κριτήρια μεταβολής του κυμαινόμενου συμβατικού επιτοκίου, που, συνδυαζόμενα πάντοτε με την προϋπόθεση μεταβολής του βασικού παρεμβατικού επιτοκίου, αξιολογούνται ως εύλογα και δικαιολογούν τη συμβατική αυτή ρύθμιση, ως αναφερόμενα σε σημαντικά οικονομικά στοιχεία, χωρίς παράλληλα να είναι δυνατός ο περαιτέρω ειδικός προσδιορισμός τους, ώστε να καταλείπονται περιθώρια αξιολόγησής τους ως αορίστων. Τέτοια, δε, παραλλήλως προσδιοριζόμενα, κριτήρια μεταβολής του κυμαινόμενου επιτοκίου, δύναται να αποτελούν οι συνθήκες της αγοράς και του ανταγωνισμού, ο γενικότερος προϊοντικός κίνδυνος και ο κίνδυνος που η Τράπεζα αναλαμβάνει έναντι του κατόχου (ΑΠ 354/2020 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1196/2010 ΝΟΜΟΣ). Ήτοι, συνοψίζοντας, η συνήθης στην τραπεζική πρακτική σύναψη δάνειων με κυμαινόμενο επιτόκιο ουδόλως είναι «per se» παράνομη ή έστω αντικείμενη στο νόμο περί προστασίας του καταναλωτή. Το κρίσιμο, αντιθέτως, είναι αν τα κριτήρια, που τίθενται για τη μεταβολή του επιτοκίου, είναι εύλογα και όχι προδήλως αόριστα, καθώς και το αν η σύναψη του όρου έχει λάβει χώρα υπό όρους διαφάνειας, ήτοι, ιδίως, αν έχει διατυπωθεί κατά τρόπο σαφή, συγκεκριμένο και εύληπτο. Με την υπ’ αριθ. 178/19.07.2004 απόφαση της ΕΤΠΘ/ΤΕ (ΦΕΚ Α’ 1872/26-27.12.2006), ορίστηκε ότι η παρ. 2 εδ. α’ (iν) του κεφαλαίου Β` της ΠΔΤΕ 2501/31.10.2002, περί κυμαινόμενου επιτοκίου, κατά την οποία, η ελάχιστη ενημέρωση, που οφείλουν να παρέχουν τα πιστωτικά ιδρύματα στους συναλλασσόμενους, πριν από τη σύναψη κάποιας σύμβασης και συγκεκριμένα, ως προς τις δανειακές συμβάσεις με κυμαινόμενο επιτόκιο, αφορά στο γενικό επιτόκιο αναφοράς, σαφώς προσδιοριζόμενο, με βάση τα ισχύοντα επιτόκια των χρηματαγορών, τις περιόδους ισχύος του, καθώς και την πληροφόρηση σχετικά με βασικούς παράγοντες, η ενδεχόμενη μεταβολή των οποίων θα επηρεάσει το συνολικό κόστος του αντιστοίχου δανείου (όπως π.χ. παρεμβατικά επιτόκια ΕΚΤ), είναι σύμφωνη με την αρχή περί ελεύθερης διαμόρφωσης των τραπεζικών επιτοκίων και αποβλέπει στην εξασφάλιση πλήρους διαφάνειας και αποτελεσματικής ενημέρωσης των συναλλασσόμενων σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο μεταβάλλεται το αρχικά καθορισμένο επιτόκιο της δανειακής σύμβασης, όταν δε, η μεταβολή του κυμαινόμενου επιτοκίου συνδέεται αποκλειστικά με δείκτες γενικού και ευρέως προσβάσιμου επιτοκιακού χαρακτήρα, όπως παρεμβατικά επιτόκια της EKT, euribor, απόδοση ομολόγων, βραχυπρόθεσμων τίτλων κτλ, οι τελευταίοι πρέπει να αναφέρονται ρητά στη σύμβαση. Η πρόβλεψη, συνεπώς, στη σύμβαση δυνατότητας μονομερούς τροποποίησης του συμβατικού επιτοκίου από το πιστωτικό ίδρυμα οφείλει να συνοδεύεται από τον καθορισμό ειδικών και εύλογων κριτηρίων (ΕφΠειρ 638/2015 ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ 1471/2013 ΝΟΜΟΣ). Με τον δεύτερο λόγο της ανακοπής, όπως παραδεκτώς συμπληρώθηκε με τον τέταρτο λόγο των πρόσθετων λόγων ανακοπής, οι ανακόπτοντες – ασκούντες πρόσθετους λόγους ανακοπής ισχυρίζονται ότι είναι άκυροι λόγω της αντίθεσής τους προς το Ν. 2251/1994 και την ΠΔΤΕ 2501/31.10.2002, ο όρος 6.1 της υπ’ αριθ. ………../01.04.2009 σύμβασης πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό που όριζε ότι «ο πιστούχος θα καταβάλει στην τράπεζα τόκο, που θα υπολογίζεται με κυμαινόμενο επιτόκιο που ορίζεται ως εξής και θα καλείται του λοιπού συμβατικό επιτόκιο (α) για τις βραχυπρόθεσμες χρηματοδοτήσεις, στις οποίες περιλαμβάνονται οι χρηματοδοτήσεις για κεφάλαιο κίνησης, το επιτόκιο θα είναι μεγαλύτερο κατά δύο μονάδες από το ελάχιστο δανειστικό επιτόκιο (prime rate) που κάθε φορά καθορίζει η τράπεζα με δημοσίευσή της στον πολιτικό ή οικονομικό τύπο γι’ αυτού του είδους τις χρηματοδοτήσεις…», ο όρος 6.4 που όριζε ότι «η τράπεζα διατηρεί το δικαίωμα της περιοδικής αναπροσαρμογής, ήτοι της αύξησης ή μείωσης του ελάχιστου δανειστικού επιτοκίου (prime rate), χωρίς τη σύμπραξη του πιστούχου. Η αναπροσαρμογή αυτή του ελάχιστου δανειστικού επιτοκίου θα γίνεται κάθε φορά ανάλογα με τις συνθήκες της χρηματαγοράς και το κόστος του χρήματος για την τράπεζα, θα δημοσιεύεται από την τράπεζα σε δύο τουλάχιστον εφημερίδες του πολιτικού ή οικονομικού τύπου και θα ισχύει και για την πίστωση από της δημοσίευσης της σχετικής ανακοίνωσης της τράπεζας στον πολιτικό ή οικονομικό τύπο, χωρίς να απαιτείται άλλη ειδική γνωστοποίηση στον πιστούχο» και ο όρος 6.10 που όριζε ότι «ο τόκος υπερημερίας που θα οφείλεται λόγω καθυστέρησης οποιασδήποτε οφειλής σε ευρώ, θα υπολογίζεται με επιτόκιο που συνομολογείται ότι θα είναι για όλες ανεξαιρέτως τις χρηματοδοτήσεις σε ευρώ κατά 2,5 μονάδες μεγαλύτερο από το συμβατικό επιτόκιο, όπως αυτό καθορίζεται στην παρ. 6.1 της παρούσας», δυνάμει των οποίων η καθ’ ης η ανακοπή – καθ’ ης οι πρόσθετοι λόγοι ανακοπής διατηρούσε το δικαίωμα να μεταβάλει το συμβατικό επιτόκιο και το επιτόκιο υπερημερίας, κατά τη διάρκεια ισχύος της σύμβασης, με αποτέλεσμα να καθορίζει αυτή μονομερώς το συμβατικό επιτόκιο της πίστωσης, κατά τα εκτιθέμενα στην ανακοπή ποσοστά, χωρίς να έχουν τεθεί εκ των προτέρων εύλογα κριτήρια καθορισμού του κυμαινόμενου επιτοκίου, ενώ αυτή όφειλε να μεταβάλει το ελάχιστο δανειστικό επιτόκιο (prime rate), και συνεπώς και το συμβατικό επιτόκιο και το επιτόκιο υπερημερίας, με βάση το παρεμβατικό επιτόκιο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, όπως αυτό διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα από την έναρξη της πίστωσης την 01.04.2009 έως το οριστικό κλείσιμο αυτής την 05.06.2013, κατά τα εκτιθέμενα στην ανακοπή ποσοστά, και ότι συνεπεία της επιβολής υπέρμετρων τόκων, συμβατικών και υπερημερίας, η επίδικη απαίτηση της καθ’ ης η ανακοπή – καθ’ ης οι πρόσθετοι λόγοι ανακοπής καθίσταται μη βέβαιη και μη εκκαθαρισμένη. Ο λόγος αυτός της ανακοπής κρίνεται απορριπτέος ως αόριστος, καθόσον ανεξαρτήτως της αδιαφάνειας ή μη των συμφωνηθέντων κριτηρίων μεταβολής του επιτοκίου, οι ανακόπτοντες – ασκούντες πρόσθετους λόγους ανακοπής ουδόλως προσδιορίζουν, ως όφειλαν για το ορισμένο του λόγου αυτού της ανακοπής, τα χρηματικά ποσά, με τα οποία επιβαρύνθηκαν εξαιτίας της εφαρμογής του συνομολογηθέντος και ακύρου, κατά τους ισχυρισμούς τους, επιτοκίου, δοθέντος ότι η διαταγή πληρωμής τυγχάνει ακυρωτέα μόνο κατά το αντίστοιχο μέρος, από δε τα παρατιθέμενα στην ανακοπή στοιχεία δεν καθίσταται δυνατό να εξάγει το Δικαστήριο με μαθηματικούς υπολογισμούς το αμφισβητούμενο ποσό. Ο λόγος αυτός ούτε ως αμφισβήτηση του βέβαιου και εκκαθαρισμένου της απαίτησης της καθ’ ης η ανακοπή – καθ’ ης οι πρόσθετοι λόγοι ανακοπής μπορεί να εκτιμηθεί, δοθέντος ότι η διαταγή πληρωμής δεν καθίσταται άκυρη στο σύνολό της, ως ενσωματώνουσα απαίτηση μη εκκαθαρισμένη, αλλά μόνο κατά το υπερβάλλον ποσό της επιδικαζόμενης απαίτησης, το οποίο, όπως προεκτέθηκε, πρέπει ο αμφισβητών το ύψος της επίδικης απαίτησης να προσδιορίζει επ’ ακριβώς και με τρόπο ορισμένο, αφού η αμφισβήτηση της ύπαρξης ή του ύψους της απαίτησης δεν καθιστά αυτήν αβέβαιη απαίτηση. Άλλωστε, “βέβαιη” είναι η απαίτηση όταν δεν εξαρτάται από αίρεση ή προθεσμία, ενώ “εκκαθαρισμένη” είναι όταν είναι ορισμένη κατά το ποσόν και το ποιόν της και δυνάμενη να καθοριστεί έστω με μαθηματικό υπολογισμό ή σύμφωνα με τα στοιχεία που υπάρχουν στον ίδιο τον τίτλο, ώστε μόνη η αμφισβήτηση μέρους της απαίτησης, όπως εν προκειμένω ως προς τους τόκους, συμβατικούς και υπερημερίας, να μην την καθιστά ελαττωματική ως προς τα χαρακτηριστικά της αυτά.
Ο Γενικός Όρος Συναλλαγών (ΓΟΣ) που προβλέπει ότι οι τόκοι υπολογίζονται με βάση έτος 360 ημερών, προσκρούει στην αρχή της διαφάνειας, που επιτάσσει οι όροι να είναι διατυπωμένοι κατά τρόπο ορισμένο, ορθό και σαφή, ώστε ο απρόσεκτος μεν ως προς την ενημέρωση του, αλλά διαθέτοντας τη μέση αντίληψη κατά το σχηματισμό της δικαιοπρακτικής του απόφασης, καταναλωτής να γνωρίζει τις συμβατικές δεσμεύσεις, που αναλαμβάνει, ιδίως, όσον αφορά τη σχέση παροχής και αντιπαροχής. Με το να υπολογίζεται το επιτόκιο σε έτος 360 ημερών, ο καταναλωτής, ο οποίος έχει τη δικαιολογημένη προσδοκία ότι το έτος, στο οποίο αναφέρεται η περίοδος εκτοκισμού, θα είναι το ημερολογιακό έτος 365 ημερών, δεν πληροφορείται το (πραγματικό) ετήσιο επιτόκιο, όπως αυτό θα έπρεπε να προσδιορίζεται σύμφωνα και με τη διάταξη του όρθρου 243 παρ. 3 του ΑΚ. Η δανείστρια τράπεζα διασπά με τον εν λόγω όρο, εντελώς τεχνητά και κατ’ απόκλιση των δικαιολογημένων προσδοκιών του καταναλωτή, το χρονικό διάστημα (το έτος), στο οποίο όφειλε να αναφέρεται το επιτόκιο, δημιουργώντας έτσι μία πρόσθετη επιβάρυνση του καταναλωτή- δανειολήπτη, ο οποίος πλέον – όταν το επιτόκιο μιας ημέρας προσδιορίζεται με βάση έτος 360 ημερών – για κάθε ημέρα επιβαρύνεται με, κατά 1,3889% περισσότερο, τόκους, καθώς το επιτόκιο υποδιαιρείται για τον προσδιορισμό του τόκου προς 360 ημέρες, χωρίς αυτή, η επιπλέον επιβάρυνση να μπορεί να δικαιολογηθεί με την επίκληση κάποιου σύνθετου χαρακτήρα της παρεχόμενης υπηρεσίας ή από κάποιους εύλογους για τον καταναλωτή λόγους ή από κάποιο δικαιολογημένο ενδιαφέρον της Τράπεζας, ιδίως στη σύγχρονη εποχή, όπου τα ηλεκτρονικά μέσα προσφέρουν, χωρίς καμία πρόσθετη δυσχέρεια, τον επακριβή υπολογισμό των τόκων με έτος 365 ημερών. Άλλωστε, το έτος των 365 ημερών ισχύει και εφαρμόζεται σήμερα, κατ’ επιταγή της Κοινοτικής Οδηγίας 2008/48/Ε.Κ., που ενσωματώθηκε στο εθνικό μας δίκαιο με την ΚΥΑ ΖΙ-699/23.06.2010 των Υπουργών Οικονομικών – Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας – Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στην καταναλωτική πίστη, με τη στενή έννοια, ρύθμιση που δείχνει τη σημασία που απονέμει και ο κοινοτικός νομοθέτης για τον, κατ’ αυτόν τον τρόπο, ακριβή προσδιορισμό του επιτοκίου (ΑΠ 699/2023 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1395/2021 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1138/2020 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1438/2019 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 368/2019 ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 181 του ΑΚ, δικαιοπραξία της οποίας ένα μέρος είναι άκυρο, παραμένει ισχυρή κατά το υπόλοιπο και μόνον κατ’ εξαίρεση μπορεί να συνάγεται ή να αποδεικνύεται ότι κατά τη βούληση των μερών η ακυρότητα καταλαμβάνει όλη τη δικαιοπραξία, δηλαδή καθιερώνεται ερμηνευτικός κανόνας υπέρ της μερικής ακυρότητας. Η μερική ακυρότητα δεν αναφέρεται στο ουσιώδες περιεχόμενο της δικαιοπραξίας, οπότε θα προκαλούσε ολική ακυρότητα, αλλά σε επί μέρους όρο, ρήτρα, παροχή της δικαιοπραξίας ή και σε μέρος αυτών. Η μερική ακυρότητα δεν σχετίζεται με την αιτία της ακυρότητας, αλλά αφορά την ενέργειά της με συνέπεια να μπορεί να επέλθει ολική ακυρότητα σε περιπτώσεις που ο λόγος της ακυρότητας αφορά ουσιώδες μέρος της δικαιοπραξίας. Αντικείμενο της μερικής ακυρότητας μπορεί να αποτελέσει μόνο η δικαιοπραξία που μπορεί να κατατμηθεί σε περισσότερα μέρη, χωρίς να μεταβάλλεται το είδος της, έτσι ώστε το έγκυρο μέρος να ισχύει ως αυτοτελής δικαιοπραξία μετά την αφαίρεση του άκυρου μέρους. Η ακυρότητα του μέρους συμπαρασύρει όλη τη δικαιοπραξία, εάν συνάγεται ότι τα μέρη δεν θα την επιχειρούσαν χωρίς το άκυρο μέρος. Για το σκοπό αυτό αναζητείται ερμηνευτικά όχι η πραγματική ,αλλά η υποθετική ή εικαζόμενη θέληση που θα είχαν οι δικαιοπρακτούντες κατά την κατάρτιση της δικαιοπραξίας, αν γνώριζαν την ακυρότητα του μέρους με βάση και τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ, δηλαδή το δικαστήριο συμπληρώνει με νομικό πλάσμα τη θέληση των μερών. Η εξακρίβωση της θέλησης των μερών θα γίνει με βάση τις αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών και με κριτήρια αντικειμενικά, όπως η φύση της δικαιοπραξίας και ο επιδιωκόμενος σκοπός και υποκειμενικά, όπως τα ελατήρια, οι συνήθειες και τα συμφέροντα των δικαιοπρακτούντων. Η εφαρμογή της ανωτέρω διάταξης προϋποθέτει ότι τα μέρη αγνοούσαν την ακυρότητα του μέρους, διαφορετικά δεν θα είχαν περιλάβει το άκυρο μέρος, διότι αν το περιέλαβαν εν γνώσει της ακυρότητας δεν εφαρμόζεται η διάταξη. Όποιος συνεπώς επικαλείται ολική ακυρότητα της δικαιοπραξίας πρέπει να ισχυρισθεί και να αποδείξει ότι τα μέρη δεν θα κατάρτιζαν την όλη δικαιοπραξία χωρίς το άκυρο μέρος. Προς τούτο πρέπει να επικαλεσθεί και να αποδείξει τα περιστατικά από τα οποία θα συναγάγει το δικαστήριο ότι οι δικαιοπρακτούντες – συμβαλλόμενοι είχαν αποδώσει τέτοια σημασία στο άκυρο μέρος (σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν με μνεία μεταξύ άλλων και της επιδιωκόμενης οικονομικής αξίας), ώστε αν κατά το χρόνο κατάρτισης της δικαιοπραξίας γνώριζαν την ακυρότητά του, δεν θα επιχειρούσαν τη δικαιοπραξία (AΠ 168/2021 ΝΟΜΟΣ). Από το συνδυασμό των ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων (άρθρο 2 παρ.6 και 8 του Ν. 2251/1994, 181, 200 του ΑΚ) συνάγεται ότι η ακυρότητα ενός Γενικού Όρου Συναλλαγών (ΓΟΣ) δεν επιδρά επί του κύρους όλης της σύμβασης, αλλά είναι μερική, υπό την έννοια ότι άκυρος θεωρείται μόνο ο συγκεκριμένος καταχρηστικός, σύμφωνα με το νόμο, όρος, εκτός αν συνάγεται ότι η σύμβαση δεν θα είχε επιχειρηθεί χωρίς το άκυρο μέρος (άρθρο 181 του ΑΚ), δηλαδή συνάγεται ότι τα μέρη δεν θα επιχειρούσαν τη δικαιοπραξία χωρίς το άκυρο μέρος, αλλά απέβλεπαν σ’ αυτή ως ενιαίο αδιάσπαστο σύνολο. Ως προς το ζήτημα της πλήρωσης του κενού, που δημιουργείται από την ακυρότητα ενός ΓΟΣ, γίνεται δεκτό ότι το σχετικό κενό καλύπτεται καταρχήν με την εφαρμογή του αντίστοιχου κανόνα ενδοτικού δικαίου, εφόσον προβλέπεται σχετική ρύθμιση, διαφορετικά από τη συμπληρωματική ερμηνεία της σύμβασης κατά το άρθρο 200 του ΑΚ (ΑΠ 1060/2019 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 105/2019 ΝΟΜΟΣ). Με τον τρίτο λόγο της ανακοπής, όπως παραδεκτώς συμπληρώθηκε με τον δεύτερο λόγο των πρόσθετων λόγων ανακοπής, οι ανακόπτοντες – ασκούντες πρόσθετους λόγους ανακοπής ισχυρίζονται ότι είναι άκυρος λόγω της αντίθεσής του προς το άρθρο 2 παρ. 6 του Ν. 2251/1994, ο όρος 8.2 της υπ’ αριθ. …………/01.04.2009 σύμβασης πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό που όριζε ότι «ο τόκος υπολογίζεται τοκαριθμικώς με βάση έτος 360 ημερών επί του εκάστοτε χρεωστικού υπολοίπου», καθόσον προσκρούει στην αρχή της διαφάνειας, αφού ο καταναλωτής δεν πληροφορείται το πραγματικό ετήσιο επιτόκιο, και ότι η χρήση αυτή ημερολογιακού έτους 360 ημερών αντί 365 ημερών, είχε ως αποτέλεσμα τη χρέωση του λογαριασμού της πίστωσης με τόκους παράνομα αυξημένους κατά το συνολικό ποσό των 186,48 ευρώ, σύμφωνα με τα αναλυτικά εκτιθέμενα στο δικόγραφο των πρόσθετων λόγων ανακοπής. Ο λόγος αυτός κρίνεται ορισμένος, αφού οι ανακόπτοντες – ασκούντες πρόσθετους λόγους ανακοπής αναφέρουν τα κατ’ ιδίαν κονδύλια των τηρηθέντων προς εξυπηρέτηση της σύμβασης πίστωσης λογαριασμών που προσβάλλουν και επικαλούνται επακριβώς ποια είναι τα παρανόμως επιδικασθέντα ποσά από την επιβάρυνση του υπολογισμού του επιτοκίου με τον υπολογισμό του έτους των 360 ημερών, ώστε μόνο κατ’ αυτά τα ποσά να δύναται να ακυρωθεί η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής, και νόμιμος, αφού η συμφωνία υπολογισμού του τόκου με βάση το έτος 360 ημερών πράγματι προσκρούει στην αρχή της διαφάνειας, που επιτάσσει το άρθρο 2 παρ. 6 του Ν. 2251/1994, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν στη νομική σκέψη, και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική του βασιμότητα. Σημειωτέον ότι η επικαλούμενη ακυρότητα δεν συνεπάγεται την ακυρότητα ολόκληρης της σύμβασης πίστωσης, αφού οι ανακόπτοντες – ασκούντες πρόσθετους λόγους ανακοπής δεν ισχυρίζονται ότι αυτή δεν θα είχε επιχειρηθεί χωρίς το άκυρο μέρος της (άρθρο 181 του ΑΚ).
Σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 3 εδαφ. α’ του Ν. 128/1975, επιβάλλεται από του έτους 1976 εισφορά, βαρύνουσα τα πάσης φύσεως εν Ελλάδι λειτουργούντα πιστωτικά ιδρύματα, περιλαμβανομένης και της …, υπέρ του εν τη παρ. 1 του παρόντος άρθρου εις ποσοστόν ένα (1) επί τοις χιλίοις ετησίως επί του μέσου ετησίου ύψους των εντός εκάστου ημερολογιακού έτους μηνιαίων υπολοίπων των χορηγουμένων υπ` αυτών πάσης φύσεως δανείων ή πιστώσεων, περιλαμβανομένων και των πιστώσεων προς τράπεζας, ως και προς το Δημόσιον, πλην των εντόκων γραμματίων. Η εισφορά αύτη οφείλεται πέραν των, δυνάμει της από 19 Μαρτίου 1962 μεταξύ των τραπεζών συμβάσεως, ως αύτη ετροποποιήθη και συνεπληρώθη μεταγενεστέρως, συμφωνηθεισών εισφορών. Από τη διάταξη αυτή ούτε προβλέπεται, αλλά ούτε και απαγορεύεται η συμβατική μετακύλιση της εισφοράς που θεσπίζεται με τον νόμο αυτό. Η ρυθμιστική ισχύς του ως άνω νόμου εξαντλείται στον καθορισμό του υπόχρεου, έναντι του Δημοσίου, προσώπου στα πλαίσια της έννομης σχέσης που ιδρύεται με τη σχετική διάταξη και αφορά, επομένως, αποκλειστικά την (κάθετη) σχέση μεταξύ κράτους και πιστωτικών ιδρυμάτων και όχι την (οριζόντια) σχέση μεταξύ πιστωτικών ιδρυμάτων και δανειοληπτών. Η μετακύλιση της εισφοράς στους τελευταίους αυτούς επιτρέπεται με βάση την αρχή της ιδιωτικής αυτονομίας και εφόσον δεν απαγορεύεται από άλλη διάταξη (ως τέτοια νοείται και η τυχόν θέσπιση ανώτατου ορίου επιτοκίου, το οποίο τυχόν θα υπερέβαινε η εισφορά αυτή, και μόνον αν δεν υπήρχε αντίθετη ρύθμιση). Επομένως, ο υπολογισμός του ποσοστού της εισφοράς του Ν. 128/1975 για τον καθορισμό του επιτοκίου δανείων της Τράπεζας, με έμμεσο αποτέλεσμα τη μετακύλιση της εισφοράς αυτής στον δανειοδοτούμενο, είναι νόμιμος, γιατί δεν αντίκειται στη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 3 του Ν. 128/1975, η οποία δεν καθιερώνει απαγορευτικό κανόνα δικαίου, κατ’ άρθρο 174 του ΑΚ, ούτε σε άλλο απαγορευτικό κανόνα δικαίου, εντάσσεται δε στο πλαίσιο του ελεύθερου καθορισμού των επιτοκίων. Η επιβολή της εισφοράς αυτής στο δανειολήπτη μπορεί να ελεγχθεί μόνον από άποψη διαφάνειας, ιδίως όταν επιβάλλεται χωρίς προηγούμενη επαρκή ενημέρωση ή κατά τρόπο κεκαλυμμένο. Άλλωστε, η επίρριψη της σχετικής επιβάρυνσης στον δανειολήπτη αποτέλεσε, από την ισχύ του Ν. 128/1975, συναλλακτική πρακτική των τραπεζών. Εφόσον όμως στον σχετικό Γ.Ο.Σ. γίνεται ειδική αναφορά για τη χρέωση του δανειολήπτη και με την εισφορά του Ν. 128/1975 προσδιοριζόμενη σε ποσοστό επί τοις εκατό, οι απαιτήσεις διαφάνειας και ενημέρωσης έχουν ικανοποιηθεί, χωρίς να συντρέχει οποιοσδήποτε άλλος λόγος για την απαγόρευση της σχετικής ρήτρας (ΑΠ 368/2019 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 430/2005 ΔΕΕ 2005.460). Εφόσον η μετακύλιση της εισφοράς του Ν. 128/1975 είναι νόμιμη και εντάσσεται στα πλαίσια του ελεύθερου καθορισμού των επιτοκίων, καθώς προσαυξάνει το ποσοστό τους, λογίζεται, κατά το άρθρο 293 παρ. 1 εδ. α’ του ΑΚ, ως τόκος και, συνεπώς, νομίμως ανατοκίζεται και κεφαλαιοποιείται μετά των λοιπών καθυστερούμενων τόκων, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 12 του Ν. 2601/1998, αφού αποτελεί μέρος του ετήσιου πραγματικού επιτοκίου (ΑΠ 821/2024 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 143/2024 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 123/2023 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1369/2022 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 669/2020 ΝΟΜΟΣ, ΕφΔυτΜακ 39/2019 ΝΟΜΟΣ). Οι ανακόπτοντες – ασκούντες πρόσθετους λόγους ανακοπής ισχυρίζονται με τον τέταρτο λόγο της ανακοπής, όπως παραδεκτώς συμπληρώθηκε με τον τρίτο λόγο των πρόσθετων λόγων ανακοπής, ότι είναι άκυροι λόγω της αντίθεσής τους προς το Ν. 2251/1994, οι όροι 6.9, 8.4, 8.5 και 8.7 της υπ’ αριθ. ………../01.04.2009 σύμβασης πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό, με τους οποίους προβλέπεται μετακύλιση στους ανακόπτοντες – ασκούντες πρόσθετους λόγους ανακοπής της εισφοράς του Ν. 128/1975, ανερχόμενης σε 0,60%, και ορίζεται ανατοκισμός της εισφοράς αυτής, αφού οι συμβατικοί τόκοι, στους οποίους περιλαμβάνεται και η εισφορά του Ν. 128/1975, εκτοκίζονται και οι τόκοι που παράγονται κεφαλαιοποιούνται (ανατοκίζονται), διότι επιτρέπεται ανατοκισμός μόνο των καθυστερούμενων τόκων και όχι των φόρων και των εισφορών, με αποτέλεσμα να έχουν ενσωματωθεί στην επίδικη οφειλή τους τόκοι που προέκυψαν από παράνομο ανατοκισμό της εισφοράς του Ν. 128/1975, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στην ανακοπή ποσά εισφοράς του Ν. 128/1975 που παρανόμως εκτοκίσθηκαν και ανατοκίσθηκαν, και να καθίσταται έτσι άκυρη στο σύνολό της η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής, αφού η απαίτηση της καθ’ ης η ανακοπή – καθ’ ης οι πρόσθετοι λόγοι ανακοπής είναι μη εκκαθαρισμένη. Ο λόγος αυτός της ανακοπής είναι μη νόμιμος, εφόσον, σύμφωνα με τα προεκτιθέμενα στη νομική σκέψη, είναι καταρχήν σύννομη η μετακύλιση της ως άνω εισφοράς στην πιστούχο, βάσει σχετικών ρητών όρων της σύμβασης πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό, όπως εν προκειμένω, χωρίς μάλιστα να απαιτείται ειδικότερη αιτιολόγηση της συμφωνίας αυτής, ενόψει και του ότι, υπό τα εκτιθέμενα στην ανακοπή, στην ένδικη σύμβαση γίνεται ειδική μνεία για τη χρέωση της πιστούχου με την προαναφερόμενη εισφορά του Ν. 128/1975 προσδιοριζόμενη σε ποσοστό επί τοις εκατό (0,60%), με την ενσωμάτωσή της στο επιτόκιο της πίστωσης, κατά τρόπο που να έχουν ικανοποιηθεί και οι απαιτήσεις διαφάνειας και ενημέρωσης των ανακοπτόντων – ασκούντων πρόσθετους λόγους ανακοπής περί της αντίστοιχης, αναλαμβανόμενης με τη σύμβαση, υποχρέωσής τους (βλ. και ΕφΘεσ 1224/2017 ΝΟΜΟΣ, ΕφΘεσ 473/2017 ΝΟΜΟΣ, ΕφΠειρ 627/2014 ΝΟΜΟΣ, ΜονΕφΑθ 327/2018 ΝΟΜΟΣ). Επιπλέον δε, αναφορικά με τον ανατοκισμό του ποσοστού της εισφοράς επί των τόκων μαζί με τους τόκους ανά εξάμηνο, αφού, υπό τα εκτιθέμενα στην ανακοπή, κατά ρητή πρόβλεψη των ως άνω όρων της ένδικης σύμβασης πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό, η εισφορά του Ν. 128/1975 συνυπολογίζεται για την εξαγωγή του τελικού επιτοκίου υπερημερίας που βαρύνει τους ανακόπτοντες – ασκούντες πρόσθετους λόγους ανακοπής, επαυξάνοντας το ποσοστό αυτού, ο συνυπολογισμός της εισφοράς του Ν. 128/1975 εντάσσεται στο πλαίσιο του ελεύθερου καθορισμού των επιτοκίων, δεδομένου ότι η ανωτέρω εισφορά ενσωματώθηκε πλήρως, κατά ρητό όρο της μεταξύ των διαδίκων σύμβασης, στο ποσοστό του επιτοκίου, με συνέπεια να αποτελεί το ποσό που την παριστά ουσιαστικά ποσό τόκων και να ανατοκίζεται νομίμως ανά εξάμηνο (βλ. και Σ. Ψυχομάνη, «Τα τραπεζικά επιτόκια», ΝοΒ 1995. 16-17, ΕφΘεσ 1224/2017 ΝΟΜΟΣ).
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 623 του ΚΠολΔ, κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 624 έως 634, μπορεί να ζητηθεί η έκδοση διαταγής πληρωμής για χρηματικές απαιτήσεις ή απαιτήσεις παροχής χρεογράφων, εφόσον η απαίτηση και το οφειλόμενο ποσό αποδεικνύεται, μεταξύ άλλων, με δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο, ενώ, κατά το άρθρο 624 παρ. 1 του ΚΠολΔ, η έκδοση διαταγής πληρωμής μπορεί να ζητηθεί μόνο αν η απαίτηση δεν εξαρτάται από αίρεση, προθεσμία, όρο ή αντιπαροχή και το ποσό χρημάτων ή χρεογράφων που οφείλεται είναι ορισμένο, δηλαδή εκκαθαρισμένο. Από τις ίδιες ως άνω διατάξεις προκύπτει ότι η διαταγή πληρωμής, που αποτελεί αυτοδύναμο εκτελεστό τίτλο, αλλά όχι δικαστική απόφαση, ώστε να παρίσταται ανάγκη πλήρους αιτιολογίας αυτής, αρκεί, πλην άλλων στοιχείων, να περιέχει την αιτία της πληρωμής, ήτοι να προσδιορίζεται έστω και συνοπτικά το είδος της δικαιοπραξίας από την οποία απορρέει η απαίτηση, χωρίς να δημιουργείται αμφιβολία ως προς την αιτία της πληρωμής και δεν είναι ανάγκη να περιγράφονται τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την αιτία αυτή (ΑΠ 1349/2013 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1825/2012 ΝΟΜΟΣ). Επίσης από τη διάταξη του άρθρου 293 εδ. γ’ του ΑΚ, που ορίζει ότι το ποσοστό του νόμιμου τόκου ή του τόκου υπερημερίας προσδιορίζεται όπως ορίζει ο νόμος, συνάγεται ότι δεν καθίσταται αόριστο το αίτημα επιδικάσεως τόκων υπερημερίας ορισμένου ποσού κεφαλαίου και για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, ακόμη και αν οι τόκοι δεν προσδιορίζονται κατά ποσό, ούτε είναι αόριστη η διαταγή πληρωμής που επιδικάζει τόκους με τον ανωτέρω τρόπο, αφού οι τόκοι μπορούν ευχερώς να εξευρεθούν με βάση τη χρονική περίοδο εκτοκισμού και το επιτόκιο υπερημερίας που ορίζει ο νόμος (ΑΠ 99/2020 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1587/2019 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 942/2002 ΝΟΜΟΣ). Επομένως, στη διαταγή πληρωμής, που εκδόθηκε βάσει οριστικού καταλοίπου σε σύμβαση αλληλόχρεου λογαριασμού ή δανειακή σύμβαση, για την εξυπηρέτηση της οποίας τηρείται ο λογαριασμός, αρκεί να αναφέρεται συνοπτικά ότι το διατασσόμενο προς πληρωμή χρηματικό ποσό αποτελεί χρεωστικό υπόλοιπο σε βάρος του καθ’ ου αυτή εκδίδεται οφειλέτη, ενώ δεν απαιτείται η πλήρης αναφορά της κίνησης των χρεωπιστωτικών κονδυλίων του λογαριασμού της σύμβασης, ούτε απαιτείται η αναφορά του ύψους του τόκου που αντιστοιχεί σε κάθε δόση ή το ύψος του, κατά τον χρόνο λειτουργίας της σύμβασης, εφαρμοσθέντος επιτοκίου υπολογισμού των τόκων, ποσά τα οποία, με δεδομένο το κεφάλαιο καθώς και τα νόμιμα επιτόκια, όπως αυτά είναι καθορισμένα με τους νόμους, τις πράξεις του Υπουργικού Συμβουλίου και τις αποφάσεις του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος, εξευρίσκονται με απλούς μαθηματικούς υπολογισμούς, με συνέπεια το ποσό για το οποίο αιτείται η διαταγή πληρωμής να είναι εκκαθαρισμένο (ΑΠ 1016/2018 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 653/2013 ΝΟΜΟΣ). Αντίστοιχα, στο δικόγραφο της αίτησης για την έκδοση διαταγής πληρωμής, για τον προσδιορισμό της χρηματικής απαίτησης, για την οποία ζητείται η έκδοσή της, δεν απαιτείται να παρατίθεται το σύνολο των γενεσιουργών της απαίτησης περιστατικών, αλλά αρκεί η παράθεση πραγματικών περιστατικών που εξατομικεύουν την απαίτηση από άποψη αντικειμένου, είδους και τρόπου γένεσής της και δικαιολογούν συμπέρασμα αντίστοιχης συγκεκριμένης οφειλής εκείνου κατά του οποίου απευθύνεται η αίτηση έναντι του αιτούντος, πρέπει δε να επισυνάπτονται στην αίτηση τα έγγραφα εκείνα, από τα οποία προκύπτει η απαίτηση και το ποσό της (ΑΠ 1071/2017 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 330/2012 ΝΟΜΟΣ). Με τον πέμπτο λόγο της ανακοπής κατά το πρώτο σκέλος του οι ανακόπτοντες – ασκούντες πρόσθετους λόγους ανακοπής ισχυρίστηκαν ότι η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής δεν έχει το αναγκαίο εκ του νόμου περιεχόμενο, διότι τα προσκομισθέντα αντίγραφα της κίνησης των λογαριασμών που τηρήθηκαν για την εξυπηρέτηση της ένδικης σύμβασης πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό είναι ελλιπή, αφού εμφανίζονται μόνο οι εκάστοτε πιστώσεις και χρεώσεις και δεν γίνεται αναφορά και επίκληση του ποσοστού του συμβατικού τόκου και του τόκου υπερημερίας, βάσει των οποίων διαμορφώθηκε η επίδικη οφειλή. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως μη νόμιμος, καθόσον τα επικαλούμενα από τους ανακόπτοντες – ασκούντες λόγους ανακοπής στοιχεία δεν αποτελούν αναγκαία στοιχεία του περιεχομένου της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής, για την πληρότητα της οποίας δεν απαιτείται η πλήρης αναφορά της κίνησης των χρεωπιστωτικών κονδυλίων του λογαριασμού της σύμβασης, ούτε αναφορά του εκάστοτε κατά τη λειτουργία της σύμβασης εφαρμοσθέντος επιτοκίου, αφού οι τόκοι μπορούν ευχερώς να εξευρεθούν με βάση τη χρονική περίοδο εκτοκισμού και το επιτόκιο υπερημερίας που ορίζει ο νόμος, εφόσον, όπως δεν αμφισβητήθηκε, στα προσκομισθέντα για την έκδοση της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής αντίγραφα της κίνησης των λογαριασμών που τηρήθηκαν για την ένδικη σύμβαση πίστωσης αναφέρονται τα λοιπά σταθερά στοιχεία (κεφάλαιο – χρόνος).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 873 εδ. α’ του ΑΚ, η σύμβαση με την οποία γίνεται υπόσχεση ή αναγνώριση χρέους, έτσι ώστε να γεννιέται ενοχή ανεξάρτητα από την αιτία του χρέους, είναι έγκυρη, αν η υπόσχεση ή η δήλωση για την αναγνώριση γίνει εγγράφως, ενώ κατά το άρθρο 874 του ΑΚ, το έγγραφο πού αναφέρει το προηγούμενο άρθρο δεν απαιτείται, αν η υπόσχεση ή η αναγνώριση αφορά σε υπόλοιπο αλληλόχρεου λογαριασμού που έχει κλείσει (ΜονΕφΘες 723/2020 ΝΟΜΟΣ). Με αναγνώριση του τελικού καταλοίπου ισοδυναμεί και η πλασματική αναγνώριση που επέρχεται, σε εκτέλεση σχετικής έγκυρης συμφωνίας των διαδίκων μερών, με την παρέλευση της εύλογης προθεσμίας που τίθεται στον πιστούχο, χωρίς ο τελευταίος να αντιλέξει κατά του γνωστοποιηθέντος καταλοίπου. Έτσι όρος της σύμβασης πίστωσης με ανοικτό λογαριασμό, κατά τον οποίο αν ο πιστούχος δεν αντιλέξει μέσα στην οριζόμενη προθεσμία από την γνωστοποίηση σ’ αυτόν του καταλοίπου του λογαριασμού, το κατάλοιπο θα θεωρείται αναγνωρισμένο, είναι έγκυρος και δεν συγκαταλέγεται στις αυτοδίκαια καταχρηστικές ρήτρες του άρθρου 2 παρ. 7 του Ν. 2251/1994, καθόσον δεν αποτελεί συμφωνία περί ανάθεσης του προσδιορισμού της παροχής στην απόλυτη κρίση του ενός από τους συμβαλλόμενους, η οποία θα ήταν άκυρη κατά το άρθρο 372 του ΑΚ, ούτε διαταράσσει την ισορροπία των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων μερών σε βάρος του πιστούχου, αφού δεν αποκλείεται το δικαίωμα ανταπόδειξης, αλλά απλώς περιορίζεται με την παρεχόμενη στον πιστούχο δυνατότητα να αμφισβητήσει το κατάλοιπο μέσα στην ως άνω εύλογη προθεσμία (ΑΠ 248/2014 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 910/2010 ΕπισκΕμπΔ 2010. 1053, ΕφΑθ 1566/2022 ΝΟΜΟΣ, ΕφΘεσ 1109/2015 ΝΟΜΟΣ, ΕφΠειρ 638/2015 ΝΟΜΟΣ, ΜονΕφΛαρ 139/2020 ΝΟΜΟΣ). Οι ανακόπτοντες – ασκούντες πρόσθετους λόγους ανακοπής, ισχυρίζονται με τον πέμπτο λόγο της ανακοπής κατά το δεύτερο σκέλος του ότι είναι άκυροι λόγω της αντίθεσής τους προς το Ν. 2251/1994, οι όροι 6.6, 6.10, 9.2 και 9.4 της υπ’ αριθ. ……../01.04.2009 σύμβασης πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό, με τους οποίους προβλέπεται πλασματική αναγνώριση του υπολοίπου του αλληλόχρεου λογαριασμού από την πιστούχο, με την παρέλευση της προθεσμίας των 30 ημερών από τη λήψη αντιγράφου των λογαριασμών, χωρίς η τελευταία να αντιλέξει κατά του γνωστοποιηθέντος καταλοίπου. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως μη νόμιμος, αφού, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη νομική σκέψη, είναι έγκυρη η συμφωνία περί πλασματικής αναγνώρισης και δεν συγκαταλέγεται στις αυτοδίκαια καταχρηστικές ρήτρες του άρθρου 2 παρ. 7 του Ν. 2251/1994, καθόσον δεν αποτελεί συμφωνία περί ανάθεσης του προσδιορισμού της παροχής στην απόλυτη κρίση του ενός από τους συμβαλλόμενους, η οποία θα ήταν άκυρη κατά το άρθρο 372 του ΑΚ, ούτε διαταράσσει την ισορροπία των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων μερών σε βάρος της πιστούχου, λαμβανομένου υπόψη ότι δεν αποκλείει το δικαίωμα ανταπόδειξης, αλλά απλώς περιορίζει την παρεχόμενη στην πιστούχο δυνατότητα να αμφισβητήσει το κατάλοιπο μέσα στην ως άνω εύλογη προθεσμία, με ισχυρισμούς ορισμένους, που ανάγονται στα κατ’ ιδίαν κονδύλια και όχι με γενική αμφισβήτηση της ορθότητας τήρησης των λογαριασμών ή του καταλοίπου.
Με τον πρώτο λόγο των πρόσθετων λόγων ανακοπής οι ανακόπτοντες – ασκούντες πρόσθετους λόγους ανακοπής ισχυρίστηκαν ότι δεν προκύπτει από την προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής και τα προσκομισθέντα αντίγραφα της κίνησης των λογαριασμών που τηρήθηκαν για την εξυπηρέτηση της ένδικης σύμβασης πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό, το ύψος της επιδικασθείσας απαίτησης των 41.148,45 ευρώ, αφού ο υπ’ αριθ. ….. λογαριασμός δεν αποτελεί τη λογιστική συνέχεια του αρχικά τηρηθέντος υπ’ αριθ. …….. λογαριασμού. Ο λόγος αυτός, με τον οποίο αμφισβητείται η έγγραφη απόδειξη της ύπαρξης της επιδικασθείσας απαίτησης της καθ’ ης η ανακοπή – καθ’ ης οι πρόσθετοι λόγοι ανακοπής, είναι νόμιμος, στηριζόμενος στις διατάξεις των άρθρων 623, 628 και 632 του ΚΠολΔ και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική του βασιμότητα.
Από τα προσκομισθέντα από τους διαδίκους έγγραφα αποδείχθηκε ότι για την έκδοση της προσβαλλόμενης υπ’ αριθ. …../2014 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς προσκομίσθηκαν: (α) η υπ’ αριθ. ……./01.04.2009 σύμβαση πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό, μέχρι του ποσού των 12.000,00 ευρώ, η οποία καταρτίσθηκε, στις Σπέτσες, μεταξύ της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «……………..» ως πιστώτριας, της πρώτης ανακόπτουσας ως πιστούχου, καθώς και του δεύτερου ανακόπτοντος και του μη διαδίκου Δημητρίου Πάνου ως εγγυητών υπέρ αυτής, ευθυνόμενων ως αυτοφειλέτες, εις ολόκληρον με την πιστούχο, και παραιτηθέντων των ενστάσεων διαιρέσεως και διζήσεως και όλων των ενστάσεων που απορρέουν από τα άρθρα 853, 855, 858, 862, 863, 864, 866, 867 και 868 του ΑΚ, (β) η από 01.04.2009 πρόσθετη πράξη …. ΤΑΜΕΙΑΚΗ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ, (γ) η από 26.11.2009 πρόσθετη πράξη αύξησης του ορίου της πίστωσης μέχρι του ποσού των 35.000,00 ευρώ, (δ) η από 26.11.2009 πρόσθετη πράξη …. ΑΝΟΙΚΤΟ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΚΟ, (ε) η από 26.11.2009 πρόσθετη πράξη ……. ΤΑΜΕΙΑΚΗ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ, (στ) αποσπάσματα ολόκληρης της κίνησης των λογαριασμών που τηρήθηκαν για την εξυπηρέτηση της πίστωσης από την έναρξή της την 01.04.2009 μέχρι το οριστικό κλείσιμο την 05.06.2013, εξηγμένα από τα νόμιμα εμπορικά βιβλία της τράπεζας, επικυρωμένα και βεβαιωμένα για τη γνησιότητα της εκτύπωσής τους από τους αρμόδιους υπαλλήλους αυτής και από τον πληρεξούσιο δικηγόρο ………….., ήτοι του αρχικά τηρηθέντος υπ’ αριθ. ….. λογαριασμού από την 01.04.2009 μέχρι την 09.05.2013 που εμφάνισε χρεωστικό υπόλοιπο ποσού 16.016,04 ευρώ, και του τηρηθέντος στη συνέχεια υπ’ αριθ. ….. λογαριασμού από την 09.05.2013 που μεταφέρθηκε το χρεωστικό υπόλοιπο ποσού 16.016,04 ευρώ μέχρι το οριστικό κλείσιμο την 05.06.2013 που εμφάνισε χρεωστικό υπόλοιπο ποσού 16.180,10 ευρώ, καθώς και του υπ’ αριθ. ….. λογαριασμού από την 27.11.2009 μέχρι το οριστικό κλείσιμο την 05.06.2013 που εμφάνισε χρεωστικό υπόλοιπο ποσού 24.968,35 ευρώ, (ζ) τις υπ’ αριθ. …./25.09.2013, …./25.09.2013 και ……/25.09.2013 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή ………….. της από 12.09.2013 καταγγελίας της υπ’ αριθ. ……../01.04.2009 σύμβασης πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό στην πιστούχο και στους εγγυητές υπέρ αυτής. Στα ανωτέρω αποσπάσματα των λογαριασμών που τηρήθηκαν για την εξυπηρέτηση της πίστωσης, τα οποία είχαν επισυναφθεί στο δικόγραφο της αίτησης για την έκδοση της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής, καταγράφεται αναλυτικά κάθε χρέωση και πίστωση του λογαριασμού, μεταξύ άλλων, και για τόκους ενήμερης οφειλής και υπερημερίας, ενώ μετά την καταχώριση κάθε κονδυλίου καταγράφεται το προκύπτον υπόλοιπο της οφειλής της πιστούχου. Από τα ανωτέρω αποδεικνύεται ότι η επιδικασθείσα απαίτηση της καθ’ ης η ανακοπή – καθ’ ης οι πρόσθετοι λόγοι ανακοπής προέκυπτε με σαφήνεια από τα προσκομισθέντα για την έκδοση της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής έγγραφα, και συνεπώς ο πρώτος λόγος των πρόσθετων λόγων ανακοπής είναι απορριπτέος ως αβάσιμος κατ’ ουσίαν. Εξάλλου, από τα προσκομισθέντα αποσπάσματα της κίνησης του αρχικά τηρηθέντος υπ’ αριθ. …….. λογαριασμού από την 01.04.2009 μέχρι την 09.05.2013, προέκυψε ότι χρεώθηκαν τόκοι παράνομα αυξημένοι, εξαιτίας της επιβάρυνσης του υπολογισμού του επιτοκίου με τον υπολογισμό του έτους των 360 ημερών, αντί των 365 ημερών, κατά τα ακόλουθα ποσά: την 30.09.2009, χρεώθηκε τόκος βάσει έτους 360 ημερών ποσού 292,17 ευρώ, αντί τόκου βάσει έτους 365 ημερών ποσού 288,17 ευρώ, ήτοι ποσό επιβάρυνσης 4,00 ευρώ, την 31.12.2009, χρεώθηκε τόκος βάσει έτους 360 ημερών ποσού 301,24 ευρώ, αντί τόκου βάσει έτους 365 ημερών ποσού 297,11 ευρώ, ήτοι ποσό επιβάρυνσης 4,13 ευρώ, την 30.06.2010, χρεώθηκε τόκος βάσει έτους 360 ημερών ποσού 399,56 ευρώ, αντί τόκου βάσει έτους 365 ημερών ποσού 394,08 ευρώ, ήτοι ποσό επιβάρυνσης 5,48 ευρώ, την 30.09.2010, χρεώθηκε τόκος βάσει έτους 360 ημερών ποσού 344,78 ευρώ, αντί τόκου βάσει έτους 365 ημερών ποσού 340,06 ευρώ, ήτοι ποσό επιβάρυνσης 4,72 ευρώ, την 31.12.2010, χρεώθηκε τόκος βάσει έτους 360 ημερών ποσού 398,87 ευρώ, αντί τόκου βάσει έτους 365 ημερών ποσού 393,41 ευρώ, ήτοι ποσό επιβάρυνσης 5,46 ευρώ, την 31.03.2011, χρεώθηκε τόκος βάσει έτους 360 ημερών ποσού 396,61 ευρώ, αντί τόκου βάσει έτους 365 ημερών ποσού 391,18 ευρώ, ήτοι ποσό επιβάρυνσης 5,43 ευρώ, την 30.06.2011, χρεώθηκε τόκος βάσει έτους 360 ημερών ποσού 403,08 ευρώ, αντί τόκου βάσει έτους 365 ημερών ποσού 397,56 ευρώ, ήτοι ποσό επιβάρυνσης 5,52 ευρώ, την 30.09.2011, χρεώθηκε τόκος βάσει έτους 360 ημερών ποσού 392,41 ευρώ, αντί τόκου βάσει έτους 365 ημερών ποσού 387,03 ευρώ, ήτοι ποσό επιβάρυνσης 5,38 ευρώ, την 30.12.2011, χρεώθηκε τόκος βάσει έτους 360 ημερών ποσού 412,43 ευρώ, αντί τόκου βάσει έτους 365 ημερών ποσού 406,78 ευρώ, ήτοι ποσό επιβάρυνσης 5,65 ευρώ, την 30.03.2012, χρεώθηκε τόκος βάσει έτους 360 ημερών ποσού 418,81 ευρώ, αντί τόκου βάσει έτους 365 ημερών ποσού 413,07 ευρώ, ήτοι ποσό επιβάρυνσης 5,74 ευρώ, την 29.06.2012, χρεώθηκε τόκος βάσει έτους 360 ημερών ποσού 429,68 ευρώ, αντί τόκου βάσει έτους 365 ημερών ποσού 423,79 ευρώ, ήτοι ποσό επιβάρυνσης 5,89 ευρώ, την 28.09.2012, χρεώθηκε τόκος βάσει έτους 360 ημερών ποσού 391,22 ευρώ, αντί τόκου βάσει έτους 365 ημερών ποσού 385,86 ευρώ, ήτοι ποσό επιβάρυνσης 5,36 ευρώ, την 31.12.2012, χρεώθηκε τόκος βάσει έτους 360 ημερών ποσού 407,50 ευρώ, αντί τόκου βάσει έτους 365 ημερών ποσού 401,92 ευρώ, ήτοι ποσό επιβάρυνσης 5,58 ευρώ, την 28.03.2012, χρεώθηκε τόκος βάσει έτους 360 ημερών ποσού 409,78 ευρώ, αντί τόκου βάσει έτους 365 ημερών ποσού 404,17 ευρώ, ήτοι ποσό επιβάρυνσης 5,61 ευρώ, την 05.06.2013, χρεώθηκε τόκος βάσει έτους 360 ημερών ποσού 4,74 ευρώ, αντί τόκου βάσει έτους 365 ημερών ποσού 4,67 ευρώ, ήτοι ποσό επιβάρυνσης 0,07 ευρώ και την 05.06.2013, χρεώθηκε τόκος βάσει έτους 360 ημερών ποσού 159,05 ευρώ, αντί τόκου βάσει έτους 365 ημερών ποσού 156,87 ευρώ, ήτοι ποσό επιβάρυνσης 2,18 ευρώ, δηλαδή συνολικά ποσό επιβάρυνσης 73,95 ευρώ. Από τα προσκομισθέντα αποσπάσματα της κίνησης του τηρηθέντος στη συνέχεια υπ’ αριθ. ………… λογαριασμού από την 09.05.2013 μέχρι την 05.06.2013, προέκυψε ότι χρεώθηκαν τόκοι παράνομα αυξημένοι, εξαιτίας της επιβάρυνσης του υπολογισμού του επιτοκίου με τον υπολογισμό του έτους των 360 ημερών, αντί των 365 ημερών, κατά τα ακόλουθα ποσά: την 05.06.2013, χρεώθηκε τόκος βάσει έτους 360 ημερών ποσού 4,74 ευρώ, αντί τόκου βάσει έτους 365 ημερών ποσού 4,67 ευρώ, ήτοι ποσό επιβάρυνσης 0,07 ευρώ και την 05.06.2013, χρεώθηκε τόκος βάσει έτους 360 ημερών ποσού 159,05 ευρώ, αντί τόκου βάσει έτους 365 ημερών ποσού 156,87 ευρώ, ήτοι ποσό επιβάρυνσης 2,18 ευρώ, δηλαδή συνολικά ποσό επιβάρυνσης 2,25 ευρώ. Από τα προσκομισθέντα αποσπάσματα της κίνησης του τηρηθέντος υπ’ αριθ. …………. λογαριασμού από την 27.11.2009 μέχρι την 05.06.2013, προέκυψε ότι χρεώθηκαν τόκοι παράνομα αυξημένοι, εξαιτίας της επιβάρυνσης του υπολογισμού του επιτοκίου με τον υπολογισμό του έτους των 360 ημερών, αντί των 365 ημερών, κατά τα ακόλουθα ποσά: την 31.12.2009, χρεώθηκε τόκος βάσει έτους 360 ημερών ποσού 182,78 ευρώ, αντί τόκου βάσει έτους 365 ημερών ποσού 180,27 ευρώ, ήτοι ποσό επιβάρυνσης 2,51 ευρώ, την 31.03.2010, χρεώθηκε τόκος βάσει έτους 360 ημερών ποσού 470,00 ευρώ, αντί τόκου βάσει έτους 365 ημερών ποσού 463,56 ευρώ, ήτοι ποσό επιβάρυνσης 6,44 ευρώ, την 31.03.2010, χρεώθηκε τόκος βάσει έτους 360 ημερών ποσού 4,86 ευρώ, αντί τόκου βάσει έτους 365 ημερών ποσού 4,79 ευρώ, ήτοι ποσό επιβάρυνσης 0,07 ευρώ, την 30.06.2010, χρεώθηκε τόκος βάσει έτους 360 ημερών ποσού 523,00 ευρώ, αντί τόκου βάσει έτους 365 ημερών ποσού 515,83 ευρώ, ήτοι ποσό επιβάρυνσης 7,17 ευρώ, την 30.06.2010, χρεώθηκε τόκος βάσει έτους 360 ημερών ποσού 20,44 ευρώ, αντί τόκου βάσει έτους 365 ημερών ποσού 20,16 ευρώ, ήτοι ποσό επιβάρυνσης 0,28 ευρώ, την 30.09.2010, χρεώθηκε τόκος βάσει έτους 360 ημερών ποσού 531,17 ευρώ, αντί τόκου βάσει έτους 365 ημερών ποσού 523,89 ευρώ, ήτοι ποσό επιβάρυνσης 7,28 ευρώ, την 30.09.2010, χρεώθηκε τόκος βάσει έτους 360 ημερών ποσού 12,47 ευρώ, αντί τόκου βάσει έτους 365 ημερών ποσού 12,30 ευρώ, ήτοι ποσό επιβάρυνσης 0,17 ευρώ, την 31.12.2010, χρεώθηκε τόκος βάσει έτους 360 ημερών ποσού 530,84 ευρώ, αντί τόκου βάσει έτους 365 ημερών ποσού 523,57 ευρώ, ήτοι ποσό επιβάρυνσης 7,27 ευρώ, την 31.12.2010, χρεώθηκε τόκος βάσει έτους 360 ημερών ποσού 15,79 ευρώ, αντί τόκου βάσει έτους 365 ημερών ποσού 15,57 ευρώ, ήτοι ποσό επιβάρυνσης 0,22 ευρώ, την 31.03.2011, χρεώθηκε τόκος βάσει έτους 360 ημερών ποσού 519,30 ευρώ, αντί τόκου βάσει έτους 365 ημερών ποσού 512,19 ευρώ, ήτοι ποσό επιβάρυνσης 7,11 ευρώ, την 31.03.2011, χρεώθηκε τόκος βάσει έτους 360 ημερών ποσού 34,40 ευρώ, αντί τόκου βάσει έτους 365 ημερών ποσού 33,40 ευρώ, ήτοι ποσό επιβάρυνσης 0,47 ευρώ, την 30.06.2011, χρεώθηκε τόκος βάσει έτους 360 ημερών ποσού 532,42 ευρώ, αντί τόκου βάσει έτους 365 ημερών ποσού 525,13 ευρώ, ήτοι ποσό επιβάρυνσης 7,29 ευρώ, την 30.06.2011, χρεώθηκε τόκος βάσει έτους 360 ημερών ποσού 43,21 ευρώ, αντί τόκου βάσει έτους 365 ημερών ποσού 42,62 ευρώ, ήτοι ποσό επιβάρυνσης 0,59 ευρώ, την 30.09.2011, χρεώθηκε τόκος βάσει έτους 360 ημερών ποσού 543,60 ευρώ, αντί τόκου βάσει έτους 365 ημερών ποσού 536,15 ευρώ, ήτοι ποσό επιβάρυνσης 7,45 ευρώ, την 30.09.2011, χρεώθηκε τόκος βάσει έτους 360 ημερών ποσού 7,39 ευρώ, αντί τόκου βάσει έτους 365 ημερών ποσού 7,29 ευρώ, ήτοι ποσό επιβάρυνσης 0,10 ευρώ, την 30.12.2011, χρεώθηκε τόκος βάσει έτους 360 ημερών ποσού 543,60 ευρώ, αντί τόκου βάσει έτους 365 ημερών ποσού 536,15 ευρώ, ήτοι ποσό επιβάρυνσης 7,45 ευρώ, την 30.12.2011, χρεώθηκε τόκος βάσει έτους 360 ημερών ποσού 16,51 ευρώ, αντί τόκου βάσει έτους 365 ημερών ποσού 16,28 ευρώ, ήτοι ποσό επιβάρυνσης 0,23 ευρώ, την 30.03.2012, χρεώθηκε τόκος βάσει έτους 360 ημερών ποσού 537,69 ευρώ, αντί τόκου βάσει έτους 365 ημερών ποσού 530,32 ευρώ, ήτοι ποσό επιβάρυνσης 7,37 ευρώ, την 30.03.2012, χρεώθηκε τόκος βάσει έτους 360 ημερών ποσού 36,29 ευρώ, αντί τόκου βάσει έτους 365 ημερών ποσού 35,39 ευρώ, ήτοι ποσό επιβάρυνσης 0,90 ευρώ, την 29.06.2012, χρεώθηκε τόκος βάσει έτους 360 ημερών ποσού 537,69 ευρώ, αντί τόκου βάσει έτους 365 ημερών ποσού 530,32 ευρώ, ήτοι ποσό επιβάρυνσης 7,37 ευρώ, την 29.06.2012, χρεώθηκε τόκος βάσει έτους 360 ημερών ποσού 56,33 ευρώ, αντί τόκου βάσει έτους 365 ημερών ποσού 55,56 ευρώ, ήτοι ποσό επιβάρυνσης 0,77 ευρώ, την 28.09.2012, χρεώθηκε τόκος βάσει έτους 360 ημερών ποσού 543,60 ευρώ, αντί τόκου βάσει έτους 365 ημερών ποσού 536,15 ευρώ, ήτοι ποσό επιβάρυνσης 7,45 ευρώ, την 31.12.2012, χρεώθηκε τόκος βάσει έτους 360 ημερών ποσού 543,60 ευρώ, αντί τόκου βάσει έτους 365 ημερών ποσού 536,15 ευρώ, ήτοι ποσό επιβάρυνσης 7,45 ευρώ, την 31.12.2012, χρεώθηκε τόκος βάσει έτους 360 ημερών ποσού 98,94 ευρώ, αντί τόκου βάσει έτους 365 ημερών ποσού 97,58 ευρώ, ήτοι ποσό επιβάρυνσης 1,36 ευρώ, την 28.03.2011, χρεώθηκε τόκος βάσει έτους 360 ημερών ποσού 114,57 ευρώ, αντί τόκου βάσει έτους 365 ημερών ποσού 113,00 ευρώ, ήτοι ποσό επιβάρυνσης 1,57 ευρώ, την 28.03.2013, χρεώθηκε τόκος βάσει έτους 360 ημερών ποσού 531,78 ευρώ, αντί τόκου βάσει έτους 365 ημερών ποσού 524,49 ευρώ, ήτοι ποσό επιβάρυνσης 7,29 ευρώ, την 05.06.2013, χρεώθηκε τόκος βάσει έτους 360 ημερών ποσού 384,07 ευρώ, αντί τόκου βάσει έτους 365 ημερών ποσού 378,81 ευρώ, ήτοι ποσό επιβάρυνσης 5,26 ευρώ και την 05.06.2013, χρεώθηκε τόκος βάσει έτους 360 ημερών ποσού 101,58 ευρώ, αντί τόκου βάσει έτους 365 ημερών ποσού 100,19 ευρώ, ήτοι ποσό επιβάρυνσης 1,39 ευρώ, δηλαδή συνολικά ποσό επιβάρυνσης 110,28 ευρώ. Επομένως, εφόσον αποδείχθηκε ότι χρεώθηκαν τόκοι παράνομα αυξημένοι, εξαιτίας της επιβάρυνσης του υπολογισμού του επιτοκίου με τον υπολογισμό του έτους των 360 ημερών, αντί των 365 ημερών, συνολικού ποσού 186,48 ευρώ (73,95 ευρώ + 2,25 ευρώ + 110,28 ευρώ), πρέπει να γίνει δεκτός ως και ουσιαστικά βάσιμος ο τρίτος λόγος της ανακοπής, όπως παραδεκτώς συμπληρώθηκε με τον δεύτερο λόγο των πρόσθετων λόγων ανακοπής. Ακολούθως, επειδή δεν υπάρχει άλλος λόγος ανακοπής προς έρευνα, πρέπει η ανακοπή και οι πρόσθετοι λόγοι ανακοπής να γίνουν εν μέρει δεκτοί και να ακυρωθεί εν μέρει η υπ’ αριθ. ……../2014 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς και η από 18.07.2014 επιταγή προς πληρωμή, η οποία καταχωρήθηκε παρά πόδας αντιγράφου του εκτελεστού απογράφου της ανωτέρω διαταγής πληρωμής, και δη, κατά το ανωτέρω ποσό των εκατόν ογδόντα έξι ευρώ και σαράντα οκτώ λεπτών (186,48). Τα δικαστικά έξοδα των εκκαλούντων – ανακοπτόντων – ασκούντων πρόσθετους λόγους ανακοπής, αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας, πρέπει να επιβληθούν κατά ένα μέρος σε βάρος της πρώτης εφεσίβλητης – καθ’ ης η ανακοπή – καθ’ ης οι πρόσθετοι λόγοι ανακοπής, ανάλογο με την έκταση της ήττας της (άρθρα 106, 178 παρ. 1, 183 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), σύμφωνα με τα οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας. Πρέπει να σημειωθεί ότι ως προς την από 29.09.2025 πρόσθετη παρέμβαση δεν θα περιληφθεί διάταξη στο διατακτικό, καθόσον αυτή δεν περιέχει ίδιο αίτημα που να πρέπει να δεχθεί ή να απορρίψει, έστω σιωπηρά, το Δικαστήριο, αλλά απλώς διευρύνει τα όρια της εκκρεμούς διαδικασίας, αποτέλεσμα το οποίο επέρχεται αμέσως μετά την άσκησή της (βλ. ΑΠ 715/1998 ΕλλΔνη 40. 630, ΕφΠειρ 111/2016 ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ 5722/2011 ΕλλΔνη 53. 822, ΜονΕφΑθ 252/2020 ΝΟΜΟΣ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει ερήμην της δεύτερης εφεσίβλητης – προσθέτως παρεμβαίνουσας ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου – υπέρ ης η πρόσθετη παρέμβαση και ερήμην της πρώτης εφεσίβλητης – καθ’ ης η ανακοπή – καθ’ ης οι πρόσθετοι λόγοι ανακοπής – υπέρ ης η πρόσθετη παρέμβαση, η οποία θεωρείται ότι αντιπροσωπεύεται από την αναγκαία ομόδικό της προσθέτως παρεμβαίνουσα, και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων, κατά την προσήκουσα τακτική διαδικασία με τις αποκλίσεις των άρθρων 632 παρ. 2, 643, 649 και 650 του ΚΠολΔ, την από 26.03.2025 έφεση κατά της υπ’ αριθ. 520/2025 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που εκδόθηκε ερήμην της καθ’ ης η ανακοπή – καθ’ ης οι πρόσθετοι λόγοι ανακοπής και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων κατά την προσήκουσα ειδική διαδικασία των άρθρων 591 παρ. 1 εδ. α’, 643, 649 και 650 του ΚΠολΔ (διαφορών από πιστωτικούς τίτλους), και την από 29.09.2025 πρόσθετη παρέμβαση.
Δέχεται τυπικά και κατ’ ουσίαν την από 26.03.2025 έφεση.
Εξαφανίζει την υπ’ αριθ. 520/2025 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς.
Κρατεί την υπόθεση.
Δικάζει την από 16.09.2014 και με αριθμό κατάθεσης γενικό …./2014 και ειδικό …./2014 ανακοπή, καθώς και τους από 03.03.2023 και με αριθμό κατάθεσης γενικό …./2023 και ειδικό …./2023 πρόσθετους λόγους ανακοπής.
Δέχεται εν μέρει την ανακοπή και τους πρόσθετους λόγους ανακοπής.
Ακυρώνει εν μέρει την υπ’ αριθ. ……/2014 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς και την από 18.07.2014 επιταγή προς πληρωμή, η οποία καταχωρήθηκε παρά πόδας αντιγράφου του εκτελεστού απογράφου της ανωτέρω διαταγής πληρωμής, και δη, κατά το ποσό των εκατόν ογδόντα έξι ευρώ και σαράντα οκτώ λεπτών (186,48).
Διατάσσει την επιστροφή στους εκκαλούντες – ανακόπτοντες – ασκούντες πρόσθετους λόγους ανακοπής του παράβολου ποσού εκατό (100,00) ευρώ που κατατέθηκε στην Γραμματέα του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου υπ’ αριθ. ……./2025 ηλεκτρονικό παράβολο.
Επιβάλει σε βάρος της πρώτης εφεσίβλητης – καθ’ ης η ανακοπή – καθ’ ης οι πρόσθετοι λόγοι ανακοπής την πληρωμή μέρους των δικαστικών εξόδων των εκκαλούντων – ανακοπτόντων – ασκούντων πρόσθετους λόγους ανακοπής, αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει σε πεντακόσια (500,00) ευρώ.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου, στον Πειραιά, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση, στις 19.02.2026, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων τους δικηγόρων.
Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ