ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
Αριθμός απόφασης 129/2026
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
ΤΜΗΜΑ 2ο
Αποτελούμενο από την Δικαστή Ιωάννα Μάμαλη, Εφέτη και από την Γραμματέα Ε.Δ.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στον Πειραιά, στις ………., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της εκκαλούσας – καθ’ ης η ανακοπή: της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «…………..» και πρώην επωνυμία «………….» που εδρεύει στο …………. Αττικής, οδός ………. και εκπροσωπείται νόμιμα, ενεργούσα ως μη δικαιούχος και μη υπόχρεος διάδικος, ως διαχειρίστρια, δυνάμει της από 25.05.2021 σύμβασης διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων που καταχωρήθηκε νόμιμα στα βιβλία του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών, της αλλοδαπής εταιρίας ειδικού σκοπού με την επωνυμία «…………», η οποία εδρεύει στο ………… της Ιρλανδίας, ………….., με αριθμό καταχώρησης στο μητρώο εταιρειών της Ιρλανδίας ……. και εκπροσωπείται νόμιμα, και η οποία κατέστη ειδική διάδοχος της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «……….», ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «…………» και πρώην επωνυμία «………….», λόγω διάσπασης δι’ απόσχισης του κλάδου της τραπεζικής δραστηριότητας της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «……………… (η «διασπώμενη») με σύσταση νέας εταιρίας – πιστωτικού ιδρύματος με την επωνυμία «………….» (η «Επωφελούμενη»), κατόπιν μεταβίβασης στο πλαίσιο τιτλοποίησης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 3156/2003, δυνάμει της από 25.05.2021 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων που καταχωρήθηκε νόμιμα στα βιβλία του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Γεωργία Μπούκα (ΑΜ ………. Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών).
Του εφεσίβλητου – ανακόπτοντος: ……………, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κυριάκο Χουσέα (ΑΜ ………… Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών).
Ο ανακόπτων ζήτησε να γίνει δεκτή η από 14.03.2025 και με αριθμό κατάθεσης γενικό …./2025 και ειδικό ……/2025 ανακοπή του, ειδικής διαδικασίας περιουσιακών διαφορών, που άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς. Το ως άνω Δικαστήριο με την υπ’ αριθ. 3718/2025 οριστική απόφασή του, αφού δίκασε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, έκανε δεκτή την ανακοπή και ακύρωσε την υπ’ αριθ. …./2012 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, την από 22.01.2025 επιταγή προς πληρωμή, η οποία καταχωρήθηκε παρά πόδας αντιγράφου του εκτελεστού απογράφου της ανωτέρω διαταγής πληρωμής και την υπ’ αριθ. …./30.01.2025 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης ακίνητης περιουσίας του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών …………….. Την απόφαση αυτή προσέβαλε η εκκαλούσα – καθ’ ης η ανακοπή με την από 05.10.2025 έφεσή της που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς με αριθμό γενικό …./06.10.2025 και ειδικό …./06.10.2025 και προσδιορίστηκε ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς με αριθμό κατάθεσης γενικό ……/06.10.2025 και ειδικό …./06.10.2025 για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο και γράφτηκε στο πινάκιο.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο και την εκφώνησή της από τη σειρά του οικείου πινακίου, η πληρεξούσια δικηγόρος της εκκαλούσας – καθ’ ης η ανακοπή δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, αλλά προκατέθεσε δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ και έγγραφες προτάσεις, ζητώντας να γίνουν δεκτά όσα σ’ αυτές αναφέρονται, ενώ ο πληρεξούσιος δικηγόρος του εφεσίβλητου – ανακόπτοντος αναφέρθηκε στις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσε και ζήτησε να γίνουν δεκτά όσα σ’ αυτές αναφέρονται.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση έφεση κατά της υπ’ αριθ. 3718/2025 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, και με την οποία έγινε δεκτή η από 14.03.2025 και με αριθμό κατάθεσης γενικό …./2025 και ειδικό …../2025 ανακοπή του εφεσίβλητου – ανακόπτοντος, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495 παρ. 1-2, 498, 511, 513 παρ. 1 β’, 516 παρ.1, 517 και 518 παρ. 1 του ΚΠολΔ, όπως ισχύουν μετά την τροποποίησή τους με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015, καθόσον η έφεση ασκήθηκε μετά την 01.01.2016), δεδομένου ότι η εκκαλουμένη απόφαση επιδόθηκε στην εκκαλούσα – καθ’ ης η ανακοπή την 05.09.2025, όπως συνομολογείται από τους διαδίκους, η δε κρινόμενη από 05.10.2025 έφεση κατατέθηκε στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου εντός της προθεσμίας των τριάντα ημερών από την επίδοση της εκκαλουμένης απόφασης, όπως προκύπτει από την πράξη κατάθεσης έφεσης με αριθμό γενικό ……/06.10.2025 και ειδικό ……../06.10.2025 της γραμματέως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς που έχει επισυναφθεί στην ένδικη έφεση, δεδομένου ότι η τελευταία ημέρα της τριακονθήμερης προθεσμίας ήταν κατά νόμο εξαιρετέα (Κυριακή), και ως εκ τούτου η προθεσμία έληξε την επόμενη μη εξαιρετέα ημέρα (Δευτέρα), κατ’ άρθρο 144 παρ. 1 του ΚΠολΔ. Επομένως, πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξεταστεί στη συνέχεια το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της, δεδομένου ότι για το παραδεκτό της έφεσης έχει κατατεθεί από την εκκαλούσα – καθ’ ης η ανακοπή το παράβολο των 100,00 ευρώ που προβλέπεται από την παράγραφο 3 του άρθρου 495 του ΚΠολΔ.
Ο εφεσίβλητος – ανακόπτων με την από 14.03.2025 και με αριθμό κατάθεσης γενικό …/2025 και ειδικό …./2025 ανακοπή του, ειδικής διαδικασίας περιουσιακών διαφορών, που άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, ζήτησε, για τους αναλυτικά αναφερόμενους στο δικόγραφο λόγους, να γίνει δεκτή η ανακοπή και να ακυρωθεί αφενός η προσβαλλόμενη υπ’ αριθ. …./2012 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε βάσει της από 03.12.2008 σύμβασης τοκοχρεωλυτικού δανείου, που καταρτίσθηκε μεταξύ αυτού ως οφειλέτη και της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «……………………….» ως δανείστριας, και δυνάμει της οποίας υποχρεώθηκε να καταβάλλει στην τελευταία το ποσό των 52.209,60 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων, αφετέρου η προσβαλλόμενη από 22.01.2025 επιταγή προς πληρωμή, η οποία καταχωρήθηκε παρά πόδας αντιγράφου του εκτελεστού απογράφου της ανωτέρω διαταγής πληρωμής και η προσβαλλόμενη υπ’ αριθ. ……/30.01.2025 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης ακίνητης περιουσίας του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών ……………, καθώς και κάθε άλλη πράξη της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης που επισπεύδεται σε βάρος του, από την εκκαλούσα – καθ’ ης η ανακοπή, ενεργούσα ως μη δικαιούχος και μη υπόχρεος διάδικος, ως διαχειρίστρια, δυνάμει της από 25.05.2021 σύμβασης διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων που καταχωρήθηκε στα βιβλία του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών υπ’ αριθ. πρωτ. …../25.05.2021, στον τόμο …. με αύξοντα αριθμό …., της αλλοδαπής εταιρίας ειδικού σκοπού με την επωνυμία «……….», η οποία κατέστη ειδική διάδοχος της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «……….», ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «…………» και πρώην επωνυμία «………..», λόγω διάσπασης δι’ απόσχισης του κλάδου της τραπεζικής δραστηριότητας της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «………….» (η «διασπώμενη») με σύσταση νέας εταιρίας – πιστωτικού ιδρύματος με την επωνυμία «…………..» (η «Επωφελούμενη»), κατόπιν μεταβίβασης στο πλαίσιο τιτλοποίησης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 3156/2003, δυνάμει της από 25.05.2021 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων που καταχωρήθηκε στα βιβλία του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών υπ’ αριθ. πρωτ. …./25.05.2021, στον τόμο …. με αύξοντα αριθμό ….. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την υπ’ αριθ. 3718/2025 οριστική απόφασή του, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρα 614 επ., 632 παρ. 2 εδ. β’ και 937 παρ. 3 του ΚΠολΔ), αφού έκρινε ότι η ανακοπή, στην οποία σωρεύθηκαν παραδεκτώς ανακοπή, κατ’ άρθρο 632 του ΚΠολΔ, κατά της διαταγής πληρωμής και ανακοπή, κατ’ άρθρο 933 του ΚΠολΔ, κατά των πράξεων της αναγκαστικής εκτέλεσης, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, κατ’ άρθρο 632 του ΚΠολΔ, διότι η προβλεπόμενη προθεσμία για την άσκηση της ανακοπής δεν είχε ακόμη εκκινήσει, και κατ’ άρθρα 933, 934 παρ. 1 α’ του ΚΠολΔ, ήτοι εντός 45 ημερών από την επίδοση της υπ’ αριθ. 611/30.01.2025 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης ακίνητης περιουσίας, και αφού απέρριψε ως απαράδεκτο λόγω αοριστίας το σκέλος της σωρευόμενης ανακοπής, κατ’ άρθρο 933 του ΚΠολΔ, που βάλλει κατά κάθε άλλης πράξης της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης που επισπεύδεται σε βάρος του εφεσίβλητου – ανακόπτοντος, στη συνέχεια έκανε δεκτό ως ορισμένο, νόμιμο και ουσιαστικά βάσιμο τον πρώτο λόγο ανακοπής, κρίνοντας ότι η διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης επισπεύδεται σε βάρος του εφεσίβλητου – ανακόπτοντος δυνάμει άκυρου εκτελεστού τίτλου, διότι η υπ’ αριθ. 497/2012 διαταγή πληρωμής δεν επιδόθηκε σ’ αυτόν εντός της νόμιμης προθεσμίας των δύο μηνών από την έκδοσή της, με συνέπεια τη μη εκκίνηση της προβλεπόμενης, κατ’ άρθρο 632 του ΚΠολΔ, προθεσμίας για την άσκηση της ανακοπής, και συνεπώς ότι η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής απέβαλε αυτοδίκαια την ισχύ της ως εκτελεστός τίτλος, συμπαρασύροντας σε ακυρότητα και τη βάσει αυτής διενεργούμενη αναγκαστική εκτέλεση, και ακολούθως έκανε δεκτή την ανακοπή και ακύρωσε την προσβαλλόμενη υπ’ αριθ. …../2012 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, την προσβαλλόμενη από 22.01.2025 επιταγή προς πληρωμή, η οποία καταχωρήθηκε παρά πόδας αντιγράφου του εκτελεστού απογράφου της ανωτέρω διαταγής πληρωμής και την προσβαλλόμενη υπ’ αριθ. ……………/30.01.2025 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης ακίνητης περιουσίας του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών …………, ενώ καταδίκασε την εκκαλούσα – καθ’ ης η ανακοπή στην καταβολή των δικαστικών εξόδων του εφεσίβλητου – ανακόπτοντος. Κατά της απόφασης αυτής, παραπονείται η καθ’ ης η ανακοπή, και ήδη εκκαλούσα, για τους λόγους που αναφέρονται στην κρινόμενη έφεσή της και ανάγονται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και σε κακή εκτίμηση των αποδείξεων και ζητεί την εξαφάνισή της, προκειμένου να απορριφθεί η ανακοπή και να επικυρωθεί η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής, η προσβαλλόμενη επιταγή προς πληρωμή και η προσβαλλόμενη έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης ακίνητης περιουσίας.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 632 παρ. 6 του ΚΠολΔ, με την ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής μπορεί να σωρευθεί και αίτημα ακύρωσης των πράξεων εκτέλεσης, οι οποίες ενεργούνται με βάση αυτήν, αν συντρέχουν και οι προϋποθέσεις του άρθρου 218 του ΚΠολΔ. Σύμφωνα με την τελευταία αυτή διάταξη, προϋπόθεση για την παραδεκτή σώρευση στο ίδιο δικόγραφο ανακοπής κατά διαταγής πληρωμής και ανακοπής κατά της εκτέλεσης είναι, μεταξύ άλλων, να υπάγονται αμφότερες στην καθ’ ύλην και κατά τόπον αρμοδιότητα του ίδιου Δικαστηρίου (ΑΠ 337/2006 ΝΟΜΟΣ). Αν δεν συντρέχει η προϋπόθεση αυτή, διατάσσεται και αυτεπαγγέλτως ο χωρισμός και η ανακοπή που ασκήθηκε αναρμοδίως (καθ’ ύλην ή κατά τόπον) παραπέμπεται στο αρμόδιο Δικαστήριο κατ’ άρθρο 218 παρ. 2 του ΚΠολΔ. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 632 παρ. 1 του ΚΠολΔ, ο οφειλέτης κατά του οποίου στρέφεται η διαταγή πληρωμής έχει το δικαίωμα να ασκήσει ανακοπή, η οποία απευθύνεται στο καθ’ ύλην αρμόδιο δικαστήριο του τόπου έκδοσης της διαταγής πληρωμής. Εξάλλου, στο άρθρο 42 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι «1. Πρωτοβάθμιο τακτικό δικαστήριο που δεν είναι κατά τόπον αρμόδιο μπορεί, με ρητή ή σιωπηρή συμφωνία των διαδίκων, να γίνει αρμόδιο, εκτός αν πρόκειται για διαφορές που δεν έχουν περιουσιακό αντικείμενο. Η συμφωνία πρέπει να είναι ρητή, όταν πρόκειται για διαφορές για τις οποίες ισχύει αποκλειστική αρμοδιότητα. 2. Θεωρείται πως υπάρχει σιωπηρή συμφωνία, αν ο εναγόμενος παρίσταται στο ακροατήριο στην πρώτη συζήτηση και δεν προτείνει έγκαιρα την ένσταση αναρμοδιότητας». Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 933 παρ. 1 του ΚΠολΔ, αντιρρήσεις εκείνου κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση και κάθε δανειστή του που έχει έννομο συμφέρον, οι οποίες αφορούν την εγκυρότητα του εκτελεστού τίτλου, τη διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης ή την απαίτηση, ασκούνται μόνο με ανακοπή που εισάγεται στο Μονομελές Πρωτοδικείο. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 933 παρ. 3 του ΚΠολΔ, αρμόδιο κατά τόπο είναι το δικαστήριο της περιφέρειας του τόπου της εκτέλεσης, εφόσον μετά την επίδοση της επιταγής ακολούθησαν και άλλες πράξεις της εκτελεστικής διαδικασίας, αλλιώς αρμόδιο είναι το δικαστήριο του άρθρου 584, δηλαδή το δικαστήριο της γενικής δωσιδικίας του ανακόπτοντος. Στην προκειμένη περίπτωση, στο υπό κρίση δικόγραφο σωρεύθηκαν ανακοπή, με την οποία πλήττεται η υπ’ αριθ. …../2012 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και έχει ως αίτημα την ακύρωση της διαταγής πληρωμής ως εκτελεστού τίτλου, καθώς και ανακοπή του άρθρου 933 του ΚΠολΔ, η οποία βάλλει κατά της από 22.01.2025 επιταγής προς πληρωμή, η οποία καταχωρήθηκε παρά πόδας αντιγράφου του εκτελεστού απογράφου της ανωτέρω διαταγής πληρωμής, κατά της υπ’ αριθ. …../30.01.2025 έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης ακίνητης περιουσίας του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών …………. και κατά κάθε άλλης πράξης της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης που επισπεύδεται σε βάρος του εφεσίβλητου – ανακόπτοντος και έχει ως αίτημα την ακύρωση αυτών των πράξεων. Η σωρευόμενη ανακοπή, με την οποία πλήττεται η υπ’ αριθ. 497/2012 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και στηρίζεται το αίτημα περί ακύρωσής της, αρμόδια κατά τόπον εισήχθη προς συζήτηση ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, παρά το γεγονός ότι το Δικαστήριο του τόπου έκδοσης της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής ήταν το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, και, συνεπώς, σύμφωνα με το άρθρο 632 παρ. 1 του ΚΠΔ αρμόδιο κατά τόπο ήταν το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών ως Δικαστήριο του τόπου έκδοσης της διαταγής πληρωμής, λόγω της σιωπηρής συμφωνίας παρέκτασης, που αποκλείει εν προκειμένω το κατ’ άρθρο 632 παρ. 1 του ΚΠολΔ αρμόδιο δικαστήριο του τόπου έκδοσης της διαταγής πληρωμής, διότι, από την παράσταση της εκκαλούσας – καθ’ ης η ανακοπή ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και από το περιεχόμενο των από 13.06.2025 προτάσεων της που κατατέθηκαν ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, προκύπτει ότι αυτή δεν προέβαλε ένσταση κατά τόπον αναρμοδιότητας, είτε με δήλωση στα πρακτικά της πληρεξούσιας δικηγόρου της, είτε με τις ανωτέρω προτάσεις της, και ως εκ τούτου, λαμβανομένου υπόψη ότι η δωσιδικία του τόπου έκδοσης της διαταγής πληρωμής δεν είναι ειδική αποκλειστική δωσιδικία, με περαιτέρω συνέπεια να επιτρέπεται η σύναψη ως προς αυτήν σιωπηρής συμφωνίας παρέκτασης, συνάγεται συναίνεση της εκκαλούσας – καθ’ ης η ανακοπή για την εκδίκαση της ανακοπής κατά της υπ’ αριθ. ……./2012 διαταγής πληρωμής από το Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς και σιωπηρή συμφωνία παρέκτασης, βάσει της οποίας το αρχικώς αναρμόδιο κατά τόπον πρωτοβάθμιο Δικαστήριο κατέστη εκ των υστέρων αρμόδιο κατά τόπον (βλ. Κεραμεύς-Κονδύλης-Νίκας, Ερμηνεία ΚΠολΔ, Τόμος Ι, άρθρο 42, αριθ. 4, σελ. 98-99). Συνεπώς, παραδεκτά σωρεύθηκαν, κατ’ άρθρα 218 παρ. 1 και 632 παρ. 6 του ΚΠολΔ, οι ανακοπές των άρθρων 632 παρ. 1 και 933 του ΚΠολΔ, αφού ρητά προβλέπεται η δυνατότητα σώρευσης ανακοπής κατά διαταγής πληρωμής με αίτημα ακύρωσης πράξεων εκτέλεσης, οι οποίες ενεργούνται με βάση αυτήν, συντρεχουσών περαιτέρω και των λοιπών προϋποθέσεων του άρθρου 218 του ΚΠολΔ, αφού αμφότερες οι ανακοπές υπάγονταν στο ίδιο καθ’ ύλην και κατά τόπον αρμόδιο Δικαστήριο (άρθρο 42 παρ. 2, 632 παρ. 1 και 933 παρ. 1 και 3 του ΚΠολΔ), ενώ για την εκδίκασή τους τηρήθηκε η ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρα 614 επ., 632 παρ. 2 και 6, 937 παρ. 3 του ΚΠολΔ), δεν ήταν αντιφατικές μεταξύ τους και η σύγχρονη εκδίκαση τους δεν επέφερε σύγχυση. Κατόπιν τούτων, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο πρώτος λόγος της ένδικης έφεσης, με τον οποίο η εκκαλούσα – καθ’ ης η ανακοπή ισχυρίζεται ότι κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την εκκαλουμένη απόφασή του, δεν διέγνωσε ότι ήταν κατά τόπον αναρμόδιο για την εκδίκαση της σωρευόμενης ανακοπής κατά της υπ’ αριθ. ……./2012 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και δεν παρέπεμψε για συζήτηση στο αρμόδιο Δικαστήριο τη σωρευόμενη ανακοπή, η οποία αναρμοδίως κατά τόπο εισήχθη ενώπιον του, λόγω της υφιστάμενης κατά τόπον αρμοδιότητας του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ως Δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής, και άρα αποκλειστικώς αρμοδίου για την συζήτηση της σωρευόμενης στο δικόγραφο ανακοπής κατά διαταγής πληρωμής.
Σύμφωνα με το άρθρο 630Α εδ. α’ και β’ του ΚΠολΔ, «Η διαταγή πληρωμής επιδίδεται σε εκείνον κατά του οποίου στρέφεται μέσα σε προθεσμία δύο μηνών από την έκδοσή της. Αν η επίδοση δεν γίνει μέσα στην προθεσμία του προηγούμενου εδαφίου, η διαταγή πληρωμής παύει αυτοδικαίως να ισχύει». Η προθεσμία αυτή, που αποτελεί γνήσια δικονομική προθεσμία ενέργειας διαδικαστικής πράξης, αρχίζει από την επομένη της έκδοσης της διαταγής πληρωμής (άρθρο 144 παρ. 1 του ΚΠολΔ), ενώ ο τρόπος υπολογισμού καθορίζεται βάσει του άρθρου 145 παρ. 2 του ΚΠολΔ. Αν η διαταγή πληρωμής δεν επιδοθεί (εγκύρως) στον καθ’ ου μέσα στην προαναφερόμενη δίμηνη προθεσμία, αποβάλλει αυτοδικαίως την ισχύ της. Επιπροσθέτως, θα πρέπει να επισημανθεί ότι σε κάθε περίπτωση, παρότι το στοιχείο της εγκυρότητας της επίδοσης δεν αναγράφεται στο νόμο, η κρίση για το άκυρο της επίδοσης ισοδυναμεί με ανυπαρξία επίδοσης εντός της δίμηνης προθεσμίας. Αντίθετη άποψη ότι δηλαδή αρκεί μόνο η επίδοση της διαταγής πληρωμής ως πραγματικό γεγονός, δίχως να ενδιαφέρει το έγκυρο αυτής, προσκρούει στην απαίτηση της έγκυρης επίδοσης ως προϋπόθεση της έναρξης της προθεσμίας άσκησης της ανακοπής, καθώς είναι άτοπο να υποστηρίζεται ότι δεν έχει αρχίσει να τρέχει η τελευταία, ενώ εξακολουθεί να ισχύει η διαταγή πληρωμής λόγω της επίδοσής της (βλ. παρατηρήσεις Σ. Πανταζόπουλου στην ΕφΘεσ 1440/2014 ΕλλΔνη 2014. 1449 και Σ. Πανταζόπουλος, Η ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής, 4η έκδοση, σελ 114). Η μεταγενέστερη (εκπρόθεσμη) επίδοση της διαταγής πληρωμής δεν επηρεάζει τη συνέπεια αυτή. Έτσι, η διαταγή πληρωμής δεν παράγει πλέον καμιά έννομη συνέπεια, θεωρείται ανύπαρκτη και κατά νομική αναγκαιότητα συμπαρασύρονται σε ανατροπή, αυτοδίκαιη, και οι σε αυτή επιστηριζόμενες συνέπειές της, τα δε αποτελέσματα της εκτελεστότητάς της, που τυχόν επήλθαν, ανατρέπονται αναδρομικά (ΕφΑθ 514/2024 ΝΟΜΟΣ, Ποδηματά σε ΕρμΚΠολΔ Κεραμέα-Κονδύλη-Νίκα, άρθρο 630Α, αρ. 3-4, άρθρο 631, αρ 2). Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 522, 535 παρ. 1 και 536 παρ. 1-2 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, μετά την παραδοχή λόγου έφεσης, την εξαφάνιση της εκκαλουμένης και τη διακράτηση της υπόθεσης για την εκδίκασή της από αυτό κατ’ ουσίαν, καθίσταται αρμόδιο να ερευνήσει, αυτεπαγγέλτως, όλα τα ζητήματα που είχαν υποβληθεί πρωτοδίκως, για την οριστική διάγνωση της διαφοράς, και ως εκ τούτου εάν κρίνεται αγωγή με περισσότερες βάσεις, το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα δεν περιορίζεται μόνο στις διατάξεις της απόφασης που πλήττονται με την έφεση, αλλά εκτείνεται και στις μη εξετασθείσες πρωτοδίκως βάσεις, διότι δεν δικάζεται πλέον η έφεση, αλλά η αγωγή (ΑΠ 2039/2014 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1878/2008 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 419/2004 ΝΟΜΟΣ). Στην περίπτωση αυτή το Εφετείο δεν δεσμεύεται, μετά την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης από τον κανόνα του άρθρου 536 παρ. 1 ΚΠολΔ, αλλά μπορεί να καταστήσει και δυσμενέστερη τη θέση του εκκαλούντος (ΑΠ 1408/1999 ΕλλΔνη 41. 737, ΜονΕφΘρ 321/2015 ΝΟΜΟΣ). Τα ίδια ισχύουν και όταν κρίνεται ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής, με την οποία ο ανακόπτων, ο οποίος επέχει εδώ θέση εναγόμενου, προβάλλει περισσότερους λόγους ανακοπής, δηλ. σωρεύει περισσότερες βάσεις σ’ αυτή, καθώς κάθε λόγος ανακοπής αποτελεί ιδιαίτερη βάση (ΑΠ 13/2010 ΝΟΜΟΣ, ΕφΠειρ 5/2012 ΠειρΝομ 2012. 168). Επομένως, και στην περίπτωση αυτή το Εφετείο, εάν εξαφανίσει την πρωτόδικη απόφαση απορρίπτοντας λόγο της ανακοπής που είχε γίνει δεκτός πρωτοδίκως, οφείλει να εξετάσει και τους λοιπούς λόγους της ανακοπής που δεν είχαν εξεταστεί, υπό την προϋπόθεση βέβαια, ότι οι λόγοι αυτοί είχαν προβληθεί κατά τρόπο ορισμένο και παραδεκτό και ασκούσαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οπότε και υποχρεούται το δικαστήριο της ουσίας να απαντήσει (ΑΠ 1556/2012 ΕΠολΔ 2013. 559, ΑΠ 1286/2012 ΕΠολΔ 2013. 559, ΑΠ 920/2011 ΕΠολΔ 2012. 101, ΑΠ 13/2010 ΝοΒ 2010. 1440, ΑΠ 1568/2009 ΔΕΕ 2010. 65, ΜονΕφΑθ 5/2018 ΝΟΜΟΣ). Στην προκειμένη περίπτωση, η εκκαλούσα – καθ’ ης η ανακοπή με τον δεύτερο λόγο της υπό κρίση έφεσης παραπονείται ότι εσφαλμένα έγινε δεκτός από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ως ορισμένος, νόμιμος και ουσιαστικά βάσιμος ο πρώτος λόγος ανακοπής, αφού κρίθηκε ότι η διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης επισπεύδεται σε βάρος του εφεσίβλητου – ανακόπτοντος δυνάμει άκυρου εκτελεστού τίτλου, διότι η υπ’ αριθ. 497/2012 διαταγή πληρωμής δεν επιδόθηκε σ’ αυτόν εντός της νόμιμης προθεσμίας των δύο μηνών από την έκδοσή της, αλλά επιδόθηκε σ’ αυτόν το πρώτον την 23.01.2025, με συνέπεια τη μη εκκίνηση της προβλεπόμενης κατ’ άρθρο 632 του ΚΠολΔ προθεσμίας για την άσκηση της ανακοπής, και συνεπώς ότι η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής απέβαλε αυτοδίκαια την ισχύ της ως εκτελεστός τίτλος, συμπαρασύροντας σε ακυρότητα και τη βάσει αυτής διενεργούμενη αναγκαστική εκτέλεση. Από τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν, αποδείχθηκε ότι η προσβαλλόμενη υπ’ αριθ. …../2012 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών επιδόθηκε για πρώτη φορά στον εφεσίβλητο – ανακόπτοντα την 09.02.2012, στη διεύθυνση της κατοικίας του στον ……….. Αττικής, επί της οδού …………. και αφού δεν βρέθηκε ο ίδιος, το έγγραφο παραδόθηκε στη σύνοικο μητέρα του ………, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη, για πρώτη φορά ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου, υπ’ αριθ. ……/09.02.2012 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών ………. Η προσκομιδή της υπ’ αριθ. …./09.02.2012 έκθεσης επίδοσης είναι παραδεκτή, διότι, κατά την κρίση του Δικαστηρίου τούτου, η παράλειψη προσκομιδής αυτής από την εκκαλούσα – καθ’ ης η ανακοπή δεν οφείλεται ούτε σε πρόθεση στρεψοδικίας, δεδομένου ότι η εκκαλούσα – καθ’ ης η ανακοπή ενδιαφέρεται για την όσο το δυνατόν ταχύτερη περάτωση της υπόθεσης, προκειμένου να εισπράξει την ένδικη απαίτησή της, αλλά ούτε και σε βαριά αμέλεια αυτής, εκλαμβάνοντας ότι θα γινόταν δεκτός ο πρώτος λόγος ανακοπής, καθώς και η ένδικη ανακοπή στο σύνολό της (βλ. ΜονΕφΑιγ 152/2019 ΝΟΜΟΣ, ΜονΕφΛαρ 192/2025 ΝΟΜΟΣ). Συνεπώς, αποδείχθηκε ότι η υπ’ αριθ. ………./2012 διαταγή πληρωμής επιδόθηκε στον εφεσίβλητο – ανακόπτοντα εντός της προβλεπόμενης, κατ’ άρθρο 630Α του ΚΠολΔ, δίμηνης προθεσμίας από την έκδοσή της που έλαβε χώρα την 09.01.2012, και ως εκ τούτου η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής δεν έπαυσε αυτοδίκαια να ισχύει, ούτε θεωρείται ανύπαρκτη, ο δε εφεσίβλητος – ανακόπτων δεν άσκησε ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής, κατ’ άρθρο 632 του ΚΠολΔ. Στη συνέχεια, η υπ’ αριθ. ……./2012 διαταγή πληρωμής μαζί με την από 22.01.2025 επιταγή προς πληρωμή, η οποία καταχωρήθηκε παρά πόδας αντιγράφου του εκτελεστού απογράφου της ανωτέρω διαταγής πληρωμής, επιδόθηκε και πάλι στον εφεσίβλητο – ανακόπτοντα, κατ’ άρθρο 633 παρ. 2 εδ. α’ του ΚΠολΔ, την 23.01.2025, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη υπ’ αριθ. ………../23.01.2025 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Πειραιώς ……….. Συνεπώς, ο πρώτος λόγος ανακοπής είναι απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος, κατά τα προαναφερθέντα, το δε πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφασή του έκρινε αντιθέτως, ότι δηλαδή η υπ’ αριθ. ………/2012 διαταγή πληρωμής δεν επιδόθηκε στον εφεσίβλητο – ανακόπτοντα εντός της νόμιμης προθεσμίας των δύο μηνών από την έκδοσή της, αλλά επιδόθηκε σ’ αυτόν το πρώτον την 23.01.2025, με συνέπεια τη μη εκκίνηση της προβλεπόμενης κατ’ άρθρο 632 του ΚΠολΔ προθεσμίας για την άσκηση της ανακοπής, και στη συνέχεια, αφού έκανε δεκτό ως και ουσιαστικά βάσιμο τον πρώτο λόγο ανακοπής, έκανε δεκτή την ανακοπή και ακύρωσε την προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής, την προσβαλλόμενη επιταγή προς πληρωμή και την προσβαλλόμενη έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης ακίνητης περιουσίας, έσφαλε ως προς την ερμηνεία και την εφαρμογή του νόμου και κακώς εκτίμησε τις αποδείξεις, δεκτού γενομένου ως βάσιμου του δεύτερου λόγου της υπό κρίση έφεσης. Κατόπιν τούτων, πρέπει η υπό κρίση έφεση να γίνει δεκτή ως βάσιμη και κατ’ ουσίαν, να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση που δέχθηκε την ανακοπή ως προς όλες τις διατάξεις της και να διαταχθεί η επιστροφή του καταβληθέντος παράβολου στην καταθέσασα εκκαλούσα – καθ’ ης η ανακοπή (άρθρο 495 παρ. 4 του ΚΠολΔ). Ακολούθως πρέπει, αφού κρατηθεί η υπόθεση και δικασθεί από το παρόν Δικαστήριο (άρθρο 535 παρ. 1 του ΚΠολΔ), να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος ο πρώτος λόγος της ανακοπής. Περαιτέρω, η σωρευόμενη ανακοπή κατά της υπ’ αριθ. ……./2012 διαταγής πληρωμής έχει ασκηθεί εκπρόθεσμα, καθόσον η τελευταία επίδοση στον εφεσίβλητο – ανακόπτοντα της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής, κατ’ άρθρο 633 παρ. 2 εδ. α’ του ΚΠολΔ, έλαβε χώρα την 23.01.2025, κατά τα προαναφερθέντα, η δε κρινόμενη από 14.03.2025 ανακοπή κατατέθηκε στη Γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου την 17.03.2025, όπως προκύπτει από την πράξη κατάθεσης με αριθμό γενικό ……/2025 και ειδικό ………./2025 της γραμματέως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, ενώ κοινοποιήθηκε στην εκκαλούσα – καθ’ ης η ανακοπή την ίδια ημέρα, όπως προκύπτει από τη σχετική από 17.03.2025 επισημείωση του δικαστικού επιμελητή . ….. επί του προσκομιζόμενου αντιγράφου της ανακοπής, ήτοι μετά την πάροδο της προθεσμίας των δεκαπέντε εργάσιμων ημερών, που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 633 παρ. 2 εδ. α’ του ΚΠολΔ, και συνεπώς η σωρευόμενη ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής τυγχάνει απορριπτέα ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης άσκησης. Αναφορικά με τους λοιπούς λόγους της σωρευόμενης ανακοπής, κατ’ άρθρο 933 του ΚΠολΔ, που ασκήθηκε εμπροθέσμως, κατ’ άρθρα 933, 934 παρ. 1 α’ του ΚΠολΔ, ήτοι εντός 45 ημερών από την επίδοση στον εφεσίβλητο – ανακόπτοντα της υπ’ αριθ. ………./30.01.2025 έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης ακίνητης περιουσίας, οι οποίοι (λόγοι) δεν ερευνήθηκαν από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω, καθόσον, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν στη νομική σκέψη, το Δικαστήριο τούτο υποκαθίσταται πλέον στη θέση εκείνου.
Σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 1α του Ν. 4354/2015, η διαχείριση των απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις που χορηγούνται ή έχουν χορηγηθεί από πιστωτικά ή χρηματοδοτικά ιδρύματα, ανατίθεται αποκλειστικά: αα) σε ανώνυμες εταιρείες Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις, ειδικού και αποκλειστικού σκοπού, υπό την επιφύλαξη της παρ. 20, που εδρεύουν στην Ελλάδα και ββ) σε εταιρείες που εδρεύουν σε κράτος – μέλος του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου, με την προϋπόθεση ότι έχουν εγκατασταθεί νόμιμα στην Ελλάδα μέσω υποκαταστήματος, με σκοπό τη διαχείριση απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις, με την επιφύλαξη των διατάξεων της Οδηγίας 2013/36 (EEL 176/338/27-6-2013), καθώς και της Οδηγίας 2004/39 (EEL 145/2004). Δηλαδή, στη σύμβαση διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις δύνανται να συμβάλλονται αφενός πιστωτικά ή χρηματοδοτικά ιδρύματα ή ΕΑΑΔΠ (Εταιρείες Απόκτησης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις) και αφετέρου ΕΔΑΔΠ (Εταιρείες Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις). Οι ΕΔΑΔΠ (Εταιρείες Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις) είναι ανώνυμες εταιρείες ειδικού και αποκλειστικού σκοπού, που αποτελούν χρηματοδοτικά ιδρύματα, λαμβάνουν ειδική άδεια λειτουργίας από την Τράπεζα της Ελλάδος, η οποία δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και εποπτεύονται, για τη συμμόρφωσή τους προς τις διατάξεις του ίδιου νόμου από την Τράπεζα της Ελλάδος. Αντικείμενο της δραστηριότητάς τους ορίζεται η διαχείριση των απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις που χορηγούνται ή έχουν χορηγηθεί από πιστωτικά ή χρηματοδοτικά ιδρύματα, καθώς και απαιτήσεων εταιρειών προμήθειας ηλεκτρικής ενέργειας, οι οποίες (απαιτήσεις) μπορεί να είναι είτε καθυστερούμενες είτε ενήμερες. Περαιτέρω, το άρθρο 2 παρ. 1-3 του Ν. 4354/2015 προβλέπει ότι στις Εταιρείες Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις (ΕΔΑΔΠ) δύναται να ανατίθεται η διαχείριση απαιτήσεων από συμβάσεις δανείων ή και πιστώσεων που έχουν χορηγηθεί ή χορηγούνται από πιστωτικά ή χρηματοδοτικά ιδρύματα, πλην του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων (περίπτωση δ’ άρθρο 2 παρ. 5 του Ν. 4261/2014). Η παραπάνω ρύθμιση εισάγει διττό περιορισμό ως προς το υποκειμενικό πεδίο εφαρμογής της, καθόσον, αφενός μεν εξουσιοδοτών (αναθέτων τη διαχείριση) μπορεί να είναι μόνο πιστωτικό ίδρυμα ή ΕΑΑΔΠ (Εταιρεία Απόκτησης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις), αφετέρου δε διαχειριστής μπορεί να είναι μόνον ΕΔΑΔΠ (Εταιρεία Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις) που έχει λάβει ειδική άδεια από την Τράπεζα της Ελλάδος. Επίσης, η πώληση και μεταβίβαση απαιτήσεων από συμβάσεις δανείων και πιστώσεων, που έχουν χορηγηθεί από πιστωτικά ή χρηματοδοτικά ιδρύματα, ρυθμίζεται στο άρθρο 3 του Ν. 4354/2015, και μπορεί να γίνει μόνον προς αδειοδοτημένη ΕΑΑΔΠ (Εταιρεία Απόκτησης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις) ή ανάλογη αλλοδαπή εταιρεία που έχει εγκατασταθεί νόμιμα στην Ελλάδα με τις προϋποθέσεις του άρθρου 1 παρ. 1β’ περ. ββ’ και γγ’ του Ν. 4354/2015 και διέπονται, όπως και στις περιπτώσεις της μεταβίβασης απαιτήσεων με βάση τις διατάξεις του άρθρου 10 του Ν. 3156/2003 για την τιτλοποίηση απαιτήσεων, η μεν πώληση από τις διατάξεις των άρθρων 513 επ. του ΑΚ, η δε μεταβίβαση από τις διατάξεις των άρθρου 455 επ. του ΑΚ. Σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 1 περ. γ’ του Ν. 4354/2015, η πώληση των απαιτήσεων είναι ισχυρή, μόνο εφόσον έχει υπογραφεί συμφωνία ανάθεσης διαχείρισης μεταξύ εταιρείας απόκτησης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις και εταιρείας διαχείρισης απαιτήσεων, που αδειοδοτείται και εποπτεύεται από την Τράπεζα της Ελλάδος, τα δε δικαιώματα που απορρέουν από τις μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις δύνανται να ασκούνται μόνο μέσω των εταιρειών διαχείρισης της παρούσας παραγράφου. Οι μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις από δάνεια και πιστώσεις λογίζονται ως τραπεζικές και μετά τη μεταβίβασή τους. Οι εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων ευθύνονται για όλες τις υποχρεώσεις απέναντι στο Δημόσιο και σε τρίτους, οι οποίες βαρύνουν τις εταιρείες απόκτησης απαιτήσεων και απορρέουν από τις μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις. Επίσης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 4 του Ν. 4354/2015, οι Εταιρίες Διαχείρισης νομιμοποιούνται, ως μη δικαιούχοι διάδικοι, να ασκήσουν κάθε ένδικο βοήθημα και να προβαίνουν σε κάθε άλλη δικαστική ενέργεια για την είσπραξη των υπό διαχείριση απαιτήσεων, καθώς και να κινούν, παρίστανται ή συμμετέχουν σε προπτωχευτικές διαδικασίες εξυγίανσης, πτωχευτικές διαδικασίες αφερεγγυότητας, διαδικασίες διευθέτησης οφειλών και ειδικής διαχείρισης των άρθρων 61 επ. του Ν. 4307/2014. Εφόσον οι Εταιρίες συμμετέχουν σε οποιαδήποτε δίκη με την ιδιότητα του μη δικαιούχου διαδίκου, το δεδικασμένο της απόφασης καταλαμβάνει και τον δικαιούχο της απαίτησης. Τέλος, κατά την παράλληλη και συνδυαστική εφαρμογή των Ν. 4354/2015 και Ν. 3156/2003, οι Εταιρείες Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις (ΕΔΑΔΠ) έχουν την κατ’ εξαίρεση νομιμοποίηση του άρθρου 2 παρ. 4 του Ν. 4354/2015, προς άσκηση κάθε ένδικου βοηθήματος και κάθε άλλης δικαστικής ενέργειας προς είσπραξη των υπό διαχείριση απαιτήσεων, και όταν η μεταβίβαση των απαιτήσεων και η ανάθεση της διαχείρισής τους στις εν λόγω εταιρείες συντελείται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 10 του Ν. 3156/2003 για την τιτλοποίηση απαιτήσεων (ΟλΑΠ 1/2023 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1690/2025 ΝΟΜΟΣ, ΜονΕφΠειρ 69/2025 ΝΟΜΟΣ). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της ανακοπής κατά το πρώτο σκέλος του ο εφεσίβλητος – ανακόπτων ισχυρίζεται ότι είναι άκυρη η επισπευδόμενη σε βάρος του διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης, λόγω έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης της εκκαλούσας – καθ’ ης η ανακοπή ως διαχειρίστριας, δυνάμει της από 25.05.2021 σύμβασης διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων που καταχωρήθηκε στα βιβλία του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών, των απαιτήσεων της δικαιούχου της εκτελούμενης απαίτησης αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία «………….», η οποία κατέστη ειδική διάδοχος της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «………………», ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «……………» και πρώην επωνυμία «………….», λόγω διάσπασης δι’ απόσχισης του κλάδου της τραπεζικής δραστηριότητας της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «……………..» (η «διασπώμενη») με σύσταση νέας εταιρίας – πιστωτικού ιδρύματος με την επωνυμία «…………………» (η «Επωφελούμενη»), κατόπιν μεταβίβασης στο πλαίσιο τιτλοποίησης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 3156/2003, δυνάμει της από 25.05.2021 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων που καταχωρήθηκε στα βιβλία του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών. Ειδικότερα, ισχυρίζεται ότι η εκκαλούσα – καθ’ ης η ανακοπή εταιρεία διαχείρισης απαιτήσεων και επισπεύδουσα την επίδικη αναγκαστική εκτέλεση, δεν νομιμοποιείται, κατ’ εξαίρεση, ενεργητικά στην προκειμένη εκτελεστική διαδικασία, κατ’ άρθρο 2 παρ. 4 του Ν. 4354/2015, ως μη δικαιούχος διάδικος, διότι αυτή κατέστη διαχειρίστρια της ένδικης απαίτησης, δυνάμει σχετικής σύμβασης του Ν. 3156/2003 και όχι του Ν. 4354/2015, την οποία συνήψε με την δικαιούχο της απαίτησης αλλοδαπή εταιρεία ειδικού σκοπού, η οποία την απέκτησε, λόγω σύμβασης μεταβίβασης απαιτήσεων από επιχειρηματικά δάνεια στο πλαίσιο τιτλοποίησης, που διέπεται από τις διατάξεις του άρθρου 10 του Ν. 3156/2003. Ο λόγος αυτός της ανακοπής πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμος, καθόσον με την προαναφερόμενη στη νομική σκέψη υπ’ αριθ. 1/2023 απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, έχει κριθεί δεσμευτικά, ως προς την ερμηνεία των εφαρμοζόμενων διατάξεων, ότι κατά την παράλληλη και συνδυαστική εφαρμογή των άρθρων 10 παρ. 14 του Ν. 3156/2003 και 2 παρ. 4 του Ν. 4354/2015, οι Εταιρείες Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις, όπως η εκκαλούσα – καθ’ ης η ανακοπή και επισπεύδουσα, έχουν την κατ’ εξαίρεση νομιμοποίηση του άρθρου 2 παρ. 4 του Ν. 4354/2015, προς άσκηση κάθε ένδικου βοηθήματος και κάθε άλλης δικαστικής ενέργειας προς είσπραξη των υπό διαχείριση απαιτήσεων, ανεξάρτητα από το ειδικότερο νομικό πλαίσιο, με βάση το οποίο συντελέστηκε η μεταβίβαση των υπό διαχείριση απαιτήσεων, δηλαδή ακόμη και όταν η μεταβίβαση των απαιτήσεων και η ανάθεση της διαχείρισης τους στις εν λόγω εταιρείες συντελέστηκε σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 3156/2003 για την τιτλοποίηση των απαιτήσεων. Ενόψει τούτων, η εκκαλούσα – καθ’ ης η ανακοπή, η οποία ως διαχειρίστρια των απαιτήσεων της δικαιούχου της εκτελούμενης απαίτησης, αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία «…………….», νομιμοποιείται, κατά το ουσιαστικό δίκαιο, προς είσπραξη των υπό διαχείριση απαιτήσεων, μεταξύ των οποίων και της ένδικης απαίτησης από την από 03.12.2008 σύμβαση τοκοχρεωλυτικού δανείου, η οποία καταρτίσθηκε μεταξύ του εφεσίβλητου – ανακόπτοντος ως οφειλέτη και της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «………………….» ως δανείστριας, για την ικανοποίηση της οποίας επισπεύσθηκε η προσβαλλομένη αναγκαστική εκτέλεση, έχει τη δικονομική εξουσία να ενεργεί κάθε αναγκαία για την είσπραξη της απαίτησης διαδικαστική πράξη και ενέργεια, με την ιδιότητα του μη δικαιούχου διαδίκου, και συνεπώς νομιμοποιείται να διενεργήσει την επισπευδόμενη αναγκαστική εκτέλεση στο δικό της όνομα, για την ικανοποίηση της χρηματικής αξίωσης της δικαιούχου αυτής, καθώς και σε διεξαγωγή της παρούσας δίκης περί την εκτέλεση. Εξάλλου, με τον δεύτερο λόγο της ανακοπής κατά το δεύτερο σκέλος του ο εφεσίβλητος – ανακόπτων ισχυρίζεται ότι ακόμη και αν ήθελε θεωρηθεί ότι η εκκαλούσα – καθ’ ης η ανακοπή ως διαχειρίστρια νομιμοποιείται ενεργητικά να επισπεύσει την σε βάρος του διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης, και πάλι αυτή θα ήταν άκυρη, διότι η από 25.05.2021 σύμβαση πώλησης και μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων καταχωρήθηκε στα βιβλία του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών υπ’ αριθ. πρωτ. …./25.05.2021, στον τόμο …. με αύξοντα αριθμό …., ενώ η από 25.05.2021 σύμβαση διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων καταχωρήθηκε στα βιβλία του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών υπ’ αριθ. πρωτ. …./25.05.2021, στον τόμο …. με αύξοντα αριθμό ….., ήτοι μετά την καταχώρηση της ανωτέρω από 25.05.2021 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων, και συνεπώς, εφόσον η σύμβαση πώλησης προηγήθηκε χρονικά της σύμβασης διαχείρισης, είναι ανίσχυρη και άκυρη, διότι προσκρούει στη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 περ. γ’ του Ν. 4354/2015 που ορίζει ότι η πώληση είναι ισχυρή μόνο εφόσον έχει υπογραφεί συμφωνία ανάθεσης διαχείρισης μεταξύ εταιρείας απόκτησης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις και εταιρείας διαχείρισης απαιτήσεων, που αδειοδοτείται και εποπτεύεται από την Τράπεζα της Ελλάδος. Ο λόγος αυτός της ανακοπής πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμος, καθόσον το άρθρο 1 παρ. 1 περ. γ’ του Ν. 4354/2015 θέτει ως μόνη προϋπόθεση για να είναι ισχυρή η σύμβαση πώλησης επιχειρηματικών απαιτήσεων να έχει υπογράφει συμφωνία ανάθεσης διαχείρισης μεταξύ της εταιρείας απόκτησης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις και της εταιρείας διαχείρισης απαιτήσεων, η οποία αδειοδοτείται από την Τράπεζα της Ελλάδος, στην προκειμένη δε περίπτωση αυτή η προϋπόθεση, ήτοι η υπογραφή της από 25.05.2021 σύμβασης διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων, υπό τα εκτιθέμενα στην ανακοπή, έχει τηρηθεί, χωρίς να επιδρά στο κύρος της από 25.05.2021 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων που καταχωρήθηκε νομίμως στα βιβλία του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών υπ’ αριθ. πρωτ. …./25.05.2021, στον τόμο ….. με αύξοντα αριθμό …., το γεγονός ότι καταχωρήθηκε νομίμως εκ των υστέρων η από 25.05.2021 σύμβαση διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων στα βιβλία του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών υπ’ αριθ. πρωτ. …./25.05.2021, στον τόμο … με αύξοντα αριθμό …..
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 281 του ΑΚ, 116 και 933 του ΚΠολΔ, 20 παρ. 1 και 25 παρ. 3 του Συντάγματος συνάγεται ότι άσκηση ουσιαστικού δικαιώματος, που ανήκει στο δημόσιο δίκαιο, αποτελεί και η μέσω αναγκαστικής εκτέλεσης πραγμάτωση της απαίτησης του δανειστή. Επομένως, λόγο της ανακοπής του άρθρου 933 του ΚΠολΔ μπορεί να αποτελέσει και η αντίθεση της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης στα αντικειμενικά όρια του άρθρου 281 του ΑΚ και η εντεύθεν ακυρότητα της εκτέλεσης, ήτοι και όταν υφίσταται προφανής δυσαναλογία μεταξύ του χρησιμοποιουμένου μέσου και του επιδιωκόμενου σκοπού, ασκούμενου του σχετικού δικονομικού δικαιώματος με κακοβουλία, κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη ή την καλή πίστη ή όταν η άσκηση της αντίστοιχης αξίωσης χωρεί κατά προφανή υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, ώστε οι επαχθείς συνέπειες που δημιουργούνται από την άσκηση να δημιουργούν για τον υπόχρεο έντονη εντύπωση αδικίας (ΟλΑΠ 12/2009 ΝΟΜΟΣ, ΟλΑΠ 49/2005 ΝΟΜΟΣ). Άσκηση ουσιαστικού δικαιώματος συνιστά και η με την αναγκαστική εκτέλεση επιδίωξη ικανοποίησης της έναντι του οφειλέτη απαίτησης του δανειστή (ΟλΑΠ 2/2019 ΝΟΜΟΣ, ΟλΑΠ 16/2006 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 523/2024 ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 281 του ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται, αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν την γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή κατάστασης που δημιουργήθηκε, υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο. Απαιτείται δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από τη συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υπόχρεου και η υπ’ αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, επαγόμενη ιδιαιτέρως επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σύνδεσμο με την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου (ΑΠ 482/2022 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1543/2022 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 267/2021 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 311/2020 ΝΟΜΟΣ). Το ζήτημα αν οι συνέπειες που συνεπάγεται η άσκηση του δικαιώματος είναι επαχθείς για τον υπόχρεο πρέπει να αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν σε βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της άσκησης του δικαιώματός του (ΟλΑΠ 6/2016 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 50/2022 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 28/2017 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1346/2017 ΝΟΜΟΣ) Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε την εύλογη πεποίθηση στον υπόχρεο ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται αυτό να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκηση αυτού, αλλά απαιτείται να συντρέχουν, προσθέτως, ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες, κυρίως, από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υπόχρεου, ενόψει των οποίων και της αδράνειας του δικαιούχου, η μεταγενέστερη άσκηση του δικαιώματος, τείνουσα στην ανατροπή της κατάστασης, που δημιουργήθηκε υπό τις ανωτέρω ειδικές συνθήκες και περιστάσεις και διατηρήθηκε για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα να εξέρχεται των υπό της ανωτέρω διατάξεως διαγραφομένων ορίων (ΟλΑΠ 10/2012 ΝΟΜΟΣ, ΟλΑΠ 711/2017 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 267/2021 ΝΟΜΟΣ). Η ως άνω αδράνεια το δικαιούχου, που δεν είναι απαραίτητο να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάσταχτες για τον υπόχρεο συνέπειες, αρκούσης της επέλευσης δυσμενών απλώς για τα συμφέροντά του επιπτώσεων (ΟλΑΠ 2/2019 ΝΟΜΟΣ), πρέπει να υφίσταται επί μακρό χρονικό διάστημα, πλην μικρότερο του προβλεπόμενου για την παραγραφή της σχετικής αξίωσης, από τότε που ο δικαιούχος μπορούσε να ασκήσει το δικαίωμά του (ΟλΑΠ 6/2016 ΝΟΜΟΣ). Το γεγονός ότι η άσκηση του δικαιώματος στη συγκεκριμένη περίπτωση επιφέρει βλάβη, έστω και μεγάλη, στον οφειλέτη δεν μπορεί να αποτελέσει κατάχρηση δικαιώματος, κατ’ άρθρο 281 του ΑΚ, παρά μόνο αν το γεγονός αυτό μπορεί να συνδυασθεί και με άλλες περιστάσεις, ως λ.χ. όταν ο δανειστής δεν έχει συμφέρον στην άσκηση του δικαιώματος. Έλλειψη, όμως, συμφέροντος δεν μπορεί να υπάρχει όταν ο δανειστής, όπως έχει δικαίωμα από τη σύμβαση, αποφασίζει να εισπράξει την απαίτησή του, διότι τούτο αποτελεί δικαίωμα συνυφασμένο με τη διαχείριση της περιουσίας του, τον τρόπο της οποίας αυτός αποφασίζει, εκτός αν στη συγκεκριμένη περίπτωση υπάρχει υπέρβαση, και μάλιστα προφανής, των αρχών της καλής πίστεως, των χρηστών ηθών και του οικονομικού ή κοινωνικού σκοπού του δικαιώματος (ΑΠ 1372/2024 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 267/2021 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 311/2020 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 333/2019 ΝΟΜΟΣ). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της ανακοπής ο εφεσίβλητος – ανακόπτων ισχυρίζεται ότι είναι άκυρη η επισπευδόμενη σε βάρος του διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης, λόγω της αντίθεσής της στα αντικειμενικά όρια του άρθρου 281 του ΑΚ, αφού η εκκαλούσα – καθ’ ης η ανακοπή, με την συμπεριφορά της επί δώδεκα έτη από την έκδοση της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής, του καλλιέργησε ευλόγως την πεποίθηση ότι δεν θα ασκούσε τα δικαιώματά της, στη συνέχεια, όμως, προέβη στην επίσπευση σε βάρος του της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης με ιδιαίτερη σκληρότητα, ενώ γνώριζε ότι είναι υπερήλικας και ότι δεν έχει άλλη ακίνητη περιουσία για να χρησιμοποιήσει ως κύρια κατοικία του, εκτός από το κατασχεθέν αναγκαστικά ιδανικό μερίδιο του ½ εξ αδιαιρέτου της οριζόντιας ιδιοκτησίας (διαμερίσματος) υπό στοιχεία Ι-3 του ισογείου ορόφου της πολυκατοικίας που βρίσκεται στον …………. Αττικής, επί της οδού …………….., και ενώ γνώριζε ότι δεν θα ικανοποιηθεί η ένδικη απαίτησή της μέσω αναγκαστικού πλειστηριασμού, λόγω των ήδη υφιστάμενων εμπραγμάτων βαρών επί του εν λόγω ιδανικού μεριδίου του ½ εξ αδιαιρέτου της οριζόντιας ιδιοκτησίας (διαμερίσματος). Ο λόγος αυτός της ανακοπής πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμος, καθόσον τα εκτιθέμενα προς θεμελίωσή του ως άνω πραγματικά περιστατικά, εξεταζόμενα μεμονωμένα, αλλά και αθροιστικά εκτιμώμενα, ακόμη και εάν υποτεθούν αληθή, δεν καθιστούν αντίθετη στην καλή πίστη και στα χρηστά ήθη, και συνεπώς καταχρηστική, την άσκηση του δικαιώματος της εκκαλούσας – καθ’ ης η ανακοπή. Ειδικότερα, μόνο η επικαλούμενη μακροχρόνια αδράνεια της δικαιούχου εκκαλούσας – καθ’ ης η ανακοπή να επιδιώξει την ικανοποίηση της ένδικης απαίτησής από την προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής με την επίσπευση σε βάρος του υπόχρεου εφεσίβλητου – ανακόπτοντος της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης, ακόμη και αν δημιούργησε την εύλογη πεποίθηση στον τελευταίο ότι δεν πρόκειται να ασκηθεί το δικαίωμά της, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκηση αυτού, αλλά απαιτείται να συντρέχουν, επιπροσθέτως, ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, οι οποίες, όμως, ουδόλως εκτίθενται στο δικόγραφο της ανακοπής, και οι οποίες να προέρχονται, κυρίως, από την προηγηθείσα συμπεριφορά της δικαιούχου και του υπόχρεου, και ενόψει των οποίων, σε συνδυασμό και με την αδράνεια της δικαιούχου, η μεταγενέστερη άσκηση του δικαιώματός της, τείνουσα στην ανατροπή της κατάστασης, που δημιουργήθηκε, υπό ειδικές συνθήκες και περιστάσεις και διατηρήθηκε για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα, να εξέρχεται των ορίων του άρθρου 281 του ΑΚ. Αντιθέτως, μόνο η επικαλούμενη δωδεκαετής αδράνεια της δικαιούχου εκκαλούσας – καθ’ ης η ανακοπή, δεν κρίνεται ικανή να δημιουργήσει στον υπόχρεο εφεσίβλητο – ανακόπτοντα την πεποίθηση, και μάλιστα εύλογη, ότι η εκκαλούσα – καθ’ ης η ανακοπή δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά της από την ένδικη δανειακή σύμβαση.
Από τις διατάξεις των άρθρων 450 παρ. 2 και 451 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι κάθε διάδικος ή τρίτος έχει υποχρέωση να επιδείξει τα έγγραφα, τα οποία κατέχει και τα οποία μπορούν να χρησιμεύσουν προς απόδειξη, ο δε αντίδικος του κατέχοντος τα έγγραφα, εφόσον δικαιολογεί έννομο συμφέρον μπορεί να ζητήσει την επίδειξη των εγγράφων με τις προτάσεις του, ακόμη και για πρώτη φορά ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου. Για την πληρότητα της σχετικής αίτησης πρέπει σαφώς να εκτίθεται ότι το έγγραφο βρίσκεται στα χέρια του αντιδίκου του αιτούντος, αφού αυτό αποτελεί προϋπόθεση της υποχρέωσης προς επίδειξη. Επιπρόσθετα, απαιτείται το προς επίδειξη έγγραφο να είναι πρόσφορο για άμεση ή έμμεση απόδειξη λυσιτελούς ισχυρισμού του αιτούντος ή ανταπόδειξη αναφερομένη σε τέτοιο ισχυρισμό του αντιδίκου του αιτούντος. Η έλλειψη των προϋποθέσεων αυτών έχει ως συνέπεια την απόρριψη της αίτησης προεχόντως ως απαράδεκτης (ΑΠ 99/2020 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 409/2016 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1844/2011 ΝΟΜΟΣ). Στην προκειμένη περίπτωση, ο εφεσίβλητος – ανακόπτων με την υπό κρίση ανακοπή του και με τις από 13.06.2025 προτάσεις του ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ζήτησε να προσκομίσει η εκκαλούσα – καθ’ ης η ανακοπή, κατ’ άρθρο 450 του ΚΠολΔ, τα κάτωθι κρίσιμα έγγραφα, τα οποία βρίσκονται στην κατοχή της και από τα οποία θα μπορούσε να συναχθεί η νομική και ουσιαστική βασιμότητα τυχόν λόγων ανακοπής που σχετίζονται με παράνομες χρεώσεις, παράνομο εκτοκισμό της εισφοράς του Ν. 128/1975, παράνομο ανατοκισμό των τόκων υπερημερίας κλπ., ήτοι την από 02.06.2011 αίτηση της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «……………..» για την έκδοση της προσβαλλόμενης υπ’ αριθ. ……./2012 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, την από 03.12.2008 σύμβαση τοκοχρεωλυτικού δανείου με το παράρτημα αυτής, το απόσπασμα από τα εμπορικά βιβλία της Τράπεζας του υπ’ αριθ. ……………. λογαριασμού παρακολούθησης της σύμβασης τοκοχρεωλυτικού δανείου και την καταγγελία της σύμβασης τοκοχρεωλυτικού δανείου με την υπ’ αριθ. ……/19.01.2010 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή ……. .. Ωστόσο, όπως με σαφήνεια προκύπτει από το ανωτέρω αίτημα του εφεσίβλητου – ανακόπτοντος, τα αιτούμενα από αυτόν προς προσκόμιση έγγραφα δεν συναρτώνται με ισχυρισμούς που αυτός προέβαλε παραδέκτως με τους ως άνω λόγους της υπό κρίση ανακοπής. Συνεπώς, εφόσον τα αιτούμενα έγγραφα δεν είναι πρόσφορα προς άμεση ή έμμεση απόδειξη λυσιτελούς ισχυρισμού του εφεσίβλητου – ανακόπτοντος ή προς ανταπόδειξη τέτοιου ισχυρισμού της αντιδίκου του εκκαλούσας – καθ’ ης η ανακοπή, το σχετικό αίτημά του πρέπει να απορριφθεί ως αλυσιτελώς προβαλλόμενο.
Κατόπιν τούτων, και εφόσον η σωρευόμενη ανακοπή, κατ’ άρθρο 933 του ΚΠολΔ, δεν περιέχει άλλο λόγο, πρέπει αυτή να απορριφθεί, όπως και η κρινόμενη ανακοπή στο σύνολό της και να επικυρωθεί η προσβαλλόμενη υπ’ αριθ. …../2012 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η προσβαλλόμενη από 22.01.2025 επιταγή προς πληρωμή, η οποία καταχωρήθηκε παρά πόδας αντιγράφου του εκτελεστού απογράφου της ανωτέρω διαταγής πληρωμής και η προσβαλλόμενη υπ’ αριθ. …../30.01.2025 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης ακίνητης περιουσίας του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών …………… Τα δικαστικά έξοδα της εκκαλούσας – καθ’ ης η ανακοπή και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του εφεσίβλητου – ανακόπτοντος λόγω της ήττας του, κατά παραδοχή του οικείου αιτήματός της (άρθρα 106, 176, 183 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό της παρούσας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων την από 05.10.2025 έφεση κατά της υπ’ αριθ. 3718/2025 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών.
Δέχεται τυπικά και κατ’ ουσίαν την έφεση.
Εξαφανίζει την υπ’ αριθ. 3718/2025 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς.
Κρατεί την υπόθεση.
Δικάζει την από 14.03.2025 και με αριθμό κατάθεσης γενικό …./2025 και ειδικό ……/2025 ανακοπή.
Απορρίπτει την ανακοπή.
Επικυρώνει την προσβαλλόμενη υπ’ αριθ. …../2012 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, την προσβαλλόμενη από 22.01.2025 επιταγή προς πληρωμή, η οποία καταχωρήθηκε παρά πόδας αντιγράφου του εκτελεστού απογράφου της ανωτέρω διαταγής πληρωμής και την προσβαλλόμενη υπ’ αριθ. …./30.01.2025 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης ακίνητης περιουσίας του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών ……………
Διατάσσει την επιστροφή στην εκκαλούσα – καθ’ ης η ανακοπή του παράβολου ποσού εκατό (100,00) ευρώ που κατατέθηκε στην Γραμματέα του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου υπ’ αριθ. ………/2025 ηλεκτρονικό παράβολο.
Επιβάλει σε βάρος του εφεσίβλητου – ανακόπτοντος τα δικαστικά έξοδα της εκκαλούσας – καθ’ ης η ανακοπή, αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει σε χίλια (1.000,00) ευρώ.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου, στον Πειραιά, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση, στις 26.02.2026, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων τους δικηγόρων.
Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ