ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
Αριθμός απόφασης 141 /2026
TO ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
Αποτελούμενο από την Δικαστή, Κωνσταντίνα Παπαντωνίου Εφέτη και από τη Γραμματέα Σ.Φ.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του την ……………, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
ΤΩΝ ΕΚΚΑΛΟΥΝΤΩΝ: 1) ………….. και 2) ……………., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Καλτσά με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.
ΤΗΣ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΗΣ: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία «………….» πρώην «……….» και διακριτικό τίτλο «……….», που εδρεύει στο …….. Αττικής επί των οδών ………, με ΑΦΜ ………, που ενεργεί ως μη δικαιούχος και μη υπόχρεος διάδικος και ως διαχειρίστρια των απαιτήσεων που μεταβιβάστηκαν από την πρώην ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «……………», στην αλλοδαπή εταιρεία ειδικού σκοπού υπό την επωνυμία «………….», με έδρα στο …….. της Ιρλανδίας, η οποία εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο από την πληρεξούσια δικηγόρο της Βασιλική Κουβίδη, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ.
Οι ανακόπτοντες και ήδη εκκαλούντες άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς την από 18.7.2024 με αριθμό κατάθεσης δικογράφου ΓΑΚ/ΕΑΚ/ …………./2024 ανακοπή τους, κατά της καθής η ανακοπή-εφεσίβλητης. Η ανακοπή δικάστηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών και επ’ αυτής, εκδόθηκε η με αριθμό 69/2025 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς που απέρριψε την ανακοπή. Την απόφαση αυτή προσβάλλουν ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού οι εκκαλούντες με την από 10.3.2025 με αριθμό κατάθεσης δικογράφου στη Γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου ΓΑΚ/ΕΑΚ/…………./2025 έφεση. Για την συζήτηση της έφεσης ορίστηκε η δικάσιμος που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, οπότε η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο με αριθμό ……… και συζητήθηκε.
Οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων, ανάπτυξαν τους ισχυρισμούς τους με τις προτάσεις που προκατέθεσαν.
ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού εισάγεται η από 10.3.2025 με αριθμό κατάθεσης δικογράφου στη Γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου ΓΑΚ/ΕΑΚ/……../2025 έφεση κατά της με αριθμό 69/2025 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία αφού δίκασε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών απέρριψε την από 18.7.2024 με αριθμό κατάθεσης δικογράφου ΓΑΚ/ΕΑΚ/ …………/2024 ανακοπή. Η κρινόμενη έφεση ασκήθηκε παραδεκτά, νομότυπα [άρθρα 495 παρ. 1,511,513 παρ 1β, 514, 517, 520 παρ.1 ΚΠολΔ] και εμπρόθεσμα, εντός της κατ’ άρθρο 518 παρ.2 ΚΠολΔ διετούς καταχρηστικής προθεσμίας, καθώς ούτε οι διάδικοι επικαλούνται ούτε από τα έγραφα της δικογραφίας, προκύπτει η επίδοση της εκκαλουμένης απόφασης. Περαιτέρω δε με την κατάθεση της έφεσης κατατέθηκε και το νόμιμο παράβολο, συνολικού ποσού 100 ευρώ, κατ΄άρθρο 495 παρ. 4 του ΚΠολΔ (βλ. το με αριθμό ………….. e-παράβολο σε συνδυασμό με την από 12.3.2025 απόδειξη εξόφλησής του της Τράπεζας Πειραιώς). Συνεπώς, η κρινόμενη έφεση είναι παραδεκτή, πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξεταστεί περαιτέρω, κατά την ίδια διαδικασία, ώστε να κριθεί το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρα 532, 533 παρ. 1 ΚΠολΔ). Οι ανακόπτοντες και ήδη εκκαλούντες με την από 18.7.2024 με αριθμό κατάθεσης δικογράφου ΓΑΚ/ΕΑΚ/ ………../2024 ανακοπή, ζητούσαν να ακυρωθεί, για τους αναφερόμενους στο ως άνω δικόγραφο λόγους, οι οποίοι και κατωτέρω θα αναπτυχθούν, εφόσον επαναφέρονται με την κρινόμενη έφεση, η επισπευδόμενη σε βάρος τους αναγκαστική εκτέλεση δυνάμει των α) από 3.4.2024 επιταγής προς πληρωμή κάτωθι αντιγράφου από το με αριθμό …../2913 α΄εκτελεστό απόγραφο της με αριθμό …./2013 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών β) της από 31.5.2024 γραπτής εντολής και πληρεξουσιότητας που δόθηκε προς τον Δικαστικό Επιμελητή του Εφετείου Αθηνών ………. από την πληρεξούσια δικηγόρο της καθής η ανακοπή και γ) της με αριθμό …………./27.6.2024 έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης ακίνητης περιουσίας που συνέταξε ο Δικαστικός Επιμελητής της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών ……….. Επί της ανακοπής αυτής εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, η εκκαλουμένη απόφαση, η οποία απέρριψε την ανακοπή και συμψήφισε τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων. Κατά της απόφασης αυτής παραπονούνται οι ανακόπτοντες-εκκαλούντες με την ένδικη έφεση για λόγους που ανάγονται στην εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και την πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων, ζητώντας την εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης, έτσι ώστε να γίνει δεκτή καθ’ ολοκληρίαν η ανακοπή τους και να ακυρωθούν οι προσβαλλόμενες πράξεις αναγκαστικής εκτέλεσης. Τέλος, ζητούν να καταδικαστεί η εφεσίβλητη στην καταβολή της δικαστικής τους δαπάνης και για τους δυο βαθμούς δικαιοδοσίας.
Με τους πρώτο έως και πέμπτο λόγους της ανακοπής τους, οι ανακόπτοντες ισχυρίστηκαν ότι η επισπευδόμενη, με τις προσβαλλόμενες πράξεις, σε βάρος τους διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης πάσχει ακυρότητας επειδή βασίζεται σε άκυρο εκτελεστό τίτλο, ήτοι την με αριθμό ……………/2013 διαταγή πληρωμής που εξέδωσε ο Δικαστής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Οι λόγοι αυτοί απορρίφθηκαν με την εκκαλουμένη απόφαση, οι μεν πρώτος, δεύτερος, τρίτος και πέμπτος ως ουσία αβάσιμοι, ο δε τέταρτος λόγος ως νόμω αβάσιμος. Οι εκκαλούντες, παραπονούνται για την απόρριψη των ως άνω λόγων ανακοπής, πλην του τρίτου, με τους τρείς πρώτους λόγους της κρινόμενης έφεσής τους.
Με τον πρώτο λόγο της έφεσής τους, οι εκκαλούντες ισχυρίζονται ότι εσφαλμένα απορρίφθηκαν με την εκκαλουμένη απόφαση, οι δύο πρώτοι λόγοι της ανακοπής τους. Με τους λόγους αυτούς ισχυρίστηκαν ότι η επισπευδόμενη σε βάρος τους δυνάμει της από 31.5.2024 επιταγής προς εκτέλεση, διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης πάσχει ακυρότητας, επειδή βασίστηκε σε άκυρο εκτελεστό τίτλο, την με αριθμό ………/2013 διαταγή πληρωμής που εξέδωσε ο Δικαστής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Ισχυρίστηκαν ειδικότερα ότι η ως άνω διαταγή πληρωμής πάσχει ακυρότητας επειδή εκδόθηκε α) χωρίς να έχει προηγηθεί σχετική αίτηση (δεύτερος λόγος ανακοπής) και β) χωρίς να έχουν προσκομιστεί τα αναφερόμενα στην διαταγή πληρωμής έγγραφα από τα οποία αποδεικνύεται η απαίτηση της καθής η ανακοπή σε βάρος των ανακοπτόντων.(πρώτος λόγος ανακοπής) Από τα άρθρα 623 και 624 KΠολΔ προκύπτει ότι μπορεί να ζητηθεί η έκδοση διαταγής πληρωμής για χρηματικές απαιτήσεις, εφόσον η απαίτηση και το οφειλόμενο ποσό αποδεικνύεται με δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο, δεν εξαρτάται από αίρεση, προθεσμία, όρο ή αντιπαροχή και το ποσό των χρημάτων που οφείλεται είναι ορισμένο. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των παρ. 1 και 3 του άρθρου 626 KΠολΔ προκύπτει ότι η αίτηση για την έκδοση διαταγής πληρωμής, που καταθέτει ο δικαιούχος στη γραμματεία του δικαστηρίου, πρέπει να περιέχει, εκτός άλλων στοιχείων, την απαίτηση και το ακριβές ποσό των χρημάτων με τους τυχόν οφειλόμενους τόκους, των οποίων ζητείται η καταβολή και ότι σ’ αυτή πρέπει να επισυνάπτονται όλα τα έγγραφα, από τα οποία προκύπτει η απαίτηση και το ποσό της, καθώς και το πρόσωπο του δικαιούχου και του οφειλέτη (ΑΠ 914/2018 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ), στα οποία, σε περίπτωση ειδικής ή καθολικής διαδοχής στο πρόσωπο του αιτούντος ή του καθ’ ου η αίτηση, περιλαμβάνονται και τα απαιτούμενα προς τούτο νομιμοποιητικά έγγραφα. Αν δεν προσκομισθούν στον αρμόδιο δικαστή το αργότερο πριν την έκδοση της διαταγής πληρωμής τα ανωτέρω έγγραφα, ο τελευταίος οφείλει, κατ’ άρθρο 628 παρ. 1 α KΠολΔ, να απορρίψει τη σχετική αίτηση ως απαράδεκτη. Εάν δε παρά την έλλειψη της διαδικαστικής αυτής προϋπόθεσης εκδοθεί διαταγή πληρωμής, αυτή ακυρώνεται ύστερα από ανακοπή του καθ’ ου η διαταγή, κατά τα άρθρα 632 και 633 KΠολΔ. Η ακύρωση της διαταγής πληρωμής στην περίπτωση αυτή απαγγέλλεται, λόγω διαδικαστικού απαραδέκτου, ανεξαρτήτως της υπάρξεως και της δυνατότητας αποδείξεως της ουσιαστικής απαιτήσεως με τη βραδύτερη (μετά την έκδοση της διαταγής απόδοσης) προσαγωγή των ως άνω αποδεικτικών εγγράφων. Έτσι το δικαστήριο, που δικάζει την ανακοπή, εάν από τα έγγραφα, που προσκομίστηκαν μέχρι την ημέρα εκδόσεως της διαταγής πληρωμής, δεν αποδεικνύεται η απαίτηση και το ποσό της, καθώς και η νομιμοποίηση του αιτούντος και του καθ’ ου η αίτηση σε περίπτωση διαδοχής, δεν μπορεί να διαγνώσει, στηριζόμενο σε άλλα στοιχεία, διαφορετικά από αυτά, που προσκομίστηκαν και υποβλήθηκαν στο δικαστή που εξέδωσε τη διαταγή και συγκεκριμένα σε έγγραφα προσκομιζόμενα το πρώτον στη δίκη της ανακοπής, αλλά οφείλει να δεχθεί το αίτημα της ανακοπής και να ακυρώσει τη διαταγή πληρωμής, λόγω διαδικαστικού απαραδέκτου, χωρίς όμως, η απόφαση αυτή να παράγει δεδικασμένο ως προς την ύπαρξη της απαιτήσεως, η οποία δεν διαγνώσθηκε (Εφ. Πειρ. 635/2025 ΤΝΠ Νομος).Οι ως άνω λόγοι ανακοπής είναι νόμιμοι βασιζόμενοι στις διατάξεις που ανωτέρω εκτέθηκαν, πλην όμως τυγχάνουν απορριπτέοι ως ουσία αβάσιμοι. Και τούτο διότι αφενός στην εκδοθείς διαταγή πληρωμής αναφέρεται ότι αυτή εκδόθηκε έχοντας υπόψη την από 9.7.2013 αίτηση της Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία «………..», και τον διακριτικό τίτλο «…………», που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, που υπογράφεται από την πληρεξούσια δικηγόρο της …………….., αναφέρει επιπλέον ότι έχει καταβληθεί το ανάλογο με το αιτούμενο ποσό τέλος δικαστικού ενσήμου, αλλά και το διπλότυπο προείσπραξης ΔΣΑ, τα οποία δεν έχουν κανέναν λόγο καταβολής χωρίς την κατάθεση αίτησης για την έκδοση της διαταγής πληρωμής. Επίσης στην εκδοθείσα διαταγή πληρωμής δεν γίνεται απλώς αναφορά στα έγγραφα που προσκομίστηκαν και έλαβε υπόψη του, ο εκδόσας αυτήν Δικαστής, αλλά και σαφής αναφορά στο περιεχόμενο αυτών, (όροι συμβάσεων, ποσά που αναφέρονται σε αυτές αλλά και στον τηρούμενο λογαριασμό, εκθέσεις επίδοσης της καταγγελίας και περιεχόμενο αυτής), τα οποία δεν ήταν να γνωρίζει ο Δικαστής, άνευ της προσκομιδής των επικαλούμενων εγγράφων. Επομένως η εκκαλουμένη απόφαση που απέρριψε τους ως άνω λόγους ανακοπής ως ουσία αβάσιμους, ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις, συμπληρούμενων των αιτιολογιών της με αυτές που ανωτέρω παρατέθηκαν, απορριπτομένου του πρώτου λόγου έφεσης ως ουσία αβάσιμου.
Με τον δεύτερο λόγο της έφεσής τους οι εκκαλούντες ισχυρίζονται ότι η εκκαλουμένη απόφαση με εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων απέρριψε τον τέταρτο λόγο της ανακοπής τους με τον οποίο ισχυρίστηκαν ότι η με αριθμό …../2013 διαταγή πληρωμής που εξέδωσε ο Δικαστής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και συνιστά τον εκτελεστό τίτλο με τον οποίο επισπεύδεται η σε βάρος τους αναγκαστική εκτέλεση πάσχει ακυρότητας επειδή δέχεται ότι η αιτούσα την έκδοση της διαταγής πληρωμής Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία «……………..», και τον διακριτικό τίτλο «………», φέρεται να εκπροσωπείται από την πληρεξούσια δικηγόρο της ………., χωρίς όμως να προκύπτει από τον ίδιο εκτελεστό τίτλο, ότι προσκομίστηκε έγγραφο παροχής πληρεξουσιότητας προς την ανωτέρω δικηγόρο, κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 106, 94, 96,97 και 104 ΚΠολΔ. Ο ως άνω λόγος ανακοπής κατά το μέρος με το οποίο προβάλλεται ακυρότητα της διαταγής πληρωμής λόγω παραβίασης του άρθρου 626 KΠολΔ, είναι νομικά αβάσιμος αφού στα εκεί οριζόμενα, ως αναγκαία για την έκδοση της διαταγής πληρωμής έγγραφα, δεν περιλαμβάνονται αυτά που αποδεικνύουν την παροχή πληρεξουσιότητας στον δικηγόρο, που υπέβαλε τη σχετική αίτηση (βλ. ΕφΑΘ 3262/2022), ενώ ο ισχυρισμός ότι η υπογράψασα την αίτηση δεν διέθετε γενικά σχετική πληρεξουσιότητα κρίνεται ουσιαστικά αβάσιμος, καθώς η εφεσίβλητη προσκομίζει το με αριθμό …./ 22.11.2006 πληρεξούσιο που συνέταξε ο Συμβολαιογράφος Αθηνών …………. με το οποίο η αιτούσα την έκδοση της ως άνω διαταγής πληρωμής Ανώνυμη Τραπεζική Εταιρεία με τον διακριτικό τίτλο «…………….», από το οποίο αποδεικνύεται ότι στην δικηγόρο ……….., παρέχεται εντολή να υποβάλλει κάθε είδους αιτήσεις ενώπιον όλων των Δικαστηρίων ενεργώντας προς υποστήριξη των δικαίων της Τράπεζας, η οποία προϋπήρχε της διαδικαστικής πράξης της υποβολής της αίτησης για έκδοση της διαταγής. Σε κάθε δε περίπτωση από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 96 § 2, 104, 143 § 1, 544 § 4 KΠολΔ και 211, 219 και 238 ΑΚ προκύπτει ότι ο διάδικος, για λογαριασμό του οποίου παραστάθηκε ως δικηγόρος πρόσωπο στερούμενο της τυπικής δικαστικής πληρεξουσιότητας, δικαιούται να εγκρίνει μεταγενεστέρως τις πράξεις τούτου, η έγκριση δε αυτή μπορεί να γίνει και σιωπηρώς (ΑΠ 835/2010, Δνη 2011/791 = ΝοΒ 2011/712). Τέτοια έγκριση συνάγεται ιδίως από τη νομότυπη παράσταση του διαδίκου σε μεταγενέστερο στάδιο της διαδικασίας και από την εκ μέρους του εξ αυτής συναγόμενη παραδοχή των μέχρι τότε διαδικαστικών πράξεων ως ισχυρών (ΕφΑθ. 836/1996, Δνη 37/1667). Έτσι, σε περίπτωση αίτησης για έκδοση διαταγής πληρωμής, ναι μεν η χωρίς πληρεξουσιότητα υποβολή της έχει ως αποτέλεσμα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 104 KΠολΔ, την ακυρότητα της διαταγής πληρωμής που εκδόθηκε, που προβάλλεται με λόγο ανακοπής κατ’ αυτής (ΕφΑθ. 6400/1996, ΕΕμπΔ 1998/969, Στ. Πανταζόπουλος, Η ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής, 2016, σελ. 50, Χ. Παπαδάκης, Διαταγή πληρωμής. Θεωρία και Πράξη, 2012, 17, αρ. 5, σελ. 95), όμως ο διάδικος μπορεί να εγκρίνει σύμφωνα με τα παραπάνω την πράξη της υποβολής της αίτησης που προηγήθηκε, με τη νομότυπη πληρεξουσιότητα στο δικηγόρο που παρίσταται για λογαριασμό του στη δίκη της ανακοπής κατά της διαταγής πληρωμής (Εφ. Λαρ. 164/2001, Δικογραφία 2002/95, ΕφΑθ. 8786.1979, ΝοΒ 1980/1176, Ν. Τριάντος, Διαταγή πληρωμής, πιστωτικοί τίτλοι και διαταγή απόδοσης μισθίου, 2016, αρ. 125, σελ. 48) ή στη δίκη που ανοίγεται στα πλαίσια της διαδικασίας για την αναγκαστική εκτέλεση της διαταγής πληρωμής, εφόσον βέβαια αυτή δεν έχει αποκτήσει ισχύ δεδικασμένου (ΑΠ 337/2006, Δνη 2006/779 = ΧρΙΔ 2007/237, ΑΠ 382/2002, Δνη 2003/438, βλ. και Π. Αρβανιτάκη, Η Διαταγή Πληρωμής κατά τον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, 2012, σελ. 454 – 455). Μάλιστα, η έγκριση αυτή μπορεί να γίνει και μετά την πρόταση της ακυρότητας για έλλειψη πληρεξουσιότητας, εφόσον για την ακυρότητα αυτή δεν έχει εκδοθεί κατά το χρόνο της έγκρισης τελεσίδικη απόφαση (Ε. Τσαρούχη, σε Π. Κολοτούρου [επιμ.] Ενστάσεις κατά τον Κώδικα Πολ. Δικονομίας, 2011, [7], αρ. 92, σελ. 251) και, επομένως, και στην κατ’ έφεση δίκη, με το διορισμό ως δικηγόρου είτε εκείνου που υπέγραψε την αίτηση για την έκδοση της διαταγής πληρωμής είτε και άλλου, καθόσον η έγκριση αφορά τις πράξεις που ενεργήθηκαν και όχι το πρόσωπο που τις ενήργησε (ΑΠ 602/2004, Δνη 2006/177 = ΧρΙΔ 2004/901, ΕφΑιγ. 161/2011, Δνη 2012/215, Δ. Γιακουμής/Μ. Γεωργιάδου, σε Χ. Απαλαγάκη [επιμ.] Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας, Ερμηνεία κατ’ άρθρο, τόμος πρώτος, 2016, άρθρο 104, αρ. 8, σελ. 356). Κατ ακολουθία η παράσταση της καθής η ανακοπή, διαχειρίστριας των απαιτήσεων της ειδικής διαδόχου της τραπεζικής εταιρείας που αιτήθηκε την έκδοση της διαταγής πληρωμής, που έχει υποκατασταθεί λόγω της μεταβίβασης της απαίτησης στα δικονομικά και ουσιαστικά δικαιώματα και υποχρεώσεις της αρχικής δικαιούχου, στο ακροατήριο συνιστά έγκριση των προπαρασκευαστικών πράξεων, όπως η κατάθεση αίτησης για την έκδοση της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής, με την οποία θεραπεύεται εκ των υστέρων κάθε ακυρότητα που είχε τυχόν εμφιλοχωρήσει κατά την έκδοση του εκτελεστού τίτλου. (ΕφΠειρ.42/2023 ΤΝΠ Νομος). Επομένως και με την επάλληλη αυτή σκέψη ο ως άνω λόγος ανακοπής ως προς το δεύτερο σκέλος του, είναι μεν νόμιμος βασιζόμενος στις διατάξεις που ανωτέρω εκτέθηκαν, πλην όμως τυγχάνει απορριπτέος ως ουσία αβάσιμος. Πρέπει επομένως να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση κατά το μέρος που απέρριψε το ως άνω σκέλος του τέταρτου λόγου ανακοπής ως μη νόμιμο, να κρατηθεί ο λόγος αυτός και αφού δικαστεί από το παρόν Δικαστήριο και να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμος.
Με τον τρίτο λόγο της έφεσής τους, οι εκκαλούντες ισχυρίζονται ότι κατά εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων, απορρίφθηκε ως ουσία αβάσιμος ο πέμπτος λόγος της ανακοπής τους, με τον οποίο ισχυρίστηκαν ότι η αριθμό ………./2013 διαταγή πληρωμής που εξέδωσε ο Δικαστής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και συνιστά τον εκτελεστό τίτλο με τον οποίο επισπεύδεται η σε βάρος τους αναγκαστική εκτέλεση πάσχει ακυρότητας, επειδή η από 4.2.2013 καταγγελία της δανειακής σύμβασης που είχαν συνάψει με την αρχική δικαιούχο της απαίτησης Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία ««………………», δεν υπογράφεται από αρμόδιο όργανο αλλά από άγνωστα σε αυτούς πρόσωπα χωρίς πληρεξούσιο. Καταγγελία είναι η μονομερής δήλωση του ενός των συμβαλλομένων που απευθύνεται στου άλλον, με την οποία εκφράζεται η βούλησή του για λύση της σύμβασης στο μέλλον (άρθρο 167 ΑΚ), για ορισμένο λόγο προβλεπόμενο στη σύμβαση ή στο νόμο, ασκείται δε είτε με εξώδικη δήλωση είτε με αγωγή. Η καταγγελία ασκείται αυτοπροσώπως από κάποιον από τους συμβαλλόμενους, δεν αποκλείεται όμως να ασκηθεί και από αντιπρόσωπο – πληρεξούσιο (άρθρα 211, 216, 217 ΑΚ). Εφόσον η καταγγελία είναι άτυπη και η πληρεξουσιότητα που χορηγείται για την άσκησή της είναι επίσης άτυπη (άρθρο 217 παρ. 2 ΑΚ). Επί νομικών προσώπων την πληρεξουσιότητα δίνει εκείνος που για κάθε συγκεκριμένη δικαιοπραξία έχει το δικαίωμα εκπροσώπησής τους. Επί καταγγελίας που έγινε από αναρμόδιο ή χωρίς εξουσία πρόσωπο, δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις των άρθρων 233 και 238 ΑΚ, που αναφέρονται στην, με αναδρομική ενέργεια, μεταγενέστερη έγκριση της καταγγελίας από το αρμόδιο όργανο του νομικού προσώπου, διότι, λόγω του διαπλαστικού χαρακτήρα της καταγγελίας, για τη συντέλεση αυτής, απαιτείται δήλωση βούλησης από το ίδιο το νομικό πρόσωπα, η οποία μόνο με το όργανο που το εκπροσωπεί μπορεί να πραγματοποιηθεί (ΠΠρΠειρ 1990/2020 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω, η διάταξη του άρθρου 226 ΑΚ απαιτεί για την επιχείρηση μονομερούς απευθυντέας σε άλλον δικαιοπραξίας την επίδειξη του πληρεξουσίου εγγράφου. Οι συνέπειες από τη μη επίδειξη του πληρεξούσιου εγγράφου εξαρτώνται από το αν αποκρούεται ή όχι η καταγγελία χωρίς υπαίτια βραδύτητα. Ειδικότερα όταν η καταγγελία από τον πληρεξούσιο έγινε εγγράφως, πρέπει αυτός να επιδείξει το πληρεξούσιο έγγραφο, γιατί αλλιώς έχει το δικαίωμα αυτός προς του οποίο γίνεται να την αποκρούσει χωρίς υπαίτια βραδύτητα, οπότε επέρχεται ακυρότητα (άρθρο 226 ΑΚ) και μάλιστα ανεξάρτητα αν υπήρχε πράγματι πληρεξουσιότητα ή αν εγκρίθηκε η καταγγελία. Αντίθετα, αν δεν εναντιωθεί αυτός προς τον οποίο γίνεται, το κύρος της καταγγελίας που βαρύνεται να αποδείξει ο καταγγέλλων και έγινε από αντιπρόσωπό του, θα εξαρτηθεί από την ύπαρξη ή μη του πληρεξουσίου εγγράφου ή της έγκρισης εκ μέρους του (καταγγέλλοντος) της καταγγελίας (βλ. ΕΡΜΑΚ, άρθρο 226, αριθ. 8, σελ. 396, ΠΠρΠειρ 1990/2020, ό.π., ΠΠρΘεσσ 10214/2019 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΜΠρΠειρ 1911/2013 ΕλλΔνη 2013/1468), η οποία πρέπει να γίνει μέχρι τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο, είτε με την προσαγωγή συμβολαιογραφικού ή άλλου εγγράφου, είτε με δήλωση του παριστάμενου διαδίκου που καταχωρίζεται στα πρακτικά, διαφορετικά η καταγγελία είναι άκυρη. Τα ίδια ακριβώς ισχύουν και όταν το περί καταγγελίας εξώδικο έγγραφο υπογράφει δικηγόρος. Σημειώνεται ότι δεν ισχύει η διάταξη του άρθρου 104 ΚΠολΔ, διότι η καταγγελία που ασκείται κατ’ αυτόν τον τρόπο δεν μπορεί να θεωρηθεί ως πράξη προπαρασκευαστική της δίκης, αφού αντιθέτως αποτελεί ενέργεια πριν από τη δίκη και μάλιστα ενέργεια όχι δικονομική αλλά ουσιαστική, δηλαδή άσκησης του σχετικού δικαιώματος (Εφ Πειρ.514/2025 Qualex). Ο προαναφερθείς λόγος ανακοπής, στο μέτρο που βάλλει κατά της εγκυρότητας της καταγγελίας ως διαδικαστικής προϋπόθεσης για την έκδοση της διαταγής πληρωμής ελλείψει επίδειξης του πληρεξουσίου του προσώπου που κατήγγειλε τη σύμβαση για λογαριασμό της τράπεζας, είναι νόμιμος στηριζόμενος στις διατάξεις των άρθρων 226, 232, 233 ΑΚ, 623, 624 παρ. 1, 626 ΚΠολΔ, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στην προηγηθείσα μείζονα σκέψη και πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω κατ’ ουσίαν. Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι η από 4.2.2013 εξώδικη καταγγελία – πρόσκληση και δήλωση πράγματι δεν υπογράφηκε από τα αρμόδια κατά νόμο εκπροσωπευτικά όργανα της καθ’ ης, αλλά από τους …………….. και ………… που υπογράφουν για την Τράπεζα …………..» ως προς τη νομιμοποίηση των οποίων, κατά το χρόνο αυτής, δεν επιδείχθηκε στους ανακόπτοντες το πληρεξούσιο έγγραφο, βάσει του οποίου εξουσιοδοτούνταν αυτοί να προβεί, για λογαριασμό της καθ’ ης, στην ως άνω ενέργεια. Οι ανακόπτοντες δεν εναντιώθηκαν στην καταγγελία, που τους επιδόθηκε την 24.5.2013, όπως προκύπτει από τις με αριθμούς ……../2013 και ………/2013 εκθέσεις επίδοσης που συνέταξε ο Δικαστικός Επιμελητής στο Πρωτοδικείο Αθηνών …………. παρά μόνο με την άσκηση της ανακοπής τους το έτος 2024, ήτοι μετά πάροδο 11 ετών από την καταγγελία, χωρίς να ισχυρίζονται ότι δεν έχουν κάποια υπαιτιότητα για την βραδύτητα της εναντίωσής του, καθώς το ως άνω χρονικό διάστημα δεν μπορεί να θεωρηθεί εύλογο. Περαιτέρω, η καθής η οποία εν προκειμένω φέρει το βάρος απόδειξης ότι η καταγγελία έγινε από αντιπρόσωπό της, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στην προηγηθείσα μείζονα σκέψη, ισχυρίζεται παραδεκτά κατ’ άρθρο 527 αρ. 6 ΚΠολ.Δ, ότι οι υπογράφοντες την καταγγελία υπάλληλοί είχαν σχετική πληρεξουσιότητα, γεγονός που αποδεικνύεται με το με αριθμό ……/25.6.2010 σχετικό πληρεξούσιο έγγραφο, συνταχθέν ενώπιον τον Συμβολαιογράφου Αθηνών ………, προ της καταγγελίας, από το οποίο προκύπτει ότι οι υπάλληλοι της Τράπεζας που υπογράφουν την καταγγελία ………… (σελ. 16 με α.α. 347) και ……….. (σελ. … α.α…..) είχαν την πληρεξουσιότητα να προβούν στην άνω καταγγελία για λογαριασμό της Τράπεζας (σελ. 81 και 128 του ως άνω πληρεξουσίου) Κατόπιν των ανωτέρω, δεν τυγχάνει εφαρμογής το άρθρο 226 ΑΚ και ο λόγος της κρινόμενης ανακοπής πρέπει να γίνει απορριφθεί ως κατ` ουσίαν βάσιμος, όπως ορθώς έκρινε η εκκαλουμένη απόφαση, με αιτιολογίες που συμπληρώνονται με αυτές της παρούσας απόφασης, απορριπτομένου ομοίως και του τρίτου λόγου εφέσεως.
Με τον τέταρτο λόγο της έφεσής τους, οι εκκαλούντες ισχυρίζονται ότι η εκκαλουμένη απόφαση εφαρμόζοντας εσφαλμένα το νόμο και εκτιμώντας πλημμελώς τις αποδείξεις, απέρριψε τον έκτο λόγο της ανακοπής τους, με τον οποίο οι ανακόπτοντες ισχυρίστηκαν ότι η επισπεύδουσα την σε βάρος τους αναγκαστική εκτέλεση, καθής η ανακοπή, εταιρεία διαχείρισης δεν νομιμοποιείται ενεργητικά προς τούτο επειδή α) η σύμβαση διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων που προσκόμισε δεν εμπεριέχει το ελάχιστο απαιτούμενο κατά την διάταξη του άρθρου 2 παρ.2 του Ν.4354/2015 περιεχόμενο, β) από τις με αριθμούς …/2022 και ……/2019 συμβάσεις ανάθεσης διαχείρισης που συγκοινοποίησε με την από 3.4.2024 επιταγή προς εκτέλεση δεν προκύπτει ότι της ανατέθηκε η διαχείριση της επίδικης απαίτησης, ούτε στο σώμα της σύμβασης περιλαμβάνεται το ποσό της απαίτησης, και τα λοιπά προσδιοριστικά στοιχεία αυτής. Ο λόγος αυτός της ανακοπής, είναι νομικά αβάσιμος, ως προς το πρώτο σκέλος του, διότι, σε περίπτωση μεταβίβασης απαίτησης τραπεζικού ιδρύματος λόγω τιτλοποίησης και ανάθεσης της διαχείρισης αυτής κατά τους όρους των νόμων 4354/2015 και 3156/2003 σε εταιρεία διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις, τα έγγραφα που νομιμοποιούν την εταιρεία, που ανέλαβε τη διαχείριση των μεταβιβασθεισών επιχειρηματικών απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις, να συνεχίσει τη διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης και πρέπει να επιδίδονται στον καθ’ου η εκτέλεση οφειλέτη, είναι η καταχώριση σε περίληψη, που περιέχει τα ουσιώδη στοιχεία των συμβάσεων μεταβίβασης και ανάθεσης της διαχείρισης, σύμφωνα με το άρθρ. 3 του ν. 2844/2000, ήτοι η δημοσίευση του εντύπου που καθορίστηκε με τη με αριθμ. 161337/2003 και με τη με αριθμ. 207/2020 απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης στο Ενεχυροφυλακείο του τόπου της κατοικίας ή της έδρας του μεταβιβάζοντας, μαζί με το σχετικό απόσπασμα του παραρτήματος των μεταβιβαζόμενων απαιτήσεων το οποίο συνοδεύει τη σύμβαση μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων και στο οποίο φαίνεται η καταχώριση της μεταβίβασης της απαίτησης του καθ’ ου η εκτέλεση, κοινοποίηση η οποία όπως ρητώς εκτίθεται στην ένδικη ανακοπή έλαβε χώρα. Στα δημόσια βιβλία του άρθρου 3 του ν. 2844/2000 του αρμοδίου Ενεχυροφυλακείου καταχωρίζεται μόνο το ως άνω έντυπο, το οποίο αποτελεί και το ελάχιστο περιεχόμενο της σύμβασης μεταβίβασης και της σύμβασης διαχείρισης, που ο νομοθέτης κρίνει ότι πρέπει να δημοσιευτεί, σύμφωνα με το άρθρο 3 του ν. 2844/2000. Εξάλλου και σε κάθε περίπτωση, η διάταξη του άρθρου 10 παρ. 14 του ν.3156/2003 που ρυθμίζει τη σύμβαση διαχείρισης των μεταβιβασθεισών προς τιτλοποίηση απαιτήσεων, δεν προβλέπει ελάχιστο περιεχόμενο της σύμβασης αυτής, ούτε επιβάλλει να αναφέρονται στη σύμβαση διαχείρισης οι προς διαχείριση απαιτήσεις και το τυχόν στάδιο μη εξυπηρέτησης κάθε απαίτησης, αλλά αντιθέτως, προβλέπεται μόνο ότι η σύμβαση διαχείρισης συνάπτεται εγγράφως. Ως προς δε τον τύπο και το περιεχόμενο της σύμβασης διαχείρισης απαιτήσεων που μεταβιβάσθηκαν προς τιτλοποίηση εφαρμόζεται το άρθρο 10 παρ. 14 του ν.3156/2003 και δεν εφαρμόζεται ούτε ευθέως ούτε αναλογικά το άρθρο 2 πάρ.2 του ν.4354/2015, διότι, ο ν.3156/2003 δεν άφησε αρρύθμιστο το ζήτημα του τύπου της σύμβασης διαχείρισης απαιτήσεων που μεταβιβάσθηκαν προς τιτλοποίηση, ώστε να συντρέχει ανάγκη προσφυγής στις διατάξεις του ν.4354/2015 προς κάλυψη του (μη) υπάρχοντας κενού, αλλά αντιθέτως, ρύθμισε τον τύπο της σύμβασης διαχείρισης προβλέποντας ρητά στην ανωτέρω διάταξη τον έγγραφο τύπο χωρίς να επιβάλει συγκεκριμένο ελάχιστο περιεχόμενο αυτής. Το γεγονός ότι δεν προβλέφθηκε ελάχιστο περιεχόμενο της σύμβασης διαχείρισης, δεν οφείλεται σε ακούσιο νομοθετικό κενό, ώστε να υφίσταται η ανάγκη ευθείας ή αναλογικής εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 2 παρ. 2 του ν.4354/2015, αλλά σε νομοθετική επιλογή, διότι εάν ο νομοθέτης ήθελε να υπάρχει ελάχιστο περιεχόμενο της σύμβασης διαχείρισης απαιτήσεων που μεταβιβάσθηκαν προς τιτλοποίηση θα το προέβλεπε στη διάταξη της παρ. 14 του άρθρου 10 του ν. 3156/2003. Το γεγονός ότι στις συναπτόμενες βάσει των διατάξεων του άρθρου 10 του ν. 3156/2003 συμβάσεις μεταβίβασης τιτλοποιούμενων επιχειρηματικών απαιτήσεων και διαχείρισης των απαιτήσεων αυτών, εφαρμόζεται η παρ. 4 του άρθρου 2 του ν. 4354/2015, δεν έχει ως αυτόθροη συνέπεια την εφαρμογή αδιάκριτα όλων των διατάξεων του ν. 4354/2015 επί των συμβάσεων διαχείρισης απαιτήσεων που μεταβιβάσθηκαν προς τιτλοποίηση. Τούτο διότι τα δύο νομοθετικά συστήματα, ήτοι αυτό του ν. 3156/2003 αφενός και αυτό του ν. 4354/2015 αφετέρου, ναι μεν δεν είναι στεγανά μεταξύ τους και δεν αλληλοαποκλείονται ως προς το ειδικότερο ζήτημα των συμβάσεων διαχείρισης, αλλά, το δεύτερο εφαρμόζεται συμπληρωματικά προς κάλυψη των κενών του πρώτου, εφόσον υφίστανται κατά περίπτωση τέτοια κενά. Τέλος, ως προς το ζήτημα του τύπου της σύμβασης διαχείρισης απαιτήσεων, δεν υφίσταται νομοθετικό κενό, αλλά εφαρμόζεται το ειδικότερο νομοθετικό καθεστώς του ν. 3156/2003, που προβλέπει απλώς έγγραφο τύπο χωρίς ειδικότερο ελάχιστο περιεχόμενο της σύμβασης διαχείρισης. Το γεγονός ότι κατά νομοθετική επιλογή, και όχι λόγω ακούσιου νομοθετικού κενού, δεν προβλέφθηκε ως ελάχιστο περιεχόμενο στη σύμβαση διαχείρισης τιτλοποιούμενων επιχειρηματικών απαιτήσεων η αναφορά των προς διαχείριση απαιτήσεων και του τυχόν σταδίου μη εξυπηρέτησης κάθε απαίτησης, προκύπτει και από το γεγονός ότι κατά το έτος 2020, ήτοι μετά την θέση σε ισχύ του νόμου 4354/2015, οπότε και δια της με αριθμ. 20783/2020 (ΦΕΚ Β’ 4944/09.11.2020) απόφασης του Υπουργού Δικαιοσύνης καταργήθηκε η με αριθμ. 161338/30 – 10 – 2003 (Β’ 168 18) υπουργική απόφαση και καθορίσθηκε εκ νέου το έντυπο της σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων (παρ. 14 και;16 του άρθρου 10 του ν. 3156/2003), δεν καταργήθηκε ούτε τροποποιήθηκε η με αριθμ. 161337/2003 (ΦΕΚ Β’ 1688/18.11.2003) απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, με θέμα τον καθορισμό του εντύπου σύμβασης διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων (αρ. 10 § 14 και 16 Ν. 3156/2003), ώστε να συμπεριληφθεί στο ελάχιστο περιεχόμενο της περίληψης της σύμβασης διαχείρισης -η οποία αντικατοπτρίζει το ελάχιστο περιεχόμενο της σύμβασης διαχείρισης- και το παράρτημα με τις προς διαχείριση απαιτήσεις και το στάδιο της μη εξυπηρέτησης αυτών, αλλά αντιθέτως αυτή εξακολουθεί να ισχύει ως είχε (ήτοι χωρίς τέτοιου είδους αναφορά) έως και σήμερα. (ΕφΑθ1637/2025, ΕφΑθ 987/2025 ΤΝΠ Qualex, Εφ. Πειρ.494/2024 ΤΝΠ Νόμος). Επομένως, η εκκαλουμένη απόφαση που με αιτιολογίες που συμπληρώνονται από αυτές της παρούσας απόφασης απέρριψε ως μη νόμιμο τον ως άνω λόγο ανακοπής ορθά εφάρμοσε το νόμο και ο ως άνω λόγος έφεσης ως προς το πρώτο σκέλος του τυγχάνει απορριπτέος. Περαιτέρω, ως προς το δεύτερο σκέλος του ως άνω λόγου ανακοπής, που κατά την εκτίμηση του Δικαστηρίου, αφορά την ουσιαστική αμφισβήτηση, περί της ουσιαστικής αμφισβήτησης της ενεργητικής νομιμοποίησης της καθής η ανακοπή επειδή δεν αποδεικνύεται από τα συγκοινοποιηθέντα με την από 3.4.2024 επιταγή έγγραφα ότι της έχει ανατεθεί η διαχείριση της επίδικης απαίτησης, το οποίο είναι νόμιμο κατά την διάταξη του άρθρου 925 ΚΠολΔ, από τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η καθής η ανακοπή-εφεσίβλητη, με την από 3.4.2024 επιταγή προς εκτέλεση επέδωσε στους ανακόπτοντες εκκαλούντες για δεύτερη φορά Α απόγραφο εκτελεστό της με αριθμό ………/2013 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία τους επίτασσε να της καταβάλουν με την ιδιότητά της ως μη δικαιούχου και μη υπόχρεου διάδικου και ως διαχειρίστρια των απαιτήσεων της αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού, με την επωνυμία «……………….» α) για επιδικασθείσα με την ως άνω διαταγή πληρωμής απαίτηση, η οποία ανέρχεται στο ισόποσο των ευρώ-με την επίσημη ισοτιμία ελβετικού φράγκου/ευρώ κατά το χρόνο πληρωμής-ποσό των 155.525,12 chf συν τα έξοδα καθυστέρησης, ποσού 360,91 ευρώ, έντοκα με το συμβατικό επιτόκιο υπερημερίας, από την 5.2.2013 μέχρι την εξόφληση των τόκων κεφαλαιοποιούμενων και ανατοκιζόμενων ανά εξάμηνο μέχρι ολοσχερούς εξόφλησης, β) για δικαστική δαπάνη το ποσό των 2.145,00 ευρώ, γ) για σύνταξη της παρούσας επιταγής το ποσό των 50,00 ευρώ, δ) για επίδοση της παρούσας επιταγής το ποσό των 50,00 ευρώ. Τα δε κονδύλια β, γ’ και δ, συνολικού ποσού (2.145 +50+50=) 2.245,00€, νομιμότοκα από την επίδοση της παρούσας επιταγής μου, μέχρι την ολοσχερή εξόφληση, άλλως θα εκτελεστεί η άνω διαταγή πληρωμής αναγκαστικά, οπότε θα προστεθούν και πενήντα ευρώ για εντολή προς εκτέλεση. Δηλώνουμε ότι πληρεξούσιό μας, δεκτικό καταβολής και αντίκλητό μας διορίζουμε την υπογράφοντα την παρούσα πληρεξούσιο δικηγόρο …………… Με την επιταγή συγκοινοποιήθηκαν στους ανακόπτοντες, όπως αποδεικνύεται από την με αριθμό …../10.4.2024 έκθεση επίδοσης που συνέταξε η Δικαστική Επιμελήτρια στο Εφετείο Αθηνών ……….., 1. Η με αριθμό πρωτοκόλλου …../18.6.2019 δημοσίευση συμβάσεων του άρθρου 10 παρ. 8 του ν. 3156/2003 από την οποία αποδεικνύεται η πώληση και μεταβίβαση επιχειρηματικών απαιτήσεων από την ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία «………….» στην εταιρία με την επωνυμία …………..» με έδρα το ……….. Ιρλανδίας (…………….), η οποία εκπροσωπείται νόμιμα, που έχει εγγραφεί στις 18-6-2019 στα Βιβλία του αρθρ. 3 του ν. 2844/2000 του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών στον τόμο …. με αριθμό ……. (άρθρο 10 παράγραφος 8 του ν. 3156/2003). 2. Το κεκυρωμένο απόσπασμα εκ του παραρτήματος των δημόσιων βιβλίων με εκχωρημένα δάνεια του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών (ν. 2844/2000) προκύπτει ότι μεταξύ των εκχωρημένων δανείων είναι και η επίδικη απαίτηση 3. Η με αριθμό πρωτοκόλλου ……/18.6.2019 δημοσίευση συμβάσεων του άρθρου 10 παρ. 14 και 16 του ν. 3156/03 που ενεγράφη στις 18.06.2019 στο βιβλίο του άρθρου 3 του ν. 2844/2000 του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών στον τόμο … με αριθμό ……. (άρθρο 10 παράγραφος 16 του ν. 3156/2003), από την οποία προκύπτει ότι η διαχείριση των μεταβιβασθεισών απαιτήσεων ανατέθηκε στις 18.6.2019 από την αλλοδαπή εταιρεία ειδικού σκοπού υπό την επωνυμία «………….» στην ανώνυμη εταιρεία υπό την επωνυμία «………….» με διακριτικό τίτλο «……………». 4. Η από 10/6/2020 και με αριθ. πρωτοκόλλου …… ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ Καταχώρισης στο Γενικό Εμπορικό Μητρώο (Γ.Ε.ΜΗ.), στοιχείων της Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία «…………….» 5. Η με αριθμό πρωτοκόλλου ……./8.11.2022 δημοσίευση συμβάσεων του άρθρου 10 παρ. 14 και 16 του ν. 3156/03 που ενεγράφη στις 8/11/2022 στο βιβλίο του άρθρου 3 του ν. 2844/2000 του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών στον τόμο ….. με αριθμό …. (άρθρο 10 παράγραφος 16 του ν. 3156/2003). 6. Η με αριθμό πρωτοκόλλου ……/8.11.2022 περίληψη της από 8/11/2022 Σύμβασης συμπλήρωσης διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων του άρθρου 10 παρ. 14 και 16 του ν. 3156/2003 που ενεγράφη στις 8/11/2022 στο βιβλίο του άρθρου 3 του ν. 2844/2000 του Ενεχυροφυλάκειου Αθηνών στον τόμο …. με αριθμό …… (άρθρο 10 παράγραφος 16 του ν 3156/2003). Οι ανακόπτοντες δεν αμφισβητούν ότι η απαίτηση που διατηρεί σε βάρος τους η αρχική διακαιούχος «………….», από την με αριθμό …………./9.11.2007 σύμβαση δανείου και τις πρόσθετες πράξεις τροποποίησης αυτής, μεταβιβάστηκε από την ως άνω Τράπεζα στην αλλοδαπή εταιρεία ειδικού σκοπού με την επωνυμία …………..» όπως αποδεικνύεται άλλωστε από με την με αριθμό πρωτοκόλλου …../18.6.2019 δημοσίευση συμβάσεων του άρθρου 10 παρ. 8 του ν. 3156/2003, και αναφέρεται στο απόσπασμα του παραρτήματος, σελ.163, που ομοίως τους επιδόθηκε. Ακολούθως η αλλοδαπή εταιρεία ειδικού σκοπού ανέθεσε την διαχείριση απαιτήσεων στην ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «……………», με την από 18.6.2019 σύμβαση διαχείρισης που ενεγράφη με αριθμό πρωτοκόλλου …../18.6.2019 στο βιβλίο του Ενεχυροφυλάκειου Αθηνών. Εν συνεχεία ενεγράφη στο ίδιο Ενεχυροφυλάκειο με αριθμό πρωτοκόλλου ……/8.11.2022 με την οποία, όπως προκύπτει από την σελίδα 4 αυτής, επικαιροποιήθηκε η παράγραφος β της του κεφαλαίου 1 του με αριθμό ……/2019 εντύπου δημοσίευσης σύμβασης διαχείρισης ως προς την μεταβολή της επωνυμίας του διαχειριστή από «……….» σε «…………». Τέλος με την σύμβαση διαχείρισης που εγγράφηκε με αριθμό πρωτοκόλλου …./8.11.2022 στο Ενεχυροφυλάκειο Αθηνών, συμπληρώθηκε η εγγεγραμμένη στο Ενεχυροφυλάκειο Αθηνών με αριθμό …./2019 σύμβαση διαχείρισης ως προς τις εξουσίες του διαχειριστή και γίνεται ρητή αναφορά ότι η σύμβαση διαχείρισης αφορά το χαρτοφυλάκιο τιτλοποιημένων απαιτήσεων που η αλλοδαπή εταιρεία ειδικού σκοπού «………….» απέκτησε από το πιστωτικό ίδρυμα «…………….», όπως το χαρτοφυλάκιο αυτό μεταβιβάστηκε με την καταχώρηση του με αριθμό εντύπου 148/18.6.20109 εντύπου δημοσίευσης συμβάσεων, στο οποίο όπως ανωτέρω εκτέθηκε περιλαμβάνεται η επίδικη απαίτηση. Από τα ως άνω έγγραφα που κοινοποιήθηκαν στους ανακόπτοντες μαζί με την επιταγή προς πληρωμή, αποδεικνύεται η ενεργητική νομιμοποίηση της καθής η ανακοπή ως διαχειρίστριας της επίδικης απαίτησης. Πρέπει επομένως με την συμπλήρωση των αιτιολογιών της εκκαλουμένης απόφασης να απορριφθεί ο ως άνω λόγος ανακοπής, κατά το δεύτερο σκέλος του καθώς και ο σχετικός λόγος έφεσης.
Με τον πέμπτο λόγο της έφεσής τους, οι εκκαλούντες ισχυρίζονται ότι το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με εσφαλμένη ερμηνεία του άρθρου 925 ΚΠολΔ και πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων, απέρριψε τον έβδομο λόγο της ανακοπής τους, με τον οποίο ισχυρίστηκαν ότι πάσχει ακυρότητας η ενεργητική νομιμοποίηση της καθής η ανακοπή-επισπεύδουσας την εκτέλεση, επειδή, α) κοινοποιήθηκαν αποσπάσματα των νομιμοποιητικών της εγγράφων και όχι ολόκληρο το κείμενο των συμβάσεων, β) η καθής παρέλειψε να συγκοινοποιήσει την άδεια διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις που έλαβε από την Τράπεζα της Ελλάδος. Η παράβαση του άρθρου 925 παρ. 1 KΠολΔ συνεπάγεται ακυρότητα της εκτέλεσης ανεξαρτήτως βλάβης, δεδομένου ότι η φράση του νόμου “δεν δύναται να αρχίσει ή να συνεχίσει την αναγκαστική εκτέλεση” είναι ισοδύναμη με την απειλή ακυρότητας. Ως προς την υποχρέωση ειδικότερα συγκοινοποίησης των νομιμοποιητικών εγγράφων και στην περίπτωση της καθολικής διαδοχής, με δεδομένη τη συνθετότητα και την ποικιλία των επιμέρους πράξεων, από τις οποίες απαρτίζεται αυτή, άρα και των αντιστοίχων εγγράφων, που την πιστοποιούν, η απαίτηση συγκοινοποίησης στον καθ` ου η εκτέλεση οφειλέτη, στο πλαίσιο της ρύθμισης του άρθρου 925 παρ. 1 KΠολΔ, όλων των εγγράφων που απαιτεί ο νόμος για τη συντέλεσή της, εκτός του ότι δεν συμπορεύεται με το πνεύμα της ρύθμισης του ανωτέρω άρθρου 925 παρ. 1 KΠολΔ, είναι και ιδιαιτέρως πολυτελής, εξόχως δαπανηρή, αλλά και παρεμβάλλει σοβαρά εμπόδια, δυσχεραίνοντας αδικαιολογήτως την πρόσβαση των δανειστών στην εκτελεστική διαδικασία. Η αναγκαστική εκτέλεση βάζει μεν συνήθως τον τύπο πριν από την ουσία, όχι, όμως, σε βαθμό που εγγίζει τα όρια της κατάχρησης. Κατ` ανάγκη λοιπόν, όπως άλλωστε υποδεικνύει η ίδια η ρύθμιση του νόμου, πρέπει να επιλεγούν εκείνα μόνο τα έγγραφα, που αποδεικνύουν την συντέλεση της καθολικής διαδοχής και συνεπώς στοιχειοθετούν τη νομιμοποίηση του καθολικού διαδόχου (πρβλ επί καθολικής διαδοχής σε περίπτωση συγχώνευσης ανωνύμων εταιρειών ΑΠ 1343/2022, ΑΠ 345/2006). Αντίστοιχα στην ανωτέρω περίπτωση ειδικής διαδοχής του δικαιούχου τιτλοποιούμενης απαίτησης με σύμβαση μεταβίβασης αυτής από την μεταβιβάζουσα επιχείρηση στην αποκτώσα εταιρεία ειδικού σκοπού, κατά τους ορισμούς του άρθρου 10 του Ν. 3156/2003, εφόσον τα αποτελέσματα της μεταβίβασης επέρχονται αυτοδικαίως εκ του νόμου και χωρίς άλλη διατύπωση και έναντι τρίτων και ιδίως του οφειλέτη της απαίτησης, από την καταχώριση της σύμβασης μεταβίβασης σε περίληψη στο δημόσιο βιβλίο του άρθρου 3 του ν. 2844/2000, με το ειδικότερο περιεχόμενο, που καθορίζεται στην υπ` αρ. 161338/2003 ΥΑ του Υπουργού Δικαιοσύνης, είναι προφανές ότι, αφενός η νομιμοποίηση της αποκτώσας εταιρίας αρχίζει ακριβώς από τότε, όπως από την καταχώρηση στο ίδιο αυτό βιβλίο της σύμβασης ανάθεσης της διαχείρισης των μεταβιβασθεισών απαιτήσεων σε Εταιρεία Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις (Ε.Δ.Α.Δ.Π), που προβλέπεται στον Ν. 4354/2015, αρχίζει και η νομιμοποίηση της τελευταίας να αρχίσει ή να συνεχίσει την αναγκαστική εκτέλεση ως διαχειρίστρια της αποκτηθείσας από την εταιρεία ειδικού σκοπού απαίτησης και αφετέρου ότι τα έγγραφα, που πιστοποιούν τις ανωτέρω πράξεις και ολοκληρώνουν τη μεταβίβαση και την ανάθεση της διαχείρισης, είναι τα μόνα κρίσιμα, τα οποία θα πρέπει να συγκοινοποιούνται στον οφειλέτη με την επιταγή εκτέλεσης, η δε κοινοποίηση των εγγράφων αυτών είναι αρκετή και ανταποκρίνεται πλήρως στη νομοτυπική μορφή των εγγράφων που αξιώνει το άρθρο 925 παρ. 1 KΠολΔ. Όλα τα υπόλοιπα σχετικά έγγραφα, στα οποία περιλαμβάνεται και η ίδια η σύμβαση μεταβίβασης της τιτλοποιούμενης απαίτησης, όση σπουδαιότητα και σοβαρότητα και αν παρουσιάζουν για τη διαδικασία της μεταβίβασης καθ` εαυτήν, δεν αποτελούν αναγκαία έγγραφα για την απόδειξη της νομιμοποίησης της επισπεύδουσας την αναγκαστική εκτέλεση (πρβλ για το συναφές ζήτημα επί αιτήσεως για την έκδοση διαταγής πληρωμής ΑΠ 434/2022, ΑΠ 909/2021). (Α.Π.739/2024 ΤΝΠ Νομος). Η ratio legis της θεσπισθείσας ειδικής πρόσθετης διατύπωσης του άρθρου 925 ΚΠολΔ εντοπίζεται στην αποφυγή αιφνιδιασμού του καθ’ου η εκτέλεση οφειλέτη ως προς τη διαδοχή στο πρόσωπο του επισπεύδοντος δανειστή και εφαρμόζεται και επί μετάθεσης της νομιμοποίησης προς δικαστική επιδίωξη της απαίτησης από το πρόσωπο του δικαιούχου της απαίτησης σε τρίτο – μη δικαιούχο διάδικο (ΕφΑθ 8/2023, ΕφΑθ 1790/2022 στην ΤΝΠ Νόμος, Πλεύρη A., «Μη δικαιούχοι και μη υπόχρεοι διάδικοι στην πολιτική δίκη», 2014, σελ. 380 επ.).Σύμφωνα με όσα στην ως άνω μείζονα σκέψη αναφέρονται ο ως άνω λόγος ανακοπής πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμος καθώς για την απόδειξη της ενεργητικής νομιμοποίησης της επισπεύδουσας την εκτέλεση δεν απαιτείται η κοινοποίηση ολόκληρου του κειμένου των συμβάσεων μεταβίβασης και διαχείρισης αλλά αρκεί η κοινοποίηση αποσπασμάτων αυτών, που να αφορούν την συγκεκριμένη απαίτηση και των εντύπων που καθορίστηκαν με την με αριθμό 161/337/2003 ήδη ΥΑ207/2020 απόφασης του Υπουργού Δικαιοσύνης. Επιπλέον ουδόλως προβλέπεται από το νόμο η κοινοποίηση του ΦΕΚ με το οποίο αδειοδοτήθηκε η εταιρεία διαχείρισης από την Τράπεζα της Ελλάδος. Σε κάθε περίπτωση, στην κρινόμενη υπόθεση, στην κοινοποιηθέν απόσπασμα της σύμβασης διαχείρισης που εγγράφηκε στο Ενεχυροφυλάκειο Αθηνών, με αριθμό πρωτοκόλλου ……../2022 ααφέρεται ότι η καθής η ανακοπή αδειοδοτήθηκε με την με αριθμό 220/1/13.3.2017 απόφαση της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων, ως εταιρεία διαχείρισης.
Με τον έκτο λόγο της κρινόμενης έφεσης οι εκκαλούντες βάλλουν κατά της εκκαλουμένης, επειδή κατά εσφαλμένη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 924,925 και 449 ΚΠολΔ και κατά πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων, απέρριψε τον όγδοο λόγο της ανακοπής τους, με τον οποίο ισχυρίστηκαν ότι η επιταγή προς πληρωμή είναι άκυρη, επειδή το αντίγραφο εκ του πρώτου απογράφου εκτελεστού της με αριθμό ……/2013 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών δεν φέρει επικύρωση από δικηγόρο, όπως και τα υπόλοιπα έγγραφα, ιδίως δε η με αριθμό πρωτοκόλλου ……./2019 σύμβαση ανάθεσης διαχείρισης, στερούμενη κατά τον τρόπο αυτό αποδεικτικής δύναμης με αποτέλεσμα να μην αποδεικνύεται η διαχειριστική εξουσία της καθής η ανακοπή. Κατά το άρθρο 449 παρ. 2 του KΠολΔ, φωτοτυπίες εγγράφων έχουν αποδεικτική δύναμη ίση προς εκείνη του πρωτοτύπου εφόσον η ακρίβεια τους βεβαιώνεται από πρόσωπο αρμόδιο κατά νόμο για έκδοση αντιγράφου. Ορίζεται δε στο άρθρο 52 παρ.1 και 2 του κώδικα περί Δικηγόρων που έχει κυρωθεί με το πρώτο άρθρο του ν.δ. 3026/1954 «ότι ο δικηγόρος έχει δικαίωμα να εκδίδει επικυρωμένα υπ`αυτού αντίγραφα των παρ`αυτώ υπαρχόντων παντός είδους εγγράφων, ως υπεύθυνος περί της ακριβείας των» (παρ. 1) και ότι «τα τοιαύτα αντίγραφα έχουσι πλήρη ισχύ αντιπεφωνημένου αντιγράφου» (παρ. 2). Ως αντίγραφα νοούνται στο άρθρο αυτό, και εκείνα που αποδίδουν μέρη συνολικών εγγράφων, όπως είναι τα εμπορικά βιβλία και τα πολυσέλιδα έντυπα. Κατά την έννοια του ίδιου ώς άνω άρθρου, το έγγραφο υπάρχει στο δικηγόρο ακόμη και όταν αυτός το κατέχει, έστω και προσωρινά και ανεξάρτητα από τη χρονική διάρκεια (ΑΠ 35/2011 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Εφόσον βεβαιώνεται δε η ακρίβεια του εγγράφου, έχει αυτό ισχύ επίσημου εγγράφου και δεν μπορεί να αμφισβητηθεί ούτε και η ανωτέρω βεβαίωση, παρεκτός εάν προσβληθεί ως πλαστό σύμφωνα με το άρθρο 448 του KΠολΔ (ΑΠ 767/1988 ΕλλΔνη 1989, 564, Εφ.Πειρ. 950/2005 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, Β. Βαθρακοκοίλη ΕρμΚΠολΔ, υπό το άρθρο 449, αρ. 12). Για το κύρος, εξάλλου, της επικύρωσης φωτοτυπίας με δικηγορική βεβαίωση της ακριβείας της (υπό την έννοια ότι αποδίδει ακριβώς το πρωτότυπο), δεν είναι αναγκαία η πανηγυρική διατύπωση στη σχετική έγγραφη βεβαιωτική πράξη του γεγονότος της προσωρινής κατοχής του πρωτοτύπου από το δικηγόρο, αλλά αρκεί να συνάγεται βεβαίωση και του γεγονότος αυτού από την όλη διατύπωση της πράξης (ΑΠ 1022/2003 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 916/2002 ΕλλΔνη 2003.1297, ΑΠ 54/1990 ΕλλΔνη 32.62, Εφ.Αθ. 776/2006 ΕλλΔνη 47.1499, Εφ.Πειρ. 469/2009 ΔΕΕ 2010.192, Εφ.Πειρ. 950/2005 ό.π.). Στην κρινόμενη περίπτωση από την επισκόπηση των από ……/10.4.2024 και …./10.4.2024 εκθέσεις επίδοσης που συνέταξε η Δικαστική Επιμελήτρια …………….. στους ανακόπτοντες επιδόθηκε ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο εκ πρωτοτύπου από απόγραφο πρώτο εκτελεστό της με αριθμό …../2013 διαταγής πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με αριθμό πρώτου απόγραφου εκτελεστού …………/2013 με την κάτωθι αυτής από 3.4.2024 παραγγελία προς επίδοση με επιταγή προς πληρωμή, με την οποία συγκοινοποιήθηκαν τα έγγραφα που ανωτέρω αναφέρθηκαν. Μετά την αναφορά των ως άνω εγγράφων, τα οποία έχουν συρραφεί σε ακολουθία της εντολής προς συγκοινοποίησή τους, με σφραγίδα της δικηγόρου στις ενώσεις έκαστης σελίδας και διαγραφής με θέση της σφραγίδας και υπογραφή στις τυχόν κενές σελίδες, και την ημερομηνία 3.4.2024 ακολουθεί υπογραφή και σφραγίδα της ……….., η οποία υπογράφει ως επικυρούσα πληρεξούσια δικηγόρος της επιτάσσουσας καθής η ανακοπή. Από τα άνω αποδεικνύεται η επικύρωση του συνόλου των συγκοινοποιούμενων με την ως άνω επιταγή εγγράφων και του αντιγράφου του απογράφου της με αριθμό …………../2013 διαταγής πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, χωρίς να απαιτείται κάποια άλλη πανηγυρική διατύπωση για την επικύρωσή τους. Ορθώς επομένως με την εκκαλουμένη απόφαση απορρίφθηκε ο ως άνω λόγος ανακοπής ως ουσία αβάσιμος, απορριπτομένου του ως άνω λόγου έφεσης.
Με τον έβδομο λόγο της έφεσής του, οι εκκαλούντες προσβάλλουν την εκκαλουμένη απόφαση κατά το μέρος που απέρριψε τον ένατο λόγο της ανακοπής τους με τον οποίο ισχυρίστηκαν ότι πάσχει ακυρότητας η με αριθμό ………/27.6.2024 κατασχετήρια έκθεση, λόγω της έλλειψης γραπτής εντολής προς εκτέλεση της πληρεξούσιας δικηγόρου της καθής επί του εκτελεστού απογράφου, είτε εντός αυτού, είτε ως συνημμένο αναπόσπαστο με αυτό έγγραφο. Ο ως άνω λόγος ανακοπής εσφαλμένα απορρίφθηκε από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ως αόριστος, με την αιτιολογία ότι οι ανακόπτοντες δεν επικαλέστηκαν ότι η ισχυριζόμενη πλημμέλεια της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης, τους προκάλεσε βλάβη, παρά το γεγονός ότι στην σελίδα 87 της ανακοπής τους αναφέρουν ρητά ότι η έλλειψη γραπτής εντολής επιφέρει ακυρότητα της ως άνω κατασχετήριας έκθεσης, συντρέχοντος και του στοιχείου της βλάβης, η οποία είναι αυταπόδεικτη ως εκ της επακολουθησάσης εκτέλεσης. Πρέπει επομένως να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση, ως προς το σκέλος της αυτό και αφού κρατηθεί και δικαστεί ο ως άνω λόγος ανακοπής να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμος, επειδή οι ανακόπτοντες δεν προσκομίζουν ούτε επικαλούνται με τις προτάσεις τους, το εκτελεστό απόγραφο που επικαλούνται με την ανακοπή τους, επί του οποίου ή παρά πόδας του οποίου θα έπρεπε να έχει τεθεί η ελλείπουσα κατά τους ισχυρισμούς τους εντολή, το οποίο προφανώς διαφέρει από το επιδοθέν με την από 3.4.2024 επιταγή προς εκτέλεση, προκειμένου να εξεταστεί η ουσιαστική βασιμότητα του ισχυρισμού τους. Σε κάθε περίπτωση η σύνταξη εντολής δεν μπορεί να αμφισβητηθεί αφού αναφέρεται με πλήρες το περιεχόμενο αυτής στην προσβαλλόμενη κατασχετήρια έκθεση, ενώ ούτε η αναφορά της εντολής ως υπό στοιχείο Γ έγγραφο που έλαβε υπόψη του ο Δικαστικός Επιμελητής κατά τη σύνταξη της κατασχετήριας έκθεσης μπορεί να οδηγήσει στο συμπέρασμα, ελλείψει άλλων αποδεικτικών στοιχείων, ότι αυτή δεν έχει συνταχθεί κάτω από το απόγραφο, όπως αυτό βεβαιώνεται αμέσως κατωτέρω στην κατασχετήρια έκθεση όπου αναγράφεται ότι η από 31.5.2024 δοθείσα γραπτή εντολή και πληρεξουσιότητα κάτω από το πρώτο απόγραφο εκτελεστό της με αριθμό …………./12.11.2013 διαταγής πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με αριθμό πρώτου απογράφου εκτελεστού 41.329/2013 του Δικαστή Μ.Π.Α. …………., την οποία υπογράφει η πληρεξούσια δικηγόρος της επιτάσσουσας ……….. Μη απομένοντος προς κρίση άλλου λόγου έφεσης και με εξαίρεση τον δεύτερο λόγο έφεση που αφορά το δεύτερο σκέλος του τέταρτου λόγου της ένδικης ανακοπής, και τον έκτο λόγο της έφεσης που αφορά τον ένατο λόγο της ανακοπής ως προς τους οποίους έγινε δεκτή κατ’ ουσίαν η έφεση κατά τα ως άνω εκτεθέντα και στη συνέχεια οι σχετικοί λόγοι ανακοπής κρατήθηκαν, δικάστηκαν και απορρίφθηκαν στην ουσία τους από το παρόν Δικαστήριο, πρέπει η έφεση κατά τα λοιπά να απορριφθεί στην ουσία της. Περαιτέρω, πρέπει κατ’ άρθρο 495 παρ.4 προτελ. εδ. του ΚΠολΔ να διαταχθεί η επιστροφή του κατατεθέντος για το παραδεκτό της εφέσεως από τους εκκαλούντες παραβόλου επειδή λόγω της εφέσεως εξαφανίστηκε εν μέρει η εκκαλουμένη και επανακρίθηκαν από το παρόν Δικαστήριο το δεύτερο σκέλους του τέταρτου λόγου και ο ένατος λόγος της ένδικης ανακοπής. Τέλος, πρέπει να συμψηφιστεί η δικαστική δαπάνη των διαδίκων και για τους δυο βαθμούς δικαιοδοσίας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων.
ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά την από 10.3.2025 με αριθμό κατάθεσης δικογράφου στη Γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου ΓΑΚ/ΕΑΚ/…………/2025 έφεση κατά της 69/2025 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά (ειδική διαδικασία περιουσιακών διαφορών)
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ ό,τι έκρινε κατ’ ουσίαν απορριπτέο στην έφεση.
ΔΕΧΕΤΑΙ κατ’ ουσίαν τον δεύτερο λόγο έφεσης που αφορά το δεύτερο σκέλος του τέταρτου λόγου και τον έκτο λόγο έφεσης που αφορά τον ένατο λόγο ανακοπής πέμπτο λόγο της από 18.7.2024 με αριθμό κατάθεσης δικογράφου ΓΑΚ/ΕΑΚ/ ……………/2024 ανακοπή
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επιστροφή στους εκκαλούντες του κατατεθέντος από αυτούς για την άσκηση του ένδικου μέσου ηλεκτρονικό παράβολο του Υπουργείου Ψηφιακής Διακυβέρνησης.
ΕΞΑΦΑΝΙΖΕΙ την εκκαλουμένη ως προς το δεύτερο σκέλος του τέταρτου λόγου και τον ένατο λόγο της ως άνω ανακοπής.
ΚΡΑΤΕΙ και δικάζει τους παραπάνω λόγους ανακοπής.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ αυτούς ως ουσία αβάσιμους.
ΣΥΜΨΗΦΙΖΕΙ την δικαστική δαπάνη των διαδίκων.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στον Πειραιά, στις 2.3.2026.
Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ