Μενού Κλείσιμο

Αριθμός απόφασης 121/2026

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ

ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

Αριθμός  Αποφάσεως  121 /2026

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

Ναυτικό Τμήμα

Αποτελούμενο από την Δικαστή Κωνσταντίνα Λέκκου, Εφέτη, την οποία όρισε η Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διευθύνσεως του Εφετείου Πειραιώς και από τη Γραμματέα Σ.Φ.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του την ………….. για να δικάσει την υπόθεση  μεταξύ:

[Α] ΤΩΝ ΕΚΚΑΛΟΥΝΤΩΝ: 1) ………… 2) …….. 3) …………. και 4) …………, οι οποίοι άπαντες, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο, εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξουσία δικηγόρο τους  Ειρήνη Κοντοσέα [Δ.Ε. Γ. ΚΟΝΤΟΣΕΑΣ και ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ].

ΤΗΣ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΗΣ: Αλλοδαπής και δη εδρεύουσας στη …… της Κύπρου, εταιρείας με την επωνυμία «…………..», η οποία εκπροσωπείται νόμιμα και η οποία, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο, εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Στέφανο Λύρα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 Κ.ΠολΔ.

[Β] ΤΗΣ ΕΚΚΑΛΟΥΣΑΣ: Αλλοδαπής και δη εδρεύουσας στη …. της Κύπρου, εταιρείας με την επωνυμία «…………..», η οποία εκπροσωπείται νόμιμα και η οποία, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο, εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Στέφανο Λύρα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 Κ.ΠολΔ.

ΤΩΝ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΩΝ: 1) ………., 2) ……….., 3) …………, 4) …………. και 5) ……………., οι οποίοι άπαντες, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο, εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξουσία δικηγόρο τους  Ειρήνη Κοντοσέα [Δ.Ε. Γ. ΚΟΝΤΟΣΕΑΣ και ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ].

Οι ήδη εκκαλούντες η πρώτη υπό στοιχείο [Α] έφεση …………… και η πέμπτη των εφεσιβλήτων η υπό στοιχείο [Β] έφεση ……………, άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς την από 22.12.2020 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως δικογράφου …………../22.12.2020 αγωγή τους, επί της οποίας, συζητήσεως γενομένης αυτής την 16.11.2021, εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών – εργατικών διαφορών, η με αριθμό 2508/2022 οριστική απόφαση του Τμήματος Ναυτικών Διαφορών του παραπάνω Δικαστηρίου, που δέχθηκε αυτήν ως εν μέρει βάσιμη στην ουσία της.

Οι εν μέρει ηττηθέντες στον πρώτο βαθμό ενάγοντες ………….. και ήδη εκκαλούντες, με την από 26.01.2024 (με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. ενδίκου μέσου ………./26.1.2024 ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. δικογρ. ………../29.1.2025 ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου) έφεσή τους, η οποία προσδιορίσθηκε προς συζήτηση για τη δικάσιμο που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας απόφασης, προσβάλλουν την ανωτέρω απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου.

Την ίδια απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, προσβάλλει και η εν μέρει ηττηθείσα στον πρώτο βαθμό εναγομένη, αλλοδαπή και δη εδρεύουσα στη ……. της Κύπρου, εταιρεία με την επωνυμία «…………..», με την από 08.01.2024 (με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. ενδίκου μέσου ………./8-1-2024 ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. δικογρ. …………/8-1-2024 ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου) έφεσή της, η οποία προσδιορίσθηκε προς συζήτηση αρχικά για τη δικάσιμο της 20.2.2025 και κατόπιν αναβολής για τη δικάσιμο που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας απόφασης.

Κατά τη συζήτηση των ανωτέρω δικογράφων στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου στην αναγραφόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης δικάσιμο, τα οποία συνεκφωνήθηκαν, λόγω της μεταξύ τους συνάφειας, με τον προσήκοντα τρόπο από τη σειρά του οικείου πινακίου, η πληρεξουσία δικηγόρος των εκκαλούντων η πρώτη ανωτέρω έφεση και εφεσιβλήτων η δεύτερη των ενδίκων εφέσεων, αφού έλαβε το λόγο από την Δικαστή, αναφέρθηκε στις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσε, ενώ ο πληρεξούσιος δικηγόρος της εκκαλούσας – εφεσίβλητης – εναγομένης εταιρείας δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, αλλά προκατέθεσε τις προτάσεις του και με σχετική δήλωσή του δήλωσε, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 242 § 2 ΚΠολΔ, ότι συμφωνεί να συζητηθεί η υπόθεση χωρίς να παρασταθεί.

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Οι κρινόμενες αντίθετες α) από 26.01.2024 (με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. ενδίκου μέσου …………../26.1.2024 ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. δικογρ. ………./29.1.2025 ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου) έφεση των εκκαλούντων – εναγόντων …………… [Α έφεση] και β) από 08.01.2024 (με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. ενδίκου μέσου …./8/8-1-2024 ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. δικογρ. ……/8-1-2024 ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου) έφεση της εκκαλούσας – εναγομένης [Β έφεση], που στρέφονται κατά της υπ’ αριθμ. 2508/01.08.2022 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία εκδόθηκε επί της από 22.12.2020 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως δικογράφου …………/22.12.2020 αγωγής, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών – εργατικών διαφορών (άρθρα 614 αρ. 3, 621 ΚΠολΔ και 82 ΚΙΝΔ), με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η ανωτέρω αγωγή ως κατ’ ουσίαν βάσιμη, ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα, κατά τα άρθρα 495, 511, 513, 516 § 1, 517 εδαφ. α, 518 § 1 και 520 § 1 ΚΠολΔ, δεδομένου ότι, η εκκαλουμένη απόφαση επεδόθη με επιμέλεια των εναγόντων στην εναγομένη εταιρεία την 29.12.2023, όπως αποδεικνύεται από την προσκομιζόμενη με αριθμό ………. από 29.12.2023 έκθεση επίδοσης της Δικαστικής Επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Πειραιώς …….. και οι ένδικες εφέσεις ασκήθηκαν την 26.1.2024 και 8.1.2024, αντίστοιχα, όπως αποδεικνύεται από τις σχετικές εκθέσεις κατάθεσης ενδίκου μέσου του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, ήτοι εντός της εξηκονθήμερης προθεσμίας της παραγράφου 1 του άρθρου 518 ΚΠολΔ, αφού η έδρα της εναγομένης ευρίσκεται στην αλλοδαπή, ενώ για το παραδεκτό τους, μολονότι ασκήθηκαν μετά την ισχύ του άρθρου 12 § 2 του Ν. 4055/2012, δεν απαιτείται η κατάθεση του παραβόλου της § 4 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, που προστέθηκε με τον ανωτέρω Νόμο, λόγω της φύσεως της διαφοράς ως εργατικής. Εφόσον δε, οι ένδικες εφέσεις, αρμοδίως φέρονται προς εκδίκαση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, που είναι καθ’ ύλην, κατά τόπο και λειτουργικά αρμόδιο προς εκδίκασή τους (άρθρο 19 του ΚΠολΔ και 51 παρ.6 στοιχ. α΄ του N.2172/1993), πρέπει να γίνουν τυπικά δεκτές και, αφού ενωθούν και συνεκδικαστούν, με σκοπό τη διευκόλυνση και επιτάχυνση της διεξαγωγής της δίκης, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 246, 524 § 1 εδαφ. α και 591 § 1 εδαφ. α ΚΠολΔ, πρέπει να εξεταστούν περαιτέρω, κατά την αυτή ως άνω ειδική διαδικασία, για να ελεγχθεί το παραδεκτό και η βασιμότητα των λόγων τους, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 532, 533 § 1 και 591 § 1 εδαφ. α ΚΠολΔ.

ΙΙ. Οι ενάγοντες και ήδη εκκαλούντες η υπό στοιχείο [Α] έφεση και η πέμπτη εφεσίβλητη η υπό στοιχείο [Β] έφεση, με την από 22.12.2020 αγωγή τους, όπως αυτή διορθώθηκε δια των εγγράφων προτάσεων που κατέθεσαν ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, ισχυρίστηκαν ότι δυνάμει διαδοχικών συμβάσεων ναυτικής εργασίας αορίστου χρόνου, ναυτολογήθηκαν και απασχολήθηκαν, στο υπό σημαία Κύπρου και με αριθμό νηολογίου Λεμεσού ……/2014, Ε/Γ-Ο/Γ ταχύπλοο πλοίο, με το όνομα «TJ», κ.ο.χ. 11.347, πλοιοκτησίας της εναγομένης, ήδη εκκαλούσας – εφεσίβλητης αλλοδαπής εταιρείας, η οποία συμμετέχει στον Όμιλο εταιρειών με τον διακριτικό τίτλο «ST» και  το οποίο (πλοίο) εκτελεί πλόες εσωτερικού, με την ειδικότητα του Πλοιάρχου ο πρώτος, του Προϊσταμένου Ηλεκτρολόγου ο δεύτερος, του Ναύκληρου ο τρίτος, του Υπάρχου, Υποπλοιάρχου και Πλοιάρχου ο τέταρτος κατά τα ειδικότερα στην αγωγή και της Βοηθού Φροντιστή η πέμπτη εξ αυτών, ως μέλη του «δεύτερου» πληρώματος του ανωτέρω πλοίου οι τρεις πρώτοι εξ αυτών, κατά τις αναφερόμενες στην αγωγή ημέρες εντός του έτους 2019, προκειμένου να απασχολούνται στα τμήματα των δρομολογίων, που υπερβαίνουν τις επιτρεπόμενες με την ρύθμιση του άρθρου 1 του π.δ. 381/2001 ώρες απασχόλησης του «πρώτου» πληρώματος του ανωτέρω πλοίου, οι δε συμβάσεις εργασίας τους λύονταν κάθε φορά εντός ελαχίστων ημερών ή ακόμα και αυθημερόν και ως μέλη του «πρώτου» πληρώματος αυτού εντός του χρονικού διαστήματος από 18.3.2019 έως 5.8.2020 ο τέταρτος εκ αυτών και κατά το χρονικό διάστημα από 4.7.2019 έως 20.7.2019 η πέμπτη εξ αυτών, αντί του προβλεπομένου από την εκάστοτε ισχύουσα συλλογική σύμβαση ναυτικής εργασίας (ΣΣΝΕ) για τα πληρώματα των ακτοπλοϊκών επιβατηγών πλοίων μηνιαίου μισθού, πλέον κατ’ αποκοπήν συμφωνημένης αμοιβής για οκτάωρη εργασία τους κατά τα Σάββατα και τις αργίες. Ότι, παρότι ο μισθός τους είχε συνομολογηθεί κατά μήνα και οι ανωτέρω ναυτολογήσεις τους διήρκησαν χρονικό διάστημα μικρότερο του μηνός,  δεν τους καταβάλλονταν πλήρεις οι μηνιαίες  αποδοχές τους για όλο το χρονικό διάστημα απασχόλησής τους, κατά τα ειδικότερα για έκαστο των εναγόντων στην αγωγή, όπως ορίζεται στη διάταξη του άρθρου 60 του ΚΙΝΔ, ει μη μόνον οι αποδοχές, που αναλογούσαν στις ημέρες και χρονικές περιόδους της πραγματικής απασχόλησής τους κάθε μήνα, ούτε συνυπολογίζονταν αυτές στο σύνολό τους για τον προσδιορισμό και την καταβολή της αναλογίας του επιδόματος Χριστουγέννων του έτους 2019, το οποίο δικαιούνται και επιπλέον του επιδόματος Χριστουγέννων του έτους 2020 όσον αφορά στον τέταρτο εξ αυτών. Επιπλέον, οι τέταρτος και πέμπτη εξ αυτών ισχυρίσθηκαν ότι εργάσθηκαν πέραν του νομίμου ωραρίου και δη επί δέκα ώρες ο τέταρτος εξ αυτών κατά το χρονικό διάστημα από 18.3.2019 έως 3.4.2019 και επί δώδεκα ώρες η πέμπτη εξ αυτών κατά το χρονικό διάστημα από 4.7.2019 έως 20.7.2019, χωρίς να λάβουν την αμοιβή τους για την εργασία τους αυτή. Με βάση τα περιστατικά αυτά, ζητούσαν οι ενάγοντες να υποχρεωθεί η εναγομένη να τους καταβάλει (α) στον πρώτο εξ αυτών  το συνολικό ποσό των 28.690,25€ και δη (i) το ποσό των 25.424,15€ ως υπόλοιπο τακτικών αποδοχών για την εργασία του καθόλο το χρονικό διάστημα από 3.6.2019 έως 29.8.2019 και επιπλέον, ενόψει του ότι η τελευταία ναυτολόγησή του στο ανωτέρω πλοίο έλαβε χώρα την 29.8.2019 και διήρκησε μόνον μία ημέρα, τις τακτικές αποδοχές είκοσι εννέα επιπλέον ημερών έως της συμπληρώσεως ενός μηνός από την εν λόγω τελευταία ναυτολόγησή του, αφού αφαίρεσε το ποσό των ευρώ 1.399,98 που έλαβε για την εν λόγω αιτία και (ii) το ποσό των ευρώ 3.266,10 ως υπόλοιπο αναλογίας Δώρου εορτών Χριστουγέννων 2019, υπολογιζομένου επί του χρονικού διαστήματος από 3.6.2019 έως 27.9.2019, αφού αφαίρεσε το ποσό των ευρώ 182,27 που έλαβε για την εν λόγω αιτία, (β) στον δεύτερο εξ αυτών το συνολικό ποσό των 21.028,14€ και δη (i) το ποσό των 18.639,62€ ως υπόλοιπο συμφωνημένων τακτικών αποδοχών για την εργασία του καθόλο το χρονικό διάστημα από 3.6.2019 έως 12.9.2019 και επιπλέον, ενόψει του ότι η τελευταία ναυτολόγησή του στο ανωτέρω πλοίο έλαβε χώρα την 12.9.2019 και διήρκησε μόνον μία ημέρα, τις τακτικές αποδοχές είκοσι εννέα επιπλέον ημερών έως της συμπληρώσεως ενός μηνός από την εν λόγω τελευταία ναυτολόγησή του, αφού αφήρεσε το ποσό των ευρώ 404,00 που έλαβε για την εν λόγω αιτία και (ii) το ποσό των ευρώ 2.388,52 ως υπόλοιπο αναλογίας Δώρου εορτών Χριστουγέννων 2019, υπολογιζομένου επί του χρονικού διαστήματος από 3.6.2019 έως 11.10.2019, αφού αφαίρεσε το ποσό των ευρώ 52,61 που έλαβε για την εν λόγω αιτία (γ) στον τρίτο εξ αυτών το συνολικό ποσό των 3.981,17€ και δη (i) το ποσό των 3.521,60€ ως υπόλοιπο συμφωνημένων τακτικών αποδοχών για την εργασία του καθόλο το χρονικό διάστημα από 4.7.2019 έως 8.7.2019 και επιπλέον, ενόψει του ότι η ναυτολόγησή του στο ανωτέρω πλοίο έλαβε χώρα την 4.7.2019 και διήρκησε μόνον δύο ημέρες, τις τακτικές αποδοχές είκοσι οκτώ επιπλέον ημερών έως της συμπληρώσεως ενός μηνός από την εν λόγω ναυτολόγησή του και (ii) το ποσό των ευρώ 459,57 ως αναλογία Δώρου εορτών Χριστουγέννων 2019, υπολογιζομένου επί του χρονικού διαστήματος από 4.7.2019 έως 5.8.2019, (δ) στον τέταρτο εξ αυτών, το συνολικό ποσό των 10.931,33€ και δη (i) το ποσό των 2.766,53€ ως υπόλοιπο συμφωνημένων τακτικών αποδοχών για την εργασία του καθόλο το χρονικό διάστημα από 18.3.2019 έως 3.4.2019 διάστημα κατά το οποίο απασχολήθηκε στο ανωτέρω πλοίο με την ειδικότητα του Υπάρχου, αφού αφήρεσε το ποσό των ευρώ 1.870,82 που έλαβε για την εν λόγω αιτία και επιπλέον, ενόψει του ότι η ναυτολόγησή του στο ανωτέρω πλοίο με την ανωτέρω ειδικότητα έλαβε χώρα την 18.3.2019 και διήρκησε μόνον δέκα επτά ημέρες, τις τακτικές αποδοχές δέκα τριών επιπλέον ημερών έως της συμπληρώσεως ενός μηνός από την εν λόγω ναυτολόγησή του και το ποσό των 6.413,06€ ως υπόλοιπο συμφωνημένων τακτικών αποδοχών για την εργασία του καθόλο το χρονικό διάστημα από 24.6.2020 έως 5.8.2019 διάστημα κατά το οποίο απασχολήθηκε στο ανωτέρω πλοίο με την ειδικότητα του Υποπλοιάρχου (έως 1.7.2020) και ακολούθως έως της αποναυτολογήσεώς του με την ειδικότητα του Πλοιάρχου, αφού αφαίρεσε το ποσό των ευρώ 2.665,02 που έλαβε για την εν λόγω αιτία (ii) το ποσό των ευρώ 432,70 ως υπόλοιπο αναλογίας Δώρου εορτών Χριστουγέννων 2019, υπολογιζομένου επί του χρονικού διαστήματος από 18.3.2019 έως 16.4.2019, αφού αφαίρεσε το ποσό των ευρώ 432,70 που έλαβε για την εν λόγω αιτία και το ποσό των ευρώ 839,92 ως υπόλοιπο αναλογίας Δώρου Χριστουγέννων 2020 αφού αφαίρεσε το ποσό των ευρώ 334,98 που έλαβε για την εν λόγω αιτία και (iii) το ποσό των ευρώ 479,12 ως αμοιβή του για την υπερωριακή του απασχόληση και (ε) στην πέμπτη εξ αυτών,  το συνολικό ποσό των 2.496,51€ και δη (i) το ποσό των 1.584,14€ ως υπόλοιπο συμφωνημένων τακτικών αποδοχών για την εργασία της καθόλο το χρονικό διάστημα από 4.7.2019 έως 20.7.2019 και επιπλέον, ενόψει του ότι η ναυτολόγησή της στο ανωτέρω πλοίο με την ανωτέρω ειδικότητα έλαβε χώρα την 4.7.2019 και διήρκησε μόνον δέκα επτά ημέρες, τις τακτικές αποδοχές δέκα τριών επιπλέον ημερών έως της συμπληρώσεως ενός μηνός από την εν λόγω ναυτολόγησή της, αφού αφαίρεσε το ποσό των ευρώ 1.544,85 που έλαβε για την εν λόγω αιτία (ii) το ποσό των ευρώ 299,89 ως υπόλοιπο αναλογίας Δώρου εορτών Χριστουγέννων 2019, υπολογιζομένου επί του χρονικού διαστήματος από 4.7.2019 έως 20.7.2019 και (iii) το ποσό των ευρώ 612,48 ως αμοιβή της για την υπερωριακή της απασχόληση, τα ανωτέρω δε ποσά με το νόμιμο τόκο από την οριστική (τελευταία) απόλυση εκάστου, άλλως από την επίδοση της κρινομένης αγωγής μέχρι την πλήρη εξόφληση και να καταδικασθούν στη δικαστική τους δαπάνη. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών – εργατικών διαφορών (άρθρα 614 αριθμ.3 και 621 του ΚΠολΔ και 82 του ΚΙΝΔ), η εκκαλουμένη υπ’ αριθμ. 2508/2022 οριστική απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου, με την οποία η αγωγή αφού κρίθηκε νόμιμη, στηριζόμενη στις ειδικότερα αναφερόμενες σ’ αυτήν (εκκαλουμένη απόφαση) διατάξεις του ΑΚ, του τότε ισχύσαντος Κ.Ι.Ν.Δ. και του ΚΠολΔ, καθώς και σε αυτές της από 24.7.2019 Συλλογικής Σύμβασης Ναυτικής Εργασίας για τα πληρώματα των Επιβατηγών Ακτοπλοϊκών Πλοίων του έτους 2019, η οποία κυρώθηκε με την υπ’αριθμ. 2242.5-1.5/56040/2019 Απόφαση του Υπουργού Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής που δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως στις 12.08.2019 (Φ.Ε.Κ. Β΄3170/12.8.2019), διερευνήθηκε περαιτέρω από πλευράς ουσιαστικής βασιμότητας. Συγκεκριμένα, έγινε δεκτό ότι οι ενάγοντες προσλήφθηκαν στο συγκεκριμένο πλοίο, πλοιοκτησίας της εναγομένης, κατά τις ειδικότερα αναφερόμενες σ’ αυτήν ημερομηνίες με την αναφερόμενη σε αυτήν ειδικότητα και απολύθηκαν κατά τις επίσης διαλαμβανόμενες ημερομηνίες, λόγω μετάθεσής τους σε άλλο ταχύπλοο πλοίο του ιδίου ομίλου εταιρειών, σε εκτέλεση σχετικού όρου των συμβάσεων εργασίας τους, ότι απασχολήθηκαν στο πλοίο αυτό της εναγομένης συνολικά, είκοσι έξι ημέρες ο πρώτος εξ αυτών, είκοσι δύο ημέρες ο δεύτερος εξ αυτών και τέσσερις ημέρες ο τρίτος εξ αυτών, εντός του έτους 2019, ως “δεύτερο” πλήρωμα, σε τμήματα του εκάστοτε τακτικού δρομολογίου του, προκειμένου ο χρόνος της ημερήσιας εργασίας των μελών του βασικού (πρώτου) πληρώματός αυτού (ανωτέρω πλοίου) να μην υπερβαίνει τις προβλεπόμενες στο νόμο ώρες, όπως και στα άλλα πλοία, στα οποία ναυτολογήθηκαν και παρείχαν τις υπηρεσίες τους στο μεσοδιάστημα μεταξύ των απολύσεων και των επαναπροσλήψεών τους στο εν λόγω πλοίο και επί εξήντα ημέρες ο τέταρτος εξ αυτών, εντός των ετών 2019 και 2020 και επί δέκα επτά ημέρες εντός του έτους 2019 η πέμπτη εξ αυτών, εντός του έτους 2019, ως “πρώτο” πλήρωμα στο ίδιο πλοίο, καθώς και ότι, πέραν των μηνιαίων αποδοχών τους, που αναλογούν στις ημέρες πραγματικής απασχόλησής τους, οι τέσσερις πρώτοι εξ αυτών δεν δικαιούνται τις αιτούμενες με την αγωγή αποδοχές για τις ημέρες, εντός του χρονικού διαστήματος απασχόλησης εκάστου, που δεν παρείχαν τις υπηρεσίες τους στο ανωτέρω πλοίο της εναγομένης αλλά σε έτερα πλοία του Ομίλου, ούτε επιπλέον έναν πλήρη μηνιαίο μισθό, με βάση τη διάταξη του άρθρου 60 του Κ.Ι.Ν.Δ., όπως ζήτησαν με την αγωγή τους, επικαλούμενοι ότι οι ναυτολογήσεις τους στο πλοίο διήρκησαν χρονικό διάστημα μικρότερο του μηνός, διότι κατά το αποδεικτικό της πόρισμα μεταξύ των διαδίκων είχε ρητώς συμφωνηθεί ότι η εναγόμενη είχε το δικαίωμα να τους μεταθέτει σε άλλα πλοία, ιδίων συμφερόντων, όπως καιπράγματι έπραξε, ώστε στην προκειμένη περίπτωση δεν δύναται να θεωρηθεί ότι η ναυτολόγησή αυτών (πρώτου έως και τετάρτου των εναγομένων) διαρκούσε έλασσον του μηνός, υπό την έννοια της διάταξης του άρθρου 60 του ΚΙΝΔ, αφού η ναυτολόγηση εκάστου εξ αυτών, κατόπιν της σχετικής  δήλωσης της εναγομένης περί της μετάθεσής τους, τυπικά μόνο λυόταν, καθόσον συνέχιζαν να απασχολούνται σε πλοία, εκμετάλλευσης του ομίλου αυτής, με την αυτή ειδικότητα και τους αυτούς εργασιακούς όρους, λαμβάνοντας για την εργασία τους στα πλοία αυτά τις αναλογούσες στο διάστημα της εργασίας τους νόμιμες αποδοχές τους, καθώς επίσης ότι δε συντρέχει ούτε ο δικαιολογητικός λόγος θέσπισης της συγκεκριμένης διάταξης του άρθρου 60 του ΚΙΝΔ, διότι οι εν λόγω (πρώτος έως και τέταρτος) ενάγοντες ναυτολογούνταν ανελλιπώς σε άλλα πλοία του ιδίου ομίλου και δεν αναζητούσαν εκ νέου εργασία σε άλλον εργοδότη. Εκ του λόγου δε τούτου, έκρινε ότι παρέλκει η εξέταση της βασιμότητας της ένστασης της εναγομένης περί καταχρηστικής άσκησης των αγωγικών αυτών αξιώσεων. Κατόπιν των ανωτέρω παραδοχών, κρίθηκε ότι, οι τέσσερις πρώτοι ενάγοντες δικαιούνται ως διαφορές αποδοχών τους, ο μεν πρώτος για τις είκοσι έξι [26] ημέρες εργασίας του στο πλοίο αυτό κατά το έτος 2019 το συνολικό ποσό των 4.521,83 ευρώ, ο δεύτερος για τις είκοσι δύο [22] ημέρες εργασίας του στο πλοίο αυτό κατά το έτος 2019 το συνολικό ποσό των 2.163,66 ευρώ, ο τρίτος για τέσσερις [4] ημέρες εργασίας του στο πλοίο αυτό κατά το έτος 2019 το συνολικό ποσό των 197,32 ευρώ και ο τέταρτος για είκοσι πέντε [25] συνολικά ημέρες εργασίας του στο πλοίο αυτό κατά το έτος 2019 και για τριάντα πέντε [35] ημέρες εργασίας του στο ίδιο πλοίο κατά το έτος 2020, το συνολικό ποσό των 6.413,06 ευρώ, συνυπολογιζομένων στις τακτικές μηνιαίες αποδοχές του δευτέρου, τρίτου και τετάρτου των εναγόντων στα πλαίσια της δεύτερης των ενδίκων ναυτολογήσεων συνομολογηθείσα, κατά το αποδεικτικό της πόρισμα και τους αγωγικούς ισχυρισμούς, αμοιβή οκτώ ωρών απασχόλησης κατά τις ημέρες Σαββάτου και αργιών, με εξαίρεση την περίοδο απασχόλησης από 18.3.2019 έως 3.4.2019 του τετάρτου ενάγοντος και του επιδόματος μη χορηγηθέντος ιματισμού όσον αφορά ειδικώς στον τρίτο ενάγοντα, κατόπιν αφαίρεσης των ποσών, που έγινε δεκτό ότι οι ανωτέρω ενάγοντες έχουν ήδη εισπράξει για την αιτία αυτή, κατά παραδοχή ως εν μέρει βάσιμης κατ’ ουσίαν της προβληθείσης ένστασης εξόφλησης της εναγομένης, Ειδικώς όσον αφορά στην πέμπτη των εναγόντων, κρίθηκε ότι δικαιούται το ποσό των ευρώ 1.452,05 ως διαφορές αποδοχών, καθώς, πέραν των μηνιαίων αποδοχών της, που αναλογούν στις δέκα επτά ημέρες πραγματικής απασχόλησής της στο ανωτέρω πλοίο, δικαιούται τις αποδοχές ενός πλήρους μηνιαίος μισθού, με βάση τη διάταξη του άρθρου 60 του Κ.Ι.Ν.Δ., αφού κατά το αποδεικτικό της πόρισμα η εν λόγω ενάγουσα δεν απολύθηκε τυπικά, αφού δεν συνέχισε μετά την 20.7.2019 να απασχολείται σε έτερο πλοίο, εκμετάλλευσης του ομίλου της εναγομένης, συνυπολογιζομένων στις μηνιαίες αποδοχές συνομολογηθείσα αμοιβή της για απασχόλησή της διάρκειας  οκτώ ωρών κατά τις ημέρες Σαββάτου και αργιών και του επιδόματος ιματισμού, κατόπιν αφαίρεσης του ποσού των ευρώ 1.676,94, που έγινε δεκτό ότι έχει ήδη εισπράξει για την αιτία αυτή, κατά παραδοχή ως εν μέρει βάσιμης κατ’ ουσίαν της προβληθείσης ένστασης εξόφλησης της εναγομένης. Περαιτέρω, κρίθηκε ότι οι ενάγοντες δικαιούνται ως διαφορές αναλογίας δώρου Χριστουγέννων του έτους 2019, ο πρώτος το ποσό των 566,06 ευρώ, ο δεύτερος το ποσό των 358,37 ευρώ, ο τρίτος το ποσό των 27,40 ευρώ και η πέμπτη εναγομένη, για διάστημα εργασίας τριάντα ημερών απασχόλησης, ως δέχθηκε, το ποσό των ευρώ 235,14, ο τέταρτος δε των εναγόντων δικαιούται ως διαφορά αναλογίας δώρου εορτών Χριστουγέννων 2020 το ποσό των ευρώ 839,92, απορρίπτοντας ως αβάσιμο στην ουσία του το αίτημα αυτού περί επιδίκασης αναλογίας δώρου Χριστουγέννων 2019 ως εκ των χρονικών διαστημάτων που αποδείχθηκε ότι εργάσθηκε στο ανωτέρω πλοίο, μη συνυπολογιζομένου για τον προσδιορισμό των συνολικών τακτικών μηνιαίων αποδοχών τους, με σκοπό τον καθορισμό των οφειλομένων σ’ αυτούς  ποσών, του επιδόματος ιματισμού, αφαιρεθέντων των ποσών, που έγινε δεκτό ότι τους έχουν καταβληθεί για την αιτία αυτή, κατά παραδοχήν ως εν μέρει βάσιμης κατ’ ουσίαν της σχετικής ένστασης εξόφλησης της εναγομένης. Επιπλέον, κατά το αποδεικτικό της πόρισμα, η πέμπτη των εναγόντων, κατά την περίοδο 4.7.2019 έως 20.7.2019, απασχολείτο καθημερινά επί δέκα ώρες ημερησίως και εκ του λόγου τούτου εδικαιούτο συνολικά για την υπερωριακή της απασχόληση κατά τις καθημερινές ημέρες και τις ημέρες Σαββάτου, Κυριακής και αργιών το ποσό των ευρώ 306,24. Κατόπιν τούτων, έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή ως κατ’ ουσίαν βάσιμη και υποχρεώθηκε η εναγομένη να καταβάλει στον πρώτο των εναγόντων το συνολικό ποσό των 5.087,89 και δη ευρώ 4.521,83 για υπόλοιπο τακτικών αποδοχών και ευρώ 566,06 για υπόλοιπο αναλογίας Δώρου Χριστουγέννων 2019, με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από την επομένη της τελευταίας αποναυτολόγησής του από το ανωτέρω πλοίο, κηρύσσοντας προσωρινά εκτελεστή την απόφασή του ως προς τον εν λόγω (πρώτο) ενάγοντα για το ποσό των ευρώ 2.500, στον δεύτερο των εναγόντων το συνολικό ποσό των 2.522,03 ευρώ και δη ευρώ 2.163,66 για υπόλοιπο τακτικών αποδοχών και ευρώ 358,37 για υπόλοιπο αναλογίας Δώρου Χριστουγέννων 2019, με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από την επομένη της τελευταίας αποναυτολόγησής του από το ανωτέρω πλοίο, κηρύσσοντας προσωρινά εκτελεστή την απόφασή του για το ποσό των ευρώ 1.200, στον τρίτο των εναγόντων το συνολικό ποσό των ευρώ 224,72 και δη ευρώ 197,32 για υπόλοιπο τακτικών αποδοχών και ευρώ 27,40 για υπόλοιπο αναλογίας Δώρου Χριστουγέννων 2019, με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από την επομένη της τελευταίας αποναυτολόγησής του από το ανωτέρω πλοίο, κηρύσσοντας προσωρινά εκτελεστή την απόφασή του για το ποσό των ευρώ 110,00, στον τέταρτο των εναγόντων το συνολικό ποσό των ευρώ 4.018,47 και δη ευρώ 3.178,55 για υπόλοιπο τακτικών αποδοχών και ευρώ 839,92 για υπόλοιπο αναλογίας Δώρου Χριστουγέννων 2020, με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από την επομένη της τελευταίας αποναυτολόγησής του από το ανωτέρω πλοίο, κηρύσσοντας προσωρινά εκτελεστή την απόφασή του για το ποσό των ευρώ 2.000,00, στην πέμπτη των εναγόντων το συνολικό ποσό των ευρώ 1.993,43 και δη ευρώ 1.452,05 για υπόλοιπο τακτικών αποδοχών, το ποσό των ευρώ 306,24 ως αμοιβή της για την υπερωριακή της απασχόληση και το ποσό των ευρώ 235,14 για υπόλοιπο αναλογίας Δώρου Χριστουγέννων 2019, με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από την επομένη της τελευταίας αποναυτολόγησής της από το ανωτέρω πλοίο, κηρύσσοντας προσωρινά εκτελεστή την απόφασή του για το ποσό των ευρώ 1.000 και συνολικά το ποσό των 200 ευρώ ως μέρος της δικαστικής τους δαπάνης. Κατά της απόφασης αυτής, παραπονούνται τόσο οι τέσσερις πρώτοι ενάγοντες όσο και η εναγομένη, ως εν μέρει ηττηθέντες στον πρώτο βαθμό, έχοντες έννομο συμφέρον, που απορρέει από τη βλάβη τους, η οποία προκύπτει αμέσως από το διατακτικό της ως άνω αποφάσεως, με τις συνεκδικαζόμενες με την παρούσα απόφαση εφέσεις τους. Ειδικότερα: (1) Οι τέσσερις πρώτοι ενάγοντες άσκησαν την υπό στοιχείο Α έφεσή τους, με την οποία πλήττουν την εκκαλουμένη απόφαση, για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 53, 54 και 60 του Ν. 3816/1958 (ΚΙΝΔ) [πρώτος και δεύτερος λόγος έφεσης], καθό μέρος δέχθηκε ότι οι ενάγοντες συνέχιζαν να ναυτολογούνται ανελλιπώς στα πλοία ετέρων εταιρειών του Ομίλου και δεν αναζητούσαν εκ νέου εργασία σε άλλον εργοδότη με αποτέλεσμα να μη συντρέχει εν προκειμένω ο δικαιολογητικός λόγος θέσπισης της διάταξης του άρθρου 60 του ΚΙΝΔ [πρώτος λόγος έφεσης] και περαιτέρω ότι η εκάστοτε «λόγω μεταθέσεώς» απόλυσή τους επέφερε μόνον τυπικά τη λύση των συμβάσεων ναυτολόγησής τους σε αυτό και απέρριψε το αίτημα αυτών όπως, κατ’ εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 60 του ΚΙΝΔ, λάβουν πλήρεις τις αποδοχές τους για τα επίδικα χρονικά διαστήματα και όχι μόνον την αμοιβή τους που αναλογεί στις ημέρες πραγματικής απασχόλησής τους, εντός των αναφερομένων στην αγωγή χρονικών διαστημάτων στο ανωτέρω πλοίο και επιπλέον, απέρριψε το αίτημά τους όπως τους επιδικασθεί  το υπόλοιπο των τακτικών αποδοχών τους έως της συμπληρώσεως αποδοχών ενός μηνός κατά την τελευταία ναυτολόγησή τους οι τρεις πρώτοι και την πρώτη ναυτολόγηση ο τέταρτος εξ αυτών [δεύτερος λόγος έφεσης], ενώ έπρεπε να δεχθεί ότι εκάστη ναυτολόγηση ήταν ανεξάρτητη και αυτοτελής και για εκάστη αποναυτολόγηση αυτοί (τέσσερις πρώτοι ενάγοντες) εδικαιούντο τις πλήρεις αποδοχές τους για το χρονικό διάστημα απασχόλησής τους ανεξάρτητα των πραγματικών ημερών εργασίας τους, περιλαμβανομένης και της αναλογίας Δώρου Χριστουγέννων 2019, ότι περαιτέρω, κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία και «εφαρμογή» του περί μεταθέσεως όρου που περιείχετο στις συμβάσεις εργασίας τους, δέχθηκε ότι είχε συνομολογηθεί ρήτρα μετάθεσης αυτών από το πλοίο της εναγομένης και περαιτέρω ότι αυτή ήταν έγκυρη, κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 174 και 180 ΑΚ, αφού αυτή ήταν άκυρη, διότι η διατύπωση της συμφωνίας ότι η εναγομένη είχε δικαίωμα να μεταθέτει τους ενάγοντες σε έτερα πλοία των ιδίων συμφερόντων είχε «γενικόλογη» διατύπωση και είχε τεθεί υπό της εναγομένης σε προδιατυπωμένο έντυπο, με σκοπό να της επιτρέπει να ασκεί το παρεχόμενο σε αυτή δικαίωμα μετάθεσης, κατά τρόπο καταχρηστικό και δη κατά παράβαση των διατάξεων του ΠΔ 381/2001 αναφορικά με την τήρηση των χρονικών ορίων απασχόλησης του πληρώματος του πλοίου, των περί υπερωριακής απασχόλησης και αμοιβής διατάξεων των άρθρων 11 και 13 της εφαρμοζόμενης εν προκειμένω ΣΣΝΕ, καθώς και του άρθρου 60 του ΚΙΝΔ που καθιερώνει το δικαίωμα των ναυτικών να εργάζονται και να αμείβονται σε μηνιαία βάση, ήτοι διατάξεων αναγκαστικού δικαίου, επικουρικά δε ακόμη κι αν ήθελε κριθεί έγκυρη μια τέτοια συμφωνία, εσφαλμένως έγινε δεκτό ότι η συμφωνία αυτή απαλλάσσει την εναγομένη από την υποχρέωσή της προς καταβολή των αποδοχών τους που καθορίζονται με τις διατάξεις του άρθρου 60 του ΚΙΝΔ και της εφαρμοζόμενης εν προκειμένω ΣΣΝΕ, και δεν μπορεί να ερμηνευθεί ως παραίτηση αυτών (τεσσάρων πρώτων εναγόντων) από τις απαιτήσεις τους [τρίτος λόγος έφεσης], ότι αναφορικά ειδικώς με τον τέταρτο ενάγοντα, κατ’ εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, έγινε δεκτή η περί καταβολής ένσταση της εναγομένης για το ποσό των ευρώ 6.210,73 όσον αφορά στις απαιτήσεις του για υπόλοιπο τακτικών αποδοχών από την απασχόληση αυτού στο ανωτέρω πλοίο κατά το έτος 2020, ενώ εάν εκτιμούσε ορθά τις αποδείξεις έπρεπε να δεχθεί ότι αυτός έλαβε για την εν λόγω αιτία μεικτές αποδοχές μόνον το ποσό των ευρώ 3.855,09 [τέταρτος λόγος έφεσης]. Τέλος, με τον πέμπτο λόγο έφεσης, προσέβαλαν την εκκαλουμένη απόφαση διότι κατά παράβαση των διατάξεων του άρθρου 346 ΑΚ, χωρίς ειδική αιτιολογία και χωρίς να υποβληθεί σχετικό αίτημα υπό της εναγομένης, επεδίκασε τα ανωτέρω ποσά στους εκκαλούντες – τέσσερις πρώτους ενάγοντες με το νόμιμο τόκο υπερημερίας, ενώ έπρεπε να επιδικάσει αυτά με το νόμιμο τόκο επιδικίας. Εζήτησαν δε, με την ένδικη έφεσή τους, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση, να γίνει δεκτή η αγωγή τους και να καταδικασθεί η εναγομένη στην καταβολή της δικαστικής δαπάνης τους, αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας. (2) Η εναγομένη με την ανωτέρω υπό στοιχεία Β έφεσή της έπληξε την εκκαλουμένη απόφαση για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων όσον αφορά στις παραδοχές αυτής που αφορούν [i] το ύψος των μηνιαίων τακτικών αποδοχών του δευτέρου, τρίτου, τετάρτου στα πλαίσια της δεύτερης των ενδίκων ναυτολογήσεών του και της πέμπτης αυτών, κατά το αποδεικτικό της πόρισμα ότι στις συμφωνημένες αποδοχές τους περιλαμβάνεται και κατ’ αποκοπή αμοιβή οκτώ ωρών εργασίας κατά τις ημέρες Σαββάτου και Κυριακής, εκ ποσού ευρώ 739,87 όσον αφορά στον δεύτερο ενάγοντα [τρίτος λόγος έφεσης] και επιπλέον γι’ αυτόν και το προβλεπόμενο από την οικεία ΣΣΝΕ επίδομα Ηλεκτρολόγου, εκ ποσού ευρώ 515,75 όσον αφορά στον τρίτο ενάγοντα [πέμπτος λόγος έφεσης], εκ ποσού ευρώ 690,07 όσον αφορά στον τέταρτο ενάγοντα [έβδομος λόγος έφεσης] και εκ ποσού ευρώ 472,72 όσον αφορά στην πέμπτη ενάγουσα [ένατος λόγος έφεσης κατά το πρώτο σκέλος του], αποδοχές τις οποίες εσφαλμένως συνυπολόγισε και για τον προσδιορισμό του επιδόματος εορτών αυτών [τέταρτος, έκτος, όγδοος και ενδέκατος λόγοι έφεσης, αντίστοιχα], [ii] δέχθηκε μερικώς την περί καταβολής και μέσω τρίτων ένστασή της και δη όσον αφορά στις οφειλόμενες τακτικές αποδοχές του πρώτου ενάγοντος, για το ποσό των ευρώ 1.542,75, ενώ αυτή κατέβαλε ευρώ 5.186,68 [πρώτος λόγος έφεσης] και του δευτέρου ενάγοντος, για το ποσό των ευρώ 1.084,09, ενώ αυτή κατέβαλε ευρώ 3.087,43 [τρίτος λόγος έφεσης], όσον αφορά στα υπόλοιπα αναλογίας Δώρα εορτών του πρώτου ενάγοντος για το ποσό των ευρώ 200,87, ενώ αυτή κατέβαλε ευρώ 639,12 [δεύτερος λόγος έφεσης], του δευτέρου ενάγοντος για το ποσό των ευρώ 52,61, ενώ αυτή κατέβαλε ευρώ 336,94 [τέταρτος λόγος έφεσης] και του τετάρτου ενάγοντος για το ποσό των ευρώ 334,98, ενώ αυτή κατέβαλε ευρώ 776,34 [όγδοος λόγος έφεσης], [iii] ότι λύθηκε πρόωρα η πρώτη των ενδίκων ναυτολογήσεων της πέμπτης ενάγουσας και ως εκ τούτου δικαιούται τις υπόλοιπες, έως της συμπληρώσεως ενός μηνός, αποδοχές, ενώ η σύμβαση αυτής ελύθη μόνον τυπικά και συνεχίσθηκε δια της μεταθέσεώς της σε έτερο πλοίο με έγκυρη ρήτρα μεταθέσεως, απαίτηση την οποία θα έπρεπε να απορρίψει σε κάθε περίπτωση κατ’ αποδοχή της περί καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος ένστασής της [ένατος λόγος έφεσης], [iv] ότι η ίδια ενάγουσα εργάσθηκε υπερωριακά και επιπλέον απέρριψε την περί καταβολής ποσού ευρώ 201,19 ένσταση αυτής [δέκατος λόγος έφεσης] και [v] ότι η ίδια ενάγουσα, δικαιούται αναλογίας επιδόματος εορτών Χριστουγέννων 2019 υπολογιζομένη επί τριάντα ημέρες το ποσό των ευρώ 453,48 έναντι του οποίου έλαβε 218,34, αφού υπελόγισε το εν λόγω δώρο εορτών επί τη βάσει τριάντα ημερών και όχι δέκα επτά που απασχολήθηκε και περαιτέρω επί τη βάσει εσφαλμένων νομίμων μηνιαίων τακτικών αποδοχών  συμπεριλαμβάνοντας κατ’ αποκοπή αμοιβή της για εργασίας της κατά τις ημέρες Σαββάτου και αργίας καθώς και αμοιβή για υπερωριακή απασχόληση, ενώ αυτή εδικαιούτο αναλογίας του εν λόγω δώρου το ποσό των ευρώ 326,24, έναντι του οποίου έλαβε το ποσό των ευρώ 218,34 και ως εκ τούτου για την εν λόγω αιτία της οφείλεται το ποσό των ευρώ 107,90 [ενδέκατος λόγος έφεσης]. Εζήτησε δε, γενομένης δεκτής της ένδικης έφεσής της να απορριφθεί η ανωτέρω αγωγή και να καταδικασθούν οι εφεσίβλητοι στη δικαστική της δαπάνη αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας. Επιπλέον, η εκκαλούσα της Β έφεσης, υποβάλλει αίτημα επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη της εκτέλεσης κατάσταση, κατ’ άρθρο 914 Κ.Πολ.Δ, επειδή κατέβαλε στον πρώτο ενάγοντα επιπλέον των υπ’ αυτού δικαιουμένων το ποσό των ευρώ 1.494,29, στον δεύτερο ενάγοντα, ο οποίος ουδέν ποσό εδικαιούτο του κατέβαλε το ποσό των 1.200 και στην πέμπτη ενάγουσα επιπλέον των υπ΄ αυτής δικαιουμένων το ποσό των 892,20 ευρώ, που η εκκαλουμένη απόφαση τους επιδίκασε προσωρινά, τα οποία ζητά νομιμοτόκως από της εκδόσεως αποφάσεως επί της ένδικης εφέσεώς της. Το τελευταίο αυτό αίτημα, ήτοι το αίτημα επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση, είναι νόμιμο (άρθρο 914 ΚΠολΔ), πλην του παρεπομένου αιτήματος επιδίκασης τόκων από την εκδόσεως αποφάσεως επί της ένδικης εφέσεως, το οποίο είναι νόμιμο από την επίδοση της προκειμένης απόφασης, εφόσον στο μείζον αίτημα περιλαμβάνεται και το έλασσον, καθόσον πριν από την έκδοση της, περί επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη της εκτέλεσης κατάσταση, απόφασης δεν υπάρχει απαίτηση για επιστροφή των καταβληθέντων, δυνάμει προσωρινώς εκτελεστής απόφασης και, κατά τα άρθρα 340, 345 και 346 ΑΚ, απαιτείται επίδοση της απόφασης, για να επέλθει όχληση (Εφ.Πειρ. 31/2022, Εφ.Πειρ. 593/2021, www.efeteio-peir.gr, Εφ.Αθ. 490/2010, Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ).

ΙΙΙ. Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 53 του Ν. 3816/1958 [ΚΙΝΔ] «Η σύμβασις ναυτολογήσεως συνομολογείται μετά του πλοιάρχου, συντελείται  δε  δια  της εγγραφής αυτής εις το ναυτολόγιον. Η εγγραφή ενεργείται υπό του λιμενάρχου ή του προξένου.». Εξάλλου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 54 του ιδίου Κώδικα «Η σύμβασις ναυτολογήσεως περιέχει: α) …. β) το όνομα του πλοίου, την χωρητικότητα και το διεθνές αυτού σήμα.». Από τον συνδυασμό των αμέσως ανωτέρω διατάξεων του προϊσχύσαντος ΚΙΝΔ, που εφαρμόζεται στην κρινόμενη περίπτωση, προκύπτει ότι, η σύμβαση ναυτολόγησης, που συνομολογείται μεταξύ του πλοιάρχου και του ναυτολογουμένου και συντελείται με την εγγραφή της στο ναυτολόγιο του πλοίου, καταρτίζεται για την ανάληψη υπηρεσιών σε ορισμένο πλοίο. Ο πλοίαρχος ή ο πλοιοκτήτης ή εφοπλιστής, κατά τη διάρκεια της σύμβασης ναυτολόγησης, δεν έχουν το δικαίωμα να μεταθέσουν τον ναυτικό σε άλλο πλοίο έστω και του ίδιου πλοιοκτήτη. Όμως, ενόψει του ότι με οι προβλέψεις της περίπτωσης β του ανωτέρω άρθρου 54 του ΚΙΝΔ εισάγει διάταξη ενδοτικού δικαίου, κατ’ εφαρμογήν της από το άρθρο 361 του ΑΚ αναγνωριζόμενης αυτονομίας της ιδιωτικής βούλησης, μπορεί να περιληφθεί έγκυρα στη συναπτόμενη μεταξύ του πλοιοκτήτη ή εφοπλιστή και του ναυτικού προκαταρκτική σύμβαση ναυτικής εργασίας, η οποία περιέχει τους όρους της ναυτολόγησης, που επακολουθεί, ή και στην ίδια τη σύμβαση ναυτολόγησης σε ορισμένο πλοίο, πρόσθετη συμφωνία, με την οποία παρέχεται στον πλοιοκτήτη ή εφοπλιστή ή και στον πλοίαρχο το δικαίωμα να μεταθέτει το ναυτικό, κατά τη διάρκεια της σύμβασης ναυτολόγησης, σε άλλο, κατονομαζόμενο ή μη, πλοίο του ίδιου πλοιοκτήτη ή εφοπλιστή. Η τυχόν επακολουθούσα δήλωση του πλοιοκτήτη ή εφοπλιστή ή του πλοιάρχου για τη μετάθεση του ναυτικού στο άλλο πλοίο, πρέπει να είναι ορισμένη, να αφορά δηλαδή συγκεκριμένο πλοίο, να μνημονεύει τον τόπο και το χρόνο της νέας ναυτολόγησης και να γίνεται όπως απαιτεί η καλή πίστη, ενώ δεν είναι νόμιμη αν επιφέρει ουσιώδη μεταβολή των όρων της αρχικής ναυτεργασιακής σχέσης. Με την περιέλευση στο ναυτικό της περί μετάθεσής του ορισμένης και έγκυρης δήλωσης, με την οποία ενασκείται το ως άνω διαπλαστικό δικαίωμα του πλοιοκτήτη ή εφοπλιστή ή του πλοιάρχου, επέρχεται λύση της αρχικής σύμβασης ναυτολόγησης με αμοιβαία συναίνεση, διότι η συναίνεση του ναυτικού εμπεριέχεται στην πρόσθετη ως άνω συμφωνία. Συγχρόνως, με την ίδια δήλωση του πλοιάρχου ή του πλοιοκτήτη ή εφοπλιστή και με την περιέλευση της στο ναυτικό επέρχεται κατάρτιση νέας σύμβασης ναυτολόγησης, εφόσον βεβαίως τηρηθεί και ο από το άρθρο 53 του ΚΙΝΔ προβλεπόμενος πρόσθετος όρος (ΜονΕφΠειρ 724/2014 δημοσιευμένη σε ΤΝΠ Νόμος, ΜονΕφΠειρ161/2014 ΕΝΔ 42.284, ΕφΠειρ 66/2013 Α΄δημοσίευση ΤΝΠ Νόμος, ΜοΕφΘεσ 1115/2009 Αρμ. 2009.1217, ΕφΠειρ 482/2007 ΕΝΔ 2007.398). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 60 του ιδίου ΚΙΝΔ “εάν ο μισθός συνωμολογήθη κατά μήνα ο ναυτικός δικαιούται εις τον μισθόν των μηνών και ημερών, καθ’ ας διήρκεσεν η ναυτολόγησις. Εάν όμως αύτη διήρκεσεν έλασσον του μηνός ο ναυτικός δικαιούται εις πλήρη μηνιαίον μισθόν. Ως πλήρης ημέρα θεωρείται και η απλώς αρξαμένη”. Από τη διάταξη αυτή, η οποία δεν κάνει διάκριση ως προς τον τρόπο λύσεως της συμβάσεως ναυτολογήσεως προ τη παρελεύσεως μηνός από της καταρτίσεως της, σε συνδυασμό και με τη διάταξη του άρθρου 65 του ΚΙΝΔ, κατά την οποία ο ναυτικός που αδικαιολόγητα δεν παρέχει τις υπηρεσίες του στερείται του αναλόγου μισθού, σαφώς συνάγεται, ότι μόνο εάν η λύση της συμβάσεως προήλθε εξ υπαιτιότητας ή εκ της αποκλειστικής βουλήσεως του ιδίου του ναυτικού, δεν δικαιούται αυτός πλήρους μισθού. Επομένως εκείνος του οποίου η σύμβαση ναυτολογήσεως με μηνιαίο μισθό λύθηκε, προ τη παρελεύσεως μηνός, με αμοιβαία συναίνεση, δικαιούται σε πλήρη μισθό, αφού η απόλυση αυτού από τον πλοίαρχο με τη συναίνεσή του, δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα ή στην αποκλειστική βούληση του ναυτικού, στην οποία και μόνον περίπτωση, κατ’ εφαρμογή της τελευταίας διατάξεως, δεν δικαιούται πλήρη μισθό ο ναυτικός [ΑΠ 326/2017 Ιστοσελίδα Αρείου Πάγου].

IV. Η εναγομένη, για πρώτη φορά με την προσθήκη επί των προτάσεων που κατέθεσε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου επί της ένδικης έφεσής της, ισχυρίσθηκε ότι, το αίτημα των εναγόντων περί συνυπολογισμού στις τακτικές αποδοχές τους αλλά και κατά τον υπολογισμό των αναλογούντων σε αυτούς δώρων εορτών, κατ’ αποκοπήν αμοιβή οκτάωρης εργασίας Σαββάτων και αργιών, τυγχάνει μη νόμιμο, διότι ο συνυπολογισμός αυτός τυγχάνει ανεπίτρεπτη επιλεκτική εφαρμογή συλλογικής και ατομικής σύμβασης εργασίας, εν τούτοις κατά τη συσχέτιση των διαφόρων πηγών ρυθμιστικών της εργασιακής σχέσης, οι αποδοχές συγκρίνονται ως μία ενότητα και δεν είναι δυνατή η επιλεκτική αναζήτηση τμήματος αποδοχών από τη μία πηγή και άλλου (τμήματος αποδοχών) από διαφορετική πηγή, όπως επιχειρείται εν προκειμένω. Εν τούτοις, με την ένδικη αγωγή τους, οι ενάγοντες ισχυρίσθηκαν ότι, πέραν των αποδοχών που προβλέπονταν στην εκάστοτε ισχύουσα ΣΣΝΕ, που κατά συμφωνία των διαδίκων θα ρύθμιζε τους όρους αμοιβής αυτών από την εργασία τους επί του ανωτέρω πλοίου, οι διάδικοι συμφώνησαν ότι, έκαστος των εναγόντων, επιπλέον θα ελάμβανε κατ’ αποκοπή αμοιβή για εργασία τους οκτώ ωρών κατά τα Σάββατα και τις αργίες. Η αγωγή, με το περιεχόμενο αυτό τυγχάνει νόμιμη, θεμελιούμενη στο άρθρο 361 ΑΚ. Πράγματι με την τελευταία αυτή διάταξη καθιερώνεται στο ενοχικό και κατ` ακολουθία στο εργατικό δίκαιο, ως απόρροια του δόγματος της αυτονομίας της βούλησης, η αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων και με συνέπεια οι συμβαλλόμενοι να έχουν πλήρη ελευθερία για κατάρτιση οποιασδήποτε δικαιοπραξίας με οποιαδήποτε μορφή και με οποιοδήποτε περιεχόμενο, αρκεί αυτό να μην απαγορεύεται από το νόμο και να μην αντιβαίνει στα χρηστά ήθη. Συνεπεία της αρχής αυτής, οι ευνοϊκότεροι για τους μισθωτούς όροι των ατομικών συμβάσεων εργασίας υπερισχύουν των δυσμενέστερων όρων των συλλογικών συμβάσεων εργασίας (ΟλΑΠ 1/2007 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω, ολόκληρο το εργατικό δίκαιο διαπνέεται από την αρχή της προστασίας των μισθωτών. Με την εφαρμογή της αρχής αυτής οι ευνοϊκότεροι για τους εργαζομένους όροι των ατομικών συμβάσεων εργασίας υπερισχύουν των δυσμενέστερων όρων των συλλογικών συμβάσεων. Και πράγματι, με την αυτή αρχή αποτρέπεται η σύγκρουση των όρων εργασίας που διαμορφώνονται από περισσότερες πηγές διαφορετικής ιεραρχικής βαθμίδας (ΟλΑΠ 26/2007), κατά δε τη συσχέτιση των διαφόρων αυτών πηγών μεταξύ τους, οι αποδοχές συγκρίνονται ως μία ενότητα, αφού (εκτός αντίθετης ειδικής ρύθμισης) δεν είναι δυνατή η επιλεκτική αναζήτηση τμήματος αποδοχών από τη μία πηγή και άλλου από διαφορετική πηγή, διότι δεν είναι επιτρεπτή η σύγχρονη εφαρμογή όλων των πηγών αυτών ως προς την έννοια των αποδοχών [ΑΠ 247/2020 Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ]. Πλην όμως, εν προκειμένω, με βάση τα εκτιθέμενα στην ένδικη αγωγή, δεν τίθεται ζήτημα συσχέτισης περισσότερων πηγών ρυθμιστικών της εργασιακής σχέσης των εναγόντων, εφόσον οι ενάγοντες σαφώς αναφέρουν στην αγωγή τους ότι η εν λόγω κατ’ αποκοπή αμοιβή των οκτώ ωρών εργασίας Σαββάτων και αργιών είχε συνομολογηθεί μεταξύ των διαδίκων, με αποτέλεσμα να ήταν μέρος των συμφωνημένων αποδοχών τους, τη διαφορά των οποίων αξιώνουν και παράλληλα επί των συμφωνημένων αυτών αποδοχών τους αξιώνουν και τα επιδόματα εορτών, για τον υπολογισμό των οποίων λαμβάνεται υπόψη ο πραγματικά καταβαλλόμενος μισθός την 10η Δεκεμβρίου και την 15η ημέρα πριν από το Πάσχα, αντιστοίχως, δηλαδή το σύνολο των τακτικών αποδοχών, όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 14 της προαναφερθείσας ΣΣΝΕ, σε συνδυασμό προς εκείνες των §§ 1, 2, 3 και 7 της με αριθμό 70109/8008/14.12.1982 Αποφάσεως του Υπουργού Εμπορικής Ναυτιλίας «Περί των προϋποθέσεων χορηγήσεως επιδομάτων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα προς τους δικαιούμενους ναυτικούς» (ΦΕΚ Β 1/7.1.1982), με τις οποίες εφαρμόζεται η όμοια με αυτήν με αριθμό 19040/1981 Απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας «Χορήγηση επιδομάτων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα στους μισθωτούς όλης της Χώρας που απασχολούνται με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου» (ΦΕΚ Β 742/9.12.1981).

V. Aπό την επανεκτίμηση της ληφθείσας ενώπιον της Συμβολαιογράφου Πλωμαρίου Λέσβου ……….. υπ’ αριθμ. …………../2021 ένορκης βεβαίωσης του …………. και της ληφθείσας ενώπιον του Δικηγόρου Πειραιώς ……….. ένορκης βεβαίωσης του …………, οι οποίες ελήφθησαν με επιμέλεια των εναγόντων, κατόπιν νόμιμης και εμπρόθεσμης κλήτευσης της εναγομένης, κατά τα άρθρα 421 και 422 του ΚΠολΔ (βλ. σχετ. την υπ’αριθμ. ………/1.11.2021 έκθεση επίδοσης της Δικαστικής Επιμελήτριας με έδρα το Εφετείο Πειραιώς ………..), της ληφθείσας ενώπιον του Ειρηνοδίκη Πειραιώς με αριθμό …./2021 ένορκης βεβαίωσης της ……… και της ληφθείσας ενώπιον του Ειρηνοδίκη Πειραιώς με αριθμό …../2021 ένορκης βεβαίωσης του …………, οι οποίες ελήφθησαν, με επιμέλεια της εναγομένης, κατόπιν νομότυπης και εμπρόθεσμης κλήτευσης των εναγόντων (βλ. σχετ. τις υπ’ αριθμ. …./10.11.2021 και ……./15.11.2021 εκθέσεις επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή με έδρα το Εφετείο Πειραιώς …………), καθώς και του συνόλου των εγγράφων, που οι διάδικοι νομότυπα με επίκληση προσκομίζουν, προκειμένου να χρησιμεύσουν είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα προς άμεση απόδειξη είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, μεταξύ των οποίων και οι προσκομιζόμενες από τους ενάγοντες ως σχετικό 10 ένορκες βεβαιώσεις της μάρτυρος της εναγομένης ………….. οι οποίες προσκομίσθηκαν στο πλαίσιο άλλων δικών, κατόπιν κλητευσης των αντιδίκων των διαδίκων, με την επιμέλεια των οποίων λήφθηκαν,  όπως βεβαιώνεται στις ίδιες και λαμβάνονται υπόψη για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (βλ.σχετ. ΑΠ 276/2021 Α΄ δημοσίευση ΤΝΠ Νόμος), χωρίς να παραλείπεται κάποιο από αυτά για την ουσιαστική διάγνωση της διαφοράς, έστω και αν για ορισμένα θα γίνει ειδική αναφορά πιο κάτω, σε συνδυασμό προς τις μερικές μόνον παραδοχές και ομολογίες των διαδίκων, που συνάγονται από τα δικόγραφά τους, αναφέρονται στα πιο κάτω ειδικώς μνημονευόμενα θέματα απόδειξης και εκτιμώνται κατά τα άρθρα 261 εδαφ.β΄, 352 § 1 και 591 § 1 του ΚΠολΔ, αλλά και προς τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής (άρθρο 336 § 4 του ΚΠολΔ), αποδεικνύονται τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης: Η εναγομένη αλλοδαπή και δη εδρεύουσα στη Λεμεσό της Κύπρου εταιρεία, με την επωνυμία «…………..», η οποία διατηρεί υποκατάστημα στον Πειραιά, τυγχάνει πλοιοκτήτρια του υπό σημαία Κύπρου και με αριθμό νηολογίου Λεμεσού …….., Ε/Γ – Ο/Γ ταχύπλοου πλοίου, με το όνομα «TJ», κ.ο.χ.11.347. Επίσης, απεδείχθη ότι, η εναγομένη κατά τον επίδικο χρόνο είχε ενταχθεί και αποτελούσε μέλος του Ομίλου SJ, στον οποίο (όμιλο) συμμετείχαν, ομοίως κατά τον επίδικο χρόνο, πλην αυτής (εναγομένης), η εταιρεία με την επωνυμία …………… πλοιοκτήτρια του υπό ελληνική σημαία AB, η εταιρεία με τη επωνυμία ……………. πλοιοκτήτρια του υπό Κυπριακή σημαία πλοίου CJ1, η εταιρεία με την επωνυμία ……….. πλοιοκτήτρια του υπό Ελληνική σημαία πλοίου NJ, η εταιρεία με την επωνυμία …………., πλοιοκτήτρια του υπό σημαία Κύπρου πλοίου PJ, η εταιρεία με την επωνυμία …………… πλοιοκτήτρια του υπό σημαία Κύπρου πλοίου CJ2, η εταιρεία με την επωνυμία ………………… πλοιοκτήτρια του σημαία Κύπρου πλοίου CV, η εταιρεία με την επωνυμία ……….. πλοιοκτήτρια του υπό σημαία Κύπρου πλοίου ΑJ, η εταιρεία με την επωνυμία ……. … πλοιοκτήτρια του υπό σημαία Κύπρου πλοίου WCJ η εταιρεία με την επωνυμία ……….. πλοιοκτήτρια του υπό σημαία Κύπρου πλοίου SFJ, η εταιρεία με την επωνυμία ……., έχουσα τον εφοπλισμό του υπό Ελληνική σημαία πλοίου AJ και η εταιρεία με την επωνυμία ………….., πλοιοκτήτρια του υπό σημαία Κύπρου πλοίου PWJ. Μάλιστα, απεδείχθη ότι, κατά τον επίδικο χρόνο άπασες οι ανωτέρω εταιρείες χρησιμοποιούσαν το ίδιο διακριτικό σήμα στα πλοία τους και δη το σήμα SJ, άπασες οι αλλοδαπές και δη εδρεύουσες στην Κύπρο ανωτέρω πλοιοκτήτριες εταιρείες, διατηρούσαν την ίδια έδρα, είχαν τον ίδιο εκπρόσωπο Μιχαήλ Οικονόμου, επίσης την αυτή έδρα διατηρούσαν  και στα εγκατεστημένα στην Ελλάδα υποκαταστήματά τους, τον ίδιο αριθμό επικοινωνίας και το ίδιο ηλεκτρονικό ταχυδρομείο, ενώ το ΔΣ των ανωτέρω πλοιοκτητριών εταιρειών του Ομίλου με έδρα την Ελλάδα είχαν τα ίδια μέλη ΔΣ. Περαιτέρω, απεδείχθη ότι, άπαντα τα εν λόγω πλοία του Ομίλου, ταχύπλοα σκάφη, δραστηριοποιούντο κατά τον επίδικο χρόνο στη μεταφορά επιβατών και οχημάτων στα διάφορα νησιά του Αιγαίου. Ειδικώς δε το ως άνω πλοίο της εναγομένης, κατά τον επίδικο χρόνο, απεδείχθη ότι, εκτελούσε καθημερινά δρομολόγια με αφετηρία το λιμάνι του Πειραιά απ’ όπου απέπλεε ώρα 07.00 για Πάρο (αφ. 09.50 – αν. 20.05), Ίο (αφ. 11.00 – αν. 11.20), Θήρα (αφ. 11.55 – αν. 12.40), Ίο (αφ.13.25 – αν. 12.40), Ίο (αφ. 13.25 – αν. 13.40), Πάρο (αφ.14.45 – αν. 15.10) και κατέπλεε στο λιμάνι του Πειραιά ώρα 17.50. Περαιτέρω, απεδείχθη ότι, το ανωτέρω πλοίο της εναγομένης, αλλά και όλα τα ταχύπλοα σκάφη του ανωτέρω Ομίλου,  ενέπιπταν στις διατάξεις του Π.Δ. 381/2001 (ΦΕΚ 252 Α/2001) με το άρθρο 1 του οποίου κυρώθηκε ο Κανονισμός περί μεγίστου χρόνου απασχόλησης πληρωμάτων Ε/Γ και Ε/Γ-Ο/Γ ταχυπλόων πλοίων. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τον εν λόγω Κανονισμό, όπως αυτός τροποποιήθηκε με το άρθρο 1 του ΠΔ 166/2005,  «Α. Ο χρόνος απασχόλησης των πληρωμάτων των Ε/Γ και Ε/Γ – Ο/Γ πλοίων που εκτελούν πλόες εσωτερικού και εμπίπτουν στην εφαρμογή του Κώδικα Ταχυπλόων Πλοίων του Διεθνούς Ναυτιλιακού Οργανισμού (ΙΜΟ) ή του Κώδικα Δυναμικώς Υποστηριζομένων Σκαφών του Διεθνούς Ναυτιλιακού Οργανισμού (ΙΜΟ), έχει ως ακολούθως: Οκτώ (8) ώρες απασχόλησης ημερησίως μη δυνάμενη να παραταθεί πέραν των δύο (2) ωρών ανά 24ωρο. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις είναι δυνατή η ημερήσια απασχόληση μέχρι μία (1) επιπλέον ώρα δηλαδή ένδεκα (11) ώρες συνολικά, υπό την προϋπόθεση ότι σε περίοδο επτά ημερών το σύνολο των ωρών απασχόλησης δεν θα υπερβαίνει τις εβδομήντα (70) ώρες. Ο προαναφερόμενος χρόνος απασχόλησης θα αναφέρεται στην άδεια λειτουργίας του κάθε ταχυπλόου πλοίου. Ο χρόνος απασχόλησης είναι συνεχής από την έναρξη άσκησης των καθηκόντων της ειδικότητος του ναυτικού. Επιτρέπεται διακοπή του χρόνου απασχόλησης, για διάστημα τουλάχιστον τεσσάρων (4) συνεχομένων ωρών και έως έξι (6) συνεχομένων ωρών, εφόσον κατά την διάρκεια αυτής της διακοπής, από τον πλοιοκτήτη: α) παρέχονται για την ταυτόχρονη ανάπαυση του συνόλου των μελών του πληρώματος κατάλληλες ενδιαιτήσεις εντός ή εκτός του πλοίου, και β) εξασφαλίζεται η φύλαξη και ασφάλεια του πλοίου. Όταν παρέχονται ενδιαιτήσεις εκτός του πλοίου και δεν πρόκειται για την κατοικία του ναυτικού, θεωρούνται αυτές κατάλληλες, εφόσον ως προς τον κλιματισμό, τους κοιτώνες, τις κλίνες και τους χώρους υγιεινής, είναι ισοδύναμες με αυτές που καθορίζονται από τις αντίστοιχες διατάξεις της νομοθεσίας για την ενδιαίτηση πληρώματος των ταχυπλόων σκαφών. Β. … Γ. Παρεκκλίσεις από την εφαρμογή της απαίτησης περί χρόνου απασχόλησης επιτρέπονται: α. σε περίπτωση επείγουσας ανάγκης που αφορά την ασφάλεια του ταχυπλόου πλοίου, των επιβαινόντων και του φορτίου ή την παροχή βοήθειας σε πλοία ή πρόσωπα που βρίσκονται σε κίνδυνο. β. σε περιπτώσεις γυμνασίων. γ. σε περιπτώσεις ουσιωδών εργασιών επί του πλοίου οι οποίες για λόγους ασφαλείας, προστασίας του θαλασσίου περιβάλλοντος, δημοσίου συμφέροντος, δεν είναι δυνατόν να καθυστερήσουν ή δεν μπορούσαν να προβλεφθούν κατά την έναρξη του πλου. Δ. Υπεύθυνοι για την τήρηση του παρόντος Κανονισμού και την μη εκτέλεση πλόων σε περίπτωση υπέρβασης του χρόνου απασχόλησης είναι οι πλοίαρχοι των ταχυπλόων πλοίων: Οι πλοιοκτήτες ή διαχειριστές των ταχυπλόων πλοίων υποχρεούνται να λαμβάνουν κάθε αναγκαίο μέτρο για την τήρηση του παρόντος Κανονισμού. Ε. Αν για την εφαρμογή του παρόντος ο πλοιοκτήτης ή ο διαχειριστής επιλέξει την χρησιμοποίηση διπλού πληρώματος, ή την εναλλακτική χρησιμοποίηση πληρωμάτων, οι σχετικοί όροι καθορίζονται από το ΥΕΝ και καταχωρίζονται στην άδεια λειτουργίας του ταχυπλόου πλοίου.». Η εναγομένη, προκειμένου και σε συμμόρφωση προς τις διατάξεις του άρθρου 1 του ανωτέρω Κανονισμού, απασχολούσε δύο πληρώματα επί του ανωτέρω πλοίου εκ των οποίων το δεύτερο εξ αυτών, σε τμήματα του ανωτέρω δρομολογίου του πλοίου.  Απεδείχθη, επιπλέον ότι, τα ναυτολογημένα στα ανωτέρω πλοία του Ομίλου μέλη του πληρώματος αυτών και ιδίως τα μέλη του δευτέρου πληρώματος, μετακινούνταν λόγω μεταθέσεως σε διάφορα ταχύπλοα σκάφη του Ομίλου και δη αποναυτολογούντο από τα πλοία απασχόλησής τους λόγω μεταθέσεως αυτών σε έτερα πλοία του αυτού Ομίλου, στα οποία ναυτολογούντο με τους αυτούς όρους. Κατά τον επίδικο χρόνο, μέλη του προαναφερομένου δευτέρου πληρώματος του ως άνω πλοίου της εναγομένης ήταν οι πρώτος, ο δεύτερος και ο τρίτος εκ των εναγόντων, ενώ οι τέταρτος και η πέμπτη των εναγόντων ήταν, κατά τα ακολούθως αναφερόμενα χρονικά διαστήματα, μέλη του κανονικού (πρώτου) πληρώματος του πλοίου της αυτής (εναγομένης). Συγκεκριμένα, όπως αποδεικνύεται από το προσκομιζόμενο ναυτικό φυλλάδια του πρώτου ενάγοντος   ………….., αυτός (πρώτος ενάγων), ναυτολογήθηκε στο ανωτέρω πλοίο της εναγομένης με την ειδικότητα του Πλοιάρχου, εντός του χρονικού διαστήματος από 3.6.2019 έως 29.8.2019 δέκα πέντε φορές και συγκεκριμένα την 3.6.2019, ημέρα Δευτέρα, την 25.6.2019 ημέρα Τρίτη, την 27.6.2019 ημέρα Πέμπτη, την 14.7.2019 ημέρα Κυριακή, την 20.7.2019 ημέρα Σάββατο, την 22.7.2019 ημέρα Δευτέρα, την 30.7.2019 ημέρα Τρίτη, την 1.8.2019 ημέρα Πέμπτη, την 6.8.2019 ημέρα Τρίτη, την 12.8.2019 ημέρα Δευτέρα, την 15.8.2019 ημέρα Πέμπτη, την 19.8.2019 ημέρα Δευτέρα, την 22.8.2019 ημέρα Πέμπτη, την 27.8.2019 ημέρα Τρίτη και την 29.8.2019 ημέρα Πέμπτη, κατόπιν αποναυτολόγησής λόγω μεταθέσεως την 3.6.2019, την 26.6.2019, την 14.7.2019, την 22.7.2019, την 1.8.2019,  την 12.8.2019, την 15.8.2019, την 18.8.2019, την 22.8.2019 και την 28.8.2019, από το πλοίο CV πλοιοκτησίας της εταιρείας του ανωτέρω Ομίλου με την επωνυμία ………………, την 25.6.2019, την 30.7.2019, την 6.8.2019 και την 27.8.2019, από το πλοίο CJ2, πλοιοκτησίας της εταιρείας ομοίως του ανωτέρω Ομίλου με την επωνυμία ……………. και την 20.7.2019 από το πλοίο WCJ, πλοιοκτησίας της εταιρείας με την επωνυμία …………, η οποία επίσης ήταν μέλος του ανωτέρω Ομίλου. Αποναυτολογήθηκε δε από το ανωτέρω πλοίο της εναγομένης την 4.6.2019, ημέρα Τρίτη, την 26.6.2019 ημέρα Τετάρτη, την 27.6.2019, την 15.7.2019 ημέρα Δευτέρα, την 21.7.2019 ημέρα Κυριακή, την 23.7.2019 ημέρα Τρίτη, την 31.7.2019 ημέρα Τετάρτη, την 1.8.2019, την 7.8.2019 ημέρα Τετάρτη, την 13.8.2019 ημέρα Τρίτη, την 15.8.2017, την 20.8.2019 ημέρα Τρίτη, την 22.8.2019, την 28.8.2019 ημέρα Τετάρτη και την 29.8.2019, λόγω μεταθέσεώς του την 4.6.2019, την 23.7.2019, την 13.8.2019, την 20.8.2019, στο πλοίο CJ2, την 26.6.2019, την 27.6.2019, την 15.7.2019, την 21.7.2019, την 31.7.2019, την 7.8.2019 και την 28.8.2019 στο πλοίο CV, την 1.8.2019 στο πλοίο ……………, πλοιοκτησίας της εταιρείας με την επωνυμία ……………….., την 15.8.2019, την 22.8.2019 και την 29.8.2019 στο πλοίο PJ, πλοιοκτησίας της εταιρείας με την επωνυμία ……………., άπασες μέλη του ανωτέρω Ομίλου. Αποδεικνύεται επομένως ότι, ο εν λόγω ενάγων αυθημερόν με την αποναυτολόγησή του από το ανωτέρω πλοίο της εναγομένης, πλην των αποναυτολογήσεών του κατά την 15.8.2019 και 22.8.2019, οπότε την επομένη ημέρα, από της αποναυτολογήσεώς του από το πλοίο της εναγομένης, ναυτολογήθηκε εκ νέου σε έτερο πλοίο του ως άνω Ομίλου. Μάλιστα, όπως αποδεικνύεται από τις προσκομιζόμενες από 25.5.2019 σε απόσπασμα, από 25.5.2019, 2.6.2019 και 2.6.2019 τέσσερις ατομικές συμβάσεις ναυτικής εργασίας του εν λόγω (πρώτου) ενάγοντος με την πλοιοκτήτρια του πλοίου CV η πρώτη και τη διαχειρίστρια των πλοίων CJ2, PJ και TJ, αντίστοιχα η δεύτερη, τρίτη και τέταρτη, μεταξύ του ενάγοντος και της πλοιοκτήτριας του πρώτου των ως άνω πλοίων και αυτού (πρώτου ενάγοντος) και της διαχειρίστρια των λοιπών ως άνω πλοίων εταιρειών, προβλέφθηκε η ναυτολόγηση του εν λόγω ενάγοντος στα ανωτέρω πλοία, για αόριστο χρόνο, με την ειδικότητα του Πλοιάρχου και αντί αμοιβής της προβλεπομένης στην εκάστοτε ισχύουσα Συλλογική Σύμβαση Ναυτικής Εργασίας, όπως δέχθηκε η εκκαλουμένη απόφαση και κατά τούτο δεν πλήττεται από κανέναν των διαδίκων. Παράλληλα, με τον υπ’ αριθ. (3) συμπληρωματικό όρο της δεύτερης, τρίτης και τέταρτης των εν λόγω εγγράφων συμβάσεων προβλέφθηκε ότι «Η εταιρεία έχει το αποκλειστικό δικαίωμα και ο ναυτικός συναινεί από τούδε στη μετάθεσή του σε οποιοδήποτε άλλο πλοίο ιδίων μετά της εταιρείας συμφερόντων, ανεξαρτήτως των εκτελούμενων δρομολογίων και εν γένει πλόων ή μη, την οποία μετάθεση και υποχρεούται να αποδεχθεί αμελλητί ο ναυτικός, διαφορετικά η σύμβασή του λύεται αναποζημίωτα. Η αλλαγή των δρομολογίων του πλοίου δεν συνιστά λόγο και δεν παρέχει δικαίωμα στο ναυτικό να καταγγείλει τη σύμβασή του.». Στην προσκομιζόμενη σε απόσπασμα πρώτη των εν λόγω εγγράφων συμβάσεων δεν περιλαμβάνεται συμπληρωματικός όρος (3) με το ανωτέρω περιεχόμενο. Επιπλέον, με τον όρο (7) των ανωτέρω τεσσάρων εγγράφων συμβάσεων εργασίας προβλέφθηκε ότι «Ο Ναυτικός υποχρεούται να εκτελεί τα καθήκοντα που αρμόζουν στον βαθμό και την ειδικότητά του με επιμέλεια, σε εξαιρετικές δε περιπτώσεις υποχρεούται να εκτελέσει διατασσόμενη υπηρεσία διάφορη εκείνης για την οποία προσελήφθη. Ο Ναυτικός υποχρεούται να παρέχει τις υπηρεσίες του είτε επί του ιδίου πλοίου που υπηρετεί και που με απόφαση της εταιρείας αλλάζει δρομολόγια είτε επί άλλου πλοίου των ιδίων οικονομικών συμφερόντων και θα αμείβεται με την τυχόν μισθοδοτική σύμβαση που ισχύει για το νέο δρομολόγιο ή για το άλλο πλοίο αντίστοιχα.». Περαιτέρω, απεδείχθη ότι, στο πλοίο της εναγομένης, ως μέλος του ανωτέρω δευτέρου πληρώματος, ναυτολογήθηκε και ο δεύτερος ενάγων ………… με την ειδικότητα του Προϊσταμένου Ηλεκτρολόγου, εντός του χρονικού διαστήματος από 3.6.2019 έως 12.9.2019 δέκα τρεις φορές και συγκεκριμένα, την 3.6.2019, ημέρα Δευτέρα, την 25.6.2019 ημέρα Τρίτη, την 27.6.2019 ημέρα Πέμπτη, την 14.7.2019 ημέρα Κυριακή, την 20.7.2019 ημέρα Σάββατο, την 22.7.2019 ημέρα Δευτέρα, την 30.7.2019 ημέρα Τρίτη, την 1.8.2019 ημέρα Πέμπτη, την 6.8.2019 ημέρα Τρίτη, την 29.8.2019 ημέρα Πέμπτη, την 4.9.2019 ημέρα Τετάρτη, την 10.9.2019 ημέρα Τρίτη και την 12.9.2019 ημέρα Πέμπτη, κατόπιν αποναυτολόγησης αυτού, λόγω μεταθέσεως, την 3.6.2019, την 26.6.2019, την 14.7.2019, την 21.7.2019, την 1.8.2019,  την 29.8.2019, την 4.9.2019 και την 11.9.2019, από το πλοίο CV και την 18.6.2019, την 20.7.2019, την 30.7.2019, την 6.8.2019 και την 10.9.2019 από το πλοίο CJ Αποναυτολογήθηκε δε από το ανωτέρω πλοίο της εναγομένης αντίστοιχα την 4.6.2019, ημέρα Τρίτη, την 26.6.2019 ημέρα Τετάρτη, την 27.6.2019, την 15.7.2019 ημέρα Δευτέρα, την 21.7.2019 ημέρα Κυριακή, την 23.7.2019 ημέρα Τρίτη, την 31.7.2019 ημέρα Τετάρτη, την 1.8.2019, την 7.8.2019 ημέρα Τετάρτη, την 29.8.2019, την 5.9.2017 ημέρα Πέμπτη, την 11.9.2019 ημέρα Τετάρτη και την 12.9.2019, λόγω μεταθέσεώς του στο πλοίο CJ 2, στο πλοίο CV, στο πλοίο CV, στο πλοίο CV, στο πλοίο CV, στο πλοίο CJ 2, στο πλοίο CV, στο πλοίο  WCJ, στο πλοίο CV, στο πλοίο PJ, πλοιοκτησίας της εταιρείας με την επωνυμία ……., στο πλοίο CV και στο πλοίο CV, αντίστοιχα. Αποδεικνύεται, επομένως ότι, ο εν λόγω ενάγων αυθημερόν, πλην των αποναυτολογήσεών του κατά την 29.8 και 12.9.2019 οπότε απεδείχθη ότι την επομένη ημέρα της αποναυτολογήσεώς του από το πλοίο της εναγομένης, ναυτολογήθηκε εκ νέου σε έτερο πλοίο του ως άνω Ομίλου. Από την εναγομένη προσκομίζονται ως σχετικά 21α, 21β, 21γ, 21, 21δ και 21ε, οι από 2.5.2019, από 25.5.2019, από 25.5.2019, από 2.6.2019, από 15.9.2019 και από 27.9.2019 έξι ατομικές συμβάσεις ναυτικής εργασίας του εν λόγω (δευτέρου) ενάγοντος με την πλοιοκτήτρια του πλοίου  WCJ εταιρεία με την επωνυμία ………. αναφορικά με το πλοίο  WCJ η πρώτη, με την εταιρεία με την επωνυμία …….. αναφορικά με το πλοίο CVη δεύτερη και με τη διαχειρίστρια των πλοίων CJ2, PJ, WC και NJ, εταιρεία με την επωνυμία …….., η τρίτη, τέταρτη, πέμπτη και έκτη των ανωτέρω συμβάσεων, με τις οποίες, άπασες, προβλέφθηκε η ναυτολόγηση του εν λόγω ενάγοντος στα ανωτέρω πλοία για αόριστο χρόνο, με την ειδικότητα του Προϊσταμένου Ηλεκτρολόγου. Παράλληλα, με τον υπ’ αριθ. (3) συμπληρωματικό όρο των εν λόγω εγγράφων συμβάσεων προβλέφθηκε ότι «Η εταιρεία έχει το αποκλειστικό δικαίωμα και ο ναυτικός συναινεί από τούδε στη μετάθεσή του σε οποιοδήποτε άλλο πλοίο ιδίων μετά της εταιρείας συμφερόντων, ανεξαρτήτως των εκτελούμενων δρομολογίων και εν γένει πλόων ή μη, την οποία μετάθεση και υποχρεούται να αποδεχθεί αμελλητί ο ναυτικός, διαφορετικά η σύμβασή του λύεται αναποζημίωτα. Η αλλαγή των δρομολογίων του πλοίου δεν συνιστά λόγο και δεν παρέχει δικαίωμα στο ναυτικό να καταγγείλει τη σύμβασή του.», κατά δε τον όρο (7) αυτών προβλέφθηκε ότι «Ο Ναυτικός υποχρεούται να εκτελεί τα καθήκοντα που αρμόζουν στον βαθμό και την ειδικότητά του με επιμέλεια, σε εξαιρετικές δε περιπτώσεις υποχρεούται να εκτελέσει διατασσόμενη υπηρεσία διάφορη εκείνης για την οποία προσελήφθη. Ο Ναυτικός υποχρεούται να παρέχει τις υπηρεσίες του είτε επί του ιδίου πλοίου που υπηρετεί και που με απόφαση της εταιρείας αλλάζει δρομολόγια είτε επί άλλου πλοίου των ιδίων οικονομικών συμφερόντων και θα αμείβεται με την τυχόν μισθοδοτική σύμβαση που ισχύει για το νέο δρομολόγιο ή για το άλλο πλοίο αντίστοιχα.». Αντίστοιχη έγγραφη σύμβαση ναυτικής εργασίας αναφορικά με την πρόσληψη του ενάγοντος στο ανωτέρω πλοίο της εναγομένης, δεν προσκομίζεται, πλην όμως ο ίδιος ο δεύτερος ενάγων αναφέρει στις προτάσεις που κατέθεσε ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου (σχετικά σελ. 5) ότι όμοια με τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες από τον πρώτο και τρίτο των εναγόντων σύμβαση, είχε καταρτίσει και αυτός με την εναγομένη, ενώ δια της προσθήκης επί των προτάσεων που αυτός (δεύτερος εναγόμενος) κατέθεσε ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου (σχετικά σελ. 7) ο ίδιος ισχυρίζεται ότι κάνοντας χρήση του περιεχομένου στη σύμβαση ναυτικής του εργασίας όρου περί μεταθέσεώς του, η εναγομένη τον απέλυε από το ανωτέρω πλοίο λόγω μεταθέσεώς του σε έτερα πλοία του αυτού Ομίλου. Επίσης, στο πλοίο της ανωτέρω εναγομένης, ως μέλος του ανωτέρω δευτέρου πληρώματος, ναυτολογήθηκε και ο τρίτος ενάγων ………., με την ειδικότητα του Ναυκλήρου, εντός του χρονικού διαστήματος από 4.7.2019 έως 8.7.2019 δύο φορές και συγκεκριμένα την 4.7.2019, ημέρα Πέμπτη και την 7.7.2019 ημέρα Κυριακή, κατόπιν αποναυτολόγησης αυτού, λόγω μεταθέσεως, την 3.7.2019 από το πλοίο PJ και την 7.7.2019 από το πλοίο CV. Αποναυτολογήθηκε δε από το ανωτέρω πλοίο της εναγομένης αντίστοιχα την 5.7.2019, ημέρα Παρασκευή και την 8.7.2019 ημέρα Δευτέρα, λόγω μεταθέσεώς του στο πλοίο στο πλοίο PJ, πλοιοκτησίας της εταιρείας με την επωνυμία ……….. και στο πλοίο SFJ, πλοιοκτησίας της εταιρείας με την επωνυμία …….., αντίστοιχα. Αποδεικνύεται επομένως ότι ο εν λόγω ενάγων αυθημερόν την 5.7.2019 και την επομένη ημέρα της δεύτερης των ενδίκων ναυτολογήσεων στο ανωτέρω πλοίο ήτοι την 9.7.2019, ναυτολογήθηκε εκ νέου σε έτερο πλοίο του ως άνω Ομίλου. Προσκομίζονται δε από την εναγομένη ως σχετικά 22, 22α, 22β, 22γ, 22δ, 22ε και 22στ, οι από 7.7.2019,6.7.2019, 10.7.2019, 11.7.2019, 12.7.2019, 23.7.2019 και 11.10.2019 αντίστοιχα, επτά ατομικές συμβάσεις ναυτικής εργασίας του εν λόγω (τρίτου) ενάγοντος με την διαχειρίστρια των πλοίων TJ, AJ, PJ, AB και PWJ εταιρεία με την επωνυμία …….. και με την εταιρεία με την επωνυμία ……. αναφορικά με το πλοίο CVκαι  WCJ (σχετ. 22α και 22β), με τις οποίες, άπασες, προβλέφθηκε η ναυτολόγηση του εν λόγω ενάγοντος στα ανωτέρω πλοία, για αόριστο χρόνο, με την ειδικότητα του Ναυκλήρου. Παράλληλα, με τον υπ’ αριθ. (3) συμπληρωματικό όρο των εν λόγω εγγράφων συμβάσεων προβλέφθηκε ότι «Η εταιρεία έχει το αποκλειστικό δικαίωμα και ο ναυτικός συναινεί από τούδε στη μετάθεσή του σε οποιοδήποτε άλλο πλοίο ιδίων μετά της εταιρείας συμφερόντων, ανεξαρτήτως των εκτελούμενων δρομολογίων και εν γένει πλόων ή μη, την οποία μετάθεση και υποχρεούται να αποδεχθεί αμελλητί ο ναυτικός, διαφορετικά η σύμβασή του λύεται αναποζημίωτα. Η αλλαγή των δρομολογίων του πλοίου δεν συνιστά λόγο και δεν παρέχει δικαίωμα στο ναυτικό να καταγγείλει τη σύμβασή του.», κατά δε τον όρο (7) αυτών προβλέφθηκε ότι «Ο Ναυτικός υποχρεούται να εκτελεί τα καθήκοντα που αρμόζουν στον βαθμό και την ειδικότητά του με επιμέλεια, σε εξαιρετικές δε περιπτώσεις υποχρεούται να εκτελέσει διατασσόμενη υπηρεσία διάφορη εκείνης για την οποία προσελήφθη. Ο Ναυτικός υποχρεούται να παρέχει τις υπηρεσίες του είτε επί του ιδίου πλοίου που υπηρετεί και που με απόφαση της εταιρείας αλλάζει δρομολόγια είτε επί άλλου πλοίου των ιδίων οικονομικών συμφερόντων και θα αμείβεται με την τυχόν μισθοδοτική σύμβαση που ισχύει για το νέο δρομολόγιο ή για το άλλο πλοίο αντίστοιχα.». Περαιτέρω, απεδείχθη ότι, ο τέταρτος ενάγων, …………, ναυτολογήθηκε  την 18.3.2019, στο ανωτέρω πλοίο της εναγομένης, με την ειδικότητα του Υπάρχου. Στα πλαίσια της εν λόγω ναυτολογήσεώς του καταρτίσθηκε η προσκομιζόμενη από την εναγομένη ως σχετικό 23 από 18.3.2019 έγγραφη σύμβαση ναυτικής εργασίας, σύμφωνα με την οποία η ναυτολόγηση του ενάγοντος έγινε για αόριστο χρόνο, συμπεριελήφθη δε ο υπ’ αριθ. (3) συμπληρωματικός όρος με τον οποίο προβλέφθηκε ότι «Η εταιρεία έχει το αποκλειστικό δικαίωμα και ο ναυτικός συναινεί από τούδε στη μετάθεσή του σε οποιοδήποτε άλλο πλοίο ιδίων μετά της εταιρείας συμφερόντων, ανεξαρτήτως των εκτελούμενων δρομολογίων και εν γένει πλόων ή μη, την οποία μετάθεση και υποχρεούται να αποδεχθεί αμελλητί ο ναυτικός, διαφορετικά η σύμβασή του λύεται αναποζημίωτα. Η αλλαγή των δρομολογίων του πλοίου δεν συνιστά λόγο και δεν παρέχει δικαίωμα στο ναυτικό να καταγγείλει τη σύμβασή του.», καθώς και ο όρος (7) της ίδιας συμβάσεως με τον οποίο προβλέφθηκε ότι «Ο Ναυτικός υποχρεούται να εκτελεί τα καθήκοντα που αρμόζουν στον βαθμό και την ειδικότητά του με επιμέλεια, σε εξαιρετικές δε περιπτώσεις υποχρεούται να εκτελέσει διατασσόμενη υπηρεσία διάφορη εκείνης για την οποία προσελήφθη. Ο Ναυτικός υποχρεούται να παρέχει τις υπηρεσίες του είτε επί του ιδίου πλοίου που υπηρετεί και που με απόφαση της εταιρείας αλλάζει δρομολόγια είτε επί άλλου πλοίου των ιδίων οικονομικών συμφερόντων και θα αμείβεται με την τυχόν μισθοδοτική σύμβαση που ισχύει για το νέο δρομολόγιο ή για το άλλο πλοίο αντίστοιχα.». Ο εν λόγω τέταρτος ενάγων εργάσθηκε στο ανωτέρω πλοίο έως την 3.4.2019, οπότε απολύθηκε λόγω μεταθέσεώς του στο πλοίο NJ, πλοιοκτησίας της εταιρείας με την επωνυμία ………. στο οποίο ναυτολογήθηκε την επομένη ημέρα 4.4.2019. Ο ίδιος ενάγων ναυτολογήθηκε εκ νέου στο ανωτέρω πλοίο της εναγομένης, την 24.6.2020 με την ειδικότητα του Υποπλοιάρχου αποναυτολογήθηκε δε την 2.7.2020 λόγω προαγωγής του και ναυτολογήθηκε εκ νέου αυθημερόν στο ίδιο πλοίο όπου εργάσθηκε έως της αποναυτολόγησής του την 5.8.2020 λόγω μεταθέσεώς του στο πλοίο NJ με την ειδικότητα του Πλοιάρχου. Οι τρεις πρώτοι ενάγοντες και ο τέταρτος των εναγόντων, ο τελευταίος μόνον όσον αφορά στην πρώτη των ενδίκων ναυτολογήσεων αυτού στο επίδικο πλοίο, επικαλούμενοι το άρθρο 60 του ΚΙΝΔ, αξιώνουν αφενός μεν τις τακτικές αποδοχές τους για όλες τις ημέρες του επιδίκου για έκαστο εξ αυτών χρονικού διαστήματος, ήτοι αξιώνουν τον μισθό όχι μόνον για τις πραγματικές ημέρες απασχόλησής τους στο ανωτέρω πλοίο της εναγομένης, για τις οποίες για έκαστο εξ αυτών θα γίνει λόγος ακολούθως, αλλά και για τις ημέρες των εν λόγω διαστημάτων που δεν εργάσθηκαν σε αυτό, αλλά όπως απεδείχθη κατά τα άνω, λόγω μεταθέσεώς τους σε έτερο πλοίο του ανωτέρω Ομίλου, εργάσθηκαν πράγματι σε έτερο πλοίο του Ομίλου, όπως για έναν έκαστο απεδείχθη και αναλύεται ανωτέρω και επιπλέον αξιώνουν (α) ο πρώτος εξ αυτών, ενόψει του ότι η τελευταία ναυτολόγησή του στο ανωτέρω πλοίο της εναγομένης έλαβε χώρα την 29.8.2019 και διήρκησε μία ημέρα, τις αποδοχές είκοσι εννέα ημερών, έως της συμπληρώσεως ενός πλήρους μηνός, (β) ο δεύτερος εξ αυτών, ενόψει του ότι η τελευταία ναυτολόγησή του στο ανωτέρω πλοίο της εναγομένης έλαβε χώρα την 12.9.2019 και διήρκησε μία ημέρα, τις αποδοχές είκοσι εννέα ημερών, έως της συμπληρώσεως ενός πλήρους μηνός, (γ) ο τρίτος εξ αυτών, ενόψει του ότι η τελευταία ναυτολόγησή του στο ανωτέρω πλοίο της εναγομένης έλαβε χώρα την 7.7.2019 και διήρκησε δύο ημέρες, τις αποδοχές είκοσι οκτώ ημερών, έως της συμπληρώσεως ενός πλήρους μηνός και (δ) ο τέταρτος εξ αυτών, ενόψει του ότι η πρώτη ναυτολόγησή του στο ανωτέρω πλοίο της εναγομένης έλαβε χώρα την 18.3.2019 και διήρκησε δέκα επτά ημέρες, τις αποδοχές δέκα τριών ημερών, έως της συμπληρώσεως ενός πλήρους μηνός. Εν τούτοις, η ανωτέρω αξίωση αυτών δεν κρίνεται βάσιμη στην ουσία της, διότι, όπως απεδείχθη, μεταξύ των εναγόντων αυτών (πρώτου, δευτέρου, τρίτου και τετάρτου) και της εναγομένης εταιρείας είχε συμφωνηθεί ότι η εναγομένη, είχε το δικαίωμα να μεταθέτει τους ενάγοντες σε άλλα πλοία των ιδίων συμφερόντων και αμέσως, ήτοι αυθημερόν ή την επομένη ημέρα της αποναυτολογήσεώς τους από αυτό (ανωτέρω πλοίο της εναγομένης) αυτοί πράγματι, όπως αποδεικνύεται από τα ναυτικά τους φυλλάδια συνέχισαν χωρίς διακοπή να εργάζονται στα πλοία του αυτού Ομίλου με τους ίδιους όρους, με αποτέλεσμα στην προκειμένη περίπτωση να μη δύναται να θεωρηθεί ότι η ναυτολόγηση των εναγόντων διαρκούσε έλασσον του μηνός, υπό την έννοια του άρθρου 60 του ΚΙΝΔ, ώστε καθένας εξ αυτών να δικαιούται αφενός μεν τις αποδοχές και για τις ενδιάμεσες των πραγματικών ημερών απασχόλησής τους στο πλοίο της εναγομένης ημέρες, αφού κατά τις ημέρες αυτές, όπως αποδεικνύεται από τα ναυτικά τους φυλλάδια απασχολήθηκαν σε έτερα πλοία του αυτού Ομίλου κατόπιν μεταθέσεώς τους, αφ’ ετέρου δε (α) ο πρώτος εξ αυτών αποδοχές είκοσι εννέα ημερών, ενόψει του ότι η τελευταία ναυτολόγησή του στο ανωτέρω πλοίο της εναγομένης η οποία έλαβε χώρα την 29.8.2019, διήρκησε μία ημέρα, (β) ο δεύτερος εξ αυτών αποδοχές είκοσι εννέα ημερών, ενόψει του ότι η τελευταία ναυτολόγησή του στο ανωτέρω πλοίο της εναγομένης έλαβε χώρα την 12.9.2019 και διήρκησε μία ημέρα, (γ) ο τρίτος εξ αυτών αποδοχές είκοσι οκτώ ημερών, ενόψει του ότι η τελευταία ναυτολόγησή του στο ανωτέρω πλοίο της εναγομένης έλαβε χώρα την 7.7.2019 και διήρκησε δύο ημέρες και (δ) ο τέταρτος εξ αυτών αποδοχές είκοσι εννέα ημερών δέκα τριών ημερών, ενόψει του ότι η πρώτη των ενδίκων ναυτολόγησή του στο ανωτέρω πλοίο της εναγομένης έλαβε χώρα την 18.3.2019 και διήρκησε δέκα επτά ημέρες, αφού αμέσως με την αποναυτολόγησή τους, όπως απεδείχθη και αναλύεται ανωτέρω, κατόπιν συμφωνίας των διαδίκων, αυτοί μετατέθηκαν σε έτερο πλοίο του αυτού Ομίλου και εργάσθηκαν σε αυτό με τους ίδιους όρους. Πράγματι, εν προκειμένω, απεδείχθη ότι, κατά την πρόσληψη των ανωτέρω εναγόντων συνομολογήθηκε μεταξύ των τεσσάρων πρώτων εναγόντων και της εναγομένης, ο ανωτέρω όρος 3, σύμφωνα με τον οποίο «Η εταιρεία έχει το αποκλειστικό δικαίωμα και ο ναυτικός συναινεί από τούδε στη μετάθεσή του σε οποιοδήποτε άλλο πλοίο ιδίων μετά της εταιρείας συμφερόντων, ανεξαρτήτως των εκτελούμενων δρομολογίων και εν γένει πλόων ή μη, την οποία μετάθεση και υποχρεούται να αποδεχθεί αμελλητί ο ναυτικός, διαφορετικά η σύμβασή του λύεται αναποζημίωτα. Η αλλαγή των δρομολογίων του πλοίου δεν συνιστά λόγο και δεν παρέχει δικαίωμα στο ναυτικό να καταγγείλει τη σύμβασή του.». Η εν λόγω πρόσθετη συμφωνία,  κατά τα αναφερόμενα στην οικεία νομική σκέψη της παρούσας, τυγχάνει έγκυρη, χωρίς να αντιβαίνει στις διατάξεις της περίπτωσης β του άρθρου 54 του ΚΙΝΔ, σύμφωνα με την οποία «Η σύμβαση ναυτολόγησης  περιέχει: α) … β) το όνομα του πλοίου, τη χωρητικότητα και το διεθνές αυτού σήμα…», έστω κι αν δεν κατονομάζεται το άλλο πλοίο στο οποίο ηδύνατο η εναγομένη να μεταθέσει έκαστο των εναγόντων, απορριπτομένων κατά τούτο του τρίτου λόγου έφεσης των τεσσάρων πρώτων εναγόντων. Η εν λόγω πρόσθετη συμφωνία σαφώς παρείχε το δικαίωμα στην εναγομένη να μεταθέτει τους ανωτέρω ενάγοντες κατά τη διάρκεια της ναυτολόγησής τους στο πλοίο της σε έτερο πλοίο, κατονομαζόμενο ή μη, του ιδίου Ομίλου ήτοι των ιδίων συμφερόντων. Με τη δήλωση μετάθεσης αυτών από την εργοδότριά τους εναγομένη, η οποία δεν αμφισβητείται ότι κάθε φορά ήταν ορισμένη ήτοι αφορούσε συγκεκριμένο πλοίο καθώς επίσης και τον χρόνο και τόπο ναυτολόγησης, λύονταν η ναυτολόγηση αυτών στο ανωτέρω πλοίο της εναγομένης «αμοιβαία συναινέσει» των συμβαλλομένων, αφού η αποναυτολόγησή τους γινόταν κατόπιν έγκυρης μεταξύ τους συμφωνίας περί δυνατότητας της εναγομένης μετάθεσης αυτών στα ανωτέρω πλοία που ακολούθως ναυτολογούνταν και καταρτίζονταν νέα σύμβαση εργασίας με τη νέα εργοδότρια πλοιοκτήτρια ή κατά περίπτωση εφοπλίστρια ετέρου πλοίου του αυτού Ομίλου. Και πράγματι, η ναυτολόγησή τους λύθηκε ως άνω απεδείχθη, προ της συμπληρώσεως ενός μηνός επί του πλοίου της εναγομένης. Πλην όμως, οι ανωτέρω ενάγοντες, αμέσως με την αποναυτολόγησή τους από το πλοίο της εναγομένης, αυθημερόν ή την επομένη ημέρα, ως απεδείχθη και αναλύεται ανωτέρω, ήτοι χωρίς διακοπή, συνέχιζαν να εργάζονται με τους αυτούς όρους σε έτερο πλοίο του αυτού Ομίλου, ήτοι πλοίου των αυτών οικονομικών συμφερόντων όπως απεδείχθη, χωρίς ουσιαστική αλλαγή ή δυσμενή μεταβολή στην εργασιακή τους κατάσταση, σύμφωνα με τη βούληση των συμβαλλομένων μερών, δοθέντος ότι, κατά την πρόσληψή τους, οι ενάγοντες τελούσαν σε γνώση ότι θα κληθούν να απασχοληθούν όχι μόνον σε ένα συγκεκριμένο πλοίο, αλλά σε περισσότερα του ενός πλοία του ιδίου Ομίλου και μάλιστα, οι τρεις πρώτοι των εναγόντων, ως δεύτερο πλήρωμα, πλειστάκις εντός του ιδίου μηνός και συμφώνησαν να παρέχουν τοιουτοτρόπως τις υπηρεσίες τους, με τους ίδιους όρους εργασίας. Ενόψει τούτου, επομένως, κρίνεται ότι, δεν συντρέχει στο πρόσωπο των τριών πρώτων εναγόντων, καθώς επίσης και του τετάρτου ενάγοντος αναφορικά με την πρώτη των ενδίκων συμβάσεων ναυτολόγησης στο πλοίο της εναγομένης, ο δικαιολογητικός λόγος θέσπισης της διάταξης του άρθρου 60 του ΚΙΝΔ, ο οποίος, κατά την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου, δεν είναι μόνον η αποθάρρυνση της πρόωρης απόλυσης του ναυτικού, ως οι ενάγοντες διατείνονται στα πλαίσια του πρώτου λόγου της ένδικης έφεσής τους, αλλά και η κατά το δυνατόν εξασφάλιση των μέσων διαβίωσής του σε περίπτωση αιφνίδιας απώλειας της εργασίας του παρά τη θέλησή του και χωρίς υπαιτιότητά του, ενόσω βρίσκεται σε αναζήτηση εργασίας, αφού στην προκειμένη περίπτωση, οι ανωτέρω ενάγοντες, οι οποίοι κατά την  πρόσληψή τους είχαν συμφωνήσει σε επικείμενη ναυτολόγησή τους σε άλλο πλοίο, συνέχιζαν να ναυτολογούνται χωρίς διακοπή στα πλοία του ανωτέρω Ομίλου, εισπράττοντας τις αναλογούσες στις ημέρες εργασίας τους αποδοχές και δεν υποχρεώθηκαν σε ανεύρεση εργασίας σε άλλον εργοδότη χωρίς έσοδα για τα προς το ζην. Εξάλλου, σε καμία περίπτωση, η εν λόγω διάταξη δεν αποβλέπει στον πλουτισμό του ναυτικού, διά της εισπράξεως αποδοχών πλειστάκις για παρασχεθείσα εργασία υπ’ αυτού κατά το αυτό χρονικό διάστημα. Επομένως, η εκκαλουμένη απόφαση, η οποία δέχθηκε ότι δεν συντρέχει εν προκειμένω ο δικαιολογητικός λόγος εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 60 του ΚΙΝΔ και απέρριψε το αίτημα των εναγόντων να λάβουν τις αιτούμενες «συμπληρωματικές» αποδοχές για τις ημέρες των επιδίκων χρονικών διαστημάτων που δεν εργάσθηκαν στο πλοίο της εναγομένης αλλά σε έτερα πλοία του Ομίλου και επιπλέον, απέρριψε το αίτημα αυτών καταβολής από την εναγομένη του υπόλοιπο μισθού, έως συμπληρώσεως αποδοχών ενός πλήρους μηνιαίου μισθού από την τελευταία αποναυτολόγηση από το πλοίο της εναγομένης οι τρεις πρώτοι εξ αυτών και κατά την πρώτη αποναυτολόγησή του ο τέταρτος εξ αυτών, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το ανωτέρω άρθρο 60 του ΚΙΝΔ, απορριπτομένου του περί του αντιθέτου κατά τούτο πρώτου και δευτέρου λόγου έφεσης αυτών, με τον πλήττεται η εκκαλουμένη απόφαση για κακή εφαρμογή και ερμηνεία της ανωτέρω διατάξεων, έστω και με εν μέρει διαφορετική αιτιολογία που αντικαθίσταται με την παρούσα (άρθρο 534 ΚΠολ), απορριπτομένου του δευτέρου λόγου έφεσης των ανωτέρω εναγόντων καθό μέρος πλήττεται η εκκαλουμένη απόφαση για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 53, 54, 60 του ΚΙΝΔ, 105 ΚΔΝΔ και 361 ΑΚ, εκ του λόγου ότι στην αιτιολογία της κάνει λόγο για «τυπική» λύση των ναυτολογήσεων των ανωτέρω εναγόντων στο πλοίο της εναγομένης. Επιπλέον, από το συνδυασμό της διάταξης του άρθρου 14 της εφαρμοζόμενης εν προκειμένω ΣΣΝΕ Πληρωμάτων ακτοπλοϊκών επιβατηγών πλοίων 2019, σύμφωνα με τη οποία, υπό του τίτλου «Δώρα Χριστουγέννων και Πάσχα», ορίζεται ότι «1. Στα πληρώματα των πλοίων που αναφέρεται η παρούσα Συλλογική Σύμβαση καταβάλλεται ως δώρο ο μισθός ενός μηνός επ’ ευκαιρία των εορτών των Χριστουγέννων και του Νέου Έτους και ο μισθός (15) ημερών επ’ ευκαιρία των εορτών του Πάσχα. 2. Τα δώρα εορτών υπολογίζονται επί των πράγματι καταβαλλομένων αγίων και σταθερών αποδοχών ήτοι μισθού ενεργείας και επιδομάτων, περιλαμβανομένων και των υπερωριών. 3. Κατά την απόλυσή του ο Ναυτικός δικαιούται και την καταβολή της αναλογίας του Δώρου Εορτών.», σε συνδυασμό προς εκείνες των §§ 1, 2 και 3 του άρθρου μόνου της με αριθμό 70109/8008/14.12.1982 Αποφάσεως του Υπουργού Εμπορικής Ναυτιλίας «Περί των προϋποθέσεων χορηγήσεως επιδομάτων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα προς τους δικαιούμενους ναυτικούς» (ΦΕΚ Β 1/7.1.1982), με τις οποίες εφαρμόζεται η όμοια με αυτήν με αριθμό 19040/1981 Απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας «Χορήγηση επιδομάτων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα στους μισθωτούς όλης της Χώρας που απασχολούνται με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου» (ΦΕΚ Β 742/9.12.1981), σύμφωνα με τις οποίες «1. Εγκρίνουμε όπως το προβλεπόμενο από τις προαναφερθείσες Συλλογικές Συμβάσεις εργασίας δώρο επ`  ευκαιρία των εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα καταβάλλεται από τους υποχρέους προς τούτο  πλοιοκτήτες στους υπηρετούντες και  υπηρετήσαντες στα υπαγόμενα στις ανωτέρω συλλογικές συμβάσεις εργασίας πλοία ναυτικούς, ως ακολούθως: α) Επίδομα Χριστουγέννων ίσο με ένα μηνιαίο μισθό. β) Επίδομα Πάσχα ίσο με μισό μηνιαίο μισθό. 2. Τα ανωτέρω επιδόματα  καταβάλλονται στο ακέραιο εφόσον η σχέση εργασίας του ναυτικού με τον υπόχρεο πλοιοκτήτη διήρκεσε καθ` όλη τη χρονική περίοδο, εις μεν την περίπτωση του επιδόματος  εορτών Πάσχα από  1 Ιανουαρίου μέχρι 30 Απριλίου εις δε την περίπτωση του επιδόματος εορτών Χριστουγέννων από 1 Μαίου μέχρι 31 Δεκεμβρίου εκάστου έτους. 3. Εκ των ανωτέρω ναυτικών εκείνοι των οποίων η  σχέση  εργασίας μετά του υποχρέου σε καταβολή επιδόματος εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα εργοδότη δεν διήρκεσε καθ` όλο το ανωτέρω  χρονικό  διάστημα, δικαιούνται: α) Ως επίδομα  εορτών  Χριστουγέννων,  ποσό  ίσο  με  2/25  του μηνιαίου ανά έκαστο δεκαεννεαήμερο χρονικό διάστημα διαρκείας της εργασιακής σχέσεως αυτών, και β) Ως επίδομα εορτών Πάσχα ποσό ίσο με το 1/15 του μισού μηνιαίου μισθού  ανά  έκαστο  8ήμερο  χρονικό  διάστημα  διαρκείας  της εργασιακής  σχέσεως  αυτών  εντός  των  εις την παραγρ.  2 της παρούσης χρονικών περιόδων. Για το χρονικό διάστημα μικρότερο του  19ημέρου ή του  8ημέρου αντιστοίχως δικαιούνται ανάλογο κλάσμα…..», προκύπτει ότι, οι ναυτικοί δικαιούνται το επίδομα εορτών Χριστουγέννων ακέραιο, εφόσον η σχέση εργασίας διήρκεσε από 1.5 έως 31.12 και σε διαφορετική περίπτωση καταβάλλονται τα 2/25 του μισθού ή δύο ημερομίσθια για κάθε 19ημερο εργασίας. Επομένως, κατά τις ανωτέρω διατάξεις, το αναλογούν για εκάστη περίπτωση δώρο εορτών υπολογίζεται επί του χρόνου που πράγματι ο εργαζόμενος ναυτικός απασχολήθηκε στο πλοίο. Εξάλλου, με τις διατάξεις του άρθρου 60 του ΚΙΝΔ, σύμφωνα με τις οποίες «Εάν ο μισθός συνωμολογήθη κατά μήνα ο ναυτικός δικαιούται εις τον μισθόν των μηνών και των ημερών καθ’ ας διήρκησε η ναυτολόγησις. Εάν όμως αυτή διήρκησεν έλασσον του μηνός ο ναυτικός δικαιούται πλήρη μηνιαίο μισθόν…», προβλέπεται μόνον το δικαίωμα του ναυτικού, σε περίπτωση πρόωρης προ της συμπληρώσεως ενός μηνός εργασίας, αποναυτολόγησής του, λήψεως όλου του μηνιαίου μισθού, χωρίς να προβλέπεται παράλληλα με την εν λόγω διάταξη ότι στην περίπτωση αυτή ο ναυτικός λαμβάνει και δώρα εορτών ωσάν η εργασία του να διήρκησε όλον τον μήνα, ούτε ότι η εργασία του παρατείνεται έως συμπληρώσεως ενός μηνός. Ως εκ τούτου, οι ενάγοντες δεν δικαιούται αναλογία Δώρου Χριστουγέννων 2019 για τις ημέρες των ενδίκων χρονικών διαστημάτων που δεν εργάσθηκαν στο πλοίο της εναγομένης, αλλά κατόπιν μετάθεσης αυτών σε έτερα πλοία του ανωτέρω Ομίλου εργάσθηκαν σε αυτά αδιαλείπτως. Όμοια, κρίνοντας η εκκαλουμένη απόφαση, η οποία υπελόγισε το αναλογούν στους τρεις πρώτους ενάγοντες για την εργασία τους στο πλοίο της εναγομένης, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 53, 54, 60 του ΚΙΝΔ, 105 ΚΔΝΔ και 361 ΑΚ,, απορριπτομένων κατά τούτο του περί του αντιθέτου πρώτου και δευτέρου λόγου έφεσης των ανωτέρω εναγόντων. Περαιτέρω, οι ανωτέρω ενάγοντες, στα πλαίσια του τρίτου λόγου έφεσης, χωρίς να αμφισβητούν ότι στις συμβάσεις ναυτικής εργασίας που κατήρτισαν κατά την πρόσληψή τους από την εναγομένη στο ανωτέρω πλοίο, συνομολογήθηκε ο ανωτέρω όρος 3, σύμφωνα με τον οποίο «Η εταιρεία έχει το αποκλειστικό δικαίωμα και ο ναυτικός συναινεί από τούδε στη μετάθεσή του σε οποιοδήποτε άλλο πλοίο ιδίων μετά της εταιρείας συμφερόντων, ανεξαρτήτως των εκτελούμενων δρομολογίων και εν γένει πλόων ή μη, την οποία μετάθεση και υποχρεούται να αποδεχθεί αμελλητί ο ναυτικός, διαφορετικά η σύμβασή του λύεται αναποζημίωτα. Η αλλαγή των δρομολογίων του πλοίου δεν συνιστά λόγο και δεν παρέχει δικαίωμα στο ναυτικό να καταγγείλει τη σύμβασή του.», ισχυρίσθηκαν ότι αυτός τυγχάνει άκυρος ως «γενικόλογος». Πλήττουν δε το αποδεικτικό πόρισμα της εκκαλουμένης απόφασης καθό μέρος δέχθηκε ότι η εναγομένη δεν είχε υποχρέωση να κατονομάσει συγκεκριμένο πλοίο στο οποίο δύναται να μετατεθεί ο αντισυμβαλλόμενος αυτής ναυτικός. Εν τούτοις, κατά τα αναφερόμενα στην οικεία νομική σκέψη της παρούσας, τυγχάνει έγκυρη και δεν αντιβαίνει στις περίπτωση β της διατάξεως του άρθρου 54 του ΚΙΝΔ, σύμφωνα με την οποία «Η σύμβαση ναυτολόγησης  περιέχει: α) … β) το όνομα του πλοίου, τη χωρητικότητα και το διεθνές αυτού σήμα…» πρόσθετη συμφωνία που συνομολογείται μεταξύ του πλοιοκτήτη ή του εφοπλιστή και του ναυτικού κατά την προκαταρκτική σύμβαση ναυτικής εργασίας αλλά και κατά τη ναυτολόγησή του, με την οποία παρέχεται το δικαίωμα στον πλοιοκτήτη ή τον εφοπλιστή αλλά και στον Πλοίαρχο του πλοίου το δικαίωμα να μεταθέτει το ναυτικό κατά τη διάρκεια της σύμβασης ναυτολόγησής του σε άλλο πλοίο, κατονομαζόμενο ή μη, συνήθως των ιδίων συμφερόντων. Εξάλλου, κατά τα αναφερόμενα ομοίως στην οικεία νομική σκέψη, υποχρέωση προσδιορισμού του πλοίου στο οποίο θα μετατίθεντο κάθε φορά έκαστος των εναγόντων η εναγομένη είχε κατά την υποβολή της δήλωσης μετάθεσης, χωρίς εν τούτοις οι ενάγοντες να αναφέρουν ότι με την αποναυτολόγησή τους λόγω μεταθέσεως η εναγομένη δεν τους εδήλωνε το πλοίο στο οποίο επρόκειτο να ναυτολογηθούν. Περαιτέρω, οι τρεις πρώτοι ενάγοντες, στα πλαίσια του τρίτου λόγου εφέσεως, χωρίς να αρνούνται ότι πράγματι είχαν συνομολογήσει με την εναγομένη ήδη από την πρώτη ναυτολόγησή τους στο ανωτέρω πλοίο της τον ανωτέρω όρο 3, σύμφωνα με τον οποίο παρέχονταν η δυνατότητα σε αυτήν (εναγομένη) μετάθεσης αυτών σε έτερα πλοία του αυτού Ομίλου, πλήττουν το αποδεικτικό πόρισμα της εκκαλουμένης απόφασης για εσφαλμένη ερμηνεία «και εφαρμογή» του εν λόγω όρου, ισχυριζόμενοι ότι αυτοί δεν είχαν συμφωνήσει να εργάζονται με αλλεπάλληλες καθημερινές μεταθέσεις, καλύπτοντας τις ανάγκες πρόσληψης δευτέρου πληρώματος, σε όλα τα ταχύπλοα των εταιρειών του Ομίλου. Ουσιαστικά, με τον ισχυρισμό τους αυτό πλήττουν τον τρόπο υλοποίησης της ανωτέρω πρόσθετης συμφωνίας. Εν τούτοις, το ότι η εναγομένη θα αποναυτολογούσε αυτούς λόγω μεταθέσεώς τους σε έτερο πλοίο του Ομίλου ακόμη και την ίδια ημέρα ναυτολόγησής τους στο πλοίο της, οι ενάγοντες το εγνώριζαν προ της ναυτολογήσεώς της στο ανωτέρω πλοίο της εναγομένης όπως αποδεικνύεται από τη σαφή, περιεχομένη στη με αριθμό 1011/2021 ένορκη βεβαίωση, κατάθεση της …………, υπεύθυνης πληρωμάτων του ανωτέρω Ομίλου. Πράγματι, η εν λόγω μάρτυρας κατέθεσε σχετικά ότι, κατά την πρόσληψη των ήδη τεσσάρων πρώτων εναγόντων, για την οποία αρμόδια ήταν η ίδια, αυτή τους είχε γνωστοποιήσει και οι ανωτέρω τρεις ενάγοντες είχαν συμφωνήσει ότι, με την πρόσληψή τους, θα υπηρετούσαν στα διάφορα πλοία του ανωτέρω Ομίλου, με συχνές μεταθέσεις μεταξύ των πλοίων αυτών, ακόμα και ωρών και ημερών, ανάλογα με τις ανάγκες των δρομολογίων, προκειμένου τα βασικά πληρώματα των εν λόγω πλοίων να συμπληρώνουν τις νόμιμες ώρες ξεκούρασης και να μη γίνεται υπέρβαση του νομίμου ωραρίου απασχόλησης αυτών. Η εν λόγω κατάθεση κρίνεται πειστική, αφού οι τρεις πρώτοι ενάγοντες, όπως απεδείχθη και αναλύεται ανωτέρω, αποδέχθηκαν την αποναυτολόγησή τους επανειλημμένως από το πλοίο της εναγομένης και την άμεση ναυτολόγησή τους την ίδια ή την επομένη ημέρα σε έτερο πλοίο του ανωτέρω Ομίλου, χωρίς να προκύπτει ότι αμέσως με την πρώτη αποναυτολόγησή τους από το πλοίο της εναγομένης διαμαρτυρήθηκαν γι’ αυτό. Περαιτέρω, οι τέσσερις πρώτοι ενάγοντες και ήδη εκκαλούντες, ισχυρίσθηκαν ότι, ο ανωτέρω συνομολογηθείς όρος τυγχάνει άκυρος, ως προδιατυπωμένος όρος και περιελήφθη στις συμβάσεις εργασίας τους από την εναγομένη με σκοπό, ακολούθως, κατά κατάχρηση αυτού, αυτή (εναγομένη) να παραβιάσει τις διατάξεις του ανωτέρω ΠΔ 381/2001 αναφορικά με την τήρηση των χρονικών ορίων απασχόλησης του πληρώματος του πλοίου της, από τις οποίες και απορρέει υποχρέωση του εργοδότη πλοιοκτήτη να τηρεί τις  προϋποθέσεις για την παροχή του προβλεπόμενου χρόνου ανάπαυσης στους ναυτικούς, τις περί υπερωριακής απασχόλησης διατάξεις της εφαρμοζομένης εν προκειμένω ΣΣΝΕ, αλλά και του άρθρου 60 του ΚΙΝΔ. Όλοι οι ανωτέρω αθέμιτοι σκοποί που κατά τους ενάγοντες επεδίωξε να ικανοποιήσει η εναγομένη δια της χρήσεως του εν λόγω όρου, αφορούν την περίπτωση των τριών πρώτων εναγόντων, αφού ο τέταρτος ενάγων, όπως απεδείχθη, κατά την απασχόλησή του στο πλοίο της εναγομένης κατά την πρώτη ναυτολόγησή του, απασχολήθηκε σε εργασίες επισκευής αυτού, οπότε το πλοίο δεν εκτελούσε δρομολόγια. Εν τούτοις, όπως αποδεικνύεται από τη σαφή, περιεχομένη στη με αριθμό ………../2021 ένορκη βεβαίωση, κατάθεση της ………………., υπεύθυνης πληρωμάτων του ανωτέρω Ομίλου κατά την πρόσληψή τους αυτή η ίδια τους είχε γνωστοποιήσει και οι ανωτέρω τρεις ενάγοντες είχαν συμφωνήσει ότι, με την πρόσληψή τους, θα υπηρετούσαν στα διάφορα πλοία του ανωτέρω Ομίλου, με συχνές μεταθέσεις μεταξύ των πλοίων αυτών, ακόμα και ωρών και ημερών, ανάλογα με τις ανάγκες των δρομολογίων, προκειμένου τα βασικά πληρώματά τους να συμπληρώνουν τις νόμιμες ώρες ξεκούρασης και να μη γίνεται υπέρβαση του νομίμου ωραρίου απασχόλησης αυτών. Η εν λόγω κατάθεση κρίνεται πειστική, αφού οι τρεις πρώτοι ενάγοντες, όπως απεδείχθη και αναλύεται ανωτέρω, αποδέχθηκαν την αποναυτολόγησή τους επανειλημμένως από το πλοίο της εναγομένης και την άμεση ναυτολόγησή τους την ίδια ή την επομένη ημέρα σε έτερο πλοίο του ανωτέρω Ομίλου, χωρίς να προκύπτει ότι αμέσως με την πρώτη αποναυτολόγησή τους από το πλοίο της εναγομένης, διαμαρτυρήθηκαν γι’ αυτό. Επιπλέον, δοθέντος ότι ουδείς, εκ των λόγω τριών πρώτων εναγόντων, αξιώνει αμοιβή για υπερωριακή απασχόληση από την εναγομένη, τυχόν παραβίαση των διατάξεων του ΠΔ 381/2001 σχετικά με τον χρόνο εργασίας του βασικού πληρώματος του πλοίου της εναγομένης, γεννά αξιώσεις αυτών (μελών του πρώτου πληρώματος) για καταβολή της δικαιούμενης αμοιβής τους για την υπερωριακή τυχόν απασχόλησή τους και επιπλέον διοικητικές κυρώσεις σε βάρος της εναγομένης. Η τυχόν εκ μέρους της εναγομένης παραβίαση των διατάξεων του Κανονισμού που κυρώθηκε με το ανωτέρω ΠΔ και των ωρών απασχόλησης του βασικού πληρώματος του πλοίου της εναγομένης και πάντως όχι των τριών πρώτων εναγόντων, οι οποίοι δεν προβάλλουν απαιτήσεις από υπερωριακή απασχόληση, δεν θεμελιώνει νόμιμο λόγο εφαρμογής εν προκειμένω του άρθρου 60 του ΚΙΝΔ. Έτι περαιτέρω, ακόμη κι αν με τον τρόπο αυτό, κατά τα ιστορούμενα από τους ανωτέρω ενάγοντες και οι ίδιοι ημερησίως εν τέλει εργάζονταν κατ’ αποτέλεσμα πέραν του κατά τα άνω νομίμου ωραρίου και μάλιστα, με τη συναίνεσή τους κατά παράβαση ουσιαστικά του ανωτέρω ΠΔ που στόχο έχει, για την ασφάλεια της συγκοινωνίας η επαρκής ξεκούραση των πληρωμάτων, ομοίως δεν δύναται να θεμελιώσει αξίωση των εναγόντων – εκκαλούντων προς καταβολή του μηνιαίου τους μισθού κατά τις διατάξεις του άρθρου 60 του ΚΙΝΔ. Έτι περαιτέρω, εν προκειμένω δεν δύναται να τύχει εφαρμογής το άρθρο 60 του ΚΙΝΔ, διότι ως απεδείχθη και αναλύεται ανωτέρω, μετά την εκάστοτε αποναυτολόγηση των τριών πρώτων εναγόντων, λύονταν η ναυτολόγηση αυτών στο ανωτέρω πλοίο της εναγομένης «αμοιβαία συναινέσει» των συμβαλλομένων, η αποναυτολόγησή τους γινόταν κατόπιν έγκυρης μεταξύ τους συμφωνίας περί δυνατότητας της εναγομένης μετάθεσης αυτών στα ανωτέρω πλοία που ακολούθως, ναυτολογούνταν σε έτερο πλοίο του αυτού Ομίλου, ήτοι των αυτών οικονομικών συμφερόντων  χωρίς διακοπή, με τους αυτούς όρους εργασίας, χωρίς ουσιαστική αλλαγή ή δυσμενή μεταβολή στην εργασιακή τους κατάσταση, σύμφωνα με τη βούληση των συμβαλλομένων μερών, αφού, κατά την πρόσληψή τους, οι ενάγοντες  τελούσαν σε γνώση ότι θα κληθούν να απασχοληθούν όχι μόνον σε ένα συγκεκριμένο πλοίο, αλλά σε περισσότερα του ενός πλοία του ιδίου Ομίλου και μάλιστα, οι τρεις πρώτοι των εναγόντων, ως δεύτερο πλήρωμα, πλειστάκις εντός του ιδίου μηνός και συμφώνησαν να παρέχουν τοιουτοτρόπως τις υπηρεσίες τους, με τους ίδιους όρους εργασίας, με αποτέλεσμα, εκ των λόγων τούτων, να μην  συντρέχει στο πρόσωπο αυτών, ο δικαιολογητικός λόγος θέσπισης της διάταξης του άρθρου 60 του ΚΙΝΔ, ο οποίος, κατά την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου, δεν είναι μόνον η αποθάρρυνση της πρόωρης απόλυσης του ναυτικού, ως οι ενάγοντες διατείνονται στα πλαίσια του πρώτου λόγου της ένδικης έφεσής τους, αλλά και η κατά το δυνατόν εξασφάλιση των μέσων διαβίωσής του, σε περίπτωση αιφνίδιας απώλειας της εργασίας του, παρά τη θέλησή του και χωρίς υπαιτιότητά του, ενόσω βρίσκεται σε αναζήτηση εργασίας, αφού στην προκειμένη περίπτωση, οι ανωτέρω ενάγοντες, οι οποίοι κατά την  πρόσληψή τους είχαν συμφωνήσει σε επικείμενη ναυτολόγησή τους σε άλλο πλοίο, συνέχιζαν να ναυτολογούνται χωρίς διακοπή στα πλοία του ανωτέρω Ομίλου, εισπράττοντας τις αναλογούσες στις ημέρες εργασίας τους αποδοχές και δεν υποχρεώθηκαν σε ανεύρεση εργασίας σε άλλον εργοδότη χωρίς έσοδα για τα προς το ζην, σε καμία δε περίπτωση, η εν λόγω διάταξη δεν αποβλέπει στον πλουτισμό του ναυτικού, διά της εισπράξεως αποδοχών πλειστάκις για παρασχεθείσα εργασία υπ’ αυτού κατά το αυτό χρονικό διάστημα. Επομένως, η εκκαλουμένη απόφαση που, κατ’ αποτέλεσμα όμοια έκρινε, έστω και με εν μέρει διαφορετική αιτιολογία που αντικαθίσταται με την παρούσα (άρθρο 534 ΚΠολΔ) ορθά ερμήνευσε τον ανωτέρω όρο 3 των ενδίκων συμβάσεων ναυτικής εργασίας των εναγόντων και δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 174 και 180 ΑΚ, κρίνοντας ως έγκυρο τον ανωτέρω όρο και περαιτέρω, ορθά απέρριψε το αίτημα των ανωτέρω εναγόντων για καταβολή σε αυτούς, κατά τις διατάξεις του άρθρου 60 του ΚΙΝΔ, των τακτικών αποδοχών τους για τις, πέραν των ημερών που πραγματικά αυτοί απασχολήθηκαν στο πλοίο της εναγομένης, ημέρες των ενδίκων χρονικών διαστημάτων, ήτοι για τις, μετά την αποναυτολόγησή τους από αυτό συνεπεία μεταθέσεώς τους σε έτερο πλοίο του Ομίλου, ημέρες των εν λόγω διαστημάτων που δεν εργάσθηκαν σε αυτό, αλλά λόγω μεταθέσεώς τους εργάσθηκαν σε έτερο πλοίο του ανωτέρω Ομίλου και επιπλέον (α) όσον αφορά στον πρώτο εξ αυτών, ενόψει του ότι η τελευταία ναυτολόγησή του στο ανωτέρω πλοίο της εναγομένης έλαβε χώρα την 29.8.2019 και διήρκησε μία ημέρα, αποδοχών είκοσι εννέα ημερών έως της συμπληρώσεως ενός πλήρους μηνός, (β) όσον αφορά στον δεύτερο εξ αυτών, ενόψει του ότι η τελευταία ναυτολόγησή του στο ανωτέρω πλοίο της εναγομένης έλαβε χώρα την 12.9.2019 και διήρκησε μία ημέρα, αποδοχών είκοσι εννέα ημερών έως της συμπληρώσεως ενός πλήρους μηνός, (γ) όσον αφορά στον τρίτο εξ αυτών, ενόψει του ότι η τελευταία ναυτολόγησή του στο ανωτέρω πλοίο της εναγομένης έλαβε χώρα την 7.7.2019 και διήρκησε δύο ημέρες, αποδοχών είκοσι οκτώ ημερών έως της συμπληρώσεως ενός πλήρους μηνός και (δ) όσον αφορά στον τέταρτο εξ αυτών, ενόψει του ότι η πρώτη ναυτολόγησή του στο ανωτέρω πλοίο της εναγομένης έλαβε χώρα την 18.3.2019 και διήρκησε δέκα επτά ημέρες, αποδοχών δέκα τριών ημερών έως της συμπληρώσεως ενός πλήρους μηνός. Κατόπιν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος στην ουσία του και ο τρίτος λόγος έφεσης των εναγόντων.

VI. Περαιτέρω, όπως έγινε δεκτό υπό της εκκαλουμένης αποφάσεως και δεν πλήττεται από κανέναν των διαδίκων με λόγο έφεσης, η εφαρμοστέα εν προκειμένω κατά συμφωνία των διαδίκων Συλλογική Σύμβαση Εργασίας, η οποία ρύθμιζε τις επίδικες ναυτολογήσεις ήταν αυτή των Πληρωμάτων ακτοπλοϊκών επιβατηγών πλοίων έτους 2019, η οποία κυρώθηκε με την ΥΑ 22.42.5 -1.5/56040/2019 (ΦΕΚ β 3170). Όπως δέχθηκε επίσης η εκκαλουμένη απόφαση και κατά τούτο ομοίως δεν αμφισβητείται από κανέναν των διαδίκων, οι ελάχιστες προβλεπόμενες από την εν λόγω ΣΣΝΕ κατά μήνα αποδοχές του πρώτου ενάγοντος, ανήρχοντο στο ποσό των ευρώ 6.997,60 και δη ευρώ 2.972,46 ως μισθός ενεργείας, πλέον ευρώ 653,94 ως επίδομα Κυριακών, πλέον ευρώ 924,08 ως επίδομα αδείας μετά τροφοδοσίας, πλέον ευρώ 54,06 ως επίδομα Πλοιάρχου Α, πλέον ευρώ 36,64 ως επίδομα βαριάς και ανθυγιεινής εργασίας, πλέον ευρώ 431,53ως επίδομα διακυβέρνησης, πλέον ευρώ 178,39 ως επίδομα παραλαβής, ελέγχου στοιβασίας και επίβλεψης φορτοεκφόρτωσης οχημάτων, πλέον ευρώ 1.147,10 ως αμοιβή για την εργασία του κατά τα Σάββατα και τις αργίες, πλέον ευρώ 599,40 ως αντιτίμου τροφής. Ο πρώτος ενάγων, όπως απεδείχθη και αναλύεται ανωτέρω, στο ως άνω πλοίο της εναγομένης εργάσθηκε επί είκοσι έξι ημέρες, γεγονός που δεν αμφισβητείται από την εναγομένη με λόγο έφεσης, με αποτέλεσμα να δικαιούται ως αμοιβή του για την εργασία του αυτή το ποσό των ευρώ (6.997,60 δια 30 επί 26=) 6.064,58, όπως έγινε δεκτό υπό της εκκαλουμένης αποφάσεως και κατά τούτο δεν προσβάλλεται από κανέναν των διαδίκων. Η εναγομένη, δια των εγγράφων προτάσεων που κατέθεσε ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου (σχετικά σελ. 20 επομ.), ισχυρίσθηκε ότι, ο εν λόγω ενάγων, για την εργασία του από 8.5.2019 έως 30.8.2019, εις άπαντα τα πλοία του ανωτέρω Ομίλου, έλαβε μεικτές αποδοχές εκ ποσού ευρώ 22.821,40 συνολικά, εκ των οποίων, ποσό ευρώ 5.186, αναλογεί στις είκοσι πέντε ημέρες εργασίας αυτού (πρώτου ενάγοντος) στο πλοίο της (εναγομένης), το οποίο του κατεβλήθη, όχι μόνον από την ίδια την εναγομένη, αλλά κατά τη δέουσα εκτίμηση των προτάσεών της και δη δια της παράθεσης αποσπάσματος της περιεχομένης στην ανωτέρω ένορκη βεβαίωση κατάθεσης της εξετασθείσας με επιμέλειά της μάρτυρος …… ……, κατά την οποία οι αποδοχές για τις ημέρες εργασίας του πληρώματος του εν λόγω πλοίου κάθε μήνα καταβάλλονταν από οιαδήποτε εταιρεία του Ομίλου σε πλοίο της οποίας υπηρετούσε ο εκάστοτε ναυτικός ή ακόμη και από τη διαχειρίστρια των πλοίων εταιρεία ……………….. και από τρίτους και δη από άπασες τις πλοιοκτήτριες του Ομίλου εταιρείες των οποίων, ως ακολούθως αναλύεται, αποδείξεις καταβολής επικαλείται και προσκομίζει. Ο εν λόγω ισχυρισμός έγινε εν μέρει δεκτός με την εκκαλουμένη απόφαση, για το ποσό των ευρώ 1.542,75. Η εναγομένη, με τον πρώτο λόγο της ένδικης έφεσής της, πλήττει το αποδεικτικό πόρισμα της εκκαλουμένης αποφάσεως, καθό μέρος απέρριψε την περί καταβολής ένστασή της, για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων. Προς απόδειξη του εν λόγω ισχυρισμού της επικαλέσθηκε και προσεκόμισε ως σχετικό 27.5 έγγραφο, φέρον την υπογραφή του εν λόγω πρώτου ενάγοντος και ημερομηνία 30.6.2019, με τον τίτλο «Απόδειξη πληρωμής Αποδοχών Περίοδος Ιουνίου 2019 Ημέρες ασφάλισης 2», στο οποίο αναγράφεται η επωνυμία της εταιρείας …………. και η φράση «Πλοίο: ΤΖ». Στο ίδιο έγγραφο αναγράφεται επίσης «Μισθός ενεργείας 194,28, Επίδομα Κυριακής 42,74, Βασικός Μισθός 237,02, Αποδοχές αδείας 53,87, Ειδικό επίδομα 3,53, Επίδομα βαρείας/ανθυγ. Εργασίας 2,39, Επίδομα Διακυβέρνησης 28,20, επίδομα εκφόρτωσης 11,66, υπερωριακή απασχόληση Σαββάτου 58,40, αντίτιμο τροφής 6,53, αναλογία Δώρων Χριστουγέννων – Πάσχα 57,39, ΣΥΝΟΛΟ ΑΠΟΔΟΧΩΝ 498,18 Ασφαλιστικές κρατήσεις εργαζομένου ΝΑΤ 66,60, σύνολο ασφαλιστικών κρατήσεων 66,60 Κρατήσεις ΦΜΥ 64,78, πληρωτέες αποδοχές 366,80, Προκαταβολή 120,00, υπόλοιπο πληρωτέων αποδοχών 246,80». Στο έγγραφο αυτό έχει επισυναφθεί έτερο έγγραφο, φέρον τον τίτλο «Αναλυτική αναφορά εκτελέσεως Πληρωμών» της Τράπεζας ………….., από το οποίο προκύπτει η καταβολή του ποσού των ευρώ 246,80 σε τραπεζικό λογαριασμό του εν λόγω (πρώτου ενάγοντος). Επιπλέον, η εναγομένη επικαλείται ως σχετικό 27.9 και προσκομίζει έγγραφο, φέρον την υπογραφή του εν λόγω πρώτου ενάγοντος και ημερομηνία 31.8.2019, με τον τίτλο «Απόδειξη πληρωμής Αποδοχών Περίοδος Αύγουστος 2019 Ημέρες ασφάλισης 5», στο οποίο αναγράφεται η επωνυμία της αυτής ως άνω εταιρείας …………….. και η φράση «Πλοίο: ΤΖ». Στο ίδιο έγγραφο αναγράφεται «Μισθός ενεργείας 485,70, Επίδομα Κυριακής 106,85, Βασικός Μισθός 592,55, Αποδοχές αδείας 134,67, Ειδικό επίδομα 8,83, Επίδομα βαρείας/ανθυγ. Εργασίας 5,99, Επίδομα Διακυβέρνησης 70,51, επίδομα εκφόρτωσης 29,15, υπερωριακή απασχόληση Σαββάτου 145,99, αντίτιμο τροφής 97,95, αντίτιμο τροφής αποδοχών αδείας 16,32, αναλογία Δώρων Χριστουγέννων – Πάσχα 143,48, ΣΥΝΟΛΟ ΑΠΟΔΟΧΩΝ 1.245,44 Ασφαλιστικές κρατήσεις εργαζομένου ΝΑΤ 151,18, σύνολο ασφαλιστικών κρατήσεων 151,18 Κρατήσεις ΦΜΥ 164,25, πληρωτέες αποδοχές 930,01, Προκαταβολή 145,00, υπόλοιπο πληρωτέων αποδοχών 785,01», συνοδεύεται δε από δύο έγγραφα ηλεκτρονικής μεταφοράς, από την ανωτέρω εταιρεία με την επωνυμία …………… σε τραπεζικό λογαριασμό του ενάγοντος, την 24.6.2019, του ποσού των ευρώ 785,01, με αιτιολογία καταβολής «EX.SH TJ» και το δεύτερο του ποσού των ευρώ 145,00, με αιτιολογία καταβολής «ΕΞ.ΣΗ 8/19 ΜΙΣΘΟΔΟΣΙΑ». Επιπλέον τούτων, προς απόδειξη του ανωτέρω περί καταβολής ισχυρισμού της, η εναγομένη προσκομίζει (α) ως σχετικό 27.1, έγγραφο φέρον την υπογραφή του εν λόγω πρώτου ενάγοντος, άνευ ημερομηνίας, με τον τίτλο «Απόδειξη πληρωμής Αποδοχών Περίοδος Μάιος 2019 Ημέρες ασφάλισης 1», το οποίο αναφέρει την επωνυμία της εταιρείας με την επωνυμία …………. και περιέχεται η φράση «Πλοίο: ΝΖ», με σύνολο μεικτών αποδοχών το ποσό των ευρώ 220,39 και καταβλητέο το ποσό των ευρώ 154,68, συνοδευόμενο από απόδειξη κατάθεσης στον τραπεζικό λογαριασμό του ενάγοντος, την 13.6.2019, του ανωτέρω ποσού των ευρώ 154,68, με εντολέα καταβολής την ανωτέρω εταιρεία ………… και αναφορά δίπλα στη φράση «Είδος Πληρωμών» της λέξεως μισθοδοσία, (β) ως σχετικό 27.2, έγγραφο φέρον την υπογραφή του εν λόγω πρώτου ενάγοντος και ημερομηνία 31.5.2019, με τον τίτλο «Απόδειξη πληρωμής Αποδοχών Περίοδος Μάιος 2019 Ημέρες ασφάλισης 10», επιπλέον αναφέρει την επωνυμία της εταιρείας ……….. και τη φράση «Πλοίο: CV», με σύνολο μεικτών αποδοχών το ποσό των ευρώ 3.140,88 και καταβλητέο το ποσό των ευρώ 800 ως προκαταβολή και υπόλοιπο ευρώ 1.547,35, συνοδευόμενο από ένα αποδεικτικό ηλεκτρονικής μεταφοράς σε τραπεζικό λογαριασμό του ενάγοντος, του ποσού των ευρώ 800 με εντολέα την εταιρεία …………. και μία απόδειξη κατάθεσης στον τραπεζικό λογαριασμό του ενάγοντος, την 14.6.2019, του ποσού των ευρώ 1.547,35, με εντολέα την εταιρεία …………….. και αναφορά δίπλα στη φράση «Είδος Πληρωμών» της λέξεως μισθοδοσία, (γ) ως σχετικό 27.3, έγγραφο φέρον την υπογραφή του εν λόγω πρώτου ενάγοντος και ημερομηνία 30.6.2019, με τον τίτλο «Απόδειξη πληρωμής Αποδοχών Περίοδος Ιούνιος 2019 Ημέρες ασφάλισης 26» το οποίο φέρει την επωνυμία της εταιρείας ………….. και περιέχει τη φράση «Πλοίο: CV», με σύνολο μεικτών αποδοχών το ποσό των ευρώ 6.476,28 και καταβλητέο το ποσό των ευρώ 1.375 ως προκαταβολή και υπόλοιπο ευρώ 3.206,69, συνοδευόμενο από μία απόδειξη κατάθεσης στον τραπεζικό λογαριασμό του ενάγοντος την 8.7.2019 του ποσού των ευρώ 3.206,69, με εντολέα την εταιρεία ……………. και αναφορά δίπλα στη φράση «Είδος Πληρωμών» της λέξεως μισθοδοσία, (δ) ως σχετικό 27.4, έγγραφο, φέρον την υπογραφή του εν λόγω πρώτου ενάγοντος και ημερομηνία 30.6.2019, με τον τίτλο «Απόδειξη πληρωμής Αποδοχών Περίοδος Ιούνιος 2019 Ημέρες ασφάλισης 2», αναφέρει την επωνυμία της εταιρείας ………………. και περιέχεται η φράση «Πλοίο: CJ 2», με σύνολο μεικτών αποδοχών το ποσό των ευρώ 352,53 και καταβλητέο το ποσό των ευρώ 243,00, συνοδευόμενο από μία απόδειξη κατάθεσης στον τραπεζικό λογαριασμό του ενάγοντος την 8.7.2019 του ποσού των ευρώ 243, με εντολέα την εταιρεία …………… και αναφορά δίπλα στη φράση «Είδος Πληρωμών» της λέξεως μισθοδοσία, (ε) ως σχετικό 27.6, έγγραφο, φέρον την υπογραφή του εν λόγω πρώτου ενάγοντος άνευ ημερομηνίας, με τον τίτλο «Απόδειξη πληρωμής Αποδοχών Περίοδος Ιούλιος 2019 Ημέρες ασφάλισης 2», αναφέρει την επωνυμία της εταιρείας …………….. και τη φράση «Πλοίο: WCJ», με σύνολο μεικτών αποδοχών το ποσό των ευρώ 498,18 και καταβλητέο το ποσό των ευρώ 50 ως προκαταβολή και ευρώ 316,80 ως υπόλοιπο, συνοδευόμενο από μία απόδειξη κατάθεσης στον τραπεζικό λογαριασμό του ενάγοντος την 6.8.2019 δυσανάγνωστου ποσού, με εντολέα την εταιρεία ……………. και αναφορά δίπλα στη φράση «Είδος Πληρωμών» της λέξεως μισθοδοσία, (στ) ως σχετικό 27.7 έγγραφο, φέρον την υπογραφή του εν λόγω πρώτου ενάγοντος, άνευ ημερομηνίας, με τον τίτλο «Απόδειξη πληρωμής Αποδοχών Περίοδος Ιούλιος 2019 Ημέρες ασφάλισης 16», αναφέρει την επωνυμία της εταιρείας με την επωνυμία ……….. και περιέχει τη φράση «Πλοίο: CV», με σύνολο μεικτών αποδοχών το ποσό των ευρώ 3.985,40 και καταβλητέο το ποσό των ευρώ 365,00 ως προκαταβολή και υπόλοιπο ευρώ 2.507,04, συνοδευόμενο από μία απόδειξη κατάθεσης στον τραπεζικό λογαριασμό του ενάγοντος την 8.8.2019 του ποσού των ευρώ 2.507,04 με εντολέα την εταιρεία ………….. και αναφορά δίπλα στη φράση «Είδος Πληρωμών» της λέξεως μισθοδοσία, (ζ) ως σχετικό 27.8, έγγραφο, φέρον την υπογραφή του εν λόγω πρώτου ενάγοντος, άνευ ημερομηνίας, με τον τίτλο «Απόδειξη πληρωμής Αποδοχών Περίοδος Ιούλιος 2019 Ημέρες ασφάλισης 12» αναγράφει την επωνυμία της εταιρείας …………… και τη φράση «Πλοίο: CJ 2», με σύνολο μεικτών αποδοχών το ποσό των ευρώ 2.989,05 και καταβλητέο το ποσό των ευρώ 300,00, ως προκαταβολή και υπόλοιπο ευρώ 1.880,71, συνοδευόμενο από μία απόδειξη κατάθεσης στον τραπεζικό λογαριασμό του ενάγοντος την 8.8.2019 του ποσού των ευρώ 1.880,71, με εντολέα την εταιρεία ……………. και αναφορά δίπλα στη φράση «Είδος Πληρωμών» της λέξεως μισθοδοσία, (η) ως σχετικό 27.10, έγγραφο, φέρον την υπογραφή του εν λόγω πρώτου ενάγοντος, με ημερομηνία 31.8.2019, με τον τίτλο «Απόδειξη πληρωμής Αποδοχών Περίοδος Αύγουστος 2019 Ημέρες ασφάλισης 8» αναγράφεται η επωνυμία της εταιρείας ……………… και η φράση «Πλοίο: WCJ», με σύνολο μεικτών αποδοχών το ποσό των ευρώ 1.992,70 και καταβλητέο το ποσό των ευρώ 225,00 ως προκαταβολή και ευρώ 1.251,54 ως υπόλοιπο, συνοδευόμενο από μία απόδειξη ηλεκτρονική μεταφοράς χρημάτων στον τραπεζικό λογαριασμό του ενάγοντος ποσού ευρώ 1.251,54, με αναφορά στα στοιχεία του εντολέα την εταιρεία …………….. και αιτιολογία «EX. SH. WCJ» και μία απόδειξη ηλεκτρονικής μεταφοράς χρημάτων στον τραπεζικό λογαριασμό του ενάγοντος, ποσού ευρώ 225,00, με αναφορά στα στοιχεία του εντολέα την εταιρεία ………….. και αιτιολογία «EΞ.ΣH. 8/19 ΜΙΣΘΟΔΟΣΙΑ», (θ) ως σχετικό 27.11, έγγραφο φέρον την υπογραφή του εν λόγω πρώτου ενάγοντος, με ημερομηνία 31.8.2019, με τον τίτλο «Απόδειξη πληρωμής Αποδοχών Περίοδος Αύγουστος 2019 Ημέρες ασφάλισης 10» αναγράφεται η επωνυμία της εταιρείας ……………… και η φράση «Πλοίο: CV», με σύνολο μεικτών αποδοχών το ποσό των ευρώ 2.490,88 και καταβλητέο το ποσό των ευρώ 1.410,67 ως προκαταβολή και υπόλοιπο ευρώ 416,68, συνοδευόμενο από δύο αποδείξεις ηλεκτρονικής μεταφοράς χρημάτων στον τραπεζικό λογαριασμό του ενάγοντος ποσού ευρώ 1.410,67 και 4.016,42, αντίστοιχα, με αναφορά στα στοιχεία του εντολέα την εταιρεία ………. και αιτιολογία «EX.SH CV» και «EΞ.ΣH. 8/19 ΜΙΣΘΟΔΟΣΙΑ», αντίστοιχα και (ι) ως σχετικό 27.12, έγγραφο, φέρον την υπογραφή του εν λόγω πρώτου ενάγοντος, με ημερομηνία 31.8.2019, με τον τίτλο «Απόδειξη πληρωμής Αποδοχών Περίοδος Αύγουστος 2019 Ημέρες ασφάλισης 7», αναγράφεται η επωνυμία της εταιρείας ………… και η φράση «Πλοίο: CJ 2», με σύνολο μεικτών αποδοχών το ποσό των ευρώ 1.743,62 και καταβλητέο το ποσό των ευρώ 195,00, ως προκαταβολή και υπόλοιπο ευρώ 1.098,67, συνοδευόμενο από δύο αποδείξεις ηλεκτρονικής μεταφοράς χρημάτων στον τραπεζικό λογαριασμό του ενάγοντος ποσού ευρώ 1.098,67 και 195,00, αντίστοιχα, με αναφορά στα στοιχεία του εντολέα την εταιρεία …………. και αιτιολογία «EX.SH CJΙΙ» και «EΞ.ΣH. 8/19 ΜΙΣΘΟΔΟΣΙΑ», αντίστοιχα. Ο πρώτος ενάγων, με την προσθήκη επί των προτάσεων που κατέθεσε ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου (σχετικά σελ. 23 επ.), αλλά και με τις ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου προτάσεις του επί της εφέσεως της εναγομένης (σχετικά σελ. 6 επ.), αρνήθηκε τον ανωτέρω ισχυρισμό της εναγομένης, αρνήθηκε δηλαδή ότι έναντι της ανωτέρω ένδικης απαίτησής του έλαβε το ποσό των ευρώ 5.186,00 δια καταβολών από τις λοιπές ως άνω, πλην της εναγομένης εταιρείες του ανωτέρω Ομίλου, αποδεχόμενος ότι αυτός έλαβε μόνον τα ποσά που αναφέρονται στις προσκομιζόμενες από την εναγομένη, ως συνοδεύουσες τις προσκομιζόμενες ως σχετικά 27.5 και 27.9 αποδείξεις καταβολής, αποδείξεις κατάθεσης στον τραπεζικό του λογαριασμό. Η εναγομένη, η οποία έχει και το βάρος απόδειξης του ισχυρισμού της περί μερικής καταβολής, δεν απέδειξε ότι πράγματι ο ενάγων, έναντι της ανωτέρω απαίτησής του για διαφορές αποδοχών για την εργασία του στο ανωτέρω πλοίο της εναγομένης, έλαβε οιοδήποτε ποσό, πλέον του ποσού των ευρώ 1.542,75, όπως δέχθηκε και η εκκαλουμένη απόφαση, κατά μερική παραδοχή της περί καταβολής ενστάσεως αυτής, ποσό άλλωστε το οποίο αποδεικνύεται εγγράφως και δη, από τις προσκομιζόμενες ως σχετικά 27.5 και 27.9 από την εναγομένη αποδείξεις πληρωμής, στις οποίες αναγράφεται η επωνυμία της αυτής (εναγομένης) και το όνομα του ανωτέρω πλοίου της, χωρίς βέβαια συνυπολογισμό της καταβολής με αιτιολογία δώρου εορτών. Οι καταβολές στον ενάγοντα που έλαβαν χώρα σύμφωνα με τις, συνοδεύουσες τις προσκομιζόμενες από την εναγομένη ως σχετικά 27.1, 27.2, 27.3, 27.4., 27.6, 27.7, 27.8, 27.10, 27.11. και 37.12 αποδείξεις πληρωμής, αποδείξεις κατάθεσης ή κατά περίπτωση ηλεκτρονικής μεταφοράς χρηματικών ποσών στον τραπεζικό λογαριασμό αυτού (πρώτου ενάγοντος), δεν απεδείχθη ότι έλαβαν χώρα από τις καταβάλλουσες τα αναφερόμενα στις αποδείξεις αυτές χρηματικά ποσά, ανωτέρω εταιρείες ως τρίτους, στα πλαίσια των διατάξεων των άρθρων 317 – 319 ΑΚ, έναντι των ενδίκων απαιτήσεων του ενάγοντος για διαφορές αποδοχών του από την εργασία του στο ανωτέρω πλοίο της εναγομένης. Πράγματι, στις ανωτέρω αναλυτικά αναφερόμενες και προσκομιζόμενες από την εναγομένη ως σχετικά 27.1, 27.2, 27.3, 27.4., 27.6, 27.7, 27.8, 27.10, 27.11. και 37.12 αποδείξεις πληρωμής, όπως απεδείχθη και αναλύεται ανωτέρω, αναγράφεται η επωνυμία έτερης εταιρείας του Ομίλου και όχι της εναγομένης, καθώς επίσης αναγράφεται το όνομα ετέρου πλοίου του Ομίλου και όχι του πλοίου της εναγομένης. Καμία αναφορά στις εν λόγω αποδείξεις δεν γίνεται, ότι οι καταβολές αυτές αφορούν και τις ένδικες απαιτήσεις του ενάγοντος κατά της εναγομένης. Επιπλέον, τέτοια αναφορά δεν γίνεται ούτε στις συνοδεύουσες τις αποδείξεις πληρωμής, αποδείξεις καταβολής ή κατά περίπτωση, ως αναλύεται ανωτέρω, ηλεκτρονικής μεταφοράς των ανωτέρω ποσών στον τραπεζικό λογαριασμό του ενάγοντος με εντολέα έτερη εταιρεία του Ομίλου και όχι την εναγομένη. Εξάλλου, από μόνη την καταβολή των ανωτέρω ποσών, δοθέντος ότι ο εν λόγω (πρώτος) ενάγων, εργάσθηκε στα πλοία που αναφέρονται στις εν λόγω αποδείξεις, δεν δύναται να συναχθεί ότι οι καταβολές αυτές αφορούν τις ένδικες απαιτήσεις του ενάγοντος έναντι της εναγομένης. Μάλιστα, η ίδια η εναγομένη, στα πλαίσια του υπό κρίση ισχυρισμού της δεν αναφέρει συγκεκριμένα ποσά, τα οποία κατεβλήθησαν από συγκεκριμένη εκ των ανωτέρω εταιρειών, έναντι των ενδίκων απαιτήσεων του ενάγοντος. Σε αντίθετη κρίση το Δικαστήριο δεν δύναται να αχθεί από την ανωτέρω ένορκη βεβαίωση της …… ……, η οποία κατέθεσε σχετικά, κατ’ ακριβή διατύπωση «…. Οι πληρωμές των αποδοχών των παραπάνω ναυτικών για κάθε ημέρα υπηρεσίας τους, γινόντουσαν διατραπεζικά με εμβάσματα σε ατομικούς λογαριασμούς τους στην τράπεζα ………… Κάθε μήνα εκδίδετο από το κοινό λογιστήριο του Ομίλου “………….” στον Πειραιά, αναλυτική απόδειξη πληρωμής αποδοχών στην οποία αναφερόντουσαν ακριβώς οι ημέρες εργασίας κάθε ναυτικού και τα ποσά που πληρωνόντουσαν για κάθε συγκεκριμένη αιτία. Οι αποδοχές για τις ημέρες εργασίας του πληρώματος κάθε μήνα, πληρωνόντουσαν στους ναυτικούς από οποιαδήποτε εταιρεία του Ομίλου σε πλοίο της οποίας υπηρετούσε, ή ακόμη και από την διαχειρίστρια των πλοίων εταιρεία “………”. Για το σύνολο των ημερών εργασίας σε κάθε πλοίο κάθε μήνα, έβγαινε εκκαθαριστικό σημείωμα το οποίο κάλυπτε τις αποδοχές των ημερών αυτών υπηρεσίας των ναυτικών μέσα στο μήνα. Αυτά τα αναλυτικά εκκαθαριστικά σημειώματα -αποδείξεις πληρωμής αποδοχών, έβγαιναν στο τέλος κάθε μήνα από το μοναδικό λογιστήριο της επιχείρησης “………” στον Πειραιά και αφορούσαν τις αποδοχές για τις ημέρες υπηρεσίας του κάθε ναυτικού μέσα στο μήνα, και ο κάθε ναυτικός έπαιρνε αντίγραφο…». Η εν λόγω κατάθεση είναι παντελώς αόριστη, αφού δεν αναφέρει ποία εκ των ανωτέρω εταιρειών του Ομίλου, κατέβαλε πότε και ποίο ποσό προς εξόφληση της απαιτήσεως του ενάγοντος για διαφορές αποδοχών από την εργασία του στο ανωτέρω πλοίο της εναγομένης. Σε αντίθετη κρίση το Δικαστήριο δεν δύναται να αχθεί ούτε από την περιεχομένη στη με αριθμό ……./2021 ένορκη βεβαίωση, κατάθεση του ……………, κατά την οποία, κατ’ ακριβή διατύπωση «… Τις αποδοχές μας τις πληρωνόμασταν με εμβάσματα σε ατομικούς μας λογαριασμούς από οποιαδήποτε εταιρεία της επιχείρησης “………….”, ανεξάρτητα από το πλοίο στο οποίο είχαμε εργαστεί μέσα στο μήνα και σημειωνόντουσαν σε αποδείξεις πληρωμής αποδοχών που μας έδινε η εταιρεία κάθε μήνα, στις οποίες σημείωνε τις αποδοχές μας για κάθε μήνα και τις οποίες υπογράφαμε αφού είχαμε εισπράξει τα ποσά που έγραφαν και κρατούσαμε αντίγραφο…». Και η εν λόγω κατάθεση είναι παντελώς αόριστη, αφού ο ανωτέρω μάρτυρας δεν κατέθεσε ποίο ποσό κατεβλήθη από ποία εκ των ανωτέρω εταιρειών του Ομίλου και πότε, έναντι των απαιτήσεων του πρώτου ενάγοντος για διαφορές αποδοχών από την εργασία του στο πλοίο της εναγομένης. Εξάλλου, εάν πράγματι με τις ανωτέρω καταβολές οι ανωτέρω τρίτες εταιρείες του Ομίλου, εξοφλούσαν τις ένδικες ως άνω απαιτήσεις του ενάγοντος για διαφορές αποδοχών από την εργασία του στην εναγομένη, λογικό και αναμενόμενο ήταν, αυτές να αναγράψουν σαφώς στις ως άνω έγγραφες αποδείξεις τους, τα ποσά που κατέβαλαν για λογαριασμό της εναγομένης, αφού πρόκειται για εξόφληση ξένης απαίτησης. Επομένως, από τη συνεκτίμηση του συνόλου των αποδείξεων, απεδείχθη ότι, η εναγομένη έναντι της ανωτέρω απαίτησης του πρώτου ενάγοντος για διαφορές αποδοχών από την εργασία του στο ως άνω πλοίο αυτής (εναγομένης), κατέβαλε σε αυτόν (πρώτο ενάγοντα) το ποσό των ευρώ 1.542,75, όπως κατ΄ ορθή εκτίμηση των αποδείξεων δέχθηκε και η εκκαλουμένη απόφαση και όχι το ποσό των ευρώ 5.186,68 όπως αβασίμως διατείνεται η εναγομένη με τον πρώτο υπό κρίση λόγο έφεσής της, με αποτέλεσμα για την εν λόγω αιτία, αυτή (εναγομένη) να συνεχίζει να οφείλει στον πρώτο ενάγοντα το ποσό των ευρώ (6.064,58 μείον 1.542,75=) 4.521,83, όπως κατ’ ορθή εκτίμηση των αποδείξεων δέχθηκε και η εκκαλουμένη απόφαση, απορριπτομένου του πρώτου λόγου της ένδικης έφεσης της εναγομένης ως αβασίμου στην ουσία του. Περαιτέρω, όπως δέχθηκε και η εκκαλουμένη απόφαση, ο πρώτος  ενάγων, για την απασχόλησή του, κατά τις ανωτέρω είκοσι έξι ημέρες εντός του χρονικού διαστήματος από 3.6.2019 έως 29.8.2019, στο ανωτέρω πλοίο της εναγομένης, εδικαιούτο αναλογίας Δώρου εορτών Χριστουγέννων 2019, ανερχομένη στο ποσό των ευρώ 766,93. Η εναγομένη, δια των εγγράφων προτάσεων που κατέθεσε ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου (σχετικά σελ. 20 επομ.), ισχυρίσθηκε ότι, ο εν λόγω (πρώτος) ενάγων για την εργασία του από 8.5.2019 έως 30.8.2019 εις άπαντα τα πλοία του ανωτέρω Ομίλου, έλαβε για την εν λόγω αιτία (αναλογία Δώρου Χριστουγέννων 2019), το ποσό των ευρώ 2.812,12 συνολικά, εκ του οποίου ποσό ευρώ 639,12 έλαβε ως αναλογία του εν λόγω Δώρου εορτών για την εργασία του στο πλοίο της εναγομένης κατά το ένδικο διάστημα. Το ποσό αυτό ο πρώτος ενάγων έλαβε, κατά τη δέουσα εκτίμηση του περί μερικής καταβολής ισχυρισμού της εναγομένης, κατά ένα μέρος  από την ίδια και κατά ένα μέρος, δια της παραθέσεως αποσπάσματος της περιεχομένης στην ανωτέρω ένορκη βεβαίωση κατάθεσης της εξετασθείσας με επιμέλειά της μάρτυρος …… ……, κατά την οποία οι αποδοχές για τις ημέρες εργασίας του πληρώματος του εν λόγω πλοίου κάθε μήνα καταβάλλονταν από οιαδήποτε εταιρεία του Ομίλου σε πλοίο της οποίας υπηρετούσε ο εκάστοτε ναυτικός ή ακόμη και από τη διαχειρίστρια των πλοίων εταιρεία ………., από τρίτον και δη έτερες εταιρείες του Ομίλου. Ο εν λόγω ισχυρισμός της εναγομένης, έγινε εν μέρει δεκτός με την εκκαλουμένη απόφαση για το ποσό των ευρώ 200,87, ποσό το οποίο αποδεικνύεται άλλωστε ότι κατέβαλε η εναγομένη από τις προσκομιζόμενες από αυτήν, ως σχετικά 27.5 και 27.9, αποδείξεις πληρωμής, στις οποίες αναγράφεται η επωνυμία της αυτής (εναγομένης) και το όνομα του ανωτέρω πλοίου της. Η εναγομένη, με τον δεύτερο λόγο της ένδικης έφεσής της, πλήττει το ανωτέρω αποδεικτικό πόρισμα της εκκαλουμένης αποφάσεως, καθό μέρος απέρριψε την περί μερικής καταβολής ένστασή της, για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων. Προς απόδειξη του εν λόγω ισχυρισμού της επικαλέσθηκε ως σχετικά 27.1 έως 27.12 και προσεκόμισε τις προαναφερόμενες και αναλυτικώς ως άνω μνημονευόμενες αποδείξεις πληρωμής αποδοχών, μετά των συνημμένων σε αυτές αποδείξεων κατάθεσης ή κατά περίπτωση, ως αναλύεται ανωτέρω, διατραπεζικών μεταφορών, των αναφερομένων σε αυτές χρηματικών ποσών, στον τραπεζικό λογαριασμό του πρώτου ενάγοντος. Ο πρώτος ενάγων, αρνήθηκε τον ανωτέρω ισχυρισμό της εναγομένης. Η εναγομένη δε, η οποία έχει και το βάρος απόδειξης του ισχυρισμού της περί μερικής καταβολής, δεν απέδειξε ότι πράγματι ο ενάγων, έναντι της ένδικης απαίτησής του για καταβολή του ποσού των ευρώ 766,93 ως αναλογία Δώρου Χριστουγέννων 2019 από την εργασία του στο πλοίο της εναγομένης, έλαβε οιοδήποτε ποσό, πλέον του ποσού των ευρώ 200,87, που δέχθηκε η εκκαλουμένη απόφαση, κατά μερική παραδοχή της περί μερικής καταβολής ενστάσεως αυτής, ποσό άλλωστε το οποίο αποδεικνύεται εγγράφως και δη, από τις προσκομιζόμενες ως σχετικά 27.5 και 27.9 από την εναγομένη αποδείξεις πληρωμής, στις οποίες αναγράφεται η επωνυμία της εναγομένης και το όνομα του ανωτέρω πλοίου της. Οι καταβολές στον ενάγοντα που έλαβαν χώρα σύμφωνα με τις, συνοδεύουσες τις προσκομιζόμενες από την εναγομένη ως σχετικά 27.1, 27.2, 27.3, 27.4., 27.6, 27.7, 27.8, 27.10, 27.11. και 37.12 αποδείξεις πληρωμής, αποδείξεις κατάθεσης ή κατά περίπτωση ηλεκτρονικής μεταφοράς χρηματικών ποσών στον τραπεζικό λογαριασμό αυτού (πρώτου ενάγοντος), δεν απεδείχθη ότι έλαβαν χώρα από τις καταβάλλουσες ανωτέρω εταιρείες ως τρίτους, στα πλαίσια των διατάξεων των άρθρων 317 – 319 ΑΚ, έναντι της ένδικης απαίτησης του πρώτου ενάγοντος για καταβολή της δικαιούμενης υπ’ αυτού αναλογίας Δώρου Χριστουγέννων 2019 από την εργασία του στο ανωτέρω πλοίο της εναγομένης. Πράγματι, στις ανωτέρω αναλυτικά αναφερόμενες και προσκομιζόμενες από την εναγομένη ως σχετικά 27.1, 27.2, 27.3, 27.4., 27.6, 27.7, 27.8, 27.10, 27.11. και 37.12 αποδείξεις πληρωμής, όπως απεδείχθη και αναλύεται ανωτέρω, αναγράφεται η επωνυμία έτερης εταιρείας του Ομίλου και όχι της εναγομένης, καθώς επίσης αναγράφεται το όνομα ετέρου πλοίου του Ομίλου και όχι του πλοίου της εναγομένης. Καμία αναφορά στις εν λόγω αποδείξεις δεν γίνεται, ότι οι καταβολές αυτές αφορούν και τις ένδικες απαιτήσεις του ενάγοντος κατά της εναγομένης. Επιπλέον, τέτοια αναφορά δεν γίνεται ούτε στις συνοδεύουσες τις αποδείξεις πληρωμής, αποδείξεις καταβολής ή κατά περίπτωση, ως αναλύεται ανωτέρω, ηλεκτρονικής μεταφοράς των ανωτέρω ποσών στον τραπεζικό λογαριασμό του ενάγοντος με εντολέα έτερη εταιρεία του Ομίλου και όχι την εναγομένη. Εξάλλου, από μόνη την καταβολή των αναφερομένων στις εν λόγω αποδείξεις χρηματικών  ποσών, δοθέντος ότι ο εν λόγω (πρώτος) ενάγων, εργάσθηκε στα πλοία που αναφέρονται στις εν λόγω αποδείξεις, δεν δύναται να συναχθεί ότι οι καταβολές αυτές αφορούν την ένδικη απαίτηση του ενάγοντος έναντι της εναγομένης. Μάλιστα, η ίδια η εναγομένη, στα πλαίσια του υπό κρίση ισχυρισμού της δεν αναφέρει συγκεκριμένα ποσά, τα οποία κατεβλήθησαν από συγκεκριμένη εκ των ανωτέρω εταιρειών, έναντι της εν λόγω απαίτησης του πρώτου ενάγοντος. Σε αντίθετη κρίση το Δικαστήριο δεν δύναται να αχθεί ούτε από τις προμνημονευθείσες ένορκες βεβαιώσεις των εξετασθέντων με επιμέλεια της εναγομένης …… …… και Γεωργίου Βαζούρα, το περιεχόμενο των οποίων (ενόρκων αυτών βεβαιώσεων), κατά το ενδιαφέρον εν προκειμένω σημείο, παρατίθεται κατ’ ακριβή διατύπωση ανωτέρω, αφού στις εν λόγω μαρτυρικές καταθέσεις, όπως αναλύεται και ανωτέρω, γίνεται γενική και αόριστη αναφορά ότι οι αποδοχές των πληρωμάτων των πλοίων του Ομίλου, γίνονταν όχι μόνον από την πλοιοκτήτρια του πλοίου που κάθε φορά απασχολείτο ο ναυτικός, αλλά και από έτερες εταιρείες του Ομίλου και τη διαχειρίστρια των πλοίων εταιρεία, χωρίς εν τούτοις αυτοί να καταθέτουν σαφώς ποία εκ των ανωτέρω εταιρειών του Ομίλου, κατέβαλε πότε και ποίο ποσό προς εξόφληση της ένδικης απαιτήσεως του πρώτου ενάγοντος για υπόλοιπο αναλογίας Δώρου Χριστουγέννων 2019, από την εργασία του στο ανωτέρω πλοίο της εναγομένης. Εξάλλου, εάν πράγματι με τις ανωτέρω καταβολές οι ανωτέρω τρίτες εταιρείες του Ομίλου, εξοφλούσαν την εν λόγω απαίτηση του πρώτου ενάγοντος για υπόλοιπο Δώρου Χριστουγέννων 2019 από την εργασία του στο ανωτέρω πλοίο της εναγομένης, λογικό και αναμενόμενο είναι, αυτές να αναγράψουν σαφώς στις ως άνω έγγραφες αποδείξεις τους, τα ποσά που κατέβαλαν για λογαριασμό της εναγομένης. Επομένως, από τη συνεκτίμηση του συνόλου των αποδείξεων, απεδείχθη ότι, η εναγομένη έναντι των απαιτήσεων του εν λόγω πρώτου ενάγοντος για αναλογία Δώρου εορτών Χριστουγέννων 2019 από την εργασία του στο ανωτέρω πλοίο της, κατέβαλε σε αυτόν (πρώτο ενάγοντα) το ποσό των ευρώ 200,87 και όχι το ποσό των ευρώ 639,12, ως αβασίμως αυτή (εναγομένη) διατείνεται με τον υπό κρίση δεύτερο λόγο έφεσης, με αποτέλεσμα, αυτή (εναγομένη) για την εν λόγω αιτία, να συνεχίζει να οφείλει στο, πρώτο ενάγοντα  το ποσό των ευρώ (766,93 μείον 200,87=) 566,06, όπως κατ’ ορθή εκτίμηση των αποδείξεων δέχθηκε και η εκκαλουμένη απόφαση, απορριπτομένου του δευτέρου λόγου της ένδικης έφεσης της εναγομένης ως αβασίμου στην ουσία του. Συνολικά, επομένως, η εναγομένη, για τις ανωτέρω αιτίες οφείλει να καταβάλει στον πρώτο ενάγοντα το ποσό των ευρώ [4.521,83 + 566,06=] 5.087,89, νομιμοτόκως κατά τις διατάξεις των άρθρων 345 και 346 ΑΚ και δη με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από την επομένης της τελευταίας αποναυτολογήσεώς του, όπως δέχθηκε και η εκκαλουμένη απόφαση, έως της εγέρσεως της ένδικης αγωγής και με το νόμιμο τόκο επιδικίας εφεξής, αφού δεν προέκυψε ότι η αντιδικία των διαδίκων τυγχάνει εύλογη [ΑΠ 172/2025 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ], ενόψει του ότι η εναγομένη, ως εργοδότρια του πρώτου ενάγοντος εγνώριζε τις συνομολογηθείσες αποδοχές αυτού και τις καταβολές στις οποίες αυτή προέβη. Η εκκαλουμένη απόφαση, επομένως, η οποία δέχθηκε στο διατακτικό της, και μάλιστα χωρίς σχετικό αίτημα της εναγομένης ότι η αυτή (εναγομένη) οφείλει στον πρώτο ενάγοντα το ανωτέρω ποσό των ευρώ 5.087,89, με τους νομίμους τόκους υπερημερίας από την επομένη της τελευταίας αποναυτολογήσεως αυτού (πρώτου ενάγοντος) έσφαλε κατά την εφαρμογή της ανωτέρω διατάξεως του άρθρου 346 ΑΚ αλλά και αυτής της διατάξεως του άρθρου 106 ΚΠολΔ, κατά τον βάσιμο περί τούτου πέμπτο λόγο της έφεσης του πρώτου ενάγοντος και πρέπει, κατά τούτο, να εξαφανισθεί και αφού το παρόν Δικαστήριο κρατήσει πρέπει κατά τούτο να δικάσει την ένδικη αγωγή (άρθρο 535 ΚΠολΔ) και να υποχρεώσει την εναγομένη στην καταβολή του επιδικασθέντος υπέρ του πρώτου ενάγοντος  με την εκκαλουμένη απόφαση ως άνω ποσού των ευρώ 5.087,89, νομιμοτόκως από την επομένη ημέρα της τελευταίας αποναυτολόγησής του από το ανωτέρω πλοίο, ήτοι από 30.8.2019.

VΙI. Περαιτέρω, όπως έγινε δεκτό υπό της εκκαλουμένης αποφάσεως και δεν πλήττεται κατά τούτο από κανέναν των διαδίκων με λόγο έφεσης, η εφαρμοστέα εν προκειμένω κατά συμφωνία των διαδίκων Συλλογική Σύμβαση Εργασίας η οποία ρύθμιζε τις επίδικες ναυτολογήσεις ήταν αυτή των Πληρωμάτων ακτοπλοϊκών επιβατηγών πλοίων έτους 2019, η οποία κυρώθηκε με την ΥΑ 22.42.5 -1.5/56040/2019 (ΦΕΚ β 3170). Οι ελάχιστες προβλεπόμενες από την εν λόγω ΣΣΝΕ κατά μήνα αποδοχές του δευτέρου ενάγοντος, απασχολούμενου στο ανωτέρω πλοίο της εναγομένης ως Προϊσταμένου Ηλεκτρολόγου, ανήρχοντο τουλάχιστον στο ποσό των ευρώ 3.555,65, και δη ευρώ 1.883,23 ως μισθός ενεργείας, πλέον ευρώ 414,31 ως επίδομα Κυριακών, πλέον ευρώ 622,07 ως επίδομα αδείας μετά τροφοδοσίας, πλέον ευρώ 36,64 ως επίδομα βαριάς και ανθυγιεινής εργασίας, πλέον ευρώ 599,40 ως αντιτίμου τροφής, αφού ως προς αυτά τα επιμέρους κονδύλια η εκκαλουμένη απόφαση δεν πλήττεται. Με την εκκαλουμένη απόφαση, έγινε δεκτός ο αγωγικός ισχυρισμός ότι επιπλέον των ως άνω αποδοχών ο εν λόγω ενάγων εδικαιούτο ποσό ευρώ 133,23 μηνιαίως, ως επίδομα για τις εργασίες μηχανοστασίου και για την επίβλεψη κλιματιστικών μηχανημάτων, καθώς επίσης ο αγωγικός ισχυρισμός ότι πλέον των ως άνω νομίμων αποδοχών, είχε συμφωνηθεί μεταξύ του δευτέρου ενάγοντος και της εναγομένης, όπως αυτός (δεύτερος ενάγων) λαμβάνει κατ’ αποκοπή αμοιβή μηνιαίως για εργασία οκτώ ωρών κατά τα Σάββατα και τις αργίες και δη για 5,66 ημέρες Σαββάτου και αργίας κατά μέσο όρο μηνιαίως, αντί ποσού 16,34 ευρώ ανά ώρα και συνολικά μηνιαίως το ποσό των ευρώ 739,87. Η εναγομένη, με τον τρίτο λόγο της ένδικης έφεσής της πλήττει την εκκαλουμένη απόφαση για εσφαλμένη εφαρμογή της ανωτέρω εφαρμοζόμενης εν προκειμένω ΣΣΝΕ καθό μέρος δέχθηκε ότι ο εν λόγω (δεύτερος ενάγων) εδικαιούτο το ανωτέρω ειδικό επίδομα ποσού ευρώ 133,23 μηνιαίως για τις εργασίες μηχανοστασίου και για την επίβλεψη κλιματιστικών μηχανημάτων, ισχυριζόμενη ότι αυτό το επίδομα  προβλέπεται από την οικεία ΣΣΝΕ μόνον για την ειδικότητα του Ηλεκτρολόγου και όχι και για την ειδικότητα του Προϊσταμένου Ηλεκτρολόγου, ειδικότητα με την οποία εργάσθηκε στο ανωτέρω πλοίο της ο εν λόγω (δεύτερος ενάγων). Επιπλέον, με τον ίδιο λόγο έφεσης έπληξε το αποδεικτικό πόρισμα της εκκαλουμένης απόφασης καθό μέρος δέχθηκε τον αγωγικό ισχυρισμό ότι είχε συμφωνηθεί μεταξύ των διαδίκων κατ’ αποκοπή αμοιβή για εργασία κατά τις ημέρες Σαββάτου και αργιών για κακή εκτίμηση των αποδείξεων αλλά και εσφαλμένη εφαρμογή των διατάξεων της ανωτέρω ΣΣΝΕ, εφόσον με τις διατάξεις της εν λόγω ΣΣΝΕ δεν προβλέπεται τοιούτου είδους αμοιβή. Από την μοναδική απόδειξη πληρωμής αποδοχών η οποία προσκομίζεται ως σχετικό 29.6 από την εναγομένη, αφορά τον εν λόγω (δεύτερο) ενάγοντα, αναγράφει τα στοιχεία της εναγομένης, καθώς και το όνομα του ανωτέρω πλοίου της και αφορά την απασχόληση του ενάγοντος κατά τον μήνα Ιούνιο 2019, αποδεικνύεται ότι, μεταξύ άλλων, η εναγομένη κατέβαλε στον ενάγοντα, με αιτιολογία «ΥΠΕΡΩΡΙΑΚΗ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗ ΣΑΒΒΑΤΩΝ» μεικτές αποδοχές ποσού ευρώ 55,50. Στην ίδια απόδειξη αναφέρεται σε συνέχεια της φράσεως «Ημέρες ασφάλισης» ο αριθμό 3. Παράλληλα, από το προσκομιζόμενο από τον εν λόγω (δεύτερο) ενάγοντα ναυτικό του φυλλάδιο, αποδεικνύεται ότι, κατά τον μήνα Ιούνιο 2019, αυτός (δεύτερος ενάγων) εργάσθηκε στο πλοίο της εναγομένης από 3.6.2019 ημέρα Δευτέρα έως 4.6.2019 ημέρα Τρίτη, από 25.6.2019 ημέρα Τρίτη έως 26.6.2019 ημέρα Τετάρτη και την 27.6.2019 ημέρα Πέμπτη. Καμία ημέρα Σαββάτου δεν εργάσθηκε. Παράλληλα, πράγματι, με την ανωτέρω εφαρμοζόμενη εν προκειμένω ΣΣΝΕ δεν προβλέπεται η καταβολή κατ’ αποκοπή κάθε μήνα αμοιβής για απασχόληση της ειδικότητας με την οποία εργάσθηκε ο εν δεύτερος ενάγων στο πλοίο της εναγομένης κατά τις ημέρες Σαββάτου και αργιών. Εφόσον, πράγματι εν προκειμένω, αν και ο ενάγων δεν εργάσθηκε επί του ανωτέρω πλοίου της εναγομένης ημέρα Σάββατο αυτή κατέβαλε στον ενάγοντα αμοιβή για τέτοια εργασία κρίνεται βάσιμος στην ουσία του ο αγωγικός ισχυρισμός ότι, μεταξύ του εν λόγω ενάγοντος και της εναγομένης είχε συμφωνηθεί ότι αυτός θα λαμβάνει κάθε μήνα επιπλέον των νομίμων αποδοχών του, κατ’ αποκοπή αμοιβή για τυχόν εργασία του επί οκτώ ώρες κατά τις ημέρες Σαββάτου και αργίας, ο μηνιαίος μέσος όρος των οποίων (ημερών Σαββάτου και αργίας) ανέρχεται πράγματι σε 5,66. Για την εν λόγω συμφωνηθείσα αμοιβή, σύμφωνα με τις προβλέψεις του άρθρου 13 της ανωτέρω ΣΣΝΕ κατά την οποία η ανά ώρα αμοιβή για την απασχόληση κατά τις ημέρες Σαββάτου και αργίας της ειδικότητας του Προϊσταμένου Ηλεκτρολόγου ανέρχεται σε ευρώ 16,34. Επομένως, αποδεικνύεται ότι, μεταξύ της εναγομένης και του δευτέρου ενάγοντος είχε συμφωνηθεί προφορικά ότι, πλέον των νομίμων αποδοχών του, αυτός εδικαιούτο όπως λάβει αμοιβή για εργασία αυτού επί οκτώ ώρες για 5,66 κατά μέσο όρο μηνιαίως ημέρες Σαββάτου και αργίας, ανεξαρτήτως εάν αυτός πράγματι εργαζόταν τις εν λόγω ημέρες και συνολικά, αυτός (δεύτερος ενάγων) επιπλέον των ως άνω νομίμων αποδοχών του ως συμφωνημένες αποδοχές, εδικαιούτο όπως λάβει το ποσό των ευρώ (5,66 επί 8 επί 16,34=) 739,87, όπως ισχυρίσθηκε ο ενάγων με την ένδικη αγωγή του και έγινε δεκτό υπό της εκκαλουμένης αποφάσεως, απορριπτομένου κατά τούτο ως αβασίμου στην ουσία του του τρίτου λόγου της ένδικης έφεσης της εναγομένης. Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 8 του άρθρου 8 της ανωτέρω εφαρμοζόμενης εν προκειμένω ΣΣΝΕ, υπό του τίτλου «Ειδικά Επιδόματα» προβλέφθηκε ότι στον Ηλεκτρολόγο του πλοίου για τις εργασίες μηχανοστασίου καθώς και για την επίβλεψη κλιματιστικών μηχανημάτων καταβάλλεται μηνιαίως ως ειδκό επίδομα το ποσό των ευρώ 133,23. Επιπλέον, στο άρθρο 1 της ίδιας ΣΣΝΕ, υπό του τίτλου «Βασικός Μισθός» προβλέπεται ο βασικός μισθός του Ηλεκτρολόγου, χωρίς διάκριση μεταξύ Προϊσταμένου Ηλεκτρολόγου και Ηλεκτρολόγου. Ακολούθως, στη σημείωση (β) του ιδίου άρθρου της ίδιας ΣΣΝΕ προβλέπεται ότι «Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 1 του πδ 230/1984, σε πλοία άνω των 8.000 κοχ., προσλαμβάνονται δύο ηλεκτρολόγοι και ένας βοηθός Ηλεκτρολόγου, σύμφωνα δε με την παράγραφο 11 του άρθρου 7 του ΠΔ 437/1986, όπου υπάρχουν περισσότεροι του ενός ηλεκτρολόγοι, επικεφαλής τους είναι ο Προϊστάμενος Ηλεκτρολόγος ο οποίος ρυθμίζει τις εργασίες και τα λοιπά καθήκοντα των ηλεκτρολόγων και των βοηθών ηλεκτρολόγων. Με βάση τα παραπάνω όπου υπάρχουν περισσότεροι του ενός ηλεκτρολόγοι και βοηθός ηλεκτρολόγου, οι αντίστοιχοι βασικοί μισθοί καθορίζονται ως ακολούθως….». Εξάλλου σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 1 του ΠΔ 230/1984 προβλέπεται ότι «Στο άρθρο 2 του Π.Δ. 177/74 “περί οργανικής συνθέσεως των πληρωμάτων των επιβατηγών (Ακτοπλοικών – Μεσογειακών – Τουριστικών) πλοίων” (Φ 64 Α`/74) προστίθεται παράγραφος 9 που έχει ως ακολούθως: “9 α) Σε πλοία, (ατμόπλοια, δηζελόπλοια) 1.500 μέχρι 8.000 κόρων ολικής χωρητικότητας προσλαμβάνονται ένας (1) Ηλεκτρολόγος και ένας (1) Βοηθός Ηλεκτρολόγου, πλην των δρομολογημένων ακτοπλοικών  επιβατηγών πλοίων στα οποία η πρόσληψη του Βοηθού Ηλεκτρολόγου είναι προαιρετική. β) Σε πλοία άνω των 8.000 κόρων ολικής χωρητικότητας προσλαμβάνονται δυο (2) Ηλεκτρολόγοι και ένας (1) Βοηθός Ηλεκτρολόγου.». Σύμφωνα δε με τις διατάξεις του ήδη κατηργημένου, με τις διατάξεις του άρθρου 38 του ΠΔ 141/2014, άρθρου 7 του ΠΔ 437/1986, υπό του τίτλου «Καθήκοντα ηλεκτρολόγου», προβλέπονταν ότι «Ο Ηλεκτρολόγος: 1. Υποχρεούνται να εξασφαλίσει υπεύθυνα τη σωστή και ομαλή συντήρηση και λειτουργία όλων των ηλεκτρολογικών εγκαταστάσεων παραγωγής – διανομής και κατανάλωσης ηλεκτρικής ενέργειας σε όλους τους χώρους και διαμερίσματα του πλοίου, περιλαμβανομένων και των ηλεκτρονικών εφαρμογών πλην αυτών αρμοδιότητας του Αξιωματικού Ασυρμάτου που προσδιορίζονται από τον κανονισμό εσωτερικής υπηρεσίας Ελληνικών Εμπορικών πλοίων.
2. Εφαρμόζει τους κανόνες ασφάλειας για τα πρόσωπα, μηχανήματα για αποφυγή ηλεκτροπληξίας, πυρκαϊάς, και βλάβης. 3. Φυλάσσει και διατηρεί σε καλή κατάσταση τα αναλλώσιμα και ανταλλακτικά της αρμοδιότητάς του, τα όργανα μετρήσεων ελέγχου, τα εργαλεία και ευθύνεται για την συντήρηση όλων των συσσωρευτών του πλοίου πλην ασυρμάτου. 4. Μεριμνά για την σωστή λειτουργία του γενικού φωτισμού και του φωτισμού ασφάλειας του πλοίου, περιλαμβανομένης και της αντικατάστασης των λαπτήρων. 5. Βρίσκεται πάντοτε στο Μηχανοστάσιο κατά τον απόπλου και κατάπλου του πλοίου σε λιμένες, όρμους, διώρυγες, ποταμούς, διαύλους και γενικά όταν εκτελούνται χειρισμοί στην κύρια μηχανή. 6. Μετέχει και παρακολουθεί τις διενεργούμενες από τα εργοστάσια ή συνεργεία επισκευές της αρμοδιότητάς του. 7. Μεριμνά να υπάρχουν στο πλοίο τα αναγκαία υλικά και ανταλλακτικά της αρμοδιότητάς του και τηρεί βιβλία εργασιών και μονώσεων. 8. Ελέγχει και μεριμνά για την καλή κατάσταση της αντίστασης – μόνωσης των ηλεκτρογεννητριών, μετασχηματιστών, ηλεκτροκινητήρων, φωτισμού, των γραμμών τροφοδότησης των κυκλωμάτων και κάθε ηλεκτρολογικού μηχανήματος ή συσκευής. 9. Παρακολουθεί και μεριμνά για την ομαλή λειτουργία των μέσων φορτοεκφόρτωσης του πλοίου. 10. Διενεργεί τις επιβαλλόμενες από την τεχνική δεοντολογία ηλεκτρικές περιελίξεις επαγωγίμων κλπ για αποκατάσταση της λειτουργίας των ηλεκτρικών, μηχανών εφόσον υπάρχουν τα μέσα και είναι δυνατόν. 11. Όπου υπάρχουν περισσότεροι· του ενός ηλεκτρολόγοι, επικεφαλής τους είναι ο Προϊστάμενος Ηλεκτρολόγος ο οποίος ρυθμίζει τις εργασίες και τα λοιπά καθήκοντα των ηλεκτρολόγων και βοηθών ηλεκτρολόγου.». Εξάλλου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 91 του ΒΔ 683/1960 «Κανονισμός εσωτερικής υπηρεσίας επί επιβατηγών πλοίων», όπως ίσχυε προ της αντικατάστασής του με τις διατάξεις του άρθρου 22 του ΠΔ 71/2022, υπό του τίτλου «Ηλεκτρολόγος Καθήκοντα εν γένει.» «1. Ο Ηλεκτρολόγος, όπου υπάρχει τοιούτος, τελεί υπό τας διαταγάς και τον έλεγχον το Α` και του Β` Μηχανικού και είναι υπόλογος διά τα ηλεκτρικά μηχανήματα, τας ηλεκτρικάς εγκαταστάσεις και ψυκτικάς μηχανάς, το δίκτυον και το ηλεκτρικόν υλικόν εν γένει του πλοίου, εξαιρέσει των μηχανημάτων και εγκαταστάσεων τηλεπικοινωνίας και διά την καλήν συντήρησιν και λειτουργίαν αυτών. 2. Οφείλει να επαναλαμβάνηται της αμέσου επισκευής πάσης ζημίας ή βλάβης η οποία ήθελε τυχόν παρουσιασθή εις οιανδήποτε ώραν ημέρας ή νυκτός εις τα υπό την δικαιοδοσίαν του ηλεκτρικά μηχανήματα και εγκαταστάσεις. 3. Μεριμνά διά τον καθαρισμόν των ηλεκτρικών λαμπτήρων και διά την αφαίρεσιν και διαφύλαξιν αυτών εν περιπτώσει επισκευής του πλοίου. 4. Βοηθεί τους Ραδιοτηλεγραφητάς εις τας επισκευάς των μηχανημάτων και εγκαταστάσεων τηλεπικοινωνίας και ηλεκτρονικών επισκευών. 5. Οσάκις δεν υπάρχει επί του πλοίου τοιούτος τα καθήκοντά του εκτελεί ο Β` μηχανικός βοηθούμενος υπό του προσωπικού της Υπηρεσίας Τηλεπικοινωνιών.». Ήδη, με τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ.3 και 4 του ΠΔ 71/2022, διαχωρίσθηκαν οι αρμοδιότητες του Ηλεκτρολόγου που ρυθμίζονται με το άρθρο 91 του ανωτέρω ΒΔ και του βοηθού Ηλεκτρολόγου που ρυθμίζονται με το άρθρο 91 α του ανωτέρω ΒΔ. Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων και ιδίως από το γεγονός ότι στον «Κανονισμό εσωτερικής υπηρεσίας επί επιβατηγών πλοίων» που εφαρμόζεται εν προκειμένω, δεν προβλέπονται διαφορετικές αρμοδιότητες για τον Προϊστάμενο Ηλεκτρολόγο και τον μη Προϊστάμενο Ηλεκτρολόγο, κατά την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου, το με τις διατάξεις της παραγράφου 8 του άρθρου 8 της ανωτέρω εφαρμοζόμενης εν προκειμένω ΣΣΝΕ, θεσπιζόμενο ειδικό επίδομα καταβάλλεται και στον Προϊστάμενο Ηλεκτρολόγο,. Όμοια κρίνοντας και η εκκαλουμένη απόφαση, η οποία δέχθηκε ότι στις νόμιμες τακτικές αποδοχές του εν λόγω (δευτέρου) ενάγοντος περιλαμβάνεται και ποσό ευρώ 133,23 ως ειδικό επίδομα για τις εργασίες μηχανοστασίου καθώς και για την επίβλεψη κλιματιστικών μηχανημάτων, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ανωτέρω διατάξεις της εφαρμοζόμενης εν προκειμένω ΣΣΝΕ και περαιτέρω, ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις, απορριπτομένου του περί του αντιθέτου, κατά τούτο, τρίτου λόγου της ένδικης έφεσης. Κατόπιν των ανωτέρω οι ελάχιστες συμφωνημένες αποδοχές του ενάγοντος κατά τη διάρκεια της ένδικης ναυτολόγησης του ανήρχοντο στο συνολικό ποσό των ευρώ 4.428,75 και δη και δη ευρώ 1.883,23 ως μισθός ενεργείας, πλέον ευρώ 414,31 ως επίδομα Κυριακών, πλέον ευρώ 622,07 ως επίδομα αδείας μετά τροφοδοσίας, πλέον ευρώ 36,64 ως επίδομα βαριάς και ανθυγιεινής εργασίας, πλέον ευρώ 599,40 ως αντιτίμου τροφής πλέον ευρώ 133,23 ως επίδομα για τις εργασίες μηχανοστασίου και για την επίβλεψη κλιματιστικών μηχανημάτων, πλέον ευρώ 739,87 ως συμφωνημένη κατ’ αποκοπή αμοιβή για τυχόν εργασία του κατά τις ημέρες Σαββάτου και αργίας ανεξαρτήτως εάν πράγματι εκτελούσε αυτές και όχι μόνον το ποσό των ευρώ 3.555,65, όπως ισχυρίζεται η εναγομένη με τον τρίτο λόγο της ένδικης έφεσής της. Όμοια κρίνοντας και η εκκαλουμένη απόφαση, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις, απορριπτομένου κατά τούτο του τρίτου λόγου έφεσης της εναγομένης. Επομένως, όπως βασίμως δέχθηκε η εκκαλουμένη απόφαση, για διάστημα είκοσι δύο ημερών που, κατά τα άνω, ο δεύτερος ενάγων εργάσθηκε στο ανωτέρω πλοίο της εναγομένης εδικαιούτο ως τακτικές αποδοχές το ποσό των ευρώ [4.428,75 δια 30 επί 22=] 3.247,75. Η εναγομένη, δια των εγγράφων προτάσεων που κατέθεσε ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου (σχετικά σελ. 26 επομ.), ισχυρίσθηκε ότι, ο εν λόγω (δεύτερος) ενάγων, για την εργασία του από 2.5.2019 έως 13.10.2019 εις άπαντα τα πλοία του ανωτέρω Ομίλου, έλαβε μεικτές αποδοχές εκ ποσού ευρώ 19.927,97 συνολικά, εκ των οποίων, ποσό ευρώ 3.087,43, αναλογεί στις είκοσι δύο ημέρες εργασίας αυτού (δευτέρου ενάγοντος) στο πλοίο της (εναγομένης), το οποίο του κατεβλήθη, όχι μόνον από την ίδια την εναγομένη, αλλά κατά τη δέουσα εκτίμηση των προτάσεών της και δη δια της παράθεσης αποσπάσματος της περιεχομένης στην ανωτέρω ένορκη βεβαίωση κατάθεσης της εξετασθείσας με επιμέλειά της μάρτυρος …… ……, κατά την οποία οι αποδοχές για τις ημέρες εργασίας του πληρώματος του εν λόγω πλοίου κάθε μήνα καταβάλλονταν από οιαδήποτε εταιρεία του Ομίλου σε πλοίο της οποίας υπηρετούσε ο εκάστοτε ναυτικός ή ακόμη και από τη διαχειρίστρια των πλοίων εταιρεία ………………., αλλά και από τρίτον και δη από άπασες τις αναφερόμενες στις προτάσεις της πλοιοκτήτριες του Ομίλου εταιρείες.  Ο εν λόγω ισχυρισμός έγινε εν μέρει δεκτός ως βάσιμος στην ουσία του με την εκκαλουμένη απόφαση, για το ποσό των ευρώ 1.084,09. Η εναγομένη, με τον τρίτο λόγο της ένδικης έφεσής της, πλήττει το αποδεικτικό πόρισμα της εκκαλουμένης αποφάσεως, καθό μέρος απέρριψε την περί μερικής καταβολής ένστασή της, για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων. Προς απόδειξη του εν λόγω ισχυρισμού της επικαλέσθηκε και προσεκόμισε ως σχετικό 28 αναλυτική κατάσταση των πλοίων και των χρονικών διαστημάτων που σε έκαστο πλοίο ο εν λόγω ενάγων ναυτολογήθηκε. Επιπλέον, προσεκόμισε ως σχετικό 29.6 έγγραφο, φέρον την υπογραφή του εν λόγω δευτέρου ενάγοντος και ημερομηνία 30.6.2019, με τον τίτλο «Απόδειξη πληρωμής Αποδοχών Περίοδος Ιουνίου 2019 Ημέρες ασφάλισης 3» της εταιρείας με την επωνυμία …………… ήτοι του υποκαταστήματος της εναγομένης στην Ελλάδα, στο οποίο αναφέρεται η φράση «Πλοίο: ΤΖ» και επιπλέον αναγράφεται «Μισθός ενεργείας 184,63, Επίδομα Κυριακής 40,62, Βασικός Μισθός 225,25, Επίδομα αδείας 51,19, Επίδομα βαρείας/ανθυγ. Εργασίας 3,59, Υπερωριακή απασχόληση Σαββάτου 55,50,  αντίτιμο τροφής 58.77, αντίτιμο τροφής αποδοχών αδείας 9,80, αναλογία Δώρων Χριστουγέννων – Πάσχα 52,61, Υπερωριακή αμοιβή καθημερινών, Σαββάτων, Κυριακών, αργιών ευρώ 680,00 ΣΥΝΟΛΟ ΑΠΟΔΟΧΩΝ 1.136,70 Ασφαλιστικές κρατήσεις εργαζομένου ΝΑΤ 60,21, σύνολο ασφαλιστικών κρατήσεων  60,21 Κρατήσεις ΦΜΥ 161,54, πληρωτέε αποδοχές 914,95, Προκαταβολή 0,00, υπόλοιπο πληρωτέων αποδοχών 914,95». Η εν λόγω απόδειξη συνοδεύεται με έγγραφο με τον τίτλο «Αναλυτική αναφορά εκτελέσεως Πληρωμών» της Τράπεζας …………. από το οποίο προκύπτει η καταβολή του ανωτέρω ποσού των ευρώ 914,95 σε τραπεζικό λογαριασμό του εν λόγω (δευτέρου ενάγοντος). Επιπλέον, η εναγομένη επικαλείται και προσκομίζει (α) ως σχετικό 29.1 έγγραφο, φέρον την υπογραφή του εν λόγω δευτέρου ενάγοντος, άνευ ημερομηνίας, με τον τίτλο «Απόδειξη πληρωμής Αποδοχών Περίοδος Μάιος 2019 Ημέρες ασφάλισης 1» της εταιρείας με την επωνυμία ……………., στο οποίο αναγράφεται η φράση «Πλοίο: ΝΖ» μεικτών αποδοχών των ευρώ 154,39 και καταβλητέο το ποσό των ευρώ 111,85, συνοδευόμενο από έγγραφο με τον τίτλο «Αναλυτική αναφορά εκτελέσεως Πληρωμών» της Τράπεζας …………. από το οποίο προκύπτει η καταβολή του ποσού των ευρώ 111,85 σε τραπεζικό λογαριασμό του εν λόγω (δευτέρου ενάγοντος) με εντολέα την ανωτέρω εταιρεία …………….. και αναφορά δίπλα στη φράση «Είδος Πληρωμών» της λέξεως μισθοδοσία, (β) ως σχετικά 29.4, 29.7, 29.10, 29.12 και 29.16, πέντε έγγραφα, φέροντα την υπογραφή του εν λόγω (δευτέρου) ενάγοντος, το πρώτο με ημερομηνία 31.5.2019, το δεύτερο με ημερομηνία 30.6.2019, το τρίτο άνευ ημερομηνίας, το τέταρτο με ημερομηνία 31.8.2019 και το πέμπτο με ημερομηνία 30.9.2019, με τον τίτλο «Απόδειξη πληρωμής Αποδοχών Περίοδος» μηνός Μαίου 2019, Ιουνίου 2019, Ιουλίου 2019, Αυγούστου 2019 και Σεπτεμβρίου 2019, αντίστοιχα,  «Ημέρες ασφάλισης» ένδεκα, δέκα οκτώ, δέκα έξι, έξι και είκοσι δύο αντίστοιχα, της εταιρείας με την επωνυμία με την επωνυμία …………….., στα οποία αναγράφεται η φράση «Πλοίο: CV», μεικτών αποδοχών το ποσό των ευρώ [1.704,59], [2.740,24], [2.514,50], [942,94] και [3.457,44], αντίστοιχα, και καταβλητέο το ποσό των ευρώ [1.264,57], [1.997,12], [1.845,26], [707,49] και [2.505,02], αντίστοιχα, συνοδευόμενες άπασες οι ανωτέρω αποδείξεις από αντίστοιχα πέντε έγγραφα με τον τίτλο «Αναλυτική αναφορά εκτελέσεως Πληρωμών» της Τράπεζας …………. από τα οποία προκύπτει η καταβολή των ανωτέρω αναγραφομένων ως καταβλητέων ποσών στις ανωτέρω αποδείξεις, σε τραπεζικό λογαριασμό του εν λόγω (δευτέρου ενάγοντος) με εντολέα την ανωτέρω εταιρεία με την επωνυμία …………….. και αναφορά δίπλα στη φράση «Είδος Πληρωμών» της λέξεως μισθοδοσία, (γ) ως σχετικά 29.2, 29.8, 29.13, 29.14 και 29.17, έγγραφα, φέροντα την υπογραφή του εν λόγω (δευτέρου) ενάγοντος, εκ των οποίων το πρώτο σχετικό αφορά δύο αποδείξεις με ημερομηνία 31.5.2019, το δεύτερο άνευ ημερομηνίας, το τρίτο με  ημερομηνία 31.8.2019, το τέταρτο με ημερομηνία 31.9.2019 και το πέμπτο με ημερομηνία 30.10.2019, με τον τίτλο «Απόδειξη πληρωμής Αποδοχών Περίοδος» μηνός Μαίου 2019 (δύο αποδείξεις προσκομιζόμενες ως σχετικό 29.2), Ιουλίου 2019, Αυγούστου 2019, Σεπτεμβρίου 2019 και Οκτωβρίου 2019, αντίστοιχα,  «Ημέρες ασφάλισης» (6+5=) ένδεκα, πέντε, δύο, τέσσερις και δέκα τέσσερις αντίστοιχα, της εταιρείας με την επωνυμία με την επωνυμία ……………, επί των οποίων αναγράφεται η φράση «Πλοίο: WCJ» και επιπλέον σύνολο μεικτών αποδοχών το ποσό των ευρώ [(926,32 + 771,94=) 1.698,26], [771,94], [297,64], [595,28] και [2.200,19], αντίστοιχα, και καταβλητέο το ποσό των ευρώ [(579.80 + 116,97 + 579.80=) 1.276,57], [579,80], [219,37], [443,87] και [1.622,55], αντίστοιχα, συνοδευόμενες άπασες οι ανωτέρω αποδείξεις από αντίστοιχα έξι έγγραφα με τον τίτλο «Αναλυτική αναφορά εκτελέσεως Πληρωμών» της Τράπεζας ……….., τα δύο εκ των οποίων συνημμένα στο πρώτο σχετικό από τα οποία προκύπτει καταβολή στον τραπεζικό λογαριασμό του ενάγοντος του ποσού των ευρώ 696,60 συνολικά τα δύο πρώτα και κατά τα λοιπά καταβολή των αναγραφομένων ως καταβλητέων ποσών στις ανωτέρω αποδείξεις, σε τραπεζικό λογαριασμό του εν λόγω (δευτέρου ενάγοντος) με εντολέα την ανωτέρω εταιρεία με την επωνυμία …………… και αναφορά δίπλα στη φράση «Είδος Πληρωμών» της λέξεως μισθοδοσία και (δ) ως σχετικά 29.3, 29.5, 29.9, 29.11, 29.15 και 29.18, έγγραφα, φέροντα την υπογραφή του εν λόγω (δευτέρου) ενάγοντος, το πρώτο με ημερομηνία 31.5.2019, το δεύτερο με ημερομηνία 30.6.2019, το τρίτο άνευ ημερομηνίας, το τέταρτο με ημερομηνία 31.8.2019, το πέμπτο με ημερομηνία 31.9.2019 και το έκτο με ημερομηνία 30.10.2019, με τον τίτλο «Απόδειξη πληρωμής Αποδοχών Περίοδος» μηνός Μαίου 2019, Ιουνίου 2019, Ιουλίου 2019, Αυγούστου 2019, Σεπτεμβρίου 2019 και Οκτωβρίου 2019, αντίστοιχα,  «Ημέρες ασφάλισης» επτά, τέσσερις, εννέα, τέσσερις, τέσσερις και δύο, αντίστοιχα, της εταιρείας με την επωνυμία με την επωνυμία ………….., στα οποία αναγράφεται η φράση «Πλοίο: CJ 2» και σύνολο μεικτών αποδοχών το ποσό των ευρώ [1.065,65], [608,91], [1.414,41], [628,63], [628,63] και [314,31], αντίστοιχα, και καταβλητέο με την πρώτη απόδειξη ως προκαταβολή ευρώ [200,00] και υπόλοιπο ευρώ [593,53], με τη δεύτερη ευρώ [451,10], με την τρίτη ευρώ [1.054,03], με την τέταρτη ευρώ [467,83], με την πέμπτη ευρώ [467,83] και με την έκτη ευρώ [231,16], συνοδευόμενες άπασες οι ανωτέρω αποδείξεις από αντίστοιχα έγγραφα με τον τίτλο «Αναλυτική αναφορά εκτελέσεως Πληρωμών» της Τράπεζας ………….., από τα οποία προκύπτει καταβολή στον τραπεζικό λογαριασμό του ενάγοντος των αναγραφομένων ως καταβλητέων ποσών στις ανωτέρω αποδείξεις, με εντολέα την  εταιρεία με την επωνυμία ………………. και αναφορά δίπλα στη φράση «Είδος Πληρωμών» της λέξεως μισθοδοσία. Ο δεύτερος ενάγων, με την προσθήκη επί των προτάσεων που κατέθεσε ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου  (σχετικά σελ. 23 επ.), αλλά και με τις ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου προτάσεις του επί της εφέσεως της εναγομένης (σχετικά σελ. 6 επ.), αρνήθηκε τον ανωτέρω ισχυρισμό της εναγομένης, αρνήθηκε δηλαδή ότι έναντι της ανωτέρω ένδικης απαίτησής του έλαβε το ποσό των ευρώ 3.087,43, δια καταβολών από τις λοιπές ως άνω, πλην τις εναγομένης, εταιρείες του ανωτέρω Ομίλου, αποδεχόμενος ότι αυτός έλαβε μόνον τα ποσά που αναφέρονται στην προσκομιζόμενη από την εναγομένη, ως συνοδεύουσα την προσκομιζόμενη ως σχετικό 29.6 απόδειξη καταβολής, απόδειξη κατάθεσης στον τραπεζικό του λογαριασμό. Η εναγομένη, η οποία φέρει το βάρος απόδειξης του ισχυρισμού της περί μερικής καταβολής, δεν απέδειξε ότι πράγματι ο ενάγων, έναντι της ανωτέρω απαίτησής του για διαφορές αποδοχών για την εργασία του στο ανωτέρω πλοίο της εναγομένης, έλαβε οιοδήποτε ποσό, πλέον του ποσού των ευρώ 1.084,09, που δέχθηκε η εκκαλουμένη απόφαση κατά μερική παραδοχή της περί καταβολής ενστάσεως αυτής, αφού αφαίρεσε τα αναλογούντα σε επιδόματα εορτών καταβληθέντα ποσά. Οι καταβολές στον ενάγοντα που έλαβαν χώρα σύμφωνα με τις, συνοδεύουσες τις προσκομιζόμενες από την εναγομένη ως σχετικά 29.1, 29.4, 29.7, 29.10, 29.12, 29.2, 29.8, 29.13, 29.14, 29.17, 29.3, 29.5, 29.9, 29.11, 29.15 και 29.18 αποδείξεις πληρωμής, αποδείξεις κατάθεσης χρηματικών ποσών στον τραπεζικό λογαριασμό αυτού (δευτέρου ενάγοντος), δεν απεδείχθη ότι έλαβαν χώρα από τις καταβάλλουσες ανωτέρω εταιρείες ως τρίτους, στα πλαίσια των διατάξεων των άρθρων 317 – 319 ΑΚ, έναντι των ενδίκων απαιτήσεων του ενάγοντος για διαφορές αποδοχών από την εργασία αυτού (δευτέρου ενάγοντος) στο ανωτέρω πλοίο της εναγομένης. Πράγματι, στις ανωτέρω αναλυτικά αναφερόμενες και προσκομιζόμενες από την εναγομένη ως σχετικά 29.1, 29.4, 29.7, 29.10, 29.12, 29.2, 29.8, 29.13, 29.14, 29.17, 29.3, 29.5, 29.9, 29.11, 29.15 και 29.18, αποδείξεις πληρωμής, όπως απεδείχθη και αναλύεται ανωτέρω, αναγράφεται η επωνυμία έτερης εταιρείας του Ομίλου και όχι της εναγομένης, καθώς επίσης αναγράφεται το όνομα ετέρου πλοίου του Ομίλου και όχι του πλοίου της εναγομένης. Καμία αναφορά στις εν λόγω αποδείξεις δεν γίνεται, ότι οι καταβολές αυτές αφορούν και τις ένδικες απαιτήσεις του δευτέρου ενάγοντος κατά της εναγομένης. Επιπλέον, τέτοια αναφορά δεν γίνεται ούτε στις συνοδεύουσες τις αποδείξεις πληρωμής, αποδείξεις καταβολής των ανωτέρω ποσών στον τραπεζικό λογαριασμό του δευτέρου ενάγοντος με εντολέα έτερη εταιρεία του Ομίλου και όχι την εναγομένη. Εξάλλου, από μόνη την καταβολή των ανωτέρω ποσών, δοθέντος ότι ο εν λόγω (δεύτερος) ενάγων, εργάσθηκε στα πλοία που αναφέρονται στις εν λόγω αποδείξεις, δεν δύναται να συναχθεί ότι οι καταβολές αυτές αφορούν τις ένδικες απαιτήσεις του ενάγοντος έναντι της εναγομένης. Μάλιστα, η ίδια η εναγομένη, στα πλαίσια του υπό κρίση ισχυρισμού της δεν αναφέρει συγκεκριμένα ποσά, τα οποία κατεβλήθησαν από συγκεκριμένη εκ των ανωτέρω εταιρειών, έναντι των ενδίκων απαιτήσεων του ενάγοντος. Σε αντίθετη κρίση το Δικαστήριο δεν δύναται να αχθεί ούτε από τις προμνημονευθείσες ένορκες βεβαιώσεις των εξετασθέντων με επιμέλεια της εναγομένης …… …… και ……….., το περιεχόμενο των οποίων (ενόρκων βεβαιώσεων), κατά το ενδιαφέρον εν προκειμένω σημείο, παρατίθεται κατ’ ακριβή διατύπωση ανωτέρω, αφού στις εν λόγω μαρτυρικές καταθέσεις, όπως αναλύεται και ανωτέρω, γίνεται γενική και αόριστη αναφορά ότι οι αποδοχές των πληρωμάτων των πλοίων γίνονταν όχι μόνον από την πλοιοκτήτρια του πλοίου που κάθε φορά απασχολούντο τα μέλη του πληρώματος αυτού, αλλά και από έτερες εταιρείες του Ομίλου και τη διαχειρίστρια των πλοίων εταιρεία, χωρίς εν τούτοις αυτοί να καταθέτουν σαφώς ποία εκ των ανωτέρω εταιρειών του Ομίλου, κατέβαλε πότε και ποίο ποσό προς εξόφληση της ένδικης απαίτησης του δευτέρου ενάγοντος για καταβολή των ως άνω τακτικών αποδοχών του από την εργασία του στο ανωτέρω πλοίο της εναγομένης. Εξάλλου, εάν πράγματι με τις ανωτέρω καταβολές οι ανωτέρω τρίτες εταιρείες του Ομίλου, εξοφλούσαν τις ένδικες ως άνω απαιτήσεις του δευτέρου ενάγοντος για διαφορές αποδοχών από την εργασία του στην εναγομένη, λογικό και αναμενόμενο ήταν, αυτές να αναγράψουν σαφώς στις ως άνω έγγραφες αποδείξεις τους, τα ποσά που κατέβαλαν για λογαριασμό της εναγομένης. Επομένως, από τη συνεκτίμηση του συνόλου των αποδείξεων, απεδείχθη ότι, η εναγομένη έναντι της ανωτέρω αποδειχθείσας απαίτησης του δευτέρου ενάγοντος για διαφορές αποδοχών από την εργασία του στο ανωτέρω πλοίο αυτής (εναγομένης), κατέβαλε σε αυτόν (δεύτερο ενάγοντα) το ποσό των ευρώ 1.084,09, ως δέχθηκε η εκκαλουμένη απόφαση και κατά τούτο δεν επλήγη από τον δεύτερο ενάγοντα, αφού δεν απεδείχθη, ως η εναγομένη αβασίμως διατείνεται στα πλαίσια του τρίτου λόγου της ένδικης έφεσής της ότι κατέβαλε στον εν λόγω δεύτερο ενάγοντα το ποσό των ευρώ 3.087,43, με αποτέλεσμα για την εν λόγω αιτία, αυτή (εναγομένη) να συνεχίζει να οφείλει στον δεύτερο ενάγοντα το ποσό των ευρώ (3.247,75 μείον 1.084,09=) 2.163,66, όπως κατ’ ορθή εκτίμηση των αποδείξεων δέχθηκε και η εκκαλουμένη απόφαση, απορριπτομένου και κατά τούτο του τρίτου λόγου της ένδικης έφεσης της εναγομένης, ως αβασίμου στην ουσία του. Περαιτέρω, για την απασχόληση του ιδίου (δευτέρου) ενάγοντος στο ανωτέρω πλοίο της εναγομένης επί είκοσι δύο ημέρες, ως απεδείχθη ανωτέρω, αυτός (δεύτερος ενάγων) δικαιούται αναλογίας Δώρου Χριστουγέννων 2019. Συγκεκριμένα, αφού όπως απεδείχθη στα πλαίσια διερεύνησης του τρίτου λόγου έφεσης οι συμφωνημένες μηνιαίες αποδοχές του ενάγοντος κατά την ένδικη περίοδο ανήρχοντο σε ευρώ 4.428,75, ο δεύτερος ενάγων για αναλογία Δώρου εορτών Χριστουγέννων 2019, εδικαιούτο το ποσό των ευρώ [4.428,75 επί 2/25 επί (22 ημέρες δια 19=) 1,16 =] 410,98, όπως κατ’ ορθή εκτίμηση των αποδείξεων δέχθηκε και η εκκαλουμένη απόφαση, απορριπτομένου, κατά τούτο, του τετάρτου λόγου έφεσης της εναγομένης με τον οποίο πλήττεται η εκκαλουμένη απόφαση για κακή εκτίμηση των αποδείξεων. Η εναγομένη, δια των εγγράφων προτάσεων που κατέθεσε ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου (σχετικά σελ. 26 επομ.) ισχυρίσθηκε ότι, ο εν λόγω δεύτερος ενάγων για την εργασία του από 2.5.2019 έως 13.10.2019 εις άπαντα τα πλοία του ανωτέρω Ομίλου έλαβε, για την εν λόγω αιτία, το ποσό των ευρώ 2.174,79 συνολικά, εκ του οποίου ποσό ευρώ 336,94 έλαβε ως αναλογία του εν λόγω Δώρου εορτών για την εργασία του στο πλοίο της εναγομένης κατά το ένδικο διάστημα. Το ποσό αυτό ο δεύτερος ενάγων έλαβε, κατά τη δέουσα εκτίμηση του περί μερικής καταβολής ισχυρισμού της εναγομένης, κατά ένα μέρος  από την ίδια και κατά ένα μέρος, ως ισχυρίσθηκε, δια της παράθεσης αποσπάσματος της περιεχομένης στην ανωτέρω ένορκη βεβαίωση κατάθεσης της εξετασθείσας με επιμέλειά της μάρτυρος …… ……, κατά την οποία οι αποδοχές για τις ημέρες εργασίας του πληρώματος του εν λόγω πλοίου κάθε μήνα καταβάλλονταν από οιαδήποτε εταιρεία του Ομίλου σε πλοίο της οποίας υπηρετούσε ο εκάστοτε ναυτικός ή ακόμη και από τη διαχειρίστρια των πλοίων εταιρεία …………………, από τρίτον και δη από τις αναφερόμενες στις προτάσεις της έτερες εταιρείες του Ομίλου. Ο εν λόγω ισχυρισμός της εναγομένης, έγινε εν μέρει δεκτός με την εκκαλουμένη απόφαση για το ποσό των ευρώ 52,61, ποσό το οποίο άλλωστε αποδεικνύεται ότι κατέβαλε η εναγομένη στον εν λόγω ενάγοντα από την προσκομιζόμενη από αυτήν, ως σχετικά 29.6, απόδειξη πληρωμής, στην οποία αναγράφεται η επωνυμία αυτής (εναγομένης) και το όνομα του ανωτέρω πλοίου της. Η εναγομένη, με τον τέταρτο λόγο της ένδικης έφεσής της, πλήττει το ανωτέρω αποδεικτικό πόρισμα της εκκαλουμένης αποφάσεως, καθό μέρος απέρριψε την περί μερικής καταβολής ένστασή της, για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων. Προς απόδειξη του εν λόγω ισχυρισμού της επικαλέσθηκε [πέραν της ανωτέρω με αριθμό 39.6 απόδειξης πληρωμής] και τις προμνημονευθείσες 29.1, 29.4, 29.7, 29.10, 29.12, 29.2, 29.8, 29.13, 29.14, 29.17, 29.3, 29.5, 29.9, 29.11, 29.15 και 29.18,  αποδείξεις πληρωμής, τις οποίες η ίδια προσεκόμισε, μετά των συνημμένων σε αυτές αποδείξεων κατάθεσης χρηματικών ποσών, στον τραπεζικό λογαριασμό του πρώτου ενάγοντος. Ο δεύτερος ενάγων, αμφισβήτησε ότι έναντι της οφειλομένης από την εναγομένη αναλογίας Δώρου Χριστουγέννων 2019, για την εργασία του στο ανωτέρω πλοίο της, έλαβε οιοδήποτε ποσό από έτερη τρίτη εταιρεία. Η εναγομένη, η οποία φέρει το βάρος απόδειξης του ισχυρισμού της περί μερικής καταβολής, δεν απέδειξε ότι πράγματι ο δεύτερος ενάγων, έναντι της ένδικης απαίτησής του για καταβολή του ποσού των ευρώ 410,98 ως αναλογία Δώρου Χριστουγέννων 2019 από την εργασία του στο πλοίο της, έλαβε οιοδήποτε ποσό, πλέον του ποσού των ευρώ 52,61, που δέχθηκε η εκκαλουμένη απόφαση, κατά μερική παραδοχή της περί μερικής καταβολής ενστάσεως αυτής, ποσό άλλωστε το οποίο αποδεικνύεται εγγράφως και δη, από την προσκομιζόμενη από την εναγομένη ως σχετικό 29.6 απόδειξη πληρωμής, στην οποία αναγράφεται η επωνυμία της εναγομένης και το όνομα του ανωτέρω πλοίου της. Οι καταβολές στον δεύτερο ενάγοντα για Δώρο εορτών που έλαβαν χώρα σύμφωνα με τις, συνοδεύουσες τις προσκομιζόμενες από την εναγομένη ως σχετικά 29.1, 29.4, 29.7, 29.10, 29.12, 29.2, 29.8, 29.13, 29.14, 29.17, 29.3, 29.5, 29.9, 29.11, 29.15 και 29.18, αποδείξεις πληρωμής, αποδείξεις κατάθεσης χρηματικών ποσών στον τραπεζικό λογαριασμό αυτού (δευτέρου ενάγοντος), δεν απεδείχθη ότι έλαβαν χώρα από τις καταβάλλουσες ανωτέρω εταιρείες ως τρίτους, στα πλαίσια των διατάξεων των άρθρων 317 – 319 ΑΚ, έναντι της ένδικης απαίτησης αυτού (δευτέρου ενάγοντος) για καταβολή της δικαιούμενης υπ’ αυτού αναλογίας Δώρου Χριστουγέννων 2019 από την εργασία του στο ανωτέρω πλοίο της εναγομένης. Πράγματι, στις ανωτέρω αναλυτικά αναφερόμενες και προσκομιζόμενες από την εναγομένη ως σχετικά 29.1, 29.4, 29.7, 29.10, 29.12, 29.2, 29.8, 29.13, 29.14, 29.17, 29.3, 29.5, 29.9, 29.11, 29.15 και 29.18, αποδείξεις πληρωμής, όπως απεδείχθη και αναλύεται ανωτέρω, αναγράφεται η επωνυμία έτερης εταιρείας του Ομίλου και όχι της εναγομένης, καθώς επίσης αναγράφεται το όνομα ετέρου πλοίου του Ομίλου και όχι του πλοίου της εναγομένης. Καμία αναφορά στις εν λόγω αποδείξεις δεν γίνεται, ότι οι καταβολές αυτές αφορούν και την απαίτηση του δευτέρου ενάγοντος για καταβολή αναλογίας Δώρου Χριστουγέννων 2019, από την εργασία του στο ανωτέρω πλοίο της εναγομένης. Επιπλέον, τέτοια αναφορά δεν γίνεται ούτε στις συνοδεύουσες τις αποδείξεις πληρωμής, αποδείξεις καταβολής των αναφερομένων σε αυτές ποσών στον τραπεζικό λογαριασμό του δευτέρου ενάγοντος με εντολέα έτερη εταιρεία του Ομίλου και όχι την εναγομένη. Εξάλλου, από μόνη την καταβολή των αναφερομένων στις εν λόγω αποδείξεις χρηματικών ποσών, δοθέντος ότι ο εν λόγω (δεύτερος) ενάγων, εργάσθηκε στα πλοία που αναφέρονται στις εν λόγω αποδείξεις, δεν δύναται να συναχθεί ότι οι καταβολές αυτές αφορούν την ένδικη απαίτηση του δευτέρου ενάγοντος έναντι της εναγομένης. Μάλιστα, η ίδια η εναγομένη, στα πλαίσια του υπό κρίση ισχυρισμού της δεν αναφέρει συγκεκριμένα ποσά, τα οποία κατεβλήθησαν από συγκεκριμένη εκ των ανωτέρω εταιρειών, έναντι της εν λόγω απαίτησης του δευτέρου ενάγοντος. Σε αντίθετη κρίση το Δικαστήριο δεν δύναται να αχθεί ούτε από τις προμνημονευθείσες ένορκες βεβαιώσεις των εξετασθέντων με επιμέλεια της εναγομένης …….. …… και …….., το περιεχόμενο των οποίων (ενόρκων βεβαιώσεων), κατά το ενδιαφέρον εν προκειμένω σημείο, παρατίθεται κατ’ ακριβή διατύπωση ανωτέρω, αφού στις εν λόγω μαρτυρικές καταθέσεις, όπως αναλύεται και ανωτέρω, γίνεται γενική και αόριστη αναφορά ότι οι αποδοχές των πληρωμάτων των πλοίων γίνονταν όχι μόνον από την πλοιοκτήτρια του πλοίου που κάθε φορά απασχολούντο τα μέλη του πληρώματος αυτού, αλλά και από έτερες εταιρείες του Ομίλου και τη διαχειρίστρια των πλοίων εταιρεία, χωρίς εν τούτοις αυτοί να καταθέτουν σαφώς ποία εκ των ανωτέρω εταιρειών του Ομίλου, κατέβαλε πότε και ποίο ποσό προς εξόφληση της ένδικης απαιτήσεως του δευτέρου ενάγοντος για υπόλοιπο αναλογίας Δώρου Χριστουγέννων 2019, από την εργασία του στο ανωτέρω πλοίο της εναγομένης. Εξάλλου, εάν πράγματι με τις ανωτέρω καταβολές οι ανωτέρω τρίτες εταιρείες του Ομίλου, εξοφλούσαν την εν λόγω απαίτηση του δευτέρου ενάγοντος για υπόλοιπο Δώρου Χριστουγέννων 2019 από την εργασία του στο ανωτέρω πλοίο της εναγομένης, λογικό και αναμενόμενο είναι, αυτές να αναγράψουν σαφώς στις ως άνω έγγραφες αποδείξεις τους, τα ποσά που κατέβαλαν για λογαριασμό της εναγομένης. Επομένως, από τη συνεκτίμηση του συνόλου των αποδείξεων, απεδείχθη ότι, η εναγομένη έναντι των απαιτήσεων του δευτέρου ενάγοντος για αναλογία Δώρου εορτών Χριστουγέννων 2019 από την εργασία του στο ανωτέρω πλοίο της, κατέβαλε σε αυτόν (δεύτερο ενάγοντα) το ποσό των ευρώ 52,61 και όχι το ποσό των ευρώ 336,94, ως αβασίμως αυτή (εναγομένη) διατείνεται με τον υπό κρίση τέταρτο λόγο έφεσης, με αποτέλεσμα, αυτή (εναγομένη) για την εν λόγω αιτία, να συνεχίζει να οφείλει στον δεύτερο ενάγοντα το ποσό των ευρώ (410,98 μείον 52,61=) 358,37, όπως κατ’ ορθή εκτίμηση των αποδείξεων δέχθηκε και η εκκαλουμένη απόφαση, απορριπτομένου του τετάρτου λόγου της ένδικης έφεσης της εναγομένης ως αβασίμου στην ουσία του. Συνολικά, η εναγομένη, για τις ανωτέρω αιτίες οφείλει να καταβάλει στον δεύτερο ενάγοντα το ποσό των ευρώ [2.163,66 + 358,37=] 2.522,03, νομιμοτόκως κατά τις διατάξεις των άρθρων 345 και 346 ΑΚ και δη με το νόμιμο τόκο υπερημερίας (από της επομένης της τελευταίας αποναυτολογήσεώς του, όπως δέχθηκε η εκκαλουμένη απόφαση) έως της εγέρσεως της ένδικης αγωγής και με το νόμιμο τόκο επιδικίας εφεξής, αφού δεν προέκυψε ότι η αντιδικία των διαδίκων τυγχάνει εύλογη [ΑΠ 172/2025 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ], ενόψει του ότι η εναγομένη, ως εργοδότρια του δευτέρου ενάγοντος εγνώριζε τις συνομολογηθείσες αποδοχές αυτού και τις καταβολές στις οποίες αυτή προέβη. Η εκκαλουμένη απόφαση, επομένως, η οποία δέχθηκε στο διατακτικό της ότι η εναγομένη οφείλει στον δεύτερο ενάγοντα το ανωτέρω ποσό των ευρώ 2.522,03, με τους νομίμους τόκους υπερημερίας από την επομένη της τελευταίας αποναυτολογήσεως αυτού (δευτέρου ενάγοντος) και μάλιστα χωρίς να υποβληθεί σχετικό αίτημα υπό της εναγομένης, έσφαλε κατά την εφαρμογή της ανωτέρω διατάξεως του άρθρου 346 ΑΚ και 106 ΚΠολΔ, κατά τον βάσιμο περί τούτου πέμπτο λόγο της έφεσης του δευτέρου ενάγοντος και πρέπει κατά τούτο να εξαφανισθεί και αφού το παρόν Δικαστήριο κρατήσει πρέπει κατά τούτο να δικάσει την ένδικη αγωγή (άρθρο 535 ΚΠολΔ) και να υποχρεώσει την εναγομένη στην καταβολή του επιδικασθέντος υπέρ του δευτέρου ενάγοντος  με την εκκαλουμένη απόφαση ως άνω ποσού των ευρώ 2.522,03, νομιμοτόκως από την επομένη ημέρα της τελευταίας αποναυτολόγησής του από το ανωτέρω πλοίο, ήτοι από 13.9.2019.

VIII. Περαιτέρω, όπως έγινε δεκτό υπό της εκκαλουμένης αποφάσεως και δεν πλήττεται κατά τούτο από κανέναν των διαδίκων με λόγο έφεσης, η εφαρμοστέα εν προκειμένω, κατά συμφωνία των διαδίκων, Συλλογική Σύμβαση Εργασίας η οποία ρύθμιζε τις επίδικες ναυτολογήσεις ήταν αυτή των Πληρωμάτων ακτοπλοϊκών επιβατηγών πλοίων έτους 2019, η οποία κυρώθηκε με την ΥΑ 22.42.5 -1.5/56040/2019 (ΦΕΚ β 3170). Οι ελάχιστες προβλεπόμενες από την εν λόγω ΣΣΝΕ κατά μήνα αποδοχές του τρίτου ενάγοντος,   ………….., απασχολούμενου στο ανωτέρω πλοίο της εναγομένης με την ειδικότητα του Ναυκλήρου, ανήρχοντο στο ποσό των ευρώ 2.785,76 και δη ευρώ 1.313,13 ως μισθός ενεργείας, πλέον ευρώ 288,89 ως επίδομα Κυριακών, πλέον ευρώ 463,99 ως επίδομα αδείας μετά τροφοδοσίας, πλέον ευρώ 36,64 ως επίδομα βαριάς και ανθυγιεινής εργασίας, πλέον ευρώ 599,40 ως αντιτίμου τροφής, πλέον ευρώ 24,93 ως ειδικό επίδομα Ναυκλήρου, πλέον ευρώ 58,78 ως επίδομα ιματισμού που δεν του παρασχέθηκε σε είδος. Με την εκκαλουμένη απόφαση, έγινε δεκτός ο αγωγικός ισχυρισμός ότι είχε συμφωνηθεί μεταξύ του τρίτου ενάγοντος και της εναγομένης, όπως αυτός (τρίτος ενάγων) λαμβάνει κατ’ αποκοπή αμοιβή  μηνιαίως για εργασία οκτώ ωρών κατά τα Σάββατα και τις αργίες και δη για 5,66 ημέρες Σαββάτου και αργίας κατά μέσο όρο μηνιαίως, το ποσό των 11,39 ευρώ ανά ώρα και συνολικά μηνιαίως το ποσό των ευρώ 515,74. Η εναγομένη, με τον πέμπτο λόγο της ένδικης έφεσής της έπληξε το ανωτέρω αποδεικτικό πόρισμα της εκκαλουμένης απόφασης για κακή εκτίμηση των αποδείξεων αλλά και εσφαλμένη εφαρμογή των διατάξεων της ανωτέρω ΣΣΝΕ, εφόσον ισχυρίσθηκε ότι με την εν λόγω ΣΣΝΕ δεν προβλέπεται τοιούτου είδους αμοιβή. Από την μοναδική απόδειξη πληρωμής αποδοχών η οποία προσκομίζεται ως σχετικό 31.7 από την εναγομένη, αφορά τον εν λόγω (τρίτο) ενάγοντα, αναγράφει τα στοιχεία της εναγομένης, καθώς και το όνομα του ανωτέρω πλοίου της και αφορά την απασχόληση του ενάγοντος κατά τον μήνα Ιούλιο 2019, αποδεικνύεται ότι μεταξύ άλλων, η εναγομένη κατέβαλε στον τρίτο ενάγοντα, με αιτιολογία «ΥΠΕΡΩΡΙΑΚΗ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗ ΣΑΒΒΑΤΩΝ» μεικτές αποδοχές ποσού ευρώ 25,80 Στην ίδια απόδειξη αναφέρεται σε συνέχεια της φράσεως «Ημέρες ασφάλισης» ο αριθμό 2. Παράλληλα, από το προσκομιζόμενο από τον εν λόγω (τρίτο) ενάγοντα ναυτικό του φυλλάδιο, αποδεικνύεται ότι, κατά τον μήνα Ιούλιο 2019, αυτός (τρίτος ενάγων) εργάσθηκε στο πλοίο της εναγομένης από 4.7.2019 ημέρα Πέμπτη έως 5.7.2019 ημέρα Παρασκευή και από 7.7.2019 ημέρα Κυριακή έως 8.7.2019 ημέρα Δευτέρα. Αποδεικνύεται επομένως ότι αυτός (τέταρτος ενάγων) καμία ημέρα Σαββάτου δεν εργάσθηκε στο ανωτέρω πλοίο της εναγομένης. Παράλληλα, πράγματι, με την ανωτέρω εφαρμοζόμενη εν προκειμένω ΣΣΝΕ δεν προβλέπεται η καταβολή κατ’ αποκοπή κάθε μήνα αμοιβής για απασχόληση της ειδικότητας με την οποία εργάσθηκε ο εν λόγω ενάγων στο πλοίο της εναγομένης κατά τις ημέρες Σαββάτου και αργιών. Εν τούτοις, εφόσον, πράγματι εν προκειμένω, αν και ο ενάγων δεν εργάσθηκε επί του ανωτέρω πλοίου της εναγομένης ημέρα Σάββατο, παρά ταύτα αυτή του κατέβαλε αμοιβή για τέτοια εργασία κρίνεται βάσιμος στην ουσία του ο αγωγικός ισχυρισμός ότι, μεταξύ του εν λόγω (τρίτου) ενάγοντος και της εναγομένης είχε συμφωνηθεί ότι αυτός (τρίτος ενάγων) θα λαμβάνει κάθε μήνα κατ’ αποκοπή αμοιβή για τυχόν εργασία του επί οκτώ ώρες κατά τις ημέρες Σαββάτου και αργίας, ο μηνιαίος μέσος όρων των οποίων (ημερών Σαββάτου και αργίας) ανέρχεται πράγματι σε 5,66. Για την εν λόγω συμφωνηθείσα αμοιβή, σύμφωνα με τις προβλέψεις του άρθρου 13 της ανωτέρω ΣΣΝΕ, κατά την οποία η ανά ώρα αμοιβή για την απασχόληση κατά τις ημέρες  Σαββάτου και αργίας της ειδικότητας του Ναυκλήρου ανέρχεται σε ευρώ 11,39, αποδεικνύεται ότι μεταξύ της εναγομένης και του τρίτου ενάγοντος είχε συμφωνηθεί προφορικά ότι πλέον των νομίμων αποδοχών του, αυτός εδικαιούτο όπως λαμβάνει αμοιβή για εργασία αυτού επί οκτώ ώρες για 5,66 κατά μέσο όρο μηνιαίως ημέρες Σαββάτου και αργίας, ανεξαρτήτως εάν αυτός πράγματι εργαζόταν τις εν λόγω ημέρες και συνολικά αυτός επιπλέον των ως άνω νομίμων αποδοχών του εδικαιούτο όπως λάβει το ποσό των ευρώ (5,66 επί 8 επί 11,39=) 515,74 (κατόπιν στρογγυλοποίησης), όπως ισχυρίσθηκε ο τρίτος ενάγων με την ένδικη αγωγή του και έγινε δεκτό υπό της εκκαλουμένης αποφάσεως, απορριπτομένου κατά τούτο ως αβασίμου στην ουσία του του πέμπτου λόγου της ένδικης έφεσης της εναγομένης. Κατόπιν των ανωτέρω οι συμφωνημένες αποδοχές του ενάγοντος ανήρχοντο στο συνολικό ποσό των ευρώ 3.301,50 και δη ευρώ 1.313,13 ως μισθός ενεργείας, πλέον ευρώ 288,89 ως επίδομα Κυριακών, πλέον ευρώ 463,99 ως επίδομα αδείας μετά τροφοδοσίας, πλέον ευρώ 36,64 ως επίδομα βαριάς και ανθυγιεινής εργασίας, πλέον ευρώ 599,40 ως αντιτίμου τροφής, πλέον ευρώ 24,93 ως ειδικό επίδομα Ναυκλήρου, πλέον ευρώ 58,78 ως επίδομα ιματισμού που δεν του παρασχέθηκε σε είδος, πλέον ευρώ 515,74 ως συμφωνημένη κατ’ αποκοπή αμοιβή αυτού για τυχόν εργασία του κατά τις ημέρες Σαββάτου και αργίας, ανεξαρτήτως εάν πράγματι παρείχε αυτή και όχι μόνον το ποσό των ευρώ 2.785,76, όπως ισχυρίζεται η εναγομένη με τον πέμπτο λόγο της ένδικης έφεσής της. Όμοια κρίνοντας και η εκκαλουμένη απόφαση, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις, απορριπτομένου κατά τούτο του περί του αντιθέτου πέμπτου λόγου έφεσης της εναγομένης. Επομένως, όπως βασίμως δέχθηκε η εκκαλουμένη απόφαση, για διάστημα τεσσάρων ημερών που, κατά τα άνω, ο τρίτος ενάγων εργάσθηκε στο ανωτέρω πλοίο της εναγομένης αυτός εδικαιούτο ως τακτικές αποδοχές το ποσό των ευρώ [3.301,50 δια 30 επί 4=] 440,20, έναντι του οποίου όπως δέχθηκε η εκκαλουμένη απόφαση, κατ’ αποδοχή ως εν μέρει βάσιμης στην ουσία της της περί καταβολής ένστασης της εναγομένης, το αποδεικτικό πόρισμα της οποίας κατά τούτο δεν πλήττεται από κανέναν των διαδίκων, η εναγομένη του κατέβαλε το ποσό των ευρώ 242,88, με αποτέλεσμα για την εν λόγω αιτία, αυτή (εναγομένη) να συνεχίζει να οφείλει στον τρίτο ενάγοντα το ποσό των ευρώ (440,20 μείον 242,88 =) 197,32, όπως κατ’ ορθή εκτίμηση των αποδείξεων δέχθηκε και η εκκαλουμένη απόφαση, απορριπτομένου και κατά τούτο του πέμπτου λόγου έφεσης  της εναγομένης, ως αβασίμου στην ουσία του. Περαιτέρω, για την απασχόληση του τρίτου ενάγοντος στο ανωτέρω πλοίο της εναγομένης επί τέσσερις ημέρες, ως απεδείχθη ανωτέρω, αυτός (τρίτος ενάγων) δικαιούται αναλογία Δώρου Χριστουγέννων 2019. Συγκεκριμένα, αφού όπως απεδείχθη στα πλαίσια διερεύνησης του πέμπτου λόγου έφεσης, οι συμφωνημένες μηνιαίες αποδοχές του τρίτου ενάγοντος, κατά την ένδικη περίοδο, ανήρχοντο σε ευρώ 3.301,50 αυτός (τρίτος ενάγων) για αναλογία Δώρου εορτών Χριστουγέννων 2019, δικαιούται το ποσό των ευρώ [3.301,50 επί 2/25 επί (4 ημέρες δια 19=) 0,21 =] 55,47 (κατόπιν στρογγυλοποίησης), όπως κατ’ ορθή εκτίμηση των αποδείξεων δέχθηκε και η εκκαλουμένη απόφαση, απορριπτομένου του έκτου λόγου έφεσης της εναγομένης με τον οποίο πλήττεται η εκκαλουμένη απόφαση για κακή εκτίμηση των αποδείξεων, έναντι του οποίου, όπως δέχθηκε η εκκαλουμένη απόφαση και δεν αμφισβητείται από κανέναν των διαδίκων το ποσό των ευρώ 27,07, με αποτέλεσμα για την εν λόγω αιτία να του οφείλεται υπόλοιπο εκ ποσού ευρώ [54,47 μείον 27,07=] 27,40 . Όμοια κρίνοντας και η εκκαλουμένη απόφαση, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις, απορριπτομένου του περί του αντιθέτου έκτου λόγου έφεσης. Συνολικά, η εναγομένη, για τις ανωτέρω αιτίες οφείλει να καταβάλει στον τρίτο ενάγοντα το ποσό των ευρώ [197,32 + 27,40=] 224,72, νομιμοτόκως κατά τις διατάξεις των άρθρων 345 και 346 ΑΚ και δη με το νόμιμο τόκο υπερημερίας (από της επομένης της αποναυτολογήσεώς του όπως δέχθηκε η εκκαλουμένη απόφαση) έως της εγέρσεως της ένδικης αγωγής και με το νόμιμο τόκο επιδικίας εφεξής, αφού δεν προέκυψε ότι η αντιδικία των διαδίκων τυγχάνει εύλογη [ΑΠ 172/2025 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ], ενόψει του ότι η εναγομένη, ως εργοδότρια του τρίτου ενάγοντος εγνώριζε τις συνομολογηθείσες αποδοχές αυτού και τις καταβολές στις οποίες αυτή προέβη. Η εκκαλουμένη απόφαση, επομένως, η οποία δέχθηκε στο διατακτικό της ότι η εναγομένη οφείλει στον τρίτο ενάγοντα το ανωτέρω ποσό των ευρώ 224,72, με τους νομίμους τόκους υπερημερίας από την επομένη της τελευταίας αποναυτολογήσεως αυτού (τρίτου ενάγοντος) και μάλιστα χωρίς να υποβληθεί σχετικό αίτημα από την εναγομένη, έσφαλε κατά την εφαρμογή της ανωτέρω διατάξεως του άρθρου 346 ΑΚ και 106 του ΚΠολΔ, κατά τον βάσιμο περί τούτου πέμπτο λόγο της έφεσης του τρίτου ενάγοντος και πρέπει κατά τούτο να εξαφανισθεί και αφού το παρόν Δικαστήριο κρατήσει πρέπει κατά τούτο να δικάσει την ένδικη αγωγή (άρθρο 535 ΚΠολΔ) και να υποχρεώσει την εναγομένη στην καταβολή του επιδικασθέντος υπέρ του τρίτου ενάγοντος  με την εκκαλουμένη απόφαση ως άνω ποσού των ευρώ 224,72, νομιμοτόκως από την επομένη ημέρα της τελευταίας αποναυτολόγησής του από το ανωτέρω πλοίο, ήτοι από 9.7.2019.

ΙX. Περαιτέρω, όπως έγινε δεκτό υπό της εκκαλουμένης αποφάσεως και κατά τούτο δεν πλήττεται από κανέναν των διαδίκων, ο τέταρτος ενάγων, …………………. δυνάμει διαδοχικών συμβάσεων ναυτικής εργασίας που κατήρτισε με την εναγομένη, ναυτολογήθηκε στο ανωτέρω πλοίο της τρεις φορές και συγκριμένα, με την ειδικότητα του Υπάρχου κατά το χρονικό διάστημα από 18.8.2019 έως 4.3.2019, οπότε αποναυτολογήθηκε λόγω μεταθέσεώς του στο πλοίο NJ, με την ειδικότητα του Υποπλοιάρχου από 24.6.2020 έως 2.7.2020, οπότε αποναυτολογήθηκε λόγω προαγωγής του και με την ειδικότητα του Πλοιάρχου κατά το χρονικό διάστημα από 2.7.2020 έως 5.8.2020, οπότε αποναυτολογήθηκε λόγω μεταθέσεώς του στο ανωτέρω πλοίο NJ. Όπως ομοίως έγινε δεκτό με την εκκαλουμένη απόφαση και κατά τούτο δεν πλήττεται από κανέναν των διαδίκων με λόγο έφεσης, εφαρμοστέα όσον αφορά τους όρους αμοιβής και εργασίας του εν λόγω ενάγοντος, στα πλαίσια και των τριών ως άνω ναυτολογήσεών του, ήταν η Συλλογική Σύμβαση Εργασίας των Πληρωμάτων ακτοπλοϊκών επιβατηγών πλοίων έτους 2019, η οποία κυρώθηκε με την ΥΑ 22.42.5 -1.5/56040/2019 (ΦΕΚ β 3170). Όπως ομοίως έγινε δεκτό με την εκκαλουμένη απόφαση και κατά τούτο δεν πλήττεται από κανέναν των διαδίκων, κατά το πρώτο χρονικό διάστημα εργασίας του εν λόγω ενάγοντος στο ανωτέρω πλοίο, ήτοι κατά το χρονικό διάστημα από 18.8.2019 έως 4.3.2019, οι συμφωνημένες και ελάχιστες νόμιμες μηνιαίες αποδοχές αυτού, ο οποίος κατά το εν λόγω διάστημα εργάσθηκε με την ειδικότητα του Υπάρχου στο ανωτέρω πλοίο, ανήρχοντο στο ποσό των ευρώ 3.897,49 και δη ευρώ 1.883,23 ως μισθός ενεργείας, πλέον ευρώ 414,31 ως επίδομα Κυριακών, πλέον ευρώ 622,07 ως επίδομα αδείας μετά τροφοδοσίας, πλέον ευρώ 41,91 ως ειδικό επίδομα Υπάρχου, πλέον ευρώ 36,64 ως επίδομα βαριάς και ανθυγιεινής εργασίας, πλέον ευρώ 299,93 ως επίδομα παραλαβής, ελέγχου στοιβασίας και επίβλεψης φορτοεκφόρτωσης οχημάτων, πλέον ευρώ 599,40 ως αντιτίμου τροφής. Επίσης, όπως ομοίως έγινε δεκτό υπό της εκκαλουμένης αποφάσεως και κατά τούτο δεν πλήττεται από κανέναν των διαδίκων, κατά το τρίτο χρονικό διάστημα εργασίας του στο ανωτέρω πλοίο με την ειδικότητα του Πλοιάρχου, ήτοι από 2.7.2020 έως 5.8.2020, οι συμφωνημένες και ελάχιστες νόμιμες μηνιαίες αποδοχές αυτού, ανήρχοντο στο ποσό των ευρώ 6.997,60 και δη ευρώ 2.972,46 ως μισθός ενεργείας, πλέον ευρώ 653,94 ως επίδομα Κυριακών, πλέον ευρώ 924,08 ως επίδομα αδείας μετά τροφοδοσίας, πλέον ευρώ 5406 ως επίδομα Πλοιάρχου Α, πλέον ευρώ 36,64 ως επίδομα βαριάς και ανθυγιεινής εργασίας, πλέον ευρώ 431,53 ως επίδομα διακυβέρνησης, πλέον ευρώ 178,39 ως επίδομα παραλαβής, ελέγχου στοιβασίας και επίβλεψης φορτοεκφόρτωσης οχημάτων, πλέον ευρώ 1.147,10 ως αμοιβή για την εργασία του κατά τα Σάββατα και τις αργίες, πλέον ευρώ 599,40 ως αντιτίμου τροφής. Περαιτέρω, απεδείχθη ότι οι ελάχιστες νόμιμες αποδοχές του ιδίου (τετάρτου) ενάγοντος, στα πλαίσια της δεύτερης των ενδίκων ναυτολογήσεών του, ήτοι από 24.6.2020 έως 2.7.2020, οπότε υπηρέτησε ως Υποπλοίαρχος στο ανωτέρω πλοίο, ανέρχονταν σε ευρώ  3.612,95 και δη ευρώ 1.756,66 ως μισθός ενεργείας, πλέον ευρώ 386,69 ως επίδομα Κυριακών, πλέον ευρώ 587,02 ως επίδομα αδείας μετά τροφοδοσίας, πλέον ευρώ 36,61 ως επίδομα Πλοιάρχου Β, πλέον ευρώ 36,64 ως επίδομα βαριάς και ανθυγιεινής εργασίας, πλέον ευρώ 209,93 ως επίδομα παραλαβής, ελέγχου στοιβασίας και επίβλεψης φορτοεκφόρτωσης οχημάτων, πλέον ευρώ 599,40 ως αντιτίμου τροφής. Το ειδικό επίδομα της παρ.1 του άρθρου 8 της ανωτέρω ΣΣΝΕ για απασχόληση κατά τις ημέρες Σαββάτου και αργιών δεν προβλέπεται για τον Υποπλοίαρχο παρά μόνον για τον Πλοίαρχο. Ο τέταρτος ενάγων με την αγωγή του, ισχυρίσθηκε ότι, πέραν των ανωτέρω νομίμων αποδοχών του είχε συμφωνηθεί με την εναγομένη όπως λαμβάνει κατ’ αποκοπή αμοιβή μηνιαίως για απασχόληση επί οκτώ ώρες καθ’ εκάστη για 5,66 κατά μέσο όρο ημέρες αργίας και Σαββάτου. Ο εν λόγω αγωγικός ισχυρισμός έγινε δεκτό ως βάσιμος στην ουσία του με την εκκαλουμένη απόφαση, με την οποία έγινε δεκτό ότι ο ενάγων επιπλέον των ανωτέρω νομίμων αποδοχών είχε συμφωνήσει με την εναγομένη και εδικαιούτο για την ανωτέρω αιτία μηνιαίως το ποσό των ευρώ 690,07. Το εν λόγω αποδεικτικό πόρισμα της εκκαλουμένης αποφάσεως πλήττει η εναγομένη με τον έβδομο λόγο της έφεσής για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση αποδείξεων. Από αμφότερους τους διαδίκους προσκομίζονται μόνον η από 18.3.2019 ατομική σύμβαση εργασίας που ο τέταρτος ενάγων κατήρτισε με την εναγομένη, η οποία αφορά την απασχόλησή του στο ανωτέρω πλοίο στα πλαίσια της πρώτης των ενδίκων ναυτολογήσεων, ήτοι με την ειδικότητα του Υπάρχου και η από 2.7.2020 ατομική σύμβαση εργασίας που ο ίδιος ενάγων κατήρτισε με την εναγομένη, η οποία αφορά την απασχόλησή του στο ανωτέρω πλοίο στα πλαίσια της τρίτης των ενδίκων ναυτολογήσεων, ήτοι με την ειδικότητα του Πλοιάρχου. Έγγραφη σύμβαση εργασίας που να αφορά την δεύτερη των ενδίκων ναυτολογήσεων δεν προσκομίζεται. Επιπλέον, καμία έγγραφη απόδειξη δεν προσκομίζεται από την οποία να προκύπτει ότι ο εν λόγω τέταρτος ενάγων είχε συμφωνήσει όπως λαμβάνει κάθε μήνα την, κατά τους αγωγικούς του ισχυρισμούς, ποσό ευρώ 690,07, ως κατ’ αποκοπή αμοιβή μηνιαίως για απασχόληση επί οκτώ ώρες καθ’ εκάστη για 5,66 κατά μέσο όρο ημερών αργίας και Σαββάτου. Περαιτέρω, οι εξετασθέντες με επιμέλεια των εναγόντων ………….. και ………………, στις ανωτέρω ένορκες βεβαιώσεις καμία αναφορά στην κατάρτιση μεταξύ του τετάρτου ενάγοντος και της εναγομένης συμφωνίας περί κατ’ αποκοπή αμοιβής αυτού (τετάρτου ενάγοντος) για οκτάωρη απασχόλησή του στα πλαίσια της δεύτερης των ενδίκων ναυτολογήσεών του στο ανωτέρω πλοίο δεν κάνουν. Επομένως, από τη συνεκτίμηση του συνόλου των αποδείξεων, δεν απεδείχθη ότι πράγματι, ως ο τέταρτος ενάγων ισχυρίσθηκε με την ένδικη αγωγή του, μεταξύ αυτού και της εναγομένης καταρτίσθηκε συμφωνία ότι αυτός (τέταρτος ενάγων) θα ελάμβανε κατ’ αποκοπή αμοιβή για οκτώ ωρών απασχόληση καθ’ εκάστη των κατά μέσο όρο 5,66 ημερών αργίας και Σαββάτου μηνιαίως. Ως εκ τούτου, κατά τον βάσιμο κατά τούτο έβδομο λόγο της ένδικης έφεσης της εναγομένης, έσφαλε η εκκαλουμένη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων η οποία δέχθηκε ότι είχε καταρτισθεί μεταξύ των διαδίκων συμφωνία για καταβολή επιπλέον των ανωτέρω νομίμων αποδοχών του τετάρτου ενάγοντος, κατ’ αποκοπή αμοιβής οκτώ ωρών απασχόληση κατά τις 5,66 ημέρες Σαββάτου και αργίας μηνιαίως και δη για το ποσό των ευρώ 690,07 και πρέπει κατά τούτο να εξαφανισθεί και το παρόν Δικαστήριο να κρατήσει και να δικάσει κατά τούτο την ένδικη αγωγή (άρθρο 535 ΚΠολΔ). Από τη συνεκτίμηση του συνόλου των αποδείξεων, αποδεικνύεται ότι, στα πλαίσια της δεύτερης των ενδίκων ναυτολογήσεων του τετάρτου ενάγοντος στο ανωτέρω πλοίο της εναγομένης, μεταξύ αυτού (τετάρτου ενάγοντος) και της εναγομένης, είχε συμφωνηθεί ότι αυτός (τέταρτος ενάγων) για την εργασία του στο ανωτέρω πλοίο με την ειδικότητα του Υποπλοιάρχου, θα λαμβάνει την προβλεπόμενη από την Συλλογική Σύμβαση Εργασίας των Πληρωμάτων ακτοπλοϊκών επιβατηγών πλοίων έτους 2019, για την ειδικότητα του Υποπλοιάρχου με την οποία απασχολήθηκε και δη ευρώ  3.612,95 ήτοι ευρώ 1.756,66 ως μισθός ενεργείας, πλέον ευρώ 386,69 ως επίδομα Κυριακών, πλέον ευρώ 587,02 ως επίδομα αδείας μετά τροφοδοσίας, πλέον ευρώ 36,61 ως επίδομα Πλοιάρχου Β, πλέον ευρώ 36,64 ως επίδομα βαριάς και ανθυγιεινής εργασίας, πλέον ευρώ 209,93 ως επίδομα παραλαβής, ελέγχου στοιβασίας και επίβλεψης φορτοεκφόρτωσης οχημάτων, πλέον ευρώ 599,40 ως αντιτίμου τροφής. Για την εργασία του δε στο ανωτέρω πλοίο της εναγομένης στα πλαίσια της δεύτερης των ενδίκων ναυτολογήσεων, η οποία διήρκησε από 24.6.2020 έως 2.7.2020, εδικαιούτο για τακτικές αποδοχές χρονικού διαστήματος οκτώ ημερών όπως αξιώνει ο τέταρτος ενάγων με την ένδικη αγωγή του, το ποσό των ευρώ [3.612,95 δια 30 επί 8 =] 963,45. Επομένως, ο ενάγων εδικαιούτο, ως τακτικές αποδοχές για την απασχόλησή του στο ανωτέρω πλοίο της εναγομένης (α) για το χρονικό διάστημα από 18.3.2019 έως 3.4.2019 το ποσό των ευρώ 2.208,57, όπως δέχθηκε η εκκαλουμένη απόφαση και κατά τούτο δεν επλήγη από κανέναν των διαδίκων, (β) για χρονικό διάστημα οκτώ ημέρων κατά την απασχόλησή στου στο ανωτέρω πλοίο από 24.6.2020 έως 2.7.2020, το ποσό των ευρώ 963,45, όπως αποδείχθηκε ανωτέρω και (γ) για το χρονικό διάστημα από 2.7.2020 έως 5.8.2020, όπως έγινε δεκτό με την εκκαλουμένη απόφαση και δεν πλήττεται από κανέναν των διαδίκων, το ποσό των ευρώ 8.163,86, πλην όμως ο ίδιος στην αγωγή του αναφέρει το ποσό των ευρώ 7.930,61, διαφορές αποδοχών επί του οποίου (ποσού) ζήτησε με την ένδικη αγωγή του, όπως ομοίως έγινε δεκτό υπό της εκκαλουμένης αποφάσεως. Με την εκκαλουμένη απόφαση, περαιτέρω, κατά μερική παραδοχή της περί καταβολής ένστασης της εναγομένης, έγινε δεκτό ότι ο τέταρτος ενάγων για τακτικές αποδοχές κατά την απασχόλησή του στο ανωτέρω πλοίο της εναγομένης έλαβε από αυτή (α) κατά το χρονικό διάστημα από 18.3.2019 έως 3.4.2019, το ποσό των ευρώ 1.897,37, παραδοχή της εκκαλουμένης αποφάσεως που δεν πλήττεται από κανέναν των διαδίκων με τις ένδικες εφέσεις τους με αποτέλεσμα η εναγομένη για την εν λόγω αιτία να συνεχίζει να του οφείλει το ποσό των ευρώ (2.208,57 μείον 1.897,37=) 311,20 και (β) κατά το χρονικό διάστημα από 24.6.2020 έως 5.8.2020, έλαβε το ποσό των ευρώ 6.210,73. Το τελευταίο αυτό αποδεικτικό πόρισμα της εκκαλουμένης αποφάσεως, πλήττει ο τέταρτος ενάγων με τον τέταρτο λόγο της ένδικης υπό στοιχείο Α έφεσής του, ισχυριζόμενος ότι έσφαλε η εκκαλουμένη απόφαση περί την εκτίμηση των αποδείξεων, αφού από τις έγγραφες αποδείξεις που προσεκόμισε η εναγομένη, αποδείχθηκε ότι έναντι τόσο της εν λόγω απαίτησής του, όσον και έναντι της απαίτησής του για αναλογία Δώρου Χριστουγέννων 2020, η εναγομένη του κατέβαλε συνολικά καθαρές αποδοχές ποσού ευρώ 3.000,00, ποσό το οποίο αντιστοιχεί σε μεικτές αποδοχές ποσού ευρώ 4.336,97, εκ του οποίου ποσό μεικτών αποδοχών ευρώ 3.855,09 καταβλήθηκε έναντι της απαίτησής του για καταβολή διαφοράς τακτικών αποδοχών του και ποσό ευρώ 481,88 για αναλογία Δώρου Χριστουγέννων 2020. Εν προκειμένω, αποδεικνύεται ότι η εναγομένη, δια των εγγράφων προτάσεων που κατέθεσε ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου (σχετικά σελ. 38 επομ.) και κατά τη δέουσα εκτίμηση αυτών, ισχυρίσθηκε ότι, ο εν λόγω τέταρτος ενάγων, για την εργασία του από 16.3.2019 έως 1.10.2020 εις άπαντα τα πλοία του ανωτέρω Ομίλου, έλαβε μεικτές αποδοχές εκ ποσού ευρώ 49.662,62 συνολικά, εκ των οποίων, ποσό ευρώ 1.897,37 αναλογεί στις δέκα επτά ημέρες απασχόλησής του στο ανωτέρω πλοίο κατά το έτος 2019 και ποσό ευρώ 6.210,73 αναλογεί στις σαράντα τρεις ημέρες εργασίας αυτού (τετάρτου ενάγοντος) στο πλοίο της (εναγομένης) κατά το έτος 2020. Προς απόδειξη του εν λόγω ισχυρισμού της επικαλέσθηκε και προσεκόμισε ως σχετικά 33.1, 33.2, 33.3, 33.4, 33.5, 33.6, 33.7, 33.8 και 33.9, εννέα έγγραφα με τον τίτλο «Απόδειξη Πληρωμής Αποδοχών» εκ των οποίων (α) τα δύο πρώτα (σχετ. 33.1 και 33.2.) φέρουν τη μη αμφισβητούμενη υπογραφή του ενάγοντος και ημερομηνία 31.3.2019 και 31.4.2019, αντίστοιχα, με τον τίτλο «Απόδειξη πληρωμής Αποδοχών Περίοδος Μάρτιος 2019, Ημέρες ασφάλισης 14» και «Απόδειξη πληρωμής Αποδοχών Περίοδος Απρίλιος 2019, Ημέρες ασφάλισης 3», αντίστοιχα, την επωνυμία  της εταιρείας ……………….., ήτοι του υποκαταστήματος της εναγομένης στην Ελλάδα και αναγράφεται επ΄ αυτών η φράση «Πλοίο: ΤΖ». Οι εν λόγω αποδείξεις συνοδεύονται από έγγραφο με τον τίτλο «Αναλυτική αναφορά εκτελέσεως Πληρωμών» της Τράπεζας …….. από τα οποία προκύπτει ότι η εταιρεία με την επωνυμία …………. κατέβαλε σε τραπεζικό λογαριασμό του τετάρτου ενάγοντα ………….., την 8.4.2019 και 14.5.2019, αντίστοιχα, ποσό ευρώ 1.235,00 και 278,19, αντίστοιχα και (β) τα υπόλοιπα επτά εξ αυτών  (σχετ. 33.3 έως 33.9) τα οποία φέρουν τη μη αμφισβητούμενη υπογραφή του ενάγοντος, άνευ ημερομηνίας, πλην του τρίτου εξ αυτών το οποίο φέρει ημερομηνία 30.6.2019, με τον τίτλο «Απόδειξη πληρωμής Αποδοχών Περίοδος Απρίλιος 2019, Ημέρες ασφάλισης 27», «Απόδειξη πληρωμής Αποδοχών Περίοδος Μάιος 2019, Ημέρες ασφάλισης 30», «Απόδειξη πληρωμής Αποδοχών Περίοδος Ιούνιος 2019, Ημέρες ασφάλισης 30», «Απόδειξη πληρωμής Αποδοχών Περίοδος Ιούλιος 2019, Ημέρες ασφάλισης 30», «Απόδειξη πληρωμής Αποδοχών Περίοδος Αύγουστος 2019, Ημέρες ασφάλισης 30», «Απόδειξη πληρωμής Αποδοχών Περίοδος Σεπτέμβριος 2019, Ημέρες ασφάλισης 30» και «Απόδειξη πληρωμής Αποδοχών Περίοδος Οκτώβριος 2019, Ημέρες ασφάλισης 3», αντίστοιχα, την επωνυμία  της εταιρείας …………….. και αναγράφεται επ΄ αυτών η φράση «Πλοίο: ΝΖ», τα οποία συνοδεύονται από έγγραφο με τον τίτλο «Αναλυτική αναφορά εκτελέσεως Πληρωμών» της Τράπεζας ……………….. από τα οποία προκύπτει ότι η εταιρεία με την επωνυμία ………….. κατέβαλε σε τραπεζικό λογαριασμό του τετάρτου ενάγοντα, ………….. Θεοφάνη, την 13.5.2019, 12.6.2019,  2.7.2019, 2.8.2019, 4.9.2019, 3.10.2019 και 3.10.2019, αντίστοιχα, ποσό ευρώ 3.049,63, 4.203,67, 4.761,67, 2.785,24, 4.200,92, 4.621,08 και 4.6821,08, αντίστοιχα. Από το περιεχόμενό τους αποδεικνύεται, αφενός μεν ότι μόνον οι δύο πρώτες εκ των ανωτέρω αποδείξεων αφορούν την απασχόληση του ενάγοντος στο πλοίο της εναγομένης, αφού μόνον αυτές φέρουν την επωνυμία του υποκαταστήματος αυτής στην Ελλάδα, αφ’ ετέρου δε άπασες οι αμέσως ανωτέρω μνημονευόμενες αποδείξεις αφορούν χρόνο απασχόλησης του ενάγοντος στα ανωτέρω πλοία κατά το έτος 2019 και τις αποδοχές που αυτός (τέταρτος ενάγων) έλαβε για την εργασία του κατά το έτος αυτό. Από τις εν λόγω αποδείξεις δεν δύναται να γίνει δεκτό ότι αυτές αφορούν καταβολές έναντι των απαιτήσεων του ενάγοντος από τη ναυτολόγησή του στο πλοίο της εναγομένης κατά το έτος 2020 αφού άπασες φέρουν ημερομηνία έτους 2019, χωρίς η εναγομένη μάλιστα να ισχυρίζεται ότι έλαβε χώρα προκαταβολή μισθού. Επίσης, θα πρέπει να σημειωθεί ότι, τις παραδοχές της εκκαλουμένης αποφάσεως σχετικά με τα ποσά που ο τέταρτος ενάγων έλαβε ως τακτικές αποδοχές για την εργασία του στο ανωτέρω πλοίο της εναγομένης κατά το έτος 2019, ήτοι το ποσό των ευρώ 1,897,37, κανείς των διαδίκων δεν έπληξε με τις ένδικες εφέσεις του. Πλην των ανωτέρω εγγράφων αποδείξεων, προς απόδειξη του ανωτέρω περί καταβολής ισχυρισμού της, η εναγομένη επικαλέσθηκε και προσεκόμισε ως σχετικά 33.10 έως 33.15, έξι έγγραφα, με τον τίτλο «Απόδειξη Πληρωμής Αποδοχών» εκ των οποίων (α) δύο έγγραφα (σχετ. 33.12 και 33.13.), με ημερομηνία 31.7.2020 και 31.8.2020, αντίστοιχα, μη φέροντα υπογραφή, με τον τίτλο «Απόδειξη πληρωμής Αποδοχών Περίοδος Ιούλιος 2020, Ημέρες ασφάλισης 30» και «Απόδειξη πληρωμής Αποδοχών Περίοδος Αύγουστος 2020, Ημέρες ασφάλισης 5», αντίστοιχα, τα οποία φέρουν την επωνυμία  της εταιρείας ……………., ήτοι του υποκαταστήματος της εναγομένης στην Ελλάδα και επί των οποίων αναγράφεται η φράση «Πλοίο: ΤΖ» και επιπλέον το όνομα του τετάρτου των εναγόντων και η ειδικότητά του και δη η λέξη «Πλοίαρχος». Σύμφωνα με την πρώτη των εν λόγω αποδείξεων για τον μήνα Ιούλιο 2020 οι αποδοχές του ενάγοντος ανήρχοντο στο μεικτό ποσό των ευρώ 6.088,33 εκ των οποίων ποσό ευρώ 2.972,48 για μισθό ενεργείας, ευρώ 653,94 για επίδομα Κυριακής, ποσό ευρώ 824,18 για αποδοχές αδείας, ποσό ευρώ 36,64 για επίδομα βαρείας – ανθυγιεινής εργασίας, ποσό ευρώ 824,73 για υπερωριακή απασχόληση Σαββάτου, ποσό ευρώ 99,90 για αντίτιμο τροφής αποδοχών αδείας και ποσό ευρώ 676,48 αφορά αναλογία δώρων Χριστουγέννων Πάσχα. Επίσης, αναγράφεται ότι, επί των ανωτέρω μεικτών αποδοχών ποσό ευρώ 860,84 αφορά ασφαλιστικές κρατήσεις, ποσό ευρώ 784,80 κρατήσεις ΦΜΥ και ποσό ευρώ 252,90 ειδική εισφορά αλληλεγγύης, το πληρωτέο δε ποσό ανέρχεται σε ευρώ 4.189,79. Σύμφωνα με τη δεύτερη των εν λόγω αποδείξεων για τον μήνα Αύγουστο 2020, οι αποδοχές του ενάγοντος ανήρχοντο στο μεικτό ποσό των ευρώ 898,74, εκ των οποίων ποσό ευρώ 495,41,48 για μισθό ενεργείας, ποσό ευρώ 108,99 για επίδομα Κυριακής, ποσό ευρώ 137,36 για αποδοχές αδείας, ποσό ευρώ 6,11 για επίδομα βαρείας – ανθυγιεινής εργασίας, ποσό ευρώ 34,36 για υπερωριακή απασχόληση Σαββάτου, ποσό ευρώ 16,65 για αντίτιμο τροφής αποδοχών αδείας και ποσό ευρώ 99,86 αφορά αναλογία δώρων Χριστουγέννων Πάσχα. Επίσης, αναγράφεται ότι επί των ανωτέρω μεικτών αποδοχών ποσό ευρώ 141,73 αφορά ασφαλιστικές κρατήσεις και ποσό ευρώ 113,66 κρατήσεις ΦΜΥ, το πληρωτέο δε ποσό ανέρχεται σε ευρώ 643,35. Στις εν λόγω αποδείξεις έχει επισυναφθεί το αυτό έγγραφο ηλεκτρονικής μεταφοράς στον τραπεζικό λογαριασμό του εν λόγω τετάρτου ενάγοντος ποσού ευρώ 3.000, αφού αμφότερες οι εν λόγω αποδείξεις ηλεκτρονικής μεταφοράς χρημάτων αναφέρουν τον αυτό αριθμό συναλλαγής, ήτοι τον αριθμό …………, την αυτή ημερομηνία καταχώρησης ήτοι 09/09/2020 και την αυτή ώρα καταχώρησης ήτοι 13.49. (β) το με αριθμό σχετικού 33.14 άνευ ημερομηνίας και άνευ υπογραφής έγγραφο, με τον τίτλο «Απόδειξη πληρωμής Αποδοχών Περίοδος Αύγουστος 2020, Ημέρες ασφάλισης 2», το οποίο φέρει την επωνυμία  της εταιρείας ……………… και επ΄ αυτής αναγράφεται η φράση «Πλοίο: ΝΖ», το όνομα του τετάρτου των εναγόντων και η ειδικότητά του και δη η λέξη «Ύπαρχος» και περαιτέρω αναφέρεται σύνολο μεικτών αποδοχών το ποσό των ευρώ 346,42, σύνολο ασφαλιστικών κρατήσεων το ποσό των ευρώ 42,62, κρατήσεις ΦΜΥ 45,62 και υπόλοιπο πληρωτέων αποδοχών 258,18. Το εν λόγω έγγραφο δεν συνοδεύεται από αντίστοιχο παραστατικό τραπεζικής κατάθεσης. (γ) το με αριθμό σχετικού 33.15 με ημερομηνία 31.8.2020, άνευ υπογραφής έγγραφο, με τον τίτλο «Απόδειξη πληρωμής Αποδοχών Περίοδος Αύγουστος 2020, Ημέρες ασφάλισης 2», το οποίο φέρει την επωνυμία  της εταιρείας ………….. ΕΠΕ και επ΄ αυτού αναγράφεται η φράση «Πλοίο: pwj», το όνομα του τετάρτου των εναγόντων και η ειδικότητά του και δη η λέξη «Ύπαρχος» και περαιτέρω αναγράφεται σύνολο μεικτών αποδοχών το ποσό των ευρώ 339,83, σύνολο ασφαλιστικών κρατήσεων το ποσό των ευρώ 36,03, κρατήσεις ΦΜΥ 45,62 και υπόλοιπο πληρωτέων αποδοχών 258,18. Το εν λόγω έγγραφο δεν συνοδεύεται από αντίστοιχο παραστατικό τραπεζικής κατάθεσης και (δ) δύο έγγραφα (σχετ. 33.10 και 33.11.), με ημερομηνία 31.3.2020 και 30.4.2020, αντίστοιχα, το πρώτο εκ των οποίων φέρει υπογραφή του ενάγοντος ενώ το δεύτερο δεν φέρει καμία υπογραφή, με τον τίτλο «Απόδειξη πληρωμής Αποδοχών Περίοδος Μάρτιος 2020, Ημέρες ασφάλισης 28» και «Απόδειξη πληρωμής Αποδοχών Περίοδος Απρίλιος 2020, Ημέρες ασφάλισης 29», αντίστοιχα, τα οποία φέρουν την επωνυμία  της εταιρείας ……………. και επ΄ αυτών αναγράφεται η φράση «Πλοίο: AJ», το όνομα του τετάρτου των εναγόντων και η ειδικότητά του και δη η λέξη «Ύπαρχος», σύνολο μεικτών αποδοχών το ποσό των ευρώ 5.390,44 και 5.589,56, αντίστοιχα, σύνολο ασφαλιστικών κρατήσεων το ποσό των ευρώ 511,00 και 529,02, αντίστοιχα, κρατήσεις ΦΜΥ  και εισφοράς αλληλεγγύης και στην πρώτη εξ αυτών προκαταβολή ευρώ 1.900 και υπόλοιπο πληρωτέων αποδοχών το ποσό των ευρώ 2.020,11 και στη δεύτερη εξ αυτών πληρωτέες αποδοχές ευρώ 4.060,45. Η πρώτη των εν λόγω αποδείξεων συνοδεύεται από δύο αποδείξεις διατραπεζικής μεταφοράς στον λογαριασμό του ενάγοντος και σε αυτή αναγράφεται «έναντι μισθοδοσίας 3ου/2020» ποσό ευρώ 1.900 και 2.020,11 αντίστοιχα και η δεύτερη εξ αυτών ομοίως από δύο αποδείξεις διατραπεζικής μεταφοράς στον λογαριασμό του ενάγοντος όπου αναγράφεται «έναντι μισθοδοσίας 4ου/2020», ποσού ευρώ 2.000 και 2.060,00, αντίστοιχα. Από τη συνεκτίμηση όλων των ανωτέρω προσκομιζόμενων αποδείξεων, αποδεικνύεται ότι, έναντι των απαιτήσεων του ενάγοντος για την εργασία του με την ειδικότητα του Πλοιάρχου στο ανωτέρω πλοίο από 2.7.2020 έως 5.8.2020, αυτός (τέταρτος ενάγων) έλαβε συνολικά μόνον το καθαρό ποσό των ευρώ 3.000. Ενόψει του ότι στην απόδειξη διατραπεζικής κατάθεσης – καταβολής του εν λόγω ποσού των ευρώ 3.000 δεν αναφέρεται ποίο μήνα εργασίας αφορά, η εν λόγω καταβολή, που όπως απεδείχθη και αναλύεται ανωτέρω έλαβε χώρα την 9.9.2020, κατά τις διατάξεις του άρθρου 422 ΑΚ, καταλογίζεται στις αποδοχές του ενάγοντος του μηνός Ιουλίου 2020, καθόν χρόνο αυτός εργάσθηκε ως Πλοίαρχος του εν λόγω πλοίου, ως αναγράφεται στην απόδειξη πληρωμής. Επομένως, ως δέχθηκε και η εκκαλουμένη απόφαση, η εναγομένη κανένα ποσό δεν κατέβαλε στον τέταρτο ενάγοντα για την απασχόλησή του ως Υποπλοιάρχου στο εν λόγω πλοίο, ενώ έναντι της εργασίας του με την ειδικότητα του Πλοιάρχου σε αυτό, κατά την τρίτη των ως άνω ενδίκων ναυτολογήσεων δεν κατέβαλε ως απεδείχθη κανένα ποσό για τον μήνα Αύγουστο 2020, έναντι δε του μηνός Ιουλίου 2020, κατέβαλε το καθαρό ποσό των 3.000 ευρώ για τακτικές αποδοχές, αλλά και για αναλογία Δώρου Χριστουγέννων 2020 για την εργασία του ως Πλοιάρχου στο εν λόγω πλοίο κατά τον μήνα Ιούλιο 2020, αφού η αναλογία του εν λόγω Δώρου καταβάλλονταν ανά μήνα στον εν λόγω ενάγοντα, ως αποδεικνύεται από την προσκομιζόμενες ως άνω δύο αποδείξεις πληρωμής που συνέταξε η ίδια η εναγομένη. Περαιτέρω, ενόψει του ότι, αντικείμενο της αξίωσης, άρα και της δίκης, για τις αποδοχές του μισθωτού, είναι οι ακαθάριστες (μικτές) αποδοχές του, δηλαδή εκείνες στις οποίες περιλαμβάνονται και οι κατά νόμον υπέρ τρίτων κρατήσεις, τις οποίες πρέπει ο εργοδότης να παρακρατεί από τις αποδοχές του μισθωτού, ο τέταρτος ενάγων αξιώνει μεικτές αποδοχές και η εναγομένη δεν ισχυρίσθηκε κατ’ ένσταση ότι έχει ήδη καταβάλει στους αρμοδίους φορείς τις σχετικές κρατήσεις, αυτές παρακρατούνται από τον εργοδότη κατά την εκτέλεση της αποφάσεως (ΑΠ 2101/2022 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), θα πρέπει να γίνει αναγωγή των καθαρών καταβληθέντων ως άνω αποδοχών σε μεικτές. Κατά την πρώτη των εν λόγω αποδείξεων για τον μήνα Ιούλιο 2020 με την ειδικότητα του Πλοιάρχου, οι αποδοχές του ενάγοντος ανήρχοντο στο μεικτό ποσό των ευρώ 6.088,33 εκ των οποίων ποσό ευρώ 2.972,48 για μισθό ενεργείας, ευρώ 653,94 για επίδομα Κυριακής, ποσό ευρώ 824,18 για αποδοχές αδείας, ποσό ευρώ 36,64 για επίδομα βαρείας – ανθυγιεινής εργασίας, ποσό ευρώ 824,73 για υπερωριακή απασχόληση Σαββάτου, ποσό ευρώ 99,90 για αντίτιμο τροφής αποδοχών αδείας και ποσό ευρώ 676,48 αφορά αναλογία δώρων Χριστουγέννων Πάσχα. Επίσης, στην εν λόγω απόδειξη, αναφέρεται ότι επί των ανωτέρω μεικτών αποδοχών ποσό ευρώ 860,84 αφορά ασφαλιστικές κρατήσεις, ποσό ευρώ 784,80 κρατήσεις ΦΜΥ και ποσό ευρώ 252,90 ειδική εισφορά αλληλεγγύης, το πληρωτέο δε ποσό ανέρχεται σε ευρώ 4.189,79. Επομένως, το ποσό των ευρώ 3.000 που κατέβαλε η εναγομένη στον ενάγοντα αντιστοιχεί σε 4.359,40 {[(4.189,79 δια 6.088,33= 0,6881673628)] [3.000 δια 0,6881673628=]} μεικτές αποδοχές, εκ των οποίων για τακτικές αποδοχές, κατά τις διατάξεις του άρθρου 422 ΑΚ, κατεβλήθη το ποσό των ευρώ {5.411,85 δια 6.088,33 επί 4.359,40=} 3.875,02 και το υπόλοιπο ποσό των ευρώ (4.359,40 μείον 3.875,02=) 484,38 κατεβλήθη ως αναλογία Δώρου Χριστουγέννων 2020. Έσφαλε, επομένως η εκκαλουμένη απόφαση, κατά τον εν μέρει βάσιμο στην ουσία του τέταρτο λόγο έφεσης του τετάρτου ενάγοντος η οποία δέχθηκε ότι έναντι των τακτικών αποδοχών του για την απασχόλησή του στο ανωτέρω πλοίο με την ειδικότητα του Πλοιάρχου κατά το χρονικό διάστημα από 2.7.2020 έως 5.8.2020, αυτός (τέταρτος ενάγων) έλαβε το ποσό των ευρώ 6.210,73, αφού ως απεδείχθη κατά τα άνω έλαβε (μεικτές αποδοχές) ευρώ 3.875,02. Πρέπει, επομένως, κατά τούτο να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση και αφού το παρόν Δικαστήριο κρατήσει να δικάσει την ένδικη υπόθεση κατά τούτο (άρθρο 535 ΚΠολΔ). Από τη συνεκτίμηση του συνόλου των αποδείξεων αποδεικνύεται ότι ο ενάγων εδικαιούτο ως τακτικές αποδοχές το ποσό των ευρώ 963,45 για την απασχόλησή του στο ανωτέρω πλοίο από 24.6.2020 έως 2.7.2020 και το ποσό των ευρώ 8.163,86, πλην όμως ο ίδιος στην αγωγή του αναφέρει το ποσό των ευρώ 7.930,61, για την απασχόλησή του από 2.7.2020 έως 5.8.2020, έναντι των οποίων έλαβε το ποσό των ευρώ 3.875,02 και του οφείλεται υπόλοιπο ποσού ευρώ [(963,45 + 7.930,61=) 8.894,06 μείον 3.875,02=] 5.019,04 και όχι το ποσό των ευρώ 2.867,35, όπως εσφαλμένως, κατά τον βάσιμο τέταρτο λόγο της έφεσής του έγινε δεκτό υπό της εκκαλουμένης αποφάσεως. Συνολικά, για διαφορές αποδοχών για την εργασία του στο ανωτέρω πλοίο για τα ανωτέρω χρονικά διαστήματα από 18.8.2019 έως 4.3.2019, από 24.6.2020 έως 2.7.2020 και από 2.7.2020 έως 5.8.2020, η εναγομένη οφείλει στον τέταρτο ενάγοντα το ποσό των ευρώ (311,20 + 5.019,04 =) 5.330,24. Περαιτέρω, για την απασχόληση του τετάρτου ενάγοντος στο ανωτέρω πλοίο της εναγομένης κατά το χρονικό διάστημα 24.6.2020 έως 5.8.2020, αυτός (τέταρτος ενάγων) εδικαιούτο αναλογίας Δώρου Χριστουγέννων 2020. Συγκεκριμένα, (α) για το χρονικό διάστημα από 24.6.2020 έως 1.7.2020, οπότε απασχολήθηκε με την ειδικότητα του Υποπλοιάρχου στο ανωτέρω πλοίο και όπως κατά τα άνω απεδείχθη οι νόμιμες και συμφωνημένες μηνιαίες τακτικές αποδοχές του ανήρχοντο στο ποσό των ευρώ 3.612,95, ο εν λόγω ενάγων εδικαιούτο αναλογίας Δώρου Χριστουγέννων 2020 για οκτώ ημέρες απασχόλησης το ποσό των ευρώ [3.612,95 επί 2/25 επί (8/19=) 0,42 δεκαεννεαήμερα=] 121,39 και όχι το ποσό των ευρώ 144,58, όπως έγινε δεκτό υπό της εκκαλουμένης αποφάσεως, κατ’ εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, πλην όμως η εναγομένη, με τον όγδοο λόγο έφεσης με τον οποίο πλήττει κατά τούτο την εκκαλουμένη απόφαση, ισχυρίζεται ότι η εκκαλουμένη απόφαση έπρεπε να δεχθεί ότι για την εν λόγω αιτία ο τέταρτος ενάγων εδικαιούτο το ποσό των ευρώ 121,40, ποσό το οποίο πρέπει να γίνει δεκτό. Και (β) για το χρονικό διάστημα από 2.7.2020 έως 5.8.2020, οπότε απασχολήθηκε με την ειδικότητα του Πλοιάρχου στο ανωτέρω πλοίο, όπως έγινε δεκτό υπό της εκκαλουμένης αποφάσεως και κατά τούτο δεν πλήττεται από κανέναν των διαδίκων, ο ενάγων εδικαιούτο για αναλογία Δώρου Χριστουγέννων 2020 το ποσό των ευρώ [6.997,60 επί 2/25 επί (35 δια 19=) 1,84 δεκαεννεαήμερα=] 1.030,32. Συνολικά, επομένως, ο τέταρτος ενάγων για αναλογία Δώρου Χριστουγέννων 2020 για την απασχόλησή του στο ανωτέρω πλοίο της εναγομένης εδικαιούτο το ποσό των ευρώ (121,40 + 1.030,32 =) 1.151,72 και όχι το ποσό των ευρώ 1.174,90, όπως δέχθηκε η εκκαλουμένη απόφαση, κατά τον βάσιμο κατά τούτο όγδοο λόγο της έφεσης της εναγομένης. Περαιτέρω, όπως απεδείχθη και αναλύεται ανωτέρω, έναντι της εν λόγω απαίτησης η εναγομένη κατέβαλε στον τέταρτο ενάγοντα το ποσό των ευρώ 484,38 και όχι το ποσό των ευρώ 334,90, όπως δέχθηκε η εκκαλουμένη απόφαση κατά τον εν μέρει βάσιμο στην ουσία του κατά τούτο όγδοο λόγο της ένδικης έφεσης της εναγομένης, με αποτέλεσμα να συνεχίζει να του οφείλει το ποσό των ευρώ [1.151,72 μείον 484,38=] 667,34 και όχι το ποσό των ευρώ 839,92, όπως κατ΄ εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, κατά τον εν μέρει βάσιμο στην ουσία του όγδοο λόγο έφεσης της εναγομένης, έγινε δεκτό υπό της εκκαλουμένης απόφασης. Αντίθετα, ο ισχυρισμός της εναγομένης που περιέχεται στον ίδιο λόγο έφεσης, με τον οποίο επαναφέρεται ισχυρισμός της περί καταβολής για την εν λόγω αιτία του ποσού των ευρώ 776,34, κατά το επιπλέον του ποσού των ευρώ  484,38 ποσό (μεικτές αποδοχές) τυγχάνει αβάσιμος στην ουσία του, αφού όπως απεδείχθη στα πλαίσια διερεύνησης του τετάρτου λόγου της έφεσης του τετάρτου ενάγοντος και αναλύεται ανωτέρω, η εναγομένη για την απασχόληση του τετάρτου ενάγοντος στο ανωτέρω πλοίο της εντός του έτους 2020 κατέβαλε σε αυτόν (τέταρτο ενάγοντα) μόνον το καθαρό ποσό των ευρώ 3.000, ήτοι μεικτές αποδοχές ευρώ 4.359,40, ως αναλύεται ανωτέρω, εκ των οποίων για τακτικές αποδοχές κατεβλήθη το ποσό των ευρώ 3.875,02 και το υπόλοιπο ποσό των ευρώ 484,38 κατεβλήθη ως αναλογία Δώρου Χριστουγέννων 2020. Συνολικά, επομένως, η εναγομένη, για τις ανωτέρω αιτίες, οφείλει να καταβάλει στον τέταρτο ενάγοντα το ποσό των ευρώ [5.330,24 + 667,34=] 5.997,58. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι ο τέταρτος ενάγων δεν προσέβαλε την εκκαλουμένη απόφαση καθό μέρος απέρριψε το αίτημά του περί επιδίκασης του ποσού των ευρώ 432,70 για αναλογία δώρου Χριστουγέννων 2019 και καθό μέρος απέρριψε το αίτημά του περί επιδίκασης του ποσού των ευρώ 479,12 για υπερωριακή του απασχόληση. Το ανωτέρω ποσό των 5.997,58 ευρώ, η εναγομένη οφείλει να καταβάλει νομιμοτόκως, κατά τις διατάξεις των άρθρων 345 και 346 ΑΚ και δη με το νόμιμο τόκο υπερημερίας (από την επομένη ημέρα της τελευταίας αποναυτολογήσεώς του, όπως δέχθηκε η εκκαλουμένη απόφαση) έως της εγέρσεως της ένδικης αγωγής και με το νόμιμο τόκο επιδικίας εφεξής, αφού δεν προέκυψε ότι η αντιδικία των διαδίκων τυγχάνει εύλογη [ΑΠ 172/2025 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ], ενόψει του ότι η εναγομένη, ως εργοδότρια του τετάρτου ενάγοντος εγνώριζε τις συνομολογηθείσες αποδοχές αυτού και τις καταβολές στις οποίες αυτή προέβη.  Η εκκαλουμένη απόφαση, επομένως, η οποία κατά το διατακτικό της επεδίκασε τις απαιτήσεις του ενάγοντος με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από την επομένη της τελευταίας αποναυτολογήσεως αυτού (τετάρτου ενάγοντος) έσφαλε κατά την εφαρμογή της ανωτέρω διατάξεως του άρθρου 346 ΑΚ, κατά τον βάσιμο περί τούτου πέμπτο λόγο της έφεσης του τετάρτου ενάγοντος. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που δέχθηκε την αγωγή ως προς τον τέταρτο ενάγοντα εν μέρει και επιδίκασε σε αυτόν συνολικά το ποσό των 4.018,47  και δη το ποσό των ευρώ 3.178,55 για διαφορές αποδοχών και το ποσό των ευρώ 839,92 ως αναλογία επιδόματος δώρου Χριστουγέννων 2020, έσφαλε κατά την εκτίμηση των σχετικών αποδείξεων και πρέπει, κατά μερική παραδοχή αμφοτέρων των ενδίκων εφέσεων κατά τα ανωτέρω ειδικότερα αναφερόμενα να εξαφανιστεί αυτή, στο σύνολό της, κατ’ άρθρο 535 § 1 του ΚΠολΔ, και αφού κρατηθεί η υπόθεση στο Δικαστήριο αυτό και ερευνηθεί κατ’ ουσίαν η ένδικη αγωγή του τετάρτου ενάγοντος (άρθρο 535 § 1 του ΚΠολΔ), πρέπει να γίνει αυτή δεκτή ως εν μέρει βάσιμη και κατ’ ουσίαν και να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει στον τέταρτο ενάγοντα το συνολικό ποσό των ευρώ 5.997,58 εκ των οποίων ποσό ευρώ 5.330,24 για διαφορές αποδοχών και ευρώ 667,34 για αναλογία επιδόματος δώρου Χριστουγέννων 2020, νομιμοτόκως από την επομένη της τελευταίας αποναυτολογήσεώς του ήτοι από την 6.8.2020.

X. Περαιτέρω, αναφορικά με την πέμπτη ενάγουσα, απεδείχθη ότι, αυτή, απασχολήθηκε στο ανωτέρω πλοίο της εναγομένης, με την ειδικότητα του Βοηθού Θαλαμηπόλου, κατά το χρονικό διάστημα από 4.7.2019 έως 20.7.2019, οπότε αποναυτολογήθηκε λόγω μεταθέσεώς της στο πλοίο AB του ανωτέρω Ομίλου. Όσον αφορά στους όρους αμοιβής και εργασίας αυτής (πέμπτης) ενάγουσας, όπως κρίθηκε υπό της εκκαλουμένης αποφάσεως και κατά τούτο δεν πλήττεται από κανέναν των διαδίκων, εφαρμοστέα τυγχάνει η Συλλογική Σύμβαση Εργασίας των Πληρωμάτων ακτοπλοϊκών επιβατηγών πλοίων έτους 2019, κατά τις προβλέψεις της οποίας οι νόμιμες αποδοχές της εν λόγω ειδικότητος ανήρχοντο στο ποσό των ευρώ 2.656,27 και δη ευρώ 1.204,81 ως μισθός ενεργείας, πλέον ευρώ 265,06 ως επίδομα Κυριακών, πλέον ευρώ 433,95 ως επίδομα αδείας μετά τροφοδοσίας, πλέον ευρώ 58,78 ως επίδομα ιματισμού που δεν της παρέχονταν σε χρήμα, πλέον ευρώ 57,63 ως ειδικό επίδομα βοηθού φροντιστή με πτυχίο κατά τις διατάξεις του άρθρου 8 παρ.11 της εν λόγω ΣΣΝΕ, πλέον ευρώ 36,64 ως επίδομα βαριάς και ανθυγιεινής εργασίας, πλέον ευρώ 599,40 ως αντιτίμου τροφής. Περαιτέρω, σύμφωνα με τις προβλέψεις του άρθρου 11 της ίδιας ως άνω, εφαρμοζόμενης εν προκειμένω, ΣΣΝΕ οι ώρες υποχρεωτικής εβδομαδιαίας εργασίας εν πλω και στο λιμένα, ορίζονται σε σαράντα (40) εβδομαδιαίως, δηλαδή οκτώ (8) ώρες ημερησίως από Δευτέρα μέχρι Παρασκευή, ενώ η εργασία που παρέχεται κατά τα Σάββατα και τις αργίες (άρθρα 11 και 13 § 5), δηλαδή την 1η του έτους, την εορτή των Θεοφανίων, την Καθαρά Δευτέρα, την 25η Μαρτίου, τη Μεγάλη Παρασκευή, την Δευτέρα του Πάσχα, την εορτή του Αγίου Γεωργίου, την 1η Μαΐου, την εορτή της Αναλήψεως, την 15η Αυγούστου, την 14η Σεπτεμβρίου, την 28η Οκτωβρίου, την εορτή του Αγίου Νικολάου, την εορτή των Χριστουγέννων, την 26η Δεκεμβρίου και τις καθορισμένες ως ημέρες αργίας τοπικές εορτές ελληνικών λιμένων ναυλοχίας του πλοίου (άρθρο 18) αμείβεται εξ ολοκλήρου υπερωριακά. Η πρόσθετη υπερωριακή απασχόληση κατά τα Σάββατα και τις ως άνω αργίες αμείβεται ανά ώρα με βάση το ωρομίσθιο, που κατ’ άρθρο 13 § 1 εδαφ. β και γ των ιδίων ΣΣΝΕ, υπολογίζεται ως πηλίκο της διαίρεσης του μισθού ενέργειας, όπως αυτός καθορίζεται στη διάταξη του άρθρου 1 § 1 αυτής, δια του αριθμού των ωρών της μηνιαίας υποχρεωτικής απασχόλησης των ναυτικών, δηλαδή δια του αριθμού εκατόν εβδομήντα τρία (52 εβδομάδες του έτους 12 μήνες = 4,33 Χ 40 ώρες εβδομαδιαίας υποχρεωτικής απασχόλησης = 173). Ακολούθως, το ωρομίσθιο προσαυξάνεται κατά 50% (άρθρο 13 § 5). Κατά τις διατάξεις δε του άρθρου 13 της αυτής ΣΣΝΕ, το ωρομίσθιο του Βοηθού Φροντιστή καθορίστηκε στο χρηματικό ποσό των έξι ευρώ και ενενήντα έξι λεπτών (6,96 €) και με τις προσαυξήσεις 25% και 50% σε οκτώ ευρώ και εβδομήντα λεπτά (8,70 €) και σε δέκα ευρώ και σαράντα τέσσερα λεπτά (10,44 €) αντίστοιχα. Περαιτέρω, απεδείχθη ότι, τα καθήκοντα της εν λόγω ενάγουσας, ήταν αυτά που καθορίζονται ως γενικά και ειδικά καθήκοντα και λοιπές εργασιακές υποχρεώσεις των Βοηθών Φροντιστών, στα υπό ελληνική σημαία επιβατηγά πλοία, όπως αυτά προβλέπονται από το Β.Δ. 683/1960 «Περί εγκρίσεως και θέσεως εις εφαρμογήν Κανονισμού εσωτερικής υπηρεσίας επί Ελληνικών επιβατηγών πλοίων πεντακοσίων κ.ο.χ. και άνω» (Φ.Ε.Κ. Α’ 158/4-10-1960). Συγκεκριμένα, κατά τις διατάξεις των άρθρων 110 και 111 του οποίου: «Άρθρο 110: Βοηθός φροντιστού. Καθήκοντα εν γένει. 1. Ο Βοηθός φροντιστή είναι ο υπόλογος της υπηρεσίας Τροφοδοσίας και Γενικών Προμηθειών του πλοίου και των μαθητευόμενων ως κατώτερου προσωπικού Τροφοδοσίας και Γενικών Προμηθειών. 2. Τελεί υπό τις άμεσες διαταγές και τον έλεγχο του Φροντιστή και τον βοηθά στα καθήκοντα του.». «Άρθρο 111: Ειδικά καθήκοντα Ειδικότερα ο Βοηθός Φροντιστή: α) εφοδιάζει το μαγειρείο, τα κυλικεία και τους χώρους αποθήκευσης και συντήρησης τροφίμων καθώς και τους χώρους αποθήκευσης των υλικών που του έχουν ανατεθεί, με την εκάστοτε αναγκαία ποσότητα για την παρασκευή εδεσμάτων και για την άμεση χρησιμοποίηση τους, αντιστοίχως. β) υπό τις διαταγές και οδηγίες του Φροντιστή, διευθύνει και διαχειρίζεται τους χώρους διανομής των τροφίμων και των υλικών που του έχουν ανατεθεί. γ) δέχεται και προσπαθεί να ικανοποιεί κάθε δίκαιο παράπονο των επιβαινόντων που αφορά στα καθήκοντα του, αναφέροντας σχετικά στον Φροντιστή.». Επιπλέον, κατά την επίδικη περίοδο στο εν λόγω πλοίο υπηρετούσε και Φροντιστής, τα καθήκοντα του οποίου καθορίζονται στα υπό ελληνική σημαία επιβατηγά πλοία, όπως αυτά προβλέπονται από το Β.Δ. 683/1960 «Περί εγκρίσεως και θέσεως εις εφαρμογήν Κανονισμού εσωτερικής υπηρεσίας επί Ελληνικών επιβατηγών πλοίων πεντακοσίων κ.ο.χ. και άνω» (Φ.Ε.Κ. Α’ 158/4-10-1960). Συγκεκριμένα, κατά τις διατάξεις των άρθρων 108 και 109 του οποίου: «Άρθρο 108 Φροντιστής. Καθήκοντα και ευθύνη εν γένει. 1.Ο Φροντιστής είναι ο Αξιωματικός προϊστάμενος της Υπηρεσίας Τροφοδοσίας και Γενικών Προμηθειών του πλοίου και του προσωπικού αυτής. 2. Ενεργεί υπό τις διαταγές και τον έλεγχο του Πλοιάρχου ή του νομίμου αναπληρωτού του και είναι υπεύθυνος και υπόλογος απέναντι σε αυτούς κατά την άσκηση των καθηκόντων του.». «Άρθρο 109 Ειδικά καθήκοντα. 1. Ειδικότερα ο Φροντιστής είναι αρμόδιος και υπεύθυνος: α) για την έγκαιρη προμήθεια και διαχείριση των τροφίμων και όποιων άλλων υλικών του έχουν ανατεθεί από τον Πλοίαρχο, σύμφωνα με τις γενικές οδηγίες του πλοιοκτήτη ή του διαχειριστή του πλοίου, σε ποσότητα ανάλογη με τον αριθμό των επιβαινόντων, τους εκτελούμενους πλόες και λαμβάνοντας υπόψη τα αιτήματα των προϊσταμένων των υπηρεσιών του πλοίου. β) για την παραλαβή, καλή ποιότητα και συντήρηση των τροφίμων και των άλλων υλικών που του έχουν ανατεθεί, σύμφωνα με τους όρους της υγιεινής και τις τυχόν προδιαγραφές και οδηγίες για τα άλλα υλικά. γ) για τη συντήρηση και καθαριότητα των διαμερισμάτων και χώρων αποθηκεύσεως και διατηρήσεως των τροφίμων, καθώς και για την ευταξία των χώρων αποθήκευσης των λοιπών ανατιθέμενων υλικών. δ) για την καθαριότητα και ευπρέπεια του προσωπικού, του οποίου προΐσταται. ε) για τον ανεφοδιασμό των κυλικείων θέσεων επιβατών, μέσω του Βοηθού Φροντιστού και την επιμέλεια και διαχείριση των κυλικείων αυτών μέσω των οικείων θαλαμηπόλων. 2. Ο Φροντιστής υποχρεούται: α) Να μεριμνά ώστε στο πλοίο να διατίθενται απαραίτητες ποσότητες στερεών και διατηρημένων τροφίμων, αλλά και υλικών που του έχει ανατεθεί η προμήθεια και η διαχείριση, για κάθε ενδεχόμενη παράταση του πλου λόγω εκτάκτου περιστατικού ή ανωτέρας βίας. β) Να τηρεί με τα διατιθέμενα στο πλοίο μέσα, αρχείο διαχείρισης τροφίμων και των υλικών που του έχουν ανατεθεί, στο οποίο καθημερινά καταχωρούνται οι εισαγόμενες και οι εξαγόμενες προς κατανάλωση ή χρησιμοποίηση ποσότητες. Το αρχείο θεωρείται καθημερινά από τον Πλοίαρχο.». Παράλληλα απεδείχθη ότι, στο εν λόγω πλοίο λειτουργούσαν δύο κυλικεία – μπαρ, την εκμετάλλευση των οποίων αντί ανταλλάγματος η εναγομένη είχε παραχωρήσει σε τρίτη ιδιωτική εταιρία. Κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς η εν λόγω (πέμπτη) ενάγουσα αφενός μεν είχε συμφωνήσει όπως λαμβάνει κατ’ αποκοπή αμοιβή για απασχόληση οκτώ ωρών επί 5,66 κατά μέσο όρο τον μήνα ημέρες Σαββάτου και αργίας και δη το ποσό των ευρώ 472,72 (5,66 ημέρες Σαββάτου και αργίας μηνιαίως Χ 8 ώρες Χ 10,44), αφ’ ετέρου δε, αυτή εργαζόταν πλέον των οκτώ ωρών ημερησίως και δη επί δώδεκα ώρες καθ’ εκάστη ημέρα, λόγος για τον οποίο αξίωσε αμοιβή υπερωριακής απασχόλησης για τέσσερις ώρες καθ’ εκάστη των δέκα τεσσάρων καθημερινών ημερών και ημερών Κυριακής που απασχολήθηκε στο εν λόγω πλοίο και επιπλέον, αμοιβή υπερωριακής απασχόλησης για τέσσερις ώρες καθ’ εκάστη, επιπλέον των πρώτων οκτώ ωρών εργασίας της, κατά τις ημέρες Σαββάτου της 6.7., 13.7. και 20.7.2019 που εργάσθηκε στο εν λόγω πλοίο και συνολικά, για την υπερωριακή της απασχόληση απαίτησε το ποσό των ευρώ 612,48. Με την εκκαλουμένη απόφαση, έγινε δεκτός ως βάσιμος στην ουσία του ο αγωγικός ισχυρισμός ότι, μεταξύ των εν λόγω διαδίκων, είχε συμφωνηθεί όπως η ενάγουσα λαμβάνει κατ’ αποκοπή αμοιβή για απασχόληση οκτώ ωρών για 5,66 κατά μέσο όρο μηνιαίως ημέρες Σαββάτου και αργίας και δη το ποσό των ευρώ 472,72 (5,66 ημέρες Σαββάτου και αργίας μηνιαίως Χ 8 ώρες Χ 10,44). Επιπλέον δε, κατά μερική παραδοχή της ένδικης αγωγής, η εκκαλουμένη απόφαση δέχθηκε ότι η πέμπτη ενάγουσα εργάζονταν καθημερινά πλέον των οκτώ ωρών και δη επί δέκα ώρες. Κατόπιν αυτών, με την ίδια (εκκαλουμένη) απόφαση επιδικάσθηκαν στην ενάγουσα αφενός μεν διαφορές αποδοχών, συνυπολογιζομένου στις τακτικές αποδοχές και του ποσού των ευρώ 472,72 ως κατ’ αποκοπή συμφωνηθείσα αμοιβή της για οκτάωρη απασχόλησή της κατά τις ημέρες Σαββάτου και αργιών, αφ’ ετέρου δε αμοιβή για υπερωριακή απασχόληση αυτής δύο ωρών καθ’ εκάστη καθημερινή ημέρα, ημέρα Κυριακής και καθ’ εκάστη των ανωτέρω ημερών Σαββάτου ήτοι πλέον της συμφωνηθείσας κατ’ αποκοπή αμοιβής της η οποία αφορούσε οκτώ ωρών απασχόληση κατά τις εν λόγω ημέρες (Σαββάτου) και συνολικά το ποσό των ευρώ 306,24. Αμφότερες οι ανωτέρω παραδοχές της εκκαλουμένης αποφάσεως πλήττονται από την εναγομένη για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων με το πρώτο σκέλος του ενάτου και δεκάτου των ενδίκων λόγων έφεσής της. Ειδικότερα, η εναγομένη αρνείται ότι είχε συμφωνηθεί μεταξύ αυτής και της πέμπτης ενάγουσας κατ’ αποκοπή αμοιβή για εργασία κατά τις ημέρες Σαββάτου και αργιών και επιπλέον, ισχυρίζεται ότι, τέτοια αμοιβή δεν προβλέπεται στην εφαρμοζόμενη εν προκειμένω ΣΣΝΕ. Παράλληλα δε, αρνείται ότι η πέμπτη ενάγουσα εργάσθηκε πέραν του νομίμου ωραρίου. Ειδικότερα, η ενάγουσα με την ένδικη αγωγή της ισχυρίσθηκε ότι, κατά την ένδικη περίοδο, εργαζόταν καθημερινά, κατόπιν παραδεκτής διόρθωσης της αγωγής της με τις έγγραφες προτάσεις της, από ώρα 06.00 έως ώρα 18.00. Συγκεκριμένα, ισχυρίσθηκε ότι, καθημερινά αυτή διενεργούσε ποιοτικούς και ποσοτικούς ελέγχους των αποθεμάτων των τροφοεφοδίων, εκτελούσε τις παραγγελίες για τον ανεφοδιασμό τροφίμων και υλικών και φρόντιζε για την καθημερινή προμήθεια των μπαρ του πλοίου, διενεργούσε ποιοτικούς ελέγχους των πωλούμενων εδεσμάτων και του τρόπου συντήρησής τους, καθώς και αγορανομικούς και υγειονομικούς ελέγχους. Ενόψει του ότι τα αναγκαία τροφοεφόδια προμήθευε στο πλοίο τρίτη εταιρεία εστίασης στην οποία είχε εκχωρηθεί από την εναγομένη και η εκμετάλλευση των χώρων αυτών (εστίασης) του πλοίου, είχε ανατεθεί σε αυτήν (πέμπτη ενάγουσα) η επικοινωνία με την ανάδοχο εταιρεία προκειμένου και για τη λήψη οδηγιών σχετικά με τη λειτουργία των εν λόγω χώρων, η διενέργεια οικονομικού ελέγχου, η συγκέντρωση των εισπράξεων και η απόδοσή τους σε αυτή, η συγκέντρωση των οικονομικών και φορολογικών στοιχείων και δη στοιχεία ταμειακών μηχανών και τιμολογίων, η καταχώρηση των στοιχείων αυτών σε έντυπο και ηλεκτρονικό αρχείο και η εν γένει εξυπηρέτηση της συνεργασίας της εναγομένης με την ανάδοχο εταιρεία. Επιπλέον, ισχυρίσθηκε ότι, ενδιάμεσα των λοιπών καθηκόντων της, απασχολείτο και στο μπαρ του πλοίου, εκτελώντας βοηθητικές εργασίες, όπως προετοιμασία ειδών προς πώληση και τακτοποίηση βιτρίνας. Προς εκτέλεση των εν λόγω εργασιών της, αναλάμβανε καθημερινά εργασία μία ώρα προ του απόπλου του πλοίου από τον Πειραιά εργαζόμενη χωρίς διακοπή καθόλη τη διάρκεια της ημέρας και έως και δύο ώρες μετά την προγραμματισμένη επιστροφή του πλοίου στο λιμάνι. Η εναγομένη, με τις έγγραφες προτάσεις της που κατέθεσε ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, αρνήθηκε ότι αυτή (πέμπτη ενάγουσα) εργαζόταν υπερωριακά και επιπλέον, αναφορικά με τα καθήκοντα της, ισχυρίσθηκε ότι, αυτή (πέμπτη ενάγουσα) (α) βοηθούσε τον υπηρετούντα με την ειδικότητα του Φροντιστή στο εν λόγω πλοίο, κατά το επίδικο διάστημα, ……………., στην παραλαβή των τροφοεφοδίων μία φορά την εβδομάδα, μετά το πέρας του δρομολογίου, ελέγχοντας τις ποσότητες και τα είδη αυτών, εργασία που διαρκούσε 1,5 ώρα, (β) με τη βοήθεια του φροντιστή και ενός θαλαμηπόλου ή επικούρου του πλοίου, απασχολείτο στην τοποθέτηση των τροφοεφοδίων, μετά την παραλαβή τους, στην αποθήκη του πλοίου, εργασία που διαρκούσε περίπου δύο ώρες και εκτελούνταν κατά τη διάρκεια του δρομολογίου, (γ) πραγματοποιούσε τον καθαρισμό της τροφοαποθήκης, όποτε της ανατίθετο από τον Φροντιστή, (δ) καθημερινά στην αρχή του δρομολογίου προέβαινε στον ανεφοδιασμό των κυλικείων του πλοίου με τη βοήθεια των Θαλαμηπόλων και Επικούρων, εργασία την οποία εκτελούσε και κατά τη διάρκεια της ημέρας, σε περίπτωση που παρουσιάζονταν έλλειψη κάποιου πωλούμενου είδους στα μπαρ του πλοίου. Προκειμένου και για την εκτέλεση των εν λόγω εργασιών, κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς, αυτή (ενάγουσα) ξεκινούσε την εργασία της μία ώρα προ του απόπλου του πλοίου από το λιμάνι του Πειραιά και μετά τον πρωινό ανεφοδιασμό των δύο κυλικείων του πλοίου, αυτή (ενάγουσα) δεν εκτελούσε καμία έτερη εργασία, πλην του ανεφοδιασμού αυτών (κυλικείων) με τροφοεφόδια, εάν εμφανίζονταν κάποια έλλειψη κατά τη διάρκεια του δρομολογίου. Μετά δε τον κατάπλου του πλοίου στο λιμάνι με το πέρας του δρομολογίου, αποχωρούσε αμέσως από αυτό, με εξαίρεση τη μία ημέρα παραλαβής τροφοεφοδίων, οπότε απασχολείτο επί 1,5 ώρα μετά τον κατάπλου. Επίσης, η εναγομένη ισχυρίσθηκε ότι, η πέμπτη ενάγουσα καμία απολύτως σχέση δεν είχε με τη λειτουργία των κυλικείων του πλοίου, την τακτοποίηση των ειδών σε αυτά (κυλικεία) και την προετοιμασία των πωλούμενων ειδών, εργασίες που εντάσσονταν στα καθήκοντα των Θαλαμηπόλων και Επικούρων. Επίσης, αρνήθηκε ότι αυτή (ενάγουσα) απασχολείτο με τα οικονομικά των κυλικείων, τη συγκέντρωση των εισπράξεων και των φορολογικών στοιχείων αυτών, την καταχώρηση των εσόδων και την απόδοση των εισπράξεων αυτών, εργασίες που εκτελούσαν οι Οικονομικοί Αξιωματικοί που υπηρετούσαν στο πλοίο και δη ο Προϊστάμενος Οικονομικού Αξιωματικός και η Β Οικονομική Αξιωματικός. Τους ισχυρισμούς της εναγομένης σχετικά με τα καθήκοντα της ενάγουσας στο εν λόγω πλοίο και τις ώρες απασχόλησης αυτής (πέμπτης ενάγουσας), προσεπιβεβαίωσε η με επιμέλεια αυτής εξετασθείσα …… ……, με την κατάθεσή της η οποία περιέχεται στην ανωτέρω με αριθμό 1011/2021 ένορκη βεβαίωση. Θα πρέπει, εν τούτοις, να σημειωθεί ότι, η εν λόγω ένορκη βεβαίωση δεν τυγχάνει σαφής σχετικά με τον χρόνο απασχόλησης της ενάγουσας στην τακτοποίηση των τροφοεφοδίων, κατόπιν της παραλαβής τους, στην τροφοπαποθήκη του πλοίου, αφού η εν λόγω μάρτυρας αρχικά κατέθεσε, όπως ισχυρίσθηκε και η εναγομένη, ότι η εν λόγω εργασία ελάμβανε χώρα κατά τη διάρκεια του δρομολογίου του πλοίου (σελ. 4), ακολούθως αυτή κατέθεσε ότι, την εν λόγω εργασία η ενάγουσα ομού μετά του Φροντιστή του πλοίου εκτελούσε είτε αυθημερόν με την παραλαβή τους, είτε την επομένη ημέρα, κατά τη διάρκεια του δρομολογίου (σελ. 5). Ο εξετασθείς με επιμέλεια της εναγομένης ενόρκως βεβαιώσας ……………….., προσεπιβεβαίωσε ομοίως τους ανωτέρω ισχυρισμούς της εναγομένης σχετικά με τις συνθήκες εργασίας της πέμπτης ενάγουσας, με εξαίρεση τη συχνότητα των παραγγελιών και παραλαβών των τροφοεφοδίων, κατά την κατάθεση του οποίου, η εν λόγω εργασία ελάμβανε χώρα δύο φορές την εβδομάδα, καθώς επίσης αναφορικά με τον χρόνο τακτοποίησης αυτών, κατόπιν της παραλαβής τους, στην τροφοαποθήκη του πλοίου, κατά την κατάθεση του οποίου, η εργασία αυτή ελάμβανε χώρα είτε την ίδια ημέρα της παραλαβής, είτε την επομένη ημέρα, κατά τη διάρκεια του δρομολογίου. Κατά την ίδια ένορκη βεβαίωση, τα τροφοεφόδια παραλαμβάνονταν εντός του πλοίου, έξω από την τροφοαποθήκη. Ο ενόρκως βεβαιώσας με επιμέλεια των εναγόντων μάρτυρας …………………, ο οποίος ως έχων ιδία αντίληψη, αφού υπηρέτησε ως μέλος του δευτέρου πληρώματος του ανωτέρω πλοίου, κατά το διάστημα εργασίας σε αυτό της εν λόγω ενάγουσας την 20.7.2019, 21.7.2019, την 14.7.2019 και την 15.7.2019, όπως αποδεικνύεται από το προσκομιζόμενο ως σχετικό 40 έγγραφο – κατάσταση χρόνου υπηρεσίας του εν λόγω μάρτυρος στα πλοία του Ομίλου, έγγραφο το οποίο συνέταξε και προσεκόμισε η ίδια η εναγομένη [αν και αυτή (εναγομένη) δια της προσθήκης επί των προτάσεων που κατέθεσε ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου (σχετικά σελ. 2) αμφισβήτησε ότι ο εν λόγω ενόρκως βεβαιώσας εργάσθηκε επί του εν λόγω πλοίου κατά την ένδικη περίοδο], κατέθεσε ότι, η εν λόγω (πέμπτη) εκτελούσε τις παραγγελίες τροφοεφοδίων του εν λόγω πλοίου, φρόντιζε τον ανεφοδιασμό των μπαρ αυτού και την αποθήκευση των τροφοεφοδίων προκειμένου να μην αλλοιώνονται. Ο εφοδιασμός συνήθως γινόταν το πρωί, οπότε η εταιρεία που εκμεταλλεύονταν τα εν λόγω μπαρ του πλοίου, προμήθευε το πλοίο με τροφοεφόδια. Επιπλέον, κατά την εν λόγω κατάθεση, η ενάγουσα πραγματοποιούσε όλες τις αναγκαίες συνεννοήσεις ανάμεσα στην εναγομένη και στην τροφοδότρια εταιρεία. Επίσης, αυτή (ενάγουσα) τοποθετούσε στη βιτρίνα των μπαρ του πλοίου τα διάφορα τροφοεφόδια, ήλεγχε την ποιότητά τους, προκειμένου δε να διευκολύνει τη συνεργασία της εναγομένης με την προμηθεύτρια του πλοίου και εκμεταλλευόμενη τα μπαρ αυτού εταιρεία, όφειλε να ελέγχει τις εισπράξεις των μπαρ, να συγκεντρώνει τα φορολογικά παραστατικά και δη τις αποδείξεις ταμειακών μηχανών, να τηρεί αρχείο για τις πωλήσεις και εισπράξεις και να διαβιβάζει τα στοιχεία αυτά στην εταιρεία εκμετάλλευσης των εν λόγω κυλικείων. Κατά την ίδια κατάθεση, η εργασία της εν λόγω ενάγουσας ήταν συνεχόμενη και διαρκούσε δώδεκα ώρες. Ο έτερος των μαρτύρων που εξετάσθηκε με επιμέλεια των εναγόντων …………….., ουδέν κατέθεσε σχετικά με τις συνθήκες εργασίας της εν λόγω ενάγουσας. Από τη συνεκτίμηση του συνόλου των αποδείξεων, απεδείχθη ότι, η πέμπτη ενάγουσα, κατά τη διάρκεια εργασίας της στο ανωτέρω πλοίο εκκινούσε, την απασχόλησή της σε αυτό μία ώρα προ του απόπλου του πλοίου, εφοδιάζοντας τα δύο κυλικεία – μπαρ αυτού (πλοίου) με τροφοεφόδια και τακτοποιώντας τις βιτρίνες αυτών. Κατά δε τη διάρκεια του δρομολογίου εφοδίαζε εκ νέου τα εν λόγω μπαρ όταν το ζητούσαν οι εργαζόμενοι σε αυτό θαλαμηπόλοι, ενώ ήλεγχε και την ποιότητα τόσο των τροφοεφοδίων που ευρίσκοντο στην αποθήκη, όσο και των ειδών που διετίθεντο προς πώληση από τα δύο κυλικεία. Επιπλέον, κατόπιν εντολής του Φροντιστή του πλοίου, εκτελούσε την εργασία καθαρισμού της τροφοαποθήκης, ενώ συνέδραμε τον Φροντιστή στην εργασία παραγγελίας των τροφοεφοδίων, η οποία ελάμβανε χώρα δυο φορές την εβδομάδα, στην παραλαβή αυτών και δη στον έλεγχο της ποιότητας και του είδους τους, εργασία η οποία ελάμβανε χώρα ομοίως δύο φορές την εβδομάδα μετά το πέρας του δρομολογίου του πλοίου και διαρκούσε περίπου 1,5 ώρα και ακολούθως απασχολείτο στην τακτοποίηση αυτών (παραληφθέντων τροφοεφοδίων) στην τροφοαποθήκη, εργασία η οποία ελάμβανε χώρα άλλοτε αμέσως μετά την παραλαβή αυτών και άλλοτε μετά την έναρξη του δρομολογίου, διαρκούσε δε περίπου δύο ώρες. Τέλος, απεδείχθη ότι, σε αυτήν (πέμπτη ενάγουσα) είχε ανατεθεί η επικοινωνία της εναγομένης με την εκμεταλλευόμενη τα κυλικεία – μπαρ του πλοίου εταιρεία, προκειμένου και για τη λήψη οδηγιών σχετικά με τη λειτουργία αυτών (μπαρ του πλοίου), η συγκέντρωση των εισπράξεων και των φορολογικών παραστατικών αυτών και η παράδοσή τους (εισπράξεων και παραστατικών) στην εταιρεία εκμετάλλευσης αυτών (κυλικείων του πλοίου). Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές συνάγεται, κατά την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου, το συμπέρασμα ότι η εν λόγω ενάγουσα, προκειμένου να ανταποκριθεί στα ανωτέρω καθήκοντά της, προς κάλυψη των ποικίλων λειτουργικών αναγκών, που προέκυπταν στο πλοίο κατά τη διάρκεια των ανωτέρω πολύωρων δρομολογίων του, απαιτήθηκε να εργασθεί και πράγματι αυτή εργαζόταν καθημερινά, συμπεριλαμβανομένων Σαββάτων και Κυριακών, πέραν του νομίμου ωραρίου που προβλέπεται από τις εν προκειμένω εφαρμοστέες, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα ναυτολόγησής της στο εν λόγω πλοίο, ως άνω Σ.Σ.Ν.Ε. ήτοι πέραν των οκτώ (8) ωρών ημερησίως, αφού αυτή δεν επαρκούσε, απορριπτομένων του περί του αντιθέτου ισχυρισμών της εναγομένης που περιέχονται στον δέκατο λόγω της ένδικης έφεσής της ως αβασίμων στην ουσία τους, ενόψει της συνάρτησης των καθηκόντων της εν λόγω ενάγουσας με την ιδιαιτερότητα εξωγενών παραγόντων. Η ανάγκη παροχής εργασίας, πέραν των νομίμων, κατά τα άνω, χρονικών ορίων, δεν αποκλείεται από το γεγονός ότι στο πλοίο υπήρχε πλήρης οργανική σύνθεση του πληρώματος, αφού σε αυτό υπηρετούσε και Φροντιστής, καθόσον η πληρότητα αυτή αποσκοπεί στην ασφάλεια του πλοίου κατά τη διάρκεια των πλόων του και δεν καταδεικνύει την ανυπαρξία ανάγκης για υπερωριακή εργασία, όπως αβασίμως υπολαμβάνει η εναγομένη στα πλαίσια του ιδίου (δεκάτου) λόγου έφεσης. Σύμφωνα με όλα όσα προεκτέθηκαν και λαμβανομένων επίσης υπόψη των συνθηκών και περιστάσεων, που επικρατούσαν κατά την απασχόληση της λόγω ενάγουσας επί του εν λόγω πλοίου, το οποίο ήταν δρομολογημένο στην ως άνω ακτοπλοϊκή γραμμή και εκτελούσε τα συγκεκριμένα δρομολόγια που αναφέρθηκαν, της αυξημένης επιβατικής κίνησης λόγω της θερινής περιόδου που αυτή (ενάγουσα) υπηρέτησε επί του εν λόγω πλοίου, της συνολικής διάρκειας εκάστου δρομολογίου, των χαρακτηριστικών του εν λόγω πλοίου, της φύσεως και του αντικειμένου της απασχόλησής της και των καθηκόντων της ειδικότητάς της, όπως αυτά επίσης εκτενώς περιεγράφησαν ανωτέρω και των εν γένει ιδιαιτεροτήτων της ναυτικής εργασίας, ενόψει του ότι οι ώρες ευθύνης ή ετοιμότητάς της στο πλοίο δε θα μπορούσαν εξ ορισμού να χαρακτηριστούν ως χρόνος υπερωριακής εργασίας της, εφόσον ο ναυτικός, λόγω της φύσης του επαγγέλματός του, βρίσκεται εκ των πραγμάτων σε διαρκή ετοιμότητα παροχής υπηρεσιών υπακούοντας στις διαταγές των προϊσταμένων του, κατ’ άρθρο 57 παρ. 1 του ΚΙΝΔ (βλ. ΕφΠειρ 45/2010 ΕΝαυτΔ 2010 405, ΜονΕφΠειρ 231/2013 ΕΝαυτΔ 2013 220, ΕφΠειρ 548/2001 ΕΕργΔ 61.340), με αποτέλεσμα ο χρόνος παραμονής αυτού στο πλοίο κατά τον ημερήσιο πλου, να μην ταυτίζεται αναγκαίως με χρόνο πραγματικής απασχόλησής του σ’ αυτό, σε συνδυασμό με τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, το Δικαστήριο οδηγείται στην κρίση ότι, η εν λόγω ενάγουσα εργαζόταν καθημερινά επί δέκα (10) ώρες καθ’ εκάστη, εκ των οποίων, οι τέσσερις (4) ώρες είναι υπερωριακή εργασία τις καθημερινές ημέρες και τις Κυριακές, ενώ το σύνολό αυτών είναι υπερωριακή εργασία κατά τις ανωτέρω ημέρες Σαββάτου που εργάσθηκε. Όμοια κρίνοντας και η εκκαλουμένη απόφαση, η οποία δέχθηκε ότι ενάγουσα εργαζόταν επί δέκα ώρες καθ’ εκάστη, ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις και ορθά εφάρμοσε το νόμο, απορριπτομένου του περί του αντιθέτου δεκάτου λόγου της ένδικης έφεσης της εναγομένης. Ενόψει των ανωτέρω αποδειχθέντων ως προς το χρόνο διάρκειας απασχόλησης της εν λόγω ενάγουσας, κρίνεται βάσιμος ο αγωγικός ισχυρισμός ότι μεταξύ αυτής (πέμπτης ενάγουσας) και της εναγομένης είχε συνομολογηθεί κατ’ αποκοπή αμοιβή για εργασία αυτής οκτώ ωρών κατά τις ημέρες Σαββάτου και αργιών. Πράγματι, αφού όπως απεδείχθη το εν λόγω πλοίο εκτελούσε δρομολόγια όλες τις ημέρες της εβδομάδας, συμπεριλαμβανομένων και των ημερών του Σαββάτου, η διάρκεια δε της ημερήσιας εργασίας αυτής (πέμπτης ενάγουσας) ανέρχονταν σε δέκα ώρες, η ενάγουσα δεν είχε λόγο, με την ένδικη αγωγή της, τις οκτώ πρώτες ώρες εργασίας της κατά τις ημέρες Σαββάτου να τις αξιώνει ως κατ’ αποκοπή συμφωνηθείσα αμοιβή και τις υπόλοιπες ώρες εργασίας της την ημέρα Σαββάτου να αξιώνει ως υπερωριακή της απασχόληση. Ως εκ τούτου, αποδεικνύεται ότι, μεταξύ της εναγομένης και της πέμπτης ενάγουσας είχε συμφωνηθεί ότι αυτή θα λαμβάνει κατ’ αποκοπή αμοιβή για οκτώ ωρών απασχόληση για 5,66, κατά μέσο όρο ημέρες Σαββάτου και αργίας και δη το ποσό των ευρώ  [5,66 επί 8 επί 10,44=] 472,72. Όμοια κρίνοντας και η εκκαλουμένη απόφαση, με εν μέρει διαφορετική και συνοπτική αιτιολογία, η οποία αντικαθίσταται με την παρούσα (άρθρο 534 ΚΠολΔ), ορθά εφάρμοσε το νόμο και ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις, απορριπτομένου του περί του αντιθέτου ενάτου λόγου έφεσης (κατά το πρώτο σκέλος του) της εναγομένης. Κατόπιν των ανωτέρω αποδειχθέντων, η πέμπτη ενάγουσα εδικαιούτο ως αμοιβή για την υπερωριακή της απασχόληση, τα ακόλουθα ποσά: Α) Για δέκα τέσσερις [14] ημέρες καθημερινές και Κυριακές του επιδίκου χρονικού διαστήματος, το ποσό των ευρώ 243,60 (14  Χ 2 ώρες εργασίας ημερησίως Χ 8,70 ευρώ, που προβλέπεται ως αμοιβή ανά ώρα υπερωριακής απασχόλησης της εν λόγω ειδικότητας, με βάση την εφαρμοζόμενη ως άνω Συλλογική Σύμβαση Εργασίας των Πληρωμάτων των Ακτοπλοϊκών Επιβατηγών Πλοίων του έτους 2019 για τις καθημερινές και τις Κυριακές) και β) για τρεις [3] ημέρες Σαββάτου, του εν λόγω χρονικού διαστήματος [αφού απεδείχθη ότι εργάσθηκε επί 10 ώρες ημερησίως καθ’ εκάστη ημέρα Σαββάτου, επιπλέον δε μεταξύ των διαδίκων, είχε συμφωνηθεί κατ’ αποκοπή αμοιβή για οκτώ ώρες απασχόλησης κατά τις ημέρες Σαββάτου με αποτέλεσμα να υπολογίζεται ως υπερωριακή η αμοιβή αυτής για τις δύο επιπλέον ώρες απασχόλησής της καθ’ εκάστη των ανωτέρω ημερών] το ποσό των ευρώ 62,64 [3 Σάββατα Χ 2 ώρες εργασίας του την ημέρα Χ 10,44 ευρώ, που προβλέπεται από την προαναφερθείσα ΣΣΝΕ για κάθε ώρα εργασίας του ναυτικού της ειδικότητας αυτής κατά τα Σάββατα και τις αργίες]. Συνολικά, επομένως, για την ανωτέρω υπερωριακή της απασχόληση, η ενάγουσα εδικαιούτο το ποσό των ευρώ [243,60 + 62,64=] 306,24, όπως κατ’ ορθή εκτίμηση των αποδείξεων και ορθή ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου δέχθηκε και η εκκαλουμένη απόφαση, απορριπτομένου του περί του αντιθέτου δεκάτου λόγου της ένδικης έφεσης της εναγομένης. Περαιτέρω, όπως αποδεικνύεται από την προσκομιζόμενη ως σχετικό 24 από την εναγομένη έγγραφη σύμβαση ναυτικής εργασίας που καταρτίσθηκε μεταξύ των εν λόγω διαδίκων στα πλαίσια της ένδικης ναυτολόγησης της πέμπτης ενάγουσας στο ανωτέρω πλοίο, με τον υπ’ αριθ. (3) συμπληρωματικό όρο, προβλέφθηκε μεταξύ αυτών, ότι «Η εταιρεία έχει το αποκλειστικό δικαίωμα και ο ναυτικός συναινεί από τούδε στη μετάθεσή του σε οποιοδήποτε άλλο πλοίο ιδίων μετά της εταιρείας συμφερόντων, ανεξαρτήτως των εκτελούμενων δρομολογίων και εν γένει πλόων ή μη, την οποία μετάθεση και υποχρεούται να αποδεχθεί αμελλητί ο ναυτικός, διαφορετικά η σύμβασή του λύεται αναποζημίωτα. Η αλλαγή των δρομολογίων του πλοίου δεν συνιστά λόγο και δεν παρέχει δικαίωμα στο ναυτικό να καταγγείλει τη σύμβασή του.». Επιπλέον, με τον όρο (7) της ίδιας συμβάσεως, προβλέφθηκε ότι «Ο Ναυτικός υποχρεούται να εκτελεί τα καθήκοντα που αρμόζουν στον βαθμό και την ειδικότητά του με επιμέλεια, σε εξαιρετικές δε περιπτώσεις υποχρεούται να εκτελέσει διατασσόμενη υπηρεσία διάφορη εκείνης για την οποία προσελήφθη. Ο Ναυτικός υποχρεούται να παρέχει τις υπηρεσίες του είτε επί του ιδίου πλοίου που υπηρετεί και που με απόφαση της εταιρείας αλλάζει δρομολόγια είτε επί άλλου πλοίου των ιδίων οικονομικών συμφερόντων και θα αμείβεται με την τυχόν μισθοδοτική σύμβαση που ισχύει για το νέο δρομολόγιο ή για το άλλο πλοίο αντίστοιχα.». Η εν λόγω (πέμπτη) ενάγουσα απασχολήθηκε στο ανωτέρω πλοίο της εναγομένης από 4.7.2019 έως την 20.7.2019, οπότε αποναυτολογήθηκε λόγω μεταθέσεώς της στο πλοίο AB του οποίου τον εφοπλισμό, κατά τον επίδικο χρόνο, διέθετε η εταιρεία του ανωτέρω Ομίλου με την επωνυμία ……………… Η εν λόγω ενάγουσα, πράγματι, κατόπιν της από 26.7.2019 συμβάσεως ναυτικής εργασίας που κατήρτισε για λογαριασμό της ανωτέρω εταιρείας με την επωνυμία ………., η διαχειρίστρια του ανωτέρω πλοίου [AB] εταιρεία με την επωνυμία …………, όπως ισχυρίζεται η εναγομένη και δεν αμφισβητείται ειδικώς υπό της πέμπτης εναγούσης, ναυτολογήθηκε την 26.7.2019 στο εν λόγω πλοίο, με την αυτή ειδικότητα και με τους αυτούς όρους εργασίας και εργάσθηκε σε αυτό έως την 10.10.2019, οπότε αποναυτολογήθηκε λόγω κλεισίματος ναυτολογίου. Η εν λόγω (πέμπτη) ενάγουσα, η οποία εργάσθηκε επί του εν λόγω πλοίου, στα πλαίσια της ένδικης σύμβασης ναυτολόγησης, μόλις δέκα επτά ημέρες, με την ένδικη αγωγή της αξιώνει το σύνολο των συμφωνημένων αποδοχών της, συμπεριλαμβανομένης και της ανωτέρω συμφωνηθείσας κατ’ αποκοπή αμοιβής της για εργασία επί οκτώ ώρες κατά τις, κατά μέσο όρο, 5.66 ημέρες Σαββάτου και αργίας ανά μήνα, για έναν ολόκληρο μήνα, κατά τις διατάξεις του άρθρου 60 του ΚΙΝΔ. Αφού ο μισθός της εν λόγω ενάγουσας είχε συμφωνηθεί με την εναγομένη ανά μήνα, η ναυτολόγηση δε αυτής (πέμπτης ενάγουσας) στο πλοίο της εναγομένης, διήρκησε χρονικό διάστημα λιγότερο του μηνός, η ενάγουσα δικαιούται πράγματι, σύμφωνα με τους αγωγικούς ισχυρισμούς, τις συμφωνημένες αποδοχές ενός πλήρους (μηνιαίου) μισθού, κατά τις διατάξεις του άρθρου 60 του προϊσχύσαντος ΚΙΝΔ. Το γεγονός ότι η εν λόγω σύμβαση ναυτολόγησης λύθηκε λόγω μεταθέσεως αυτής, ήτοι αμοιβαία συναινέσει της ενάγουσας και του Πλοιάρχου του πλοίου, κατά τα αναφερόμενα στην οικεία νομική σκέψη της παρούσας, δεν επηρεάζει την ανωτέρω αξίωση της ενάγουσας, αφού η λύση της εν λόγω συμβάσεως δεν προήλθε εξ υπαιτιότητας ή εκ της αποκλειστικής βουλήσεως της ιδίας της πέμπτης ενάγουσα. Επιπλέον η εν λόγω ενάγουσα, δεν ναυτολογήθηκε, όπως στην περίπτωση των τεσσάρων πρώτων εναγόντων, άμεσα και δη αυθημερόν ή τουλάχιστον την επομένη ημέρα στο ανωτέρω πλοίο AB των αυτών οικονομικών συμφερόντων, στο οποίο μετετέθη, αλλά μετά από έξι ημέρες, ήτοι την 26.7.2019. Μάλιστα, ενδιάμεσα, από της αποναυτολογήσεώς της από το πλοίο της εναγομένης έως της ναυτολογήσεως αυτής στο ανωτέρω πλοίο AB και δη την 21.7.2019, ήτοι την επομένη της αποναυτολογήσεώς της από το πλοίο της εναγομένης αυτή (πέμπτη ενάγουσα) ναυτολογήθηκε στο πλοίο BSP το οποίο δεν τυγχάνει πλοίο του ανωτέρω Ομίλου, όπου και εργάσθηκε έως την 25.7.2019, ήτοι την προηγουμένη της ναυτολογήσεώς της στο πλοίο AB, από το οποίο αποναυτολογήθηκε λόγω αδείας έως 25.8.2019. Ως εκ τούτου, πράγματι συνέτρεξε το πραγματικό του άρθρου 60 του προϊσχύσαντος ΚΙΝΔ. Εξάλλου, οι συμβάσεις ναυτολόγησης της εν λόγω ενάγουσας στο πλοίο της εναγομένης και ακολούθως, στο ανωτέρω πλοίο AB, τυγχάνουν δύο αυτοτελείς συμβάσεις ναυτολόγησης, ανεξάρτητες μεταξύ τους, αφού μάλιστα αφορούν έτερο πλοίο του Ομίλου και όχι μια ενιαία σύμβαση εργασίας, η οποία τυπικά μόνον λύθηκε με την αποναυτολόγησης αυτής (ενάγουσας) από το πλοίο της εναγομένης λόγω μετάθεσης αυτής στο ανωτέρω πλοίο AB, ως διατείνεται η εναγομένη. Εξάλλου, το γεγονός ότι συνομολογήθηκε μεταξύ των διαδίκων η ανωτέρω ρήτρα μεταθέσεως, δεν επηρεάζει την αξίωση της ενάγουσας για λήψη του υπολοίπου του μηνιαίου μισθού της, αφού παραίτηση από τις αξιώσεις της κατά τις διατάξεις του άρθρου 60 του προϊσχύσαντος ΚΙΝΔ, η οποία τυγχάνει αναγκαστικού δικαίου, τυγχάνει άκυρη. Σε κάθε περίπτωση ακόμη κι αν τα συμβαλλόμενα μέρη με τη συνομολόγηση της ανωτέρω ρήτρας μετάθεσης επιθυμούσαν τη λειτουργία της σύμβασης ναυτολόγησης της ενάγουσας στο ανωτέρω πλοίο της εναγομένης και ακολούθως την αποναυτολόγησή της από αυτό και τη ναυτολόγησή της σε έτερο πλοίο του Ομίλου, όπως λειτουργήσει ως μια ενιαία σύμβαση ως διατείνεται η εναγομένη, πέραν του γεγονότος ότι αυτό δεν αποδεικνύεται ούτε κατ’ ερμηνεία του εν λόγω όρου μετάθεσης που συνομολογήθηκε μεταξύ των διαδίκων, η ύπαρξη μίας ή περισσοτέρων ναυτολογήσεων δεν δύναται να τύχει αντικείμενο συμφωνίας των συμβαλλομένων, αφού, κατά τις προπαρατιθέμενες διατάξεις του άρθρου 54 του προϊσχύσαντος ΚΙΝΔ, η ναυτολόγηση αφορά συγκεκριμένο κάθε φορά πλοίο. Αυτό που γίνεται δεκτό είναι ότι επιτρέπεται η συνομολόγηση ρήτρας μετάθεσης ήτοι ότι τυγχάνει έγκυρη συμφωνία ότι η πλοιοκτήτρια του πλοίου εταιρεία μπορεί να μεταθέσει το ναυτικό σε έτερο πλοίο, χωρίς παράλληλα από καμία διάταξη νόμου να προβλέπεται ότι μετά τη μετάθεση του εργαζομένου ναυτικού η ναυτολόγηση του ναυτικού στο πλοίο που μετατίθεται τυγχάνει ενιαία με την προ της μετάθεσής του. Περαιτέρω, δεν απεδείχθη ότι η ενάγουσα παραιτήθηκε από την εν λόγω αξίωσή της, το γεγονός δε ότι δεν εναντιώθηκε κατά τη μετάθεσή της δεν ενέχει παραίτηση από τις επίδικες αξιώσεις της, η παραίτηση αυτή δε (νοούμενη ως άφεση χρέους) σε κάθε περίπτωση είναι άνευ εννόμου επιρροής, αφού κάθε παραίτηση του εργαζομένου από τα δικαιώματά του που πηγάζουν είτε από το νόμο είτε από συλλογικές συμβάσεις εργασίας και καθορίζουν τα κατώτερα όρια προστασίας, έστω και αν αυτή (παραίτηση) λαμβάνει χώρα μετά τη λύση της σύμβασης εργασίας, είναι άκυρη (ΑΠ 166/2016, ΑΠ 1635/2012, ΑΠ 1554/2011, όλες σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΜονΕφΠειρ 361/2013 ΕΝαυτΔ 2013.208), απορριπτομένων συνεπώς ως αβασίμων των περί του αντιθέτου ειδικότερων ισχυρισμών της εναγομένης, που επαναφέρονται στα πλαίσια του ενάτου (κατά το δεύτερο σκέλος του) λόγου της έφεσής της. Περαιτέρω, η εν λόγω αξίωση της ενάγουσας ήτοι η αξίωσή της για τη λήψη των αποδοχών ενός ολόκληρου μηνός λόγω της πρόωρης και δη προ της συμπληρώσεως ενός μηνός, απόλυσής της από το πλοίο της εναγομένης δεν τυγχάνει καταχρηστική, εφόσον δεν κρίνεται ότι υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη και τα χρηστά ήθη, δοθέντος ότι η ενάγουσα με την συμπεριφορά της δεν δημιούργησε στην εναγομένη την εύλογη πεποίθηση ότι δεν θα ασκήσει τα ένδικα δικαιώματά της και δη τις αξιώσεις της από τις διατάξεις του άρθρου 60 του ΚΙΝΔ. Τέτοια συμπεριφορά δεν συνιστά η συνομολόγηση της ρήτρας μετάθεσης, αφού αυτή περιορίσθηκε μόνον στο δικαίωμα της εναγομένης να μεταθέσει την ενάγουσα. Η μη εναντίωση δε της ενάγουσας στην εν λόγω μετάθεση δεν αποτελεί συμπεριφορά ικανή να δημιουργήσει στην εναγομένη την πεποίθηση ότι αυτή (ενάγουσα) δεν θα ασκήσει την ένδικη αξίωσή της, αφού η ρήτρα μετάθεσης παρείχε μόνον το δικαίωμα στην εναγομένη όπως μεταθέσει την ενάγουσα σε έτερο πλοίο του Ομίλου. Εξάλλου, πράγματι η συνομολόγηση ρήτρας μετάθεσης οδηγεί στην άνευ αποζημίωσης απόλυση του ναυτικού, από το πλοίο από το οποίο μετατίθεται, πλην όμως τούτο δεν επηρεάζει τη δικαιούμενη από αυτόν, κατά τις διατάξεις του άρθρου 60 του ΚΙΝΔ, λήψη του συνόλου του συνομολογηθέντος μηνιαίου μισθού, αφού πρόκειται για αξιώσεις που συρρέουν παράλληλα με την αξίωση αποζημίωσης λόγω απόλυσης [ΑΠ 871/1989 Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ]. Εξάλλου, η άνευ αποζημίωση αποναυτολόγηση του ναυτικού σε περίπτωση μεταθέσεώς του στηρίζεται στο γεγονός ότι δεν συντρέχει κάποια προϋπόθεση αποζημίωσης, αφού στην πραγματικότητα πρόκειται για αποναυτολόγηση του ναυτικού «αμοιβαία συναινέσει». Ως εκ τούτου, δεν υπάρχει πεδίο αναλογικής εφαρμογής, κατά τους ισχυρισμούς της εναγομένης, όσων υποστηρίζονται στα πλαίσια της αποζημίωσης απολύσεως, στην περίπτωση πρόωρης και δη προ της συμπλήρωσης τριάντα ημερών εργασίας από τη ναυτολόγηση, αποναυτολόγηση του ναυτικού λόγω μεταθέσεως. Οι ισχυρισμοί της εναγομένης που περιέχονται στις έγγραφες προτάσεις της ότι, αφού η εν λόγω ενάγουσα ναυτολογήθηκε εκ νέου σε έτερο πλοίο των αυτών συμφερόντων σε σύντομο χρονικό διάστημα, λαμβάνεται υπόψη το σύνολο των ναυτολογήσεών της, ήτοι και ο χρόνος ναυτολόγησης στο πλοίο της εναγομένης και ακολούθως, ο χρόνος ναυτολόγησής της στο ανωτέρω πλοίο AB, ώστε με την άθροιση όλων των επιμέρους χρονικών διαστημάτων να συμπληρώνεται διάρκεια εργασίας της, συνολικά πλέον των τριάντα ημερών, δεν ασκούν εν προκειμένω επιρροή, αφού η ενάγουσα δεν συνέχισε την εργασία της αδιάκοπα, ήτοι αυθημερόν ή έστω την επομένη ημέρα από την αποναυτολόγησή της από το πλοίο της εναγομένης στο ανωτέρω πλοίο στο οποίο μετατέθηκε, προκειμένου να ικανοποιείται ο ανωτέρω σκοπός της διάταξης του άρθρου 60 του ΚΙΝΔ, όπως αναλύεται στην περίπτωση των τεσσάρων πρώτων εναγόντων. Το γεγονός δε ότι εν τέλει η πέμπτη ενάγουσα εργάσθηκε στο πλοίο BSP το οποίο δεν ανήκει στα αυτά οικονομικά συμφέροντα με το πλοίο της εναγομένης και ακολούθως, στο πλοίο AB, με αποτέλεσμα αυτή εν τέλει να μην απωλέσει μισθούς δέκα τριών ημερών που υπολείποντο από την αποναυτολόγησή της από το πλοίο της εναγομένης έως της συμπληρώσεως ενός μηνός, δεν ασκεί επιρροή, εφόσον προϋπόθεση εφαρμογής του άρθρου 60 του προϊσχύσαντος ΚΙΝΔ δεν είναι εν τέλει η ανεργία του ναυτικού που πρόωρα αποναυτολογείται. Επομένως, η ενάγουσα, για την εργασία της στο ανωτέρω πλοίο της εναγομένης, κατά το χρονικό διάστημα από 4.7.2019 έως 20.7.2019, για συμφωνημένες αποδοχές, συμπεριλαμβανομένης και της ανωτέρω συνομολογηθείσας μηνιαίως κατ’ αποκοπή αμοιβής για εργασία οκτώ ωρών για 5,66 κατά μέσο όρο ημέρες Σαββάτου και αργίας το ποσό των ευρώ (2.656,26 + 472,72=) 3.128,99, έναντι των οποίων, όπως δέχθηκε και η εκκαλουμένη απόφαση και κατά τούτο δεν πλήττεται από κανέναν των διαδίκων, έλαβε το ποσό των ευρώ 1.676,94, μη συνυπολογιζομένου του ποσού των ευρώ 218,34 που έλαβε ως αναλογία Δώρου Χριστουγέννων 2019, συμπεριλαμβανομένου του ποσού των ευρώ 201,19 ως συμφωνημένη αμοιβή υπερωριακής απασχόλησης αυτής, με αποτέλεσμα η εναγομένη να της οφείλει για συμφωνηθείσες αποδοχές ενός μηνός από την πρόσληψή της την 4.7.2019 το ποσό των ευρώ [3.128,99 μείον 1.676,94=] 1.452,05, όπως δέχθηκε και η εκκαλουμένη απόφαση, απορριπτομένου κατά τούτο ως αβασίμου στην ουσία του του ενάτου, κατά το δεύτερο σκέλος του λόγου εφέσεως της εναγομένης.  Θα πρέπει να σημειωθεί ότι, το ποσό των ευρώ 201,19, το οποίο η εναγομένη της κατέβαλε με αιτιολογία καταβολής «υπερωριακή απασχόληση Σαββάτων» συνυπολογίζεται στις τακτικές αποδοχές έναντι της συμφωνηθείσας κατ’ αποκοπή ως άνω αμοιβής για οκτάωρη απασχόληση της ενάγουσας για 5,66 κατά μέσο όρο μηνιαίως ημέρες Σαββάτου και αργίας, αφού αφορά τις οκτώ πρώτες ώρες εργασίας αυτής (πέμπτης ενάγουσας) κατά τις ανωτέρω ημέρες Σαββάτου, με αποτέλεσμα το αντίστοιχο ποσό να μη δύναται να αφαιρεθεί εκ νέου από την αποδειχθείσα ως άνω αμοιβή της ενάγουσας για υπερωριακή απασχόληση, απορριπτομένου κατά τούτο του δεκάτου λόγου έφεσης της εναγομένης, ως αβασίμου στην ουσία του. Τέλος, η πέμπτη ενάγουσα για την εργασία της στο ανωτέρω πλοίο της εναγομένης, κατά το χρονικό διάστημα από 4.7.2019 έως 20.7.2019, δικαιούται αναλογία Δώρου Χριστουγέννων 2019, υπολογιζομένη όπως άλλωστε και η ίδια (πέμπτη ενάγουσα) αιτείται με την ένδικη αγωγή της, επί των πραγματικών ημερών εργασίας της στο ανωτέρω πλοίο της εναγομένης και δη επί δέκα επτά ημέρες και όχι επί τριάντα ημέρες, όπως κατά κακή εκτίμηση των αποδείξεων, κατά τον εν μέρει βάσιμο κατά τούτο ενδέκατο λόγο έφεσης της εναγομένης, δέχθηκε η εκκαλουμένη απόφαση. Επομένως, για την εν λόγω αιτία η πέμπτη ενάγουσα δικαιούται αναλογίας Δώρου Χριστουγέννων 2019, το ποσό των ευρώ [(3.070,21 μηνιαίος συμφωνημένος μισθός, μετ’ αφαίρεση του επιδόματος ιματισμού, πλέον μηνιαίου μέσου όρου αμοιβής της ενάγουσας για την υπερωριακή της απασχόληση στα πλαίσια της εν λόγω ναυτολόγησης (ΑΠ 741/2021 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ) εκ ποσού ευρώ [(ευρώ 306,24 για υπερωριακή απασχόληση από 4-7-2019 έως 20-7-2019/17 ημέρες εργασίας εν λόγω χρονικού διαστήματος επί 30=) ποσού ευρώ 540,43, πλην όμως η εκκαλουμένη δέχθηκε το ποσό των ευρώ 540,30 για την εν λόγω αιτία, χωρίς κατά τούτο να ασκηθεί έφεση υπό της εναγούσης, ως μόνης έχουσας έννομο συμφέρον, με αποτέλεσμα το ποσό αυτό να πρέπει να υπολογισθεί =) 3.610,51 Χ 2/25 Χ (17 ημέρες εργασίας/19=) 0,89 όπως αιτείται με την αγωγή της =] 257,07 (κατόπιν στρογγυλοποίησης) και όχι το ποσό των ευρώ 453,48, όπως κατ’ εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων κατά τον βάσιμο κατά τούτο ενδέκατο λόγο έφεσης της εναγομένης δέχθηκε η εκκαλουμένη απόφαση. Πράγματι, κατά τον υπολογισμό του εν λόγω Δώρου εορτών η εκκαλουμένη απόφαση έσφαλε περί την εκτίμηση των αποδείξεων κατά τον βάσιμο κατά τούτο ενδέκατο λόγο έφεσης της εναγομένης, υπολογίζοντας την αναλογία του εν λόγω επιδόματος εορτών επί χρονικού διαστήματος εργασίας τριάντα ημερών, αφού όπως απεδείχθη η εν λόγω ενάγουσα εργάσθηκε κατά το χρονικό διάστημα από 4-7-2019 έως 20-7-2019 ήτοι επί δέκα επτά ημέρες και ακολούθως υπελόγισε τα δεκαεννιαήμερα σε 1,57 αντί του ορθού 0,89, όπως άλλωστε αξίωσε η εν λόγω ενάγουσα και με την ένδικη αγωγή της. Αντίθετα, ορθώς υπό της εκκαλουμένης αποφάσεως συνυπολογίσθηκε μηνιαίος μέσος όρος αμοιβής αυτής (πέμπτης ενάγουσας) για την υπερωριακή της απασχόληση στα πλαίσια της εν λόγω ναυτολόγησης (ΑΠ 741/2021 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ) αφού πράγματι η ενάγουσα εργάσθηκε υπερωριακά, ως απεδείχθη και αναλύεται ανωτέρω, απορριπτομένου κατά τούτο του ενδέκατου λόγου έφεσης της εναγομένης. Έναντι του ποσού αυτού, όπως δέχθηκε η εκκαλουμένη απόφαση και κατά τούτο δεν πλήττεται από κανέναν των διαδίκων, η ενάγουσα έλαβε το ποσό των ευρώ 218,34 και ως εκ τούτου, για υπόλοιπο αναλογίας Δώρου εορτών Χριστουγέννων 2019 η πέμπτη ενάγουσα δικαιούται το ποσό των ευρώ (257,07 μείον 218,34=) 38,73 και όχι το ποσό των ευρώ 235,14, όπως κατ’ εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων δέχθηκε η εκκαλουμένη απόφαση, κατά τον βάσιμο κατά τούτο ενδέκατο λόγο έφεσης της εναγομένης. Κατόπιν των ανωτέρω αποδειχθέντων, η πέμπτη ενάγουσα εδικαιούτο το ποσό των ευρώ [1.452,05 ευρώ για υπόλοιπο συμφωνημένων αποδοχών + 306,24 για αμοιβή της λόγω υπερωριακής απασχόλησης + 38,73 ευρώ για υπόλοιπο αναλογίας Δώρου Χριστουγέννων 2019=] 1.797,02. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που δέχθηκε την αγωγή ως προς την πέμπτη ενάγουσα εν μέρει και επιδίκασε σε αυτήν συνολικά το ποσό των 1.993,43 και δη το ποσό των ευρώ 1.452,05 για διαφορές αποδοχών και υπόλοιπο μηνιαίου μισθού κατ΄ άρθρο 60 του ΚΙΝΔ, το ποσό των ευρώ 306,24 για υπερωριακή αμοιβή και το ποσό των ευρώ 235,14 ως υπόλοιπο αναλογίας επιδόματος δώρου Χριστουγέννων 2019, έσφαλε κατά την εκτίμηση των σχετικών αποδείξεων και πρέπει, κατά μερική παραδοχή της ένδικης έφεσης της εναγομένης, κατά τα ανωτέρω ειδικότερα αναφερόμενα, να εξαφανιστεί αυτή, στο σύνολό της, ήτοι και κατά το μη ανατραπέν μέρος της, ήτοι καθό μέρος η εκκαλουμένη απόφαση επεδίκασε στην εν λόγω ενάγουσα για διαφορές αποδοχών το ποσό των ευρώ 1.452,05 και το ποσό των ευρώ 306,24 για αμοιβή υπερωριακής απασχόλησής της, για την ενότητα του τίτλου της αναγκαστικής εκτέλεσης (ΑΠ 748/1984 ΕλλΔνη 26.642). Αφού δε η υπόθεση κρατηθεί προς κατ’ ουσία εκδίκαση από το παρόν Δικαστήριο, να γίνει δεκτή η ένδικη αγωγή κατά ένα μέρος ως και ουσιαστικά βάσιμη και να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει στην πέμπτη ενάγουσα το συνολικό χρηματικό ποσό των ευρώ 1.797,02, με το νόμιμο τόκο υπερημερίας, όπως έγινε δεκτό υπό της εκκαλουμένης απόφασης, αφού κατά τούτο, δεν επλήγη από τη μόνη έχουσα έννομο συμφέρον πέμπτη ενάγουσα.

Κατόπιν των ανωτέρω και μη υπάρχοντος ετέρου λόγου έφεσης προς διερεύνηση, πρέπει [α] να απορριφθεί η ένδικη έφεση της εναγομένης καθό μέρος ηγέρθη σε βάρος του πρώτου, δευτέρου και τρίτου των εναγόντων, [β] να γίνει εν μέρει δεκτή η έφεση του πρώτου ενάγοντος, κατά τα ειδικότερα στο σκεπτικό της παρούσας και να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση μόνον καθό μέρος, κατά μερική παραδοχή της ένδικης αγωγής του, επεδίκασε σε αυτόν το ποσό των ευρώ 5.087,89, με τους νομίμους τόκους υπερημερίας από την επομένη της τελευταίας αποναυτολογήσεως αυτού (πρώτου ενάγοντος) και αφού το παρόν Δικαστήριο κρατήσει να δικάσει κατά τούτο την ένδικη αγωγή (άρθρο 535 ΚΠολΔ) και να υποχρεώσει την εναγομένη να καταβάλει στον πρώτο ενάγοντα το επιδικασθέν με την εκκαλουμένη απόφαση ποσό των ευρώ 5.087,89 με το νόμιμο τόκο από την επομένη ημέρα της τελευταίας αποναυτολόγησής του από το ανωτέρω πλοίο, ήτοι από την 30.8.2019, [γ] να γίνει εν μέρει δεκτή η έφεση του δευτέρου ενάγοντος, κατά τα ειδικότερα στο σκεπτικό της παρούσας και να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση μόνον καθό μέρος, κατά μερική παραδοχή της ένδικης αγωγής του, επεδίκασε σε αυτόν το ποσό των ευρώ 2.522,03, με τους νομίμους τόκους υπερημερίας από την επομένη της τελευταίας αποναυτολογήσεως αυτού (δευτέρου ενάγοντος) και αφού το παρόν Δικαστήριο κρατήσει να δικάσει κατά τούτο την ένδικη αγωγή (άρθρο 535 ΚΠολΔ) και να υποχρεώσει την εναγομένη να καταβάλει στον δεύτερο ενάγοντα το επιδικασθέν με την εκκαλουμένη απόφαση ποσό των ευρώ 2.522,03 με το νόμιμο τόκο από την επομένη ημέρα της τελευταίας αποναυτολόγησής του από το ανωτέρω πλοίο, ήτοι από την 13.9.2019, [γ] να γίνει εν μέρει δεκτή η έφεση του τρίτου ενάγοντος, κατά τα ειδικότερα στο σκεπτικό της παρούσας και να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση μόνον καθό μέρος, κατά μερική παραδοχή της ένδικης αγωγής του, επεδίκασε σε αυτόν το ποσό των ευρώ 224,72, με τους νομίμους τόκους υπερημερίας από την επομένη της τελευταίας αποναυτολογήσεως αυτού (τρίτου ενάγοντος) και αφού το παρόν Δικαστήριο κρατήσει να δικάσει κατά τούτο την ένδικη αγωγή (άρθρο 535 ΚΠολΔ) και να υποχρεώσει την εναγομένη να καταβάλει στον τρίτο ενάγοντα το επιδικασθέν με την εκκαλουμένη απόφαση ποσό των ευρώ 224,72 με το νόμιμο τόκο από την επομένη ημέρα της τελευταίας αποναυτολόγησής του από το ανωτέρω πλοίο, ήτοι από την 9.7.2019. Περαιτέρω, [δ] πρέπει να γίνουν δεκτές αμφότερες οι ένδικες εφέσεις όσον αφορά στον τέταρτο ενάγοντα, κατά τα ειδικότερα στο σκεπτικό της παρούσας και να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση, στο σύνολό της ως προς τον εν λόγω (τέταρτο) ενάγοντα, κατ’ άρθρο 535 § 1 του ΚΠολΔ, και αφού κρατηθεί η υπόθεση στο Δικαστήριο αυτό και ερευνηθεί κατ’ ουσίαν η ένδικη αγωγή του τετάρτου ενάγοντος (άρθρο 535 § 1 του ΚΠολΔ), πρέπει να γίνει αυτή δεκτή ως εν μέρει βάσιμη και κατ’ ουσίαν και να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει στον τέταρτο ενάγοντα το συνολικό ποσό των πέντε χιλιάδων εννιακοσίων ενενήντα επτά ευρώ και πενήντα οκτώ λεπτών [5.997,58] εκ των οποίων ποσό ευρώ 5.330,24 για διαφορές αποδοχών και ευρώ 667,34 για αναλογία επιδόματος δώρου Χριστουγέννων 2020, νομιμοτόκως από την επομένη της τελευταίας αποναυτολογήσεώς του, ήτοι από την 6.8.2020 και [ε] πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή η ένδικη έφεση της εναγομένης καθό μέρος ηγέρθη σε βάρος της πέμπτης ενάγουσας, κατά τα αναφερόμενα ειδικότερα στο σκεπτικό της παρούσας, να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση, στο σύνολό της, ήτοι και κατά το μη ανατραπέν μέρος της, ήτοι καθό μέρος η εκκαλουμένη απόφαση επεδίκασε στην εν λόγω ενάγουσα για διαφορές αποδοχών και υπόλοιπο μηνιαίου μισθού κατά τις διατάξεις του άρθρου 60 του ΚΙΝΔ το ποσό των ευρώ 1.452,05 και το ποσό των ευρώ 306,24 για αμοιβή υπερωριακής απασχόλησής της, για την ενότητα του τίτλου της αναγκαστικής εκτέλεσης (ΑΠ 748/1984 ΕλλΔνη 26.642). Αφού δε η υπόθεση κρατηθεί προς κατ’ ουσία εκδίκαση από το παρόν Δικαστήριο (άρθρο 535 ΚΠολΔ), να γίνει δεκτή η ένδικη αγωγή της πέμπτης ενάγουσας κατά ένα μέρος ως και ουσιαστικά βάσιμη και να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει στην πέμπτη ενάγουσα το συνολικό χρηματικό ποσό των χιλίων επτακοσίων ενενήντα επτά ευρώ και δύο λεπτών [ευρώ 1.797,02], με το νόμιμο τόκο υπερημερίας, από της επομένης της αποναυτολογήσεώς της ήτοι από την 21.7.2019. Κατόπιν των ανωτέρω, παρέλκει, ως αλυσιτελής, η εξέταση του, υποβληθέντος με το δικόγραφο της Β΄ έφεσης στο Δικαστήριο τούτο, αιτήματος της εκκαλούσας–εναγομένης για επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που βρίσκονταν πριν από την, εκ μέρους της, καταβολή στους πρώτο, δεύτερο και πέμπτη των εναγόντων των χρηματικών ποσών, ως προς τα οποία η εκκαλουμένη απόφαση κηρύχθηκε προσωρινά εκτελεστή, πλέον τόκων, αφού το χρηματικό ποσό της τελεσίδικης καταψήφισης υπερβαίνει το καταβληθέν. Τέλος, αφού με την εξαφάνιση της εκκαλουμένης εξαφανίζεται και η περί δικαστικής δαπάνης διάταξη, τα δικαστικά έξοδα των εναγόντων, αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας, πρέπει να επιβληθούν κατά ένα μέρος σε βάρος της εναγομένης, λόγω της εν μέρει ήττας της, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό και κατά τα λοιπά, πρέπει κατανεμηθούν μεταξύ των διαδίκων, αναλόγως της μερικής νίκης και ήττας τους (άρθρα 106, 176, 178 αρ. 1, 183 και 191 § 2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Συνεκδικάζει, αντιμωλία των διαδίκων, τις ένδικες εφέσεις.

Δέχεται τυπικά αμφότερες τις ένδικης εφέσεις.

Απορρίπτει στην ουσία της την από 08.01.2024 (με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. ενδίκου μέσου …../8/8-1-2024 ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. δικογρ. ……/12/8-1-2024 ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου) έφεση της εκκαλούσας – εναγομένης [Β έφεση], καθό μέρος ηγέρθη σε βάρος του πρώτου, δευτέρου και τρίτου των εφεσιβλήτων – εναγόντων.

Δέχεται εν μέρει στην ουσία της την από 08.01.2024 (με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. ενδίκου μέσου ……./8/8-1-2024 ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. δικογρ. ……./8-1-2024 ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου) έφεση της εκκαλούσας – εναγομένης [Β έφεση], καθό μέρος ηγέρθη σε βάρος του τετάρτου και πέμπτης των εφεσιβλήτων – εναγόντων.

Δέχεται εν μέρει στην ουσία της την από 26.01.2024 (με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. ενδίκου μέσου ………./26.1.2024 ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. δικογρ. ………../29.1.2025 ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου) έφεση των εκκαλούντων – εναγόντων …………….. [Α έφεση].

[Α] Εξαφανίζει εν μέρει την εκκαλουμένη υπ’ αριθμ. 2508/2022 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία δίκασε κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών – εργατικών διαφορών όσον αφορά στον πρώτο ενάγοντα …………… και δη μόνον καθό μέρος, κατά μερική παραδοχή της ένδικης αγωγής του, επεδίκασε σε αυτόν το ποσό των πέντε χιλιάδων ογδόντα επτά ευρώ και ογδόντα εννέα λεπτών [ευρώ 5.087,89], με τους νομίμους τόκους υπερημερίας από την επομένη της τελευταίας αποναυτολογήσεως αυτού (πρώτου ενάγοντος)

Κρατεί και δικάζει επί της ουσίας την υπόθεση κατά τούτο όσον αφορά τον εν λόγω πρώτο ενάγοντα.

Δέχεται κατά τούτο την ένδικη αγωγή.

Υποχρεώνει την εναγομένη να καταβάλει στον πρώτο ενάγοντα το επιδικασθέν με την εκκαλουμένη απόφαση ποσό των πέντε χιλιάδων ογδόντα επτά ευρώ και ογδόντα εννέα λεπτών [ευρώ 5.087,89], με το νόμιμο τόκο από την επομένη ημέρα της τελευταίας αποναυτολόγησής του από το ανωτέρω πλοίο, ήτοι από την 30.8.2019.

[Β] Εξαφανίζει εν μέρει την εκκαλουμένη υπ’ αριθμ. 2508/2022 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία δίκασε κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών – εργατικών διαφορών όσον αφορά στον δεύτερο ενάγοντα ……………… και δη μόνον καθό μέρος, κατά μερική παραδοχή της ένδικης αγωγής του, επεδίκασε σε αυτόν το ποσό των δύο χιλιάδων πεντακοσίων είκοσι δύο ευρώ και τριών λεπτών [ευρώ 2.522,03], με τους νομίμους τόκους υπερημερίας από την επομένη της τελευταίας αποναυτολογήσεως αυτού (δευτέρου ενάγοντος).

Κρατεί και δικάζει επί της ουσίας την υπόθεση κατά τούτο όσον αφορά τον εν λόγω δεύτερο ενάγοντα.

Δέχεται κατά τούτο την ένδικη αγωγή.

Υποχρεώνει την εναγομένη να καταβάλει στον δεύτερο ενάγοντα το επιδικασθέν με την εκκαλουμένη απόφαση ποσό των δύο χιλιάδων πεντακοσίων είκοσι δύο ευρώ και τριών λεπτών [ευρώ 2.522,03], με το νόμιμο τόκο από την επομένη ημέρα της τελευταίας αποναυτολόγησής του από το ανωτέρω πλοίο, ήτοι από την 13.9.2019.

[Γ] Εξαφανίζει εν μέρει την εκκαλουμένη υπ’ αριθμ. 2508/2022 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία δίκασε κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών – εργατικών διαφορών όσον αφορά στον τρίτο ενάγοντα ………………… και δη μόνον καθό μέρος, κατά μερική παραδοχή της ένδικης αγωγής του, επεδίκασε σε αυτόν το ποσό των διακοσίων είκοσι τεσσάρων ευρώ και εβδομήντα δύο λεπτών [ευρώ 224,72], με τους νομίμους τόκους υπερημερίας από την επομένη της τελευταίας αποναυτολογήσεως αυτού (τρίτου ενάγοντος).

Κρατεί και δικάζει επί της ουσίας την υπόθεση κατά τούτο όσον αφορά τον εν λόγω τρίτο ενάγοντα.

Δέχεται κατά τούτο την ένδικη αγωγή.

Υποχρεώνει την εναγομένη να καταβάλει στον τρίτο ενάγοντα το επιδικασθέν με την εκκαλουμένη απόφαση ποσό των διακοσίων είκοσι τεσσάρων ευρώ και εβδομήντα δύο λεπτών [ευρώ 224,72], με το νόμιμο τόκο από την επομένη ημέρα της τελευταίας αποναυτολόγησής του από το ανωτέρω πλοίο, ήτοι από την 9.7.2019.

[Δ] Εξαφανίζει την εκκαλουμένη υπ’ αριθμ. 2508/2022 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία δίκασε κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών – εργατικών διαφορών όσον αφορά στον τέταρτο ενάγοντα …………………

Κρατεί και δικάζει επί της ουσίας την υπόθεση όσον αφορά τον εν λόγω τέταρτο ενάγοντα.

Δέχεται εν μέρει την ένδικη αγωγή.

Υποχρεώνει την εναγομένη να καταβάλει στον τέταρτο ενάγοντα το ποσό των πέντε χιλιάδων εννιακοσίων ενενήντα επτά ευρώ και πενήντα οκτώ λεπτών [5.997,58], νομιμοτόκως από την επομένη της τελευταίας αποναυτολογήσεώς του, ήτοι από την 6.8.2020.

[Ε] Εξαφανίζει την εκκαλουμένη υπ’ αριθμ. 2508/2022 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία δίκασε κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών – εργατικών διαφορών όσον αφορά στην πέμπτη ενάγουσα ………….

Κρατεί και δικάζει επί της ουσίας την υπόθεση όσον αφορά την εν λόγω πέμπτη ενάγουσα.

Δέχεται εν μέρει την ένδικη αγωγή.

Υποχρεώνει την εναγομένη να καταβάλει στην πέμπτη ενάγουσα το ποσό των χιλίων επτακοσίων ενενήντα επτά ευρώ και δύο λεπτών [ευρώ 1.797,02], με το νόμιμο τόκο υπερημερίας, από της επομένης της αποναυτολογήσεώς της ήτοι από την 21.7.2019.

Επιβάλλει σε βάρος της εναγομένης μέρος των δικαστικών εξόδων των εναγόντων, αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει σε οκτακόσια (800,00) ευρώ.

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στον Πειραιά σε έκτακτη, δημόσια στο ακροατήριό του συνεδρίαση, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους την 19.2.2026

Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ                               Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ