ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
4ο ΤΜΗΜΑ
Αριθμός αποφάσεως 114 /2026
ΤΟ ΤΡΙΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
Αποτελούμενο από τους Δικαστές Θεώνη Μπούρη, Πρόεδρο Εφετών, Ελένη Πρέντζα, Εφέτη, Βασιλική Παπιγκιώτη, Εφέτη – εισηγήτρια, τους οποίους όρισε το Τριμελές Συμβούλιο Διοίκησης του Εφετείου Πειραιά, και από τη Γραμματέα Σ.Φ.
Συνεδρίασε, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις …………………, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του εκκαλούντος: Ελληνικού Δημοσίου, όπως εκπροσωπείται νόμιμα από την Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων (άρθρα 1 παρ. 1, 36 παρ. 1, 41 παρ. 4 και 43 του Ν. 4389/2016), όπως αυτή εκπροσωπείται νόμιμα από τον Διοικητή της, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και στην προκειμένη περίπτωση από τον Προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ. Α’ Πειραιά, που εδρεύει στον Πειραιά, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τη δικαστική πληρεξουσία του ΝΣΚ Κωνσταντίνα Πάτσου, με δήλωση κατ΄άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Του εφεσίβλητου: …………, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Δήμητρα Σταυρομήτρου.
Ο ενάγων άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά την από 17-6-2021 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ……………./2021 αγωγή του, ζητώντας τα διαλαμβανόμενα σε αυτή. Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιά εξέδωσε την υπ’ αριθμ. 173/2023 οριστική απόφασή του, με την οποία δέχτηκε την αγωγή ως προς την επικουρική της βάση. Την απόφαση αυτή προσέβαλε το εναγόμενο, με την από 16-1-2025 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ενώπιον του Πρωτοδικείου Πειραιά …………./2025 έφεσή του (αριθμός κατάθεσης δικογράφου και προσδιορισμού δικασίμου ενώπιον του Εφετείου Πειραιά, …………../2025), δικάσιμος για τη συζήτηση της οποίας ορίστηκε η αναγραφόμενη στην αρχή της παρούσας.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, η οποία εκφωνήθηκε από τη σειρά της στο οικείο πινάκιο, η πληρεξούσια δικηγόρος του εφεσίβλητου ανέπτυξε τους ισχυρισμούς της και ζήτησε να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και στις προτάσεις της, η δε δικαστική πληρεξούσια του εκκαλούντος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου, αλλά προκατέθεσε προτάσεις, με τις οποίες ανέπτυξε τους ισχυρισμούς του.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η φερόμενη προς συζήτηση και κρίση ενώπιον του παρόντος, αρμοδίου, καθ’ ύλην και κατά τόπον, Δικαστηρίου (άρθρα 18,19, και 30 ΚΠολΔικ), παραπάνω έφεση, ασκήθηκε από το, κατά τα ανωτέρω διαλαμβανόμενα, πρωτοδίκως, ηττηθέν διάδικο νομίμως και εμπροθέσμως με κατάθεση του δικογράφου της στη γραμματεία του εκδόντος την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστηρίου στις 17-1-2025 και εντός προθεσμίας δύο ετών από την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης (19-1-2023), δοθέντος ότι δεν προκύπτει, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοση αυτής (άρθρα 495 – 499, 511, 513 παρ. 1β, 516, 517, 518 παρ. 2). Πρέπει, επομένως, η έφεση να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί, περαιτέρω, κατά το παραδεκτό και βάσιμο των επιμέρους λόγων της, κατά την αυτή ως άνω τακτική διαδικασία που εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, δεδομένου ότι δεν απαιτείται η κατάθεση εκ μέρους του εκκαλούντος Ελληνικού Δημοσίου του παραβόλου, που ορίζεται από το άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, αφού αυτό απαλλάσσεται από την υποχρέωση καταβολής κάθε τέλους και παραβόλου για την άσκηση ένδικου μέσου σύμφωνα με το άρθρο 19 παρ. 1 του ως άνω Καν. Δ/τος της 26 Ιουνίου/10 Ιουλίου 1944 «Περί Κώδικος των νόμων περί δικών του Δημοσίου».
Με την από 17-6-2021 αγωγή, ο ενάγων εκθέτει ότι στις 6-7-2001 απεβίωσε στον Πειραιά, αδιάθετος, ο θείος του (αδερφός του προαποβιώσαντος πατέρα του), ……………….., κάτοικος εν ζωή Πειραιά Αττικής, ο οποίος άφησε, κατά τον χρόνο θανάτου του, πλησιέστερους εξ αδιαθέτου κληρονόμους του τη σύζυγό του ……….και τα τέκνα του, οι οποίοι και αποποιήθηκαν νομίμως και εμπροθέσμως την κληρονομία του τόσο για τους ίδιους όσο και για λογαριασμό των ανηλίκων τέκνων τους (διαδοχή κατά ρίζες), με αποτέλεσμα να κληθούν στη συνέχεια να υπεισέλθουν στην κληρονομία οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της δεύτερης τάξης. Ότι οι προηγούμενοι από αυτόν πολυάριθμοι, εγγύτεροι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του ως άνω αποβιώσαντος προέβησαν διαδοχικά σε αποποίηση της εξ αδιαθέτου επαχθείσας σε αυτούς κληρονομίας και στη θέση τους υπεισήλθε εν τέλει ο ίδιος. Ότι ο ίδιος δεν διατηρούσε σχέσεις με τον αποβιώσαντα θείο του, ούτε με την οικογένειά του, με αποτέλεσμα να αγνοεί τη σειρά των αποποιήσεων που προηγήθηκαν. Ότι στις 21-12-2020, ήτοι 20 περίπου χρόνια περίπου από τον θάνατο του ανωτέρω συγγενούς του, ενημερώθηκε εγγράφως από την κηδεμόνα της σχολάζουσας κληρονομίας του ανωτέρω αποβιώσαντος, δικηγόρο ………………., ότι ο ίδιος είχε υπεισέλθει ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος στην κληρονομία του θανόντος θείου του, η οποία εμφάνιζε χρέη ύψους 5.527.256,53 ευρώ. Ότι καθ’όλη την περίοδο που μεσολάβησε από τον θάνατο του θείου του, ο ενάγων αγνοούσε τόσο την ύπαρξη της πιο πάνω κληρονομίας και τις αλλεπάλληλες αποποιήσεις κληρονομίας του αποβιώσαντος, στις οποίες προέβησαν οι λοιποί εξ αδιαθέτου συγγενείς του, όσο και το χρονικό περιθώριο που παρέχει ο νόμος για την αποποίηση της κληρονομίας, καθώς και για την υπεισέλευση των λοιπών συγγενών στην θέση αυτών που αποποιούνται. Ότι μόλις έλαβε γνώση των κληρονομικών διατάξεων και μετά την άρση της αναστολής λειτουργίας των υπηρεσιών των Δικαστηρίων, που είχε επιβληθεί εκτάκτως ως μέσο προστασίας της δημόσιας υγείας από τον κίνδυνο διασποράς του κορωνοϊού, προέβη άμεσα, στις 25-5-2021, στην υπ’αριθμ. ……../2021 δήλωση αποποίησης της κληρονομίας του αποβιώσαντος στο Ειρηνοδικείο Πειραιά, την οποία και κοινοποίησε στην ανωτέρω κηδεμόνα σχολάζουσας κληρονομίας. Ότι η μη αποποίηση της κληρονομιάς εκ μέρους του μέσα στη νόμιμη προθεσμία από τον θάνατο του ……………….., δεν συμφωνούσε με την πραγματική βούλησή του, αλλά οφείλεται σε πλάνη του, συγκεκριμένα στην άγνοια των περί αποποίησης της κληρονομιάς σχετικών διατάξεων του ΑΚ, η οποία μάλιστα ήταν και ουσιώδης, διότι αναφέρεται σε σημείο τόσο σπουδαίο, για την αποδοχή της κληρονομιάς ώστε αν γνώριζε την αληθινή κατάσταση, ως προς το σημείο αυτό, δεν θα είχε αφήσει να παρέλθει άπρακτη η σχετική προθεσμία, αφού δεν είχε πρόθεση να αποδεχθεί την επαχθείσα σ’ αυτόν κληρονομιά, η οποία βαρύνεται με σημαντικά χρέη προς το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο. Με βάση το ιστορικό αυτό, ο ενάγων ζητεί, κατ’εκτίμηση του περιεχομένου των αιτημάτων της αγωγής του, να ακυρωθεί λόγω πλάνης η πλασματική, λόγω άπρακτης παρέλευσης της προθεσμίας προς αποποίηση, αποδοχή κληρονομίας του αποβιώσαντος στον Πειραιά στις 6-7-2001 θείου του ………………, να του χορηγηθεί η τετράμηνη προθεσμία του άρθρου 1847 ΑΚ προς αποποίηση της ανωτέρω κληρονομιάς, άλλως να αναγνωρισθεί η εγκυρότητα της υπ’αριθμ. ……../2021 ανωτέρω δήλωσής του αποποίησης της εν λόγω κληρονομίας, ενώπιον του Ειρηνοδικείου Πειραιά και να καταδικαστεί το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο στην καταβολή της εν γένει δικαστικής του δαπάνης. Επί της αγωγής αυτής το Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιά εξέδωσε την υπ’ αριθμ. 173/2023 οριστική του απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε ως μη νόμιμη η κύρια βάση της αγωγής, έγινε δεκτή ως βάσιμη κατ’ ουσίαν ως προς την επικουρική της βάση και αναγνωρίστηκε ότι η από 25-5-2021 δήλωση του ενάγοντος περί αποποίησης της κληρονομιάς του αποβιώσαντος στον Πειραιά Αττικής θείου του στις 6–7-2001, ……………., κατοίκου εν ζωή Πειραιά Αττικής, στην οποία (δήλωση) προέβη ο ενάγων ενώπιον της Γραμματέα του Ειρηνοδικείου Πειραιά και για την οποία συνετάγη η υπ’ αριθμ. …………./25-5-2021 έκθεση της Γραμματέα του Ειρηνοδικείου Πειραιά, είναι νόμιμη και εμπρόθεσμη και επομένως ο ενάγων δεν κατέστη κληρονόμος του ανωτέρω αποβιώσαντος. Τέλος συμψηφίστηκαν τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων.
Κατά το άρθρο 126 παρ. 1 εδάφ. δ` ΚΠολΔ, η επίδοση για το Ελληνικό Δημόσιο γίνεται σε εκείνους που το εκπροσωπούν σύμφωνα με τον νόμο, ενώ στη διάταξη του άρθρου 5 του Κώδικα των νόμων περί Δικών του Δημοσίου (Κωδ. Διάταγμα 26.06/10-7-1944) ορίζεται ότι μόνο οι κοινοποιήσεις προς τον Υπουργό Οικονομικών οποιουδήποτε δικογράφου επί δικών του Ελληνικού Δημοσίου παράγουν νόμιμες συνέπειες και ότι η διάταξη αυτή εφαρμόζεται και όταν το Ελληνικό Δημόσιο εκπροσωπείται δικαστικώς από άλλον, εκτός του Υπουργού των Οικονομικών, είτε από τους διευθυντές των ταμείων ή οικονομικούς εφόρους ή τελώνες ή άλλο οποιοδήποτε κρατικό όργανο, οπότε η επίδοση προς τον Υπουργό των Οικονομικών απαιτείται προσθέτως, με συνέπεια, στην περίπτωση παραλείψεώς της, την ακυρότητα, που ερευνάται αυτεπαγγέλτως. Επιπρόσθετα, κατά τη διάταξη του άρθρου 6 παρ.1 του ως άνω διατάγματος, «Αι προς τον Υπουργόν των Οικονομικών κατά τους κειμένους νόμους επιδόσεις γίνονται εν τω οικήματι εν ω εδρεύει η Διεύθυνσις Νομικών Υπηρεσιών» (ήδη Νομικό Συμβούλιο του Κράτους).
Εξάλλου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 8 παρ. παρ. 1 περίπτ. γ` και 3 περίπτ.. α` του ν. 3086/2022 (Οργανισμός του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους), “Ο Πρόεδρος του Ν.Σ.Κ.: α) …… β) ……. γ) υπογράφει τα αποδεικτικά των κάθε είδους δικογράφων και δικαστικών αποφάσεων που επιδίδονται στο Δημόσιο, καθώς και κάθε εγγράφου που αφορά σε υποθέσεις της αρμοδιότητάς του (άρθρο 8 παρ. 1 περίπτ. γ`). … Ο Πρόεδρος με πράξη του μπορεί να εξουσιοδοτήσει: α) Νομικό Σύμβουλο ή Πάρεδρο, που υπηρετεί στην Κεντρική Υπηρεσία, να υπογράφει τις εκθέσεις επίδοσης δικογράφων, δικαστικών αποφάσεων και γενικά εγγράφων προς το Δημόσιο (άρθρο 8 παρ.3 περίπτ. α`). Από τις ως άνω διατάξεις, που ως ειδικές κατισχύουν αντιθέτων διατάξεων περί επιδόσεως του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η επίδοση προς τον Υπουργό των Οικονομικών, ως εκπρόσωπο του Ελληνικού Δημοσίου γίνεται στο οίκημα που εδρεύει το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους και το αποδεικτικό επίδοσης υπογράφεται από τον Πρόεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους ή από τον εξουσιοδοτημένο από αυτόν για να υπογράφει τα αποδεικτικά επίδοσης προς το Δημόσιο νομικό σύμβουλο ή πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου, εξ αυτών που υπηρετούν στην Κεντρική Υπηρεσία αυτού (ΑΠ 1873/2024,ΑΠ 1309/2015).
Κατά το άρθρο 85 παρ.1 του Κ.Ε.Δ.Ε. (ν.δ. 356/1974), πριν την κατάργηση με το ν.4978/2022, επί δικών του νομοθετήματος αυτού, το Ελληνικό Δημόσιο εκπροσωπεί ο Διευθυντής του Δημόσιου Ταμείου (ήδη Προϊστάμενος Δ.Ο.Υ.), κατά του οποίου στρέφεται και κοινοποιείται κάθε δικόγραφο με ποινή απαραδέκτου. Σε κάθε, όμως περίπτωση, με την ίδια ως άνω κύρωση, απαιτείται κοινοποίηση του δικογράφου και στον Υπουργό των Οικονομικών. Ήδη, όμως, στις διατάξεις του άρθρου 1 του ν. 4389/2016 ορίζεται ότι: «1. Συνιστάται Ανεξάρτητη Διοικητική Αρχή χωρίς νομική προσωπικότητα με την επωνυμία Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων (Α.Α.Δ.Ε.) (στο εξής η «Αρχή»), με σκοπό τον προσδιορισμό, τη βεβαίωση και την είσπραξη των φορολογικών, τελωνειακών και λοιπών δημοσίων εσόδων, που άπτονται του πεδίου των αρμοδιοτήτων της. … . 4. Από την έναρξη λειτουργίας της Αρχής καταργείται η Γενική Γραμματεία Δημοσίων Εσόδων του Υπουργείου Οικονομικών […]», στο άρθρο 2 ορίζεται ότι: «1. Η Αρχή ασκεί όλες τις αρμοδιότητες της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Εσόδων (Γ.Γ.Δ.Ε.) του Υπουργείου Οικονομικών, που προβλέπονται, κατά την ημερομηνία έναρξης λειτουργίας της, στις διατάξεις της Υποπαραγράφου Ε2 της παραγράφου Ε` του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 (Α` 222), σε οποιαδήποτε άλλη διάταξη της κείμενης νομοθεσίας […] καθώς και τις αρμοδιότητες που της ανατίθενται με τον παρόντα νόμο και με οποιαδήποτε άλλη γενική ή ειδική διάταξη. 2. […]», στο άρθρο 17 ότι: «1. Η Αρχή συγκροτείται από όλες τις οργανικές μονάδες που υπάγονται, κατά την ημερομηνία έναρξης της λειτουργίας της, στη Γενική Γραμματεία Δημοσίων Εσόδων, σύμφωνα με τις διατάξεις του π. δ. 111/2014 (Α` 178, διορθ. σφαλμ. Α` 25/24.02.2015) «Οργανισμός του Υπουργείου Οικονομικών» […]. 2. […].», στο άρθρο 36 ότι: «1. Η Αρχή εκπροσωπείται δικαστικώς και εξωδίκως από τον Διοικητή της και παρίσταται αυτοτελώς, εκπροσωπώντας το Δημόσιο, σε κάθε είδους δίκες που έχουν ως αντικείμενο πράξεις ή παραλείψεις της ή τις έννομες σχέσεις που την αφορούν. Οι επιδόσεις των δικογράφων στις δίκες αυτές γίνονται σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις προς τον Διοικητή αντί του Υπουργού των Οικονομικών. Ειδικώς για την εκπροσώπηση και την επίδοση των δικογράφων σε δίκες που αφορούν σε φορολογικές εν γένει διαφορές και σε διαφορές που αναφύονται κατά είσπραξη των δημοσίων εσόδων, εφαρμόζονται, κατά περίπτωση, οι διατάξεις του άρθρου 25 παρ. 1 περίπτ. α`, σε συνδυασμό προς το άρθρο 49 (παράγραφοι 2 και 4) και 219 παρ.2 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (ν. 2717/1999 – Α` 97) και 85 παρ.1, εδάφ. πρώτο του ν. δ. 356/1974 (Α` 90). Η προβλεπόμενη στο άρθρο 85 παρ.1 εδάφ. δεύτερο του ν. δ. 356/1974 κοινοποίηση στον Υπουργό Οικονομικών γίνεται προς τον Διοικητή, στην Κεντρική Υπηρεσία του Ν.Σ.Κ.», […]», στο άρθρο 41 ότι: «1. […] 2. Από την έναρξη λειτουργίας της Αρχής: α) Οι οργανικές μονάδες Κεντρικές, Ειδικές Αποκεντρωμένες και Περιφερειακές, που υπάγονται στη Γ.Γ.Δ.Ε., όπως καθορίζονται στις διατάξεις του π. δ. 111/2014 (Α` 178 και 25) και τα συλλογικά όργανα της Γ.Γ.Δ.Ε. μεταφέρονται στην Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων και αποτελούν στο σύνολό τους υπηρεσίες και συλλογικά όργανα της Αρχής. […]», στο δε άρθρο 43 ότι: «Οι διατάξεις του παρόντος Κεφαλαίου [άρθρα 1-43] ισχύουν από την 1η Ιανουαρίου 2017, εκτός και αν ορίζεται διαφορετικά σε επιμέρους διατάξεις του.». Έτσι, η Δ.Ο.Υ. ως περιφερειακή υπηρεσία της Γενικής Διευθύνσεως Φορολογικής Διοικήσεως της Γ.Γ.Δ.Ε. (άρθρα 2 παρ.2 περίπτ. γ` υποπερίπτ. ιι, 69 παρ.2 περίπτ. Γ, 80 π. δ.111/2014 – Α` 178) αποτελεί ήδη περιφερειακή υπηρεσία της Α.Α.Δ.Ε. και το Ελληνικό Δημόσιο εκπροσωπείται, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες διατάξεις, που παρατίθενται παραπάνω, από τον Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε. (Σ.τ.Ε. 1215/2017). Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι, ειδικά, η επίδοση της αγωγής με την οποία διώκεται η ακύρωση, λόγω πλάνης, της πλασματικής αποδοχής της κληρονομίας, η οποία επήλθε στο πρόσωπο του κληρονόμου, με την πάροδο άπρακτης της προθεσμίας αποποίησης και η αναγνώριση της εγκυρότητας της γενομένης, εκ των υστέρων, δήλωσης αποποίησης της κληρονομίας, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 1711, 1846 1847, 1848, 1849, 1850, 1851, 1856, 1857 ΑΚ και 70 ΚΠολΔ, με την οποία επιδιώκεται η οριοθέτηση του κληρονομικού δικαιώματος του διαδίκου – κληρονόμου και το καταληκτικό της δίκης πόρισμα, έχει ως συνέπειες, μεταξύ άλλων, και την απάλειψη της ιδιότητας του οφειλέτη του Ελληνικού Δημοσίου από το πρόσωπο του διαδίκου ως κληρονόμου, ανεξάρτητα αν ο διάδικος έλαβε γνώση της ιδιότητάς του ως κληρονόμου με αφορμή την είσπραξη της απαίτησης από την αρμόδια ΔΟΥ του Ελληνικού Δημοσίου, γίνεται είτε στον Υπουργό Οικονομικών (άρθρο 5 του Κώδικα των νόμων περί Δικών του Δημοσίου – Κωδ. Διάταγμα 26.06/10.07.1944) είτε στον Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (άρθρα 1 παρ. παρ.1, 4, 17 παρ.1, 36 παρ.1, 41 παρ. 1, 43 του ν. 4389/2016, 85 του ν. δ. 356/1974, άρθρα 2 παρ. 2 περίπτ. γ` υποπερίπτ. ιι, 69 ν παρ. 2 περίπτ. Γ, 80 π. δ. 111/2014).(ΑΠ 1619/2025, 1873/2024,ΑΠ 503/2024, ΑΠ 361/2024, ΑΠ 1498/2023).
Με τον πρώτο λόγο έφεσης το εκκαλούν ισχυρίζεται ότι έπρεπε η αγωγή του ενάγοντος να απορριφθεί ως μη ασκηθείσα διότι επιδόθηκε μόνο στον Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε. και στον Προϊστάμενο της ΔΟΥ Πειραιά και όχι (και) στον Υπουργό Οικονομικών. Τούτο διότι το Ελληνικό Δημόσιο ενάγεται εν προκειμένω και ως κληρονόμος έκτης τάξης και έπρεπε, όπως αναλύεται ειδικότερα στο δικόγραφο, να επιδοθεί και στον Υπουργό Οικονομικών προκειμένου να ολοκληρωθεί το νομότυπο της άσκησης της αγωγής. Ο λόγος αυτός έφεσης πρέπει να απορριφθεί ως νόμω αβάσιμος, διότι σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, σε αγωγή όπως η υπό κρίση, με την οποία διώκεται η ακύρωση, λόγω πλάνης, της πλασματικής αποδοχής της κληρονομίας, η οποία επήλθε στο πρόσωπο του κληρονόμου, με την πάροδο άπρακτης της προθεσμίας αποποίησης και η αναγνώριση της εγκυρότητας της γενομένης, εκ των υστέρων, δήλωσης αποποίησης της κληρονομίας, η επίδοσή της γίνεται είτε στον Υπουργό Οικονομικών είτε στον Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων. Συνεπώς, δοθέντος ότι η αγωγή επιδόθηκε στον Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων, δεν χρειαζόταν και επίδοση στον Υπουργό Οικονομικών.
Από όλα τα έγγραφα που νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι και από την υπ’ αριθ. ……/19-11-2021 ένορκη βεβαίωση που λήφθηκε με πρωτοβουλία του ενάγοντος, ενώπιον της Ειρηνοδίκη Αθηνών …….., για τη λήψη της οποίας επιδόθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, στο εναγόμενο η από 15-11-2021 κλήση του (βλ. τις υπ’ αριθ. ……/15-11-2021 και ……./15-11-2021 εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, …….), αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Στις 6-7-2001 απεβίωσε στον Πειραιά ο ……………, κάτοικος εν ζωή Πειραιά, αδερφός του προαποβιώσαντος πατέρα του ενάγοντος, ………., χωρίς να αφήσει διαθήκη (βλ. το υπ’αριθμ. ………/2015 πιστοποιητικό περί μη δημοσίευσης διαθήκης του ……….., εκδοθέν από το Πρωτοδικείο Πειραιά). Άφησε δε κατά τον χρόνο του θανάτου του μόνους πλησιέστερους συγγενείς του και εξ αδιαθέτου κληρονόμους του τη νόμιμη σύζυγό του, ……………. και τις κόρες του …………….. και ………….. (βλ.τα μνημονευόμενα στην προσκομιζόμενη υπ’αριθμ. 174/2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά-διαδικασία εκουσίας δικαιοδοσίας). Οι ως άνω κληρονόμοι του αποποιήθηκαν νομίμως την επαχθείσα σε αυτούς κληρονομία, και δη η προαναφερόμενη σύζυγός του δυνάμει της υπ’αριθμ. …./2001 δήλωσης αποποίησης ενώπιον της Γραμματείας του Πρωτοδικείου Πειραιά, οι δε κόρες του, δυνάμει της υπ’αριθμ. …../2001 δήλωσης αποποίησης κληρονομιάς ενώπιον της Γραμματείας του αυτού ως άνω Δικαστηρίου. Εν συνεχεία, αποποιήθηκαν την επαχθείσα σε αυτούς κληρονομία και οι κατιόντες των ανωτέρω ήδη αποποιηθέντων εξ αδιαθέτου κληρονόμων και συγκεκριμένα η …………….., εγγονή του αποβιώσαντος, δυνάμει της υπ’ αριθμ. ………/2001 δήλωσης αποποίησης ενώπιον της Γραμματείας του Πρωτοδικείου Πειραιά, η ………….., εγγονή του αποβιώσαντος, δυνάμει της υπ’ αριθμ. …../2002 δήλωσης αποποίησης ενώπιον της Γραμματείας του Πρωτοδικείου Πειραιά και η ……………, εγγονή του αποβιώσαντος, δυνάμει της υπ’ αριθμ. …../2002 δήλωσης αποποίησης ενώπιον της Γραμματείας του Πρωτοδικείου Πειραιά. Περαιτέρω, ενόψει του ότι δεν υπήρχαν άλλα διαθέσιμα στοιχεία από τα οποία να μπορούσε να προκύψει συγγενικός δεσμός του με άλλα εν ζωή πρόσωπα, που θα μπορούσαν να τον κληρονομήσουν εξ αδιαθέτου, κρίθηκε ότι η κληρονομία που ο ίδιος κατέλειπε ήταν σχολάζουσα και, ως εκ τούτου, το Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά, με την υπ’αριθμ. 174/2009 απόφασή του (διαδικασία εκουσίας δικαιοδοσίας), διόρισε κηδεμόνα της τον ………, ο οποίος -όμως- αποποιήθηκε τον διορισμό του δυνάμει της υπ’αριθμ. ……./2012 πράξης του ενώπιον της Γραμματείας του Πρωτοδικείου Πειραιά και στη θέση του διορίστηκε με την υπ’αριθμ.πρωτ. 55713/4091/9-8-2016 απόφαση του Γ.Γ. Αποκεντρωμένης Διοίκησης Αττικής η ………….., που αποδέχθηκε το διορισμό της με την από 29-8-2016 δήλωσή της προς το τμήμα σχολαζουσών κληρονομιών της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Αττικής. Η κληρονομία του ως άνω αποβιώσαντος αποτελούνταν από ενεργητικό και συγκεκριμένα από το χρηματικό ποσό των 5.316,19 ευρώ, που προκύπτει από μετοχές της Τράπεζας Εργασίας και έναν αγρό εκτάσεως 1.079 τ.μ., ευρισκόμενο στο Δήμο Αχαρνών στη θέση ………….., επί του οποίου υφίστανται εγγεγραμμένα βάρη, προσημειώσεις υποθήκης, υποθήκες, κατάσχεση, δήλωση επίσπευσης πλειστηριασμού, αλλά και από παθητικό ύψους 5.527.256,53 ευρώ, προερχόμενο από οφειλές της (πρωτοφειλέτριας) εταιρείας με την επωνυμία «…………..», για τις οποίες ο αποβιώσας είχε εγγυηθεί προσωπικά (βλ. το από 26-11-2021 επικυρωμένο αντίγραφο της από 21-12-2020 έγγραφης ενημέρωσης της ως άνω κηδεμόνα της σχολάζουσας κληρονομίας του ανωτέρω αποβιώσαντος προς τον ενάγοντα). Επιπλέον, αποδείχθηκε ότι την εξ αδιαθέτου επαχθείσα κληρονομία του ανωτέρω αποβιώσαντος αποποιήθηκαν νομίμως (με δήλωσή τους ενώπιον της Γραμματείας του Πρωτοδικείου Πειραιά) και εμπροθέσμως, διαδοχικά, όλοι οι κληθέντες στη δεύτερη τάξη -εξ αδιαθέτου- κληρονόμοι του και συγκεκριμένα: α) δυνάμει της υπ’αριθμ. ………../2002 δήλωσης αποποίησης κληρονομιάς, η αδελφή του αποβιώσαντος, ……………, β) δυνάμει της υπ’αριθμ. ………./2002 δήλωσης αποποίησης κληρονομιάς, η …………. και η ………….. γ) δυνάμει της υπ’αριθμ. ………../2002 δήλωσης αποποίησης κληρονομιάς, η ………..και η ………….., δ) δυνάμει της υπ’αριθμ. …./2002 δήλωσης αποποίησης κληρονομιάς, η ………….και η …………, ε) δυνάμει της υπ’αριθμ. …../2002 δήλωσης αποποίησης κληρονομιάς, ο ………., στ) δυνάμει της υπ’αριθμ. …./2002 δήλωσης αποποίησης κληρονομιάς, η …………, ζ) δυνάμει της υπ’αριθμ. …./2002 δήλωσης αποποίησης κληρονομιάς, ο …………………, η) δυνάμει της υπ’αριθμ. …./2002 δήλωσης αποποίησης κληρονομιάς, η ……………….., θ) δυνάμει της υπ’αριθμ. …./2002 δήλωσης αποποίησης κληρονομιάς, ο ……….., ι) δυνάμει της υπ’αριθμ. …./2002 δήλωσης αποποίησης κληρονομιάς, η ……………., ια) δυνάμει της υπ’αριθμ. …./2002 δήλωσης αποποίησης κληρονομιάς, η ………., ιβ) δυνάμει της υπ’αριθμ. …./2002 δήλωσης αποποίησης κληρονομιάς, η …………, ιγ) δυνάμει της υπ’αριθμ. …/2002 δήλωσης αποποίησης κληρονομιάς, ο …………., ιδ) δυνάμει της υπ’αριθμ. …/2002 δήλωσης αποποίησης κληρονομιάς, η ………….., ιε) δυνάμει της υπ’αριθμ. …./2002 δήλωσης αποποίησης κληρονομιάς, ο ……………, ιστ) δυνάμει της υπ’αριθμ. …../2002 δήλωσης αποποίησης κληρονομιάς, η ……….., η …………. και η …………….., ιζ) δυνάμει της υπ’αριθμ. ……./2002 δήλωσης αποποίησης κληρονομιάς, ο …………., ιη) δυνάμει της υπ’αριθμ. …………./2002 δήλωσης αποποίησης κληρονομιάς, η …………, ιθ) δυνάμει της υπ’αριθμ. …./2006 δήλωσης αποποίησης κληρονομιάς, ο ………. και κ) δυνάμει της υπ’αριθμ. …../2007 δήλωσης αποποίησης κληρονομιάς, ο ……………… Περαιτέρω, αποδείχτηκε ότι ο ενάγων δεν διατηρούσε σχέσεις με τον αποβιώσαντα θείο του ………, ούτε με την οικογένεια αυτού, με αποτέλεσμα να μην έχει πληροφορηθεί για την ύπαρξη της πιο πάνω κληρονομίας, αλλά ούτε για τις αποποιήσεις κληρονομίας, στις οποίες προέβησαν οι λοιποί εξ αδιαθέτου συγγενείς του, κατά τα ανωτέρω (βλ. ένορκη βεβαίωση ……..). Εν συνεχεία, η πιο πάνω κηδεμόνας της σχολάζουσας κληρονομάς του ………., διαπίστωσε ότι ο μοναδικός συγγενής που δεν είχε καταθέσει δήλωση αποποίησης κληρονομίας ήταν ο ενάγων, ο οποίος κατέστη εξ αδιαθέτου κληρονόμος του και, για το λόγο αυτό, προέβη -το πρώτον- (βλ. την υπ’ αριθ. ……./19-11-2021 ένορκη βεβαίωση της …………) στις 21-12-2020 σε έγγραφη ενημέρωσή του προς τούτο, παραθέτοντάς του παράλληλα τα στοιχεία ενεργητικού και παθητικού της εν λόγω κληρονομίας. Ο ενάγων, όταν πληροφορήθηκε για την επαχθείσα σε αυτόν κληρονομία, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος του ανωτέρω αποβιώσαντος θείου του, επικοινώνησε με το τμήμα αποποιήσεων του Ειρηνοδικείου Πειραιά, οι εργασίες του οποίου τελούσαν σε προσωρινή αναστολή λόγω της πανδημίας του κορωνοϊού, και, αμέσως μόλις αποκαταστάθηκε η ομαλή λειτουργία και ήρθη η αναστολή, προέβη, εμπροθέσμως, στις 25-5-2021 σε δήλωση αποποίησης της επαχθείσας σε αυτόν εξ αδιαθέτου κληρονομιάς του θείου του ………….., ενώπιον της Γραμματέα του Ειρηνοδικείου Πειραιά, συνταχθείσης σχετικώς της υπ’ αριθμ. ………/25-5-2021 δήλωσης αποποίησης. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι ο ενάγων έλαβε γνώση ότι κατέστη κληρονόμος του αποβιάσαντος θείου του, τον Δεκέμβριο του 2020 μετά την έγγραφη ενημέρωσή του από την κηδεμόνα της σχολάζουσας κληρονομίας και περίπου 20 έτη μετά τον θάνατο του. Στη συνέχεια, δίχως καθυστέρηση, προέβη στην αποποίηση κληρονομίας, δυνάμει της υπ΄ αριθμ. …………/2021 δήλωσης αποποίησης κληρονομίας ενώπιον του Ειρηνοδικείου Πειραιά κατά τα ανωτέρω. Επιπλέον, από ουδέν στοιχείο προέκυψε ότι ο ενάγων είχε πληροφορηθεί νωρίτερα ότι κατέστη κληρονόμος του …………….., δοθέντος μάλιστα ότι υπήρχαν και αρκετοί εξ αδιαθέτου συγγενείς οι οποίοι είχαν κληθεί ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του αποβιώσαντος, πριν από τον ίδιο. Επομένως, η αποποίηση στην οποία προέβη ο ενάγων, στις 25-5-2021 με την υπ΄αριθμ. ……………/2021 δήλωσή του ενώπιον της Γραμματέα του Ειρηνοδικείου Πειραιά, μη υπολογιζομένου του χρονικού διαστήματος της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των Δικαστηρίων και των Εισαγγελιών της χώρας λόγω της πανδημίας του κορωνοϊού τουλάχιστον για το χρονικό διάστημα από 7-11-2020 έως και 6-4-2021, είναι νομότυπη και εμπρόθεσμη, καθώς έλαβε χώρα εντός της τετράμηνης προθεσμίας από τον χρόνο που αυτός πληροφορήθηκε την επαγωγή της κληρονομίας και το λόγο της, ήτοι την 21η-12-2020. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που δέχτηκε τα ίδια, ήτοι τη νομιμότητα της από 25-5-2021 δήλωσης του ενάγοντος περί αποποίησης της επαχθείσας σε αυτόν κληρονομίας του θείου του ……………, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τον νόμο. Επομένως, πρέπει να απορριφθούν και οι δεύτερος και τρίτος λόγος έφεσης. Ειδικότερα με τον δεύτερο λόγο το εκκαλούν διαμαρτύρεται ότι έπρεπε να απορριφθεί η αγωγή και δη το επικουρικό αίτημα του ενάγοντος, το οποίο και έγινε δεκτό από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ελλείψει εννόμου συμφέροντος του ενάγοντος. Ωστόσο, από τα ανωτέρω αναφερόμενα καθίσταται σαφές ότι υπάρχει έννομο συμφέρον του ενάγοντος να αναγνωριστεί η ακυρότητα της προαναφερόμενης δήλωσης αποποίησης, καθότι σε διαφορετική περίπτωση αυτός θα είχε καταστεί κληρονόμος του αποβιώσαντος ……………., με δυσβάσταχτες για τον ίδιο συνέπειες. Επιπλέον, απορριπτέος τυγχάνει, κατά τα ανωτέρω και ο τρίτος λόγος έφεσης, με τον οποίο το εκκαλούν διαμαρτύρεται για κακή εκτίμηση των αποδείξεων και, συγκεκριμένα, ισχυρίζεται ότι ο ενάγων είχε πληροφορηθεί νωρίτερα ότι κατέστη κληρονόμο του αποβιώσαντος θείου του, δίχως όμως τούτο να το στηρίζει σε αποδεικτικά στοιχεία. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που δέχθηκε όσα και το παρόν, ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε τον νόμο, ελλείψει δε άλλου λόγου έφεσης, πρέπει η τελευταία να απορριφθεί κατ’ ουσίαν, στο σύνολό της. Τέλος πρέπει να καταδικαστεί το εκκαλούν, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα του εφεσίβλητου, κατόπιν του σχετικού αιτήματός τους, για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), μειωμένα όμως, κατ’ άρθρο 22 παρ. 1 του Ν. 3693/1957.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΔΙΚΑΖΕΙ την από 16-1-2025 έφεση αντιμωλία των διαδίκων.
ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά και ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ αυτήν κατ’ ουσίαν.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ το εκκαλούν στα δικαστικά έξοδα του εφεσίβλητου για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
Κρίθηκε, αποφασίστηκε στον Πειραιά στις 5-2-2026 και δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του, σε έκτακτη συνεδρίαση, στις 13-2-2026 με απόντες τους διαδίκους και τους πληρεξουσίους δικηγόρους τους.
Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ