Αριθμός απόφασης 181/2026
ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
4° Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τον δικαστή, Ηλία Σταυρόπουλο, εφέτη, τον οποίο όρισε η πρόεδρος του τριμελούς συμβουλίου διοίκησης του Εφετείου Πειραιώς χωρίς τη σύμπραξη γραμματέα.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του την ………. για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των καλούντων – αιτούντων : 1) ……… και 2) …………… οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους, Χριστίνα Χρήστου.
Της καλουμένης – καθ’ ης η αίτηση : Της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «………….», με έδρα την ………. Αττικής, ως νομίμως εκπροσωπείται, ενεργούσα επ’ ονόματι και λογαριασμό της «………..», με έδρα το ……….. Ιρλανδίας, νομίμως εκπροσωπούμενης, που έχει καταστεί ειδική διάδοχος της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «…………..», με έδρα την Αθήνα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της, Ιωάννη Βαλαδάκη.
Οι αιτούντες άσκησαν την με αρ. κατ. ………/2025 ανακοπή κατά της εκτέλεσης ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, το οποίο με την 5107/2025 απόφαση την απέρριψε. Εναντίον αυτής της απόφασης άσκησαν την με αρ. κατ. ………./2025 έφεση – αίτηση αναστολής, η συζήτηση της οποίας ορίστηκε την 2.4.2026. Με την με αρ. κατ. ………../2026 κλήση τους ενώπιον αυτού του δικαστηρίου ορίστηκε δικάσιμος για τη συζήτηση της αίτησης αναστολής αυτή που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης.
Κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε νόμιμα με τη σειρά της, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ανέπτυξαν και προφορικά τους ισχυρισμούς τους και αναφέρθηκαν στα γραπτά σημειώματα που κατέθεσαν.
ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση, που υποβλήθηκε με την με αρ. κατ. …………/2025 έφεση που άσκησαν παραδεκτά (ΚΠολΔ 518 παρ. 2) οι αιτούντες ενώπιον αυτού του δικαστηρίου και εναντίον της με αρ. 5107/2025 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με την οποία απορρίφθηκε η με αρ. κατ. ……………/2025 ανακοπή τους κατά της σε βάρος τους επισπευδόμενης διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης οι αιτούντες ζητούν να ανασταλεί αυτή, και δη του ορισθέντος για τις 19.3.2026 αναγκαστικού δημόσιου πλειστηριασμού ακινήτων, που επισπεύδει η καθ’ ης, μέχρι να εκδοθεί οριστική απόφασης επί της ως άνω έφεσης, η ευδοκίμηση της οποίας πιθανολογείται, διαφορετικά η συνεχιζόμενη διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης θα τους προκαλέσει ανεπανόρθωτη βλάβη. Η αίτηση παραδεκτά φέρεται ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου για να δικαστεί κατά τις διατάξεις των άρθρων 686επ (άρθρ. 938 παρ. 2 ΚΠολΔ) και πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω κατ’ ουσίαν.
Από όλα τα έγγραφα που μετ’ επικλήσεως προσκόμισαν οι διάδικοι πιθανολογήθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά : Οι αιτούντες άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς την με αρ. κατ. ………./2025 ανακοπή κατά της καθ’ ης, με την οποία ζήτησαν την ακύρωση της από 17.2.2025 επιταγής προς εκτέλεση της ………../2010 διαταγής πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τριπόλεως και της υπ’ αριθμόν ……./5.5.2025 έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης ακίνητης περιουσίας του δικαστικού επιμελητή, ………….. Εκδόθηκε η με αρ. 5107/2025 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με την οποία απορρίφθηκε η ανακοπή. Εναντίον αυτής της απόφασης οι ανακόπτοντες αιτούντες άσκησαν παραδεκτά και νόμιμα (ΚΠολΔ 518 παρ. 2) την με αρ. κατ. …………./2025 έφεση, η οποία ορίστηκε να συζητηθεί την 2.4.2026. Η διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης επισπεύδεται για την είσπραξη απαίτησης από στεγαστικό δάνειο που χορήγησε στην πρώτη αιτούσα, για την εξόφληση της οποίας εγγυήθηκε ο δεύτερος αϊτών, η «………..», καθολική διάδοχος της οποίας με απορρόφηση κατέστη η «…………..», την οποία (απαίτηση) η καθολική διάδοχος τράπεζα πώλησε και εκχώρησε με την από 30.4.2020 σύμβαση πώλησης και μεταβίβασης απαιτήσεων, νομίμως δημοσιευθείσα με αρ. πρωτ. ….. στις 30.4.2020, στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών, στο τόμο …. με α.α ….., σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 3156/2003, στην εταιρεία «…………..», η οποία, σύμφωνα με την από 10.4.2023 σύμβαση διαχείρισης, επίσης νομίμως δημοσιευθείσα με αρ. πρωτ. …. στις 11.4.2023, στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών, στον τόμο …. με α.α ….., ανέθεσε τη διαχείριση και είσπραξή της στην καθ’ ης εταιρεία.
Με τον πρώτο και δεύτερο λόγο της έφεσης οι εκκαλούντες επαναφέρουν τους 1°, 2°, 3° 4°, 5° και 7° λόγο της ανακοπής σύμφωνα με τους οποίους ζητούν να ακυρωθεί η επιταγή προς εκτέλεση και η επιβληθείσα αναγκαστική κατάσχεση γιατί δεν συγκοινοποιήθηκαν με την επιταγή και ολόκληρες οι σχετικές συμβάσεις μεταβίβασης της ένδικης απαίτησης και διαχείρισης αυτής, παρά μόνον αποσπάσματα αυτών, στο δε απόσπασμα σύμβασης διαχείρισης δεν αναγράφονται οι προς διαχείριση απαιτήσεις, το τυχόν στάδιο εξυπηρέτησης αυτών, οι εξουσίες του διαχειριστή και η καταβλητέα αμοιβή, ούτε συγκοινοποιήθηκε παράρτημα των προς διαχείριση απαιτήσεων, ώστε να προκύπτει η ανάθεση της διαχείρισης της επίδικης απαίτησης, ούτε στην περίληψη της σύμβασης μεταβίβασης προσδιορίζεται η φύση και η μορφή των μεταβιβαζόμενων απαιτήσεων, ούτε το τίμημα αυτής, επιπροσθέτως, αυτή δεν καταχωρήθηκε ολόκληρη στο δημόσιο βιβλίο του αρ. 3 του ν. 2844/2000, επιπλέον δε, ούτε για την ενεργητική νομιμοποίηση της μεταβιβάζουσας την απαίτηση τράπεζας (………………), ως καθολικής διαδόχου με απορρόφηση της δανεϊστριας τράπεζας (………….) κοινοποιήθηκε, πέραν της συγκοινοποιηθεϊσας νομίμως καταχωριθείσας στο ΓΕΜΗ εγκριτικής απόφασης του Υπουργού Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας, και το ΦΕΚ δημοσίευσης της απόφασης.
Οι λόγοι αυτοί πιθανολογούνται ότι θα απορριφθούν γιατί οι σχετικοί λόγοι ανακοπής, τους οποίους επαναφέρουν και για την απόρριψη των οποίων παραπονούνται είναι μη νόμιμοι, γιατί αρκεί η συγκοινοποίηση μόνο των νομίμως καταχωρημένων στο δημόσιο βιβλίο του αρ. 3 του ν. 2844/2000 αποσπασμάτων των σχετικών συμβάσεων μεταβίβασης και διαχείρισης και όχι ολόκληρων των συμβάσεων, προκειμένου να αποδειχθεί η νομιμοποίηση του ειδικού διαδόχου για τη συνέχιση της αναγκαστικής εκτέλεσης (ΑΠ 739/2024 δημ ΝΟΜΟΣ). Τα αποσπάσματα αυτά έχουν κοινοποιηθεί στους αιτούντες και έχουν νομίμως δημοσιευθεί στο ως άνω δημόσιο βιβλίο, όπως συνομολογούν οι αιτούντες, και σ’ αυτά αναφέρονται, στην μεν σύμβαση μεταβίβασης και στο παράρτημα αυτής (αρ. πρωτ. ……../30.4.2020), η επίδικη απαίτηση που μεταβιβάζεται, η φύση και το είδος αυτής, οι υπόχρεοι εξ αυτής (οφειλέτης και εγγυητής) και η εξασφάλισή της με προσημείωση υποθήκης και, συνεπώς, εξειδικεύεται επαρκώς, επιπλέον δε στο κοινοποιηθέν απόσπασμα της σύμβασης διαχείρισης, όπως αυτό κατά το ενδιαφέρον μέρος του περιέχεται στην αίτηση, αναφέρονται οι εξουσίες διαχείρισης της καθ’ ης, μεταξύ των οποίων και οι διαδικασίες αναγκαστικής εκτέλεσης, καθώς επίσης και ότι η ανάθεση της διαχείρισης αφορά όλες τις μεταβιβασθείσες με την σύμβαση μεταβίβασης που καταχωρήθηκε στο δημόσιο βιβλίο (αρ. πρωτ. ……../30.4.2020) όπως αναφέρονται στο παράρτημα αυτής, που επίσης περιέχεται στην αίτηση, μεταξύ των οποίων είναι και η επίδικη απαίτηση, επομένως δεν είναι αναγκαίο να κοινοποιείται και παράρτημα των προς διαχείριση απαιτήσεων, ενώ είναι αδιάφορο για την νομιμοποίηση της καθ’ ης η αναγραφή του τιμήματος της μεταβίβασης και της διαχείρισης και δεν είναι απαραίτητο να καταχωρείται στο ως άνω δημόσιο βιβλίο ολόκληρη η σύμβαση μεταβίβασης παρά μόνο η περίληψη, όπως ορίζεται στο άρθρο 10 παρ. 8 του ν. 3156/2003. Σχετικά με την νομιμοποίηση της μεταβιβάζουσας την επίδικη απαίτηση τράπεζας, τα έγγραφα που αναφέρουν οι αιτούντες ότι τους κοινοποιήθηκαν ήταν αρκετά για την απόδειξη της καθολικής διαδοχής (με απορρόφηση) της αρχικής δανείστριας τράπεζας και δεν απαιτείτο και η κοινοποίηση του ΦΕΚ στο οποίο δημοσιεύτηκε η εγκριτική απόφαση του αρμοδίου υπουργού, η οποία άλλωστε δεν αμφισβητείται ότι έλαβε χώρα (η δημοσίευση). Τα ίδια που έκρινε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και απέρριψε τους σχετικούς λόγους ανακοπής δεν έσφαλε, ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου ούτε ως πλημμελώς εκτίμησε τις αποδείξεις, γι’ αυτό και ο σχετικός λόγος έφεσης πιθανολογείται ότι θα απορριφθεί.
Με τον τρίτο λόγο της έφεσης οι εκκαλούντες επαναφέρουν τον 6° λόγο της ανακοπής σύμφωνα με τον οποίο ζητούν να ακυρωθούν οι προσβαλλόμενες πράξεις, επειδή η υπογράφουσα την αίτηση για την έκδοση της με αρ. ……./2010 διαταγής πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τριπόλεως, δεν είχε την απαιτούμενη πληρεξουσιότητα της αρχικής δικαιούχου της απαίτησης, της οποίας καθολική διάδοχος είναι η μεταβιβάζουσα την απαίτηση τη διαχείριση της οποίας έχει η καθ’ ης. Ο λόγος αυτός πιθανολογείται ότι θα απορριφθεί γιατί ο σχετικός λόγος ανακοπής, τον οποίο επαναφέρουν και για την απόρριψη του οποίου παραπονούνται είναι αβάσιμος, γιατί η αίτηση για την έκδοση της επίδικης διαταγής πληρωμής και η έλλειψη της αναγκαίας πληρεξουσιότητας της υπογράφουσας αυτήν δικηγόρου και, κατ’ επέκταση, το απαράδεκτο ή η ακυρότητα που προκαλεί, καλύπτονται αναδρομικά, αφού η διάδικος, που εκπροσωπήθηκε από δικηγόρο χωρίς πληρεξουσιότητα, ενέκρινε στη συνέχεια τις μέχρι τότε πράξεις της δικηγόρου, καταβάλοντας το τέλος δικαστικού ενσήμου για την έκδοση της διαταγής πληρωμής και την προείσπραξης της δικηγορικής αμοιβής (ΑΠ 818/2017, 932/2014, 2018/2009, 36/2006, 203/2003, 1085/2000 δημ ΝΟΜΟΣ). Τα ίδια που έκρινε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και απέρριψε τον σχετικό λόγο ανακοπής δεν έσφαλε, ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, γι’ αυτό και ο σχετικός λόγος έφεσης πιθανολογείται ότι θα απορριφθεί.
Με τον τέταρτο λόγο της έφεσης οι εκκαλούντες επαναφέρουν τον 8° λόγο της ανακοπής σύμφωνα με τον οποίο ζητούν να ακυρωθεί η επισπευδομένη δια των προσβαλλομένων πράξεων εκτελεστική διαδικασία, επειδή η καθ’ ης, αν και διέθετε εμπράγματη εξασφάλιση για την απαίτησή της, δεν προέβη σε καμία ενέργεια για την είσπραξη της απαίτησής της, αφήνοντας αυτήν να διογκώνεται με τόκους. Ο λόγος αυτός κρίνεται μη νόμιμος γιατί το γεγονός ότι η καθ’ ης ανεχόταν τους αιτούντες να μη εξοφλούν τις οφειλές τους και να μην προβαίνει σε διαδικασίες αναγκαστικής κατάσχεσης μέχρι σήμερα, με αποτέλεσμα να επιβαρύνεται η οφειλή τους με τόκους, δεν καθιστά την άσκηση του δικαιώματος της για ικανοποίηση της απαίτησής της με την αναγκαστική εκτέλεση καταχρηστική, ως υπερβαίνουσα προφανώς τα όρια της καλής πίστης, των χρηστών ηθών και του κοινωνικοοικονομικού σκοπού του δικαιώματος.
Μετά ταύτα η ανακοπή των αιτούντων έπρεπε να απορριφθεί και τα ίδια που έκρινε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφασή του δεν έσφαλε ως προς την εφαρμογή και ερμηνεία του νόμου, ούτε πλημμελώς εκτίμησε τις αποδείξεις και τα αντίθετα υποστηριζόμενα απ’ αυτούς με την έφεσή τους κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα. Επομένως, εφόσον δεν πιθανολογείται η ευδοκίμηση της έφεσης πρέπει και η υπό κρίση υποβληθείσα με αυτήν αίτηση αναστολής της επισπευδόμενης αναγκαστικής εκτέλεσης και δη της από 17.2.2025 επιταγής προς εκτέλεση της ……/2010 διαταγής πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τριπόλεως και της υπ1 αριθμόν ………../5.5.2025 έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης ακίνητης περιουσίας του δικαστικού επιμελητή, …….. καθώς και του πλειστηριασμού ακινήτων που πρόκειται να λάβει χώρα στις 19.3.2025, να απορριφθεί κατ’ ουσίαν. Τα δικαστικά έξοδα της καθ’ ης πρέπει να επιβληθούν σε βάρος των αιτούντων.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δικάζει κατ’ αντιμωλία των διαδίκων.
Απορρίπτει την αίτηση.
Επιβάλλει τη δικαστική δαπάνη της καθ’ ης σε βάρος των αιτούντων, που ορίζει σε 300 ευρώ.
Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύθηκε στον Πειραιά στο ακροατήριό του, σε έκτακτη συνεδρίαση, με απόντες τους διαδίκους και τους πληρεξουσίους δικηγόρους τους, στις 13.3.2026.
O ΔΙΚΑΣΤΗΣ ΓΙΑ ΤΗ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ