Μενού Κλείσιμο

Αριθμός απόφασης 183/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΑ

ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ 183/2026

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΑ

Αποτελούμενο από τoν Δικαστή Λάζαρο Γιαπαλάκη Εφέτη, ο οποίος ορίσθηκε από τον Προϊστάμενο του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης του Εφετείου Πειραιά και από την Γραμματέα Σ.Φ.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις ……………. για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ :

ΤΟΥ ΕΚΚΑΛΟΥΝΤΟΣ: ΤΟΥ Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών με Α.Φ.Μ. ……… που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα στην οδό ……………. και στην συγκεκριμένη περίπτωση από τον γενικό γραμματέα (ήδη συντονιστή) Αποκεντρωμένης Διοίκησης Αττικής και τον Δασάρχη Πόρου και το οποίο εκπροσωπήθηκε στο Δικαστήριο από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Πάνο ΜΕΛΑΝΟΥΡΗ  δικαστικό πληρεξούσιο του Ν.Σ.Κ. με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ.2 ΚΠΟΛΔ.

ΤΗΣ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΗΣ: ΤΗΣ εταιρίας με την επωνυμία ……………… η οποία εδρεύει στην Αθήνα, οδός …………. εκπροσωπείται νόμιμα και η οποία εκπροσωπήθηκε στο Δικαστήριο από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο ΚΑΡΑΚΩΣΤΑ με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ.2 ΚΠΟΛΔ.

Η ενάγουσα άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά την από 15-6-2019 και με αριθμό εκθ. κατ. δικ. …………/2019 αγωγή η οποία εκδικάστηκε κατά την δικάσιμο της 21-1-2021 κατά την τακτική διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων και εκδόθηκε η με αριθ. 1911/2021 οριστική απόφαση του παραπάνω Δικαστηρίου η οποία έκανε δεκτή την ένδικη αγωγή.

Επικυρωμένο αντίγραφο της εφέσεως κατατέθηκε στη Γραμματεία του Εφετείου Πειραιά με Γ.Α.Κ …../2025  και Ε.Α.Κ. ……/2025 και δικάσιμος ορίστηκε η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο και γράφτηκε στο πινάκιο.

Η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο και συζητήθηκε. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε κατά τη σειρά εγγραφής της στο οικείο πινάκιο, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους με τις προτάσεις που κατέθεσαν και ζήτησαν να γίνουν δεκτοί.

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΝΟΜΟ

Στην προκειμένη περίπτωση φέρεται προς συζήτηση η από με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ενδίκου μέσου ……………./2025 έφεση κατά της με αριθμό 1911/2021 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά η οποία εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία αντιμωλία των διαδίκων επί της από με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου ……………./2019 αγωγής της ενάγουσας και ήδη εφεσίβλητης κατά του εναγόμενου και ήδη εκκαλούντος. Η ως άνω έφεση έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα από το εναγόμενο και σύμφωνα με τις νόμιμες διατυπώσεις, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 495, 511, 513 § 1 β, 516 και 518 § 2 ΚΠολΔ δεδομένου ότι η εκκαλουμένη απόφαση δημοσιεύτηκε στις 10-9-2021 ενώ η έφεση του ασκήθηκε στις 20-9-2021 (βλ την με αριθμό ……………/2021 έκθεση κατάθεσης δικογράφου ένδικου μέσου στο Πρωτοδικείο Πειραιά). Πρέπει, λοιπόν, η έφεση που αρμοδίως κατ’ άρθρο 19 του ΚΠολΔ εισάγεται για να δικασθεί από το παρόν Δικαστήριο, να γίνει τυπικά δεκτή(άρθρο 533 ΚΠΟΛΔ) και να εξετασθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της(άρθρο 524 ΚΠΟΛΔ) κατά την ίδια ως άνω τακτική διαδικασία. Σημειώνεται ότι για το παραδεκτό του ως άνω ενδίκου μέσου δεν απαιτείται η καταβολή του τασσόμενου από την παράγραφο 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ παραβόλου, αφού το εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο απαλλάσσεται από την υποχρέωση καταβολής κάθε τέλους και παραβόλου για την άσκηση ενδίκου μέσου σύμφωνα με το άρθρο 19 παρ.1 του Καν. Δ/τος της 26 Ιουνίου/10 Ιουλίου 1944 “Περί Κώδικος των νόμων περί δικών του Δημοσίου” (βλ. ΤρΕφΠειρ 50/2020 στο site του Εφετείου Πειραιά, efeteio-peir.gr).

Με την από …………../2019 αγωγή της η ενάγουσα εταιρία εκθέτει ότι είναι αποκλειστική κυρία, νομέας και κάτοχος ενός αγροτεμαχίου εμβαδού 6.080,01 τ.μ.,  αξίας 146.000 ευρώ, το οποίο βρίσκεται στην θέση ………….. της κτηματικής περιφέρειας Πόρου και το οποίο περιγράφεται αναλυτικά στην αγωγή της. Ότι απέκτησε την κυριότητα του με παράγωγο τρόπο από τον αληθινό κύριο του ………….., δυνάμει του με αριθμό ……./1997 αγοραπωλητήριο συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών ……….., το οποίο έχει μεταγραφεί νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Καλαυρίας, στον τόμο …. και με αριθμό …… Ότι ο παραπάνω δικαιοπάροχος της κατέστη κύριος του ακινήτου στηριζόμενος σε διαδοχικούς τίτλους κυριότητας που ανάγονται μέχρι το 1904. Ότι το Ελληνικό Δημόσιο από το έτος 2000 και έπειτα αμφισβητεί την κυριότητα της επί του επίδικου ακινήτου με τις αναφερόμενες στην αγωγή ενέργειες. Με βάση τα παραπάνω η ενάγουσα ζητεί να αναγνωριστεί κυρία του επίδικου ακινήτου με παράγωγο τρόπο κτήσης κυριότητας επικουρικά με πρωτότυπο (έκτακτη χρησικτησία). Τέλος ζητεί την καταδίκη των εναγόμενων  στην δικαστική της δαπάνη.  Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εκδικάζοντας την ένδικη αγωγή κατά την τακτική διαδικασία αφού την έκρινε ορισμένη και νόμιμη την έκανε δεκτή ως και κατ’ ουσίαν βάσιμη και αναγνώρισε την ενάγουσα κυρία ενός αγροτεμαχίου άρτιου και οικοδομήσιμου κατά παρέκκλιση, συνολικής επιφάνειας 6.228 εκ της οποίας ένα τμήμα εκτάσεως 220 μέτρων είναι ρυμοτομούμενο και ευρίσκεται στον Πόρο Τροιζηνίας στην θέση ………………… στην κτηματική περιφέρεια του Πόρου Τροιζηνίας όπως αυτό το αγροτεμάχιο αναλυτικά περιγράφεται στην εκκαλουμένη απόφαση καθώς επίσης καταδίκασε το εναγόμενο στην καταβολή των δικαστικών εξόδων της ενάγουσας ποσού 1.000 ευρώ. Κατά της απόφασης αυτής με την από με αριθμ. Εκθ. Καταθ……………/2021 έφεση του παραπονείται το εναγόμενο και ήδη εκκαλούν για τους περιεχόμενους στην ανωτέρω έφεση του λόγους οι οποίοι ανάγονται σε κακή εκτίμηση των αποδείξεων και εσφαλμένη ερμηνεία του νόμου και ζητεί την εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης έτσι ώστε να απορριφθεί η αγωγή.

Από τις ρυθμίσεις που περιέχονται στο πρωτόκολλο του Λονδίνου της 21-1/3-2-1830 «περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος» και στα ερμηνευτικά αυτού πρωτόκολλα της 4/16-6-1830 και της 19-6/1-7-1830, σε συνδυασμό με τις ρυθμίσεις της από 27-6/9-7-1832 Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως «περί οριστικού διακανονισμού των ορίων της Ελλάδος» και του άρθρου 16 του ν. της 21-6/10-7- 1837 «περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων», προκύπτει ότι στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου περιήλθαν εκείνα τα ακίνητα που βρίσκονταν εντός της ζώνης που μέχρι την 3-2-1830 είχε καταλάβει με τις στρατιωτικές του δυνάμεις και ανήκαν είτε στο Οθωμανικό Δημόσιο, είτε σε Οθωμανούς ιδιώτες, καθώς και σε εκείνα, τα οποία, κατά τον χρόνο της υπογραφής των πρωτοκόλλων είχαν εγκαταλειφθεί από τους άλλοτε κυρίους τους Οθωμανούς, οι οποίοι αποχώρησαν και δεν εξουσιάζονται πλέον από αυτούς, χωρίς παράλληλα να έχουν καταληφθεί από τρίτους μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου της 21-6/3-7/1837 «περί διακρίσεως δημόσιων κτημάτων», περιεχόμενα κατά το άρθρο 16 αυτού στην κυριότητα του Δημοσίου ως αδέσποτα. Εξάλλου, επί δημοσίων κτημάτων όπως είναι και τα δάση τα οποία είναι εθνικά (εκτός των διαλαμβανόμενων στα άρθρα 1 και 2 του από 17-11/1- 12-1836 Β.Δ/τος. τα οποία θεωρούνται ως ιδιωτικά υπό τις προϋποθέσεις που ορίζονται στο άρθρο 3 του εν λόγω Β.Δ/τος), ήταν επιτρεπτή η κτήση κυριότητας από ιδιώτη με έκτακτη χρησικτησία, σύμφωνα με τις έχουσες εφαρμογή κατ` άρθρο 51 ΕΙΣΝΑΚ, για τον προ της ενάρξεως της ισχύος του ΑΚ χρόνο, διατάξεις των ν. 8 παρ. 8 κωδ. (7.39), ν, 9 παρ. 1 Πανδ. (50. 4), ν. 2 παρ. 20 Πανδ. (41.4), ν. 6 παρ. 1 Πανδ, (44.3), ν. 76 παρ. 1 Πανδ. (18.1), ν. 7 παρ. 3 Πανδ. (23.3), δηλαδή κατόπιν ασκήσεως νομής επί του δημοσίου κτήματος με καλή πίστη, δηλαδή με την ειλικρινή πεποίθηση του νομέως, ότι με τη κτήση της νομής του πράγματος δεν προσβάλλει κατ’ ουσίαν το δικαίωμα κυριότητας τρίτου, σύμφωνα με τις διατάξεις των ν. 20 παρ. 12 Παν. (5-8), 27 Πανδ.(18-1), 10,18 και 48 πανδ (41.3), 3 Πανδ. (41-10) και 109 Πανδ. (50.16), τη συνδρομή της οποίας, ενόψει της φύσεως ως ενδιάθετης καταστάσεως συνάγει ο δικαστής της ουσίας συμπερασματικός, από τα περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα, καθώς και με διάνοια κυρίου, για χρονικό διάστημα μιας συνεχούς τριακονταετίας, με τη δυνατότητα του χρησιδεσπόζοντος να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και εκείνον του δικαιοπαρόχου του, εφόσον είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού, ενώ κατά το ίδιο δίκαιο, που ίσχυε πριν από τον ΑΚ, τα δημόσια κτήματα είχαν εξαιρεθεί από την τακτική χρησικτησία (βλ. και τις διατάξεις των ν. 18.24 παρ. 1 Πανδ. (41-3) παρ. 9 Εισ (2- 9), ν.2 κωδ (7-30) Βασ. (50-10). Οι διατάξεις αυτές δεν καταργήθηκαν με τον μεταγενέστερο από 21 Ιουνίου 1837 νόμο «περί διακρίσεως κτημάτων» στο άρθρο 21 του οποίου ορίζεται ότι «ως προς τον τρόπο κτήσεως και διατηρήσεως της ιδιοκτησίας των δημοσίων πραγμάτων εφαρμόζονται αι εν τω πολιτικό νόμω περιεχόμεναι -διατάξεις», επομένως και οι προαναφερόμενες διατάξεις του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προς εκείνες των άρθρων 18 και 21 του ν. της 21.6/3-7- 1837 «περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων» συνάγεται, ότι η έκτακτη χρησικτησία χωρεί με τις προϋποθέσεις που εκτέθηκαν και σε δημόσια κτήματα, εφόσον η τριακονταετής νομή αυτών, κατά τις διατάξεις των ν. 8 παρ. 8 Κωδ. (7.39), Βασ. 9 παρ. 1 (50. 4) είχε συμπληρωθεί μέχρι και της 11ης Σεπτεμβρίου 1915, όπως αυτό προκύπτει από τις διατάξεις αφενός του νόμου ΔΞΗ/1912 και των διαταγμάτων «περί δίκαιοστασίου» που εκδόθηκαν με βάση αυτόν από 11-9-1915 μέχρι και της 16-5-1926 και αφετέρου του άρθρου 21 του ν.δ/τος της 22.4/16-5-1926 «περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης κ.λ.π», που επαναλήφθηκε στο άρθρο 4 του αν. ν. 1539/1938 «περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων» που διατηρήθηκαν σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ  με το άρθρο 53 Εισ.ΝΑΚ αυτού, με τις οποίες διατάξεις ανέσταλη κάθε παραγραφή ή δικαστική προθεσμία σε αστικές διαφορές και απαγορεύθηκε οποιαδήποτε παραγραφή των δικαιωμάτων του Δημοσίου στα κτήματά του, άρα και η χρησικτησία πάνω σε αυτά (βλ. Ολ. ΑΠ 75/1987, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1524/2012 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Επίσης από τις παραπάνω διατάξεις συνάγεται ότι δεν απαιτείται ως προϋπόθεση της αξιούμενης καλής πίστης για την κτήση κυριότητας επί δημοσίου κτήματος με έκτακτη χρησικτησία η ύπαρξη ταπίου υπέρ του χρησιδεσπόζοντος ή στην περίπτωση του δάσους η εκ μέρους αυτού υποβολή τίτλων ιδιοκτησίας κατά το άρθρο 3 του από 17-11-1836 ΒΔ/τος «περί ιδιωτικών δασών». (ΑΠ 7/2019 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 52/2014 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Επομένως, κατά τις διατάξεις του βυζαντινό ρωμαϊκού δικαίου, που ίσχυε πριν από την εφαρμογή του ΑΚ και συγκεκριμένα κατά το ν. 8 παρ. 1 Κωδ, (7, 31), ν. 7 παρ. 1 Πανδ. (50.14), ν. 2 παρ. 20 Πανδ. (41,5), ν.δ. παρ. Πανδ. (94,3), ν. 76 παρ,Ι Πανδ. (18.1), ν. 7 παρ. 3 Πανδ, (23,3), μπορούσε να αποκτηθεί κυριότητα επί ακινήτου και με έκτακτη χρησικτησία, δηλαδή με την άσκηση νομής επί τούτου καλοπίστως και με διάνοια κυρίου συνεχώς επί 30 έτη με συνυπολογισμό στο χρόνο της ιδίας νομής και του χρόνου νομής του προκτήτορος, εφόσον εχώρησε κατά νόμιμο τρόπο καθολική ή ειδική διαδοχή. Η χρησικτησία αυτή χωρούσε και επί των κτημάτων των Δημοτών, όπως συνάγεται από το συνδυασμό των ως άνω διατάξεων με τις διατάξεις των άρθρ, 18 και 21 του ν. της 21.6/3.7.1987. (Ολ. ΑΠ 85/1987, ΑΠ 8/2019 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1906/2006 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1799/2006 δημοσιευμένη σεhttp://www.areiospagos.gr. ΑΠ 1584/1.998 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Ενόψει αυτών, προκείμενου για δημόσια δάση, για την κτήση κυριότητας πάνω σε αυτά με έκτακτη χρησικτησία, πρέπει η τριακονταετής νομή να έχει συμπληρωθεί μέχρι και την 11- 9 -1915, ενώ από την ημερομηνία αυτή και εφεξής πράξεις νομής δεν έχουν οποιαδήποτε αξία (ΑΠ 279/2019, ΑΠ 850/2019, ΑΠ 7/2019, ΑΠ 8/2019, ΑΠ 826/2018, ΑΠ 1753/2017, ΑΠ 638/2016, ΑΠ 629/2016 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 384/2014 ΕλλΔνη 2015.705).

II. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1 του Β.Δ/τος 3/15.12.1833 «περί διορισμού του φόρου βοσκής και του διά τα εθνικοϊδιόκτητα λιβάδια εγγείου φόρου κατά τα έτη 1833 -1834» όλα τα λιβάδια, δηλαδή οι βοσκότοποι, για την επικαρπία των οποίων δεν υπάρχει έγγραφο «ταπί», εκδοθέν επί τουρκοκρατίας, θεωρούνται δημόσια και η νομή τους παραμένει στο Δημόσιο. Η διάταξη αυτή αφορά τη συντήρηση των δικαιωμάτων του Δημοσίου, τα οποία προϋπήρχαν και δεν καθιστά ανεπίδεκτα νομής και ιδιωτικής κτήσεως στο μέλλον τα ακίνητα αυτά. Η έννοια αυτή προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 2 του ν. ΚΘ της 31.1718.2.1864 «περί βοσκήσιμων γαιών», με την οποία ορίζεται ότι το Δημόσιο, ως και οι Κοινότητες, διατηρούν ανέπαφα τα δικαιώματα όσα προ της εποχής ταύτης είχαν επί των αμφισβητουμένων λιβαδιών άνευ βλάβης των παρά τρίτων αποκτηθέντων δικαιοψάτων, αλλά και από τη διάταξη του άρθρου 3 του ν. ΨΝΖ της 27.371.4.1880 «περί κοινοτικών και εθνικών λιβαδιών» κατά την οποία το Δημόσιο, ως προς τα εθνικά και οι Κοινότητες ως προς τα κοινοτικά λιβάδια διατηρούν απέναντι των ιδιωτών τη νομική κατοχή επί των βοσκήσιμων τόπων, επί των οποίων γίνονταν μέχρι το έτος 1864 τοποθετήσεις ποιμνίων. Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με τις προαναφερόμενες διατάξεις περί κτήσης κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία του ΒΡΔ που προ αναφέρθηκαν, προκύπτει ότι είναι δυνατή η απόκτηση κυριότητας επί, λιβαδιών ή βοσκοτόπων και δασών από ιδιώτες, εφόσον αυτοί τα νέμονταν με διάνοια κυρίου και καλή πίστη επί τριακονταετία εφόσον αυτή είχε συμπληρωθεί έως και τις 11.9,1915 (ΑΠ 279/2019 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 7/2019 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 8/2019 ΤΝΓΙ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 826/2018 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ και 1753/2017 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Επομένως η ανωτέρω διάταξη του Β.Δ/τος του 1833 εισήγαγε μαχητό τεκμήριο υπέρ του Δημοσίου για τα λιβάδια, όπως ακριβώς και τα δάση (ΑΠ 987/2017 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, Εφ.Πειρ 16/2021 δημοσιευμένη σε http/www.efeteio-peir.gr). Ούτε τέλος, απαιτείτο από τις άνω διατάξεις ως προϋπόθεση της αξιούμενης καλής πίστεως για την κτήση κυριότητας επί δημοσίου δάσους και γενικώς επί δημοσίων κτημάτων πραγμάτων, με έκτακτη χρησικτησία, η ύπαρξη ταπίου υπέρ του χρησιδεσπόζοντος ή η εκ μέρους αυτού υποβολή τίτλων ιδιοκτησίας κατά το άρθρο 3 παρ. α1 του άνω από 17-11-1836 β.δ/τος (ΑΠ 1355/2014 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

ΙΙΙ. Κατά τις διατάξεις των άρθρων 1, 2 και 3 του οθωμανικού νόμου της 7 Ραμαζάν 1274 και του προϊσχύσαντος αυτού μουσουλμανικού δίκαιου, οι γαίες διακρίνονταν στις εξής πέντε κατηγορίες: α) τις γαίες καθαρής ιδιοκτησίας (μούλκια), όπως οικοδομήματα, εργαστήρια, αμπελώνες κλπ., των οποίων την κυριότητα είχε αυτός που τις εξούσιαζε και μπορούσε να τις διαθέτει ελεύθερα προς τρίτους με άτυπη συμφωνία περί μεταβίβασης, β) τις δημόσιες γαίες (μιριγιέ), όπως τα καλλιεργήσιμα χωράφια, βοσκοτόπια, δάση κλπ., των οποίων η κυριότητα ανήκε στο Οθωμανικό Δημόσιο και επί των οποίων οι ιδιώτες μπορούσαν να αποκτήσουν μόνο δικαίωμα εξουσίασης (τεσσαρούφ), γ) τις αφιερωμένες γαίες (βακούφια), των οποίων η χρήση και εκμετάλλευση γινόταν υπέρ κάποιου αγαθοεργού σκοπού και οι οποίες θεωρούνταν ως πράγματα εκτός συναλλαγής, δ) τις εγκαταλελειμμένες σε κοινότητες γαίες (μέτρου κέ), όπως οι δημόσιοι δρόμοι, οι πλατείες κλπ., οι οποίες ήταν προορισμένες για την κοινή χρήση και ανήκαν στο Δημόσιο και ε) τις νεκρές γαίες (μεβάτ), όπως τα βουνά, τα ορεινά και πετρώδη μέρη, τα αδέσποτα δάση κλπ,, οι οποίες αποτελούσαν` γαίες που κανείς δεν κατείχε, δεν εξουσίαζε και δεν καλλιεργούσε και ανήκαν στο Δημόσιο. Μετά την απελευθέρωση και δυνάμει του από 1-2-1830 Πρωτοκόλλου «περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος», των από 3/22-2-1830, 4/16-6-1830 και 19-6/1-7-1830 Πρωτοκόλλων του Λονδίνου, της από 26-6/9-7-1832 Συνθήκης της Κωνσταντινούπολης «περί οριστικού διακανονισμού των ορίων της Ελλάδος» μεταξύ των Μεγάλων Δυνάμεων και της Υψηλής Οθωμανικής Πύλης και του άρθρου 16 του Ν. της 21-6/10-7-1837 «περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων», περιήλθαν στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου, ως διαδόχου του Οθωμανικού Δημοσίου, στην περιοχή της Πελοποννήσου: 1) οι δημόσιες γαίες (μιριγιέ), η κυριότητα των οποίων πριν από την απελευθέρωση ανήκε στο Σουλτάνο και επί των οποίων οι ιδιώτες μπορούσαν να αποκτήσουν μόνο δικαίωμα εξουσίασης (τεσσαρούφ) και όσες άλλες γαίες ανήκαν στο Οθωμανικό Δίκαιο και 2) με «πολεμικό δικαίωμα», τα ακίνητα καθαρής ιδιοκτησίας (μούλκια) των Οθωμανών ιδιωτών, τα οποία κατά τη διάρκεια του απελευθερωτικού αγώνα (δηλαδή έως τις 3-2-1830) είτε εγκαταλείφθηκαν από τους απελθόντες στο εξωτερικό Οθωμανούς κυρίους τους, τα οποία δεν είχαν καταληφθεί από τρίτους έως την έναρξη ισχύος του Ν. 21-6-/10-7-1987 «περί διακρίσεως κτημάτων» και έτσι καταλήφθηκαν από το Δημόσιο είτε δεσμεύθηκαν από τις ελληνικές στρατιωτικές δυνάμεις. Με τις ρυθμίσεις αυτές το Ελληνικό Δημόσιο δεν κλήθηκε ως καθολικός διάδοχος των Οθωμανών, αλλά διαδέχθηκε το Τουρκικό Δημόσιο in globo με τη γενόμενη δήμευση «δικαίωμα πολέμου», ως ειδικού τίτλου, στο δικαίωμα κυριότητας των κτημάτων, τα οποία κατείχοντο μόνο από τους Οθωμανούς κατά την έναρξη της ελληνικής επανάστασης ή κατέλαβε διαρκούντος του πολέμου ή ως εγκαταλελειμμένα από τους πρώην κυρίους τους που δεν κατείχοντο πλέον από αυτούς. Η διαδοχή, όμως, αυτή δεν έθιξε τα εμπράγματα δικαιώματα των ιδιωτών, τα οποία είχαν ήδη αποκτηθεί επί των ακινήτων καθαρής ιδιοκτησίας (μούλκια) και τα δικαιώματα εξουσίασης (τεσσαρούφ), τα οποία είχαν αποκτηθεί επί των δημοσίων γαιών κατά το οθωμανικό δίκαιο. Περαιτέρω, εξαιτίας της προαναφερθείσας γενικής διαδοχής του Ελληνικού Δημοσίου στα δικαιώματα επί των δημοσίων γαιών, αλλά και της απόκτησης κυριότητας επί των γαιών καθαρής ιδιοκτησίας «δικαιώματι πολέμου» θεσπίσθηκε μαχητό τεκμήριο κυριότητας υπέρ αυτού, σύμφωνα με το οποίο το Ελληνικό Δημόσιο τεκμαίρεται ότι έχει αποκτήσει δικαίωμα κυριότητας επί των ανωτέρω κτημάτων με πρωτότυπο τρόπο, αρκεί να επικαλεστεί και να αποδείξει, επί μεν των δημοσίων γαιών της Πελοποννήσου ότι αυτές περιήλθαν στην κυριότητά του ως διαδόχου του Οθωμανικού Δημοσίου, επί δε των γαιών καθαρής ιδιοκτησίας ότι τις απέκτησε λόγω της κατάληψης ή της δήμευσής τους. Ο τρόπος όμως αυτός της απόκτησης κυριότητας, θα πρέπει να στηρίζεται στη θετική επίκληση και απόδειξη από το Δημόσιο των γεγονότων που το θεμελιώνουν και όχι στην αρνητική επίκληση της όποιας έλλειψης παρουσιάζουν οι τίτλοι που επικαλείται ο ιδιώτης για τη θεμελίωση της δικής του κυριότητας, διότι από την ύπαρξη μίας τέτοιας έλλειψης δεν τεκμαίρεται η ύπαρξη κυριότητας του Δημοσίου (Ολ. ΑΠ 1/2013 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 773/2020 ΤΝΙΊ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 457/2018 ΤΝΠ Ισοκράτης, ΑΠ 368/2015 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 835/2014 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 309/2012 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΝαυπλ 319/2015, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

V. Περαιτέρω, αναφορικά με τα αδέσποτα ακίνητα, καθιερώθηκε, για πρώτη φορά το έτος 1837, ότι ανήκουν στο Δημόσιο με το άρθρο 16 του νόμου της 21.6/10.7.1837: «Περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων», με το οποίο ορίστηκε, ότι: «όλα τα παρ` ιδιωτών ή κοινοτήτων μη δεσποζόμενα, δηλαδή όλα τα αδέσποτα, καθώς και τα των … ακλήρων αποθανόντων κτήματα, επί. των οποίων δεν υπάρχουν άλλων αποδεδειγμένοι απαιτήσεις, ανήκουν εις το Δημόσιον». Στη συνέχεια, η αρχή αυτή επαναλήφθηκε με το άρθρο 2 του νόμου 1539/1938 και, μετά την ισχύ του Αστικού Κώδικα, με το άρθρο 972 του Κώδικα αυτού. Σύμφωνα δε, με τις διατάξεις και του προϊσχύσαντος βυζαντινορωμαϊκού δικαίου των ν. 1, 23 Πανδ. (47.1), Εισ. 47 (2. 1), προϋπόθεση για να περιέλθει κάποιο πράγμα (κινητό ή ακίνητο) στην κατηγορία των αδέσποτων, ήτοι εκείνων, τα οποία είναι μεν ικανά να τεθούν υπό την ανθρώπινη εξουσίαση, αλλά δεν υπάρχει κύριός τους και τα οποία, σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη του άρθρου 16 του νόμου της 21.6/10.7.1837, ανήκουν κατά κυριότητα στο Δημόσιο, είναι, όχι μόνο η εγκατάλειψη της νομής τους, αλλά και η βούληση εγκατάλειψής τους, δηλαδή απόφαση του κυρίου τους για παραίτησή του από την κυριότητα, χωρίς πρόθεση περαιτέρω μεταβίβασης του πράγματος σε συγκεκριμένο τρίτο πρόσωπο. Η βούληση του κυρίου πρέπει να εκδηλώνεται υπό συνθήκες που δεν την καθιστούν αμφίβολη και υπό την αυτονόητη προϋπόθεση ότι ο παραιτούμενος είναι κύριος του πράγματος. Για την εγκατάλειψη του ακινήτου με σκοπό παραίτησης από την κυριότητά του, κατά το προϊσχύσαν βυζαντινορωμαϊκό δίκαιο, δεν απαιτείτο ο τύπος του συμβολαιογραφικού εγγράφου και μεταγραφή, όπως απαιτείται υπό την ισχύ του Αστικού Κώδικα. Ο παραπάνω νόμος «Περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων» τροποποίησε τον προϊσχύσαντα του νόμου αυτού κανόνα του βυζαντινό ρωμαϊκού δικαίου, κατά τον οποίο όποιος καταλάμβανε αδέσποτο αποκτούσε την κυριότητά του (Πανδ. 41.1), έτσι ώστε να μην απαιτείται πλέον η πραγματική κατάληψη των αδέσποτων ακινήτων, προκειμένου να επέλθει κτήση της κυριότητας τους, τροποποίηση η οποία υπαγορεύτηκε από την ανάγκη να καταστεί ευχερής η κτήση από το Ελληνικό Δημόσιο της κυριότητας των κτημάτων, τα οποία είχαν εγκαταλειφθεί από τους Οθωμανούς ιδιοκτήτες τους, οι οποίοι αποχώρησαν από την Ελλάδα λόγω του απελευθερωτικού αγώνα (βλ. ΑΠ 27/2019, ΑΠ 1411/2014 αμφότ. δημ. σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Επιπροσθέτως, σημειώνεται ότι τα αδέσποτα ακίνητα πρέπει να διακρίνονται από τα εγκαταλελειμμένα, τα οποία εξακολουθούν να ανήκουν στην κυριότητα κάποιου προσώπου αλλά ο κύριος αυτών εγκατέλειψε τη νομή ή κατοχή τους (δεδομένου ότι η κυριότητα ως απεριόριστο δικαίωμα περιλαμβάνει ακόμα και την ευχέρεια του κυρίου να μην κάνει καμία χρήση του ακινήτου) και είτε ουδείς τα κατέχει, είτε κάποιος τρίτος τα κατέλαβε και τα κατέχει, χωρίς όμως, ο κύριος να ασκήσει αγωγή κατά του κατόχου αυτού, καθώς αυτά είναι δυνατόν να επανέλθουν στην ενεργό κυριότητα των εγκαίρως εμφανιζόμενων ιδιοκτητών, είτε περιέρχονται στην κυριότητα των αληθώς και νομίμως χρησιδεσποσάντων αυτά, είτε τέλος καταλαμβάνονται από το Δημόσιο προς δεκαετή διαχείριση, κατά τους όρους του σχετικού άρθρου 34 του Α.Ν.1539/1938. Με το άρθρο 49 του ΕΙΣΝΑΚ ο ανωτέρω νόμος «περί διακρίσεως κτημάτων» καταργήθηκε, αντ’ αυτού δε ισχύει η αποδίδουσα όμοιο δίκαιο διάταξη του άρθρου 972 ΑΚ, με την οποία ορίζεται ότι τα αδέσποτα ακίνητα, καθώς και οι περιουσίες όσων πεθαίνουν χωρίς κληρονόμους ανήκουν στο Δημόσιό. Τέλος, κατά το σύστημα του προαναφερόμενου νόμου «περί διακρίσεως κτημάτων» καθώς και εκείνο του Αστικού Κώδικα, τα αδέσποτα ακίνητα διακρίνονται: α) σε εκείνα τα οποία δεν υπήρξαν ποτέ στην κυριότητα κανενός, ήτοι τα εξ αρχής αδέσποτα και β) σε εκείνα τα οποία έγιναν μεταγενέστερα αδέσποτα με εγκατάλειψη του προηγουμένου κυρίου, οπότε, για το νομότυπο της εγκατάλειψης αυτής απαιτείται μονομερής δήλωση του κυρίου με συμβολαιογραφικό έγγραφο ότι παραιτείται από την κυριότητα επί ορισμένου ακινήτου και μεταγραφή αυτής κατά τη διάταξη του άρθρου 1192 εδ. α’ ΑΚ , δοθέντος ότι πρόκειται για δικαιοπραξία με την οποία καταργείται εμπράγματο δικαίωμα. Από και με τη μεταγραφή της σχετικής συμβολαιογραφικής πράξης αφενός αποσβήνεται η κυριότητα του μέχρι τότε κυρίου και αφετέρου καθίσταται κύριος του πράγματος το Δημόσιο (βλ. ΑΠ 11/2019, ΑΠ 957/2015 αμφότ. δημ. σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

Το εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο με τον σχετικό λόγο έφεσης του ισχυρίζεται ότι το ένδικο ακίνητο ανήκει στην κυριότητα του διότι α) η ένδικη έκταση ήταν δάσος κατά το έτος 1836, το οποίο περιήλθε σ` αυτό (εναγόμενο) επειδή δεν προσκομίστηκαν οι τίτλοι ιδιοκτησίας του στη Γραμματεία των Οικονομικών μέσα στην προβλεπόμενη από το β.δ. της 16-11-1836 «περί ιδιωτικών δασών» ανατρεπτική ενιαύσιο προθεσμία από τη δημοσίευση του, ήτοι έως 30.11.1837, β) το ένδικο ακίνητο από την έναρξη ισχύος του β.δ. της 3/15.12.1833 «περί διορισμού του φόρου βοσκής και του δια τα εθνικοϊδιόκτητα λειβάδια εγγείου φόρου κατά τα έτη 1833-1834», αποτελούσαν λειβάδι ή βοσκότοπο για την επικαρπία των οποίων ουδείς εμφάνισε «ταπίο» εκδοθέν από την τουρκική αρχή, γ) Καταλήφθηκε δε παρ` αυτού κατά τη διάρκεια του αγώνα της εθνικής ανεξαρτησίας και δημεύτηκε (αλλιώς εγκαταλείφθηκε από Οθωμανούς υπηκόους που δεν το είχαν παραχωρήσει σε άλλους και δημεύτηκε παρ` αυτού) σύμφωνα με τη Συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως της 9-7-1832 «περί οριστικού διακανονισμού των ορίων της Ελλάδας» και τα από 3ης Φεβρουαρίου 1830, 4ης/16ης Ιουνίου 1830 και 19ης Ιουνίου/1ης Ιουλίου 1830 Πρωτόκολλα του Λονδίνου,  δ) περιήλθε σ` αυτό (Δημόσιο) με τα προσόντα της τακτικής άλλως έκτακτης χρησικτησίας αφού νεμόταν αυτό κατά την φύση και τον προορισμό του με καλή πίστη και διάνοια κυρίου από την απελευθέρωση της Ελλάδας συνεχώς έως σήμερα, ε) το ένδικο ως αδέσποτο καταλήφθηκε παρ` αυτού με βούληση κυρίου κατ` έτος 1837, σύμφωνα με το άρθρο 16 του νόμου πκ 21 – 6/10.7/1837, «περί διακρίσεως κτημάτων». Ωστόσο, ο πρώτος λόγος έφεσης και το δεύτερο και τρίτο στοιχείο αυτού είναι απορριπτέα λόγω αοριστίας καθώς αρκείται στην επανάληψη των διατάξεων των ως άνω νομικών κειμένων, χωρίς θετική επίκληση συγκεκριμένων πραγματικών περιστατικών, βάσει των οποίων η ένδικη έκταση περιήλθε στην κυριότητα του δημοσίου ως διαδόχου του Οθωμανικού Δημοσίου. Το ίδιο εξάλλου ισχύει για το τέταρτο στοιχείο του πρώτου λόγου της έφεσης κατά το σκέλος που στηρίζεται στην τακτική χρησικτησία, καθόσον δεν γίνεται επίκληση συγκεκριμένου νόμιμου τίτλου του Ελληνικού Δημοσίου για τη θεμελίωσή της. Ομοίως και το πέμπτο στοιχείο  του πρώτου λόγου έφεσης του εκκαλούντος είναι απορριπτέο ως απαράδεκτο λόγω αοριστίας διότι αρκείται σε απλή επανάληψη του πραγματικού του κανόνα δικαίου του άρθρου 16 του νόμου «περί διακρίσεως κτημάτων» της 10.7.1837 ή περί κατάληψης από Οθωμανούς (ιδιώτες), χωρίς να εξειδικεύει καθόλου τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν τη βάση αυτή, δηλαδή με ποιον ακριβώς τρόπο το επίδικο κατέστη αδέσποτο, και μάλιστα απλά προβάλλει ότι χώρησε εγκατάλειψη της νομής, χωρίς να επικαλείται επιπροσθέτως, όπως πρέπει, ότι η εγκατάλειψη αυτή έγινε με πρόθεση παραίτησης από το δικαίωμα της κυριότητας, ούτε προσδιορίζει ποιο πρόσωπο παραιτήθηκε από την κυριότητα, ενώ ουδόλως γίνεται σαφής επίκληση τέτοιων περιστατικών που θα επέτρεπαν την κρίση ότι στην προκειμένη περίπτωση εφαρμόζεται η ήδη ισχύουσα διάταξη του άρθρου 972 ΑΚ περί αδέσποτων ή έστω η ειδική διάταξη περί κτήσης κυριότητας επί εγκαταλελειμμένων ακινήτων κατά το άρθρο 34 του Α.Ν. 1539/1938. Κατά τα λοιπά, ο ανωτέρω λόγος έφεσης κατά το πρώτο και το τέταρτο σκέλος του περί ιδίας κυριότητας που προβάλλει το εναγόμενο, είναι νόμιμος, στηριζόμενος στις διατάξεις 1,2 και 3 του Β.Δ/τος της 17ης- 11/1ης-12-1836 «περί ιδιωτικών δασών», 2 παρ. 3 και 62 εδ. α` του Ν. 998/1979, στις διατάξεις του Πρωτοκόλλου της 21ης-01/3ης- 02-1830 «περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος» (ιδίως στο άρθρο 5 αυτού) και στα ερμηνευτικά αυτού Πρωτοκόλλα της 4ης/16-06-1830 και της 19ης-06/1ης-07-1830 σε συνδυασμό με τις ρυθμίσεις της από 27-06/09-07-1832 Συνθήκης της Κωνσταντινούπολης «περί οριστικού διακανονισμού των ορίων της Ελλάδος» και τις διατάξεις του άρθρου 16 του Νόμου της 26ης-06/10ης-07-1837 «περί διακρίσεως κτημάτων» και του άρθρου 1 του Β.Δ./τος της 3ης/15ης-12-1833 «περί διορισμού του φόρου βοσκής και του διά τα εθνικοϊδιόκτητα λιβάδια εγγείου φόρου κατά τα έτη 1833 -1834», καθώς και των άρθρων 966, 967, 968, 971, 1045 ΑΚ καθώς και των Ν. 8 § 1 Κ (7.39) Ν. 9 § 1 Πανδ. (50- 14), Ν. 2 § 20 Πανδ. (41-4) Ν. 6 Πανδ. (44.3), Ν. 767§ 1 Πανδ. (18.1) και Ν. 7 §3 Πανδ. (23.3) του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου (που έχουν εφαρμογή κατά το άρθρο 51 ΕΙΣΝΑΚ, για την κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία πριν από την έναρξη ισχύος του ΑΚ), και θα εξεταστεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική του βασιμότητα.Από την επανεκτίμηση όλων των εγγράφων που οι διάδικοι νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται και την εν γένει αποδεικτική διαδικασία αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Δυνάμει του με αριθμό ……../19/12/1997 συμβολαίου αγοραπωλησίας της συμβολαιογράφου Αθηνών …………., το οποίο έχει νόμιμα μεταγραφεί στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Καλαυρίας, στον τόμο …. και με αριθμό ….., η ενάγουσα εταιρία με την επωνυμία …………….., απέκτησε από τον πωλητή …………… κατά πλήρη κυριότητα ένα αγρό άρτιο και οικοδομήσιμο κατά παρέκκλιση, ο οποίος βρίσκεται στον Πόρο Τροιζηνίας, στην θέση . ……………στην κτηματική περιφέρεια του Πόρου Τροιζηνίας, εκτός σχεδίου πόλεως, εκτός οικισμού και εντός ζώνης του σχεδίου πόλεως και επί της περιφερειακής οδού, έκτασης 6.080,01 τ.μ. Ο αγρός αυτός σύμφωνα με τον τίτλο κτήσης φαίνεται με τους αριθμούς 1 και 2 και με τα αλφαβητικά περιμετρικά στοιχεία Α-Β-Γ-Δ-Ε-Ζ-Η-α-β-γ-γ΄-Θ-Ι-Κ-Λ-Μ-Ν-Ξ-Ο-Π-Ρ-Σ-Τ-Υ-Φ-Χ-Ψ-Ω-Α1-Α2-Α στο από 31-10-1991 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού …………….. το οποίο έχει συνταχθεί σύμφωνα με τις διατάξεις του ν.651/1977 προσαρτάται στο με αριθμό ……………/11/1991 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών ………., έχει έκταση σύμφωνα με το παραπάνω τοπογραφικό διάγραμμα 6.228 τ.μ., εκ της οποία τμήμα έκτασης 220 τ.μ., είναι ρυμοτομούμενο και συνορεύει επίσης σύμφωνα με το παραπάνω τοπογραφικό διάγραμμα: Βορειανατολικά σε πρόσωπο Α-Α2 μήκους μέτρων 29,05 συν Α2-Α1 μήκους μέτρων 14,53 συν Α1-Ω μήκους μέτρων 31,77 δηλαδή συνολικό πρόσωπο μήκους μέτρων 75,35 με περιφερειακή οδό, βορειοδυτικά σε τεθλασμένη πλευρά Α-Β μήκους μέτρων 37,44 συν Β-Γ μήκους μέτρων 10,68 συν Γ-Δ μήκους 12,15 συν Δ-Ε μήκους μέτρων 9,71 συν Ε- μήκους μέτρων 7,71 συν Ζ-Η μήκους 10,25 συν Η-α μήκους μέτρων 1,95 συν α-β μήκους μέτρων 19,40 με δρόμο Αγίου Στεφάνου και πέραν αυτού με ιδιοκτησία κληρονόμων …….. και …….. και με ιδιοκτησία κληρονόμων ……. και …………. και με ιδιοκτησία ……………., νοτιοδυτικά εν μέρει σε τεθλασμένη πλευρά Σ-Τ μήκους 10,00 συν Τ-Υ μήκους 3,27 συν Υ-Φ μήκους μέτρων 13,76 συν Φ-Χ μήκους 15,92 συν Χ-Ψ μήκους μέτρων 13,46 συν Ψ-Ω μήκους 16,24 με ιδιοκτησία ……… και εν μέρει με πλευρά γ-γ΄ μήκους 18,25 με ιδιοκτησία …………. και νοτιοδυτικά σε πλευρά Θ-Ι μήκους μέτρων 4,50 συν Ι-Κ μήκους μέτρων 20,96 συν Κ-Λ μήκους μέτρων 7,64 συν Λ-Μ μήκους μέτρων 2,16 συν Μ-Ν μήκους μέτρων   0,40 συν Ν-Ξ μήκους μέτρων 4,25 συν Ξ-Ο μήκους μέτρων 7,00 συν Ο-Π μήκους μέτρων 8,38 συν Π-Ρ μήκους 9,00 συν Ρ-Σ μήκους μέτρων 10,25 με ιδιοκτησίες ………………… εν μέρει σε πλευρά β-γ μήκους μέτρων 11,00 με ιδιοκτησία ……………. Κατά το ανωτέρω υπ’ αριθμ.’ ………/19/12/1997 συμβόλαιο αγοραπωλησίας, ο αγρός εμφαίνεται με τα αλφαβητικά περιμετρικά στοιχεία Α-Β-Γ-Δ-Ε-Ζ-Η-α-β-γ-γ΄-Θ-Ι-Κ-Λ-Μ-Ν-Ξ-Ο-Π-Ρ-Σ-Τα-Υ-Φ-Χ-Ψ-Ω-Α1-Α2-Α στο από 12-12-1997 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού ………………, το οποίο με την δήλωση του ν. 651/1997 που υπάρχει σε αυτό από τον μηχανικό που το συνέταξε ότι το αγροτεμάχιο αυτό κείται εκτός σχεδίου πόλεως και οικισμού και εντός ζώνης του σχεδίου πόλης Πόρου είναι κατά παρέκκλιση άρτιο και οικοδομήσιμο, προσαρτάται στο ανωτέρω με αριθμό …………./19/12/1997 συμβόλαιο αγοραπωλησίας και έχει συνολική έκταση  6.228 από τα οποία τμήμα έκτασης 220 τ.μ., το οποίο φαίνεται στο παραπάνω τοπογραφικό με τα περιμετρικά στοιχεία Η-α-β-γ-γ΄-θ-Η είναι ρυμοτομούμενο και συνορεύει, σύμφωνα με το παραπάνω τοπογραφικό διάγραμμα: Βορειαανατολικά σε πρόσωπο Α-Α2 μήκους μέτρων 29,05 συν Α2-Α1  μήκους μέτρων 14,53 συν Α1-Ω μήκους μέτρων 31,77 δηλαδή συνολικό πρόσωπο μήκους μέτρων 75,35 με περιφερειακή οδό, βορειοδυτικά σε τεθλασμένη πλευρά Α-Β μήκους μέτρων 37,44 συν Β-Γ μήκους μέτρων 10,68 συν Γ-Δ μήκους μέτρων 12,15 συν ΔΕ μήκους μέτρων 9,71 συν Ε-Ζ μήκους μέτρων 7,71 συν Ζ-Η μήκους μέτρων 10,25 συν Η-α μήκους μέτρων 1,95 συν α-β μήκους μέτρων 19,40 με ιδιοκτησία κληρονόμων ……….. και …………….. και με ιδιοκτησία ……………, νοτιοδυτικά σε πλευρά Θ-Ι μήκους μέτρων 4,50 συν Ι-Κ  μήκους μέτρων 20,96 συν Κ-Λ μήκους μέτρων 7,64 συν Λ-Μ μήκους μέτρων 2,16 συν Μ-Ν μήκους μέτρων 0,40 συν Ν-Ξ μήκους 4,25 συν Ξ-Ο μήκους 7,00 μέτρων συν Ο-Π μήκους μέτρων 8,38 συν Ρ-Σ μήκους μέτρων 10,25 με ιδιοκτησίες ……………….. εν μέρει και εν μέρει σε πλευρά β-γ μήκους μέτρων 11,00 με ιδιοκτησία …………., δυτικά σε πλευρά Π-Ρ μήκους μέτρων 9,00 με ιδιοκτησία ……….. και ……………. και νοτιοανατολικά εν μέρει σε τεθλασμένη πλευρά Σ-Τ μήκους μέτρων 10,00 συν Τ-Υ μήκους μέτρων 3,27 συν Υ-Φ μήκους μέτρων 13,76 συν Φ-Χ μήκους μέτρων 15,92 συν Χ-Ψ μήκους μέτρων 13,46 συν Ψ-Ω μήκους μέτρων 16,24 με ιδιοκτησία ………. και εν μέρει με πλευρά γ-γ΄ μήκους μέτρων 18,25 με ιδιοκτησία ………… Ο παραπάνω αγρός περιήλθε στον πωλητή ……… από αγορά από τους …………. και …………., δυνάμει του με αριθμό …./20/11/1991 πωλητήριου συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών ………….., το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα στα οικεία βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Καλαυρίας στον τόμο …. και με αριθμό ….. Στους δικαιοπάροχους του πωλητή είχε περιέλεθει ο παραπάνω αγρός κατά ποσοστό 60% εξ’ αδιαιρέτου στον ……… και κατά ποσοστό 40% εξ’ αδιαιρέτου στην ……………. ως εξής: Αρχικά περιήλθε στον καθένα από αυτούς ποσοστό 40% εξ’ αδιαιρέτου του παραπάνω αγρού από κληρονομιά του ………… ο οποίος πέθανε στην Αθήνα στις 9-11-1987 και άφησε την από 20-6-1987 ιδιόγραφη διαθήκη του, η οποία δημοσιεύτηκε από το Πρωτοδικείο Αθηνών κατά την συνεδρίαση του στις 19-2-1988 με το με αριθμό 650 πρακτικό του και κηρύχτηκε κυρία με την με αριθμό 199/1988 απόφαση του και την κληρονομία του οποίου αποδέχτηκαν οι παραπάνω δυνάμει της με αριθμό …………./18-10-1988 πράξης αποδοχής κληρονομίας της συμβολαιογράφου Αθηνών ……….., η οποία μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Καλαυρίας στον τόμο …. και με αύξοντα αριθμό ……. Με την παραπάνω διαθήκη ο κληρονομούμενος ……………. εγκατέστησε κληρονόμο κατά ποσοστό 20% εξ’ αδιαιρέτου του παραπάνω αγρού τον δικηγόρο του ……… Πλην όμως με την με αριθμό 54/1989 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά έγινε ερμηνεία της παραπάνω διαθήκης και το Δικαστήριο αποφάσισε ότι η αληθινή βούληση του διαθέτη ήταν η εγκατάσταση του δικηγόρου ………, όχι σαν κληρονόμο αλλά σαν κληροδόχο κατά ποσοστό 20% εξ’ αδιαιρέτου επί του παραπάνω ακινήτου. Ο ……….. αποποιήθηκε την κληροδοσία σύμφωνα με την από 18-10-1991 δήλωση του και επήχθη αυτή στον γιο του αποβιώσαντος ………….. σύμφωνα με το άρθρο 1856 ΑΚ. Σε ακολουθία με τα παραπάνω μετά την αποποίηση της κληροδοσίας από τον ………….., το ποσοστό 20% εξ’ αδιαιρέτου του παραπάνω αγρού περιήλθε στον ………. σαν εγγύτερο εξ’ αδιαθέτου συγγενή του. Στον …………… είχε περιέλθει ο παραπάνω αγρός ως εξής: Κατά ποσοστό 5/16 εξ’ αδιαιρέτου από δωρεά εν ζωή που συνέστησε προς αυτόν η ……… ……., δυνάμει του με αριθμό ………./16/10/1965 συμβολαίου δωρεάς εν ζωή του συμβολαιογράφου Καλαυρίας ……….., το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Καλαυρίας στον τόμο …. και με αριθμό ……. Στο συμβόλαιο αυτό εκ παραδρομής δεν αναφέρθηκε η συνολική έκταση του ακινήτου, που ήταν 7.512 τ.μ. από το συνημμένο σε αυτό από 15-1-1930 τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού ………… εμφαίνεται ότι η συνολική έκταση του ακινήτου ήταν πράγματι 7.512 τ.μ., από τα οποία θα ρυμοτομούντο 2.716,00 τ.μ. Στην ………….., τα 5/16 εξ’ αδιαιρέτου του παραπάνω ακινήτου περιήλθαν από κληρονομιά του πατέρα της …………, ο οποίος πέθανε στις 1-6-1924 κατά το υπόλοιπο 11/16 εξ’ αδιαιρέτου του παραπάνω ακινήτου από αγορά από τον ………….. δυνάμει του με αριθμό ………./1956 πωλητήριου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Καλαυρίας ……….., το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Καλαυρίας στον τόμο …. και με αριθμό …… Στο ………….. είχε περιέλθει το παραπάνω ποσοστό 11/16 εξ’ αδιαιρέτου του παραπάνω ακινήτου από αγορά από τον …………… δυνάμει του με αριθμό …………/1937 πωλητήριου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών ………., το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Καλαυρίας στον τόμο … και με αριθμό …… Στον …………. είχε περιέλθει το παραπάνω ποσοστό 11/16 εξ’ αδιαιρέτου από αγορά από την ……………., δυνάμει του με αριθμό ……../5-6-1922 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Πόρου …………, το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Καλαυρίας στον τόμο  …. και με αριθμό …… Στην ……………, τα 11/16 εξ’ αδιαιρέτου του παραπάνω ακινήτου είχαν περιέλθει με δωρεά αιτία θανάτου από τον σύζυγο της ……………., η οποία συστάθηκε με το με αριθμό …../18/5/1917 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Πόρου …………, το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Καλαυρίας στον τόμο …. και με αύξοντα αριθμό …… Στον ………….. είχε περιέλθει το παραπάνω ποσοστό (11/16) εξ’ αδιαιρέτου του παραπάνω ακινήτου ως εξής: Κατά ποσοστό 4/16 εξ’ αδιαιρέτου ή αλλιώς 12/48 εξ’ αδιαιρέτου από αγορά από τις αδελφές του ……….. και …………, δυνάμει του με αριθμό …../1/11/1906 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Πόρου ………. το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Καλαυρίας στον τόμο …. και με αριθμό …… Στις παραπάνω πωλήτριες είχε περιέλθει το παραπάνω ποσοστό από πατρική κληρονομιά του ………. που αποβίωσε το 1887, κατά ποσοστό 4/16 ή 12/48 εξ’ αδιαιρέτου από αγορά από την ……………. δυνάμει του με αριθμό …../20/9/1904 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Πόρου ……….. το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Καλαυρίας στον τόμο …… και με αριθμό ….. Στην ……… είχε περιέλθει το παραπάνω ποσοστό από πατρική κληρονομία, κατά ποσοστό 4/48 εξ’ αδιαιρέτου από αγορά από την ……… σύζυγο ………….., δυνάμει του με αριθμό ………/4/10/1904 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Πόρου ………………, το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Καλαυρίας στον τόμο … και με αριθμό ….. Στην …………. είχε περιέλθει το παραπάνω ποσοστό από πατρική κληρονομία. Κατά το υπόλοιπο ποσοστό 5/48 εξ’ αδιαιρέτου από κληρονομιά του πατέρα του …………….. ο οποίος αποβίωσε το έτος 1887. Το ανωτέρω ακίνητο στην σημερινή του κατάσταση αποτυπώνεται με το στοιχείο (1) στο από Δεκεμβρίου 2014 τοπογραφικό διάγραμμα γεωτεμαχίου του τοπογράφου μηχανικού ……………, έχει έκταση 6.080,01 τ.μ. και προσδιορίζεται στο άνω διάγραμμα περιμετρικά με τους αριθμούς 1-40. Εκ της συνολικής έκτασης α. το με στοιχείο (1Α) τμήμα της επιφάνεια ς 1,47 τ.μ., με τα περιμετρικά στοιχεία 3,4 και 5  βρίσκεται εντός του εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου Πόρου στο Ο.Τ. Νο …… και δεν άρτιο ούτε οικοδομήσιμο αυτοτελώς, β. το με στοιχείο (1 Β) τμήμα με τα περιμετρικά στοιχεία 8,2,3,5 και 6, επιφάνειας 199,66 τ.μ. και με το στοιχείο (1 Γ) τμήμα με τα περιμετρικά στοιχεία 35,30,31,32,33 και 34 επιφανείας 23,30 τ.μ. βρίσκονται εντός του εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου Πόρου  και είναι ρυμοτομούμενα, γ. το με στοιχείο (1 Δ) τμήμα επιφανείας 5.855,58 τ.μ, με τα περιμετρικά στοιχεία 8-30 και 35 έως 40 και 1 και 2, βρίσκεται εκτός του εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου, αλλά εντός ζώνης και είναι άρτιο και οικοδομήσιμο κατά τις κείμενες πολεοδομικές διατάξεις. Το όλο ακίνητο συνορεύει βορειοανατολικά σε πλευρά στοιχείων 18 έως 21 και ειδικότερα 18-19 μήκους μέτρων 29,28 και 19-20 μήκους μέτρων 14,42 και 20-21 μήκους μέτρων 31,70 με όριο εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου και εγκεκριμένη δημοτική οδό, νοτιοανατολικά σε πλευρά στοιχείων 21-32 και ειδικότερα 21-22 μήκους 3,46 και 22-23 μήκους μέτρων 13,99 και 23-24 μήκους μέτρων 10,15 και 24-25 μήκους μέτρων 3,18 και 25-26 μήκους μέτρων 11,56 και 26-27 μήκους μέτρων 16,36 και 27-28 μήκους μέτρων 4,00 και 28-29 μήκους μέτρων 5,95 και 29-30 μήκους μέτρων 1,78 και 30-31 μήκους μέτρων 1,32 και 31-32 μήκους μέτρων 0,77 με διάφορες ιδιοκτησίες αγνώστων εκτός σχεδίου και στην πλευρά 30-31-32 με ιδιοκτησίες εντός ρυμοτομικού σχεδίου και σε πλευρά στοιχείων 1-4 και ειδικότερα 1-2 μήκους μέτρων 2,66 και 2-3 μήκους μέτρων 13,2 και 3-4 μήκους μέτρων 2,19 ορισμένα με εγκεκριμένη οδό, μερικά και με διάφορες ιδιοκτησίες αγνώστων εντός του εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου και σε πλευρά 34-36 και ειδικότερα 34-35 μήκους μέτρων 2,51 και 35-36 μήκους μέτρων 5,88 με ιδιοκτησία αγνώστου εν μέρει εκτός σχεδίου και εν μέρει εντός ρυμοτομικού σχεδίου νοτιοδυτικά σε πλευρά στοιχείων 32 έως 1 και 4-6 και ειδικότερα 32-33 μήκους μέτρων7,45 και 37-38 μήκους μέτρων 1,10 και 38-39 μήκους μέτρων 11,88 και 39-40 μήκους μέτρων 9,35 και 40-1 μήκους μέτρων 22,28 με όριο εγκεκριμένου σχεδίου και με ιδιοκτησίες αγνώστων και 4-5 μήκους μέτρων 1,34 και 5-6 μήκους μέτρων 9,66 με εγκεκριμένο ρυμοτομικό σχέδιο και δημοτική οδό, βορειοδυτικά σε πλευρά στοιχείων 8 έως 18 και ειδικότερα 8-9 μήκους μέτρων 9,57 και 9-10 μήκους μέτρων 4,30 και 10-11 μήκους μέτρων 6,23 και 11-12 μήκους μέτρων 3,14 και 12-3 μήκους μέτρων 6,33 και 13-14 μήκους μέτρων 1,69 και 14-15 μήκους μέτρων 18,20 και 17-18 μήκους μέτρων 29,08 με ιδιοκτησίες αγνώστων εκτός σχεδίου. Το όλο ακίνητο συνορεύει βόρεια και νότια με ιδιοκτησίες και κοινόχρηστους χώρους εντός ρυμοτομικού σχεδίου, ενώ δυτικά και ανατολικά με ιδιοκτησίες εντός ρυμοτομικού σχεδίου. Ακόμη αποδείχτηκε ότι με την με αριθμό ………/15/5/2000 πράξη χαρακτηρισμού έκτασης του Δασαρχείου Πόρου (Διεύθυνση Δασών Πειραιά-Γενική Διεύθυνση Περιφέρειας Αττικής έκταση 35.125 στρεμμάτων στην οποία περιλαμβάνεται και η επίδικη στην θέση ………….-Βορειανατολική πλευρά νήσου Σφαιρίας της περιφέρειας του δήμου Πόρου, όπως αυτή εμφανίζεται στο απόσπασμα φύλλων χάρτου, ΓΥΣ με αριθμούς φύλλων … και ………….. χαρακτηρίστηκε ως μη δασική υπαγόμενη στην παράγραφο 6 α του άρθρου 3 του ν.998/1979 στα τμήματα Ι και ΙΙ έκτασης 10.500 στρεμμάτων και στο τμήμα ΙΙΙ, επιφανείας 24.625 στρεμμάτων επίσης ως μη δασική (χορτολιβαδική), υπαγόμενη στην παράγραφο 6 β του άρθρου 3 του ν.998/1979 καθώς κρίθηκε ότι υπάρχουν είδη που δεν της προσδίδουν το δασικό χαρακτήρα. Στην συνέχεια με το με αριθμό πρωτοκόλλου ……/4/11/2002 έγγραφο της Δευτεροβάθμιας Επιτροπής Επιλύσεως Δασικών Αμφισβητήσεων Πειραιά (ΕΕΔΑ) δημοσιοποιήθηκε και κοινοποιήθηκε η με αριθμό 8/2002 απόφαση της Δευτεροβάθμιας ΕΕΔΑ Πειραιά για το χαρακτηρισμό της ανωτέρω έκτασης των 35.125 στρεμμάτων στην ανωτέρω θέση, η οποία (απόφαση) απέρριψε τις αντιρρήσεις της γ.γ. περιφέρειας Αττικής και της με αριθμό 11/2001 Πρωτοβάθμιας ΕΕΔΑ Πειραιά και χαρακτήρισε ολόκληρη της ανωτέρω έκταση ως μη δασική (χορτολιβαδική) υπαγόμενη στην παρ.6 β του άρθρου 3 του ν.998/1979 ενώ κατά της απόφασης αυτής (8/2002) δεν ασκήθηκαν αντιρρήσεις σύμφωνα με το με αριθμό ……./20/10/2004 έγγραφο της Διεύθυνσης Δασών Πειραιά. Ειδικότερα με την ανωτέρω απόφαση κρίθηκε ότι η ανωτέρω έκταση καλύπτεται από ποώδη και φρυγανώδη βλάστηση με πετρώδες αβαθές έδαφος, με ήπιες κλίσεις η οποία περιβάλλεται από τα όρια του σχεδίου πόλης  του Δήμου Πόρου με θάλασσα και εκτάσεις ίδιας μορφής, με μέσο υψόμετρο που δεν ξεπερνά τα 100 μέτρα, αλλά ανέρχεται στα 74 έως 76 μέτρα  περίπου η οποία δεν βρίσκεται υπεράνω δασικής έκτασης, ούτε περιβάλλεται από δασική έκταση με αποτέλεσμα να μην συντρέχουν οι προϋποθέσεις που θέτει ο νόμος  για τον χαρακτηρισμό μίας έκτασης ως δασικής και ως και τούτου ορθώς χαρακτηρίστηκε με την με αριθμό πρωτ. 11/2001 απόφαση της Πρωτοβάθμιας Ε.Ε.Δ.Α. ως χορτολιβαδική της παρ.6 β του άρθρου 3 του ν.998/1979. Συνεπώς με την με αριθμό πρωτ. ………/14/12/2004 βεβαίωση του Δασαρχείου Πόρου (Διεύθυνση Δασών Πειραιά -Γενική Διεύθυνση Περιφέρειας Αττικής) ο Δασάρχης Πόρου βεβαίωσε τον δικαιοπάροχο της ενάγουσας ……………. ότι εκ της συνολικής έκτασης των 6.080,01 τ.μ.,  που είχε αποκτήσει με τον τρόπο που προαναφέρθηκε έκταση 5.188 τ.μ. που εμφαίνεται με τα στοιχεία Α,Β’, Β,Γ,Δ,Ε,Ζ, Τ,Υ,Φ,Χ,Ψ,Ω,Α1, Α2, Α στο από Νοεμβρίου 2004 συνημμένο σε αυτή τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού ………….. και πινακίδα Γ.Υ.Σ. υπ’ αριθμ.’ ………… χαρακτηρίζεται ως ανήκουσα στην κατηγορία 6 β του άρθρου 3 του ν.998/79 και δεν υπάγεται στις διατάξεις περί δασών νόμων και διαταγμάτων με βάση την ανωτέρω με αριθμό …./15/5/2000 πράξη χαρακτηρισμού κατ’ άρθρο 14 του ν.998/1979 του ιδίου (Δασάρχη Πόρου), την με αριθμό 11/2001 απόφαση της Πρωτοβάθμιας Ε.Ε.Δ.Α . Πειραιά και την ως άνω με αριθμό 8/2002 απόφαση της Δευτεροβάθμιας Ε.Ε.Δ.Α Πειραιά που έχει καταστεί τελεσίδικη σύμφωνα με το με αριθμό …./20/10/2004 έγγραφο της Διεύθυνσης Δασών Πειραιά. Αξίζει να σημειωθεί ότι για την υπόλοιπη έκταση των 892,01 τ.μ. δεν υπάρχει αμφισβήτηση του Δημοσίου σχετικά με τον μη δασικό χαρακτήρα της, αφού συμπεριλαμβάνεται στην με αριθμό …./28/9/2010 πράξη χαρακτηρισμού του Δασαρχείου Πόρου και συγκεκριμένα σε τμήμα έκτασης 5.645 στρεμμάτων που χαρακτηρίστηκε ως μη δασική της παρ. 6 α του άρθρου 3 του ν.998/1979 σύμφωνα με το με αριθμό πρωτ. …………./8/6/2016 έγγραφο του Δασαρχείου Πόρου. Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι στην συγκεκριμένη περίπτωση ακολουθήθηκε η προβλεπόμενη από το άρθρο 14 του ν. 998/1979 ειδική ενδικοφανής διαδικασία για τον χαρακτηρισμό της ένδικης έκτασης ως δασικής ή μη με σκοπό επίλυσης του ανωτέρω ζητήματος και κρίθηκε ότι η παραπάνω έκταση φέρει μη δασικό (χορτολιβαδικό) χαρακτήρα. Περαιτέρω ο  πρώτος λόγος έφεσης και δη το πρώτο τμήμα αυτού του εκκαλούντος Ελληνικού Δημοσίου ότι η προαναφερόμενη έκταση ήταν δασική από το έτος 1820 και μέχρι το 1998 τουλάχιστον ήτοι κατά τον χρόνο ισχύος του β.δ. 17/29/11/1836 περί ιδιωτικών δασών και περιήλθε σε αυτό διότι δεν προσκομίστηκαν τίτλοι ιδιοκτησίας από τους ιδιοκτήτες της παραπάνω έκτασης στην γραμματεία των Οικονομικών μέσα στην οριζόμενη από το άρθρο 3 παρ.1 του ανωτέρω διατάγματος ανατρεπτική προθεσμία του ενός έτους από την δημοσίευση του νόμου ΦΕΚ69/1/12/1836 προς εξέταση της νομιμοποίησης  τους ως ιδιοκτητών ιδιωτικού δάσους δεν αποδεικνύεται από κανένα από τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα, στο σημείο αυτό αξίζει να σημειωθεί ότι οι αεροφωτογραφίες των ετών 1937,1945,1969,1979,1989 και 1998 που το εναγόμενο επικαλείται δεν προσκομίζονται και σήμερα στο παρόν Δικαστήριο ως νέο αποδεικτικό μέσο, αλλά προσκομίζεται μόνο απόσπασμα δασικού χάρτη που έχει αναρτηθεί στον δήμο Πόρου καθώς και το με αριθμό …………-25-09-2019 έγγραφο του Τμήματος Δασικών Χαρτογραφήσεων  της Διεύθυνσης Δασών Πειραιά, στο οποίο αναφέρεται ότι στο δήμο Πόρου έχει αναρτηθεί δασικός χάρτης και τμήμα της επίδικης έκτασης εμβαδού 5.022,81 τ.μ., εμφανίζεται ως δασική κατηγορίας ΠΧ (τελεσίδικη πράξη χαρακτηρισμού χορτολιβαδική). Επομένως ο πρώτος λόγος κατά το πρώτο σκέλος αυτού πρέπει να απορριφθεί ως κατ’ ουσίαν αβάσιμος. Ακόμη εφόσον δεν αποδείχτηκε ο ισχυρισμός του Δημοσίου ότι το επίδικο αποτελεί δημόσιο κτήμα δεν τίθεται ζήτημα κτήσης κυριότητας αυτού από τους απώτερους δικαιοπαρόχους της ενάγουσας με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου που συμπληρώθηκε στις 11-9-1915 αφού προϋπόθεση της συμπλήρωσης της τριακονταετούς νομής στο πρόσωπο του χρησιδεσπόζοντος ή των δικαιοπαρόχων του μέχρι την 11 ην  Σεπτεμβρίου 1915 για κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία είναι ότι το ακίνητο είναι δημόσιο κτήμα. Επομένως οι απώτεροι δικαιοπάροχοι της ενάγουσας κατέστησαν κύριοι με παράγωγο τρόπο ήτοι με τα προαναφερόμενα συμβόλαια. Επομένως με βάση τα ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί και ο πρώτος λόγος έφεσης κατά το τέταρτο σκέλος αυτού. Ως προς τον δεύτερο λόγο έφεσης του εκκαλούντος ως προς το ύψος των δικαστικών εξόδων λεκτέα είναι τα ακόλουθα:

Εξάλλου, με τη διάταξη του άρθρου 22 του Ν.3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αριθ. 18 του ΕΙΣΝΚΠΟΛΔ, ορίζεται ότι “Επί δικών μετά του Δημοσίου η περιλαμβανόμενη εις τας αποδοτέας προς το νικώντα διάδικο δαπάνας αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου του μειούται μέχρι του ημίσεως του ελάχιστου ορίου διατιμήσεως εκάστης ενεργείας, μη δυναμένης πάντως να υπερβή δι` άλας τας καθ` έκαστον βαθμόν δικαιοδοσίας πράξεις τας δώδεκα χιλιάδας χαρτίνας δραχμάς (παρ.1). Εις τας δίκας μετά του Δημοσίου τα δικαστικά έξοδα συμψηφίζονται όλα α) όταν αμφότεροι διάδικοι είναι υπαίτιοι και β) όταν έκαστος διάδικος εν μέρει νικήσει και εν μέρει ηττηθεί (παρ.2). Αι διατάξεις του παρόντος εφαρμόζονται και εις δίκας, εν αις διάδικος είναι Υπουργός ή Νομάρχης ή πρόσωπον του οποίου η νομική υπηρεσία διεξάγεται δια του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους (παρ.3)”. Με το άρθρο 5 παρ.12 του Ν. 1738/1987 ορίσθηκε ότι με κοινή απόφαση των Υπουργών Δικαιοσύνης και Οικονομικών, η οποία δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως αναπροσαρμόζονται τα χρηματικά ποσά, για τα οποία διαλαμβάνει (μεταξύ άλλων) και η παράγραφος 1 του άρθρου 31 του Ν. 427/1945 “περί κώδικος των περί Νομικού Συμβουλίου διατάξεων”, όπως κωδικοποιήθηκε από το Β.Δ. της 7/20 Ιουν. 1957 (άρθρο 22 του Ν.3693/1957). Κατ` εξουσιοδότηση της τελευταίας αυτής διάταξης εκδόθηκε η υπ` αριθμό 134423/8.12.1992/20.1.1993 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, που δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ Β 11/20.1.1993) με την οποία η αποδοτέα στον διάδικο αμοιβή του πληρεξουσίου του δικηγόρου αναπροσαρμόσθηκε με την παρ.2 του άρθρου μόνου αυτής στο ποσό των 100.000 δραχμών. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι στην περίπτωση άσκησης αγωγής με διάδικο το Ελληνικό Δημόσιο η δικαστική δαπάνη συμψηφίζεται υποχρεωτικά, εάν η αγωγή αυτή γίνει δεκτή ως βάσιμη κατ` ουσίαν κατά ένα μόνο μέρος και απορριφθεί κατά τα λοιπά, οπότε έκαστος των διαδίκων νικά και ηττάται εν μέρει, σύμφωνα με την παρ, 2 εδ, β του άρθρου 22 του Ν.3693/1957. Επιδίκαση δικαστικής δαπάνης μέχρι του ποσού των 100.000 δραχμών (ήδη 293 ευρώ κατά τα άρθρα 3 παρ.1, 4 και 5 παρ. 4 του Ν. 2943/2001) σύμφωνα με την παρ. 1 του ίδιου άρθρου επιτρέπεται μόνο στην περίπτωση ολικής νίκης του διαδίκου ή του Ελληνικού Δημοσίου σε βάρος του ηττηθέντος αντιδίκου του (ΑΠ 576/2018, ΤΝΠ Νόμος). Η διάταξη του άρθρου 22 nap. 1 ν.3693/1957, με την οποία θεσπίζεται ειδική και εξαιρετική ρύθμιση ως προς τη δικαστική δαπάνη, κατ` απόκλιση από εκείνη του ΚΠΟΛΔ, έχει ως δικαιολογικό λόγο «την ιδιάζουσα μεταξύ κράτους και πολιτών ηθική σχέση και τη διεξαγωγή της δίκης από το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους», γι` αυτό και εφαρμόζεται μόνο στα νομικά πρόσωπα, η νομική υπηρεσία των οποίων διεξάγεται από τον Νομικό Συμβούλιο του Κράτους (ΑΠ 1097/2019, ΑΠ 589/2015, ΤΝΠ Νόμος, ΕφΑΘ2536/2004, ΕλλΔνη 2006, 225).

Συνεπώς με βάση τα ανωτέρω και δεδομένου ότι στην συγκεκριμένη περίπτωση η δίκη διαξήχθη από το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους πρέπει κατ’ εφαρμογή του άρθρου 22 παρ.1 του ν.3693/1957 τα δικαστικά έξοδα της ενάγουσας αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας λόγω της ήττας του εναγόμενου στην παρούσα δίκη (άρθρα 106, 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), να επιβληθούν σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου μειωμένα όμως. Επομένως το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο επιβάλλοντας σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου δικαστική δαπάνη ποσού 1.000 ευρώ εσφαλμένα εφάρμοσε τον νόμο. Θα πρέπει συνεπώς να γίνει δεκτός ο λόγος της ένδικης έφεσης περί εσφαλμένης ερμηνείας του νόμου ως προς το ύψος των επιβληθέντος σε βάρος του εκκαλούντος Ελληνικού Δημοσίου δικαστικών εξόδων,  να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη κατά παραδοχή της εφέσεως του τελευταίου, να κρατηθεί η υπόθεση από το Δικαστήριο τούτο, και να καταδικαστεί το εκκαλούν στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης της εφεσίβλητης αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠΟΛΔ) κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων την με αριθμό έκθεση κατάθεσης δικογράφου …………/2025 έφεση.

ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικώς και κατ’ ουσίαν την με αριθμό εκθ. κατ. δικ …………../2025 έφεση.

ΕΞΑΦΑΝΙΖΕΙ την με αριθμό 1911/2021 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά που εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία.

ΚΡΑΤΕΙ την υπόθεση και δικάζει κατ’ ουσίαν την με αριθμό εκθ. κατ. δικ. αγωγής ……………./2019 αγωγή.

ΔΕΧΕΤΑΙ αυτή ως κατ’ ουσίαν βάσιμη.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ το εκκαλούν στα δικαστικά έξοδα της εφεσιβλήτης αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300,00) ευρώ.

Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε στο ακροατήριο του στον Πειραιά στις  16-3 -2026 απόντων των διαδίκων και των πληρεξουσίων τους δικηγόρων.

Ο ΔΙΚΑΣΤΗΣ                                                    Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ