Μενού Κλείσιμο

Αριθμός απόφασης 187/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

Αριθμός απόφασης   187/2026

TO ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

4ο τμήμα

Αποτελούμενο από την Δικαστή, Κωνσταντίνα Παπαντωνίου Εφέτη και από τη Γραμματέα Σ.Φ.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του την ……………, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Α. ΤΟΥ ΕΚΚΑΛΟΥΝΤΟΣ: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, ο οποίος κατοικοεδρεύει στην Αθήνα (Α.Φ.Μ. ……) και ήδη από 1.1.2017 από την Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων (Α.Α.Δ.Ε), η οποία εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Διοικητή της, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα (Α.Φ.Μ. …….), και το οποίο εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο από τον Δικαστικό Πληρεξούσιο του ΝΣΚ, Ευάγγελο Σαλαμάρα και

ΤΩΝ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΩΝ 1) Της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «……….», που εδρεύει στην Αθήνα, επί της οδού ………… νομίμως εκπροσωπούμενης, ως επισπεύδουσας και καταταγείσας δανείστριας, η οποία ήταν απούσα και δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, 2) Του ν.π.δ.δ. με την επωνυμία «ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΟΣ ΕΘΝΙΚΟΣ ΦΟΡΕΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ» και τον διακριτικό τίτλο «Ε-Ε.Φ.Κ.Α.», όπως μετονομάστηκε το Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία «Ενιαίος Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης (ΕΦΚΑ)», ως οιονεί καθολικός διάδοχος του ν.π.δ.δ. με την επωνυμία «ΙΚΑ ΕΤΑΜ» που εδρεύει στην Αθήνα, επί της οδού ………… και εκπροσωπείται νόμιμα από το Διοικητή του, και ειδικότερα εν προκειμένω και από τους Διευθυντές: α) της Α΄ Περιφερειακής Διεύθυνσης ΚΕΑΟ Αττικής, που εδρεύει στην Αθήνα, επί της οδού …………, β) της Β’ Περιφερειακής Διεύθυνσης ΚΕΑΟ Αττικής, που εδρεύει στην Αθήνα, επί της οδού ………………, ως καταταγέντος δανειστή, το οποίο εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Κωνσταντίνου

Β. Της αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «………….», όπως εκπροσωπείται νόμιμα, με Α.Φ.Μ. ………., η οποία εδρεύει στο …… Αττικής, επί της οδού …………., υπό την ιδιότητά της ως εταιρίας διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις και ως διαχειρίστριας των απαιτήσεων της αλλοδαπής Εταιρίας Ειδικού Σκοπού με την επωνυμία ««…………..», που εδρεύει στο ……. Ιρλανδίας, όπως νόμιμα εκπροσωπείται, και κατέστη ειδική διάδοχος της ανώνυμης τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία «……………» ως καταταγείσας δανείστριας, η οποία εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρία Σκορδά,

ΥΠΕΡ: Της ανώνυμης τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία «……….», που εδρεύει στην Αθήνα, οδός ………., με ΑΦΜ ……………, νόμιμα εκπροσωπούμενης, η οποία ήταν απούσα και δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο

ΚΑΤΑ: Του Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, ο οποίος κατοικοεδρεύει στην Αθήνα (Α.Φ.Μ. ….) και ήδη από 1.1.2017 από την Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων (Α.Α.Δ.Ε), η οποία εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Διοικητή της, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα (Α.Φ.Μ. …….), και το οποίο εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο από τον Δικαστικό Πληρεξούσιο του ΝΣΚ, Ευάγγελο Σαλαμάρα

Κοιν: Στο ν.π.δ.δ. με την επωνυμία «ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΟΣ ΕΘΝΙΚΟΣ ΦΟΡΕΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ» και τον διακριτικό τίτλο «Ε-Ε.Φ.Κ.Α.», όπως μετονομάστηκε το Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία «Ενιαίος Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης (ΕΦΚΑ)», ως οιονεί καθολικός διάδοχος του νπδδ με την επωνυμία «ΙΚΑ ΕΤΑΜ» που εδρεύει στην Αθήνα, επί της οδού ………….. και εκπροσωπείται νόμιμα από το Διοικητή του, και ειδικότερα εν προκειμένω και από τους Διευθυντές: α) της Α΄ Περιφερειακής Διεύθυνσης ΚΕΑΟ Αττικής, που εδρεύει στην Αθήνα, επί της οδού .. ………, β) της Β’ Περιφερειακής Διεύθυνσης ΚΕΑΟ Αττικής, που εδρεύει στην Αθήνα, επί της οδού ………., ως καταταγέντος δανειστή

Το ανακόπτον και νυν εκκαλούν- καθ΄ ου η πρόσθετη παρέμβαση άσκησε ενώπιον του  Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς την από 29.48.2021 (ΓΑΚ/ΕΑΚ ………./2021) ανακοπή περί μεταρρύθμισης πίνακα κατάταξης. Ομοίως το δεύτερο των εφεσίβλητων, άσκησε ενώπιον του ίδιου Δικαστηρίου, την από 10.5.2021 (ΓΑΚ/ΕΑΚ/……………/2021) ανακοπή, μετά την συνεκδίκαση των οποίων εκδόθηκε η με αριθμό  2005/2022 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, που  απέρριψε την ανακοπή του εκκαλούντος και έκανε δεκτή την ανακοπή του δεύτερου εφεσίβλητου. Την απόφαση αυτή προσέβαλε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου το εκκαλούν με την από 12.6.2024 (ΓΑΚ/ΕΑΚ ΕΦΕΤ …………./2024) έφεσή του, της οποίας δικάσιμος ορίσθηκε η αναφερόμενη  στην αρχή της παρούσας. Ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου η ήδη υπό στοιχείο Β προσθέτως παρεμβαίνουσα εταιρεία κατέθεσε την από 12.11.2025 με (ΓΑΚ/ΕΑΚ …………../2025) πρόσθετη παρέμβαση, της οποίας δικάσιμος ορίσθηκε ομοίως η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης. Οι υποθέσεις εκφωνήθηκαν με τη σειρά τους από το οικείο πινάκιο με αριθμούς 7 και 70 και συζητήθηκαν.

Οι δικαστικός πληρεξούσιος ΝΝΣΚ του εκκαλούντος-καθού η παρέμβαση, και οι πληρεξούσιοι δικηγόροι του δεύτερου εφεσίβλητου και της αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσας αφού έλαβαν διαδοχικά τον λόγο από την Δικαστή, αναφέρθηκαν στις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσαν.

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΚΑΙ ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου εισάγονται για συζήτηση: α) η από 12.6.2024 (ΓΑΚ/ΕΑΚ ΕΦΕΤ ………./2024) έφεσή του εκκαλούντος, προς εξαφάνιση άλλος μεταρρύθμιση της με αριθμό 2005/2022 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά (ειδική διαδικασία περιουσιακών διαφορών), που συνεκδικάζοντας αντιμωλία των διαδίκων τις  από 29.48.2021 (ΓΑΚ/ΕΑΚ ………/2021) και  από 10.5.2021 (ΓΑΚ/ΕΑΚ/………../2021) ανακοπές, απέρριψε την πρώτη εξ αυτών και έκανε δεκτή την δεύτερη  β) η από 12.11.2025 με (ΓΑΚ/ΕΑΚ ……./2025) πρόσθετη παρέμβαση, της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «…………..», όπως εκπροσωπείται νόμιμα, υπό την ιδιότητά της ως εταιρίας διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις και ως διαχειρίστριας των απαιτήσεων της αλλοδαπής Εταιρίας Ειδικού Σκοπού με την επωνυμία ««…………..»,  όπως νόμιμα εκπροσωπείται, ειδικής διαδόχου της πρώτης εφεσίβλητης σε απαιτήσεις για τις οποίες η ανωτέρω Τράπεζα κατατάχθηκε ως δανείστρια, προκειμένου να απορριφθεί η κρινόμενη έφεση. Η κρινόμενη έφεση ασκήθηκε παραδεκτά νομότυπα [άρθρα 495 παρ. 1,511,513 παρ. 1β, 514, 517, 520 παρ.1 Κ.Πολ.Δ.] και εμπρόθεσμα, κατ’ άρθρο 518 παρ.2 Κ.Πολ.Δ., καθώς ούτε οι διάδικοι επικαλούνται ούτε από το έγγραφα της δικογραφίας προέκυψε επίδοσης της εκκαλουμένης απόφασης, η οποία δημοσιεύθηκε την 23.6.2022 και η κρινόμενη έφεση ασκήθηκε, με την κατάθεσή της στη Γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, την 14.6.2024 (ΓΑΚ/ΕΑΚ/…………../14.6.2024). Επιπλέον, για το παραδεκτό του ως άνω ενδίκου μέσου δεν απαιτείται η καταβολή του τασσόμενου από την παράγραφο 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ παραβόλου, αφού το εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο απαλλάσσεται από την υποχρέωση καταβολής κάθε τέλους και παραβόλου για την άσκηση ενδίκου μέσου σύμφωνα με το άρθρο 19 παρ.1 του Καν. Δ/τος της 26 Ιουνίου/10 Ιουλίου 1944 “Περί Κώδικος των νόμων περί δικών του Δημοσίου” (βλ. Τρ.Εφ.Πειρ. 50/2020 στο site του Εφετείου Πειραιά, efeteio-peir.gr). Η ως άνω έφεση και η αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση πρέπει να συνεκδικασθούν σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 246, 524 παρ.1, 80, 31 ΚΠολΔ κατά την ίδια ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, ως πρωτοδίκως κατ’ άρθρο 591 παρ.7 ΚΠολΔ από το παρόν αρμόδιο κατ’ άρθρο 19 περ.α’ ΚΠολΔ Δικαστήριο. Κατά την εκφώνηση της πρόσθετης παρέμβασης και της έφεσης από τη σειρά τους στο οικείο πινάκιο δεν παρέστη η πρώτη εφεσίβλητη και υπέρ ης η πρόσθετη παρέμβαση, ενώ οι λοιποί διάδικοι παραστάθηκαν δια των πληρεξούσιων δικηγόρων τους. Από την προσκομιζόμενη από το εκκαλούν με αριθμό …../12.7.2024 έκθεση επίδοσης που συνέταξε ο δικαστικός. επιμελητής στην περιφέρεια του Εφετείου Αθηνών ……., και την προσκομιζόμενη από την προσθέτως παρεμβαίνουσα με αριθμό …../21.11.2025 έκθεση επίδοσης που συνέταξε ο Δικαστικός Επιμελητής στην περιφέρεια του Εφετείου Αθηνών …………… αποδεικνύεται ότι ακριβές αντίγραφο της ως άνω έφεσης και της πρόσθετης παρέμβασης με πράξη ορισμού της δικασίμου της 4.12.2025 και κλήση σε αυτή για συζήτηση επιδόθηκε με επιμέλεια του εκκαλούντος και της προσθέτως παρεμβαίνουσας αντίστοιχα στην πρώτη εφεσίβλητη  και υπέρ ης  η πρόσθετη παρέμβαση νόμιμα σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 124 παρ.2 , 126 παρ.1γ, 128 παρ.1, 129 παρ.1 ΚΠολΔ  κι εμπρόθεσμα κατ’ άρθρο 498 παρ.2 και 591 παρ.1β και 7 ΚΠολΔ, οπότε η απούσα διάδικος έχει κλητευθεί νομίμως να παραστεί στη συζήτηση των ως άνω υποθέσεων.

Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 80 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι τρίτος μπορεί να ασκήσει σε εκκρεμή μεταξύ άλλων δίκη πρόσθετη παρέμβαση για την υποστήριξη κάποιου διαδίκου, μέχρι να εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση, συνεπώς για πρώτη φορά και ενώπιον του εφετείου, περιοριζόμενος σε μόνη την υποστήριξη ή αντίκρουση των λόγων έφεσης, εφόσον έχει έννομο συμφέρον. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 81 παρ. 1, 215 παρ. 1  και 591 παρ.1β’ ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι η πρόσθετη παρέμβαση ασκείται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για την αγωγή, δηλαδή με κατάθεση του δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου, στο οποίο απευθύνεται, που είναι αναγκαίο στοιχείο της προδικασίας και ολοκληρώνεται με την επίδοση αυτής στους διαδίκους, χωρίς την οποία (επίδοση σε όλους τους διαδίκους) δεν ολοκληρώνεται η άσκησή της, με συνέπεια την απόρριψη της ως απαράδεκτης (ΟλΑΠ 28/2007 στην ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 267/2021 στην ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 555/2019 στην ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 86/2018 στην ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 502/2011 στην ΤΝΠ Νόμος). Η επίδοση της πρόσθετης παρέμβασης, στην περίπτωση που ασκείται για πρώτη φορά στο εφετείο, στο πλαίσιο εκδίκασης έφεσης, πρέπει να γίνεται, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 524 παρ.1 και 591 παρ. 1 περ. β` ΚΠολΔ, σε όλους τους μέχρι την άσκησή της διαδίκους, τουλάχιστον δέκα (10) ημέρες πριν από τη συζήτηση, η οποία ορίζεται υποχρεωτικά κατά την ημερομηνία συζήτησης της κύριας υπόθεσης. Έννομο συμφέρον για την άσκηση της πρόσθετης παρέμβασης υφίσταται, όταν με αυτήν μπορεί να προστατευθεί δικαίωμα του παρεμβαίνοντος ή να αποτραπεί η δημιουργία σε βάρος του νομικής υποχρέωσης, που, είτε απειλούνται από τη δεσμευτικότητα και την εκτελεστότητα της απόφασης που θα εκδοθεί είτε υπάρχει κίνδυνος προσβολής τους από τις αντανακλαστικές συνέπειές της (ΟλΑΠ 28/2007, ο.α., ΑΠ 1143/2019 στην ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 396/2018 στην ΤΝΠ Νόμος), ως τρίτος δε, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 80 ΚΠολΔ, νοείται εκείνος ο οποίος δεν είχε προσλάβει την ιδιότητα του διαδίκου με οποιοδήποτε τρόπο στην αρχική δίκη ή σε στάδιο προηγούμενης δίκης επί της υπόθεσης. Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 83 ΚΠολΔ, «Αν η ισχύς της απόφασης στην κύρια δίκη εκτείνεται και στις έννομες σχέσεις εκείνου που άσκησε πρόσθετη παρέμβαση προς τον αντίδικό του, εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 76 μέχρι 78». Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι αποφασιστικό κριτήριο για το χαρακτηρισμό της πρόσθετης παρέμβασης ως αυτοτελούς είναι η επέκταση της ισχύος της απόφασης, δηλαδή των υποκειμενικών ορίων του δεδικασμένου, της εκτελεστότητας και της διαπλαστικής ενέργειας αυτής στις έννομες σχέσεις του τρίτου προς τον αντίδικό του. Το δικονομικό δικαίωμα της άσκησης αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης παρέχεται όχι λόγω της πιθανής εκδήλωσης δυσμενών ενεργειών της απόφασης σε βάρος τρίτου, αλλά λόγω της δεσμευτικότητας αυτών που θα κριθούν στην ήδη εκκρεμή δίκη, όσον αφορά στις σχέσεις του παρεμβαίνοντος προς τον αντίδικό του, χωρίς να υπάρχει δυνατότητα άλλης διαδικασίας. Με την άσκηση της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης ο παρεμβαίνων, χωρίς να εισάγει στη δίκη μια νέα έννομη σχέση, αντιδικεί για την ήδη εκκρεμή έννομη σχέση, η διάγνωση της οποίας επισύρει την επέκταση της ισχύος της απόφασης. Η ασκούμενη κατά το άρθρο 83 ΚΠολΔ αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση δημιουργεί περιορισμένου περιεχομένου επιγενόμενη αναγκαία ομοδικία του παρεμβαίνοντος, με το διάδικο υπέρ του οποίου η παρέμβαση, στο μέτρο που ο παρεμβαίνων θεωρείται, κατά πλάσμα δικαίου, ως αναγκαίος ομόδικος, με τις παρεχόμενες δικονομικές εξουσίες αυτού, χωρίς όμως να έχει στη διάθεσή του διαδικαστικές ευχέρειες που προσιδιάζουν αποκλειστικά στο πρόσωπο του κυρίου διαδίκου (ΑΠ 1078/2022 στην ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 1102/2022 στην ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 1553/2022 στην ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 883/2021 στην ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 1188/2021 στην ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 267/2021, ο.α.). Ως αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση πρέπει να θεωρηθεί και εκείνη, την οποία ασκεί αυτός που έγινε διάδοχος του διαδίκου όσο διαρκούσε η δίκη ή μετά το πέρας αυτής (άρθρο 225 παρ. 2 ΚΠολΔ), αφού το δεδικασμένο από τη δίκη ισχύει υπέρ και κατά αυτού κατά το άρθρο 325 αριθμό 2 ΚΠολΔ (ΑΠ 1078/2022, ο.α., ΑΠ 1102/2022, ο.α., ΑΠ 1553/2022, ο.α., ΑΠ 783/2021, ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 784/2021, ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 1088/2020, ΤΝΠ Νόμος). Για το χαρακτηρισμό της παρέμβασης ως αυτοτελούς αρκεί καταρχήν ο ισχυρισμός του παρεμβαίνοντος περί διαδοχής, ο οποίος βασίζεται σε κατάλληλο, κατά το ουσιαστικό δίκαιο, πραγματικό γεγονός, το οποίο όμως σε περίπτωση αμφισβήτησης πρέπει να αποδεικνύεται (ΜονΕφΑΘ 121/2022, ο.α., ΕφΑΘ 481/2022 στην ΤΝΠ Νόμος, ΕφΠατρ 128/2021 στην ΤΝΠ Νόμος). Επίσης, από την συνδυασμένη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 10 παρ. 1, 5-6, 8-9, 14 και 16 του ν. 3156/2003 «Ομολογιακά δάνεια, Τιτλοποίηση απαιτήσεων από ακίνητα και άλλες διατάξεις» και 1 παρ. 1 περ. α`-δ`, 2 παρ. 1-3 και 4 και 3 του ν. 4354/2015 «Διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων κλπ», όπως ισχύουν, συνάγεται, ότι οι Εταιρείες Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις (Ε.Δ.Α.Δ.Π.) έχουν την κατ` εξαίρεση νομιμοποίηση του άρθρου 2 παρ. 4 του Ν. 4354/2015, προς άσκηση κάθε ένδικου βοηθήματος και κάθε άλλης δικαστικής ενέργειας προς είσπραξη των υπό διαχείριση απαιτήσεων, ανεξάρτητα από το ειδικότερο νομικό πλαίσιο, με βάση το οποίο συντελείται η μεταβίβαση των υπό διαχείριση απαιτήσεων, δηλαδή ακόμη και όταν η μεταβίβαση των απαιτήσεων και η ανάθεση της διαχείρισής τους στις εν λόγω εταιρείες συντελείται σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 3156/2003 για την τιτλοποίηση των απαιτήσεων (ΟλΑΠ 1/2023, ΤΝΠ Νόμος). Οι συνέπειες της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης ως προς την διαδικαστική θέση του αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνοντα είναι, μεταξύ άλλων, η εκπροσώπησή του κατά την απουσία του από τον υπέρ ου η παρέμβαση και αντίστροφα, εφόσον υφίσταται νόμιμη κλήτευση συμμετοχής στη δίκη ή προσεπίκλησή του ή μετέχει νόμιμα στη δίκη (ΜονΕφΑΘ 2962/2022, ΤΝΠ Νόμος, ΜονΕφΑΘ 121/2022, ο.α., ΜονΕφΑΘ 349/2021, ΤΝΠ Νόμος, ΜονΕφΑΘ 3214/2021, ΤΝΠ Νόμος, ΕφΠειρ 168/2020, ΤΝΠ Νόμος, ΜονΕφΘεσ 982/2021, ΤΝΠ Νόμος, Β. Βαθρακοκοίλης, ΕρμΚΠολΔ, Τόμος Α’, άρθρο 76, αριθμ. 13 και 79, σελ. 516 και 536, Μ. Μαργαρίτης – Αντ. Μαργαρίτη, ΕρμΚΠολΔ, έκδοση 2η, άρθρο 76, αριθμ. 16 και 19, σελ. 164). Επομένως, λόγω της δημιουργούμενης αναγκαστικής ομοδικίας, για τους ομοδίκους που απουσιάζουν, δεν επέρχονται οι συνέπειες της ερημοδικίας, αλλά αυτοί, σύμφωνα με το άρθρο 76 παρ. 1 εδ. τελ ΚΠολΔ, αντιπροσωπεύονται από τους παριστάμενους ομοδίκους τους, για αυτό και η απόφαση που εκδίδεται είναι κατ’ αντιμωλία απόφαση ως προς όλους τους ομοδίκους και η διαδικασία διεξάγεται σαν να ήταν παρών και ο απών αναγκαίος ομόδικος (ΑΠ 1343/2022, ΤΝΠ Νόμος, ΜονΕφΑΘ 2962/2022, ο.α., ΜονΕφΑΘ 3572/2021, ΤΝΠ Νόμος, ΕφΑΘ 4499/2021, ΤΝΠ Νόμος, ΜονΕφΘεσ 49/2022, ο.α., ΜονΕφΛαρ 187/2022, ΤΝΠ Νόμος). Η αντικειμενική όμως ενέργεια των διαδικαστικών πράξεων των αναγκαίων ομοδίκων, που καθιερώνεται κατά βάση από τη διάταξη του άρθρου 76 ΚΠολΔ, αφορά μόνο εκείνους που κατέστησαν πράγματι ομόδικοι (Ν. Νικάς στην ΕρμΚΠολΔ, Κεραμέα – Κονδύλη – Νίκα, Τόμος I, άρθρο 76, αριθμ. 6, σελ. 177) και προϋποθέτει, όπως προαναφέρθηκε, νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση όλων των ομοδίκων σε κάθε συζήτηση επί ποινή απαραδέκτου της τελευταίας ως προς όλους (ΕφΑΘ 6399/2006, ΕλλΔνη 2008.551, ΕφΑΘ 12016/1995, ΕλλΔνη 1997.686, ΜονΕφΠειρ 173/2023, ΤΝΠ Νόμος, ΜονΕφΠειρ 172/2015, ΤΝΠ Νόμος, ΕφΛαρ 56/2019, Δικ/φία 2019.280, ΕφΛαρ 166/2019, ΤΝΠ Νόμος). Ο προσθέτως παρεμβαίνων δικαιούται, σύμφωνα με το άρθρο 82 ΚΠολΔ, να επιχειρεί κάθε διαδικαστική πράξη προς το συμφέρον του υπέρ ου παρενέβη. Συγκεκριμένα, έχει δικαίωμα, μεταξύ άλλων, να επισπεύδει τη δίκη, να καταθέτει προτάσεις, να χρησιμοποιεί μέσα επίθεσης και άμυνας προς υποστήριξη των αιτήσεων του υπέρ ου, προτείνοντας στο πλαίσιο αυτό ενστάσεις, να επικαλείται και να προσάγει μέσα απόδειξης, να υποβάλει αιτήσεις, να ασκεί ένδικα μέσα και για τις διατάξεις που αφορούν την κύρια υπόθεση, να αναπληρώνει παραλείψεις του υπέρ ου η παρέμβαση προς αποτροπή δυσμενών συνεπειών (προερχόμενων π.χ. από την ερημοδικία του τελευταίου) και να αναλαμβάνει τη δίκη, σύμφωνα με το άρθρο 85 ΚΠολΔ. Επίσης, οι διαδικαστικές πράξεις του αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνοντος έχουν αντικειμενική ενέργεια και δεσμεύουν τον αδρανούντα υπέρ ου η παρέμβαση (Ν. Νικάς στην ΕρμΚΠολΔ, Κεραμέα – Κονδύλη – Νίκα, Τόμος I, άρθρο 82, αριθμ. 1, σελ. 191-192 και άρθρο 83, αριθμ. 3, σελ. 194, Β. Βαθρακοκοίλης, ΕρμΚΠολΔ, Τόμος Α`, άρθρο 82, αριθμ. 3, 6, 9 και 18, σελ. 580-583). Εξάλλου, κατά το άρθρο 274 παρ. 2 ΚΠολΔ, όπως εφαρμόζεται σύμφωνα με το άρθρο 524 παρ.1 ΚΠολΔ και στην επί της εφέσεως δίκη «Αν εκείνος που άσκησε πρόσθετη παρέμβαση λάβει μέρος κανονικά στη δίκη, τότε: α) αν δεν λάβουν μέρος κανονικά στη δίκη και οι δύο αρχικοί διάδικοι ή ο αντίδικος εκείνου, υπέρ του οποίου ασκήθηκε η παρέμβαση, το δικαστήριο συζητεί την υπόθεση ερήμην του αντιδίκου εκείνου υπέρ του οποίου ασκήθηκε η παρέμβαση και εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 271 και 272…». Ως μη κανονική συμμετοχή των διαδίκων ενώπιον του εφετείου νοείται, μεταξύ άλλων, είτε η μη εκπροσώπησή τους στη δίκη από ή με δικηγόρο είτε η μη κατάθεση προτάσεων (άρθρα 94 παρ 1 και 2, 115 παρ. 3 ΚΠολΔ), στην περίπτωση δε αυτή θεωρούνται δικονομικά απόντες και δικάζονται ερήμην (ΑΠ 1735/2010, ΤΝΠ Νόμος, ΕφΑΘ 407/2012, ΕλλΔνη 2012.1074, ΕφΑΘ 5267/2007, ΕλλΔνη 2008.564, ΜονΕφΠειρ 173/2023, ο.α., ΕφΠειρ 381/2013, ΤΝΠ Νόμος). Σύμφωνα, επομένως, με τη διάταξη του άρθρου 274 παρ. 2 περ. β` ΚΠολΔ, σε περίπτωση που παρίσταται ο προσθέτως παρεμβαίνων, αλλά απουσιάζει ο υπέρ ου η πρόσθετη παρέμβαση, η συζήτηση της υπόθεσης γίνεται ερήμην του μεταξύ του προσθέτως παρεμβαίνοντος και του αντιδίκου του υπέρ ου η πρόσθετη παρέμβαση, εκτός εάν έχει ασκηθεί αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση, κατά την έννοια του άρθρου 83 ΚΠολΔ, οπότε, λόγω της επιγενόμενης αναγκαίας ομοδικίας του παρεμβαίνοντος με το διάδικο υπέρ του οποίου η παρέμβαση, ο τελευταίος, σύμφωνα με το άρθρο 76 παρ. 1 εδ. τελ ΚΠολΔ, θεωρείται ότι αντιπροσωπεύεται από τον παριστάμενο παρεμβαίνοντα – ομόδικο του. Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι η εφαρμογή του άρθρου 274 παρ. 2 ΚΠολΔ προϋποθέτει εγγραφή στο πινάκιο τόσο της κύριας υπόθεσης, όσο και της πρόσθετης παρέμβασης και συνεκφώνησης αυτών, ώστε τελικά να συνεκδικαστούν (ΤριμΕφΑθ 3663/2024 στην ΤΝΠ Νόμος, ΜονΕφΠειρ 193/2023, ΤΝΠ Νόμος, ΜονΕφΠειρ 160/2022, ΤΝΠ Νόμος, ΜονΕφΠειρ 673/2022, ΤΝΠ Νόμος).

Στην προκειμένη περίπτωση, η προσθέτως παρεμβαίνουσα ανώνυμη εταιρεία ασκεί την υπό κρίση πρόσθετη παρέμβαση, όπως διαλαμβάνει στο σχετικό δικόγραφο, με την ιδιότητά της ως μη δικαιούχος και μη υπόχρεος διάδικος, διαχειρίστρια των απαιτήσεων της αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία «………………», που εδρεύει στο ….. Ιρλανδίας, όπως νόμιμα εκπροσωπείται, και κατέστη ειδική διάδοχος της ανώνυμης τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία «……………..» ως καταταγείσας δανείστριας ως προς την επίδικη απαίτηση, μετά την άσκηση της ένδικης ανακοπής και την επελθούσα εκκρεμοδικία. Η κρινόμενη πρόσθετη παρέμβαση έχει ασκηθεί παραδεκτά και εμπρόθεσμα όπως προκύπτει από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 81 παρ. 1, 215 παρ. 1  και 591 παρ.1β’ ΚΠολΔ, καθώς αντίγραφο αυτής με κλήση να παραστούν στη συζήτηση αυτής επιδόθηκε στην υπερ ης η πρόσθετη παρέμβαση και στο καθού αυτή, όπως προκύπτει από τις με αριθμούς …./21.11.2025, …/21.11.2025, …/21.11.2025, …/21.11.2025, …./21.11.2025, …./21.11.2025 και …./21.11.2025  εκθέσεις επίδοσης που συνέταξε ο Δικαστικός Επιμελητής του Εφετείου Αθηνών …….. Όπως προκύπτει από τα προσαγόμενα και επικαλούμενα από την προσθέτως παρεμβαίνουσα έγγραφα η ανώνυμη Τραπεζική Εταιρεία με την επωνυμία «…………….» δυνάμει της από 17.12.2021 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης απαιτήσεων, αντίγραφο της οποίας έχει νόμιμα καταχωρηθεί στο Δημόσιο βιβλίο του Ν.2844/2000, στο Ενεχυροφυλάκειο Αθηνών με αριθμό πρωτοκόλλου …../17.12.2021, όπως αυτή επαναλήφθηκε ορθώς ως προς το παράρτημα αυτής, με την με αριθμό πρωτοκόλλου …./20.1.2022, μεταβίβασε στην εταιρεία ειδικού σκοπού με την επωνυμία «…………..», μεταξύ άλλων και την απαίτηση που αφορά τον μη διάδικο οφειλέτη της απαίτησης …………., όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο απόσπασμα του παραρτήματος της ως άνω σύμβασης μεταβίβασης που έχει καταχωρηθεί με αριθμό πρωτοκόλλου … στον τόμο …. με α.α. … και η ορθή επανάληψη αυτής με αριθμό πρωτοκόλλου …. στον τόμο ……, με α.α. …… στο Ενεχυροφυλάκειο Αθηνών. Περαιτέρω η διαχείριση των απαιτήσεων, που μεταβιβάσθηκαν στην εταιρεία ειδικού σκοπού, ανατέθηκε δυνάμει της από …../4.2.2022 σύμβαση διαχείρισης απαιτήσεων, στην προσθέτως παρεμβαίνουσα, σύμβαση που καταχωρήθηκε νομίμως στα βιβλία του Ενεχυροφυλάκειου Αθηνών την 4.2.2022, τόμος …. α.α. ……. Συνεπεία των ανωτέρω η εταιρεία αυτή ως μη δικαιούχος διάδικος και διαχειρίστρια των προαναφερόμενων απαιτήσεων, έχει έννομο συμφέρον και παρεμβαίνει αυτοτελώς υπέρ της αρχικής διαδίκου τράπεζας. Σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, πρόκειται για αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση, η οποία δημιουργεί επιγενόμενη αναγκαστική ομοδικία μεταξύ της αρχικής δικαιούχου των απαιτήσεων εφεσίβλητης τράπεζας και της προσθέτως παρεμβαίνουσας, με αποτέλεσμα, παριστάμενη η τελευταία ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου να αντιπροσωπεύει και την απούσα εφεσίβλητη τράπεζα κατ’ άρθρο 76 παρ. 1 εδ. τελ ΚΠολΔ, η οποία έτσι δεν δικάζεται ερήμην. Σημειωνέται ότι οι προτάσεις που κατέθεσε η εφεσίβλητη-καθής η ανακοπή ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, προσκομίζονται από το εκκαλούν και την αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσα.

Ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς εισήχθησαν προς εκδίκαση α) η από 29.48.2021 (ΓΑΚ/ΕΑΚ …………/2021) ανακοπή που άσκησε το εκκαλούν κατά της πρώτης εφεσίβλητης, της συμβολαιογράφου Αθηνών ………… και του Δικαστικού Επιμελητή στο Εφετείο Αθηνών ………… με την οποία ζήτησε την μεταρρύθμιση του με αριθμό ……/2020 πίνακα κατάταξης δανειστών που συνέταξε η καθής η ανακοπή Συμβολαιογράφος, έτσι ώστε να καταταγεί το ανακόπτον δια της ΔΟΥ Νέας Ιωνίας και ΙΖ Αθηνών, οριστικά και προνομιακά πέραν του ποσού που είχε καταταγεί στο επιπλέον ποσό των 1938,35 ευρώ, με ταυτόχρονη αποβολή της πρώτης εφεσίβλητης και στο ποσό των 434 ευρώ και 456,32 ευρώ, με αποβολή της υπαλλήλου του πλειστηριασμού και του Δικαστικού Επιμελητή από τα προαφαιρεθέντα έξοδα β) η από 10.5.2021 (ΓΑΚ/ΕΑΚ/…………/2021) ανακοπή που άσκησε το δεύτερο εφεσίβλητο, κατά το εκκαλούντος και της υπαλλήλου του πλειστηριασμού, με την οποία ζήτησε την μεταρρύθμιση του ίδιου ως άνω πίνακα κατάταξης δανειστών, με την αποβολή του εκκαλούντος, δια της ΔΟΥ Νέας Ιωνίας και ΙΖ Αθηνών, για το ποσό των 8.343,15 ευρώ  στο οποίο είχε καταταγεί προνομιακά και την κατάταξη του ιδίου στο ποσό αυτό. Οι δύο ανακοπές συνεκδικάστηκαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με απόντες την υπάλληλο του πλειστηριασμού και τον δικαστικό επιμελητή και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων και επ’ αυτών εκδόθηκε η με αριθμό 2005/2022 οριστική απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε η ανακοπή του εκκαλούντος και καταδικάστηκε το τελευταίο στην καταβολή της δικαστικής δαπάνης της πρώτης εφεσίβλητης, ποσού 1.000 ευρώ και έγινε εν μέρει δεκτή η ανακοπή του δεύτερου εφεσίβλητου, αποβλήθηκε το εκκαλούν από τον πίνακα κατάταξης για το ποσό των 8.343,16 ευρώ  και κατατάχτηκε το δεύτερο εφεσίβλητο στο ίδιο ποσό, συμψηφιζομένης της δικαστικής τους δαπάνης. Κατά της απόφασης αυτής παραπονείται το ανακόπτον-εκκαλούν με την ένδικη έφεση, επειδή λόγω εσφαλμένης εφαρμογής του νόμου, έγινε δεκτή η ανακοπή του πρώτου εφεσίβλητου και αποβλήθηκε το εκκαλούν από τον πίνακα κατάταξης για το ποσό των 8.343,16 ευρώ, ενώ έπρεπε να καταταγεί προνομιακά κατ άρθρο 975 περ.3 Κ.ΠολΔ, σύμμετρα με το δεύτερο εφεσίβλητο, για το ποσό των 562 ευρώ που αφορά απαιτήσεις του από ΦΠΑ και ζητεί την εξαφάνιση της εκκαλουμένης άλλως την μεταρρύθμισή της ως προς το δεύτερο εφεσίβλητο. Με τον δεύτερο λόγο δε της έφεσής του, ισχυρίζεται ότι με εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, επιβλήθηκε σε βάρος του η δικαστική δαπάνη της πρώτης εφεσίβλητης, ποσού 1.000 ευρώ, ενώ αυτή δεν μπορούσε να υπερβαίνει το ποσό των 300 ευρώ. Τέλος, ζητεί να καταδικαστούν οι εφεσίβλητοι στην καταβολή της δικαστικής του δαπάνης και για τους δυο βαθμούς δικαιοδοσίας.

Κατά το άρθρο 193 του Κ.Πολ.Δ.. “Δεν επιτρέπεται προσβολή της απόφασης με ένδικο μέσο ως προς τα έξοδα, αν δεν περιλαμβάνει και την ουσία της υπόθεσης”. Από τη διάταξη αυτή σαφώς προκύπτει ότι είναι απαράδεκτη η έφεση, που προσβάλλει μόνο τη διάταξη της οριστικής αποφάσεως, η οποία αναφέρεται στα δικαστικά έξοδα και μόνον, εφόσον στο δικόγραφο της έφεσης δεν περιλαμβάνεται και λόγος, που πλήττει την ουσία της υπόθεσης. Ως ουσία της υπόθεσης, κατά την έννοια της παραπάνω διάταξης, νοείται καθετί, που κρίθηκε και δεν υπάγεται στην έννοια των δικαστικών εξόδων, ανεξαρτήτως αν αφορά σε ουσιαστικό ή δικονομικό ζήτημα. Σκοπός της εν λόγω διάταξης είναι να περιορίσει τη δυνατότητα αυτοτελούς άσκησης ενδίκου μέσου μόνο για το κεφάλαιο των δικαστικών εξόδων, χωρίς ταυτόχρονη προσβολή της αποφάσεως και ως προς το κεφάλαιο αυτής επί της ουσίας της υπόθεσης (Α.Π. 1004/2023, Α.Π. 226/2020, Α.Π. 207/2020, Α.Π. 1688/2017, Α.Π. 1276/2017) και η αποτροπή εξαναγκασμού του ανωτέρου Δικαστηρίου για έρευνα της ουσίας της υποθέσεως από την προσβολή και μόνο της απόφασης για τα έξοδα, η κρίση για την επιδίκαση των οποίων συνάπτεται με την ουσία της υποθέσεως (Α.Π. 207/2020, Α.Π. 617/2008). Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 972 παρ. 1 και 974 έως 979 KΠολΔ προκύπτει ότι με την ανακοπή που ασκείται κατά του πίνακα κατάταξης προβάλλονται αιτιάσεις που αφορούν στην ορθότητα του πίνακα κατάταξης, που μπορούν να στηρίζονται είτε στο ουσιαστικό δίκαιο, αναγόμενες στη γένεση ή την ύπαρξη της απαίτησης του καθ’ου η ανακοπή, η οποία έχει αναγγελθεί, είτε στο δικονομικό δίκαιο και αναφέρονται στον προνομιούχο χαρακτήρα και την τάξη της κατάταξης. Έννομο συμφέρον για άσκηση ανακοπής κατά πίνακα κατάταξης, έχει όποιος αμφισβητεί την ύπαρξη της απαίτησης εκείνου, κατά του οποίου στρέφει την ανακοπή του, ή προβάλλει ότι προηγείται του τελευταίου, που κατετάγη στον πίνακα, και επιδιώκει την αποβολή του και την κατάταξη στη θέση του, στρέφεται δε κατά των δανειστών των οποίων προσβάλλεται η κατάταξη (άρθρ. 972 παρ. 2 εδ.β` KΠολΔ). Το δικαστήριο, που δικάζει την ανακοπή, περιορίζεται μέσα στα όρια του αιτήματος αυτής και ερευνά την προσβαλλομένη απαίτηση και την κατάταξη του καθ’ου η ανακοπή, δεδομένου δε ότι η διαδικασία της κατάταξης είναι ενιαία, όχι όμως και αδιαίρετη, η ισχύς και το δεδικασμένο της απόφασης περιορίζεται μεταξύ των διαδίκων και δεν επιδρά στους μη μετασχόντες της δίκης άλλους δανειστές. Εάν ευδοκιμήσει η ανακοπή, στο αποδεσμευόμενο ποσό θα καταταγεί ο ανακόπτων, χωρίς να ωφελείται άλλος δανειστής, που δεν άσκησε ανακοπή. Κατά συνέπεια, όταν ασκείται ανακοπή κατά πλειόνων αναγγελθέντων και καταταγέντων δανειστών, η οποία εν τοις πράγμασι αποτελεί υποκειμενική σώρευση ανακοπών με την μορφή της παθητικής ομοδικίας (αρθρ. 74 περ.1 KΠολΔ), έναντι των οποίων προβάλλεται το υπαρκτό και η προνομιακή κατάταξη της απαίτησης του ανακόπτοντος, οι τελευταίοι, ως καθ’ων η ανακοπή και για την ταυτότητα του νομικού λόγου ως εφεσίβλητοι, συνδέονται με τον δεσμό της απλής ομοδικίας (αρθρ. 74 περ. 2 KΠολΔ). Και τούτο για τον λόγο ότι το υπαρκτό της απαίτησης του ανακόπτοντος και ο προνομιακός αυτής χαρακτήρας κατά την κατάταξη συγκρίνεται ως προς ένα έκαστο των καθ’ ων, χωρίς να επηρεάζονται εκ τούτου οι μεταξύ τους σχέσεις αναφορικά με το ποσό της κατάταξης, δοθέντος ότι, όπως προαναφέρθηκε, στο αποδεσμευόμενο ποσό θα καταταγεί μόνο ο ανακόπτων, χωρίς να ωφελούνται οι καθ’ων, ώστε να παρίσταται ανάγκη σύγκρισης μεταξύ των απαιτήσεών τους για τις οποίες αναγγέλθηκαν και κατατάχθηκαν (ΑΠ 963/2022 στην ΤΝΠ Νόμος  που παραπέμπει στις ΑΠ 1083/2013, ΑΠ 1510/2005). (Εφ. Πειρ. 185/2025 ΤΝΠ Νομος) Ο δεύτερος λόγος έφεσης, με τον οποίο προσβάλλεται η διάταξη της εκκαλουμένης με την οποία επιδικάστηκαν τα δικαστικά έξοδα της πρώτης εφεσίβλητης (καθής η ανακοπή), σε βάρος του εκκαλούντος (ανακόπτοντος), λόγω της απόρριψης της ανακοπής του, αφορά μόνο την πρώτη εφεσίβλητη, και την απόρριψη της ανακοπής του εκκαλούντος, είναι απαράδεκτος, καθόσον ως προς την εφεσίβλητη αυτή (η οποία συνδέεται  με το δεύτερο εφεσίβλητο, με τον δεσμό της απλής ομοδικίας και ο κατ` εκείνου πρώτος λόγος έφεσης δεν την αφορά), δεν υφίσταται λόγος έφεσης, που να πλήττει την ουσία της υπόθεσης, μόνη δε η προσβολή της διατάξεως των δικαστικών εξόδων δεν ιδρύει, κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη, λόγο έφεσης, καθόσον και υπό την επίκληση του άρθρου 193 αριθμ. 3 του Κ.Πολ.Δ. πλήττεται αποκλειστικώς και μόνο η διάταξη της προσβαλλομένης απόφασης, ως προς την, κρίση της, σχετικά με την κατανομή των δικαστικών εξόδων, μεταξύ του εκκαλούντος και της πρώτης εφεσίβλητης. Ενόψει τούτων ο λόγος αυτός της κρινόμενης έφεσης  είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. (βλ. ΑΠ 1392/2024 ΤΝΠ Νομος)

Κατά το άρθρο 972 § 1 KΠολΔ, οι δανειστές εκείνου κατά του οποίου έγινε η εκτέλεση έχουν το δικαίωμα να αναγγείλουν την απαίτησή τους με έγγραφη αναγγελία που επιδίδεται, το αργότερο μέσα σε δέκα πέντε ημέρες από τον πλειστηριασμό, στον υπάλληλο του πλειστηριασμού, σε εκείνον υπέρ του οποίου γίνεται και σε εκείνον κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση και πρέπει να περιέχει α) διορισμό αντικλήτου στην περιφέρεια του πρωτοδικείου του τόπου της εκτέλεσης, και β) περιγραφή της απαίτησης του δανειστή που αναγγέλλεται. Η αναγγελία, ως πράξη που αποσκοπεί στην παροχή έννομης προστασίας με τη μορφή της συμμετοχής του αναγγελλόμενου δανειστή στη διαδικασία διανομής του πλειστηριάσματος και στην ικανοποίηση της απαίτησής του απ` αυτό, αποτελεί διαδικαστική πράξη και το αναγγελτήριο έχει το χαρακτήρα δικογράφου με την έννοια του άρθρο 118 KΠολΔ. Ειδικότερα, η αναγγελία αποτελεί την πρώτη επιθετική, εξώδικη διαδικαστική πράξη και το αρχικό δικόγραφο, με το οποίο εισάγεται στη διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης, και συγκεκριμένα στη διαδικασία της κατάταξης, η απαίτηση του αναγγελλόμενου δανειστή. Στο περιεχόμενο του αναγγελτηρίου οφείλουν να απαντήσουν με τις παρατηρήσεις τους, κατά το άρθρο 974 KΠολΔ, αλλά και την ανακοπή του άρθρου 979 KΠολΔ, ο οφειλέτης, ο επισπεύδων και οι άλλοι δανειστές που αναγγέλθηκαν, με βάση δε το περιεχόμενο αυτό ο υπάλληλος του πλειστηριασμού και το δικαστήριο της ανακοπής οφείλουν να προβούν στην κατάταξη ή απόρριψη της απαίτησης που αναγγέλθηκε.

Συνεπώς, το αναγγελτήριο πρέπει να παρέχει στον μεν οφειλέτη και τους άλλους δανειστές τα απαραίτητα για την άμυνά τους στοιχεία, στον δε υπάλληλο του πλειστηριασμού τις προϋποθέσεις για να ελέγξει τη νομιμότητα και βασιμότητα της απαίτησης. Στις προϋποθέσεις αυτές συγκαταλέγεται και η ύπαρξη του τυχόν προνομίου της απαίτησης, τα πραγματικά περιστατικά του οποίου πρέπει να περιέχει το αναγγελτήριο, εκτός αν αυτά συμπίπτουν με εκείνα που στηρίζουν την απαίτηση. Για το σκοπό αυτό η αναγγελία πρέπει να περιέχει, πλην άλλων, και περιγραφή της απαίτησης του δανειστή που αναγγέλλεται, καθώς και του προνομίου της. Δεν είναι όμως αναγκαία η εξειδίκευση στο βαθμό που αυτή απαιτείται, κατά το άρθρο 216 § 1 KΠολΔ, όταν πρόκειται για αγωγή ή ανακοπή, διότι το αναγγελτήριο δεν αποτελεί προδικασία κύριας ή παρεμπίπτουσας αίτησης για παροχή δικαστικής προστασίας κατά την έννοια του άρθρου 111 KΠολΔ, αφού αφενός μεν η αναγκαστική εκτέλεση είναι διαδικασία και όχι δίκη, αφετέρου δε με την αναγγελία δεν γίνεται παράσταση ενώπιον δικαστικής αρχής, αλλά ανακοίνωση της σχετικής με την κατάταξή του βούλησης του αναγγελλόμενου δανειστή ενώπιον του υπαλλήλου του πλειστηριασμού, ο οποίος δεν αποτελεί δικαστική αρχή, ούτε ειδικό δικαιοδοτικό όργανο, αλλά ενεργεί ως βοηθητικό όργανο κατά τη διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης, συντάσσοντας τελικά τον πίνακα κατάταξης των δανειστών στους οποίους θα διανεμηθεί το πλειστηρίασμα, χωρίς όμως δεσμευτική διάγνωση των σχετικών απαιτήσεών τους, γι` αυτό και η κατάταξή τους υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο με την προβλεπόμενη στο άρθρο 979 KΠολΔ ανακοπή κατά του πίνακα (Ολ.Α.Π. 1 και 2/2010, Α.Π. 1349/2011). Κατά συνέπεια, για την πληρότητα της περιγραφής της αναγγελλόμενης απαίτησης, αρκεί η μορφολογική εξατομίκευσή της ως προς το είδος και το προνόμιο κατάταξής της, μπορεί δε να συμπληρώνεται νομίμως από δημόσια έγγραφα (ή δικαστική απόφαση) που είναι εμπρόθεσμα, μέσα στη νόμιμη ως άνω προθεσμία, κατατεθειμένα στον υπάλληλο του πλειστηριασμού, με τα οποία αναγνωρίζεται η απαίτηση του αναγγελλόμενου δανειστή ή το προνόμιό του και το οποίο αναφέρεται στο αναγγελτήριο, και τα οποία είναι προσιτά σε όλους (Α.Π. 69/2022, ΑΠ 2068/2013, ΑΠ 1087/2013). Ειδικότερα ως προς την αναγγελία του Δημοσίου, από τις διατάξεις α) του άρθρου 61 § 1 του ν.δ. 356/1974 (Κώδικα Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων), που ορίζει ότι “1. Το Δημόσιον κατατάσσεται εν αναγκαστική εκτελέσει κινητού ή ακινήτου διά τας ληξιπρόθεσμους μέχρι της ημέρας του πλειστηριασμού απαιτήσεις αυτού εκ πάσης αιτίας, μετά των πάσης φύσεως προσαυξήσεων και τόκων και εν τη υπ` αριθ. 5 σειρά του άρθρου 975 του Κωδικός Πολιτικής Δικονομίας. Διά τας μη ληξιπρόθεσμους εκ πάσης αιτίας απαιτήσεις του, το Δημόσιον κατατάσσεται συμμέτρως μετά των λοιπών δανειστών …” και β) του άρθρου 55 § 1 του ίδιου Κώδικα, σύμφωνα με το οποίο “1. Ο Διευθυντής οιουδήποτε Δημοσίου Ταμείου λαβών γνώσιν, είτε εκ κοινοποιήσεως του προγράμματος πλειστηριασμού, είτε καθ` οιονδήποτε άλλον τρόπον, επισπευδομένου πλειστηριασμού, υποχρεούται να αναγγείλη το Δημόσιον διά τα βεβαιωμένα εις το Ταμείον του χρέη του καθ` ου ο πλειστηριασμός, δι` αναγγελίας κοινοποιουμένης μόνον εις τον επί του πλειστηριασμού υπάλληλον και συνοδευομένης υπό πίνακος εμφαίνοντος τα ως άνω χρέη. Ο πίναξ ούτος περιλαμβάνει το ονοματεπώνυμον του οφειλέτου, το είδος, το ποσόν των χρεών, το οικονομικό έτος εις ο ανήκουν ως και την χρονολογίαν βεβαιώσεως τούτων, προς δε και μνείαν της δι` έκαστον των χρεών τούτων τυχόν υπαρχούσης ασφαλείας”, προκύπτει ότι ο διευθυντής του Δημόσιου Ταμείου, ήδη ο προϊστάμενος Δ.Ο.Υ., σε περίπτωση πλειστηριασμού που επισπεύδεται από τρίτο, υποχρεούται να αναγγείλει το Δημόσιο για βεβαιωμένα στο Ταμείο, ήδη στη Δ.Ο.Υ., χρέη του καθ` ου ο πλειστηριασμός, με αναγγελία που κοινοποιείται στον υπάλληλο του πλειστηριασμού και συνοδεύεται από πίνακα, στον οποίο εμφαίνονται τα χρέη. Ο πίνακας αυτός περιλαμβάνει το ονοματεπώνυμο του οφειλέτη, το είδος και το ποσό των χρεών, το οικονομικό έτος στο οποίο ανήκουν, τη χρονολογία της βεβαίωσής τους, καθώς και μνεία της τυχόν υπάρχουσας για κάθε χρέος ασφάλειας (Α.Π. 1087/2013). Από τις προαναφερθείσες διατάξεις προκύπτει ότι, για το ορισμένο της περιγραφής των απαιτήσεων του Δημοσίου, αρκεί να προσδιορίζονται αυτές με βάση τα στοιχεία που είναι αναγκαία για την αναγγελία των ίδιων απαιτήσεων, μπορεί δε η περιγραφή της απαίτησης που περιέχεται στην αναγγελία του Δημοσίου να συμπληρωθεί νόμιμα από τον πίνακα ή άλλο δημόσιο έγγραφο που είναι κατατεθειμένο από αυτό ή άλλον στον υπάλληλο του πλειστηριασμού και είναι προσιτό σε όλους, ή με νέο αναγγελτήριο εντός της νόμιμης προθεσμίας (Α.Π. 69/2022, Α.Π. 405/2020, Α.Π. 461/2018, Α.Π. 129/2018, Α.Π. 679/2016, Α.Π. 1353/2015).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 979 KΠολΔ, οι λόγοι της ανακοπής κατά του πίνακα κατάταξης μπορεί να ανάγονται είτε στο ουσιαστικό δίκαιο, εφόσον αναφέρονται στις απαιτήσεις των αναγγελθέντων δανειστών, είτε στο δικονομικό δίκαιο, εφόσον αφορούν τη διαδικασία της κατάταξης από την αναγγελία και μέχρι τη σύνταξη του πίνακα. Από την παράγραφο 2 του ως άνω άρθρου, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 216 § 1, 585 και 933 KΠολΔ, προκύπτει ότι, αν ο λόγος ανακοπής συνίσταται σε απλή αμφισβήτηση και άρνηση από τον ανακόπτοντα της απαίτησης του καθ` ου που έχει καταταγεί ή του προνομίου της, αρκεί και μόνον η άρνηση αυτή για το ορισμένο του λόγου της ανακοπής, δεδομένου ότι ο καθ` ου η ανακοπή βαρύνεται με την επίκληση και την απόδειξη των παραγωγικών της απαίτησής του ή του προνομίου της πραγματικών γεγονότων. Στην περίπτωση αυτή, ο καθ` ου η ανακοπή βαρύνεται και οφείλει κατά την πρώτη ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου συζήτηση να επικαλεστεί κατά τρόπο ορισμένο και να αποδείξει την ύπαρξη, το περιεχόμενο και το μέγεθος της απαίτησής του, για την οποία έχει καταταγεί, καθώς και τον προνομιακό χαρακτήρα της. Αν ο καθ` ου η ανακοπή δεν ανταποκριθεί στο βάρος αυτό και δεν επικαλεστεί και αποδείξει τα παραγωγικά περιστατικά της απαίτησης και του προνομίου του, η ανακοπή γίνεται δεκτή (Α.Π. 1585/2022, Α.Π. 602/2022, Α.Π. 1001/2019). Η αμφισβήτηση της ύπαρξης της απαίτησης του καθ` ου η ανακοπή επιτρέπεται, ακόμα και αν αποδεικνύεται έναντι του καθ` ου η εκτέλεση με έγγραφα, εφόσον η αποδεικτική δύναμη των εγγράφων αυτών δεν δεσμεύει και τους αναγγελθέντες δανειστές, ή με τελεσίδικη απόφαση που επιδικάζει στον καταταγέντα απαίτηση σε βάρος του καθ` ου η εκτέλεση ή αναγνωρίζει υπέρ αυτού προνόμιο, εφόσον οι μαχόμενοι κατά του κύρους του πίνακα δανειστές, ως τρίτοι έναντι του οφειλέτη, δεν δεσμεύονται ούτε ωφελούνται από το δεδικασμένο μεταξύ αυτού και άλλου δανειστή (Α.Π. 701/2022, Α.Π. 108/2018, Α.Π. 1907/2011, Α.Π. 1311/2009).

Στην κρινόμενη περίπτωση, από όλα τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων και τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Δυνάμει της με αριθμό …………/14.12.2020 έκθεσης αναγκαστικού πλειστηριασμού της συμβολαιογράφου Αθηνών ………., εκπλειστηριάστηκε την 14.10.2020, με επίσπευση της ανώνυμης εταιρείας «………»  βάσει α) της …./2019 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και β) της …../2019 διαταγής πληρωμής του Ειρηνοδικείου Αχαρνών, ως εκτελεστού τίτλου, για ικανοποίηση μέρους της απαίτησης της άνω επισπεύδουσας, ποσού 277.913,01 ευρώ πλέον τόκων και εξόδων, η ειδικότερα περιγραφόμενη στη με αριθμό …./16.12.2019 έκθεση κατάσχεσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ακίνητη περιουσία του καθ` ου η εκτέλεση οφειλέτη ……… Κατά το διενεργηθέντα πλειστηριασμό, στις 14.10.2020, ενώπιον της άνω συμβολαιογράφου Αθηνών, επιτεύχθηκε πλειστηρίασμα ποσού 92.000 ευρώ, ενώ μετά την προαφαίρεση των εξόδων της εκτέλεσης, απέμεινε το ποσό των 81.186,72 ευρώ προς ικανοποίηση των αναγγελθέντων δανειστών, συντάχθηκε δε από την ίδια συμβολαιογράφο και επί του πλειστηριασμού υπάλληλο ο προσβαλλόμενος με αριθμό ……./2020 πίνακας κατάταξης. Στο παραπάνω πλειστηρίασμα αναγγέλθηκαν, μεταξύ άλλων και κατά το σκέλος που αφορά τον ερευνώμενο λόγο έφεσης: Α) το Ελληνικό Δημόσιο [εκκαλούν] μέσω i)  της ΔΟΥ Ν. Ιωνίας, για συνολική απαίτηση 44.752,63 ευρώ, που κατατάχτηκε  οριστικά, προνομιακά και σύμμετρα για τη μερική εξόφληση της απαίτησης στο ποσό των  8.326,47 ευρώ, και ii) της ΔΟΥ ΙΖ. Αθηνών, για συνολική απαίτηση ποσού 89,68, που κατατάχτηκε οριστικά, προνομιακά και σύμμετρα για τη μερική εξόφληση απαίτησης στο ποσό των 16,69  ευρώ, κατά την τάξη του άρθρου 975 παρ. 3 KΠολΔ, β) το δεύτερο εφεσίβλητο ΕΦΚΑ, φορέας κοινωνικής ασφάλισης αρμοδιότητας της Γενικής Γραμματείας Κοινωνικών Ασφαλίσεων, για ληξιπρόθεσμες κατά τον χρόνο πλειστηριασμού απαιτήσεις του, σε βάρος του καθού η εκτέλεση από καθυστερούμενες ασφαλιστικές εισφορές πλέον προσαυξήσεων μέσω i) ΕΦΚΑ/Α Περιφερειακό ΚΕΑΟ Αθήνας, για απαίτηση ποσού 57.670,24 ευρώ το οποίο κατατάχτηκε οριστικά, προνομιακά και σύμμετρα για μερική εξόφληση αυτού, ήτοι για το ποσό των 10.729,86,47 ευρώ, ii) ΕΦΚΑ/Α Περιφερειακό ΚΕΑΟ Αθήνας, για απαίτηση ποσού 4.554,80 ευρώ, που κατατάχτηκε οριστικά, προνομιακά και σύμμετρα ήτοι για το ποσό των 847,45 ευρώ και iii) ΕΦΚΑ/Β Περιφερειακό  ΚΕΑΟ Αθήνας, για απαίτηση ποσού 10.084,20 ευρώ, που κατατάχτηκε οριστικά, προνομιακά και σύμμετρα ήτοι για το ποσό των 1.876,22 ευρώ, κατά την τάξη του άρθρου 975 παρ. 3 KΠολΔ. Το ανακόπτον – δεύτερο εφεσίβλητο με την από 10.5.2021 (ΓΑΚ/ΕΑΚ/………../2021) ανακοπή του ζήτησε τη μεταρρύθμιση του ως άνω πίνακα κατάταξης δανειστών με την αποβολή του καθ` ου η ανακοπή- εκκαλούντος Δημοσίου, αμφισβητώντας και αρνούμενο την απαίτηση και το προνόμιο του ως άνω καταταγέντος καθ` ου Ελληνικού Δημοσίου και την κατάταξή του στο ποσό που ελευθερώνεται Ωστόσο, το καθ` ου η ανακοπή, Δημόσιο, με τις προτάσεις που υπέβαλε ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, ουδόλως επικαλέστηκε και προσκόμισε οιοδήποτε αποδεικτικό στοιχείο για την απόδειξη του προνομίου της απαίτησής του, μη ανταποκρινόμενο στο δικονομικό βάρος απόδειξης της αναγγελθείσας απαίτησής του. Σημειώνεται ότι η γενόμενη με τις πρωτόδικες προτάσεις του ως άνω καθ` ου αναφορά στην αναγγελία του στην επί του πλειστηριασμού υπάλληλο, η οποία και μόνο προσκομίσθηκε, δεν συνιστά σαφή και ορισμένη επίκληση των παραγωγικών γεγονότων της απαίτησής του και του προνομιακού χαρακτήρα αυτής, καθόσον για την πληρότητα της περιγραφής της αναγγελθείσας απαίτησης δεν αρκεί η παραπομπή στην αναγγελία, ούτε άλλωστε τούτη (αναγγελία) αρκεί για την απόδειξη της απαίτησης. Έτσι που έκρινε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ότι δηλαδή το καθ` ου η ανακοπή- εκκαλούν Δημόσιο δεν απέδειξε τις προνομιακές απαιτήσεις του, με αιτιολογία που συμπληρώνεται μα αυτήν της παρούσας απόφασης, επειδή το εκκαλούν δεν ανταποκρίθηκε, με τις προτάσεις του ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, στο βάρος της επίκλησης κατά τρόπο ορισμένο της ύπαρξης, του περιεχομένου, του μεγέθους και του προνομιακού χαρακτήρα των απαιτήσεών του, δεν παραβίασε ευθέως, αλλά ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 972 § 1, 975, 977 KΠολΔ, 55 και 61 § 1 του α.ν. 356/1974 (Κ.Ε.Δ.Ε.), αφού μόνη η παραπομπή του καθ` ου-εκκαλούντος με τις πρωτόδικες προτάσεις του στην αναγγελία του, χωρίς παράθεση του περιεχομένου της, όπως αυτό συμπληρώνεται από τον συνοδεύοντα αυτήν υποχρεωτικώς κατ` άρθρο 55 § 1 Κ.Ε.Δ.Ε. πίνακα χρεών, στον οποίο αναφέρονται το είδος και το ποσό των χρεών, το οικονομικό έτος στο οποίο ανήκουν, η χρονολογία της βεβαίωσής τους και οι τυχόν υπάρχουσες ασφάλειες, δεν συνιστά σαφή και ορισμένη επίκληση των παραγωγικών περιστατικών των απαιτήσεων του εκκαλούντος και του προνομιακού χαρακτήρα τους. (Α.Π. 1625/2025 ΤΝΠ Νομος)  Πρέπει επομένως απορριπτομένου του ως άνω πρώτου λόγου της κρινόμενης έφεσης, να απορριφθεί η έφεση στο σύνολό της και να καταδικαστεί το εκκαλούν στην καταβολή της δικαστικής δαπάνης του δεύτερου εφεσίβλητου και της προσθέτως παρεμβαίνουσας, λόγω της απόρριψης του ενδίκου μέσου που άσκησε, αλλά μειωμένη κατά το άρθρο 22 παρ.1 του Ν 3693/1997.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΖΕΙ α) την από 12.6.2024 (ΓΑΚ/ΕΑΚ ΕΦΕΤ …………/2024) έφεση και β) την  από 12.11.2025 με (ΓΑΚ/ΕΑΚ ……../2025) πρόσθετη παρέμβαση με απούσα την πρώτη εφεσίβλητη- υπερ ης η πρόσθετη παρέμβαση, αντιπροσωπευόμενη από την προσθέτως παρεμβαίνουσα και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων.

ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά την έφεση και την πρόσθετη παρέμβαση.

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ κατ ουσία την έφεση.

ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ σε βάρος του εκκαλούντος τη δικαστική δαπάνη του δεύτερου εφεσίβλητου και της προσθέτως παρεμβαίνουσας, την οποία ορίζει στο ποσό των διακοσίων (200) ευρώ για έκαστο

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στον Πειραιά σε έκτακτη, δημόσια στο ακροατήριό του συνεδρίαση, στις, 16 Μαρτίου 2026 χωρίς την παρουσία των διαδίκων, του δικαστικού πληρεξουσίου ΝΣΚ του εκκαλούντος και των πληρεξούσιων δικηγόρων των παριστάμενων διαδίκων.

Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ                                    Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ