Μενού Κλείσιμο

Αριθμός απόφασης 188/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

Αριθμός απόφασης   188/2026

TO ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

4ο τμήμα

Αποτελούμενο από την Δικαστή, Κωνσταντίνα Παπαντωνίου Εφέτη και από τη Γραμματέα Σ.Φ.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του την …………., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Α. ΤΟΥ ΕΚΚΑΛΟΥΝΤΟΣ: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, ο οποίος κατοικοεδρεύει στην Αθήνα (Α.Φ.Μ. …..) και ήδη από 1.1.2017 από την Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων (Α.Α.Δ.Ε), η οποία εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Διοικητή της, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα (Α.Φ.Μ. ….), και το οποίο εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο από τον Δικαστικό Πληρεξούσιο του ΝΣΚ, Πάνο Μελανούρη και

ΤΩΝ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΩΝ 1) Της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «………..», που εδρεύει στην Αθήνα, οδός …………, νομίμως εκπροσωπούμενης, η οποία ήταν απούσα και δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, 2) Της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «………..», που εδρεύει στην Αθήνα, οδός ………….., νομίμως εκπροσωπούμενης, ως ειδικής διαδόχου της εταιρείας με την επωνυμία «………….», η οποία ήταν απούσα και δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, 3) Της ανώνυμης Τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «…………….», που εδρεύει στην Αθήνα, επί της οδού ………….., νομίμως εκπροσωπούμενης, η οποία ήταν απούσα και δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, 4)Της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «………..» και ήδη «…………», λόγω καθολικής διαδοχής, που εδρεύει στην Αθήνα, επί της οδού ………, με ΑΦΜ ………… νομίμως εκπροσωπούμενης, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Φανή Γκορτσίλα και 5) Του ν.π.δ.δ. με την επωνυμία «ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΟΣ ΕΘΝΙΚΟΣ ΦΟΡΕΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ» και τον διακριτικό τίτλο «Ε-Ε.Φ.Κ.Α.», όπως μετονομάστηκε το Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία «Ενιαίος Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης (ΕΦΚΑ)», ως οιονεί καθολικός διάδοχος του ν.π.δ.δ. με την επωνυμία «ΙΚΑ ΕΤΑΜ» που εδρεύει στην Αθήνα, επί της οδού …………. και εκπροσωπείται νόμιμα το οποίο εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σεβαστή Πειραντάκου, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ

Β. Της αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «…………», όπως εκπροσωπείται νόμιμα, με Α.Φ.Μ. …….., η οποία εδρεύει στην Αθήνα, επί της …………, υπό την ιδιότητά της ως εταιρίας διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις και ως διαχειρίστριας των απαιτήσεων της αλλοδαπής Εταιρίας Ειδικού Σκοπού με την επωνυμία «…………..», που εδρεύει στο ……….. Ιρλανδίας, όπως νόμιμα εκπροσωπείται, η οποία ήταν απούσα και δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.

ΥΠΕΡ: Της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «…………….», που εδρεύει στην Αθήνα, οδός …….. νομίμως εκπροσωπούμενης, ως ειδικής διαδόχου της εταιρείας με την επωνυμία «…………..», η οποία ήταν απούσα και δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο

ΚΑΤΑ: :  Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, ο οποίος κατοικοεδρεύει στην Αθήνα (Α.Φ.Μ. …..) και ήδη από 1.1.2017 από την Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων (Α.Α.Δ.Ε), η οποία εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Διοικητή της, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα (Α.Φ.Μ. …..), και το οποίο εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο από τον Δικαστικό Πληρεξούσιο του ΝΣΚ, Πάνο Μελανούρη, 2) Της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «……….», που εδρεύει στην Αθήνα, οδός ……….., νομίμως εκπροσωπούμενης, η οποία ήταν απούσα και δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, 3) Της ανώνυμης Τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «…………», που εδρεύει στην Αθήνα, επί της οδού …………, νομίμως εκπροσωπούμενης, η οποία ήταν απούσα και δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, 4)Της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «……….» και τον διακριτικό τίτλο, «………», και ήδη «…………», λόγω καθολικής διαδοχής, που εδρεύει στην Αθήνα, επί της οδού …….., με ΑΦΜ …….. νομίμως εκπροσωπούμενης, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Φανή Γκορτσίλα και 5) Του ν.π.δ.δ. με την επωνυμία «ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΟΣ ΕΘΝΙΚΟΣ ΦΟΡΕΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ» και τον διακριτικό τίτλο «Ε-Ε.Φ.Κ.Α.», όπως μετονομάστηκε το Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία «Ενιαίος Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης (ΕΦΚΑ)», ως οιονεί καθολικός διάδοχος του νπδδ με την επωνυμία «ΙΚΑ ΕΤΑΜ» που εδρεύει στην Αθήνα, επί της οδού ………….. και εκπροσωπείται νόμιμα το οποίο ήταν απόν και δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Γ. Της αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «………….», όπως εκπροσωπείται νόμιμα, με Α.Φ.Μ. ………., η οποία εδρεύει στη …….. Αττικής, επί της ……….., υπό την ιδιότητά της ως εταιρίας διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις και ως διαχειρίστριας των απαιτήσεων της αλλοδαπής Εταιρίας Ειδικού Σκοπού με την επωνυμία «………..», που εδρεύει στο ……… Ιρλανδίας, όπως νόμιμα εκπροσωπείται, η οποία ήταν απούσα και δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.

ΥΠΕΡ: Της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «……………», που εδρεύει στην Αθήνα, οδός ………, νομίμως εκπροσωπούμενης, η οποία ήταν απούσα και δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο

ΚΑΤΑ:  Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, ο οποίος κατοικοεδρεύει στην Αθήνα (Α.Φ.Μ. ……) και ήδη από 1.1.2017 από την Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων (Α.Α.Δ.Ε), η οποία εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Διοικητή της, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα (Α.Φ.Μ. …….), και το οποίο εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο από τον Δικαστικό Πληρεξούσιο του ΝΣΚ, Πάνο Μελανούρη,

Κοινοποιούμενη προς: 1) Την ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία «………..», που εδρεύει στην Αθήνα, οδός ……., νομίμως εκπροσωπούμενης, ως ειδικής διαδόχου της εταιρείας με την επωνυμία «………..» 2) Την ανώνυμη Τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία «………..», που εδρεύει στην Αθήνα, επί της οδού ………., νομίμως εκπροσωπούμενης, 3)Την ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία «. ……..» και τον διακριτικό τίτλο, «…….»,που εδρεύει στην Αθήνα, επί της οδού …………, με ΑΦΜ …. νομίμως εκπροσωπούμενης και 4) Του ν.π.δ.δ. με την επωνυμία «ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΟΣ ΕΘΝΙΚΟΣ ΦΟΡΕΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ» και τον διακριτικό τίτλο «Ε-Ε.Φ.Κ.Α.», όπως μετονομάστηκε το Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία «Ενιαίος Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης (ΕΦΚΑ)», ως οιονεί καθολικός διάδοχος του νπδδ με την επωνυμία «ΙΚΑ ΕΤΑΜ» που εδρεύει στην Αθήνα, επί της οδού ……….. και εκπροσωπείται νόμιμα.

Δ. Της αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «…………..», όπως εκπροσωπείται νόμιμα, με Α.Φ.Μ. ……, η οποία εδρεύει στη ………… Αττικής, επί της ……….., υπό την ιδιότητά της ως εταιρίας διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις και ως διαχειρίστριας των απαιτήσεων της αλλοδαπής Εταιρίας Ειδικού Σκοπού με την επωνυμία «………», που εδρεύει στην ………… Σουηδίας, όπως νόμιμα εκπροσωπείται, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ιωάννα Πατριαρχέα, μέλος της Δικηγορικής Εταιρείας με την επωνυμία «Χαρακτινιώτης και Συνεργάτες Δικηγορική Εταιρεία»  .

ΥΠΕΡ: Της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «………….», που εδρεύει στην Αθήνα, οδός ……….., νομίμως εκπροσωπούμενης, η οποία ήταν απούσα και δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο

ΚΑΤΑ:  Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, ο οποίος κατοικοεδρεύει στην Αθήνα (Α.Φ.Μ. …….) και ήδη από 1.1.2017 από την Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων (Α.Α.Δ.Ε), η οποία εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Διοικητή της, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα (Α.Φ.Μ. ……), και το οποίο εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο από τον Δικαστικό Πληρεξούσιο του ΝΣΚ, Πάνο Μελανούρη,

Κοινοποιούμενη προς: 1) Την ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία «…………», που εδρεύει στην Αθήνα, οδός …….., νομίμως εκπροσωπούμενης, ως ειδικής διαδόχου της εταιρείας με την επωνυμία «…………..» 2) Την ανώνυμη Τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία «……………», που εδρεύει στην Αθήνα, επί της οδού ……., νομίμως εκπροσωπούμενης, 3)Την ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία «…………..» και τον διακριτικό τίτλο, «…………»,που εδρεύει στην Αθήνα, επί της οδού . …., με ΑΦΜ ……….. νομίμως εκπροσωπούμενης και 4) Του ν.π.δ.δ. με την επωνυμία «ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΟΣ ΕΘΝΙΚΟΣ ΦΟΡΕΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ» και τον διακριτικό τίτλο «Ε-Ε.Φ.Κ.Α.», όπως μετονομάστηκε το Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία «Ενιαίος Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης (ΕΦΚΑ)», ως οιονεί καθολικός διάδοχος του νπδδ με την επωνυμία «ΙΚΑ ΕΤΑΜ» που εδρεύει στην Αθήνα, επί της οδού ………….. και εκπροσωπείται νόμιμα.

Το ανακόπτον και ήδη εκκαλούν- καθ΄ ου οι πρόσθετες παρεμβάσεις Ελληνικό Δημόσιο άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς την από 15.4.2019 (ΓΑΚ/ΕΑΚ ………./2019) ανακοπή περί μεταρρύθμισης πίνακα κατάταξης. Κατά το ίδιου πίνακα κατάταξης, άσκησε την από 17.4.2019  (ΓΑΚ/ΕΑΚ/…………./2019) ανακοπή του και το πέμπτο των εφεσίβλητων, Ν.Π.Δ.Δ. ΕΦΚΑ. Οι ως άνω ανακοπές συνεκδικάστηκαν και επ’ αυτών εκδόθηκε η με αριθμό 948/2020 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με την οποία απορρίφθηκε η ανακοπή του εκκαλούντος, έγινε εν μέρει δεκτή η ανακοπή του πέμπτου εφεσίβλητου και μεταρρυθμίστηκε ο προσβαλλόμενος πίνακας κατάταξης. Την απόφαση αυτή προσέβαλε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου το εκκαλούν με την από 24.9.2021 (ΓΑΚ/ΕΑΚ ΕΦΕΤ ………./2022) έφεσή του, της οποίας δικάσιμος ορίσθηκε αρχικά η 2.3.2023, κατά την οποία η συζήτησης της υπόθεσης αναβλήθηκε για την δικάσιμο της 1.2.2024 και κατόπιν δεύτερης αναβολής για την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας. Ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου ασκήθηκαν α) η υπό στοιχείο Β από 9.2.2023 με (ΓΑΚ/ΕΑΚ ……../2023) πρόσθετη παρέμβαση, της οποίας δικάσιμος ορίσθηκε αρχικά αυτή της 2.3.2023 κατά την οποία η συζήτησης της υπόθεσης αναβλήθηκε για την δικάσιμο της 1.2.2024 και κατόπιν δεύτερης αναβολής για την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, β) η υπό στοιχείο Γ από 18.1.2024 με (ΓΑΚ/ΕΑΚ ………../2024) πρόσθετη παρέμβαση, της οποίας δικάσιμος ορίσθηκε αρχικά αυτή της 1.2.2024 και μετά από αναβολή, η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμος και γ) η υπό στοιχείο Δ από 18.11.2025 με (ΓΑΚ/ΕΑΚ ……………/2025) πρόσθετη παρέμβαση, της οποίας δικάσιμος ορίσθηκε η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας. Οι υποθέσεις εκφωνήθηκαν με τη σειρά τους από το οικείο πινάκιο με αριθμούς …………. και συζητήθηκαν.

Ο  δικαστικός πληρεξούσιος του ΝΣΚ για το εκκαλούν- καθού οι πρόσθετες παρεμβάσεις, και οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των παριστάμενων διαδίκων αφού έλαβαν διαδοχικά τον λόγο από την Δικαστή, αναφέρθηκαν στις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσαν, εκτός από την πληρεξούσια δικηγόρο του πέμπτου εφεσίβλητου, που ανάπτυξε τους ισχυρισμούς της μέσω των προτάσεων που προκατέθεσε.

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΚΑΙ ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου εισάγονται για συζήτηση: α) η από 24.9.2021 (ΓΑΚ/ΕΑΚ ΕΦΕΤ ………./2022) έφεση του εκκαλούντος, προς εξαφάνιση της με αριθμό 948/2020 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά (ειδική διαδικασία περιουσιακών διαφορών), που συνεκδικάζοντας τις από 15.4.2019 (ΓΑΚ/ΕΑΚ ……../2019) και  από 17.4.2019  (ΓΑΚ/ΕΑΚ/………../2019)  ανακοπές κατά του ίδιου πίνακα κατάταξης, απέρριψε την πρώτη εξ αυτών και έκανε δεκτή την δεύτερη,  β) η υπό στοιχείο Β από 9.2.2023 με (ΓΑΚ/ΕΑΚ ……../2023) πρόσθετη παρέμβαση, της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «……….», όπως εκπροσωπείται νόμιμα, υπό την ιδιότητά της ως εταιρίας διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις και ως διαχειρίστριας των απαιτήσεων της αλλοδαπής Εταιρίας Ειδικού Σκοπού με την επωνυμία «………..», που εδρεύει στο ……. Ιρλανδίας, όπως νόμιμα εκπροσωπείται, ειδικής διαδόχου της δεύτερης εφεσίβλητης, «………….», υπέρ ης η πρόσθετη παρέμβαση σε απαιτήσεις για τις οποίες η ανωτέρω Τράπεζα κατατάχθηκε ως δανείστρια, προκειμένου να απορριφθεί η κρινόμενη έφεση, γ) η υπό στοιχείο Γ από 18.1.2024 με (ΓΑΚ/ΕΑΚ …………/2024) πρόσθετη παρέμβαση της Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «…………………», όπως εκπροσωπείται νόμιμα, , υπό την ιδιότητά της ως εταιρίας διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις και ως διαχειρίστριας των απαιτήσεων της αλλοδαπής Εταιρίας Ειδικού Σκοπού με την επωνυμία «…………», που εδρεύει στο ……. Ιρλανδίας, ειδικής διαδόχου της πρώτης εφεσίβλητης, Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «……….», υπέρ ης η πρόσθετη παρέμβαση σε απαιτήσεις για τις οποίες η ανωτέρω Τράπεζα κατατάχθηκε ως δανείστρια, προκειμένου να απορριφθεί η κρινόμενη έφεση και δ) η υπό στοιχείο Δ από 18.11.2025 με (ΓΑΚ/ΕΑΚ …………/2025) πρόσθετη παρέμβαση της Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «…………….», όπως εκπροσωπείται νόμιμα, υπό την ιδιότητά της ως εταιρίας διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις και ως διαχειρίστριας των απαιτήσεων της αλλοδαπής Εταιρίας Ειδικού Σκοπού με την επωνυμία «……….», που εδρεύει στην ……….. Σουηδίας, ειδικής διαδόχου της πρώτης εφεσίβλητης, Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «…………….», υπέρ ης η πρόσθετη παρέμβαση σε απαιτήσεις για τις οποίες η ανωτέρω Τράπεζα κατατάχθηκε ως δανείστρια, προκειμένου να απορριφθεί η κρινόμενη έφεση.

Η κρινόμενη έφεση ασκήθηκε παραδεκτά νομότυπα [άρθρα 495 παρ. 1,511,513 παρ. 1β, 514, 517, 520 παρ.1 Κ.Πολ.Δ.] και εμπρόθεσμα, κατ’ άρθρο 518 παρ.2 Κ.Πολ.Δ., καθώς ούτε οι διάδικοι επικαλούνται ούτε από το έγγραφα της δικογραφίας προέκυψε επίδοση της εκκαλουμένης απόφασης, η οποία δημοσιεύθηκε την 6.3.2020 και η κρινόμενη έφεση ασκήθηκε, με την κατάθεσή της στη Γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, την 24.9.2021 (ΓΑΚ/ΕΑΚ/…………../24.9.2021). Επιπλέον, για το παραδεκτό του ως άνω ενδίκου μέσου δεν απαιτείται η καταβολή του τασσόμενου από την παράγραφο 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ παραβόλου, αφού το εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο απαλλάσσεται από την υποχρέωση καταβολής κάθε τέλους και παραβόλου για την άσκηση ενδίκου μέσου σύμφωνα με το άρθρο 19 παρ.1 του Καν. Δ/τος της 26 Ιουνίου/10 Ιουλίου 1944 “Περί Κώδικος των νόμων περί δικών του Δημοσίου” (βλ. Τρ.Εφ.Πειρ. 50/2020 στην ιστοσελίδα του Εφετείου Πειραιά, efeteio-peir.gr). Η ως άνω έφεση και οι αυτοτελείς πρόσθετες παρεμβάσεις πρέπει να συνεκδικασθούν σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 246, 524 παρ.1, 80, 31 ΚΠολΔ κατά την ίδια ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, ως πρωτοδίκως κατ’ άρθρο 591 παρ.7 ΚΠολΔ από το παρόν αρμόδιο κατ’ άρθρο 19 περ.α’ ΚΠολΔ Δικαστήριο. Κατά την εκφώνηση της έφεσης από τη σειρά δεν παρέστησαν οι πρώτη, δεύτερη και τρίτη εφεσίβλητη. Από τις προσκομιζόμενες από το εκκαλούν με αριθμούς α) …../16.2.2022  έκθεση επίδοσης που συνέταξε ο δικαστικός επιμελητής της περιφέρειας του Εφετείου Πειραιώς …….., β) ……/14.2.2022 και γ) …./14.2.2022 που συνέταξε ο Δικαστικός Επιμελητής της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών …….. αποδεικνύεται ότι ακριβές αντίγραφο της ως άνω έφεσης με πράξη ορισμού της δικασίμου της 2.3.2023 και κλήση σε αυτή για συζήτηση επιδόθηκε με επιμέλεια του εκκαλούντος στις τρεις πρώτες εφεσίβλητες, νόμιμα σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 124 παρ.2 , 126 παρ.1γ, 128 παρ.1, 129 παρ.1 ΚΠολΔ  κι εμπρόθεσμα κατ’ άρθρο 498 παρ.2 και 591 παρ.1β και 7 ΚΠολΔ, οπότε οι απούσες διάδικοι έχουν κλητευθεί νομίμως να παραστούν στην αρχικά προσδιορισθεισα ημερομηνία συζήτησης της έφεσης, χωρίς να απαιτείται η κλήτευσή τους κατά τις ορισθείσες μετ’ αναβολή δικασίμους της 1.2.2024 και 4.12.2025, κατ άρθρο 226 παρ.4 εδ.3 Κ.ΠολΔ  .

Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 274 παρ. 1 εδαφ. του Κ.Πολ.Δ. αν εκείνος που άσκησε πρόσθετη παρέμβαση δεν λάβει μέρος κανονικά στη δίκη, η διαδικασία προχωρεί σαν να μην είχε ασκηθεί η πρόσθετη παρέμβαση. Από τη διάταξη αυτή, η οποία, σύμφωνα με το άρθρο 524 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. εφαρμόζεται και στην κατ`έφεση δίκη, προκύπτει ότι σε περίπτωση ερημοδικίας του προσθέτως παρεμβάντος η διαδικασία προχωρεί ωσάν να μη έχει ασκηθεί πρόσθετη παρέμβαση, χωρίς να επηρεάζεται το αποτέλεσμα τούτο από την δικονομική ή μη παρουσία του υπέρ ου η παρέμβαση διαδίκου, που είναι ανεξάρτητη της ερημοδικίας του προσθέτως παρεμβαίνοντος. Κατ’ ακολουθίαν, εφόσον οι προσθέτως παρεμβαίνουσες α) ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «……….», υπό την ιδιότητά της ως εταιρίας διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις και ως διαχειρίστριας των απαιτήσεων της αλλοδαπής Εταιρίας Ειδικού Σκοπού με την επωνυμία «…………..», που άσκησε την από 9.2.2023 με (ΓΑΚ/ΕΑΚ ……../2023) πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της «………..» (δεύτερης εφεσίβλητης) και β) Ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «………….», όπως εκπροσωπείται νόμιμα, υπό την ιδιότητά της ως εταιρίας διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις και ως διαχειρίστριας των απαιτήσεων της αλλοδαπής Εταιρίας Ειδικού Σκοπού με την επωνυμία «……….», που εδρεύει στο …………. Ιρλανδίας, που άσκησε την από 18.1.2024 με (ΓΑΚ/ΕΑΚ ……../2024) πρόσθετη παρέμβαση υπερ της Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «…………..», δεν εμφανίσθηκαν κατά την εκφώνηση των άνω πρόσθετων παρεμβάσεών τους κατά τη σειρά τους από το πινάκιο, πρέπει αυτές να θεωρηθούν ως μη ασκηθείσες.

Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 80 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι τρίτος μπορεί να ασκήσει σε εκκρεμή μεταξύ άλλων δίκη πρόσθετη παρέμβαση για την υποστήριξη κάποιου διαδίκου, μέχρι να εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση, συνεπώς για πρώτη φορά και ενώπιον του εφετείου, περιοριζόμενος σε μόνη την υποστήριξη ή αντίκρουση των λόγων έφεσης, εφόσον έχει έννομο συμφέρον. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 81 παρ. 1, 215 παρ. 1  και 591 παρ.1β’ ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι η πρόσθετη παρέμβαση ασκείται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για την αγωγή, δηλαδή με κατάθεση του δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου, στο οποίο απευθύνεται, που είναι αναγκαίο στοιχείο της προδικασίας και ολοκληρώνεται με την επίδοση αυτής στους διαδίκους, χωρίς την οποία (επίδοση σε όλους τους διαδίκους) δεν ολοκληρώνεται η άσκησή της, με συνέπεια την απόρριψη της ως απαράδεκτης (ΟλΑΠ 28/2007 στην ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 267/2021 στην ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 555/2019 στην ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 86/2018 στην ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 502/2011 στην ΤΝΠ Νόμος). Η επίδοση της πρόσθετης παρέμβασης, στην περίπτωση που ασκείται για πρώτη φορά στο εφετείο, στο πλαίσιο εκδίκασης έφεσης, πρέπει να γίνεται, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 524 παρ.1 και 591 παρ. 1 περ. β` ΚΠολΔ, σε όλους τους μέχρι την άσκησή της διαδίκους, τουλάχιστον δέκα (10) ημέρες πριν από τη συζήτηση, η οποία ορίζεται υποχρεωτικά κατά την ημερομηνία συζήτησης της κύριας υπόθεσης. Έννομο συμφέρον για την άσκηση της πρόσθετης παρέμβασης υφίσταται, όταν με αυτήν μπορεί να προστατευθεί δικαίωμα του παρεμβαίνοντος ή να αποτραπεί η δημιουργία σε βάρος του νομικής υποχρέωσης, που, είτε απειλούνται από τη δεσμευτικότητα και την εκτελεστότητα της απόφασης που θα εκδοθεί είτε υπάρχει κίνδυνος προσβολής τους από τις αντανακλαστικές συνέπειές της (ΟλΑΠ 28/2007, ο.α., ΑΠ 1143/2019 στην ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 396/2018 στην ΤΝΠ Νόμος), ως τρίτος δε, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 80 ΚΠολΔ, νοείται εκείνος ο οποίος δεν είχε προσλάβει την ιδιότητα του διαδίκου με οποιοδήποτε τρόπο στην αρχική δίκη ή σε στάδιο προηγούμενης δίκης επί της υπόθεσης. Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 83 ΚΠολΔ, «Αν η ισχύς της απόφασης στην κύρια δίκη εκτείνεται και στις έννομες σχέσεις εκείνου που άσκησε πρόσθετη παρέμβαση προς τον αντίδικό του, εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 76 μέχρι 78». Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι αποφασιστικό κριτήριο για το χαρακτηρισμό της πρόσθετης παρέμβασης ως αυτοτελούς είναι η επέκταση της ισχύος της απόφασης, δηλαδή των υποκειμενικών ορίων του δεδικασμένου, της εκτελεστότητας και της διαπλαστικής ενέργειας αυτής στις έννομες σχέσεις του τρίτου προς τον αντίδικό του. Το δικονομικό δικαίωμα της άσκησης αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης παρέχεται όχι λόγω της πιθανής εκδήλωσης δυσμενών ενεργειών της απόφασης σε βάρος τρίτου, αλλά λόγω της δεσμευτικότητας αυτών που θα κριθούν στην ήδη εκκρεμή δίκη, όσον αφορά στις σχέσεις του παρεμβαίνοντος προς τον αντίδικό του, χωρίς να υπάρχει δυνατότητα άλλης διαδικασίας. Με την άσκηση της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης ο παρεμβαίνων, χωρίς να εισάγει στη δίκη μια νέα έννομη σχέση, αντιδικεί για την ήδη εκκρεμή έννομη σχέση, η διάγνωση της οποίας επισύρει την επέκταση της ισχύος της απόφασης. Η ασκούμενη κατά το άρθρο 83 ΚΠολΔ αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση δημιουργεί περιορισμένου περιεχομένου επιγενόμενη αναγκαία ομοδικία του παρεμβαίνοντος, με το διάδικο υπέρ του οποίου η παρέμβαση, στο μέτρο που ο παρεμβαίνων θεωρείται, κατά πλάσμα δικαίου, ως αναγκαίος ομόδικος, με τις παρεχόμενες δικονομικές εξουσίες αυτού, χωρίς όμως να έχει στη διάθεσή του διαδικαστικές ευχέρειες που προσιδιάζουν αποκλειστικά στο πρόσωπο του κυρίου διαδίκου (ΑΠ 1078/2022 στην ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 1102/2022 στην ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 1553/2022 στην ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 883/2021 στην ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 1188/2021 στην ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 267/2021, ο.α.). Ως αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση πρέπει να θεωρηθεί και εκείνη, την οποία ασκεί αυτός που έγινε διάδοχος του διαδίκου όσο διαρκούσε η δίκη ή μετά το πέρας αυτής (άρθρο 225 παρ. 2 ΚΠολΔ), αφού το δεδικασμένο από τη δίκη ισχύει υπέρ και κατά αυτού κατά το άρθρο 325 αριθμό 2 ΚΠολΔ (ΑΠ 1078/2022, ο.α., ΑΠ 1102/2022, ο.α., ΑΠ 1553/2022, ο.α., ΑΠ 783/2021, ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 784/2021, ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 1088/2020, ΤΝΠ Νόμος). Για το χαρακτηρισμό της παρέμβασης ως αυτοτελούς αρκεί καταρχήν ο ισχυρισμός του παρεμβαίνοντος περί διαδοχής, ο οποίος βασίζεται σε κατάλληλο, κατά το ουσιαστικό δίκαιο, πραγματικό γεγονός, το οποίο όμως σε περίπτωση αμφισβήτησης πρέπει να αποδεικνύεται (ΜονΕφΑΘ 121/2022, ο.α., ΕφΑΘ 481/2022 στην ΤΝΠ Νόμος, ΕφΠατρ 128/2021 στην ΤΝΠ Νόμος). Επίσης, από την συνδυασμένη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 10 παρ. 1, 5-6, 8-9, 14 και 16 του ν. 3156/2003 «Ομολογιακά δάνεια, Τιτλοποίηση απαιτήσεων από ακίνητα και άλλες διατάξεις» και 1 παρ. 1 περ. α`-δ`, 2 παρ. 1-3 και 4 και 3 του ν. 4354/2015 «Διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων κλπ», όπως ισχύουν, συνάγεται, ότι οι Εταιρείες Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις (Ε.Δ.Α.Δ.Π.) έχουν την κατ` εξαίρεση νομιμοποίηση του άρθρου 2 παρ. 4 του Ν. 4354/2015, προς άσκηση κάθε ένδικου βοηθήματος και κάθε άλλης δικαστικής ενέργειας προς είσπραξη των υπό διαχείριση απαιτήσεων, ανεξάρτητα από το ειδικότερο νομικό πλαίσιο, με βάση το οποίο συντελείται η μεταβίβαση των υπό διαχείριση απαιτήσεων, δηλαδή ακόμη και όταν η μεταβίβαση των απαιτήσεων και η ανάθεση της διαχείρισής τους στις εν λόγω εταιρείες συντελείται σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 3156/2003 για την τιτλοποίηση των απαιτήσεων (ΟλΑΠ 1/2023, ΤΝΠ Νόμος). Οι συνέπειες της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης ως προς την διαδικαστική θέση του αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνοντα είναι, μεταξύ άλλων, η εκπροσώπησή του κατά την απουσία του από τον υπέρ ου η παρέμβαση και αντίστροφα, εφόσον υφίσταται νόμιμη κλήτευση συμμετοχής στη δίκη ή προσεπίκλησή του ή μετέχει νόμιμα στη δίκη (ΜονΕφΑΘ 2962/2022, ΤΝΠ Νόμος, ΜονΕφΑΘ 121/2022, ο.α., ΜονΕφΑΘ 349/2021, ΤΝΠ Νόμος, ΜονΕφΑΘ 3214/2021, ΤΝΠ Νόμος, ΕφΠειρ 168/2020, ΤΝΠ Νόμος, ΜονΕφΘεσ 982/2021, ΤΝΠ Νόμος, Β. Βαθρακοκοίλης, ΕρμΚΠολΔ, Τόμος Α’, άρθρο 76, αριθμ. 13 και 79, σελ. 516 και 536, Μ. Μαργαρίτης – Αντ. Μαργαρίτη, ΕρμΚΠολΔ, έκδοση 2η, άρθρο 76, αριθμ. 16 και 19, σελ. 164). Επομένως, λόγω της δημιουργούμενης αναγκαστικής ομοδικίας, για τους ομοδίκους που απουσιάζουν, δεν επέρχονται οι συνέπειες της ερημοδικίας, αλλά αυτοί, σύμφωνα με το άρθρο 76 παρ. 1 εδ. τελ ΚΠολΔ, αντιπροσωπεύονται από τους παριστάμενους ομοδίκους τους, για αυτό και η απόφαση που εκδίδεται είναι κατ’ αντιμωλία απόφαση ως προς όλους τους ομοδίκους και η διαδικασία διεξάγεται σαν να ήταν παρών και ο απών αναγκαίος ομόδικος (ΑΠ 1343/2022, ΤΝΠ Νόμος, ΜονΕφΑΘ 2962/2022, ο.α., ΜονΕφΑΘ 3572/2021, ΤΝΠ Νόμος, ΕφΑΘ 4499/2021, ΤΝΠ Νόμος, ΜονΕφΘεσ 49/2022, ο.α., ΜονΕφΛαρ 187/2022, ΤΝΠ Νόμος). Η αντικειμενική όμως ενέργεια των διαδικαστικών πράξεων των αναγκαίων ομοδίκων, που καθιερώνεται κατά βάση από τη διάταξη του άρθρου 76 ΚΠολΔ, αφορά μόνο εκείνους που κατέστησαν πράγματι ομόδικοι (Ν. Νικάς στην ΕρμΚΠολΔ, Κεραμέα – Κονδύλη – Νίκα, Τόμος I, άρθρο 76, αριθμ. 6, σελ. 177) και προϋποθέτει, όπως προαναφέρθηκε, νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση όλων των ομοδίκων σε κάθε συζήτηση επί ποινή απαραδέκτου της τελευταίας ως προς όλους (ΕφΑΘ 6399/2006, ΕλλΔνη 2008.551, ΕφΑΘ 12016/1995, ΕλλΔνη 1997.686, ΜονΕφΠειρ 173/2023, ΤΝΠ Νόμος, ΜονΕφΠειρ 172/2015, ΤΝΠ Νόμος, ΕφΛαρ 56/2019, Δικ/φία 2019.280, ΕφΛαρ 166/2019, ΤΝΠ Νόμος). Ο προσθέτως παρεμβαίνων δικαιούται, σύμφωνα με το άρθρο 82 ΚΠολΔ, να επιχειρεί κάθε διαδικαστική πράξη προς το συμφέρον του υπέρ ου παρενέβη. Συγκεκριμένα, έχει δικαίωμα, μεταξύ άλλων, να επισπεύδει τη δίκη, να καταθέτει προτάσεις, να χρησιμοποιεί μέσα επίθεσης και άμυνας προς υποστήριξη των αιτήσεων του υπέρ ου, προτείνοντας στο πλαίσιο αυτό ενστάσεις, να επικαλείται και να προσάγει μέσα απόδειξης, να υποβάλει αιτήσεις, να ασκεί ένδικα μέσα και για τις διατάξεις που αφορούν την κύρια υπόθεση, να αναπληρώνει παραλείψεις του υπέρ ου η παρέμβαση προς αποτροπή δυσμενών συνεπειών (προερχόμενων π.χ. από την ερημοδικία του τελευταίου) και να αναλαμβάνει τη δίκη, σύμφωνα με το άρθρο 85 ΚΠολΔ. Επίσης, οι διαδικαστικές πράξεις του αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνοντος έχουν αντικειμενική ενέργεια και δεσμεύουν τον αδρανούντα υπέρ ου η παρέμβαση (Ν. Νικάς στην ΕρμΚΠολΔ, Κεραμέα – Κονδύλη – Νίκα, Τόμος I, άρθρο 82, αριθμ. 1, σελ. 191-192 και άρθρο 83, αριθμ. 3, σελ. 194, Β. Βαθρακοκοίλης, ΕρμΚΠολΔ, Τόμος Α`, άρθρο 82, αριθμ. 3, 6, 9 και 18, σελ. 580-583). Εξάλλου, κατά το άρθρο 274 παρ. 2 ΚΠολΔ, όπως εφαρμόζεται σύμφωνα με το άρθρο 524 παρ.1 ΚΠολΔ και στην επί της εφέσεως δίκη «Αν εκείνος που άσκησε πρόσθετη παρέμβαση λάβει μέρος κανονικά στη δίκη, τότε: α) αν δεν λάβουν μέρος κανονικά στη δίκη και οι δύο αρχικοί διάδικοι ή ο αντίδικος εκείνου, υπέρ του οποίου ασκήθηκε η παρέμβαση, το δικαστήριο συζητεί την υπόθεση ερήμην του αντιδίκου εκείνου υπέρ του οποίου ασκήθηκε η παρέμβαση και εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 271 και 272…». Ως μη κανονική συμμετοχή των διαδίκων ενώπιον του εφετείου νοείται, μεταξύ άλλων, είτε η μη εκπροσώπησή τους στη δίκη από ή με δικηγόρο είτε η μη κατάθεση προτάσεων (άρθρα 94 παρ 1 και 2, 115 παρ. 3 ΚΠολΔ), στην περίπτωση δε αυτή θεωρούνται δικονομικά απόντες και δικάζονται ερήμην (ΑΠ 1735/2010, ΤΝΠ Νόμος, ΕφΑΘ 407/2012, ΕλλΔνη 2012.1074, ΕφΑΘ 5267/2007, ΕλλΔνη 2008.564, ΜονΕφΠειρ 173/2023, ο.α., ΕφΠειρ 381/2013, ΤΝΠ Νόμος). Σύμφωνα, επομένως, με τη διάταξη του άρθρου 274 παρ. 2 περ. β` ΚΠολΔ, σε περίπτωση που παρίσταται ο προσθέτως παρεμβαίνων, αλλά απουσιάζει ο υπέρ ου η πρόσθετη παρέμβαση, η συζήτηση της υπόθεσης γίνεται ερήμην του μεταξύ του προσθέτως παρεμβαίνοντος και του αντιδίκου του υπέρ ου η πρόσθετη παρέμβαση, εκτός εάν έχει ασκηθεί αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση, κατά την έννοια του άρθρου 83 ΚΠολΔ, οπότε, λόγω της επιγενόμενης αναγκαίας ομοδικίας του παρεμβαίνοντος με το διάδικο υπέρ του οποίου η παρέμβαση, ο τελευταίος, σύμφωνα με το άρθρο 76 παρ. 1 εδ. τελ ΚΠολΔ, θεωρείται ότι αντιπροσωπεύεται από τον παριστάμενο παρεμβαίνοντα – ομόδικο του. Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι η εφαρμογή του άρθρου 274 παρ. 2 ΚΠολΔ προϋποθέτει εγγραφή στο πινάκιο τόσο της κύριας υπόθεσης, όσο και της πρόσθετης παρέμβασης και συνεκφώνησης αυτών, ώστε τελικά να συνεκδικαστούν (ΤριμΕφΑθ 3663/2024 στην ΤΝΠ Νόμος, ΜονΕφΠειρ 193/2023, ΤΝΠ Νόμος, ΜονΕφΠειρ 160/2022, ΤΝΠ Νόμος, ΜονΕφΠειρ 673/2022, ΤΝΠ Νόμος).

Στην προκειμένη περίπτωση, η υπό στοιχείο Δ προσθέτως παρεμβαίνουσα ανώνυμη εταιρεία ασκεί την υπό κρίση πρόσθετη παρέμβαση, όπως διαλαμβάνει στο σχετικό δικόγραφο, με την ιδιότητά της ως μη δικαιούχος και μη υπόχρεος διάδικος, διαχειρίστρια των απαιτήσεων της αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού με την «………», που εδρεύει στην ……. Σουηδίας όπως νόμιμα εκπροσωπείται, και κατέστη ειδική διάδοχος της ανώνυμης τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία «………..» ως καταταγείσας δανείστριας ως προς την επίδικη απαίτηση, μετά την άσκηση της ένδικης ανακοπής και την επελθούσα εκκρεμοδικία. Η ως άνω πρόσθετη παρέμβαση έχει ασκηθεί παραδεκτά και εμπρόθεσμα όπως προκύπτει από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 81 παρ. 1, 215 παρ. 1  και 591 παρ.1β’ ΚΠολΔ, καθώς αντίγραφο αυτής με κλήση να παραστούν στη συζήτηση αυτής επιδόθηκε στην υπερ ης η πρόσθετη παρέμβαση και στο καθού αυτή, όπως προκύπτει από τις με αριθμούς …/21.11.2025, …./21.11.2025, …../21.11.2025 εκθέσεις επίδοσης που συνέταξε ο Δικαστικός Επιμελητής του Εφετείου Αθηνών-Πειραιώς …………. Από τα προσαγόμενα και επικαλούμενα από την προσθέτως παρεμβαίνουσα έγγραφα, αποδεικνύεται ότι  η ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία « …………..», πώλησε και μεταβίβασε επιχειρηματικές απαιτήσεις, μεταξύ των οποίων και η επίδικη στην εταιρία ειδικού σκοπού τιτλοποίησης με την επωνυμία “……………”,  με έδρα το ………… Ιρλανδίας, σύμφωνα με το άρθρο 10 του Ν. 3156/2003, δυνάμει της από 30.04.2020 Σύμβασης Πώλησης και Μεταβίβασης Επιχειρηματικών Απαιτήσεων, η οποία καταχωρήθηκε νομίμως στα βιβλία του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών την 30.04.2020 με αριθμό πρωτοκόλλου …../30.04.2020 στον τόμο ….. και αύξοντα αριθμό …….. Κατόπιν της εν λόγω μεταβίβασης, δικαιούχος των εν θέματι απαιτήσεων κατέστη η Εταιρεία Ειδικού Σκοπού. Στη συνέχεια, η ως άνω εταιρία ειδικού σκοπού εκχώρησε και μεταβίβασε ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις της από δάνεια και πιστώσεις, δυνάμει της από 15-02-2024 ενοχικής σύμβασης πώλησης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις σε συνέχεια της οποίας υπεγράφη η από 16-02-2024 Περίληψη Σύμβασης Πώλησης και Εκχώρησης Απαιτήσεων (όπως αυτή καταχωρήθηκε νομίμως και αναγγέλθηκε στα δημόσια βιβλία του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών με αριθμό πρωτοκόλλου …./16-02-2024 στον τόμο …./282) στην εταιρεία με την επωνυμία ««………..» με έδρα στην …… Σουηδίας. Στις μεταβιβασθείσες εκ νέου απαιτήσεις περιλαμβάνεται και η επίδικη όπως αποδεικνύεται από το προαγόμενο τμήμα αντιγράφου του παραρτήματος της ως άνω σύμβασης στο οποίο έχει καταχωρηθεί αυτή υπό α.α. ….,…. και …….. ως προς τους συνοφειλέτες …………… Εν συνεχεία η ως άνω εταιρεία ανέθεσε τη διαχείριση της απαίτησης στην εταιρεία με την επωνυμία «………………» και τον διακριτικό τίτλο, «………….», νομίμως αδειοδοτηθείσης από την Τράπεζα της Ελλάδος (Απόφαση υπ’ αριθ. 207/1/29.11.2016 της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων της Τράπεζας της Ελλάδος) ως εταιρεία Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις δυνάμει των Διατάξεων του Ν. 4354/2015 και της Πράξης 118/19.5.2017 της Εκτελεστικής Επιτροπής της Τράπεζας της Ελλάδος, όπως τροποποιήθηκε από την υπ’ αριθ. 153/8.1.2019 Πράξη κατά τα οριζόμενα στο από 24.03.2022 Ιδιωτικό Συμφωνητικό και σύμφωνα με τον Ν. 4354/2015, δυνάμει της από 13/02/2024 σύμβασης ανάθεσης διαχείρισης η οποία καταχωρήθηκε νόμιμα στα βιβλία του ενεχυροφυλακείου Αθηνών με αριθμό πρωτοκόλλου …../16-02-2024 στον τόμο ……../284. Συνεπεία των ανωτέρω η εταιρεία αυτή ως μη δικαιούχος διάδικος και διαχειρίστρια των προαναφερόμενων απαιτήσεων, έχει έννομο συμφέρον και παρεμβαίνει αυτοτελώς υπέρ της αρχικής διαδίκου τράπεζας. Σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, πρόκειται για αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση, η οποία δημιουργεί επιγενόμενη αναγκαστική ομοδικία μεταξύ της αρχικής δικαιούχου των απαιτήσεων εφεσίβλητης τράπεζας και της προσθέτως παρεμβαίνουσας, με αποτέλεσμα, παριστάμενη η τελευταία ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου να αντιπροσωπεύει και την απούσα εφεσίβλητη τράπεζα κατ’ άρθρο 76 παρ. 1 εδ. τελ ΚΠολΔ, η οποία έτσι δεν δικάζεται ερήμην. Πρέπει επομένως ως προς το κύριο δικόγραφο της έφεσης να δικαστούν ερήμην η δεύτερη και η τρίτη εφεσίβλητη, να προχωρήσει όμως η συζήτηση της υπόθεσης, σαν να ήταν παρούσες, ενώ η πρώτη εφεσίβλητη αντιπροσωπεύεται από την αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσα.  Σημειώνεται ότι οι προτάσεις που κατέθεσαν οι απούσες εφεσίβλητες-καθών η ανακοπή ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, προσκομίζονται από το εκκαλούν.

Ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς εισήχθησαν προς εκδίκαση α) η από 15.4.2019 (ΓΑΚ/ΕΑΚ …………/2019) ανακοπή που άσκησε το Ελληνικό Δημόσιο κατά των τεσσάρων πρώτων εφεσίβλητων, τραπεζικών εταιρειών, ζητώντας την μεταρρύθμιση του με αριθμό ……./7.2.2019 πίνακα κατάταξης δανειστών που συνέταξε η Συμβολαιογράφος Αθηνών ………. έτσι ώστε να καταταγεί το ανακόπτον δια της ΔΟΥ Πειραιά, i) οριστικά και προνομιακά πέραν του ποσού που είχε καταταγεί στο επιπλέον ποσό των 7.048,01 ευρώ, με ταυτόχρονη αποβολή των τεσσάρων πρώτων εφεσίβλητων, και ii) προνομιακά και επικουρικά για την περίπτωση που δεν καταστεί βέβαια ή ματαιωθεί η απαίτηση της πρώτης εφεσίβλητης, και στο ποσό των 36.493,72 ευρώ. β) η από 17.4.2019  (ΓΑΚ/ΕΑΚ/………../2019) ανακοπή που άσκησε το πέμπτο των εφεσίβλητων, Ν.Π.Δ.Δ. ΕΦΚΑ, κατά των τεσσάρων πρώτων εφεσίβλητων και του εκκαλούντος,  με την οποία ζήτησε την μεταρρύθμιση του ίδιου ως άνω πίνακα κατάταξης δανειστών, ώστε στο εναπομείναν μετά την προαφαίρεση των εξόδων εκτέλεσης διανεμητέο πλειστηρίασμα ύψους 56.144,18 ευρώ, να καταταγεί το ανακόπτον, πέραν του ποσού για το οποίο έχει ήδη καταταγεί, αποβαλλομένων υπέρ αυτού, συμμέτρως όλων των καθών κατά το αναλογούν ποσό, σε μερική εξόφληση των αναγγελθεισών απαιτήσεών του. Οι ως άνω ανακοπές συνεκδικάστηκαν κατά τη ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών και επ αυτών εκδόθηκε η με αριθμό 948/2020 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με την οποία απορρίφθηκε η ανακοπή του εκκαλούντος, έγινε εν μέρει δεκτή η ανακοπή του πέμπτου εφεσίβλητου και μεταρρυθμίστηκε ο προσβαλλόμενος πίνακας κατάταξης, αποβαλλομένου του εκκαλούντος το οποίο είχε καταταχθεί ως γενικός προνομιούχος δανειστής στην πρώτη θέση του πίνακα για το ποσό των 3.357,93 ευρώ και κατατάσσοντας ως προς το ποσό αυτό το πέμπτο εφεσίβλητο. Τέλος με την ίδια απόφαση συμψηφίστηκε η δικαστική δαπάνη των διαδίκων. Κατά της απόφασης αυτής παραπονείται το ανακόπτον-εκκαλούν με την ένδικη έφεση, επειδή λόγω εσφαλμένης εφαρμογής του νόμου, απορρίφθηκε η ανακοπή του έγινε δεκτή η ανακοπή του πρώτου εφεσίβλητου και αποβλήθηκε το εκκαλούν από τον πίνακα κατάταξης. Ζητεί δε να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση και αφενός να γίνει καθ’ ολοκληρία δεκτή η ανακοπή του κατά των τεσσάρων πρώτων εφεσίβλητων, να καταταγεί i) οριστικά και προνομιακά πέραν του ποσού που είχε καταταγεί στο επιπλέον ποσό των 7.048,01 ευρώ, με ταυτόχρονη αποβολή της εφεσίβλητων, και ii) προνομιακά και επικουρικά για την περίπτωση που δεν καταστεί βέβαια ή ματαιωθεί η απαίτηση της πρώτης εφεσίβλητης, και στο ποσό των 36.493,72 ευρώ, αφετέρου δε, να απορριφθεί η ανακοπή του πέμπτου εφεσίβλητου κατά το μέρος που με αυτήν προσβάλλεται η κατάταξη του εκκαλούντος, και λόγω της οποίας το τελευταίο αποβλήθηκε για το ποσό των 3.357,93 ευρώ και επομένως να μην μεταρρυθμιστεί ο προσβαλλόμενος πίνακας, ως προς την κατάταξή του στο ως άνω ποσό. Τέλος, ζητεί να καταδικαστούν οι εφεσίβλητοι στην καταβολή της δικαστικής του δαπάνης και για τους δυο βαθμούς δικαιοδοσίας.

Οι νόμοι που ρυθμίζουν τη συνδρομή των δανειστών στη διαδικασία της κατάταξης δεν αφορούν κυρίως τα ίδια τα δικαιώματα, αλλά κανονίζουν τον τρόπο της ενάσκησής τους επί της ομάδας περιουσίας που υπάρχει σε ορισμένο χρόνο. Επομένως και τα καθιερούμενα από τους νόμους αυτούς προνόμια κρίνονται όχι σύμφωνα με το νόμο που ισχύει κατά το χρόνο της γένεσης του δικαιώματος ή της έναρξης της αναγκαστικής εκτέλεσης, αλλά σύμφωνα με αυτόν που ισχύει κατά το χρόνο της κατάταξης, αφού η λόγω του προνομίου προτίμηση δεν αποτελεί στοιχείο της απαίτησης, αλλά αφορά τη σχέση των απαιτήσεων μεταξύ τους, λόγω της συνδρομής περισσοτέρων δανειστών. Το αντίθετο δεν συνάγεται από τη διάταξη του άρθρου 50 παρ. 1 ΕισΝΚΠολΔ που ορίζει, ότι οι σχετικές με την αναγκαστική εκτέλεση διατάξεις του KΠολΔ εφαρμόζονται στις εκτελέσεις που αρχίζουν από την εισαγωγή του και ότι η αναγκαστική εκτέλεση θεωρείται ότι άρχισε από την επίδοση της επιταγής, γιατί η διάταξη αυτή δεν εισάγει γενικό κανόνα διαχρονικού δικαίου για όλες τις πράξεις της αναγκαστικής εκτέλεσης, αλλά ρυθμίζει ειδικώς την εφαρμογή του KΠολΔ σε θέματα αναγκαστικής εκτέλεσης εν σχέσει προς το προγενέστερο αυτού δικονομικό δίκαιο (Ολ ΑΠ 21/1994, ΑΠ 1455/2021, ΑΠ 1056/2020, ΑΠ 1441/2017, ΑΠ 1404/2007). Εξάλλου, με τη διάταξη του άρθρου ένατου παρ.3 του ν. 4335/2015 “Μεταβατικές και άλλες διατάξεις” ορίζεται ότι οι διατάξεις για την αναγκαστική εκτέλεση εφαρμόζονται όταν η επίδοση της επιταγής προς εκτέλεση διενεργείται μετά την 1.1.2016. Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 43 του ν. 4715/2020 “Ρυθμίσεις για τη διασφάλιση της πρόσβασης σε ποιοτικές υπηρεσίες υγείας κλπ”, το οποίο φέρει τον τίτλο “Ερμηνευτική διάταξη ως προς το χρόνο εφαρμογής των νόμων 4335/2015 και 4336/2015 σε εκκρεμείς διαδικασίες αναγκαστικής εκτέλεσης και ήδη κηρυχθείσες πτωχεύσεις” ορίζεται στο εδ. α` αυτού ότι κατά την αληθή τους έννοια οι διατάξεις του άρθρου ογδόου του άρθρου 1 του ν. 4335/2015 (δηλαδή οι τροποποιήσεις που επέφερε ο νόμος αυτός στο δίκαιο της αναγκαστικής εκτέλεσης) δεν έχουν εφαρμογή σε διαδικασίες αναγκαστικής εκτέλεσης που βρίσκονται ήδη σε εξέλιξη και σε πτωχεύσεις που είχαν ήδη κηρυχθεί μέχρι την έναρξη ισχύος του παραπάνω νόμου, στο δε εδ. β` ότι για την κατάταξη των πιστωτών στην παραπάνω πρώτη περίπτωση λαμβάνεται υπόψη το δίκαιο που ίσχυε κατά τον χρόνο επίδοσης της επιταγής προς εκτέλεση και της υποβολής της αίτησης για την κήρυξη της πτώχευσης. Σύμφωνα με την ως άνω διάταξη του άρθρου 43 του ν. 4715/2020, που είναι γνήσια ερμηνευτική και ως εκ τούτου έχει αναδρομική δύναμη, το προϊσχύσαν δίκαιο θα εφαρμόζεται σε όλα τα ζητήματα αναγκαστικής εκτέλεσης, περιλαμβανομένου και του ζητήματος της κατάταξης των δανειστών στο σχετικό πίνακα, όταν η επιταγή με βάση την οποία άρχισε η εκτέλεση, είχε επιδοθεί πριν την 1.1.2016. Πρέπει δε να σημειωθεί ότι η ως άνω σαφής βούληση του νομοθέτη αναφέρεται μόνο στο πιο πάνω συγκεκριμένο ζήτημα και δεν αναιρεί τα πιο πάνω γενικώς ισχύοντα για τα προνόμια, ενόψει της απόλυτης ειδικότητας της σχετικής ρύθμισης. Περαιτέρω, ως επιταγή νοείται εκείνη που επιστηρίζει την περαιτέρω κύρια εκτελεστική διαδικασία, η οποία αρχίζει με την επιβολή κατάσχεσης επί χρηματικών απαιτήσεων, όχι δε τυχόν προηγούμενες επιταγές, κατόπιν των οποίων δεν επακολούθησε κατάσχεση εντός έτους ή και άλλες περαιτέρω πράξεις της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης, με αποτέλεσμα την αποδυνάμωση των δικονομικών τους συνεπειών (άρθρ. 926 παρ. 2 KΠολΔ), ή, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, εκείνες από τις οποίες εγκύρως παραιτήθηκε ο επισπεύδων (ΑΠ 2051/2022, ΑΠ 1820/2022, 224/2022, ΑΠ 1151/2021).

Με τον πρώτο και τρίτο λόγο της έφεσής του το εκκαλούν επαναφέρει τον πρώτο λόγο της ανακοπής του με τον οποίο εξέθετε ότι εφαρμόστηκαν εσφαλμένως στον προσβαλλόμενο πίνακα από την επί του πλειστηριασμού υπάλληλο – συμβολαιογράφο οι διατάξεις των άρθρων 975 και 977 KΠολΔ, όπως αυτές ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους με το άρθρο όγδοο του άρθρου 1 ν. 4335/2015, ενώ θα έπρεπε να εφαρμοσθούν ως ίσχυαν πριν από την τροποποίηση αυτή, διότι η υπ` αριθμ. ……../2014 διαταγή πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία αποτελεί τον εκτελεστό τίτλο, δυνάμει του οποίου διενεργήθηκε η αναγκαστική εκτέλεση, επιδόθηκε για πρώτη φορά το έτος 2014 και ζητούσε τη μεταρρύθμιση του ανακοπτομένου υπ` αριθμ. …………../7.2.2019  πίνακα κατάταξης της συμβολαιογράφου Αθηνών ……… ώστε να αποβληθούν οι τέσσερις πρώτες εφεσίβλητες για το ποσό των 7.048,01 ευρώ για το οποίο είχαν καταταγεί προνομιακά σε βάρος του εκκαλούντος, επιπλέον δε με τον τρίτο λόγο της έφεσής του ισχυρίζεται ότι και το πέμπτο εφεσίβλητο για τον ίδιο λόγο, ήτοι εσφαλμένη εφαρμογή των άρθρων 975 και 977 ΚΠολΔ, ως προς το διαχρονικό δίκαιο των προνομίων, από την εκκαλουμένη απόφαση, εσφαλμένα κατατάχτηκε κατ αποδοχή της ανακοπής του στο ποσό των 3.357,93 ευρώ αποβαλλομένου του εκκαλούντος. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε τον ως άνω πρώτο λόγο της ανακοπής ως μη νόμιμο, δεχόμενο ότι η ύπαρξη και η έκταση των προνομίων στα πλαίσια του πίνακα κατάταξης κρίνεται με βάση το δίκαιο που ισχύει κατά το χρόνο σύνταξης αυτού, η οποία εν προκειμένω είναι η 7-2-2019 και συνεπώς ορθώς η υπάλληλος επί του πλειστηριασμού εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 975 και 977 KΠολΔ, όπως ισχύουν μετά την τροποποίησή τους με το ν. 4335/2015 Ωστόσο, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη της παρούσας, αλλά και από την εκτίμηση όλων ανεξαιρέτως των εγγράφων, τα οποία με νόμιμη επίκληση προσκομίζουν οι διάδικοι, αποδείχθηκε ότι η επί του πλειστηριασμού υπάλληλος, ορθώς ενήργησε, αφού το πρώτο εκτελεστό απόγραφο της εκτελούμενης με αριθμό ……/2014 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με επιταγή προς εκτέλεση, δυνάμει της οποίας ξεκίνησε η αναγκαστική εκτέλεση είχε επιδοθεί την 24-2-2017 (δυνάμει των με αριθμούς ………../.3866 και ……/24-2-2017 έκθεσης επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών ……..) και αντιστοίχως νομίμως εφάρμοσε το Ν. 4335/2015 ως προς όλη τη διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης και τα προνόμια των αναγγελθέντων δανειστών. Να σημειωθεί ότι παρά τα αντιθέτως υποστηριζόμενα από το εκκαλούν περί των εφαρμοζομένων διατάξεων για τα προνόμια των δανειστών, εν προκειμένω δεν τίθεται καν το ανωτέρω θέμα, καθώς η αναγκαστική εκτέλεση ξεκίνησε μετά την ισχύ του Ν. 4335/2015, και ως εκ τούτου μόνο οι διατάξεις αυτού του νόμου μπορούν να εφαρμοστούν, εφόσον η κατάσχεση βασίστηκε στο πρώτο εκτελεστό απόγραφο με την επιταγή προς πληρωμή που επιδόθηκε στον οφειλέτη στις 24-2-2017 (βλ. σχετικά τον προσβαλλόμενο πίνακα κατάταξης και την με αριθμό ……../15-3-2017 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Αθηνών …………), χωρίς να ασκεί έννομη επιρροή για την εφαρμογή των εν λόγω διατάξεων το γεγονός ότι ο εκτελεστός τίτλος είναι του έτους 2014. Επιπλέον, να σημειωθεί ότι ανεξαρτήτως του ότι το πρώτο εκτελεστό απόγραφο επιδόθηκε για πρώτη φορά το έτος 2014, εφόσον δεν αποδείχθηκε ότι έγινε άλλη πράξη εκτέλεσης που να βασίζεται σε αυτή την επιταγή εντός έτους, η εν λόγω επιταγή προς εκτέλεση δεν στηρίζει την αναγκαστική εκτέλεση που επακολούθησε (926 παρ. 2 KΠολΔ). Ως εκ περισσού και πλεοναστικώς να αναφερθεί ότι ανεξάρτητα από το υπό ποιο καθεστώς διενεργήθηκε η εκτέλεση και ο πλειστηριασμός, το ζήτημα της κατάταξης και των προνομίων κρίνεται με βάση τα ισχύοντα κατά το χρόνο σύνταξης του πίνακα κατάταξης και ειδικότερα, εφόσον ο προσβαλλόμενος πίνακας κατάταξης καταρτίστηκε μετά την 01-01-2016, εφαρμοστέες είναι οι νέες διατάξεις του KΠολΔ, ήτοι οι διατάξεις του Ν. 4335/2015. Ετσι και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που δέχθηκε ότι στην ένδικη περίπτωση αναγκαστικής εκτέλεσης τυγχάνουν εφαρμογής οι ρυθμίσεις του Ν. 4335/2015 και όχι αυτές του προϊσχύσαντος δικαίου, με διαφορετική αιτιολογία που αντικαθίσταται με αυτήν της παρούσας απόφασης, που δέχεται  ότι  το εκτελεστό απόγραφο της εκτελούμενης ……/2014 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με επιταγή προς εκτέλεση, δυνάμει της οποίας ξεκίνησε η αναγκαστική εκτέλεση είχε επιδοθεί την 24-2-2017, ενώ και ο προσβαλλόμενος πίνακας κατάταξης συντάχθηκε στις 7-2-2019, ήτοι μετά την 01-01-2016 και ότι η προηγούμενη πρώτη επιταγή προς εκτέλεση που είχε επιδοθεί για πρώτη φορά το έτος 2014, δεν στηρίζει την αναγκαστική εκτέλεση που επακολούθησε, καθώς δεν έγινε άλλη πράξη εκτέλεσης που να βασίζεται στην επιταγή αυτή εντός έτους και ότι επομένως η τελευταία αυτή επίδοση δεν αφετηρίασε την κύρια εκτελεστική διαδικασία, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη νομική σκέψη της παρούσας απόφασης, τους κανόνες ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 1 του άρθρου ένατου παρ. 3 Ν. 4335/2015 και 975 KΠολΔ, όπως η τελευταία ίσχυε κατά το χρόνο σύνταξης του προσβαλλόμενου πίνακα κατάταξης (7-2-2019). (ΑΠ 342/2024 ΤΝΠ Νομος)

Στη συνέχεια, με τον δεύτερο λόγο έφεσης το εκκαλούν προσάπτει στην εκκαλουμένη, ότι προέβη σε εσφαλμένη ερμηνεία κι εφαρμογή των άρθρων 978 παρ.2 και 1007 KΠολΔ σχετικά με την πρόβλεψη επικουρικής κατάταξης στον πίνακα κατάταξης, με αποτέλεσμα να απορριφθεί εσφαλμένα λόγω έλλειψης παθητικής νομιμοποίησης ο δεύτερος λόγος της ένδικης ανακοπής του. Ειδικότερα, με τον λόγο αυτό ανακοπής, το ανακόπτον εξέθετε ότι κατά  το άρθρο 978 παρ.2 KΠολΔ, το οποίο εφαρμόζεται και επί κατασχέσεων ακινήτων, σύμφωνα με το άρθρο 1007 παρ.1 εδ.α’ KΠολΔ, όταν απαίτηση κατατάσσεται τυχαίως, ο υπάλληλος του πλειστηριασμού ορίζει στον πίνακα κατάταξης πώς θα κατανέμεται το ποσό που αναλογεί στην απαίτηση, αν αυτή πάψει να υπάρχει. Ότι με τη διάταξη αυτή επιβάλλεται υποχρέωση στον υπάλληλο του πλειστηριασμού να περιλάβει στον πίνακα κατάταξης πρόβλεψη για την επικουρική κατανομή των ποσών που αντιστοιχούν στις απαιτήσεις που έχουν καταταγεί τυχαίως, για την περίπτωση που ήθελε ματαιωθεί η αίρεση ή ο όρος της κατατάξεως, η δε διάταξη αυτή έχει εφαρμογή τόσο στις υπό αίρεση όσο και στις αμφίβολες ή ενδεχόμενες απαιτήσεις, που έχουν καταταγεί τυχαίως. Ότι η κατά τον τρόπο αυτό κατανομή αποτελεί επικουρική κατάταξη, η δε ικανοποίηση και πληρωμή των απαιτήσεων θα λάβει χώρα, εάν και εφόσον η τυχαία κατάταξη ματαιωθεί συνολικά ή κατά ένα μέρος. Ότι εν προκειμένω, αν και η απαίτηση της πρώτης των καθών η ανακοπή και πρώτης εφεσίβλητης κατατάχθηκε τυχαία, υπό τον όρο της τελεσίδικης επιδίκασής της, η υπάλληλος του πλειστηριασμού παρορώντας την αδιάστικτη διατύπωση του άρθρου 978 παρ.2 KΠολΔ, παρέλειψε να ορίσει την κατανομή των ποσών, σε περίπτωση ματαίωσης της ανωτέρω αίρεσης υπό την οποία η κατάταξη των καθ’ ων εξαρτήθηκε, ως είχε υποχρέωση κατά το ως άνω άρθρο. Ότι κατά τούτο ο ανακοπτόμενος πίνακας είναι πλημμελής και θα πρέπει να μεταρρυθμιστεί, ώστε το ανακόπτον Ελληνικό Δημόσιο να καταταγεί επικουρικά στο ποσό που κατατάχθηκε η πρώτη των καθών η ανακοπή-πρώτη εφεσίβλητη, για την περίπτωση που ματαιωθεί ή δεν καταστεί βέβαια η απαίτησή της και να προβλεφθεί επικουρική κατάταξη του Δημοσίου οριστικά στο ποσό των 36.493,72 ευρώ.

Αναφορικά με τον αμέσως παραπάνω λόγο έφεσης- δεύτερο λόγο ανακοπής πρέπει να σημειωθούν τα εξής: Κατά το άρθρο 978 παρ. 2 KΠολΔ, όταν απαίτηση κατατάσσεται τυχαίως, ο υπάλληλος του πλειστηριασμού ορίζει στον πίνακα κατάταξης πως κατανέμεται το ποσό της απαίτησης, με την προσθήκη των αναλογούντων τόκων, αν αυτή παύσει να υφίσταται. Με τη διάταξη αυτή επιβάλλεται υποχρέωση στον υπάλληλο του πλειστηριασμού να περιλάβει στον πίνακα κατάταξης πρόβλεψη για την επικουρική κατανομή των ποσών που αντιστοιχούν στις απαιτήσεις που έχουν καταταγεί τυχαίως, για την περίπτωση δηλαδή που ήθελε ματαιωθεί η αίρεση ή ο όρος της κατάταξης. Ο τρόπος της ματαίωσης και γενικά ο χρόνος και οι όροι της εξόδου από την αβεβαιότητα, εξαρτώνται από τις ιδιαίτερες περιστάσεις και το περιεχόμενο του πίνακα. Με την επέλευση της ματαίωσης, ο επικουρικώς καταταγείς καταλαμβάνει τη θέση των κυρίως και τυχαίως καταταγέντων. Η κατάταξη αυτή μπορεί να είναι ολική ή μερική, ανάλογα με την έκταση της ματαίωσης της τυχαίας κατάταξης, ώστε επί μερικής ματαίωσης ο επικουρικός καταταγείς θα κατατάσσεται μερικά για το αντίστοιχο ποσό της ματαίωσης. Στην περίπτωση δε που ο υπάλληλος του πλειστηριασμού παραλείψει να ορίσει επικουρική κατάταξη, αν και κατέταξε τυχαία κάποιον δανειστή, υφίσταται έννομο συμφέρον για άσκηση ανακοπής από αναγγελθέντα δανειστή, με αίτημα την επικουρική του κατάταξη. Η ανακοπή του, εφόσον δεν αμφισβητεί την κατάταξη του τυχαίως καταταγέντος, οπότε θα στραφεί και κατ’ αυτού, πρέπει να στραφεί κατά του οφειλέτη, στον οποίο θα περιέλθει το υπόλοιπο σε περίπτωση ματαίωσης της ικανοποίησης του τυχαίως καταταγέντος (Βαθρακοκοίλης/Πλαγάκος, Ο πίνακας κατάταξης και η ανακοπή κατ’ αυτού, 2020, σελ. 452-454, Κιουπτσίδου-Στρατουδάκη Ε., Νομιμοποίηση και έννομο συμφέρον στις ανακοπές κατά του πίνακα επί τυχαίας κατάταξης, ΕΠολΔ 2019, σελ. 297, όπου παραπέμπει η ΜονΕφΑθ 2671/2024 στην ΤΝΠ Νόμος). Στην προκειμένη περίπτωση, το ανακόπτον δεν έστρεψε την ανακοπή του κατά του προσβαλλόμενου πίνακα κατάταξης κατά των συνοφειλετών …………….. όπως θα έπρεπε, στους οποίους και θα περιέλθει το υπόλοιπο του πλειστηριάσματος σε περίπτωση ματαίωσης της ικανοποίησης της τυχαίως καταταγείσας δανείστριας τράπεζας, με αποτέλεσμα η ένδικη ανακοπή να τυγχάνει απορριπτέα ως απαράδεκτη λόγω έλλειψης παθητικής νομιμοποίησης όπως ορθώς έκρινε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο. Πρέπει, επομένως να απορριφθεί ο ως άνω λόγος έφεσης και μη υπάρχοντος έτερου λόγου έφεσης, να απορριφθεί η κρινόμενη έφεση στο σύνολό της. Περαιτέρω, παράβολο ερημοδικίας για τις ερημοδικασθείσες δεύτερη και τρίτη εφεσίβλητες δεν ορίζεται, καθώς στις δίκες τις σχετικές με την εκτέλεση δεν επιτρέπεται ανακοπή ερημοδικίας ούτε στις δίκες ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου κατ’ άρθρο 937 παρ.1 στοιχ.β’ KΠολΔ σε συνδυασμό με το άρθρο 591 παρ.7 ίδιου Κώδικα. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα των παραστάντων διαδίκων πρέπει να συμψηφιστούν μεταξύ τους και για τον δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 179 και 183 KΠολΔ, καθώς η ερμηνεία των κανόνων δικαίου που εφαρμόστηκαν κρίνεται ιδιαίτερα δυσχερής.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΖΕΙ α) την από 24.9.2021 (ΓΑΚ/ΕΑΚ ΕΦΕΤ ……../2022) έφεση β) την από 9.2.2023 με (ΓΑΚ/ΕΑΚ ………./2023) πρόσθετη παρέμβαση, γ) την  από 18.1.2024 με (ΓΑΚ/ΕΑΚ ……/2024) πρόσθετη παρέμβαση, και δ) την από 18.11.2025 με (ΓΑΚ/ΕΑΚ ……./2025) πρόσθετη παρέμβαση, ερήμην της δεύτερης και τρίτης των εφεσίβλητων και με απούσα την πρώτη εφεσίβλητη-υπερ ης η υπό στοιχείο δ πρόσθετη παρέμβαση, που αντιπροσωπεύεται από την προσθέτως παρεμβαίνουσα.

ΘΕΩΡΕΙ τις  α) την από 9.2.2023 με (ΓΑΚ/ΕΑΚ ………../2023) πρόσθετη παρέμβαση, και β) την  από 18.1.2024 με (ΓΑΚ/ΕΑΚ ……../2024) πρόσθετη παρέμβαση, ως μη ασκηθείσες

ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά την έφεση και την υπό στοιχείο δ πρόσθετη παρέμβαση  .

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ κατ ουσία την έφεση.

ΣΥΜΨΗΦΙΖΕΙ τη δικαστική δαπάνη των παριστάμενων διαδίκων

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στον Πειραιά σε έκτακτη, δημόσια στο ακροατήριό του συνεδρίαση, στις,  16 Μαρτίου 2026  χωρίς την παρουσία των διαδίκων, του δικαστικού πληρεξουσίου ΝΣΚ του εκκαλούντος και των πληρεξούσιων δικηγόρων των παριστάμενων διαδίκων.

Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ                                    Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ