Μενού Κλείσιμο

Αριθμός απόφασης 91/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

Αριθμός απόφασης 91/2026

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

ΤΜΗΜΑ 2ο

Αποτελούμενο από την Δικαστή Ιωάννα Μάμαλη, Εφέτη και από την Γραμματέα Κ.Σ.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στον Πειραιά, στις …………, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της εκκαλούσας – ενάγουσας: της αλλοδαπής εταιρείας με την επωνυμία «…………..» που εδρεύει στην ……….., πόλη ……….. και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Απόστολο Ζιάκα (ΑΜ …….. Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών).

Του εφεσίβλητου – εναγόμενου: ………….., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Έλλη Ντεντιδάκη (ΑΜ …….. Δικηγορικός Σύλλογος Πειραιώς).

Η ενάγουσα ζήτησε να γίνει δεκτή η από 05.01.2018 και με αριθμό κατάθεσης γενικό …./2018 και ειδικό …../2018 αγωγή της, τακτικής διαδικασίας, την οποία άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο με την υπ’ αριθ. 9900/2022 οριστική απόφασή του, κήρυξε εαυτό κατά τόπο αναρμόδιο και παρέπεμψε την αγωγή στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς ως αρμόδιο κατά τόπο Δικαστήριο. Στη συνέχεια, με την από 29.11.2022 και με αριθμό κατάθεσης γενικό ……./2022 και ειδικό ……./2022 κλήση της ενάγουσας ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, νομίμως επαναφέρθηκε προς συζήτηση η αγωγή της. Το ως άνω Δικαστήριο με την υπ’ αριθ. 4206/2024 οριστική απόφασή του, απέρριψε την αγωγή. Η εκκαλούσα – ενάγουσα προσέβαλε την απόφαση αυτή με την από 09.02.2025 έφεσή της που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς με αριθμό γενικό ……./20.02.2025 και ειδικό ……./20.02.2025, προσδιορίστηκε ενώπιον του Εφετείου Πειραιώς με αριθμό κατάθεσης γενικό ……../20.02.2025 και ειδικό ……./20.02.2025, για τη δικάσιμο που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας και γράφτηκε στο πινάκιο.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο και την εκφώνησή της από τη σειρά του οικείου πινακίου, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο, αλλά προκατέθεσαν δηλώσεις κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ και έγγραφες προτάσεις, ζητώντας να γίνουν δεκτά όσα σ’ αυτές αναφέρονται.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η υπό κρίση έφεση στρέφεται κατά της υπ’ αριθ. 4206/2024 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με την οποία, αφού δικάσθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, απορρίφθηκε η από 05.01.2018 και με αριθμό κατάθεσης γενικό ……/2018 και ειδικό ……/2018 αγωγή της εκκαλούσας – ενάγουσας, την οποία άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο με την υπ’ αριθ. 9900/2022 οριστική απόφασή του, κήρυξε εαυτό κατά τόπο αναρμόδιο και παρέπεμψε την αγωγή στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς ως αρμόδιο κατά τόπο Δικαστήριο, στη συνέχεια δε με την από 29.11.2022 και με αριθμό κατάθεσης γενικό ……./2022 και ειδικό ……../2022 κλήση της εκκαλούσας – ενάγουσας ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, νομίμως επαναφέρθηκε προς συζήτηση η αγωγή της. Η έφεση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495 παρ. 1-2, 498, 511, 513 παρ. 1 β’, 516 παρ.1, 517 και 518 παρ. 2 του ΚΠολΔ, όπως ισχύουν μετά την τροποποίησή τους με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015, καθόσον η έφεση ασκήθηκε μετά την 01.01.2016), εφόσον δεν προκύπτει από τα έγγραφα που προσκομίζονται, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται, ότι έχει χωρήσει επίδοση της εκκαλουμένης απόφασης, η δε κρινόμενη από 09.02.2025 έφεση κατατέθηκε στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου την 20.02.2025, όπως προκύπτει από την πράξη κατάθεσης έφεσης με αριθμό γενικό ……/20.02.2025 και ειδικό ……./20.02.2025 της γραμματέως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς που έχει επισυναφθεί στην ένδικη έφεση, ήτοι εντός της προθεσμίας των δύο ετών από τη δημοσίευση της εκκαλουμένης απόφασης την 19.12.2024. Επομένως, πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξεταστεί στη συνέχεια, το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της, δεδομένου ότι για το παραδεκτό της έφεσης έχει κατατεθεί από την εκκαλούσα – ενάγουσα το παράβολο των 100,00 ευρώ που προβλέπεται από την παράγραφο 3 του άρθρου 495 του ΚΠολΔ.

Μίσθωση προσοδοφόρου αντικειμένου, κατά την έννοια του άρθρου 638 του ΑΚ, είναι η σύμβαση, με την οποία ο εκμισθωτής αναλαμβάνει την υποχρέωση να παραχωρήσει στον μισθωτή, με αντάλλαγμα την καταβολή μισθώματος, τη χρήση και την κάρπωση, κατά τους κανόνες της τακτικής εκμετάλλευσης, πράγματος ή δικαιώματος. Η προαναφερόμενη διάταξη του Αστικού Κώδικα ρυθμίζει μισθώσεις που έχουν ως αντικείμενο πράγμα, το οποίο δεν έχει, πάντως, το χαρακτήρα του αγροτικού κτήματος, ή δικαίωμα, δηλαδή μπορεί να έχει ως αντικείμενο ενσώματο πράγμα κινητό ή ακίνητο, ή δικαίωμα, αρκεί το μίσθιο (πράγμα ή δικαίωμα) να είναι προσοδοφόρο, διότι δεν εκμισθώνεται μόνο η χρήση του, αλλά και η, κατά τους κανόνες της τακτικής εκμετάλλευσης, κάρπωση σύμφωνα με τον προορισμό του, δηλαδή η απόληψη των καρπών που παράγονται από αυτό (βλ.σχ. ΕφΑθ 2095/2022 ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ 1277/2021 ΝΟΜΟΣ). Το μίσθιο, πράγμα ενσώματο ή δικαίωμα, πρέπει να παραδοθεί από τον εκμισθωτή στο μισθωτή για τη συμφωνημένη χρήση και την, κατά τους κανόνες της τακτικής εκμετάλλευσης, κάρπωση, με τα παραρτήματά του, εφόσον αυτό έχει, που είναι προορισμένα για την εξυπηρέτησή του κατά τη συνήθεια των συναλλαγών και θεωρούνται οπωσδήποτε αναγκαία για την εξυπηρέτηση του οικονομικού του σκοπού. Ειδικότερα, στη μίσθωση προσοδοφόρου αντικειμένου εμπίπτει μεταξύ άλλων και η μίσθωση οχήματος, αν ανατεθεί στον οδηγό του η εκμετάλλευση του οχήματος, αντί καταβολής από αυτόν του ορισμένου ποσού στον ιδιοκτήτη, τα υπόλοιπα δε έσοδα από την εκμετάλλευσή του περιέχονται στον οδηγό, ο οποίος δεν καμία υποχρέωση να υπακούει τις οδηγίες του ιδιοκτήτη (ΜονΕφΑθ 692/2023 ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω, στην ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών των άρθρων 614 επ. του ΚΠολΔ, και ειδικότερα των μισθωτικών διαφορών του άρθρου 614 αρ. 1 του ΚΠολΔ, υπάγονται όλες οι διαφορές που απορρέουν από σύμβαση μίσθωσης πράγματος, κινητού (ΑΠ 732/2012 ΝΟΜΟΣ) ή ακινήτου, αγροτικού κτήματος, άλλου προσοδοφόρου αντικειμένου, επίμορτη αγροληψία. Υπάγονται επίσης, οι διαφορές που προέρχονται από αδικοπραξία, η οποία έχει σχέση με τη λειτουργία της μισθωτικής σχέσης (ΕφΠειρ 75/2017 ΝΟΜΟΣ, ΕφΠειρ 735/2014 ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ 1325/2008 ΝΟΜΟΣ), οι αξιώσεις αδικαιολόγητου πλουτισμού και η αγωγή αναπροσαρμογής μισθώματος κατ’ άρθρα 288 και 388 του ΑΚ (ΕφΠειρ 317/2014 ΝΟΜΟΣ, Χ. Απαλαγάκη – Σ. Σταματόπουλος, Ο Νέος Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας, Ερμηνεία κατ’ άρθρο μετά τους Ν 4842 &4 855/2021, τομ. ΙΙ, άρθρο 614, σελ. 2110). Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 591 παρ. 2 του ΚΠολΔ, κατά την οποία “αν η υπόθεση δεν υπάγεται στη διαδικασία κατά την οποία έχει εισαχθεί, το δικαστήριο αποφαίνεται γι’ αυτό αυτεπαγγέλτως και διατάζει την εκδίκαση της κατά τη διαδικασία με την οποία δικάζεται” που εφαρμόζεται και ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου (ΑΠ 852/2001 ΕλλΔνη 2001, 929, ΜονΕφΠειρ 126/2014 ΝΟΜΟΣ, ΕφΘεσ 2492/2001 Αρμ. 2002. 67), προκύπτει ότι αν το πρωτοβάθμιο δικαστήριο προέβη στην εκδίκαση της υπόθεσης κατά μη προσήκουσα διαδικασία, το δευτεροβάθμιο, δεχόμενο τυπικά την έφεση, η οποία δεν θα πρέπει να έχει ως μοναδικό λόγο την εκδίκαση της αγωγής με εσφαλμένη διαδικασία, εκτός αν συνδέεται με βλάβη (ΕφΑθ 1747/1988 Δ 1990. 299), αλλά να στηρίζεται και/ή σε άλλους λόγους, κρατεί το ίδιο και δικάζει την υπόθεση κατά την προσήκουσα διαδικασία, εξαφανίζει δε την εκκαλούμενη απόφαση μόνο αν το επιβάλλει η τήρηση της προσήκουσας διαδικασίας, όπως προπάντων συμβαίνει όταν δημιουργείται αναρμοδιότητα του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (πρβλ. άρθρα 47 και 535 παρ. 2 ΚΠολΔ), ή αν σωρεύονται αγωγές υπαγόμενες σε διαφορετικά είδη διαδικασίας, αφού δεν είναι τότε δυνατή η συνεκδίκασή τους (άρθρα 218 παρ. 1 εδ. δ και 246 ΚΠολΔ), οπότε εξαφανίζει την πρωτόδικη απόφαση ως προς τη μία αγωγή, διατάσσει χωρισμό και παραπομπή ως προς αυτήν, ενώ κρατεί και δικάζει την άλλη, εκτός και αν δεν είναι δυνατή και ως προς αυτήν η άμεση εκδίκαση (ΜονΕφΘεσ 1137/2017 ΝΟΜΟΣ, ΕφΝαυπλ 460/2007 ΕΠολΔ 2008. 390, ΕφΠειρ 108/1997 ΕλλΔνη 1997. 1622, Μαργαρίτη στην ΕρμΚΠολΔ Κεραμέα/Κονδύλη/Νίκα, άρθρο 535 αριθ. 2 – πρβλ. ΑΠ 197/1994 ΕλλΔνη 1996. 64, βλ. όμως διαφορετικά ΕφΑθ 1374/2010 ΕΦΑΔ 2011. 205, ΕφΛαρ 170/2005 Δικογραφία 2005. 489, ΕφΑθ 9528/1996 ΕλλΔνη 1997. 688, ΕφΠειρ 996/1994 ΕλλΔνη 1996. 386). Στην προκειμένη περίπτωση, η εκκαλούσα – ενάγουσα άσκησε την από 05.01.2018 και με αριθμό κατάθεσης γενικό …../2018 και ειδικό ……/2018 αγωγή της, τακτικής διαδικασίας, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο με την υπ’ αριθ. 9900/2022 οριστική απόφασή του, κήρυξε εαυτό κατά τόπο αναρμόδιο και παρέπεμψε την αγωγή στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς ως αρμόδιο κατά τόπο Δικαστήριο, στη συνέχεια δε με την από 29.11.2022 και με αριθμό κατάθεσης γενικό ……./2022 και ειδικό ……/2022 κλήση της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, νομίμως επαναφέρθηκε προς συζήτηση η αγωγή της, στην οποία εξέθετε ότι τυγχάνει αλλοδαπή εταιρεία με την επωνυμία «…………..», η οποία εδρεύει στην ……….. και εκπροσωπείται νόμιμα και ότι έχει ως αντικείμενο δραστηριότητάς της την εμπορία φρούτων και λαχανικών και την παροχή υπηρεσιών μεσιτείας και μεταφορών, εντός της ελληνικής επικράτειας και των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ότι δυνάμει του από 02.01.2016 ιδιωτικού συμφωνητικού μίσθωσης οχημάτων που κατήρτισε με τον ………….., ως ιδιοκτήτη οκτώ οχημάτων δημόσιας χρήσης, μεταξύ των οποίων και το με αριθμό κυκλοφορίας …………..όχημα έλξης ρυμουλκούμενου, εργοστασίου κατασκευής SCANIA, με ημερομηνία πρώτης άδειας κυκλοφορίας 2004, χρώματος λευκού, μίσθωσε από τον τελευταίο τη χρήση των ανωτέρω οχημάτων, ότι δυνάμει του από 02.01.2016 ιδιωτικού συμφωνητικού μίσθωσης οχημάτων, συμφωνήθηκε η αποκλειστική εκμετάλλευση των οχημάτων από την ίδια, αντί συμφωνηθέντος μισθώματος, ενώ συμφωνήθηκε η ανάληψη εκ μέρους της όλων των δαπανών λειτουργίας και κίνησης των οχημάτων, που αφορούσαν στη συντήρηση, στην αγορά ελαστικών και ανταλλακτικών, στην αγορά καυσίμων και λιπαντικών και στην καταβολή τυχόν επιβληθέντων διοικητικών προστίμων, καθώς και η αποκατάσταση εκ μέρους της κάθε φθοράς των οχημάτων, πλην της συνήθους, ότι ο εκμισθωτής – ιδιοκτήτης των οχημάτων ανέλαβε την υποχρέωση να παρέχει τις υπηρεσίες των επαγγελματιών οδηγών των οχημάτων και να καταβάλει τις κάθε είδους αποδοχές αυτών, συμπεριλαμβανομένων των ασφαλιστικών εισφορών που τον βάρυναν και αφορούσαν στην ασφάλιση των οδηγών, ενώ η ίδια ανέλαβε την υποχρέωση να καταβάλει τις δαπάνες ταξιδιού των οδηγών, ότι σε εκτέλεση του από 02.01.2016 ιδιωτικού συμφωνητικού μίσθωσης οχημάτων, της παρέδωσε τη χρήση, μεταξύ άλλων, του με αριθμό κυκλοφορίας ……….. οχήματος, για το οποίο ο εκμισθωτής – ιδιοκτήτης είχε προσλάβει τον εναγόμενο, ως επαγγελματία οδηγό, ότι από τον Δεκέμβριο του έτους 2015 έως την 01.02.2017, σε εκτέλεση της συμβατικής της υποχρέωσης από την από 02.01.2016 σύμβαση μίσθωσης οχημάτων, κατέβαλε στον εναγόμενο τμηματικώς, με μεταφορά από τον τηρούμενο στην Τράπεζα ………… λογαριασμό της στους τηρούμενους στις Τράπεζες …… και …….. λογαριασμούς του εναγόμενου τα ειδικότερα εκτιθέμενα στο δικόγραφο ποσά, συνολικού ύψους 32.964,00 ευρώ, για την κάλυψη των δαπανών λειτουργίας και κίνησης του ως άνω οχήματος, πλην όμως ο εναγόμενος αρνήθηκε να της προσκομίσει τα παραστατικά των εν λόγω δαπανών, παρά τις συνεχείς οχλήσεις της, ότι ακολούθως ο εναγόμενος κατέστη αδικαιολόγητα πλουσιότερος σε βάρος της περιουσίας της κατά το ανωτέρω ποσό των 32.964,00 ευρώ, αφού εξαιτίας της άρνησής του να της προσκομίσει τα παραστατικά των δαπανών λειτουργίας και κίνησης του οχήματος, εισέπραξε αχρεωστήτως το ποσό αυτό, ιδιοποιούμενος χρήματα που δεν του ανήκαν και περιήλθαν στην κατοχή του, ο δε πλουτισμός του εναγόμενου σώζεται, ότι την 31.01.2017, ο εναγόμενος οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ………. όχημα και εκτελώντας μεταφορά εμπορευμάτων από τον Πειραιά προς την Ιταλία, αφού έφτασε στο λιμάνι της Πάτρας και μετά την επιβίβαση – φόρτωση του οχήματος στο πλοίο, δημιούργησε επεισόδιο ισχυριζόμενος ότι δήθεν του οφείλονταν οι αποδοχές του μηνός Ιανουαρίου του έτους 2017 από τον εργοδότη αυτού, εκμισθωτή – ιδιοκτήτη του οχήματος, ακύρωσε το δρομολόγιο και επέστρεψε οδηγώντας το όχημα στον Ασπρόπυργο Αττικής, όπου διατηρούσε ο εργοδότης του εγκαταστάσεις φύλαξης των οχημάτων του, ότι κατά τη διάρκεια της διαδρομής από την Πάτρα στον Ασπρόπυργο Αττικής, ενεργώντας από πρόθεση με σκοπό να την ζημιώσει, άλλως από αμέλεια κατά την οδήγηση του οχήματος, παραβίασε τις διατάξεις του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας σχετικά με τα όρια ταχύτητας των οχημάτων, με αποτέλεσμα να προξενήσει φθορές στο ως άνω όχημα, σύμφωνα με σχετική τεχνική πραγματογνωμοσύνη, για την αποκατάσταση των οποίων η ίδια κατέβαλε στην εταιρεία «………………» που διατηρεί συνεργείο επισκευής οχημάτων στον Ασπρόπυργο Αττικής, το ποσό των 2.271,53 ευρώ για αγορά ανταλλακτικών και το ποσό των 330,00 ευρώ για εργασία, ήτοι το συνολικό ποσό των 2.601,53 ευρώ, ότι εκτός από την ανωτέρω περιουσιακή ζημία της, υπέστη και ηθική βλάβη, αφού τρώθηκε η επαγγελματική της φήμη, εξαιτίας της καθυστέρησης δύο ημερών κατά την παράδοση των εμπορευμάτων στην Ιταλία. Με βάση αυτό το ιστορικό ζήτησε να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να της καταβάλει το ανωτέρω ποσό των 32.964,00 ευρώ, με βάση τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, καθώς και το ανωτέρω ποσό των 2.601,53 ευρώ ως αποζημίωση προς αποκατάσταση της περιουσιακής της ζημίας και το ποσό των 10.000,00 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση προς αποκατάσταση της ηθικής της βλάβης, ήτοι το συνολικό ποσό των 45.565,53 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την ολοσχερή εξόφληση και να καταδικασθεί ο εναγόμενος στη δικαστική της δαπάνη. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την υπ’ αριθ. 4206/2024 οριστική απόφασή του, απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας κατά το μέρος της που επιχειρείται να θεμελιωθεί στις διατάξεις περί αδικοπραξιών αναφορικά με το κονδύλιο αποζημίωσης ύψους 2.601,53 ευρώ, προς αποκατάσταση της περιουσιακής ζημίας της ενάγουσας, και το κονδύλιο χρηματικής ικανοποίησης ύψους 10.000,00 ευρώ, προς αποκατάσταση της ηθικής της βλάβης, και ως μη νόμιμη κατά το μέρος της που επιχειρείται να θεμελιωθεί στις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού αναφορικά με το κονδύλιο των 32.964,00 ευρώ, κατά το οποίο φέρεται ο εναγόμενος να κατέστη αδικαιολόγητα πλουσιότερος σε βάρος της περιουσίας της ενάγουσας, ενώ συμψήφισε τη δικαστική δαπάνη μεταξύ των διαδίκων. Η εκκαλούσα – ενάγουσα προσβάλει την απόφαση αυτή με την από 09.02.2025 έφεσή της για τους περιεχόμενους σ’ αυτήν λόγους, που ανάγονται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και ζητεί την εξαφάνισή της προκειμένου να γίνει δεκτή η αγωγή της στο σύνολό της. Ωστόσο, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο προέβη στην εκδίκαση της κρινόμενης αγωγής, κατά την τακτική διαδικασία, αντί της ειδικής διαδικασίας των περιουσιακών διαφορών των άρθρων 614 επ. του ΚΠολΔ, και ειδικότερα των μισθωτικών διαφορών, όπως έπρεπε, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη νομική σκέψη, δεδομένου ότι από την επισκόπηση της υπό κρίση αγωγής και των προσκομιζόμενων εγγράφων προκύπτει ότι η κρινόμενη υπόθεση εκδικάζεται κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, και ειδικότερα των μισθωτικών διαφορών, ήτοι των κύριων ή παρεπόμενων διαφορών από μίσθωση κάθε είδους πράγματος ή άλλου προσοδοφόρου αντικειμένου ή από επίμορτη αγροληψία, και όχι κατά την τακτική διαδικασία, αφού, υπό τα εκτιθέμενα στην αγωγή, δυνάμει του από 02.01.2016 ιδιωτικού συμφωνητικού μίσθωσης οχημάτων, συμφωνήθηκε η εκμετάλλευση προσοδοφόρων πραγμάτων από την ενάγουσα, αντί συμφωνηθέντος μισθώματος, ενώ συμφωνήθηκε η ανάληψη εκ μέρους της υποχρέωσης καταβολής όλων των δαπανών λειτουργίας και κίνησης των οχημάτων, και η αποκατάσταση εκ μέρους της κάθε φθοράς των οχημάτων, πλην της συνήθους, ο δε εκμισθωτής – ιδιοκτήτης των οχημάτων ανέλαβε την υποχρέωση να παρέχει τις υπηρεσίες επαγγελματιών οδηγών των οχημάτων και να καταβάλει τις κάθε είδους αποδοχές αυτών, συμπεριλαμβανομένων των ασφαλιστικών εισφορών, ενώ η ενάγουσα ανέλαβε την υποχρέωση να καταβάλει τις δαπάνες ταξιδιού των οδηγών και ότι σε εκτέλεση του από 02.01.2016 ιδιωτικού συμφωνητικού μίσθωσης οχημάτων, παραδόθηκε στην ενάγουσα η χρήση, μεταξύ άλλων, του με αριθμό κυκλοφορίας ………… οχήματος, για το οποίο ο εκμισθωτής – ιδιοκτήτης είχε προσλάβει τον εναγόμενο, ως επαγγελματία οδηγό, ο οποίος φέρεται να κατέστη αδικαιολόγητα πλουσιότερος σε βάρος της περιουσίας της ενάγουσας και να τέλεσε αδικοπραξία σε βάρος της, πράξεις που σχετίζονται με τη λειτουργία της από 02.01.2016 σύμβασης μίσθωσης προσοδοφόρων πραγμάτων. Κατόπιν τούτων, πρέπει να ερευνηθεί η έφεση ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της, κατ’ αυτεπάγγελτη του Δικαστηρίου έρευνα, κατά την προσήκουσα ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών των άρθρων 614 επ. του ΚΠολΔ, και ειδικότερα των μισθωτικών διαφορών, και όχι κατά την τακτική διαδικασία, κατά την οποία εισήχθη, όπως ορίζει η διάταξη του άρθρου 591 παρ. 2 του ΚΠολΔ, χάριν της αρχής της οικονομίας της δίκης, εφόσον από την άλλη γενική αρχή της καλόπιστης διεξαγωγής της δίκης, δεν επιβάλλεται εν προκειμένω η αναπομπή της υπόθεσης στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ώστε αυτό να εφαρμόσει την προσήκουσα διαδικασία και εφόσον, επιπρόσθετα, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ήταν καθ’ ύλη αρμόδιο για την εκδίκαση της αγωγής.

Επί αστικών και εμπορικών υποθέσεων που εμφανίζουν στοιχείο αλλοδαπότητας, ήτοι συνδέονται και με άλλες έννομες τάξεις πέραν αυτής του δικάζοντος δικαστηρίου, καλείται, καταρχήν, σε εφαρμογή ο εκτοπίζων τις περί διεθνούς δικαιοδοσίας εθνικές δικονομικές ρυθμίσεις Κανονισμός (ΕΚ) 44/2001 του Συμβουλίου της 22ας Δεκεμβρίου 2000 «για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις» (Κανονισμός «Βρυξέλλες I») και σε σχέση με τις ασκούμενες από τις 10.01.2015 αγωγές, ο Κανονισμός (ΕΕ) 1215/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 12ης Δεκεμβρίου 2012 «για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις» (Κανονισμός «Βρυξέλλες Ια, Αναδιατύπωση»). Πρωταρχικός στόχος του Κανονισμού Βρυξέλες Ι, όπως πανηγυρικά διακηρύσσεται στις με αριθμούς 2 και 6 αιτιολογικές του σκέψεις, είναι η επίτευξη της ελεύθερης κυκλοφορίας των δικαστικών αποφάσεων μεταξύ των ευρωπαϊκών κρατών, μελών της τότε Κοινότητας και ήδη Ένωσης, ως τμήμα της ελεύθερης κυκλοφορίας των προσώπων και των αγαθών, με την απλούστευση των διατυπώσεων για την ταχεία και απλή αναγνώριση και εκτέλεση τους στο έδαφος άλλου κράτους από εκείνο τα Δικαστήρια του οποίου τις εξέδωσαν (ΑΠ 1028/2009 ΕΠολΔ 2010. 51). Προϋπόθεση αυτής είναι η κατανομή της διεθνούς δικαιοδοσίας στη βάση ομοιόμορφων κανόνων με υψηλό βαθμό προβλεψιμότητας, των οποίων η ορθή εφαρμογή θα εξασφαλιστεί με την επίδειξη αμοιβαίας εμπιστοσύνης (αιτιολογική σκέψη 16) στα δικαιϊκά συστήματα των κρατών μελών και στα δικαστικά τους όργανα. Το σύστημα κοινών κανόνων διεθνούς δικαιοδοσίας που θεσπίζονται στο κεφάλαιο II του Κανονισμού στηρίζεται στον γενικό κανόνα του άρθρου 2 παράγραφος 1 του Κανονισμού αυτού, κατά τον οποίο τα πρόσωπα που έχουν την κατοικία τους εντός κράτους μέλους ενάγονται ενώπιον των δικαστηρίων του κράτους αυτού, ανεξαρτήτως αν ο εναγόμενος ή ο ενάγων έχουν την ιθαγένεια του forum, είτε άλλου κράτους μέλους, είτε τρίτης χώρας, και χωρίς να ασκεί επιρροή η κατοικία του ενάγοντος ή το εφαρμοστέο επί της υπόθεσης ουσιαστικό δίκαιο. Μόνο κατά παρέκκλιση από τον γενικό κανόνα περί διεθνούς δικαιοδοσίας των δικαστηρίων της κατοικίας του εναγόμενου προβλέπεται, στο κεφάλαιο II, τμήμα 2, του Κανονισμού, σειρά ειδικών βάσεων διεθνούς δικαιοδοσίας. Κρίσιμος χρόνος για τη θεμελίωση της γενικής δικαιοδοτικής βάσης του Κανονισμού είναι αυτός της έναρξης της εκκρεμοδικίας, δηλαδή της άσκησης της αγωγής, υπό την έννοια της αποκρυστάλλωσης τότε της διεθνούς δικαιοδοσίας του forum (perpetuatio fori), η οποία διατηρείται έκτοτε, ακόμα και αν ο εναγόμενος μεταβάλει μεταγενέστερα τον τόπο της κατοικίας ή της έδρας του. Ο τόπος κατοικίας καθορίζεται σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους μέλους του επιλαμβανόμενου δικαστηρίου. Συγκεκριμένα, για να διαπιστωθεί ο τόπος της κατοικίας του εναγόμενου, το μεν άρθρο 59 σημείο 1 του Κανονισμού, που εφαρμόζεται όταν αυτός είναι φυσικό πρόσωπο, παραπέμπει στο δίκαιο του δικάζοντος δικαστηρίου, δικονομικό και ουσιαστικό, δηλαδή στην περίπτωση ελληνικού forum στις διατάξεις των άρθρων 51 – 56 του ΑΚ, κατά τις οποίες ως κατοικία νοείται η γεωγραφική περιοχή, στην οποία το πρόσωπο έχει επιλέξει να καταστήσει κατά τρόπο μόνιμο και σταθερό το επίκεντρο της διαβίωσης, των δραστηριοτήτων και των σχέσεών του, ατομικών και επαγγελματικών, ενώ, αν ενάγεται νομικό πρόσωπο, αναζητείται η έδρα του, η οποία καθορίζεται από το άρθρο 60 σημείο 1 του Κανονισμού (ΜονΕφΑθ 99/2025 ΝΟΜΟΣ). Εξάλλου, αναφορικά με το εφαρμοστέο από τα ελληνικά δικαστήρια δίκαιο, επισημαίνεται ότι από την 11.01.2009 άρχισε να εφαρμόζεται και στην Ελλάδα, όπως άλλωστε και σε όλα τα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης πλην της Δανίας, ο Κανονισμός 864/2007 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 11ης Ιουλίου 2007 για το εφαρμοστέο δίκαιο στις εξωσυμβατικές ενοχές (Ρώμη ΙΙ). Με τον Κανονισμό αυτό ο κοινοτικός νομοθέτης ορίζει ότι επί των εξωσυμβατικών ενοχών το εφαρμοστέο δίκαιο δεν θα είναι πλέον το δίκαιο του τόπου όπου διαπράχθηκε το αδίκημα (lex loci delicti commissi), του άρθρου 26 του ΑΚ, αλλά κατ’ αρχήν το δίκαιο της χώρας στην οποία επέρχεται η άμεση ζημία, ανεξαρτήτως της χώρας στην οποία συνέβη το ζημιογόνο γεγονός ή των χωρών στις οποίες το γεγονός αυτό παράγει έμμεσα αποτελέσματα (άρθρο 4 παρ. 1 του Κανονισμού). Με τη ρύθμιση αυτή επέρχεται μία ριζοσπαστική καινοτομία και εγκαταλείπεται η αρχή “lex loci delicti commissi”, η οποία εφαρμοζόταν κατά τρόπο πάγιο από το σύνολο σχεδόν των κρατών-μελών, όπως τονίζεται και στην παράγραφο 15 του προοιμίου εκτιμήσεων του εν λόγω Κανονισμού. Με τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 προσδιορίζεται το ουσιαστικό πεδίο εφαρμογής του Κανονισμού. Με την εν λόγω διάταξη ορίζεται ότι «Ο παρών Κανονισμός εφαρμόζεται στις εξωσυμβατικές ενοχές αστικού και εμπορικού δικαίου, σε περίπτωση που περιλαμβάνουν σύγκρουση δικαίων. Δεν εφαρμόζεται ιδίως σε φορολογικές, τελωνειακές ή διοικητικές υποθέσεις ούτε στην ευθύνη του κράτους για πράξεις ή παραλείψεις κατά την άσκηση κρατικής εξουσίας (“acta jure imperii”)». Από τη διατύπωση αυτής της διάταξης προκύπτει με σαφήνεια ότι το ουσιαστικό πεδίο εφαρμογής του Κανονισμού προσδιορίζεται και οριοθετείται από τα ακόλουθα δύο στοιχεία: 1) πρέπει να υπάρχει κατ’ αρχήν εξωσυμβατική ενοχή του αστικού ή του εμπορικού δικαίου και 2) στις ενοχές αυτές να ενυπάρχει το στοιχείο της σύγκρουσης δικαίων. Η έννοια της εξωσυμβατικής ενοχής δεν προσδιορίζεται στον Κανονισμό και χρειάζεται, επομένως, ιδιαίτερη ερμηνευτική προσέγγιση. Τόσο στο προοίμιο εκτιμήσεων του Κανονισμού (αριθ. 11) όσο και στην πρόταση της Επιτροπής (αριθ. 1.2.) τονίζεται ότι η έννοια της εξωσυμβατικής ενοχής ποικίλλει σε διάφορα κράτη μέλη. Επομένως, και για τους σκοπούς του Κανονισμού οι εξωσυμβατικές ενοχές πρέπει να νοηθούν ως αυτοτελής έννοια, το περιεχόμενο της οποίας αφέθηκε να προσδιοριστεί από το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ΔΕΚ), ήδη Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ). Δεδομένου ότι η έννοια αυτή εμπεριέχεται τόσο στη σύμβαση της Ρώμης, όσο και στον Κανονισμό “Βρυξέλλες I”, δηλαδή τον Κανονισμό 44/2001 (άρθρο 5 παρ. 3), το ΔΕΕ έχει ήδη διαμορφώσει την ακόλουθη νομολογιακή θέση για τον προσδιορισμό αυτής της έννοιας: Στις εξωσυμβατικές ενοχές περιλαμβάνονται κατ’ αρχήν εκείνες που ως γενεσιουργό γεγονός έχουν την αδικοπραξία. Παράλληλα, όμως, στην έννοια αυτή εμπίπτουν και οι αξιώσεις, οι οποίες απορρέουν από «οιονεί αδικοπραξία» και περιλαμβάνουν κυρίως τις αξιώσεις από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, τη διοίκηση αλλοτρίων και την προσυμβατική ευθύνη. Άλλωστε το πλάτος της έννοιας της εξωσυμβατικής ενοχής, όπως αυτή προσδιορίζεται ως άνω, ρητά καθορίζεται στο άρθρο 2 παρ. 1 του Κανονισμού. Η αδικοπραξία περιλαμβάνει οποιαδήποτε πράξη αντίκειται σε κείμενη διάταξη, δηλαδή είναι παράνομη, ανεξάρτητα αν αυτή θεμελιώνεται σε υποκειμενική (άρθρο 914 επ. του ΑΚ) ή σε αντικειμενική ευθύνη του υπόχρεου. Στην ελληνική βιβλιογραφία και τη νομολογία υιοθετείται η πάγια θέση ότι η «αδικοπραξία ταυτίζεται εννοιολογικά με το αδίκημα», και ο όρος αυτός χρησιμοποιείται ταυτόσημα από τον Έλληνα νομοθέτη τόσο στο εσωτερικό ουσιαστικό δίκαιο (άρθρο 932 του ΑΚ), όσο και στις διατάξεις του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου (άρθρο 26 ΑΚ). Με το άρθρο 3 του Κανονισμού αναγορεύεται το δίκαιο που καθορίζεται ως εφαρμοστέο από τον Κανονισμό ως δίκαιο καθολικής εφαρμογής, ανεξάρτητα από το εάν αυτό είναι το δίκαιο κράτους μέλους ή όχι. Με τη διάταξη αυτή καθιερώνεται ο “οικουμενικός χαρακτήρας” των διατάξεων του Κανονισμού, όπως τονίζεται και στην επικεφαλίδα αυτού του άρθρου και έχει την έννοια ότι η διάταξη αυτή μπορεί να οδηγήσει στην εφαρμογή όχι μόνο του δικαίου κράτους μέλους, αλλά και του δικαίου άλλου κράτους μη μέλους της Ένωσης. Συνέπεια αυτής της διάταξης είναι ότι αντικαθίσταται από τον Κανονισμό, και σε όλο το πεδίο της ενδεχόμενης εφαρμογής του, ολόκληρο το κεφάλαιο του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου των κρατών μελών που αφορά τις εξωσυμβατικές ενοχές. Το άρθρο 4 αποτελεί το θεμέλιο των ρυθμίσεων του Κανονισμού, αφού με τις διατάξεις του προσδιορίζεται το εφαρμοστέο δίκαιο επί των εξωσυμβατικών ενοχών. Ειδικότερα, στην πρώτη παράγραφο αυτού του άρθρου ορίζεται ότι επί εξωσυμβατικής ενοχής η οποία απορρέει από αδικοπραξία εφαρμοστέο είναι το δίκαιο της χώρας «στην οποία επέρχεται η ζημία, ανεξαρτήτως της χώρας στην οποία έλαβε χώρα το ζημιογόνο γεγονός καθώς και της χώρας ή των χωρών στις οποίες το εν λόγω γεγονός παράγει έμμεσα αποτελέσματα». Όπως προκύπτει από τη διάταξη αυτή ο κοινοτικός νομοθέτης θεσπίζει ως πρωταρχικό συνδετικό στοιχείο του εφαρμοστέου δικαίου την «άμεση ζημία». Με τη ρύθμιση αυτή εγκαταλείπεται, πλέον, η αρχή του άρθρου 26 του ΑΚ, με την οποία αναγορευόταν ως συνδετικό στοιχείο επί αδικοπραξιών το δίκαιο του τόπου όπου διαπράχθηκε το αδίκημα. Η διάταξη αυτή δεν προσδιορίζει ευθέως την άμεση ζημία ως συνδετικό στοιχείο, αλλά αυτό συνάγεται από την ίδια τη διατύπωσή της, αφού αποκλείεται η εφαρμογή του δικαίου της χώρας ή των χωρών, στις οποίες το ζημιογόνο γεγονός παράγει έμμεσα αποτελέσματα, όπως επίσης και της χώρας στην οποία συνέβη το ζημιογόνο αυτό γεγονός. Η θέση αυτή επιβεβαιώνεται και από το προοίμιο εκτιμήσεων του Κανονισμού, στο άρθρο 16 του οποίου ρητά αναφέρεται η “άμεση ζημία” (lex loci damni) η οποία αποτελεί και το συνδετικό στοιχείο του εφαρμοστέου δικαίου κατά την έννοια αυτής της διάταξης. Η διάταξη αυτή, σύμφωνα με το άρθρο 17 του προοιμίου του Κανονισμού εφαρμόζεται τόσο για τη βλάβη της περιουσίας, όσο και για τη βλάβη του προσώπου. Με τη διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 4 του Κανονισμού εισάγεται παρέκκλιση από την πάρα πάνω γενική αρχή που καθιερώνεται με τη διάταξη της παραγράφου 1 αυτού του άρθρου. Η εν λόγω διάταξη ορίζει ότι αν ο φερόμενος ως υπαίτιος και ο ζημιωθείς έχουν κατά το χρόνο επέλευσης της ζημίας την συνήθη διαμονή τους στην ίδια χώρα, εφαρμόζεται το δίκαιο της χώρας αυτής. Εφόσον, δηλαδή, συντρέχουν οι προϋποθέσεις που ορίζει αυτή η διάταξη (κοινή συνήθης διαμονή) αυτή αποτελεί στην εν λόγω περίπτωση το συνδετικό στοιχείο, το οποίο και αποκλείει την «άμεση ζημία» ως συνδετικό στοιχείο της υπόθεσης. Ο Κανονισμός θεωρεί τη συνήθη διαμονή των φυσικών προσώπων ως πραγματικό γεγονός, το οποίο θα κριθεί σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από το δικαστήριο. Αυτό προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 23 αυτού, όπου προσδιορίζεται η έννοια της συνήθους διαμονής των εταιρειών και άλλων ενώσεων νομικών προσώπων, υποκαταστημάτων και αντιπροσωπειών αυτών, όπως επίσης και των φυσικών προσώπων, τα οποία εμπλέκονται σε μία εξωσυμβατική ενοχή, μόνο όμως όταν ενεργούν μέσα στα πλαίσια της επαγγελματικής τους δραστηριότητας. Έτσι στην πρώτη περίπτωση των νομικών προσώπων ως συνήθης διαμονή τους νοείται ο τόπος στον οποίο βρίσκεται η εταιρική τους διοίκηση, ενώ στην δεύτερη περίπτωση του φυσικού προσώπου ως συνήθης διαμονή νοείται ο τόπος στον οποίο το πρόσωπο αυτό έχει την κύρια επαγγελματική του εγκατάσταση. Δηλαδή στην πρώτη περίπτωση ο κοινοτικός νομοθέτης ακολουθεί τη θεωρία της εγκατάστασης και όχι εκείνη της ίδρυσης του νομικού προσώπου, ενώ στη δεύτερη περίπτωση επιλέγει, αντί της κατοικίας, την κύρια επαγγελματική εγκατάσταση. Από την ίδια τη διατύπωση αυτής της διάταξης απορρέει και η υποχρεωτική εφαρμογή της από τον δικαστή, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις της, χωρίς να επαφίεται σε αυτόν η διακριτική ευχέρεια της εφαρμογής της ή όχι. Με την τρίτη παράγραφο του άρθρου 4 του Κανονισμού εισάγεται η αποκαλούμενη ρήτρα διαφυγής από τις διατάξεις των παραγράφων 2 και 1 αυτού του άρθρου. Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, εφόσον συντρέχουν ορισμένες προϋποθέσεις, ο δικαστής έχει την ευχέρεια να μην εφαρμόσει τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 αυτού του άρθρου, αλλά να οδηγηθεί στην εφαρμογή του δικαίου που ορίζεται από αυτή τη διάταξη και το οποίο είναι διαφορετικό από εκείνο που ορίζουν οι δυο προηγούμενες. Ως συνδετικό στοιχείο χρησιμοποιείται στη διάταξη αυτή ο προδήλως στενότερος δεσμός τον οποίο εμφανίζει η αδικοπραξία με χώρα άλλη από εκείνη που ορίζεται στις παραγράφους 1 και 2 του άρθρου αυτού. Σύμφωνα με τη ρητή διατύπωση αυτής της διάταξης, η έρευνα της ύπαρξης του παραπάνω συνδετικού στοιχείου, το οποίο καθορίζεται με αυτήν, προηγείται της έρευνας του συνδετικού στοιχείου, που καθορίζεται από τις παραγράφους 2 (κοινή συνήθης διαμονή) και 1 (άμεση ζημία) του άρθρου 4. Αν λοιπόν ο δικαστής κρίνει ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής αυτής της διάταξης υποχρεούται να την εφαρμόσει, αποκλείοντας τα συνδετικά στοιχεία που ορίζονται από τις δύο άλλες παραγράφους αυτού του άρθρου. Η έρευνα της συνδρομής των προϋποθέσεων εφαρμογής αυτής της διάταξης εναπόκειται στην κρίση του δικαστή, όπως προκύπτει από τη διατύπωση του δεύτερου εδαφίου της τρίτης παραγράφου αυτού του άρθρου, όπου χρησιμοποιείται από τον κοινοτικό νομοθέτη η λέξη «μπορεί», η οποία, ακριβώς, αφήνει περιθώρια διακριτικής ευχέρειας του εφαρμοστή του δικαίου. Στη διάταξη αυτή εξειδικεύεται ενδεικτικά ο στενότερος αυτός δεσμός ο οποίος μπορεί να βασίζεται ιδίως σε προϋπάρχουσα σχέση μεταξύ των μερών, όπως σύμβαση, η οποία συνδέεται στενά με την εν λόγω αδικοπραξία. Κατόπιν των ανωτέρω, ο εφαρμοστής του δικαίου όταν έχει να αντιμετωπίσει εξωσυμβατική ενοχή που φέρει στοιχεία αλλοδαπότητας και τις συνέπειές της θα πρέπει να προχωρήσει με τον ακόλουθο τρόπο: 1. Θα ελέγξει κατ’ αρχήν αν τα μέρη έχουν συνάψει έγκυρη συμφωνία επιλογής δικαίου, σύμφωνα με το άρθρο 14 του Κανονισμού, οπότε εφαρμοστέο είναι το δίκαιο που έχει επιλεγεί από αυτούς. 2. Αν διαπιστώσει ότι δεν υπάρχει τέτοια συμφωνία, θα ελέγξει αν τα εμπλεκόμενα μέρη έχουν την συνήθη διαμονή τους κατά το χρόνο επέλευσης της ζημίας στην ίδια χώρα. Σε καταφατική περίπτωση θα εφαρμόσει το δίκαιο που ισχύει σε αυτή τη χώρα, σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ. 2 του Κανονισμού. Αν όμως διαπιστωθεί ότι παρουσιάζει προδήλως στενότερο σύνδεσμο με άλλη χώρα από αυτήν της κοινής συνήθους διαμονής των εμπλεκομένων, τότε θα εφαρμοσθεί το τελευταίο αυτό δίκαιο κατ’ αποκλεισμό του πρώτου, σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 3 αυτού του άρθρου. 3. Αν λείπει το στοιχείο αυτό της κοινής συνήθους διαμονής, τότε εφαρμόζεται το δίκαιο της χώρας στην οποία επήλθε η άμεση ζημία, κατά το άρθρο 4 παρ. 1 του Κανονισμού. Και πάλι όμως η εφαρμογή του δικαίου που ορίζεται από αυτή τη διάταξη αποκλείεται και εφαρμόζεται το δίκαιο της χώρας με το οποίο η εξωσυμβατική ενοχή παρουσιάζει προδήλως στενότερο δεσμό, εφόσον διαπιστωθεί ότι συντρέχει η τελευταία αυτή προϋπόθεση (ΑΠ 291/2025 ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 1 του Κανονισμού 864/2007 η υποχρέωση επιστροφής που πηγάζει από αδικαιολόγητο πλουτισμό θεωρείται ως «εξωσυμβατική ενοχή», εμπίπτει στον εν λόγω κανονισμό και αποτελεί, κατά το άρθρο 10 αυτού, αντικείμενο ειδικών κανόνων συγκρούσεως νόμων (ΔΕΕ 21.01.2016, C-359/14 και C-475/14, EU:C:2016:40, σκέψεις 45 και 46). Ωστόσο, μια αξίωση επιστροφής λόγω αδικαιολόγητου πλουτισμού ενδέχεται, υπό ορισμένες περιστάσεις, να συνδέεται στενά με υφιστάμενη συμβατική σχέση μεταξύ των διαδίκων και, για τον λόγο αυτό, να θεωρηθεί ότι πρόκειται για «διαφορά εκ συμβάσεως», κατά την έννοια του άρθρου 5, σημείο 1, στοιχείο α’, του Κανονισμού αυτού. Αυτό συμβαίνει, ιδίως όταν ο ενάγων προβάλλει αξίωση από αδικαιολόγητο πλουτισμό που συνδέεται στενά με συμβατική υποχρέωση, την οποία θεωρεί άκυρη ή η οποία δεν εκπληρώθηκε από τον εναγόμενο ή την οποία θεωρεί ότι «εκπλήρωσε πέραν του δέοντος», προκειμένου να δικαιολογήσει το δικαίωμά του για επιστροφή παροχής. Σε αυτή την περίπτωση, το ΔΕΕ έχει αποφανθεί ότι αξίωση επιστροφής παροχών, οι οποίες εκπληρώθηκαν βάσει άκυρης σύμβασης, εμπίπτει στην κατηγορία αυτή (ΔΕΕ 20.4.2016, C-366/13, EU:C:2016:282, σκέψεις 55 και 58). Και τούτο διότι, ένας τέτοιος σύνδεσμος συνάδει με τους σκοπούς της εγγύτητας και της ορθής απονομής της δικαιοσύνης, τους οποίους επιδιώκει το άρθρο 5, σημείο 1, στοιχείο α’, του Κανονισμού 44/2001, που επιβάλλουν να έχει το forum της σύμβασης τη δυνατότητα να αποφανθεί για τις συνέπειες της ακυρότητας, της μη εκτέλεσης ή της πέραν του δέοντος εκτέλεσης της σύμβασης και, επομένως, για τυχόν επιστροφές που απορρέουν εξ αυτών, όταν υφίσταται ιδιαίτερα στενός σύνδεσμος μεταξύ της αξίωσης και του δικαστηρίου του τόπου όπου εκπληρώθηκε ή πρέπει να εκπληρωθεί η παροχή, κατά την έννοια της διάταξης αυτής. Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι αγωγή, η οποία στηρίζεται στις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού, δεν εμπίπτει στις διαφορές εκ συμβάσεως, εκτός εάν η αγωγή αυτή, όπως προαναφέρθηκε, συνδέεται στενά με προϋπάρχουσα συμβατική σχέση μεταξύ των διαδίκων (Δεληκωστόπουλος, Ευρωπαϊκή Πολιτική Δικονομία, εκδ. 2024, αριθ. 3/5, 4/6 υποσημείωση 48). Επισημαίνεται ότι η αξίωση επιστροφής ορισμένης παροχής λόγω αδικαιολόγητου πλουτισμού ενδέχεται να μην εμπίπτει ούτε στις διαφορές εκ συμβάσεως, κατά την έννοια του άρθρου 5, σημείο 1, στοιχείο α’, του Κανονισμού 44/2001, ούτε στις ενοχές εξ αδικοπραξίας ή οιονεί αδικοπραξίας, κατά την έννοια του άρθρου 5, σημείο 3, του Κανονισμού αυτού. Τούτο συμβαίνει, πράγματι, όταν η αξίωση δεν συνδέεται στενά με προϋπάρχουσα συμβατική σχέση μεταξύ των διαδίκων της συγκεκριμένης διαφοράς. Σε μια τέτοια περίπτωση, η αξίωση επιστροφής ορισμένης παροχής λόγω αδικαιολόγητου πλουτισμού υπάγεται στην αρμοδιότητα των δικαστηρίων του κράτους μέλους της κατοικίας του εναγόμενου, σύμφωνα με τον γενικό κανόνα του άρθρου 2, παράγραφος 1, του Κανονισμού 44/2001 (ΔΕΕ, 09.12.2021, C-242/20, σκέψη 51). Εξάλλου, σε περίπτωση παράνομης καταστροφής ή βλάβης πράγματος, επομένως και αυτοκινήτου, νομέας του οποίου είναι πρόσωπο άλλο από τον κύριο του, αποζημίωση συνισταμένη στην χρηματική αξία του, λόγω καταστροφής του ή στην μείωση της αξίας του, λόγω βλάβης του, δικαιούται να απαιτήσει ο κύριος η περιουσία του οποίου ελαττώθηκε κατά το αντίστοιχο ποσό, ενώ ο νομέας ή ο κάτοχος (π.χ. μισθωτής, θεματοφύλακας, χρησάμενος κλπ.) δικαιούται να ζητήσει αποζημίωση συνισταμένη στο κέρδος το οποίο ενδεχομένως απώλεσε από την στέρηση της χρήσης ή εκμετάλλευσης του πράγματος, ή στις δαπάνες που αναγκαίως υποβλήθηκε για να το επαναφέρει σε κατάσταση που να επιτρέπει την εκμετάλλευση ή χρήση του, στην οποία αυτός δικαιούται (ΑΠ 1495/2001 ΧρΙΔ 2001. 882, ΑΠ 983/1986 ΝοΒ 36. 339, ΑΠ 611/1984 ΝοΒ 33. 439, ΕφΠατρ 153/2006 ΑχαΝομ 2007. 37, ΕφΠατρ 519/2002 ΑχαΝομ 2003. 59, ΕφΑθ 3749/1990 ΕλλΔνη 33. 849). Έτσι, ο κάτοχος αυτοκινήτου δυνάμει συμβάσεως μισθώσεως προσοδοφόρου αντικειμένου (άρθρο 638 του ΑΚ), εφόσον, δυνάμει του νόμου ή της οικείας σύμβασης, υποχρεούται να ανορθώσει τη ζημία που προκλήθηκε από την αδικοπραξία τρίτου, θεωρείται «άμεσα ζημιωθείς» και έχει αξίωση αποζημιώσεως για τις δαπάνες αποκατάστασης των ζημιών. Επίσης έχει αξίωση για την απώλεια του κέρδους από τη μη εκμετάλλευση του πράγματος. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 914 του AK, όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, ενώ, κατά τη διάταξη του άρθρου 932 του AK, σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση. Από τις διατάξεις των ανωτέρω άρθρων, συνδυαζόμενες και με εκείνες των άρθρων 297, 298 και 330 του AK, προκύπτει ότι προϋποθέσεις της ευθύνης για αποζημίωση ή (και) χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης από αδικοπραξία είναι α) ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), β) παράνομος χαρακτήρας της πράξης ή παράλειψης, γ) υπαιτιότητα που περιλαμβάνει το δόλο και την αμέλεια, δ) ζημία ή αναλόγως ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη και ε) πρόσφορος αιτιώδης συνάφεια μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς και αποτελέσματος (ΑΠ 55/2023 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 46/2020 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1979/2017 ΝΟΜΟΣ). Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος προστατεύει δικαίωμα ή συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί, δε, η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή παράλειψη οφειλόμενης ενέργειας από διάταξη νόμου ή από προηγούμενη συμπεριφορά του δράστη ή από υπάρχουσα έννομη σχέση μεταξύ αυτών. Ζημία είναι η προς το χειρότερο προξενούμενη μεταβολή (βλάβη) των έννομων αγαθών του προσώπου, που αφήνει ένα έλλειμμα (μία διαφορά) μεταξύ της νέας κατάστασης, που έχει παραχθεί, και εκείνης που θα υπήρχε χωρίς το επιζήμιο γεγονός. Η υπαιτιότητα εμφανίζεται με τη μορφή είτε δόλου (άμεσου ή ενδεχόμενου), ο οποίος υπάρχει όταν ο δράστης θέλει ή αποδέχεται την παραγωγή του επιζήμιου αποτελέσματος, είτε αμέλειας (ενσυνείδητης ή ασυνείδητης), η οποία υπάρχει όταν ο δράστης προξενεί το επιζήμιο αποτέλεσμα από έλλειψη προσοχής, την οποία όφειλε να καταβάλει ο μέσος συνετός κοινωνικός άνθρωπος στη θέση του, ευρισκόμενος υπό τις αυτές βιοτικές και λοιπές περιστάσεις. Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη είναι, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, ικανή και μπορεί αντικειμενικά να επιφέρει, με την κανονική και συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Από τις ανωτέρω διατάξεις, σε συνδυασμό με αυτή του άρθρου 216 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι για το ορισμένο της αγωγής, με την οποία ζητείται αποζημίωση ή χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης, εξαιτίας αδικοπραξίας του εναγόμενου, αρκεί να εκτίθενται στο δικόγραφο αυτής α) τα πραγματικά περιστατικά που, κατά το νόμο, θεμελιώνουν την παράνομη και υπαίτια ζημιογόνο συμπεριφορά του τελευταίου, β) η πρόκληση από την εν λόγω συμπεριφορά ζημίας ή αναλόγως ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης, καθώς και τα στοιχεία εκείνα που προσδιορίζουν τη θετική και αποθετική ζημία του ενάγοντος, ήτοι περιγραφή των ζημιών κατά το είδος, την έκταση, την αιτία και το ύψος της δαπάνης, η οποία απαιτείται για την αποκατάσταση κάθε επιμέρους ζημίας, επιτρέποντας στο μεν δικαστήριο την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας του καταγόμενου προς κρίση δικαιώματος αποζημίωσης, στον δε ζημιώσαντα εναγόμενο την άσκηση ανταπόδειξης και γ) τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία προκύπτει η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της ζημιογόνου συμπεριφοράς και της προκληθείσας ζημίας (ΑΠ 1429/2025 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 145/2024 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 55/2023 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1381/2022 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 693/2020 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 46/2020 ΝΟΜΟΣ). Αν με το δικόγραφο της αγωγής γίνεται επίκληση της αμέλειας του εναγόμενου, που είναι αόριστη νομική έννοια, είναι επιτρεπτή η συγκεκριμενοποίηση αυτής με βάση τα ειδικότερα περιστατικά που προκύπτουν από την αποδεικτική διαδικασία και θεμελιώνουν την αμέλεια τούτου, έστω και αν τα τελευταία δεν συμπίπτουν πλήρως με τα εκτιθέμενα στην αγωγή, αρκεί έτσι να μην μεταβάλλεται ριζικά η έννοια της αμέλειας και να προσδίδεται σ’ αυτήν εντελώς διαφορετικό περιεχόμενο σε σχέση με το αντίστοιχο περιεχόμενο της αγωγής (ΑΠ 83/2021 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 46/2020 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 910/2017 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 180/2011 ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω, αξίωση χρηματικής ικανοποίησης για ηθική βλάβη λόγω αδικοπραξίας μπορεί να ζητήσει και το νομικό πρόσωπο, όταν εξαιτίας της πλήττεται η φήμη του και η αξιοπιστία του, το κύρος του, η επαγγελματική του δραστηριότητα, το μέλλον του ή και τα λοιπά αναγνωριζόμενα σε αυτό άϋλα αγαθά (ΑΠ 876/2022 ΝΟΜΟΣ). Επομένως, στις περιπτώσεις χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης νομικού προσώπου απαιτείται η ύπαρξη παράνομης προσβολής της πίστης, της φήμης, του κύρους, του επαγγέλματος, του μέλλοντος ή των λοιπών αναγνωριζόμενων σ’ αυτό άϋλων αγαθών, διότι η ηθική βλάβη στα νομικά πρόσωπα δεν αναφέρεται, όπως στα φυσικά πρόσωπα, σε ενδιάθετο συναίσθημα, αναγόμενο στον εσωτερικό κόσμο και κρινόμενο με τα δεδομένα της ανθρώπινης λογικής, αλλά σε συγκεκριμένη βλάβη που έχει υλική υπόσταση (ΑΠ 146/2024 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 876/2022 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 15/2021 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1048/2020 ΝΟΜΟΣ). Για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης τα προσβαλλόμενα νομικά πρόσωπα πρέπει, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 216 του ΚΠολΔ, να αναφέρουν ότι με την αδικοπραξία προσβλήθηκε η εμπορική τους πίστη, η επαγγελματική τους υπόληψη και γενικά το εμπορικό τους μέλλον, προσβολές από τις οποίες τους προκλήθηκε συγκεκριμένη υλική ζημία, την οποία πρέπει να επικαλούνται και να αποδεικνύουν με κάθε νόμιμο αποδεικτικό μέσο, διότι η ηθική βλάβη στα νομικά πρόσωπα δεν αναφέρεται, όπως στα φυσικά πρόσωπα, σε ενδιάθετο αίσθημα, αναγόμενο στον εσωτερικό κόσμο και κρινόμενο με τα δεδομένα της ανθρώπινης λογικής χωρίς αποδείξεις, αλλά σε μια συγκεκριμένη βλάβη που έχει υλική υπόσταση (ΑΠ 932/2019 ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ 502/2025 ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ 152/2022 ΝΟΜΟΣ, ΕφΠειρ 33/2021 δημοσιευμένη στην ιστοσελίδα του Εφετείου Πειραιά, ΕφΑθ 6645/2019 ΝΟΜΟΣ, ΕφΠειρ 644/2019 ΝΟΜΟΣ). Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 904 του ΑΚ «Όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια. Η υποχρέωση αυτή γεννιέται ιδίως σε περίπτωση παροχής αχρεώστητης ή παροχής για αιτία που δεν επακολούθησε ή έληξε ή αιτία παράνομη ή ανήθικη». Με την καθιέρωση της ενοχής από αδικαιολόγητο πλουτισμό επιχειρείται η αποκατάσταση της ισορροπίας μεταξύ δύο κοινωνών του δικαίου, που προκλήθηκε από αδικαιολόγητη περιουσιακή μετακίνηση. Προϋποθέσεις αξίωσης αδικαιολόγητου πλουτισμού, κατά την ως άνω διάταξη, είναι α) ο πλουτισμός του υπόχρεου, β) η επέλευση του πλουτισμού από την περιουσία ή με ζημία του άλλου, γ) η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ πλουτισμού και ζημίας και δ) η έλλειψη νόμιμης αιτίας. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι στοιχείο του πραγματικού κάθε απαίτησης αδικαιολόγητου πλουτισμού είναι, εκτός των άλλων, και η ανυπαρξία ή η ελαττωματικότητα της αιτίας, βάσει της οποίας έγινε η περιουσιακή μετακίνηση και επήλθε ο πλουτισμός του λήπτη. Αν λείπει το στοιχείο αυτό, δηλαδή αν η ως άνω αιτία δεν είναι ανύπαρκτη ή ελαττωματική, δεν στοιχειοθετείται απαίτηση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, αφού η απαίτηση αυτή προϋποθέτει έλλειψη αξίωσης από την αιτία. Επομένως, η παροχή που γίνεται για την εκπλήρωση υποχρέωσης, η οποία αναλήφθηκε με σύμβαση ή στηρίζεται σε ειδική διάταξη νόμου, δεν γίνεται αναίτια, ώστε να μπορεί να αναζητηθεί κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, αφού η σύμβαση, κατά το άρθρο 361 του ΑΚ, ή ο νόμος, αποτελούν νόμιμη αιτία και μπορεί, έτσι, ο κάθε δικαιούχος να ασκήσει τα εξ αυτών δικαιώματά του. Αξίωση κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό προς αναζήτηση της παροχής που καταβλήθηκε στο πλαίσιο σύμβασης μπορεί να ασκηθεί μόνο αν η σύμβαση είναι άκυρη ή καταστεί ανίσχυρη ή ακυρώσιμη ή αν ανατραπούν τα δικαιοπρακτικά της αποτελέσματα από οποιοδήποτε λόγο. Πλουτισμό συνιστά κάθε βελτίωση της περιουσιακής κατάστασης του λήπτη, η οποία μπορεί να εμφανίζεται είτε ως αύξηση του ενεργητικού ή μείωση του παθητικού της περιουσίας του είτε, αντιστρόφως, ως αποφυγή αύξησης του παθητικού της ή μείωσης του ενεργητικού της (ΟλΑΠ 4/2021 ΝΟΜΟΣ), Εφόσον η περιουσιακή μετακίνηση είχε το αποτέλεσμα τούτο, γεγονός το οποίο διαπιστώνεται με τη σύγκριση της περιουσίας του λήπτη πριν και μετά τη μετακίνηση, γεννάται υποχρέωση του τελευταίου να αποδώσει την ωφέλεια σε εκείνον, από την περιουσία του οποίου προήλθε, εκτός αν η διατήρησή της δικαιολογείται από κάποια νόμιμη αιτία. Αντίθετα, η ζημία εκείνου, από την περιουσία του οποίου προήλθε η ωφέλεια του λήπτη, δεν ερευνάται, καθόσον στόχος της αγωγής από το άρθρο 904 του ΑΚ δεν είναι η αποκατάσταση της ζημίας του ενάγοντος, αλλά η απόδοση του πλουτισμού του εναγόμενου, ο οποίος, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 909 του ΑΚ, πρέπει να υφίσταται κατά το χρόνο επίδοσης της αγωγής. Από το γεγονός αυτό, ότι δηλαδή ο νόμος αρκείται μόνο στο στοιχείο της αδικαιολόγητης περιουσιακής μετακίνησης για τη θεμελίωσή της ευθύνης από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, χωρίς να θέτει ως προϋπόθεση της σχετικής αξίωσης τη ζημία του δότη, αλλά ούτε και την υπαιτιότητα του λήπτη, διαφαίνεται καθαρά ότι ο θεσμός αυτός αποβλέπει στην αποκατάσταση της χωρίς νόμιμη αιτία περιουσιακής μετακίνησης. Συνεπώς, η απαίτηση του αδικαιολόγητου πλουτισμού έχει ως περιεχόμενο την απόδοση της ωφέλειας του λήπτη σε εκείνον από την περιουσία του οποίου, με θετική ή αποθετική μείωση αυτής ή με ζημία του οποίου, επήλθε η ωφέλεια αυτή. Η εν λόγω ωφέλεια είναι ζήτημα πραγματικό και κρίνεται στη συγκεκριμένη περίπτωση με τις ειδικές συνθήκες της και όχι αφηρημένα με βάση γενικά αντικειμενικά κριτήρια. Η ευθύνη του λήπτη περιλαμβάνει, κατ’ αρχήν, την υποχρέωση αυτού προς απόδοση αυτούσιου – in natura – του πράγματος, που λήφθηκε αδικαιολόγητα και ως τέτοιο νοείται, εν προκειμένω, διασταλτικά, κάθε αντικείμενο ενσώματο, αντικαταστατό ή μη, ή ασώματο. Έτσι, η ενοχή από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό είναι, κατ’ αρχήν, ενοχή είδους και ως είδος αναζητούνται τα δοθέντα, αυτούσια, εφόσον σώζονται στα χέρια του λήπτη, έστω κι αν πρόκειται για αντικαταστατά πράγματα. Σε περίπτωση που ο λήπτης δεν είναι σε θέση να αποδώσει αυτούσια τα ληφθέντα, είτε λόγω της φύσης τους (π.χ. αχρεωστήτως παρασχεθείσες υπηρεσίες κλπ.), είτε από άλλους λόγους (π.χ. ανάλωση των ληφθέντων, από την οποία, όμως, ο λήπτης εξοικονόμησε δαπάνες, στις οποίες θα προέβαινε κλπ.), ο λήπτης πρέπει να αποδώσει την αξία τους. Η υποχρέωση αυτή δεν καθιερώνεται με ρητή διάταξη, προκύπτει, όμως, από το πνεύμα των διατάξεων των άρθρων 904 και 908 του ΑΚ (ΟλΑΠ 4/2021 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 735/2022 ΝΟΜΟΣ). Από την ίδια ως άνω διάταξη του άρθρου 904 του ΑΚ προκύπτει ότι η αγωγή του αδικαιολόγητου πλουτισμού, τόσο από ουσιαστική όσο και από δικονομική άποψη, είναι επιβοηθητικής ουσιαστικά φύσης και μπορεί να ασκηθεί μόνο όταν λείπουν οι προϋποθέσεις της αγωγής από τη σύμβαση ή την αδικοπραξία, εκτός εάν θεμελιώνεται σε πραγματικά περιστατικά διαφορετικά ή πρόσθετα από εκείνα στα οποία στηρίζεται η αγωγή από τη σύμβαση ή την αδικοπραξία και υπό την ενδοδιαδικαστική αίρεση (επικουρικώς), κατ’ άρθρο 219 του ΚΠολΔ, της απόρριψης της κύριας βάσης της αγωγής από τη σύμβαση ή την αδικοπραξία (ΟλΑΠ 2/2019 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1063/2025 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1348/2023 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 449/2014 ΝΟΜΟΣ). Έτσι, λόγω του ως άνω επιβοηθητικού χαρακτήρα της αγωγής του αδικαιολόγητου πλουτισμού, αν αυτή στηρίζεται στα ίδια περιστατικά, στα οποία θεμελιώνεται η αγωγή από σύμβαση ή αδικοπραξία, είναι νομικά αβάσιμη. Τούτο δε διότι, εφόσον υπάρχει σύμβαση ή αδικοπραξία, ο ενάγων δύναται να θεμελιώσει τις αξιώσεις του σε αυτές και δεν μπορεί να προσφύγει στην επικουρική βάση του αδικαιολόγητου πλουτισμού (ΜονΕφΑθ 5192/2025 ΝΟΜΟΣ). Εξάλλου, η υπαίτια (από δόλο ή αμέλεια) ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη, με την οποία παραβιάζεται μία σύμβαση και γεννιέται ενδοσυμβατική ευθύνη του οφειλέτη, δεν συνιστά αδικοπραξία, οι δε έννομες συνέπειες της παράβασης ρυθμίζονται όχι από τις περί αδικοπραξιών διατάξεις, αλλά από τις διατάξεις για τη μη εκπλήρωση της παροχής (αδυναμία παροχής, υπερημερία του οφειλέτη, πλημμελής εκπλήρωση της σύμβασης κλπ.) (ΑΠ 560/2022 ΝΟΜΟΣ). Η υπαίτια πράξη ή παράλειψη αυτή μπορεί, πέρα από την αξίωση που πηγάζει από τη σύμβαση, να θεμελιώσει ευθύνη και από αδικοπραξία, αν, και χωρίς τη συμβατική σχέση διαπραττόμενη, θα ήταν καθεαυτή παράνομη, ως αντικείμενη στο γενικό καθήκον που επιβάλλει το άρθρο 914 του ΑΚ, να μη ζημιώνει κάποιος υπαιτίως άλλον (ΟλΑΠ 967/1973, ΑΠ 807/2024 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1356/2023 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 691/2023 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 560/2022 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 845/2019 ΝΟΜΟΣ). Αδικοπραξία, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 914 του ΑΚ, αποτελεί και η παράνομη ιδιοποίηση ξένου κινητού πράγματος, που περιήλθε οπωσδήποτε στην κατοχή του δράστη, σύμφωνα με το άρθρο 375 παρ. 1 του ΠΚ (ΑΠ 462/2011 ΝΟΜΟΣ). Ειδικότερα, κατά την τελευταία διάταξη, η αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της υπεξαίρεσης συνίσταται στην παράνομη ιδιοποίηση του πράγματος, δηλαδή αφορά σε κάθε ενέργεια ή παράλειψη του δράστη, η οποία καταδηλώνει τη θέληση αυτού να εξουσιάζει και να διαθέτει το πράγμα ως κύριος, η δε υποκειμενική υπόστασή του, στην ύπαρξη του δόλου, που ενέχει τη γνώση ότι το πράγμα είναι ξένο (ολικά ή εν μέρει), ανήκει δηλαδή κατά κυριότητα σε άλλον, καθώς και τη θέληση να ιδιοποιηθεί το πράγμα παράνομα, χωρίς τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη. Ακόμη, ξένο θεωρείται το πράγμα όταν είναι υπό ξένη κυριότητα, όπως αυτή διαπλάθεται στο αστικό δίκαιο και δεν περιήλθε στην κατοχή του υπαιτίου με κάποια μεταβιβαστική της κυριότητας πράξη (ΕφΠειρ 32/2021 ΝΟΜΟΣ, ΕφΠειρ 136/2019 ΝΟΜΟΣ). Στην προκειμένη περίπτωση, ενόψει του ότι η ιστορούμενη στην ένδικη αγωγή διαφορά εμφανίζει στοιχεία αλλοδαπότητας ως προς τα υποκείμενα, λόγω της έδρας στη ………… της ενάγουσας αλλοδαπής εταιρείας με την επωνυμία «………..», θεμελιώνεται διεθνής δικαιοδοσία των ελληνικών δικαστηρίων σύμφωνα με τα άρθρα 3 παρ. 1 του ΚΠολΔ, 2 παρ. 1 του Κανονισμού (ΕΕ) 1215/2012 «Διεθνή δικαιοδοσία, αναγνώριση εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές – εμπορικές υποθέσεις» που καθιερώνουν τον τόπο της κατοικίας του εναγόμενου ως βάση διεθνούς δικαιοδοσίας, κατά τα εκτιθέμενα στη νομική σκέψη, ενώ εφαρμοστέο τυγχάνει, το ελληνικό δίκαιο, σύμφωνα με τα άρθρα 4 παρ. 3 και 1 του Κανονισμού (ΕΕ) 854/2007 για το εφαρμοστέο δίκαιο στις εξωσυμβατικές ενοχές, ως το δίκαιο της χώρας με το οποίο η εξωσυμβατική ενοχή παρουσιάζει προδήλως στενότερο δεσμό και ως το δίκαιο της χώρας στην οποία επήλθε η άμεση ζημία της ενάγουσας, από την επικαλούμενη αδικοπραξία και τον επικαλούμενο αδικαιολόγητο πλουτισμό του ενάγοντος σε βάρος της. Περαιτέρω, η ενάγουσα νομιμοποιείται ενεργητικά, καθόσον, υπό τα εκτιθέμενα στην αγωγή, ως μισθώτρια του επίδικου οχήματος, δυνάμει της από 02.01.2016 σύμβασης μίσθωσης προσοδοφόρων πραγμάτων, έχει την ιδιότητα της κατόχου που χρησιμοποιεί και εκμεταλλεύεται το πράγμα προς όφελος της, χωρίς να έχει την υποχρέωση να υπακούει στις οδηγίες και εντολές του εκμισθωτή – κυρίου του πράγματος, και ως εκ τούτου, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη νομική σκέψη, δικαιούται να στραφεί έναντι του ζημιώσαντος τρίτου, κατ’ άρθρο 914 του ΑΚ. Ωστόσο, η υπό κρίση αγωγή κατά το μέρος της που επιχειρείται να θεμελιωθεί στις διατάξεις περί αδικοπραξιών αναφορικά με το κονδύλιο αποζημίωσης ύψους 2.601,53 ευρώ, προς αποκατάσταση της περιουσιακής ζημίας της ενάγουσας, και το κονδύλιο χρηματικής ικανοποίησης ύψους 10.000,00 ευρώ, προς αποκατάσταση της ηθικής της βλάβης, κρίνεται αόριστη και ως εκ τούτου απορριπτέα ως απαράδεκτη, αφού δεν εκτίθενται στο δικόγραφο αυτής τα πραγματικά περιστατικά που κατά νόμο θεμελιώνουν την παράνομη και υπαίτια, ζημιογόνο συμπεριφορά του εναγόμενου, ούτε τα στοιχεία εκείνα που προσδιορίζουν τη θετική ζημία της ενάγουσας και την ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της ζημιογόνου συμπεριφοράς του εναγόμενου και της προκληθείσας ζημίας της ενάγουσας, επιτρέποντας στο μεν Δικαστήριο την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας του καταγόμενου προς κρίση δικαιώματος αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης, στο δε ζημιώσαντα την άσκηση ανταπόδειξης. Ειδικότερα, αν και στο δικόγραφο της αγωγής αναγράφεται ότι ο εναγόμενος «οδηγούσε με καταστροφικό για τη λειτουργία του οχήματος έλξης – τράκτορα τρόπο, προκαλώντας του σύμφωνα με σχετική τεχνική πραγματογνωμοσύνη σημαντική ζημία … Για την αποκατάσταση των ζημιών του καταβάλαμε στην «…………….», για ανταλλακτικά δυνάμει του με αριθμό ……./09.02.2017 τιμολογίου το ποσό των 2.271,53 ευρώ και για εργασία δυνάμει του με αριθμό …………/09.02.2017 τιμολογίου παροχής υπηρεσιών το ποσό των 330 ευρώ, δηλαδή συνολικά 2.271,53 + 330 2.601,53 ευρώ … επειδή ο εναγόμενος προξένησε την παραπάνω ζημία παράνομα (914 ΑΚ), αν όχι από πρόθεση για να μας ζημιώσει, τουλάχιστον από αμέλεια και κακή οδηγική συμπεριφορά, παραβιάζοντας περισσότερες διατάξεις του Κ.Ο.Κ., και ιδιαίτερα αυτές που αφορούν τα όρια ταχύτητας», και συνεπώς γίνεται επίκληση υπαιτιότητας του εναγόμενου είτε με τη μορφή του δόλου, είτε με τη μορφή της αμέλειας, δεν εξειδικεύεται εάν πρόκειται για άμεσο ή ενδεχόμενο δόλο, ο οποίος υπάρχει όταν ο δράστης θέλει ή αποδέχεται την παραγωγή του επιζήμιου αποτελέσματος, ούτε εάν πρόκειται για ενσυνείδητη ή ασυνείδητη αμέλεια, η οποία υπάρχει όταν ο δράστης προξενεί το επιζήμιο αποτέλεσμα από έλλειψη προσοχής, την οποία όφειλε να καταβάλει ο μέσος συνετός κοινωνικός άνθρωπος στη θέση του, ευρισκόμενος υπό τις αυτές βιοτικές και λοιπές περιστάσεις, ενώ δεν γίνεται καθόλου αναφορά σε πραγματικά περιστατικά, ώστε να συγκεκριμενοποιηθεί η ενδοιαστικά επικαλούμενη αμελής συμπεριφορά του εναγόμενου και να δύναται να κριθεί εάν συντρέχει περίπτωση παραβίασης των διατάξεων του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας που ρυθμίζουν τα όρια ταχύτητας των οχημάτων. Επιπλέον, δεν εκτίθενται στην αγωγή τα στοιχεία που προσδιορίζουν τη θετική ζημία της ενάγουσας, αφού δεν γίνεται περιγραφή των ζημιών του επίδικου οχήματος κατά το είδος, την έκταση, την αιτία και το ύψος της δαπάνης, που απαιτείται για την αποκατάστασή τους, αλλά γίνεται αόριστη αναφορά σε πρόκληση σημαντικών ζημιών και παραπομπή σε τεχνική πραγματογνωμοσύνη, καθώς και σε τιμολόγια αγοράς ανταλλακτικών και παροχής εργασιών που εξέδωσε η εταιρεία «……………». Επίσης, δεν εκτίθενται τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία προκύπτει η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της ζημιογόνου συμπεριφοράς του εναγόμενου, συνιστάμενης ενδοιαστικά είτε στη δόλια, είτε στην αμελή συμπεριφορά αυτού κατά την οδήγηση του οχήματος, και της επικαλούμενης ζημίας της ενάγουσας. Επιπροσθέτως, ως προς το κονδύλιο χρηματικής ικανοποίησης ύψους 10.000,00 ευρώ, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης της ενάγουσας αλλοδαπής εταιρείας, η αγωγή κρίνεται αόριστη και για τον λόγο ότι δεν εκτίθεται στο δικόγραφό της εάν η επικαλούμενη ηθική βλάβη του νομικού προσώπου της ενάγουσας συνδέεται με συγκεκριμένη περιουσιακή βλάβη αυτής που έχει υλική υπόσταση και δύναται να διακριβωθεί από την αντιπαραβολή της επιχειρηματικής και της περιουσιακής της κατάστασης χωρίς την παρεμβολή της επικαλούμενης αδικοπραξίας, σε σύγκριση με την επιχειρηματική και την περιουσιακή της κατάσταση μετά από αυτή, ώστε από τη σύγκριση των δυο οικονομικών μεγεθών να προκύπτει η διαφορά, η οποία συνιστά τη συγκεκριμένη περιουσιακή βλάβη της ενάγουσας, δοθέντος ότι, όπως προαναφέρθηκε στη νομική σκέψη, η ηθική βλάβη στα νομικά πρόσωπα δεν αναφέρεται, όπως στα φυσικά πρόσωπα, σε ενδιάθετο συναίσθημα, αναγόμενο στον εσωτερικό κόσμο και κρινόμενο με τα δεδομένα της ανθρώπινης λογικής, αλλά σε συγκεκριμένη βλάβη που έχει υλική υπόσταση. Επομένως, η εκκαλουμένη απόφαση, που έκρινε ομοίως, ορθά το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν έσφαλε, και τα αντίθετα υποστηριζόμενα με τον δεύτερο λόγο της έφεσης τυγχάνουν απορριπτέα, όπως και ο σχετικός λόγος έφεσης στο σύνολό του. Περαιτέρω, η υπό κρίση αγωγή κατά το μέρος της που επιχειρείται να θεμελιωθεί στις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού αναφορικά με το κονδύλιο των 32.964,00 ευρώ, κατά το οποίο φέρεται ο εναγόμενος να κατέστη αδικαιολόγητα πλουσιότερος σε βάρος της περιουσίας της ενάγουσας, πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμη, λόγω της επιβοηθητικής φύσης της αγωγής του αδικαιολόγητου πλουτισμού, τόσο από ουσιαστική όσο και από δικονομική άποψη, η οποία μπορεί να ασκηθεί µόνο όταν λείπουν οι προϋποθέσεις της αγωγής από τη σύμβαση ή την αδικοπραξία, εκτός εάν θεμελιώνεται σε πραγματικά περιστατικά διαφορετικά ή πρόσθετα από εκείνα στα οποία στηρίζεται η αγωγή από τη σύμβαση ή την αδικοπραξία, γεγονότα τα οποία δεν επικαλείται, εν προκειμένω, η ενάγουσα. Ειδικότερα, υπό τα εκτιθέμενα στην αγωγή, οι καταβολές στους τραπεζικούς λογαριασμούς του εναγόμενου δεν έλαβαν χώρα άνευ νόμιμης αιτίας, αλλά στο πλαίσιο της από 02.01.2016 σύμβασης μίσθωσης οχημάτων που καταρτίσθηκε μεταξύ της ενάγουσας ως μισθώτριας και του Δημητρίου Βασιλάκη ως εκμισθωτή, ο οποίος είχε προσλάβει τον εναγόμενο, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, ως οδηγό του με αριθμό κυκλοφορίας ……….. μισθίου οχήματος, για την εκπλήρωση της απορρέουσας από τη σύμβαση μίσθωσης σχετικής υποχρέωσής του, και ως εκ τούτου ευθύνεται για το πταίσμα αυτού, κατ’ άρθρα 334 παρ. 1 και 922 του ΑΚ, επιπλέον δε οι καταβολές αυτές από την ενάγουσα έγιναν σε εκτέλεση της συμβατικής της υποχρέωσης να καταβάλει τις δαπάνες λειτουργίας και κίνησης του μίσθιου οχήματος. Σύμφωνα δε με τα εκτιθέμενα στην αγωγή, ο εναγόμενος αρνήθηκε να προσκομίσει στην ενάγουσα τα παραστατικά των δαπανών λειτουργίας και κίνησης του μίσθιου οχήματος, παρά τις συνεχείς οχλήσεις της, και συνεπώς εισέπραξε αχρεωστήτως το ποσό αυτό, ιδιοποιούμενος χρήματα που δεν του ανήκαν και περιήλθαν στην κατοχή του. Κατόπιν τούτων, εφόσον, υπό τα εκτιθέμενα στην αγωγή, υπάρχει η από 02.01.2016 σύμβαση μίσθωσης οχημάτων, ως αιτία της δοθείσας από την ενάγουσα παροχής, την οποία αυτή αναζητά, δεν μπορεί να προσφύγει στις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, που είναι επιβοηθητικής φύσης, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, αφού η αξίωση κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό προς αναζήτηση της παροχής που καταβλήθηκε στο πλαίσιο σύμβασης, μπορεί να ασκηθεί μόνο εάν η σύμβαση είναι άκυρη ή καταστεί ανίσχυρη ή ακυρώσιμη ή εάν ανατραπούν τα δικαιοπρακτικά της αποτελέσματα από οποιοδήποτε λόγο, γεγονότα που δεν επικαλείται η ενάγουσα στο δικόγραφό της. Επιπλέον, η ερειδόμενη στον αδικαιολόγητο πλουτισμό βάση της κρινόμενης αγωγής στηρίζεται στα ίδια πραγματικά περιστατικά, στα οποία θεμελιώνεται και η αγωγή από την αδικοπραξία, εξαιτίας της επικαλούμενης παράνομης ιδιοποίησης από τον εναγόμενο των χρημάτων της ενάγουσας που δεν του ανήκαν και περιήλθαν στην κατοχή του, κατά τα προαναφερθέντα. Συνεπώς, είναι μη νόμιμη η υπό κρίση αγωγή ως προς το κονδύλιο των 32.964,00 ευρώ κατά την επιχειρούμενη θεμελίωσή της στις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, καθόσον δεν θεμελιώνεται σε πραγματικά περιστατικά διαφορετικά ή πρόσθετα από εκείνα, στα οποία στηρίζεται η αγωγή από την από 02.01.2016 σύμβαση μίσθωσης οχημάτων ή την επικαλούμενη αδικοπραξία του εναγόμενου λόγω υπεξαίρεσης σε βάρος της ενάγουσας. Επομένως, η εκκαλουμένη απόφαση, που έκρινε ομοίως, ορθά το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν έσφαλε, και τα αντίθετα υποστηριζόμενα με τον πρώτο και τον τρίτο λόγο της έφεσης τυγχάνουν απορριπτέα, όπως και οι σχετικοί λόγοι έφεσης στο σύνολό τους.

Ενόψει αυτών και δεδομένου ότι δεν υπάρχει άλλος λόγος έφεσης προς έρευνα, πρέπει η κρινόμενη από 09.02.2025 έφεση να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ’ ουσίαν, ενώ πρέπει να εισαχθεί στο Δημόσιο Ταμείο, κατ’ άρθρο 495 του ΚΠολΔ, το παράβολο για το παραδεκτό της έφεσης που προκατέβαλε η εκκαλούσα – ενάγουσα, λόγω της ήττας της. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα του εφεσίβλητου – εναγόμενου, για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της εκκαλούσας – ενάγουσας, λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων, κατά την προσήκουσα ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών των άρθρων 614 επ. του ΚΠολΔ, και ειδικότερα των μισθωτικών διαφορών, την από 09.02.2025 έφεση κατά της υπ’ αριθ. 4206/2024 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία.

Δέχεται τυπικά και απορρίπτει κατ’ ουσίαν την έφεση.

Διατάσσει την εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου υπέρ Δημοσίου υπ’ αριθ. …………../2025 ηλεκτρονικό παράβολο, ποσού εκατό (100,00) ευρώ που προκατέβαλε η εκκαλούσα – ενάγουσα.

Επιβάλλει σε βάρος της εκκαλούσας – ενάγουσας τα δικαστικά έξοδα του εφεσίβλητου – εναγόμενου, για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει σε τετρακόσια (400,00) ευρώ.

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου, στον Πειραιά, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση, στις 06.02.2026, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων τους δικηγόρων.

Η  ΠΡΟΕΔΡΟΣ                                             Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ