Μενού Κλείσιμο

Αριθμός απόφασης 92/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

Αριθμός απόφασης     92/2026

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

ΤΜΗΜΑ 2ο

Αποτελούμενο από την Δικαστή Ιωάννα Μάμαλη, Εφέτη και από την Γραμματέα Κ.Σ.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στον Πειραιά, στις …………., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της καλούσας – εκκαλούσας – ενάγουσας: ………………, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Βασιλεία Μπαμπασίκα (ΑΜ …….. Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών).

Των καθ’ ων η κλήση – εφεσίβλητων – εναγόμενων: 1) της τελούσας υπό εκκαθάριση ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «………………» που εδρεύει στον Πειραιά Αττικής, οδός ………… και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «……………..» που εδρεύει στον Πειραιά Αττικής, οδός ……………… και εκπροσωπείται νόμιμα, από τις οποίες η πρώτη δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, ενώ η δεύτερη εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Βλαζάκη (ΑΜ ……….. Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών).

Η ενάγουσα ζήτησε να γίνει δεκτή η από 17.09.2020 και με αριθμό κατάθεσης γενικό ……../2020 και ειδικό ……/2020 αγωγή της, τακτικής διαδικασίας, την οποία άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς. Το ως άνω Δικαστήριο με την υπ’ αριθ. 1421/2023 οριστική απόφασή του που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, απέρριψε την αγωγή. Η εκκαλούσα – ενάγουσα προσέβαλε την απόφαση αυτή με την από 13.06.2023 έφεσή της που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς με αριθμό γενικό …../16.06.2023 και ειδικό ……/16.06.2023 και προσδιορίστηκε ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς με αριθμό κατάθεσης γενικό ……/16.06.2023 και ειδικό ……/16.06.2023, για τη δικάσιμο της 11.01.2024 και κατόπιν αναβολής για τη δικάσιμο της 19.09.2024, κατά την οποία ματαιώθηκε η συζήτησή της. Ήδη επαναφέρεται προς συζήτηση με την από 19.02.2025 κλήση της εκκαλούσας – ενάγουσας, που κατατέθηκε ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς με αριθμό κατάθεσης γενικό …../24.02.2025 και ειδικό …../24.02.2025, προσδιορίστηκε για τη δικάσιμο που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας και γράφτηκε στο πινάκιο.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο και την εκφώνησή της από τη σειρά του οικείου πινακίου, η πληρεξούσια δικηγόρος της καλούσας – εκκαλούσας – ενάγουσας δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, αλλά προκατέθεσε δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ και έγγραφες προτάσεις, ζητώντας να γίνουν δεκτά όσα σ’ αυτές αναφέρονται, ενώ ο πληρεξούσιος δικηγόρος της καθ’ ης η κλήση – δεύτερης εφεσίβλητης – εναγόμενης αναφέρθηκε στις προτάσεις που κατέθεσε και ζήτησε να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται σε αυτές.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 19.02.2025 κλήση της εκκαλούσας – ενάγουσας, που κατατέθηκε ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς με αριθμό κατάθεσης γενικό ……/24.02.2025 και ειδικό ……/24.02.2025, νομίμως επαναφέρεται προς συζήτηση η από 13.06.2023 έφεση, μετά τη ματαίωση της συζήτησής της κατά τη δικάσιμο της 19.09.2024. Η υπό κρίση έφεση κατά της υπ’ αριθ. 1421/2023 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, και με την οποία απορρίφθηκε η από 17.09.2020 και με αριθμό κατάθεσης γενικό ……/2020 και ειδικό ……/2020 αγωγή, τακτικής διαδικασίας, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495 παρ. 1-2, 498, 511, 513 παρ. 1 β’, 516 παρ.1, 517 και 518 παρ. 1 του ΚΠολΔ, όπως ισχύουν μετά την τροποποίησή τους με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015, καθόσον η έφεση ασκήθηκε μετά την 01.01.2016), δεδομένου ότι η εκκαλουμένη απόφαση επιδόθηκε στην εκκαλούσα–ενάγουσα την 01.06.2023 (βλ. την υπ’ αριθ. ……/01.06.2023 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών ………….), η δε κρινόμενη από 13.06.2023 έφεση κατατέθηκε στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου εντός της προθεσμίας των τριάντα ημερών από την επίδοση της εκκαλουμένης απόφασης, ήτοι την 16.06.2023, όπως προκύπτει από την πράξη κατάθεσης έφεσης με αριθμό γενικό ……./16.06.2023 και ειδικό ……/16.06.2023 της γραμματέως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς που έχει επισυναφθεί στην ένδικη έφεση. Επομένως, δεδομένου ότι για το παραδεκτό της έφεσης έχει κατατεθεί από την εκκαλούσα – ενάγουσα το παράβολο των 100,00 ευρώ, που προβλέπεται από την παράγραφο 3 του άρθρου 495 του ΚΠολΔ, πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή η έφεση και να εξετασθεί περαιτέρω, κατά την ίδια διαδικασία που εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση (άρθρο 533 του ΚΠολΔ), ερήμην της πρώτης εφεσίβλητης – εναγόμενης, η οποία, αν και κλήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα να παρασταθεί κατά την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο {βλ. την προσκομιζόμενη υπ’ αριθ. ……./14.07.2025 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών ………….. στον εκκαθαριστή της πρώτης εφεσίβλητης – εναγόμενης, τελούσας υπό εκκαθάριση ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «……………..»,  …………, που διορίσθηκε ως εκκαθαριστής με την προσκομιζόμενη υπ’ αριθ. 2230/2024 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, διαδικασία εκούσιας δικαιοδοσίας, ενώ πρέπει να σημειωθεί ότι η προσκομιζόμενη υπ’ αριθ. 3353/2025 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, διαδικασία εκούσιας δικαιοδοσίας, με την οποία διατηρήθηκε ως εκκαθαριστής ο …………. και διορίσθηκε ως εκκαθαριστής ο …………., σε αντικατάσταση του εκκαθαριστή ……………., δημοσιεύθηκε την 18.07.2025, ήτοι μετά την ως άνω επίδοση που έλαβε χώρα την 14.07.2025, από δε τη δημοσίευσή της έχει άμεση ισχύ και εκτελεστότητα, εκδηλώνοντας τις έννομες συνέπειές της, κατ’ άρθρο 763 του ΚΠολΔ, (βλ. ΜονΕφΘρ 154/2021 ΝΟΜΟΣ)}, δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου, και συνεπώς πρέπει η πρώτη εφεσίβλητη – εναγόμενη, να δικαστεί ερήμην, πλην όμως η διαδικασία θα προχωρήσει σαν να ήταν και αυτή παρούσα (άρθρο 524 παρ. 4 εδ. α’ του ΚΠολΔ).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 524 παρ. 4 του ΚΠολΔ «Σε περίπτωση ερημοδικίας του εφεσίβλητου ως προς την έφεση η διαδικασία προχωρεί σαν να ήταν και αυτός παρών. Το ίδιο ισχύει και σε περίπτωση ερημοδικίας του εκκαλούντος ως προς την αντέφεση. Ο παριστάμενος διάδικος υποχρεούται μέσα σε πέντε (5) ημέρες από τη συζήτηση να προσκομίσει αντίγραφα του εισαγωγικού δικογράφου και των προτάσεων του αντιδίκου του, που κατατέθηκαν στην πρωτοβάθμια δίκη, καθώς και τα πρακτικά και τις εκθέσεις που λήφθηκαν κατ’ αυτήν. Διαφορετικά κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση». Από την παραπάνω διάταξη συνάγεται ότι επί ερημοδικίας του εφεσίβλητου, ως προς την έφεση, η διαδικασία προχωρεί σαν να ήταν και αυτός παρών, αλλά το δικαστήριο είναι υποχρεωμένο να λάβει υπόψη του το εισαγωγικό δικόγραφο της δίκης, τις προτάσεις που κατατέθηκαν στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, καθώς και τα πρακτικά και τις εκθέσεις που συντάχθηκαν κατ’ αυτήν, τα οποία είναι υποχρεωμένος να προσκομίσει μέσα σε πέντε μέρες από τη συζήτηση ο παριστάμενος διάδικος, δηλαδή ο παριστάμενος εκκαλών. Η υποχρέωση αυτή, άλλωστε, γινόταν δεκτό ότι ίσχυε και πριν από το Ν. 3944/2011 και παρά την τότε κατάργηση των άρθρων 531 παρ. 2 και 279 παρ. 1 του ΚΠολΔ (άρθρα 16 παρ. 6 και 13 παρ. 2, αντίστοιχα, του Ν. 2915/2001), τα οποία θεμελίωναν την υποχρέωση του εκκαλούντος να προσκομίσει τις προτάσεις που είχε καταθέσει πρωτόδικα ο απολειπόμενος εφεσίβλητος (ΑΠ 1103/2014 ΝΟΜΟΣ). Σε περίπτωση που ο παριστάμενος εκκαλών δεν προσκομίζει τις προτάσεις που υποβλήθηκαν στον πρώτο βαθμό, καθώς και τα αντίγραφα των εκθέσεων για την εξέταση των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης, πραγματογνωμοσύνης ή αυτοψίας που έχουν συνταχθεί, πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της έφεσης, λόγω της αδυναμίας του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου να κρίνει επί της διαφοράς από την έλλειψη αυτή (ΑΠ 548/2018 ΝΟΜΟΣ). Το απαράδεκτο δε αυτό επιβάλλεται από το νόμο (άρθρο 110 παρ. 2 του ΚΠολΔ) προς κατοχύρωση του θεμελιώδους δικονομικού δικαιώματος της υπεράσπισης (ΑΠ 122/2003 ΕλλΔνη 44. 1326, ΕφΔωδ 39/2015 ΝΟΜΟΣ, ΕφΛαρ 271/2015 Τ.Ν.Π. ΔΣΑ, ΕφΑθ 4804/2006 ΕλλΔνη 48. 1510). Η μη προσκομιδή των πρωτόδικων προτάσεων αποτελεί παράλειψη που δεν μπορεί να συμπληρωθεί, κατ’ άρθρο 227 του ΚΠολΔ, μετά τη συζήτηση της υπόθεσης, λόγω του ότι παρήλθε η προθεσμία που με ποινή απαράδεκτου τάσσει ο νόμος για την προσκομιδή τους (ΕφΛαρ 7/2022 ΝΟΜΟΣ, ΕφΛαρ 139/2012 ΝΟΜΟΣ). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την εκκαλουμένη υπ’ αριθ. 1421/2023 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, κατά την ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου συζήτηση της από 17.09.2020 και με αριθμό κατάθεσης γενικό ……./2020 και ειδικό ………/2020 αγωγής της εκκαλούσας – ενάγουσας, η πρώτη εφεσίβλητη – εναγόμενη προκατέθεσε έγγραφες προτάσεις, τις οποίες έλαβε υπόψη του το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο. Ήδη, ενόψει της ερημοδικίας της πρώτης εφεσίβλητης – εναγόμενης, η παριστάμενη εκκαλούσα – ενάγουσα, με τις από 16.09.2025 προτάσεις της και την από 22.09.2025 προσθήκη των προτάσεων της, που υπέβαλε ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου, για το παραδεκτό της γενομένης συζήτησης προσάγει με επίκληση, κατ’ άρθρο 524 παρ. 4 του ΚΠολΔ, αντίγραφο της από 17.09.2020 και με αριθμό κατάθεσης γενικό ……./2020 και ειδικό ……/2020 αγωγής της και αντίγραφο των ταυτάριθμων με την εκκαλουμένη πρακτικών δημόσιας συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, ενώ δεν επικαλείται, ούτε προσκομίζει τις έγγραφες προτάσεις της πρώτης εφεσίβλητης–εναγόμενης που κατατέθηκαν από αυτή ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου. Κατ’ ακολουθία των όσων εκτέθηκαν στη νομική σκέψη, πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της κρινόμενης έφεσης ως προς την πρώτη εφεσίβλητη-εναγόμενη, καθόσον αυτή δεν χωρεί με απούσα την πρώτη εφεσίβλητη-εναγόμενη, χωρίς την τήρηση της διατύπωσης της προσκομιδής από την παρισταμένη εκκαλούσα–ενάγουσα, των κατατιθέμενων ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου εγγράφων προτάσεων της πρώτης εφεσίβλητης–εναγόμενης. Κατά της απόφασης αυτής η απολειπόμενη πρώτη εφεσίβλητη-εναγόμενη δεν έχει έννομο συμφέρον να ασκήσει ανακοπή ερημοδικίας, και ως εκ τούτου δεν θα οριστεί παράβολο ερημοδικίας. Δεδομένου δε ότι η απολειπόμενη πρώτη εφεσίβλητη – εναγόμενη συνδέεται με την παριστάμενη δεύτερη εφεσίβλητη – εναγόμενη με σχέση απλής ομοδικίας (άρθρο 74 παρ. 1 του ΚΠολΔ), αφού μεταξύ του μεταβιβάζοντος και του αποκτώντος περιουσία ή επιχείρηση, ως συνοφειλετών κατ’ άρθρο 479 του ΑΚ, δημιουργείται δικονομικός δεσμός απλής ομοδικίας (βλ. ΕφΑθ 3438/2022 ΝΟΜΟΣ, ΕφΠειρ 207/2011 ΝΟΜΟΣ, ΕφΘεσ 424/2008 ΤΝΠ ΔΣΑ, ΕφΑθ 6812/2005 ΔΕΕ 2006. 71, ΜονΕφΠειρ 187/2023 ΝΟΜΟΣ), πρέπει να χωρισθεί η υπόθεση και αφού κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της κρινόμενης έφεσης ως προς την πρώτη εφεσίβλητη – εναγόμενη, κατ’ άρθρο 524 παρ. 4 του ΚΠολΔ, να προχωρήσει η συζήτηση της έφεσης ως προς την δεύτερη εφεσίβλητη – εναγόμενη (βλ. ΜονΕφΑθ 2804/2022 ΝΟΜΟΣ).

Η ενάγουσα στην από 17.09.2020 και με αριθμό κατάθεσης γενικό ……/2020 και ειδικό ……../2020 αγωγή της, τακτικής διαδικασίας, την οποία άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, εξέθετε ότι τον Μάρτιο του έτους 2010, η πρώτη εναγόμενη ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «……………..», η οποία εδρεύει στον ….. Αττικής επί της οδού ………….. και έχει ως σκοπό την εκμετάλλευση επιχείρησης μηχανουργείου, και της οποίας μέτοχος και διευθύνων σύμβουλος ήταν ο σύζυγός της ………….., από τη σύστασή της το έτος 1992 έως και την 30.06.2013, αντιμετώπιζε προβλήματα ρευστότητας και αδυνατούσε να καταβάλει τις ληξιπρόθεσμες οφειλές της προς το Ι.Κ.Α., ότι την 31.03.2010, προκειμένου να διευκολύνει οικονομικά την πρώτη εναγόμενη, καταρτίσθηκε μεταξύ τους ατύπως (προφορικά) σύμβαση άτοκου δανείου, δυνάμει της οποίας μεταβίβασε κατά κυριότητα, το χρηματικό ποσό των 140.547,15 ευρώ προς την πρώτη εναγόμενη, εκδίδοντας την ισόποση υπ’ αριθ. …………… τραπεζική επιταγή, πληρωτέα από την Τράπεζα Millenium Bank, σε διαταγή του Ι.Κ.Α. Πειραιώς, ότι η πρώτη εναγόμενη ανέλαβε την υποχρέωση να της αποδώσει το εν λόγω ποσό μόλις της ζητηθεί, πλην όμως την 02.08.2016, αρνήθηκε την επιστροφή του, αν και της ζητήθηκε η απόδοση του δανεισθέντος ως άνω ποσού, ότι τον Ιούνιο του έτους 2013, οι τρεις μέτοχοι της πρώτης εναγόμενης, ………….., …………… και ………….., αποφάσισαν να παύσει η εταιρεία τη λειτουργία της οριστικά και να συνεχισθεί η επιχειρηματική της δραστηριότητα από την δεύτερη εναγόμενη, ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «……………….», η οποία ιδρύθηκε την 14.09.2013, είχε ως έδρα το ακίνητο της πρώτης εναγόμενης στον Πειραιά Αττικής επί της οδού …………., μέρος του οποίου εκμισθώθηκε από την πρώτη εναγόμενη ως ιδιοκτήτρια – εκμισθώτρια στη δεύτερη εναγόμενη ως μισθώτρια, και ως καταστατικό σκοπό την εκμετάλλευση επιχείρησης μηχανουργείου, είχε μετόχους τα τέκνα του ……….., …………… και ………….., και μέλη του διοικητικού συμβουλίου τον ………….. ως πρόεδρο και διευθύνοντα σύμβουλο και τα ανωτέρω τέκνα αυτού ως μέλη, ότι με την από 31.12.2013 απόφαση της Γενικής Συνέλευσης των μετόχων της πρώτης εναγόμενης, αποφασίσθηκε η λύση της εταιρείας και η θέση αυτής σε εκκαθάριση, ότι η πρώτη εναγόμενη μεταβίβασε στη δεύτερη εναγόμενη το σύνολο της επιχείρησής της, και συγκεκριμένα μεταβιβάσθηκαν σ’ αυτήν όλα τα περιουσιακά της στοιχεία, τα οποία αποτελούσαν την επιχείρησή της, ήτοι ο εξοπλισμός, τα μηχανήματα, τα έπιπλα, τα διάφορα υλικά, το όχημα, τα άυλα αγαθά (εμπορική επωνυμία), η πελατεία, τα στοιχεία επικοινωνίας και το προσωπικό αυτής, τα οποία χρησιμοποιούσε η πρώτη εναγόμενη κατά την άσκηση της επιχειρηματικής της δραστηριότητας, ότι το μοναδικό περιουσιακό στοιχείο, το οποίο δεν μεταβιβάσθηκε στη δεύτερη εναγόμενη, ήταν το ως άνω ακίνητο στον Πειραιά Αττικής, επί της οδού ……………, στο οποίο στεγαζόταν η πρώτη εναγόμενη και το οποίο αποτελούσε σημαντικής αξίας περιουσιακό της στοιχείο, ότι η δεύτερη εναγόμενη – αποκτώσα τελούσε εν γνώσει του γεγονότος ότι της μεταβιβάστηκε όλη η περιουσία της πρώτης εναγόμενης–μεταβιβάζουσας, ως σύνολο, αφού μέλος του διοικητικού συμβουλίου της δεύτερης εναγόμενης ήταν ο …………, που ήταν επίσης μέτοχος και μέλος του διοικητικού συμβουλίου της πρώτης εναγόμενης, ότι υφίσταται παθητική εις ολόκληρον ενοχή μεταξύ της πρώτης εναγόμενης και της δεύτερης εναγόμενης, λόγω μεταβίβασης της επιχείρησης από την πρώτη στην δεύτερη, κατ’ άρθρο 479 του ΑΚ, και ακολούθως ότι υποχρεούται η δεύτερη εναγόμενη να της καταβάλει το ανωτέρω ποσό των 140.547,15 ευρώ, λόγω της υποχρεωτικής σωρευτικής αναδοχής χρέους, συνεπεία της μεταβίβασης σ’ αυτήν της επιχείρησης της πρώτης εναγόμενης, ότι άσκησε σε βάρος των εναγόμενων την προγενέστερη από 06.12.2016 και με αριθμό κατάθεσης γενικό ……./2016 και ειδικό ……/2016 αγωγή της, με την οποία επικαλούμενη τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά ζήτησε την καταβολή του ποσού των 140.547,15 ευρώ, κυρίως μεν κατά τις διατάξεις περί ενδοσυμβατικής ευθύνης με βάση την από 31.03.2010 σύμβαση δανείου, επικουρικώς δε για την περίπτωση που ήθελε κριθεί ότι δεν είχε καταρτισθεί σύμβαση δανείου, με βάση τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού, δεδομένου ότι οι εναγόμενοι κατέστησαν πλουσιότεροι κατά το ποσό των 140.547,15 ευρώ, από αιτία μη νόμιμη, ότι επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ’ αριθ. 504/2020 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία κατέστη τελεσίδικη και με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή κατά μεν την κύρια βάση της ως ουσιαστικά αβάσιμη, καθόσον κρίθηκε άκυρη η από 31.03.2010 σύμβαση δανείου, λόγω έλλειψης της απαιτούμενης από το νόμο ειδικής άδειας της Γενικής Συνέλευσης των μετόχων της πρώτης εναγόμενης για την κατάρτισή της, κατ’ άρθρο 23α παρ. 2 και 5 του Ν. 2190/1920, συνεπεία της οποίας δεν παρήγαγε τα έννομα αποτελέσματά της, κατά δε την επικουρική βάση της ως μη νόμιμη, καθόσον κρίθηκε ότι στηριζόταν στα ίδια πραγματικά περιστατικά με την κύρια βάση της αγωγής από τη σύμβαση δανείου και περαιτέρω δεν γινόταν παντάπασι επίκληση της ακυρότητας της σύμβασης δανείου, επί της οποίας ερειδόταν η κύρια βάση της, ότι παρά την ορολογία που χρησιμοποιήθηκε στην υπ’ αριθ. 504/2020 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η επικουρική βάση του αδικαιολόγητου πλουτισμού απορρίφθηκε ως αόριστη και όχι ως νομικά αβάσιμη, αφού κρίθηκε ότι δεν έγινε επίκληση της ακυρότητας της σύμβασης δανείου. Με βάση αυτό το ιστορικό ζήτησε, βάσει των διατάξεων περί αδικαιολόγητου πλουτισμού, επικαλούμενη ότι οι εναγόμενες κατέστησαν μη νομίμως πλουσιότερες σε βάρος της δικής της περιουσίας κατά το δανεισθέν ως άνω ποσό, λόγω της καταρτισθείσας μεταξύ της ενάγουσας και της πρώτης εναγόμενης άκυρης σύμβασης δανείου, να υποχρεωθούν οι εναγόμενες να της καταβάλουν, εις ολόκληρον η καθεμία, το ποσό των 140.547,15 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επόμενη της σύναψης της σύμβασης δανείου την 01.04.2020, άλλως από την 13.12.2016 επόμενη της επίδοσης σ’ αυτές της προγενέστερης από 06.12.2016 αγωγής της, άλλως από την επίδοση της υπό κρίση αγωγής, να κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή η απόφαση που θα εκδοθεί και να καταδικασθούν οι εναγόμενες στην καταβολή της δικαστικής της δαπάνης. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την υπ’ αριθ. 1421/2023 οριστική απόφασή του, απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη λόγω δεδικασμένου, καθόσον κρίθηκε ότι, ενόψει του περιεχομένου της κρινόμενης αγωγής που έχει την ίδια ιστορική και νομική αιτία με την προγενέστερη από 06.12.2016 και με αριθμό κατάθεσης γενικό ……./2016 και ειδικό …../2016 αγωγή της ενάγουσας, προσκρούει στο δεδικασμένο, το οποίο παρήχθη από την τελεσίδικη υπ’ αριθ. 504/2020 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία απέρριψε ως μη νόμιμη την επικουρική βάση της προγενέστερης από 06.12.2016 αγωγής, ενώ συμψήφισε τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων. Κατά της απόφασης αυτής παραπονείται η εκκαλούσα – ενάγουσα με την κρινόμενη από 13.06.2023 έφεσή της για τον περιεχόμενο σε αυτήν λόγο, που ανάγεται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου αναφορικά με την απόρριψη της αγωγής της ως απαράδεκτης λόγω δεδικασμένου, και ζητεί την εξαφάνισή της προκειμένου να γίνει δεκτή η αγωγή της στο σύνολό της.

Κατά το άρθρο 321 του ΚΠολΔ, δεδικασμένο, το οποίο, κατ’ άρθρο 332 του ΚΠολΔ, λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάση της δίκης, εμποδίζοντας το δικαστήριο να ερευνήσει την ίδια υπόθεση και πάλι, δημιουργούν οι οριστικές αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση, δηλαδή οι τελεσίδικες, ενώ αυτό, κατά το άρθρο 322 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκτείνεται στο ουσιαστικό και δικονομικό ζήτημα που κρίθηκε με την απόφαση οριστικά για μια έννομη σχέση, που έχει προσβληθεί με αγωγή, ανταγωγή, κύρια παρέμβαση ή ένσταση συμψηφισμού (ΑΠ 403/2023 ΝΟΜΟΣ). Κατά δε το άρθρο 324 του ΚΠολΔ, το δεδικασμένο υπάρχει μεταξύ των ιδίων προσώπων με την ίδια ιδιότητα μόνο για το δικαίωμα που κρίθηκε και εφόσον πρόκειται για το ίδιο αντικείμενο και για την ίδια ιστορική και νομική αιτία, καλύπτει δε όχι μόνο το δικαίωμα που κρίθηκε (την έννομη σχέση που διαγνώσθηκε), αλλά και την ιστορική αιτία που έγινε δεκτή από την απόφαση (υπό την έννοια των πραγματικών περιστατικών που ήταν αναγκαία για τη διάγνωση της έννομης σχέσης), καθώς και τη νομική αιτία (το νομικό χαρακτηρισμό) που το δικαστήριο έδωσε στα πραγματικά περιστατικά, υπάγοντας αυτά στην οικεία διάταξη νόμου, την οποία εφάρμοσε, δηλαδή καλύπτει, ως ενιαίο όλον, ολόκληρο το δικανικό συλλογισμό, όπως διατυπώνεται στην απόφαση (ΑΠ 1327/2021 ΝΟΜΟΣ). Ειδικότερα το δεδικασμένο καλύπτει: α) το δικαίωμα που κρίθηκε, β) τη νομική αιτία, δηλαδή το νομικό χαρακτηρισμό που δόθηκε από το δικαστήριο στα πραγματικά περιστατικά και γ) την ιστορική αιτία που αποτελείται από τα πραγματικά περιστατικά, που έγιναν δεκτά από το Δικαστήριο και ήταν αναγκαία για τη διάγνωση της έννομης σχέσης (ΑΠ 1327/2021 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1559/2017 ΝΟΜΟΣ). Ταυτότητα ιστορικής αιτίας υπάρχει, όταν τα ίδια πραγματικά περιστατικά που συγκρότησαν την ιστορική βάση της πρώτης αγωγής και με την ίδια νομική διάταξη στηρίζουν και τη μεταγενέστερη αγωγή. Ενώ η ταυτότητα της νομικής αιτίας προϋποθέτει θεμελίωση και των δύο αγωγών στο ίδιο νομικό γεγονός (νομικό κανόνα) που αφορά τη συγκεκριμένη έννομη σχέση (ΑΠ 1255/2015 ΝΟΜΟΣ). Η τελεσίδικη απόφαση αποτελεί δεδικασμένο που δεν επιτρέπει να αμφισβητηθεί και να καταστεί αντικείμενο νέας δίκης το δικαίωμα που κρίθηκε και η δικαιολογική σχέση από την οποία αυτό έχει παραχθεί, δηλαδή εμποδίζει το δικαστήριο να ερευνήσει την ίδια υπόθεση και πάλι, χάριν του δημόσιου συμφέροντος και προς αποφυγή έκδοσης αντιφατικών αποφάσεων μεταξύ των ίδιων διαδίκων. Η απαγόρευση αυτή ενεργεί τόσο θετικά, με την έννοια ότι το δικαστήριο, ενώπιον του οποίου ανακύπτει εξ αφορμής άλλης δίκης, είτε ως κύριο είτε ως προδικαστικό ζήτημα, το δικαίωμα που κρίθηκε με τελεσίδικη απόφαση, οφείλει να θέσει ως βάση της απόφασής του το δεδικασμένο που προκύπτει από την απόφαση αυτή, λαμβάνοντάς το ως αμάχητη αλήθεια, έστω και αν η απόφαση είναι εσφαλμένη, όσο και αρνητικά, με την έννοια ότι απαγορεύεται η συζήτηση νέας αγωγής για το ίδιο δικαίωμα, για την ύπαρξη ή μη του οποίου υπάρχει δεδικασμένο (ΑΠ 2028/2014 ΝΟΜΟΣ). Σύμφωνα δε με τις διατάξεις των άρθρων 322 παρ. 1 και 324 του ΚΠολΔ, το δεδικασμένο αφορά το δικαίωμα, το οποίο είχε με την αγωγή προβληθεί, με βάση την επικληθείσα συγκεκριμένη ιστορική και συνακόλουθη νομική αιτία. Συνεπώς, δεν γεννάται δεδικασμένο ως προς άλλες ιστορικές βάσεις που θα ήταν δυνατό να στηρίξουν το δικαίωμα και το ίδιο αγωγικό αίτημα, οι οποίες όμως δεν είχαν προβληθεί με την αγωγή και επί των οποίων, επομένως, το δικαστήριο δεν έκρινε. Ο ενάγων, ο οποίος είχε στηρίξει το αγωγικό αίτημα σε ορισμένη ιστορική αιτία, δεν κωλύεται, αν η αγωγή εκείνη απορρίφθηκε, να στηρίξει με νέα αγωγή του όμοιο αίτημα σε διάφορη ιστορική αιτία. Η βάση, όμως, επί της οποίας το δικαστήριο έκρινε καθώς και ο λόγος της απόρριψης κρίνεται από την ίδια την απορριπτική απόφαση. Διότι αυτή αναγκαίως αξιολόγησε την αγωγή, επί της οποίας έκρινε και αποφάνθηκε επί της ιστορικής αιτίας της, η δε επ’ αυτής κρίση της παράγει δεδικασμένο, η έκταση του οποίου καθορίζεται από την αιτιολογία της απόρριψης. Προκειμένου, επομένως, να εξεταστεί, αν υφίσταται από προηγηθείσα τελεσίδικη απόφαση δεδικασμένο, το οποίο κωλύει την έρευνα του ήδη με νέα αγωγή φερόμενου προς κρίση, βάσει ορισμένης ιστορικής αιτίας, αιτήματος, θα ληφθεί υπόψη η αιτιολογία της πρώτης απόφασης όσον αφορά στην ιστορική αιτία επί της οποίας έκρινε και ο λόγος της απόρριψης (ΟλΑΠ 15/1998 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 702/2011 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 166/2010 ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 479 του ΑΚ, στην οποία ορίζεται ότι «Αν με σύμβαση μεταβιβάστηκε περιουσία ή επιχείρηση, αυτός που αποκτά ευθύνεται απέναντι στο δανειστή έως την αξία των μεταβιβαζόμενων στοιχείων για τα χρέη που ανήκουν στην περιουσία ή στην επιχείρηση. Η ευθύνη αυτού που μεταβιβάζει εξακολουθεί να υπάρχει.…», καθιερώνεται αναγκαστική εκ του νόμου σωρευτική αναδοχή των χρεών με την έννοια του άρθρου 477 του ιδίου Κώδικα και δημιουργείται έτσι παθητική εις ολόκληρον ενοχή μεταξύ του μεταβιβάζοντος και του αποκτώντος, από αυτούς δε ο μεν πρώτος ευθύνεται απεριόριστα, ο δε δεύτερος περιορισμένα και συγκεκριμένα μέχρι την αξία των μεταβιβαζόμενων κατά το χρόνο της μεταβίβασης (ΑΠ 1146/2014 ΝΟΜΟΣ). Για τη θεμελίωση της ευθύνης του αποκτώντος απαιτείται όπως η μεταβίβαση περιλαμβάνει ένα προς ένα όλα τα στοιχεία, που συνιστούν το ενεργητικό της μεταβιβαζόμενης περιουσίας, έστω και αν εξαιρέθηκαν από αυτήν αντικείμενα ασήμαντης αξίας. Επί μεταβίβασης μεμονωμένων αντικειμένων, πρέπει αυτά να αποτελούν όλο το ενεργητικό της περιουσίας ή το σημαντικότερο ποσοστό αυτής. Στρεφόμενος ο δανειστής κατά του αποκτώντος οφείλει να επικαλεστεί και να αποδείξει α) τη σύμβαση μεταβίβασης περιουσίας ή επιχείρησης ή άλλο νόμιμο λόγο που θεμελιώνει τη μεταβίβαση, λ.χ. μονομερή δικαιοπραξία, διάταξη νόμου κλπ., β) την απαίτησή του εναντίον εκείνου που μεταβίβασε την επιχείρηση ή περιουσία του, γ) αν έχουν μεταβιβασθεί μεμονωμένα περιουσιακά στοιχεία ότι εξαντλούν την περιουσία ή το σημαντικότερο μέρος αυτής και δ) ότι το γεγονός τούτο το γνώριζε ο εναγόμενος, υπό τις εκτιθέμενες ειδικές συνθήκες, ή ήταν σε θέση να το γνωρίζει, κατά τις αντιλήψεις των συναλλαγών (ΑΠ 533/2021 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 409/2020 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 969/2019 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1987/2014 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 909/2010 ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ 170/2023 ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ 56/2022 ΝΟΜΟΣ, ΕφΘες 103/2021 ΝΟΜΟΣ, ΕφΛαρ 94/2020 ΝΟΜΟΣ, ΜονΕφΑθ 3700/2025 ΝΟΜΟΣ). Δεν αποτελεί, όμως, αναγκαίο στοιχείο της αγωγής η αναφορά και της αξίας των περιουσιακών στοιχείων που μεταβιβάστηκαν, καθώς η μέχρι της αξίας αυτής ευθύνη εκείνου που τα απέκτησε, προβάλλεται μόνο κατ’ ένσταση (ΑΠ 409/2020 ΝοΒ 2020. 1244, ΑΠ 1407/2018 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 318/2008 ΕλλΔνη 2009. 482, ΕφΠειρ 544/2022 ΝΟΜΟΣ, ΕφΠειρ 699/2020 ΝΟΜΟΣ, ΜονΕφΠειρ 187/2023 ΝΟΜΟΣ). Η μεταβίβαση της επιχείρησης είναι άτυπη, μη υποκείμενη σε κάποιο συστατικό ή αποδεικτικό τύπο, γίνεται δε με την παράδοση της επιχείρησης ως οικονομικής ενότητας στο νέο φορέα, που μπορεί να είναι φυσικό ή νομικό πρόσωπο. Γίνεται, ωστόσο, δεκτό στη θεωρία και στη νομολογία ότι, σύμφωνα με τον σκοπό του άρθρου 479 του ΑΚ (δηλαδή την προστασία των δανειστών), η διάταξη εφαρμόζεται και αν ακόμη δεν καταρτίσθηκε καμία ενοχική σύμβαση ή εκείνη που καταρτίσθηκε, είναι άκυρη. Αρκεί ότι πράγματι επακολούθησε μεταβίβαση της επιχείρησης με την εκτέλεση των μεταβιβαστικών πράξεων, ήτοι αρκεί να έλαβε χώρα η εμπράγματη μεταβίβαση της περιουσίας ή της επιχείρησης και ειδικότερα, των κατ’ ιδίαν στοιχείων που απαρτίζουν την περιουσία, για τα οποία πρέπει να τηρηθεί ο τύπος που αρμόζει σε καθένα, δηλαδή παράδοση για τα κινητά, μεταγραφή για τα ακίνητα και εκχώρηση και αναγγελία για τις απαιτήσεις (ΕφΛαμ 23/2013 ΝΟΜΟΣ, ΕφΠατρ 798/2004 ΑχαΝομ 2005. 103, ΕφΑθ 5235/1990 ΕλλΔνη 1990. 1532). Επιπλέον, ο αποκτών πρέπει να τελούσε εν γνώσει του ότι του μεταβιβάστηκε όλη η περιουσία ως σύνολο ή το σημαντικότερο ποσοστό της. Η γνώση αυτή θεωρείται ότι υπάρχει και όταν, ενόψει των συνθηκών υπό τις οποίες έγινε η μεταβίβαση, γνώριζε ο αποκτών την εν γένει περιουσιακή κατάσταση του μεταβιβάζοντος και μπορούσε να αντιληφθεί ότι η περιουσία που του μεταβιβάστηκε αποτελούσε το σύνολο αυτής ή το σημαντικότερο ποσοστό της (ΑΠ 1179/2020 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1995/2014 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 451/2012 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 910/2010 ΕπισκΕμπΔ 2010. 1053). Στην περίπτωση δε κατά την οποία μεταβιβάσθηκε επιχείρηση ή άλλη περιουσιακή ομάδα ως τέτοια, η γνώση του αποκτώντος προκύπτει από αυτή την ίδια τη σύμβαση και, ώστε, δεν παρίσταται ανάγκη να γίνει ιδιαίτερη επίκληση και απόδειξη αυτής (ΑΠ 829/2003 ΝΟΜΟΣ, ΕφΠειρ 699/2020 ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω, επιχείρηση (ως αντικείμενο δικαίου), αποτελεί σύνολο ποικίλων ανομοιογενών στοιχείων, πραγμάτων, δικαιωμάτων, άυλων αγαθών (εμπορική επωνυμία, σήμα, διακριτικά γνωρίσματα), πραγματικών καταστάσεων και σχέσεων προς την αγορά, στην οποία δραστηριοποιείται (πελατεία, φήμη, θέση καταστήματος, αναπτυξιακές προοπτικές και ελπίδες), το οποίο (σύνολο) τελεί υπό οικονομική οργάνωση και ενότητα που ανήκει σε ορισμένο φορέα. Έτσι η επιχείρηση συνιστά αναμφίβολα μία οικονομική ενότητα, που οργανώνεται στη βάση μιας συγκεκριμένης επιχειρηματικής ιδέας και δραστηριότητας, οι οποίες αποτελούν προϊόν της διανοίας του επιχειρηματία. Με την έννοια αυτή η επιχείρηση συνιστά αυτή καθαυτή άυλο αγαθό, που περιλαμβάνει το σύνολο των κατ’ ιδίαν εμπραγμάτων, ενοχικών ή άλλων επί άυλων αγαθών δικαιωμάτων, με τα οποία ο επιχειρηματίας εξουσιάζει καθένας από τα περιουσιακά στοιχεία από τα οποία απαρτίζεται η επιχείρηση, όπως ακίνητα, κινητά, επωνυμία, σήμα, διακριτικά γνωρίσματα (ΟλΑΠ 7/2009 ΝΟΜΟΣ). Βασικό δε κριτήριο για τη διαπίστωση της ύπαρξης μεταβίβασης επιχείρησης είναι η διατήρηση της ταυτότητάς της. Έτσι, γίνεται δεκτό ότι υπάρχει μεταβίβαση επιχείρησης όταν ο διάδοχος εγκαθίσταται στον ίδιο χώρο και αναλαμβάνει να συνεχίζει την ίδια επιχειρηματική δραστηριότητα της επιχείρησης νοούμενης ως ενιαίας οικονομικής μονάδας, διατηρούσας την ταυτότητά της με τον νέο επιχειρηματικό φορέα με τον ίδιο ή διαφορετικό τίτλο ή μορφή (ΑΠ 842/1983 ΕΕργΔ 43. 268, ΕφΑθ 1507/2023 ΝΟΜΟΣ, ΕφΘες 295/2020 ΝΟΜΟΣ). Η ταυτότητα της επιχείρησης δεν μεταβάλλεται από το γεγονός ότι ο διάδοχος προσέθεσε στα μεταβιβαζόμενα στοιχεία και νέα, όπως νέα μηχανήματα, εγκαταστάσεις, προσέλαβε και νέο προσωπικό, τροποποίησε μερικώς το σκοπό, π.χ. επέκταση εργασιών, παραγωγή και νέων προϊόντων κλπ. (ΑΠ 1850/2006 ΝΟΜΟΣ). Η κρίση για τη διατήρηση ή μη της ταυτότητας της οικονομικής μονάδας και, επομένως, για το εάν συντρέχει ή όχι μεταβίβαση επιχείρησης, εκμετάλλευσης ή τμημάτων τους, εξαρτάται από τη συνολική εκτίμηση των συνθηκών της συγκεκριμένης περίπτωσης. Στο πλαίσιο της συνολικής αυτής εκτίμησης κρίσιμα είναι τα εξής στοιχεία: 1) Η μεταβίβαση ή μη υλικών στοιχείων (κτίρια, μηχανήματα, εξοπλισμός κ.λπ.), 2) η μεταβίβαση ή μη άυλων αγαθών (διπλώματα ευρεσιτεχνίας, σήματα, διακριτικοί τίτλοι κλπ.) και η αξία τους, 3) η απασχόληση (πρόσληψη) ή μη σημαντικού μέρους του εργατικού δυναμικού της μεταβιβαζόμενης επιχείρησης από το νέο επιχειρηματία, 4) η μεταβίβαση ή μη της πελατείας, 5) ο βαθμός ομοιότητας των δραστηριοτήτων που ασκούνται πριν και μετά τη μεταβίβαση και 6) η διάρκεια της ενδεχόμενης διακοπής των δραστηριοτήτων αυτών (ΑΠ 1369/2018 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 997/2018 ΝΟΜΟΣ). Η σημασία αυτών, ως καθοριστικών στοιχείων προσδιοριστικών της ταυτότητας της επιχείρησης ή της εκμετάλλευσης ή τμήματος αυτής, δεν είναι εκ των προτέρων καθορισμένη. Η βαρύτητα που θα αποδοθεί στο καθένα από τα κριτήρια αυτά, στο πλαίσιο της συνολικής εκτίμησης και αξιολόγησης, εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το είδος της επιχείρησης και εκμετάλλευσης και από τη μορφή των εφαρμοζόμενων μεθόδων παραγωγής ή υπηρεσιών. Η κατά τα άνω συνδρομή όλων ή ορισμένων εκ των ως άνω καθοριστικών κριτηρίων δεν αποκλείει, όμως, στο πλαίσιο της συνολικής εκτίμησης και αξιολόγησης, τη λήψη υπόψη και άλλων στοιχείων, όπως είναι η διατήρηση της αυτής οργανωτικής δομής της επιχείρησης ή εκμετάλλευσης από το νέο εργοδότη ή η άσκηση της αυτής ή παραπλήσιας επιχειρηματικής δραστηριότητας στη συγκεκριμένη μονάδα από πρόσωπα στενά συνδεόμενα με τον προηγούμενο εργοδότη που ασκούν πλέον εργοδοτικά καθήκοντα ή η γειτνίαση των νέων εγκαταστάσεων της επιχείρησης με τις προηγούμενες εγκαταστάσεις της μεταβιβαζόμενης επιχείρησης, καθότι ναι μεν τα στοιχεία αυτά δεν συνιστούν καθοριστικά στοιχεία, συνιστούν όμως επί πλέον ενδείξεις της διατήρησης της ταυτότητας της μεταβιβαζόμενης επιχείρησης ή εκμετάλλευσης (ΑΠ 444/2019 ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ 1507/2023 ΝΟΜΟΣ). Οι ως άνω ρυθμίσεις ισχύουν και όταν ολόκληρη η περιουσία ή η επιχείρηση του οφειλέτη μεταβιβάζεται σε άλλον, όχι με μία, αλλά με περισσότερες μεταβιβαστικές πράξεις και μάλιστα είτε συγχρόνως είτε διαδοχικά, με την προϋπόθεση, όμως, στην τελευταία περίπτωση, ότι οι πράξεις αποτελούν μεταξύ τους ενότητα ή, με άλλη διατύπωση, βρίσκονται σε στενή χρονική και οικονομική σχέση, όπως και όταν δεν μεταβιβάζεται στον αποκτώντα η επιχείρηση ως προς όλα τα επί μέρους στοιχεία της, αλλά ως προς ορισμένα, τα οποία, όμως, συνθέτουν τον πυρήνα που είναι αναγκαίος, ώστε να είναι δυνατή η εξακολούθηση της λειτουργίας της. Οι διατάξεις, όμως, αυτές δεν εφαρμόζονται, όταν το σύνολο περιουσίας ή επιχείρησης μεταβιβάζεται τμηματικά σε περισσότερα διαφορετικά πρόσωπα, εκτός αν εκείνοι, που αποκτούν, γνωρίζουν αυτό, ότι, δηλαδή, οι πλείονες συμβάσεις έγιναν με το σκοπό της μεταβίβασης της περιουσίας, οπότε η ευθύνη καθενός από αυτούς περιορίζεται ανάλογα με το τμήμα της περιουσίας που απέκτησε (ΜονΕφΑθ 1066/2023 ΝΟΜΟΣ). Εξάλλου, ως χρέη της περιουσίας που μεταβιβάστηκε νοούνται οποιασδήποτε φύσης είτε από σύμβαση, είτε από αδικοπραξία (εκτός των προσωποπαγών), αρκεί ο γενεσιουργός αυτών νομικός λόγος να υπήρχε κατά το χρόνο της μεταβίβασης, ενώ, δεν απαιτείται για τη δημιουργία ευθύνης του αποκτώντος, να γνώριζε αυτός την ύπαρξη των χρεών κατά τη μεταβίβαση, ούτε να είχαν, μέχρι τότε, αναγνωριστεί, δικαστικώς, σε δίκη μεταξύ του μεταβιβάζοντος οφειλέτη και του δανειστή (ΑΠ 1530/2022 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 533/2021 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 409/2020 ΝΟΜΟΣ). Με την έννοια αυτή εμπίπτουν στη ρύθμιση του άρθρου 479 του ΑΚ και τα χρέη που τελούσαν, κατά το χρόνο της μεταβιβαστικής σύμβασης, υπό προθεσμία ή αίρεση, καθώς και εκείνα που προέρχονται από αλλοίωση ή επέκταση της αρχικής ενοχής, εφόσον αυτή υπήρχε, ήδη, κατά το χρόνο της μεταβίβασης (ΑΠ 708/2020 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1987/2014 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 909/2010 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 829/2003 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1154/1998 ΕλλΔνη 1998. 1572 και 1623, ΕφΠειρ 545/2015 ΝΟΜΟΣ). Με τις ως άνω διατάξεις επεκτείνεται απλώς ο ενοχικός δεσμός και στο πρόσωπο του αποκτώντος την περιουσία, ο οποίος καθίσταται πρόσθετος οφειλέτης του ίδιου χρέους, που περιέρχεται σε αυτόν στην κατάσταση που βρισκόταν κατά το χρόνο της μεταβίβασης, μεταξύ δε των ως άνω συνοφειλετών δημιουργείται δικονομικός δεσμός απλής ομοδικίας (ΕφΠειρ 267/2024 ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ 3438/2022 ΝΟΜΟΣ, ΕφΠειρ 207/2011 ΝΟΜΟΣ, ΕφΘεσ 424/2008 ΤΝΠ ΔΣΑ, ΕφΑθ 6812/2005 ΔΕΕ 2006. 71, ΜονΕφΠειρ 187/2023 ΝΟΜΟΣ). Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτει ότι η νυν ενάγουσα άσκησε εναντίον των νυν εναγόμενων την προγενέστερη από 06.12.2016 και με αριθμό κατάθεσης γενικό ……./2016 και ειδικό ………../2016 αγωγή της, με την οποία επικαλούμενη τη σύναψη της από 31.03.2010 άτυπης (προφορικής) σύμβασης άτοκου δανείου, δυνάμει της οποίας μεταβίβασε κατά κυριότητα, το χρηματικό ποσό των 140.547,15 ευρώ προς την πρώτη εναγόμενη, η οποία αρνήθηκε την επιστροφή του, την 02.08.2016, αν και της ζητήθηκε η απόδοση του δανεισθέντος ποσού, καθώς και τη μεταβίβαση της επιχείρησης από την πρώτη εναγόμενη στην δεύτερη εναγόμενη, κατ’ άρθρο 479 του ΑΚ, συνεπεία της οποίας υφίσταται παθητική εις ολόκληρον ενοχή μεταξύ της πρώτης εναγόμενης και της δεύτερης εναγόμενης, ζήτησε την καταβολή του ποσού των 140.547,15 ευρώ, κυρίως μεν κατά τις διατάξεις περί ενδοσυμβατικής ευθύνης με βάση την από 31.03.2010 σύμβαση δανείου, επικουρικώς δε για την περίπτωση που ήθελε κριθεί ότι δεν είχε καταρτισθεί σύμβαση δανείου, με βάση τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού, δεδομένου ότι οι εναγόμενες κατέστησαν πλουσιότερες κατά το ποσό των 140.547,15 ευρώ, από αιτία μη νόμιμη. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η προσκομιζόμενη υπ’ αριθ. 504/2020 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία κατέστη τελεσίδικη, όπως προκύπτει από τις υπ’ αριθ. ……./17.07.2020 και ……/17.07.2020 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών …………. και την υπ’ αριθ. ……../27.08.2020 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών …………., σε συνδυασμό με το υπ’ αριθ. …./05.01.2021 πιστοποιητικό της Γραμματέως του Πρωτοδικείου Πειραιώς περί μη κατάθεσης τακτικών ή έκτακτων ενδίκων μέσων, και με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή κατά μεν την κύρια βάση της ως ουσιαστικά αβάσιμη, καθόσον κρίθηκε άκυρη η από 31.03.2010 σύμβαση δανείου, λόγω έλλειψης της απαιτούμενης από το νόμο ειδικής άδειας της Γενικής Συνέλευσης των μετόχων της πρώτης εναγόμενης για την έγκυρη κατάρτισή της, κατ’ άρθρο 23α παρ. 2 και 5 του Ν. 2190/1920, συνεπεία της οποίας δεν παρήγαγε τα έννομα αποτελέσματά της, κατά δε την επικουρική βάση της ως μη νόμιμη, καθόσον κρίθηκε ότι στηριζόταν στα ίδια πραγματικά περιστατικά με την κύρια βάση της αγωγής από τη σύμβαση δανείου και περαιτέρω δεν γινόταν παντάπασι επίκληση της ακυρότητας της σύμβασης δανείου, επί της οποίας ερειδόταν η κύρια βάση της αγωγής. Ωστόσο, η προγενέστερη από 06.12.2016 και με αριθμό κατάθεσης γενικό ……/2016 και ειδικό ……/2016 αγωγή ως προς την επικουρική βάση της του αδικαιολόγητου πλουτισμού, ανεξαρτήτως αν χαρακτηρίσθηκε ως μη νόμιμη με την υπ’ αριθ. 504/2020 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, απορρίφθηκε ως αόριστη, διότι δεν περιείχε, κατά την κρίση του ανωτέρω Δικαστηρίου, τα αναγκαία κατά νόμο στοιχεία, ήτοι δεν γινόταν επίκληση της ακυρότητας της από 31.03.2010 σύμβασης δανείου. Επομένως, από την απόφαση αυτή δεν παράχθηκε δεδικασμένο για το, με την ένδικη αγωγή, αχθέν σε κρίση ουσιαστικό δικαίωμα απόδοσης του αδικαιολόγητου πλουτισμού που φέρονται να απέκτησαν οι εναγόμενες σε βάρος της περιουσίας της ενάγουσας κατά το δανεισθέν ως άνω ποσό, λόγω της ακυρότητας της καταρτισθείσας μεταξύ της ενάγουσας και της πρώτης εναγόμενης από 31.03.2010 σύμβασης δανείου (βλ. ΑΠ 85/2018 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 702/2011 ΝΟΜΟΣ). Κατόπιν τούτων, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη υπ’ αριθ. 1421/2023 απόφασή του έκρινε ότι από την απόρριψη, με την υπ’ αριθ. 504/2020 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, της επικουρικής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό βάσης της προγενέστερης από 06.12.2016 αγωγής, ως μη νόμιμης, προκύπτει δεδικασμένο για το ασκούμενο με την κρινόμενη από 17.09.2020 αγωγή δικαίωμα, το οποίο δεν επιτρέπει την εξέτασή της, και ακολούθως απέρριψε την αγωγή αυτή ως απαράδεκτη, παρά το νόμο δέχθηκε την ύπαρξη του ως άνω δεδικασμένου, καθόσον είναι σαφές, κατά τα προαναφερθέντα, ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς με την υπ’ αριθ. 504/2020 απόφασή του, ανεξάρτητα από την ορολογία που χρησιμοποίησε, με την ως άνω αιτιολογία του απέρριψε την επικουρική βάση της προγενέστερης από 06.12.2016 αγωγής, λόγω αοριστίας του δικογράφου της, και όχι ως νομικά αβάσιμης, και ως εκ τούτου δεν δημιουργείται δυσμενές δεδικασμένο μεταξύ των διαδίκων που να αποκλείει την επανάσκηση της ένδικης αγωγής για το ουσιαστικό δικαίωμα απόδοσης του αδικαιολόγητου πλουτισμού των εναγόμενων, κατά το δανεισθέν ως άνω ποσό, λόγω της ακυρότητας από 31.03.2010 σύμβασης δανείου. Ωστόσο, η υπό κρίση αγωγή ως προς την δεύτερη εναγόμενη τυγχάνει απορριπτέα ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας, καθόσον, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη νομική σκέψη της παρούσας, για την πληρότητα και το ορισμένο αυτής, κατά την επιχειρούμενη θεμελίωσή της στη διάταξη του άρθρου 479 του ΑΚ, απαιτείται να επικαλείται η ενάγουσα, μεταξύ άλλων, ότι τα μεταβιβασθέντα μεμονωμένα περιουσιακά στοιχεία από την πρώτη εναγόμενη προς την δεύτερη εναγόμενη, εξαντλούν την περιουσία ή το σημαντικότερο μέρος αυτής, περιστατικά, τα οποία, όμως, ουδόλως εκθέτει η ενάγουσα στα πλαίσια θεμελίωσης της ερειδόμενης στη διάταξη του άρθρου 479 του ΑΚ αγωγικής της βάσης. Ειδικότερα, ενώ εκτίθεται στο αγωγικό δικόγραφο ότι η πρώτη εναγόμενη μεταβίβασε στη δεύτερη εναγόμενη το σύνολο της επιχείρησής της, και συγκεκριμένα ότι μεταβιβάσθηκαν σ’ αυτήν όλα τα περιουσιακά της στοιχεία, τα οποία αποτελούσαν την επιχείρησή της, ήτοι ο εξοπλισμός, τα μηχανήματα, τα έπιπλα, τα διάφορα υλικά, το όχημα, τα άυλα αγαθά (εμπορική επωνυμία), η πελατεία, τα στοιχεία επικοινωνίας και το προσωπικό αυτής, και τα οποία χρησιμοποιούσε η πρώτη εναγόμενη κατά την άσκηση της επιχειρηματικής της δραστηριότητας, στη συνέχεια εκτίθεται ότι το μοναδικό περιουσιακό στοιχείο, το οποίο δεν μεταβιβάσθηκε στη δεύτερη εναγόμενη, ήταν το ακίνητο στον Πειραιά Αττικής, επί της οδού …………, στο οποίο στεγαζόταν η πρώτη εναγόμενη και το οποίο αποτελούσε σημαντικής αξίας περιουσιακό της στοιχείο, η οποία, όμως, ουδόλως προσδιορίζεται στην αγωγή, ώστε να δύναται να κριθεί εάν η επικαλούμενη μεταβίβαση των ανωτέρω μεμονωμένων περιουσιακών στοιχείων, των οποίων, επίσης, δεν προσδιορίζεται η αξία, εξαντλούσε την περιουσία της πρώτης εναγόμενης ή το σημαντικότερο μέρος αυτής. Ακολούθως, εφόσον για την πληρότητα της αγωγικής βάσης, κατ’ άρθρο 479 του ΑΚ, απαιτείται να μνημονεύεται ότι τα μεταβιβασθέντα περιουσιακά στοιχεία της πρώτης εναγόμενης εξαντλούν την περιουσία ή το σημαντικότερο μέρος αυτής, γεγονός που δεν εκτίθεται εν προκειμένω στο αγωγικό δικόγραφο, αντιθέτως δε εκτίθεται ότι δεν μεταβιβάσθηκε στη δεύτερη εναγόμενη σημαντικής αξίας περιουσιακό στοιχείο της πρώτης εναγόμενης, και συγκεκριμένα το ακίνητο που αποτελούσε την έδρα της, η μη αναφορά αυτού του πραγματικού περιστατικού, αναγκαίου για το ορισμένο της υπό κρίση αγωγής, καθιστά το αγωγικό δικόγραφο απορριπτέο ως απαράδεκτο λόγω αοριστίας ως προς την δεύτερη εφεσίβλητη – εναγόμενη. Κατόπιν τούτων, η εκκαλουμένη απόφαση, η οποία απέρριψε την ένδικη αγωγή ως απαράδεκτη λόγω δεδικασμένου, δεν έσφαλε κατ’ αποτέλεσμα ως προς την ερμηνεία και την εφαρμογή του νόμου, εφόσον πράγματι η ένδικη αγωγή τυγχάνει απαράδεκτη λόγω αοριστίας ως προς την δεύτερη εφεσίβλητη – εναγόμενη, όπως εκτέθηκε ανωτέρω και ως τέτοια απορρίφθηκε, έστω και με διαφορετική αιτιολογία, η οποία αντικαθίσταται με την παρούσα (άρθρο 534 του ΚΠολΔ), δεδομένου ότι με την παρούσα απόφαση, δεν παράγεται για την εκκαλούσα – ενάγουσα δυσμενέστερο δεδικασμένο σε σχέση με αυτό της εκκαλουμένης απόφασης (βλ. ΜονΕφΠειρ 423/2025 ΝΟΜΟΣ). Επομένως, ως προς την δεύτερη εφεσίβλητη – εναγόμενη η ένδικη έφεση πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη στην ουσία της, ενώ πρέπει να εισαχθεί στο Δημόσιο Ταμείο, κατ’ άρθρο 495 του ΚΠολΔ, το παράβολο για το παραδεκτό της έφεσης που προκατέβαλε η εκκαλούσα – ενάγουσα, λόγω της ήττας της. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα της δεύτερης εφεσίβλητης – εναγόμενης, για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της εκκαλούσας – ενάγουσας, λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζει ερήμην της πρώτης εφεσίβλητης-εναγόμενης την από 13.06.2023 έφεση, κατά της υπ’ αριθ. 1421/2023 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία.

Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση επί της από 13.06.2023 έφεσης ως προς την πρώτη εφεσίβλητη – εναγόμενη.

Δέχεται τυπικά και απορρίπτει κατ’ ουσίαν την από 13.06.2023 έφεση ως προς την δεύτερη εφεσίβλητη – εναγόμενη.

Διατάσσει την εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου υπέρ Δημοσίου υπ’ αριθ. ……/2023 ηλεκτρονικό παράβολο, ποσού εκατό (100,00) ευρώ που προκατέβαλε η εκκαλούσα – ενάγουσα.

Επιβάλλει σε βάρος της εκκαλούσας–ενάγουσας τα δικαστικά έξοδα της δεύτερης εφεσίβλητης–εναγόμενης, για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει σε τετρακόσια (400,00) ευρώ.

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου, στον Πειραιά, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση, στις 06.02.2026, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων τους δικηγόρων.

Η  ΠΡΟΕΔΡΟΣ                                                              Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ