ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
4ο ΤΜΗΜΑ
Αριθμός απόφασης 99 /2026
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
Αποτελούμενο από την Δικαστή Ελένη Πρέντζα, Εφέτη, η οποία ορίστηκε από την Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης του Εφετείου Πειραιά και από τη Γραμματέα Ε.Δ.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις ………….. για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του εκκαλούντος – ενάγοντος: ……….., που παραστάθηκε δια της πληρεξούσιας δικηγόρου, Χρυσούλας Πρατικάκη (Α.Μ. ΔΣΑ ……..), με δήλωση του άρθ. 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε το με Νο …………./30.10.2025 γραμμάτιο προείσπραξης τού ως άνω ΔΣ.
Του εφεσίβλητου – εναγόμενου: Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, επί της οδού ………, με Α.Φ.Μ. ……., που παραστάθηκε ατελώς δια της δικαστικής πληρεξούσιας του Ν.Σ.Κ., Καλλιόπης Στόλη (Α.Μ.:………..), με δήλωση του άρθ. 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Ο ενάγων και ήδη εκκαλών ζήτησε να γίνει δεκτή η από 27.10.2022 (ΓΑΚ/ΕΑΚ ……………./10.11.2022) αγωγή του, εκ του άρθρου 6 παρ. 2 ν. 2664/1998 την οποία άσκησε εναντίον του εναγόμενου και ήδη εφεσίβλητου, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, κατά την τακτική διαδικασία. Επί της αγωγής εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, η υπ’ αριθμ. 2528/2024 οριστική απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, που απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη. Εναντίον της απόφασης ο ηττηθείς ενάγων άσκησε ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού την από 18.11.2024 έφεση, δικάσιμος της οποίας ορίστηκε η αναγραφόμενη στην αρχή της παρούσας και γράφτηκε στο πινάκιο με αριθμό ………….., οπότε και συζητήθηκε. Οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων, οι οποίοι παραστάθηκαν όπως παραπάνω αναφέρεται, ζήτησαν να γίνουν δεκτές οι προτάσεις που προκατέθεσαν.
ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Η έφεση κατά της με αριθμό 2528/2024 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, που εκδόθηκε κατά την νέα τακτική διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων, αρμοδίως φέρεται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου (άρθρο 19 ΚΠολΔ) και έχει ασκηθεί νομότυπα, με κατάθεση του δικογράφου της στη Γραμματεία του εκδόσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου, στις 14.11.2024, κατ’ άρθρο 495 παρ. 1 ΚΠολΔ και εμπρόθεσμα, κατ’ άρθρο 518 παρ. 2 ΚΠολΔ, προ πάσης επίδοσης της πρωτόδικης απόφασης, αφού τέτοια δεν επικαλούνται οι διάδικοι, ούτε προκύπτει οίκοθεν από τα προσκομιζόμενα ενώπιον του Δικαστηρίου έγγραφα και εντός της νόμιμης, προβλεπόμενης στη διάταξη του άρθρου 518 παρ. 2 ΚΠολΔ [όπως η ανωτέρω διάταξη ισχύει μετά την τροποποίησή της με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν.4335/2015 (ΦΕΚ Α΄87), που εφαρμόζεται εν προκειμένω, καθώς η ένδικη έφεση ασκήθηκε μετά την 1η.1.2016, σύμφωνα με το άρθρο ένατο παρ. 2 του αυτού άρθρου και νόμου] καταχρηστικής προθεσμίας των δύο (2) ετών από την δημοσίευση, στις 25.07.2024, της προσβαλλόμενης απόφασης. Για το παραδεκτό της συζήτησης της έφεσης ο εκκαλών κατέθεσε το προβλεπόμενο από την παράγραφο 3Α υπό β΄ του άρθρου 495 ΚΠολΔ e – παράβολο, που επισυνάπτεται στην έκθεση κατάθεσης που συνέταξε ο Γραμματέας του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, με αριθμό ……../2024, ποσού εκατό (100) ευρώ, σε συνδυασμό και με την από 14.11.2024 απόδειξη επιτυχούς πληρωμής της τράπεζας eurobank. Πρέπει, επομένως, η έφεση να γίνει τυπικά δεκτή, κατά τα άρθρα 495, 511, 513, 516 § 1, 517 εδαφ. α, 518 παρ. 2, 520, 523 και 524 ΚΠολΔ και να εξεταστεί από το Δικαστήριο και ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα, κατά την ίδια διαδικασία, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση.
ΙΙ. Ο ενάγων άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, κατά την τακτική διαδικασία, την από 27.10.2022 (ΓΑΚ/ΕΑΚ …………./10.11.2022) αγωγή, εκ του άρθρου 6 παρ. 2 ν. 2664/1998, εναντίον του εναγόμενου, με την οποία ισχυρίστηκε ότι είναι αποκλειστικός κύριος, τόσο με τα προσόντα της τακτικής, όσο και με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, μίας οριζόντιας ιδιοκτησίας, που συστάθηκε με την υπ΄ αριθμ. ………/31.05.1974 συμβολαιογραφική πράξη σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας, του συμβολαιογράφου Πειραιά, ………., νομίμως μεταγεγραμμένης, στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Πειραιά, στον τόμο … και αριθμό ….., στην πυλωτή, πολυώροφης οικοδομής, ανεγερθείσας με το σύστημα της αντιπαροχής, το έτος 1974, σε οικόπεδο που βρίσκεται στο Πειραιά και, συγκεκριμένα, τής με στοιχεία Π-2 οριζόντιας ιδιοκτησίας, επιφάνειας 88,36 τ.μ., με ποσοστό συνιδιοκτησίας στο οικόπεδο 20/1000 εξ αδιαιρέτου, η οποία βρίσκεται στην πυλωτή της ανωτέρω οικοδομής. Ότι την κυριότητα αυτής απέκτησε κυρίως με τακτική χρησικτησία, δυνάμει της συνταχθείσας υπ΄ αριθμ. ../31.5.1974 συμβολαιογραφικής πράξης σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας, νόμιμα μεταγεγραμμένης, σύμφωνα με την οποία περιήλθε η επίδικη οριζόντια ιδιοκτησία, κατά ποσοστό κυριότητας 2/3 εξ αδιαιρέτου, στην εργολήπτρια, ομόρρυθμη εταιρία, με την επωνυμία «………………», της οποίας ο ενάγων ήταν ομόρρυθμο μέλος, το δε υπόλοιπο ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου περιήλθε στην ως άνω εργολήπτρια εταιρεία, το έτος 1977, με μεταβίβασή του από τον, εκ των οικοπεδούχων της υπό κατασκευή πολυκατοικίας, Ε…………….. πλην, όμως, ο ενάγων αμέλησε να αξιώσει από αυτόν [τον πωλητή – δικαιοπάροχό του] την σύνταξη συμβολαιογραφικού εγγράφου μεταβίβασης. Ότι, εξάλλου, απέκτησε την κυριότητα της επίδικης οριζόντιας ιδιοκτησίας και με έκτακτη χρησικτησία, τον Ιανουάριο του έτους 1978, όταν, μετά την εκκαθάριση τής ως άνω εταιρείας «………….» περιήλθε εξ ολοκλήρου αυτή (η οριζόντια ιδιοκτησία), δια κληρώσεως, στον ενάγοντα, έκτοτε, δε, το νέμεται, διανοία κυρίου, κατά ποσοστό 100/100, χωρίς ουδέποτε να ενοχληθεί από κανέναν, ασκώντας όλες τις διακατοχικές πράξεις νομής, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στην αγωγή. Ότι η παραπάνω ιδιοκτησία του, την αξία της οποίας προσδιορίζει στο ποσό των 35.255,64 ευρώ, εμφανίζεται, σύμφωνα με τις πρώτες εγγραφές, στο οικείο κτηματολογικό φύλλο και απόσπασμα κτηματολογικού διαγράμματος ως «ΑΓΝΩΣΤΟΥ» ιδιοκτήτη, για τον λόγο ότι μέχρι την περαίωση της διαδικασίας κτηματογράφησης των ακινήτων του Δήμου Πειραιά, από παραδρομή ο ενάγων παρέλειψε να δηλώσει στον ΟΚΧΕ το δικαίωμα πλήρους κυριότητάς του στο παραπάνω ακίνητο, με αποτέλεσμα, κατά την έναρξη λειτουργίας του Κτηματολογίου στις 31.07.2017, που ορίστηκε με σχετική απόφαση του του ΔΣ του ΟΚΧΕ, το ακίνητο αυτό που έλαβε ΚΑΕΚ ……., να καταχωριστεί στα Κτηματολογικά Βιβλία του Δήμου Πειραιά ανακριβώς ως αγνώστου ιδιοκτήτη. Με βάση το ιστορικό αυτό και επικαλούμενος άμεσο έννομο συμφέρον εξαιτίας της προσβολής του εμπράγματου δικαιώματός του, ένεκα της ανακριβούς πρώτης κτηματολογικής εγγραφής, ο ενάγων ζήτησε: 1] Την αναγνώριση του εμπράγματου δικαιώματος πλήρους κυριότητάς του επί της προαναφερόμενης οριζόντιας ιδιοκτησίας, η οποία έχει λάβει ΚΑΕΚ ……………. με το οποίο αναγράφηκε στα κτηματολογικά βιβλία του Δήμου Πειραιά ανακριβώς ως αγνώστου ιδιοκτήτη και 2] Την διόρθωση τής ως άνω ανακριβούς εγγραφής του ακινήτου του στα κτηματολογικά βιβλία του Δήμου Πειραιά, στο οποίο αντιστοιχεί ποσοστό συγκυριότητας επί του γεωτεμαχίου 20/οοο και όχι 130/οοο, όπως εσφαλμένα έχει αναγραφεί και το οποίο εμφανίζεται εσφαλμένα ως αγνώστου ιδιοκτήτη και να αναγραφεί στο κτηματολογικό φύλλο ο ενάγων ως αποκλειστικός κύριος κατά ποσοστό 100% πλήρους κυριότητας και τρόπο κτήσης την έκτακτη χρησικτησία (ΑΚ 1045), όπως αναγράφει στο αιτητικό της αγωγής του, εκτιμάται, όμως, από το Δικαστήριο ότι ζητεί και με τα προσόντα της τακτικής χρησικτησίας όπως αναγράφεται στην σελίδα 6 της αγωγής. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφασή του αφού έκρινε ότι τηρήθηκε για την αγωγή η νόμιμη προδικασία για το παραδεκτό της απέρριψε στη συνέχεια την αγωγή ως μη νόμιμη, με την αιτιολογία ότι το επίδικο, ως χώρος της πιλοτής πολυκατοικίας, που φέρεται να ανεγέρθηκε το έτος 1974, ήτοι κατά την ισχύ των άρθρων 22 παρ. 9 και 32 παρ. 4 του ΝΔ 8/1973 περί Γενικού Οικοδομικού Κανονισμού, όπως αντικαταστάθηκαν από τις παραγράφους 22 και 33 του άρθρου 1 του Ν.Δ. 205/1974, που προέβλεψαν την κατασκευή της οικοδομής επί υποστηλωμάτων για τη δημιουργία στο ισόγειο ανοικτού στεγασμένου χώρου, που αφήνεται εξολοκλήρου κενός και χρησιμεύει για τη στάθμευση αυτοκινήτων (PILOTIS), ήτοι ως χώρος εκ του νόμου και εξ ορισμού ανοιχτός, για τον οποίο ο ενάγων δεν ισχυρίστηκε ότι υπήρξε μεταγεγραμμένη συμφωνία μεταξύ όλων των οροφοκτητών να κατασκευαστεί ως κλειστός χώρος σε τμήμα της πυλωτής, δεν μπορεί να αποτελέσει διαιρεμένη ιδιοκτησία, που ανήκει κατ’ αποκλειστική κυριότητα σε έναν ή περισσότερους ιδιοκτήτες αλλά ανήκει στα κοινόχρηστα και κοινόκτητα μέρη της οικοδομής και ότι η συμβολαιογραφική πράξη σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας στον εν λόγω χώρο της πιλοτής, την οποία επικαλείται ο ενάγων με την υπό κρίση αγωγή του, είναι κατά το μέρος αυτό άκυρη κατ’ άρθρο 174 ΑΚ, ως αντικείμενη σε αναγκαστικού δικαίου διατάξεις και συνεπώς και αληθή υποτιθέμενα όσα εκτίθενται στην υπό κρίση αγωγή, δεν μπορούν να θεμελιώσουν το επικαλούμενο από τον ενάγοντα δικαίωμα κυριότητάς του στο επίδικο, το οποίο δεν αποτελεί νομίμως συσταθείσα οριζόντια ιδιοκτησία και ως εκ τούτου, δεν είναι δυνατή η κτήση κυριότητας σε αυτό με χρησικτησία. Με επάλληλη, δε, σκέψη έκρινε ότι ανεξαρτήτως του νομίμου της αγωγής, στο προσκομιζόμενο κτηματολογικό φύλλο της με ΚΑΕΚ ………….. οριζόντιας ιδιοκτησίας, η οποία, κατά τους ισχυρισμούς του ενάγοντος αποτελεί την επίδικη οριζόντια ιδιοκτησία κυριότητάς του, δεν αναγράφεται το εμβαδόν, ο όροφος και ο αριθμός της οριζόντιας ιδιοκτησίας, το δε ποσοστό συγκυριότητας που της αναλογεί στο οικόπεδο είναι 130/1000, ήτοι μεγαλύτερο από το ποσοστό συγκυριότητας που αναλογεί όχι μόνο στο επίδικο αλλά και σε οποιαδήποτε οριζόντια ιδιοκτησία που έχει συσταθεί στην ίδια οικοδομή, όπως αυτά (ποσοστά κάθε οριζόντιας ιδιοκτησίας) εκτίθενται στην αγωγή και ότι συνεπώς δεν είναι δυνατό να ταυτοποιηθεί αυτή. Ότι, αντιθέτως, πιθανολογείται ότι πρόκειται για κτηματολογικό φύλλο κοινού ΚΑΕΚ, συνδεδεμένου στο γεωτεμάχιο, στο οποίο έχουν περιληφθεί όλα τα ποσοστά εξ αδιαιρέτου συγκυριότητας επί του οικοπέδου που δεν έχουν δηλωθεί από τους οροφοκτήτες (ο αποκαλούμενο «κουβάς»). Κατόπιν των ανωτέρω, απέρριψε ως μη νόμιμη την αγωγή και επέβαλε σε βάρος του ενάγοντος, λόγω της ήττας του μειωμένη δικαστική δαπάνη σε βάρος του εναγόμενου, ύψους 200€. Κατά της ανωτέρω απορριπτικής οριστικής απόφασης, παραπονείται ο ενάγων -εκκαλών με την κρινόμενη έφεσή του, για τους λόγους που εκθέτει σ΄ αυτήν, οι οποίοι ανάγονται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και κατ΄ εκτίμηση, επικουρικά, για την επάλληλη αιτιολογία της, κακή εκτίμηση των αποδείξεων και ζητεί την εξαφάνισή της, με σκοπό να γίνει δεκτή η αγωγή του και να καταδικαστεί το εφεσίβλητο στη δικαστική του δαπάνη.
Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1002,1117 ΑΚ,1, 2 παρ.1, 3 παρ. 1, 4 παρ.1, 5 και 13 του ν. 3741/1929 επί ιδιοκτησίας κατ` ορόφους (οριζόντιας ιδιοκτησίας) δημιουργείται χωριστή κυριότητα επί ορόφου ή διαμερίσματος ορόφου και αναγκαστική συγκυριότητα, που αποκτάται αυτοδικαίως, κατ` ανάλογη μερίδα, επί του εδάφους και επί των μερών της οικοδομής, που χρησιμεύουν στην κοινή χρήση όλων των οροφοκτητών. Οι ως άνω βασικές αρχές του θεσμού της οριζόντιας ιδιοκτησίας προκύπτουν σαφώς από τις παραπάνω διατάξεις, οι οποίες όμως δεν προσδιορίζουν επαρκώς την έννοια του “ορόφου” και του “διαμερίσματος ορόφου”. Από το πνεύμα, εντούτοις, των διατάξεων για την οροφοκτησία και ιδίως από το σκοπό τους, που, όπως προκύπτει και από την εισηγητική έκθεση του ν. 3741/1929, είναι η ευχερέστερη κάλυψη των στεγαστικών αναγκών των πολιτών και η καθ` ύψος επέκταση των πόλεων, καθώς και από τα ερμηνευτικά πορίσματα εκ της κοινής πείρας και από τις σχετικές διατάξεις της πολεοδομικής νομοθεσίας (άρθρο 11 του Γενικού Οικοδομικού Κανονισμού των ετών 1929,1955 και 1973) συνάγεται, ότι όροφος ή διαμέρισμα ορόφου είναι το αναποχώριστο τμήμα της οικοδομής ή του ορόφου, μετά των συστατικών του και του εντός αυτού (κυβικού) χώρου, που περικλείεται τεχνικώς από κάτω, από τα πλάγια και από πάνω, με τοίχους ή άλλα οικοδομικά στοιχεία, ώστε να διαχωρίζεται σαφώς από τα λοιπά (διαιρετά ή αδιαίρετα) τμήματα της οικοδομής και να έχει αναχθεί σε συγκεκριμένο και ανεξάρτητο τμήμα αυτής, που είναι κατάλληλο προς χωριστή και αυτοτελή οικιστική εν γένει χρήση. Μόνο οι όροφοι και τα διαμερίσματα ορόφων, με την παραπάνω έννοια, καθώς και τα εξομοιούμενα από το νόμο με ορόφους υπόγεια και δωμάτια κάτω από την στέγη (άρθρα 1002 εδ. β` ΑΚ και 1 παρ. 2 του ν. 3741/1929) μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο οριζόντιας ιδιοκτησίας. Επομένως δεν είναι δυνατό να συσταθεί διαιρεμένη ιδιοκτησία επί ανοικτού χώρου, εκτός αν προβλέπεται στη συστατική της οροφοκτησίας πράξη ή σε μεταγενέστερη συμφωνία όλων των οροφοκτητών, που έχει μεταγραφεί νόμιμα, ότι ο χώρος αυτός πρόκειται να οικοδομηθεί, οπότε η σύσταση διαιρεμένης ιδιοκτησίας αναφέρεται στους μελλοντικούς ορόφους ή διαμερίσματα και τελεί υπό την αναβλητική αίρεση της κατασκευής τους (άρθρο 201 ΑΚ). Εξάλλου, αν ληφθεί υπόψη ότι η θεσπιζομένη με τα άρθρα 1002 ΑΚ και 1 του ν. 3741/1929 αποκλειστική (χωριστή) κυριότητα επί ορόφου ή διαμερίσματος ορόφου αποτελεί την εξαίρεση του κανόνα «τα υπερκείμενα είκει τοις υποκειμένοις» (surerficies solo cedit), σύμφωνα με την οποία ό,τι είναι κτισμένο ή φυτεμένο (υπερκείμενο) πάνω σε ένα έδαφος (υποκείμενο) ακολουθεί την τύχη του εδάφους και ανήκει στον ιδιοκτήτη του οικοπέδου, δηλαδή ότι η κυριότητα σε ακίνητο εκτείνεται, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, στον χώρο πάνω και κάτω από το έδαφος, που έχει περιληφθεί στο άρθρο 1001 εδ. Α` του ΑΚ, οποιοδήποτε μέρος του όλου ακινήτου, που δεν ορίστηκε ή δεν ορίστηκε έγκυρα, με το συστατικό της οροφοκτησίας τίτλο, ότι αποτελεί αντικείμενο της αποκλειστικής κυριότητας κάποιου συνιδιοκτήτη, υπάγεται αυτοδικαίως από το νόμο, κατ` εφαρμογή του ανωτέρω κανόνα, στα αντικείμενα της αναγκαστικής συγκυριότητας επί του εδάφους και θεωρείται γι` αυτό κοινόκτητο και κοινόχρηστο μέρος του ακινήτου. Εξάλλου, τα άρθρα 22 παρ. 9 και 32 παρ. 4 του νδ/τος 8/1973 “περί Γενικού Οικοδομικού Κανονισμού” {ΓΟΚ}, όπως αντικαταστάθηκαν από τις παραγράφους 22 και 33 του άρθρου 1 του ν.δ/τος 205/1974, πρόβλεψαν για πρώτη φορά την κατασκευή της οικοδομής επί υποστηλωμάτων (PILLOTIS) για τη δημιουργία στο ισόγειο ανοικτού στεγασμένου χώρου, που αφήνεται εξ ολοκλήρου κενός και χρησιμεύει για την στάθμευση αυτοκινήτων. Ο κενός αυτός χώρος του ισογείου, που ονομάστηκε «πιλοτή» και αναφέρεται σε μεταγενέστερα νομοθετήματα ως “PILLOTIS”, (άρθρο 1 παρ. 5 περ. γ` του ν. 960/1979,όπως αντικαταστάθηκε με το ν. 1221/1981, 7 παρ.1 περ. Α` και 9 παρ. 10 ΓΟΚ/1985), είναι εξ ορισμού ανοικτός και, συνεπώς, ισχύουν γι` αυτόν όσα αναφέρθηκαν παραπάνω. Δηλαδή η συμφωνία των οροφοκτητών να συστήσουν, σε τμήματα της πιλοτής, που θα παραμείνουν ανοικτά, αυτοτελείς (διαιρεμένες) ιδιοκτησίες, θα είναι άκυρη, ως αντικείμενη στις αναγκαστικού δικαίου διατάξεις, που καθορίζουν τις θεμελιακές αρχές του θεσμού της οριζόντιας ιδιοκτησίας (άρθρο 174 ΑΚ) και συνακόλουθα τα τμήματα αυτά είναι κοινόχρηστα και κοινόκτητα. Εκτός αν, προβλέπεται, όπως προαναφέρθηκε, στη συστατική της οροφοκτησίας πράξη ή σε μεταγενέστερη συμφωνία όλων των οροφοκτητών, που έχει μεταγραφεί νόμιμα, ότι στα πιο πάνω τμήματα της πιλοτής θα κατασκευαστούν κλειστοί χώροι, οπότε δημιουργούνται έγκυρα διαιρεμένες ιδιοκτησίες στους περίκλειστους χώρους, που θα κατασκευαστούν, ακόμα και αν η κατασκευή τους επάγεται τυχόν υπέρβαση του ορίου κάλυψης ή του συντελεστή δόμησης και είναι πάντως αντίθετη προς τις ανωτέρω διατάξεις του ΓΟΚ/1973, που ορίζουν, ότι ο χώρος της πιλοτής αφήνεται εξ ολοκλήρου κενός, αφού η παραβίαση των διατάξεων αυτών συνεπάγεται μόνο διοικητικές κυρώσεις και δεν θίγει το κύρος της συμφωνίας (Ολ ΑΠ 583/1983, ΑΠ 1357/2017 ΝΟΜΟΣ). Η δε προεκτεθείσα έννοια των διατάξεων για την οροφοκτησία δεν είναι αντίθετη αλλά επιβεβαιώνεται ουσιαστικά από τις ειδικές ρυθμίσεις των ν. 960/1979 και 1221/1981 για τις θέσεις στάθμευσης αυτοκινήτων. Πράγματι, οι διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 5 εδ. α και β του ν. 960/1979, όπως αντικαταστάθηκαν με το άρθρο 1 του ν.1221/1981, προβλέπουν ότι προκειμένου για θέσεις στάθμευσης αυτοκινήτων, που βρίσκονται σε στεγασμένους χώρους κτιρίου, το οποίο έχει υπαχθεί στο σύστημα της διαιρεμένης ιδιοκτησίας, κάθε θέση στάθμευσης αποτελεί διαιρεμένη ιδιοκτησία, της οποίας επιτρέπεται η αυτοτελής μεταβίβαση και σε τρίτους, που δεν έχουν σχέση με το κτίριο. Με τις διατάξεις αυτές, δηλαδή, αναγνωρίζεται χωριστή κυριότητα και επί των θέσεων στάθμευσης αυτοκινήτων, που δεν είναι περίκλειστοι αλλά απλώς στεγασμένοι, κατ` εξαίρεση του κανόνα, ότι αντικείμενο διαιρεμένης ιδιοκτησίας αποτελούν μόνον οι κλειστοί χώροι ορόφων ή διαμερισμάτων. Ειδικά, όμως, για την πιλοτή, το τελευταίο εδάφιο γ` της παρ. 5 του άνω άρθρου ορίζει, ότι “αι τυχόν δημιουργούμεναι θέσεις σταθμεύσεως εις τον ελεύθερον ισόγειον χώρον του κτιρίου, όταν τούτο κατασκευάζεται επί υποστηλωμάτων (PILLOTIS) κατά τας ισχυούσας διατάξεις, δεν δύνανται να αποτελέσουν αντικείμενο διαιρεμένης ιδιοκτησίας”. Οι παραπάνω νεότερες ρυθμίσεις, και ιδίως αυτές των εδαφίων α` και β`, καθώς και εκείνη του εδαφίου γ`, θα ήταν ασφαλώς περιττές, αν ήταν δυνατόν με βάση τις ισχύουσες μέχρι τότε διατάξεις, να συσταθεί οριζόντια ιδιοκτησία επί ορισμένων ανοικτών χώρων του κοινού ακινήτου για να χρησιμοποιηθούν ως θέσεις στάθμευσης αυτοκινήτων. Έτσι, ενόψει αυτών, γίνεται φανερό, ότι ο ελεύθερος χώρος της πιλοτής ή ανοικτά τμήματα του χώρου αυτού δεν ήταν δυνατόν ούτε πριν από τους ν. 960/1979 και 1221/1981, ούτε μετά τους νόμους αυτούς να αποτελέσουν αντικείμενο διαιρεμένης ιδιοκτησίας και, συνεπώς, οι μεν κλειστοί χώροι της πιλοτής, που είναι κατά τα αναφερόμενα στην αρχή διαμερίσματα του ισογείου ορόφου, καθώς και οι περίκλειστες θέσεις στάθμευσης αυτοκινήτων στην πιλοτή δεν είναι κοινόχρηστα και κοινόκτητα μέρη της οικοδομής και, επομένως, μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο διαιρεμένης ιδιοκτησίας, ενώ ο ελεύθερος χώρος της πιλοτής ή ανοικτά τμήματά της είναι κοινόκτητα και κοινόχρηστα μέρη της οικοδομής, επί των οποίων μπορεί μόνον να παραχωρηθεί, με τη συστατική της οροφοκτησίας δικαιοπραξία ή με μεταγενέστερη συμφωνία μεταξύ όλων των συνιδιοκτητών, δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης σε ιδιοκτήτες ορόφων ή διαμερισμάτων της ίδιας οικοδομής και όχι και σε τρίτους (άρθρο 4 παρ. 1 και 13 ν. 3741/1929, ΟλΑΠ 23/2000, ΑΠ 505/2022 ΝΟΜΟΣ). Έτσι, αν με τη συστατική πράξη της οροφοκτησίας προβλέπεται, ότι τμήμα του ακάλυπτου χώρου του ισογείου της οικοδομής, που αρχικά προορίζεται για τις θέσεις στάθμευσης αυτοκινήτων αποκλειστικά υπέρ του οικοπεδούχου ή του εργολάβου, πρόκειται να οικοδομηθεί και παρακρατούνται εξαρχής ποσοστά εξ αδιαιρέτου επί όλου οικοπέδου για μελλοντικές αυτοτελείς (διαιρεμένες) ιδιοκτησίες, οι οποίες στη συνέχεια κατασκευάζονται, η συμφωνία αυτή στη συστατική πράξη είναι έγκυρη και δεσμεύει τους επιγενόμενους αγοραστές ανεξαρτήτων αυτοτελών ιδιοκτησιών, που προσχωρούν στη συστατική πράξη της ίδιας οροφοκτησίας και γνωρίζουν, ότι το τμήμα αυτό του ακάλυπτου χώρου του ισογείου έχει εξαιρεθεί από τους κοινόχρηστους και κοινόκτητους χώρους της οικοδομής (ΑΠ 2115/2014, ΑΠ 2302/2009, ΑΠ 1602/2002, ΑΠ 725/2002, ΕφΛαρ 226/2019 ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 953, 954, 1002 και 1117 ΑΚ, 1 και 14 ν. 374/1929, 1 και 2 ν.δ. 1024/1971 “περί διηρημένης ιδιοκτησίας επί οικοδομημάτων ανεγειρόμενων επί ενιαίου οικοπέδου” ορίζεται ότι εκτός από τις περιπτώσεις σύστασης οροφοκτησίας, με βάση τη διάταξη του άρθρου 480 Α΄ ΚΠολΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 11 ν. 1562/1985 ή τις διατάξεις των άρθρων 1 και 6 του τελευταίου νόμου, χωριστή κυριότητα σε όροφο οικοδομής ή σε διαμέρισμα ορόφου μπορεί να συσταθεί μόνο με δικαιοπραξία του κυρίου (ή όλων των συγκυρίων) του όλου ακινήτου, δηλαδή, είτε με σύμβαση μεταξύ όλων των συγκυρίων του όλου ακινήτου είτε με μονομερή δικαιοπραξία του κυρίου του όλου ακινήτου, εν ζωή ή αιτία θανάτου, η σύσταση δε της οροφοκτησίας περιβάλλεται τον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου και της μεταγραφής. Δεν μπορεί, επομένως, κατά νόμο να αποκτηθεί κυριότητα με χρησικτησία, τακτική ή έκτακτη, σε τμήμα, όροφο ή δωμάτιο του όλου ακινήτου, ακόμη και αν το τμήμα αυτό είναι αυτοτελές και προορισμένο για αυτοτελή χρήση και εκμετάλλευση, εφόσον το εν λόγω τμήμα δεν αποτελεί συνεστημένη ήδη οριζόντια ιδιοκτησία (ΑΠ 1187/2015 ΝΟΜΟΣ).
Με τον πρώτο λόγο της έφεσής του, ο εκκαλών διαμαρτύρεται για εσφαλμένη απόρριψη της αγωγής του ως μη νόμιμης από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, για τον λόγο ότι στην αγωγή του επικαλέστηκε και προσκόμισε την με αριθμό …../1974 σύσταση οριζόντιας ιδιοκτησίας, του συμβολαιογράφου Πειραιώς, ………………., η οποία μεταγράφηκε νόμιμα, στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Πειραιά, στον τόμο …. και αριθμό …., από την οποία αποδεικνύεται ότι με τη συστατική αυτή πράξη προβλέφθηκε ότι θα κατασκευαστεί και κατασκευάστηκε κλειστός χώρος στην πιλοτή, διότι σε αυτήν αναγράφεται επί λέξει «την υπό στοιχεία Π-2 πυλωτήν κατασκευήν» υπέρ της εργολήπτριας εταιρείας της οποίας ήταν ομόρρυθμο μέλος, παρακρατήθηκαν, δε, εξαρχής ποσοστά εξ αδιαιρέτου επί όλου του οικοπέδου, για την μελλοντική αυτή αυτοτελή, διαιρεμένη, ιδιοκτησία, της οποίας κατέστη κύριος με τακτική και έκτακτη χρησικτησία και επομένως δεν αποτελεί κοινόκτητο και κοινόχρηστο χώρο αλλά αυτοτελή ιδιοκτησία.
Επί του λόγου αυτού λεκτέα τα ακόλουθα: Από τα ιστορούμενα στην αγωγή προκύπτουν τα εξής: Δυνάμει τού από 27.09.1970 καταστατικού σύστασης ομόρρυθμης εταιρίας, που καταχωρήθηκε νόμιμα στα βιβλία εταιρειών, του Πρωτοδικείου Πειραιά, με αριθμό καταχώρησης ……../1970, συστήθηκε η εταιρία με την επωνυμία «………», με έδρα τον Πειραιά, επί της οδού …………… Το αντικείμενο της εταιρίας ήταν η ανάληψη ή η κατασκευή Δημοσίων ή ιδιωτικών έργων, με συμμετοχή των εταίρων, μεταξύ των οποίων και ο ενάγων στα κέρδη και στις ζημίες, κατά ποσοστό 50% έκαστος. Το έτος 1974 η εταιρεία ανέλαβε να ανεγείρει με το σύστημα της αντιπαροχής μια πολυκατοικία, ευρισκόμενη στον Πειραιά και επί της οδού ……. (και σήμερα … ) και ….., αποτελούμενη από πυλωτή, ισόγειο και τέσσερις ορόφους. Ακολούθησε η σύνταξη του υπ’ αριθ. …./31-05-1974 προσυμφώνου, του συμβολαιογράφου Πειραιώς, ….. ………, με το οποίο συμφωνήθηκε να μεταβιβαστούν στην ομόρρυθμη εταιρεία από τους οικοπεδούχους, ………. ………, τα 455/000 επί του οικοπέδου, ειδικότερα, δε, μεταξύ των οριζοντίων ιδιοκτησιών που θα περιέρχονταν στην εν λόγω εταιρεία, της οποίας ο ενάγων ήταν ομόρρυθμο μέλος ήταν και κατά ποσοστό 2/3 πλήρους κυριότητας, η υπό στοιχεία Π-2 οριζόντια ιδιοκτησία [πυλωτή κατασκευή], επιφάνειας 88,36 τ.μ., όγκου ιδιόκτητου μέτρων κυβικών 302,52, ποσοστού συνιδιοκτησίας στο οικόπεδο 20/000 εξ αδιαιρέτου και ψήφους 20/000, που συνορεύει αρκτικώς με αρκτικό όριο του ακινήτου, μεσηβρινώς εν μέρει με οδό ……….. και εν μέρει με κλιμακοστάσιο, ανατολικώς με οδό …… και δυτικώς εν μέρει με ακάλυπτο χώρο, εν μέρει με κλιμακοστάσιο, εν μέρει με διάδρομο και εν μέρει με είσοδο πολυκατοικίας. Η εν λόγω μεταβίβαση, σε εκτέλεση του ως άνω προσυμφώνου, συντελέστηκε δυνάμει της υπ’ αριθ. ……/31-05-1974 σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας, του ως άνω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών, του Υποθηκοφυλακείου Πειραιά, στον τόμο … και αριθμό ….. Σύμφωνα με την τελευταία [σύσταση οριζοντίου ιδιοκτησίας υπ’ αριθ. …../31-05-1974 του συμβολαιογράφου Πειραιώς, ……….] η υπό στοιχεία Π-2 οριζόντια ιδιοκτησία θα ανήκε: α)Κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου στον οικοπεδούχο……….. και β) Κατά ποσοστό 2/3 εξ αδιαιρέτου στην προαναφερόμενη εργολήπτρια εταιρία. Ακολούθως, το έτος 1977 ο εκ των οικοπεδούχων, ………… συμφώνησε και μεταβίβασε στην εν λόγω ομόρρυθμη εταιρεία, «………..», το 1/3 εξ αδιαιρέτου που είχε αποκτήσει με τη σύσταση, ωστόσο, ο ενάγων αμέλησε να αξιώσει από τον δικαιοπάροχό του αυτόν την σύνταξη συμβολαιογραφικού εγγράφου μεταβίβασης. Στη συνέχεια η εταιρία «………….» στην οποία η συμμετοχή του ενάγοντος ήταν πλέον 60%, λύθηκε με το από 17/05/1977 συμφωνητικό λύσης, το οποίο καταχωρήθηκε στα βιβλία εταιρειών του Πρωτοδικείου Πειραιά, με αριθμό …../1977 και ορίστηκε ότι εκκαθαριστές αυτής θα ήταν από κοινού τα μέλη αυτής, μεταξύ των οποίων και ο ενάγων, ο οποίος, αρχές του έτους 1978 που προέβησαν σε εκκαθάρισή της, με κλήρωση, έλαβε από τα ανήκοντα στην εταιρεία ακίνητα, την πλήρη κυριότητα τής υπό στοιχεία Π-2 οριζόντιας ιδιοκτησίας, καθώς και το δικαίωμα μελλοντικών ορόφων της ίδιας πολυκατοικίας, έκτοτε, δε και σύμφωνα πάντα με τα ιστορούμενα στην αγωγή, κατέχει και νέμεται, με διάνοια κυρίου, την υπό στοιχεία Π-2 επίδικη οριζόντια ιδιοκτησία, μισθώνοντας ολόκληρο το ακίνητο σε τρίτους και δηλώνοντας τα μηνιαία μισθώματα στην Δ.Ο.Υ., χωρίς ουδέποτε να ενοχληθεί από κανέναν. Με αυτό το περιεχόμενο η αγωγή είναι νόμιμη, διότι γίνεται επίκληση συμβολαιογραφικής πράξης σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας και συμφωνία με αυτήν ότι τμήμα του ακάλυπτου χώρου του ισογείου της εν λόγω οικοδομής (πιλοτή) αποκλειστικά υπέρ της εργολήπτριας εταιρείας, στην οποία και θα περιερχόταν κατά ποσοστό 2/3 πλήρους κυριότητας, πρόκειται να οικοδομηθεί, ενώ, ταυτόχρονα, παρακρατήθηκαν, εξαρχής, ποσοστά εξ αδιαιρέτου επί του όλου οικοπέδου για την μελλοντική αυτή αυτοτελή (διαιρεμένη) ιδιοκτησία, η οποία στη συνέχεια κατασκευάστηκε. Συνεπώς, σύμφωνα με όσα αναπτύχθηκαν στην μείζονα σκέψη, αναφέρεται στην αγωγή η ύπαρξη συμφωνίας στη συστατική πράξη, η οποία (συμφωνία) είναι έγκυρη και δεσμεύει τους επιγενόμενους αγοραστές ανεξαρτήτων αυτοτελών ιδιοκτησιών, που προσχωρούν στη συστατική πράξη της ίδιας οροφοκτησίας και γνωρίζουν, ότι το τμήμα αυτό του ακάλυπτου χώρου του ισογείου έχει εξαιρεθεί από τους κοινόχρηστους και κοινόκτητους χώρους της οικοδομής, ως αυτοτελής οριζόντια ιδιοκτησία. Το πρωτοβάθμιο, επομένως, Δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφασή του απέρριψε ως μη νόμιμη την αγωγή κρίνοντας ότι επειδή ο χώρος της πυλωτής είναι εξ ορισμού ανοικτός και ότι κατά το μέρος της συστατικής πράξης που προβλέφθηκε η κατασκευή της Π-2 οριζόντιας ιδιοκτησίας στην πυλωτή αυτή είναι άκυρη, κατά το άρθρο 174 ΑΚ, αντικείμενη σε απαγορευτικό κανόνα δικαίου, εσφαλμένα το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε και πρέπει να γίνει δεκτός ο λόγος αυτός της έφεση, να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση, να διαταχθεί η επιστροφή τού με αριθμό ………………./2024 e – παραβόλου της έφεσης στον καταθέσαντα – εκκαλούντα, ποσού εκατό (100) ευρώ, να κρατηθεί η υπόθεση και να ερευνηθεί περαιτέρω κατ’ ουσίαν η αγωγή, που κρίνεται ορισμένη και νόμιμη. Ειδικότερα, επί του ορισμένου, νόμιμου και παραδεκτού της αγωγής λεκτέα τα ακόλουθα: Σύμφωνα με το άρθρο 6 §§ 2, 3 του ν. 2664/1998 «Εθνικό Κτηματολόγιο» (όπως ίσχυε κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής), σε περίπτωση ανακριβούς πρώτης εγγραφής ως προς το δικαιούχο εμπράγματου δικαιώματος στα κτηματολογικά βιβλία, δηλαδή όταν στο κτηματολογικό φύλλο και συγκεκριμένα στις πρώτες εγγραφές αναγράφεται ως δικαιούχος κυριότητας διαφορετικό πρόσωπο από τον πραγματικό κύριο ή «άγνωστος», μπορεί, όποιος έχει έννομο συμφέρον στρεφόμενος κατά του αναγραφόμενου στο κτηματολογικό φύλλο ως κυρίου ή των καθολικών του διαδόχων και σε περίπτωση που χώρησε μεταβίβαση και κατά του ειδικού διαδόχου, να ζητήσει την αναγνώριση του προσβαλλόμενου με την ανακριβή εγγραφή δικαιώματος και τη διόρθωση της πρώτης εγγραφής. Η αγωγή αυτή που απευθύνεται ενώπιον του αρμόδιου καθ’ ύλην και κατά τόπον (Μονομελούς ή Πολυμελούς) Πρωτοδικείου, δικάζοντος κατά την τακτική διαδικασία, έχει διττό χαρακτήρα (αναγνωριστικό–διορθωτικό) και περιεχόμενο του αιτήματός της είναι η αναγνώριση του δικαιώματος, που ισχυρίζεται ότι έχει ο ενάγων επί του σχετικού ακινήτου και η διόρθωση της αντίστοιχης ανακριβούς εγγραφής. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, εκτός από τα στοιχεία που απαιτούνται για τη νομική θεμελίωσή της, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα. Όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχονται τα πιο πάνω στοιχεία ή όταν αυτά περιέχονται κατά τρόπο ελλιπή ή ασαφή, τότε η έλλειψη αυτή καθιστά μη νομότυπη την άσκησή της, επιφέρει δε την απόρριψή της ως απαράδεκτης λόγω αοριστίας, είτε κατόπιν προβολής της σχετικής ένστασης, είτε και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας. Προκειμένου, ειδικότερα, περί διεκδικητικής ή αναγνωριστικής (όπως εν προκειμένω) της κυριότητας ακινήτου αγωγής απαιτείται, για το ορισμένο αυτής ακριβής περιγραφή του επίδικου ακινήτου, δηλαδή ο προσδιορισμός του κατά θέση, έκταση, ιδιότητα και όρια και, μάλιστα τόσο λεπτομερής, ώστε να μην υπάρχει αμφιβολία ως προς την ταυτότητά του. Συγκεκριμένα, όταν το διεκδικούμενο ακίνητο φέρεται ως τμήμα μεγαλύτερου ακινήτου, ο ενάγων έχει υποχρέωση, εκτός από την έκταση του διεκδικούμενου αυτού τμήματος, να προσδιορίσει τη θέση του μέσα στο μεγαλύτερο ακίνητο, ώστε να είναι δυνατόν στο μεν εναγόμενο να αντιτάξει άμυνα περί συγκεκριμένου και όχι ασαφούς επιδίκου αντικειμένου, στο δε δικαστήριο να εκδώσει απόφαση δεκτική εκτέλεσης. Η ανωτέρω αοριστία δεν μπορεί να θεραπευθεί με τις προτάσεις ή με παραπομπή σε άλλα έγγραφα ή σχεδιαγράμματα, εάν δεν προσαρτώνται στην αγωγή. Η περιγραφή όμως του ακινήτου μπορεί να γίνει και με την αποτύπωσή του σε ενσωματωμένο στο δικόγραφο της αγωγής τοπογραφικό διάγραμμα υπό κλίμακα (ΑΠ 53/2023, ΑΠ 119/2018, ΑΠ 1597/2018 ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω, από το συνδυασμό των άρθρων 974, 1045, 1046 και 1094 ΑΚ, 1, 3, 4 παρ. 1, 6 παρ. 1, 2, 3, 9, 10 και 11 του ν. 2664/1998, που ρυθμίζει τη λειτουργία του Εθνικού Κτηματολογίου, 70, 117, 118 εδ. 4 και 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι για το ορισμένο αγωγής διόρθωσης ανακριβούς πρώτης εγγραφής στο κτηματολογικό φύλλο αναφορικά με τη λέξη “άγνωστος” ως δικαιούχου κυριότητας ακινήτου, με επικαλούμενη αιτία κτήσης από τον ενάγοντα-πραγματικό δικαιούχο κυριότητας την έκτακτη χρησικτησία, η οποία είναι πρωτίστως αναγνωριστική κυριότητας, με παρεπόμενο το διαπλαστικό αίτημα της διόρθωσης των κτηματολογικών εγγραφών, απαιτείται να αναφέρονται στο αγωγικό δικόγραφο: α) ότι ο πραγματικός δικαιούχος απέκτησε την κυριότητα του επιδίκου ακινήτου με πρωτότυπο τρόπο και δη έκτακτη χρησικτησία κατά το χρονικό διάστημα πριν από την έναρξη λειτουργίας του Εθνικού Κτηματολογίου σε μία περιοχή και είχε τέτοια κυριότητα στο συγκεκριμένο χρονικό σημείο, ήτοι την έναρξη λειτουργίας του Εθνικού Κτηματολογίου, καθόσον κρίσιμος χρόνος για την έναρξη εμπραγμάτου δικαιώματος που προσβάλλεται με τις ανακριβείς πρώτες εγγραφές είναι αυτός της έναρξης του Εθνικού Κτηματολογίου σε μία περιοχή όπως καθορίζεται με σχετική απόφαση του ΟΚΧΕ για τις παλιές κτηματογραφήσεις και μετέπειτα με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος και ήδη με τον ν. 4512/2018 για τις νέες κτηματογραφήσεις με απόφαση του ΔΣ του ΝΠΔΔ “Ελληνικό Κτηματολόγιο” και όχι αυτός της έγερσης της αγωγής του άρθρου 6 παρ. 2 του Ν. 2664/1998. (ΑΠ 1412/2021, ΑΠ 239/2021, ΑΠ 582/2018, ΑΠ 148/2016). Για την επίκληση τη κυριότητας αποκτηθείσας με έκτακτη χρησικτησία αρκεί να αναφέρεται στο αγωγικό δικόγραφο ότι ο ενάγων επί εικοσαετία και μέχρι την έναρξη λειτουργίας του Εθνικού Κτηματολογίου στην περιοχή όπου κείται το επίδικο ακίνητο συνεχώς ασκεί τη φυσική εξουσίαση επί του ακινήτου, με διάνοια κυρίου (νομή), δηλαδή να αναφέρει εμφανείς υλικές πράξεις επ’ αυτού, που να είναι δηλωτικές της βούλησής του να εξουσιάζει τούτο και οι οποίες ποικίλλουν ανάλογα με τον κατά τη βούλησή του προορισμό του ακινήτου, όπως είναι ενδεικτικά η εποπτεία, η επίβλεψη, η επίσκεψη, η εκμίσθωση σε τρίτο, η φύλαξή του, η καλλιέργεια, η οριοθέτηση και καταμέτρηση των διαστάσεών του, η ανέγερση κτισμάτων κ.α., αν, δε, πρόκειται για αστικό ακίνητο, η ενοικίαση σε αυτό και γενικά οι αρμόζουσες στην φύση του πράξεις εξουσίασης, χωρίς παράλληλα να απαιτείται και ο ημερολογιακός προσδιορισμός των επί μέρους πράξεων μέσα στο χρόνο της χρησικτησίας (ΑΠ 911/2019, ΑΠ 336/2019), β) περιγραφή του επιδίκου γεωτεμαχίου και δη αναφορά του Κωδικού Αριθμού Ειδικού Κτηματολογίου (ΚΑΕΚ) και γ) την ανακριβή εγγραφή που περιέχεται στο οικείο κτηματολογικό φύλλο του επίδικου γεωτεμαχίου και συγκεκριμένα ότι στις πρώτες εγγραφές αναγράφεται ως δικαιούχος κυριότητας “άγνωστος”. Στην ένδικη αγωγή γίνεται περιγραφή του επίδικου ακινήτου και δη αναφορά του Κωδικού Αριθμού Ειδικού Κτηματολογίου (ΚΑΕΚ), ο οποίος είναι ο 12ψήφιος μοναδικός αριθμός για κάθε ακίνητο και προσδιορίζει κατά τρόπο αναμφισβήτητο και σαφή, τη θέση, την έκταση και τα όρια αυτού (άρθρο 4 παρ. 1 του Ν. 2664/1998). Πρόκειται για μία ειδική ενάριθμη ταυτότητα ακινήτου, κωδικοποιημένη σε επίπεδο επικράτειας, η κτήση της οποίας γίνεται με κτηματολογική πράξη και έτσι επιτυγχάνεται η εύκολη, ασφαλής και γρήγορη αναζήτηση στη βάση δεδομένων του Εθνικού Κτηματολογίου. Η σύνδεση του ακινήτου με τον ΚΑΕΚ διαρκεί μέχρις ότου ο τελευταίος καταργηθεί ή τροποποιηθεί σύμφωνα με το κτηματολογικό δίκαιο (άρθρου 11 παρ. 3 του Ν. 2664/1998). Ο ΚΑΕΚ συνιστά συγχρόνως θεμελιώδη εφαρμογή της αρχής της ειδικότητας και της ουσιαστικής δημοσιότητας στο σύστημα του Εθνικού Κτηματολογίου. Κάθε ένα από τα ψηφία που τον αποτελούν προσδιορίζει συγκεκριμένη πληροφορία και συγκεκριμένα τα δύο πρώτα ψηφία το Νομό στον οποίο βρίσκεται το γεωτεμάχιο, τα επόμενα τρία ψηφία το Δήμο ή Δημοτικό Διαμέρισμα κλπ, τα αμέσως επόμενα δύο ψηφία τον “κτηματολογικό τομέα” (πχ. συνοικία), το δύο προτελευταία δύο ψηφία την “κτηματολογική ενότητα” (πχ. οικοδομικό τετράγωνο) και τέλος τα τελευταία τρία ψηφία τον αύξοντα αριθμό του γεωτεμαχίου εντός της ενότητας (πχ. οικόπεδο ή αγροτεμάχιο). Ο αριθμός μετά την πρώτη κάθετο δηλώνει τον αριθμό της καθέτου ιδιοκτησίας, αν έχει συσταθεί επί των κτισμάτων του γεωτεμαχίου και ο αριθμός μετά την δεύτερη κάθετο προσδιορίζει τον αριθμό της οριζόντιας ιδιοκτησίας, εφόσον έχει συσταθεί τοιαύτη. Για το ορισμένο της αγωγής, εφόσον αντικείμενο της δίκης είναι όλο το ακίνητο – γεωτεμάχιο, όπως αποτυπώθηκε στο κτηματολογικό διάγραμμα και όχι τμήμα του, αρκεί η αναφορά του ΚΑΕΚ, χωρίς να απαιτείται θέση, σύνορα, εμβαδόν, πλευρικές διαστάσεις ή τυχόν επισύναψη τοπογραφικού διαγράμματος, όπως απαιτείται στις λοιπές εμπράγματες αγωγές για τον προσδιορισμό της ταυτότητας του επιδίκου. Εάν βέβαια, το επίδικο αποτελεί τμήμα ενός μείζονος γεωτεμαχίου, οπότε σε περίπτωση αποδοχής της αγωγής θα επέλθουν χωρικές μεταβολές, τότε η περιγραφή του επιδίκου τμήματος πρέπει να γίνει με λεπτομερή περιγραφή κατά θέση, όρια, πλευρικές διαστάσεις και συντεταγμένες κορυφών σύμφωνα με το σύστημα ΕΓΣΑ 87, η οποία θα πρέπει να ταυτίζεται με το τοπογραφικό διάγραμμα γεωμετρικών μεταβολών, που επί ποινή απαραδέκτου θα πρέπει να προσκομιστεί κατά τη συζήτηση, σύμφωνα με την τροποποίηση με το ν. 4164/2013 (ΑΠ 202/2025 ΝΟΜΟΣ). Στην προκειμένη, όμως, περίπτωση αντικείμενο της δίκης είναι όλο το ακίνητο, όπως αποτυπώνεται στο επισυναπτόμενο στην αγωγή απόσπασμα κτηματολογικού διαγράμματος και όχι τμήμα του και επομένως για το ορισμένο της αγωγής και της ταυτότητα του ακινήτου αρκεί η αναφορά του ΚΑΕΚ, χωρίς να απαιτείται θέση, σύνορα, εμβαδόν, πλευρικές διαστάσεις ή τυχόν επισύναψη τοπογραφικού διαγράμματος. Περαιτέρω, και όσον αφορά, την επάλληλη κρίση της εκκαλουμένης ότι το ΚΑΕΚ που έλαβε το επίδικο ακίνητο με αρ. ……………… αφορά το «κτηματολογικό φύλλο κοινού ΚΑΕΚ» ή, όπως έχει επικρατήσει στην κτηματολογική ορολογία, ο «κουβάς» (ή «καλάθι» ή «υποδοχέας»), που αναφέρεται σε ένα ειδικό κτηματολογικό φύλλο που δημιουργείται σε περιπτώσεις πολυκατοικιών ή συγκροτημάτων, όπου οι οριζόντιες/κάθετες ιδιοκτησίες δεν δηλώθηκαν όλες σωστά κατά την αρχική κτηματογράφηση, σημειώνεται ότι ο ενάγων ζητεί με την αγωγή του να διορθωθεί το ποσοστό συνιδιοκτησίας του επίδικου ακινήτου επί του όλου οικοπέδου, που εσφαλμένα αναγράφηκε ότι είναι 130/1000, ενώ στην πραγματικότητα από την επικαλούμενη πράξη σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας είναι 20/1οοο. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής, το επίδικο ακίνητο που βρίσκεται στον Πειραιά, επί της οδού ……. (πρώην …………) και ……, περιγράφεται στην αγωγή επαρκώς κατά θέση, είδος, έκταση και όρια, αναφέρεται το ΚΑΕΚ του, επιπλέον, δε, έχει ενσωματωθεί στο αγωγικό δικόγραφο το απόσπασμα κτηματολογικού διαγράμματος, εντός του οποίου εμφαίνεται το εν λόγω ακίνητο. Επομένως, το επίδικο ακίνητο περιγράφεται στην αγωγή με τρόπο κατά τον οποίο δεν γεννάται αμφιβολία ως προς τη θέση και την ταυτότητά του, ενώ ζητείται με την αγωγή να διορθωθεί και το ποσοστό συνιδιοκτησίας του επίδικου ακινήτου επί του όλου οικοπέδου. Ο ενάγων διαλαμβάνει στο αγωγικό δικόγραφο όλα τα στοιχεία που απαιτούνται για να θεμελιώσει το δικαίωμα κτήσης κυριότητας με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, ενώ, επιπρόσθετα, δεν επικαλείται παράγωγο τρόπο κτήσης της κυριότητας του επίδικου ακινήτου, οπότε δεν υποχρεούται, για το ορισμένο της αγωγής του, να επικαλεστεί συγκεκριμένες υλικές εμφανείς διακατοχικές πράξεις των δικαιοπαρόχων του επί του επιδίκου, το είδος των πράξεων νομής, ούτε το πρόσωπο του ασκούντος τις διακατοχικές πράξεις και τα χρονικά διαστήματα άσκησής τους κατά το χρονικό διάστημα της τριαντακονταετίας έως την 11.9.1915, εφόσον ο ενάγων δεν εκθέτει ότι το επίδικο ανήκε στο παρελθόν στο εναγόμενο, Ελληνικό Δημόσιο. Συνεπώς, ως προς την περιγραφή του επίδικου ακινήτου η αγωγή είναι ορισμένη. Το πρωτοβάθμιο, επομένως, δικαστήριο που με την επάλληλη σκέψη του, έκρινε ότι ανεξαρτήτως του νομίμου της αγωγής, στο προσκομιζόμενο κτηματολογικό φύλλο της με ΚΑΕΚ …………….. οριζόντιας ιδιοκτησίας, η οποία, κατά τους ισχυρισμούς του ενάγοντος αποτελεί την επίδικη οριζόντια ιδιοκτησία κυριότητάς του, δεν αναγράφεται το εμβαδόν, ο όροφος και ο αριθμός της οριζόντιας ιδιοκτησίας και ότι συνεπώς δεν είναι δυνατό να ταυτοποιηθεί αυτή, εσφαλμένα το νόμο εφάρμοσε και πρέπει να γίνει δεκτός και ο 2ος λόγος της έφεσης κατά το α΄ σκέλος του, ενώ κατά το β΄ σκέλος του, που αφορά την επάλληλη κρίση της εκκαλουμένης, ότι το ποσοστό συγκυριότητας που αναλογεί στην επικαλούμενη οριζόντια ιδιοκτησία επί του οικοπέδου, σύμφωνα με το ΚΑΕΚ που προσκομίζεται είναι 130/1000 και άρα μεγαλύτερο από το ποσοστό συγκυριότητας που αναλογεί όχι μόνο στο επίδικο αλλά και σε οποιαδήποτε οριζόντια ιδιοκτησία που έχει συσταθεί στην ίδια οικοδομή, όπως αυτά (ποσοστά κάθε οριζόντιας ιδιοκτησίας) εκτίθενται στην αγωγή και ότι, συνεπώς, πιθανολογείται ότι πρόκειται για κτηματολογικό φύλλο κοινού ΚΑΕΚ, συνδεδεμένου στο γεωτεμάχιο, στο οποίο έχουν περιληφθεί όλα τα ποσοστά εξ αδιαιρέτου συγκυριότητας επί του οικοπέδου που δεν έχουν δηλωθεί από τους οροφοκτήτες (ο αποκαλούμενο «κουβάς») και ότι και με την αιτιολογία αυτή δεν είναι δυνατό να ταυτοποιηθεί αυτή, θα εξεταστεί, περαιτέρω, ως προς την ουσιαστική του βασιμότητα, ενόψει και του αιτήματος προς διόρθωση των ποσοστών που ζητεί με την αγωγή του ο ενάγων. Περαιτέρω, η αγωγή, όπως λέχθηκε είναι νόμιμη, ερειδόμενη στις διατάξεις που προαναφέρθηκαν, καθώς και σε αυτές των άρθρων 6 παρ. 2 του ν. 2664/1998, 974, 976, 999, 1000, 1041, 1045, 1051 ΑΚ, 68, 70, 176, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ, έχει επιδοθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα στο εναγόμενο, κατ’ άρθρο 215 παρ. 2 ΚΠολΔ, όπως αποδεικνύεται από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη υπ΄ αριθμ. ………./14.11.2022 έκθεση επίδοσης, του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, …………, για το παραδεκτό της συζήτησης ο ενάγων προσκόμισε αντίγραφο του κτηματολογικού φύλλου, με αρ. πρωτ. ……../27.10.2022, απόσπασμα κτηματολογικού διαγράμματος, με αρ. πρωτ. ………/27.10.2022 του επίδικου ακινήτου, κατ’ άρθρο 6 παρ. 3 στοιχ. ε’ εδ. α’ του ν. 2664/1998 και το από 23.02.2023 πιστοποιητικό ΕΝ.Φ.Ι.Α. για τα έτη 2018 έως 2022, καθώς και ως προς το παραδεκτό της αγωγής επιπλέον: α) ασκήθηκε εμπρόθεσμα, ήτοι μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2025 (άρθρο 6 παρ. 2 στ. α΄ και γ΄ ν. 2664/1998), αφού στην περιοχή του Δήμου Πειραιά, όπου βρίσκεται το ένδικο ακίνητο, η διαδικασία κτηματογράφησης περαιώθηκε και ως χρόνος έναρξης του κτηματολογίου ορίστηκε η 31.08.2017 (υπ’ αριθμ. 34187/31.07.2017 απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας, ΦΕΚ 2992/Β/31.08.2017) και β) έχει καταχωριστεί εμπροθέσμως, εντός 30 ημερών από την κατάθεσή της, στο κτηματολογικό φύλλο του ακινήτου, το οποίο αφορά η διόρθωση (σύμφωνα με το με αρ. πρωτ. ……./10.11.2022 πιστοποιητικό καταχώρισης εγγραπτέας πράξης του προϊσταμένου του Κ.Γ. Πειραιώς και Νήσων), τηρουμένης της προδικασίας που προβλέπεται από τις διατάξεις των άρθρων 220 παρ. 1 ΚΠολΔ και 12 παρ. 1 περ. ιβ ν. 2664/1998 και πρέπει να εξεταστεί και ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα.
Από την εκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων και δη από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από τον ενάγοντα υπ΄ αριθμ. …………../15.12.2022 ένορκη βεβαίωση, του μάρτυρα, …………, που λήφθηκε ενώπιον της Ειρηνοδίκη Πειραιά, κατόπιν νόμιμης και εμπρόθεσμης κλήτευσης του εναγόμενου (βλ. την υπ΄ αρ. ……./14.11.2022 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, που ασκεί τα καθήκοντά του στην περιφέρεια του Πρωτοδικείου Αθηνών, ………………………) και από όλα τα έγγραφα που νομίμως προσκομίζονται μετ΄ επικλήσεως, για μερικά των οποίων γίνεται ειδική αναφορά κατωτέρω, χωρίς όμως να παραλειφθεί κανένα για την κρίση του Δικαστηρίου επί της ουσιαστικής διάγνωσης της διαφοράς, άλλα από τα οποία λαμβάνονται υπόψη προς άμεση απόδειξη και άλλα προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, σε συνδυασμό με τα διδάγματα της κοινής πείρας, που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως (άρθρο 336 παρ.4 ΚΠολΔ), καθώς και από όσα συνομολογούν οι διάδικοι, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Με το από 27.09.1970 καταστατικό σύστασης ομόρρυθμης εταιρίας [κεφάλαιο δρχ 50.000], που καταχωρήθηκε νόμιμα στα βιβλία εταιρειών, του Πρωτοδικείου Πειραιά, με αριθμό καταχώρησης ……../22.09.1970, συστήθηκε ομόρρυθμη τεχνική εταιρία, με την επωνυμία «……………..» και τον διακριτικό τίτλο «……», με έδρα τον Πειραιά και σκοπό την ανάληψη και κατασκευή δημοσίων και ιδιωτικών τεχνικών έργων. Διαχειριστές ορίστηκαν αμφότεροι οι εταίροι, μεταξύ των οποίων και ο ενάγων, με συμμετοχή τους στα κέρδη και στις ζημίες, κατά ποσοστό αρχικά 50% έκαστος και με το από 24.7.1974 ιδιωτικό συμφωνητικό τροποποίησης τού ως άνω συμφωνητικού σύστασης της Ο.Ε., που καταχωρήθηκε νόμιμα στα βιβλία εταιρειών, του Πρωτοδικείου Πειραιά, με αριθμό καταχώρησης ………/07.09.1974, ο ενάγων – ομόρρυθμος εταίρος, από 1.1.1974 συμμετείχε κατά ποσοστό 60%. Στις 16.05.1977 αποφασίστηκε και υπογράφηκε μεταξύ των εταίρων η λύση της εταιρείας, η οποία υποβλήθηκε στην οικονομική εφορία Πειραιά με αρ. ……/16.05.1977 και έθεσαν αμέσως με την λύση την εταιρεία υπό εκκαθάριση, με εκκαθαριστές αμφότερους τους ομόρρυθμους εταίρους. Στο μεταξύ, το έτος 1974 η ως άνω ομόρρυθμη τεχνική εταιρεία «……» ανέλαβε να ανεγείρει με το σύστημα της αντιπαροχής μια πολυκατοικία, ευρισκόμενη στον Πειραιά και επί της οδού ………………, αποτελούμενη από πυλωτή, ισόγειο και τέσσερις ορόφους. Με το υπ’ αριθ. …../31-05-1974 προσύμφωνο, του συμβολαιογράφου Πειραιώς, ………….. συμφωνήθηκε να μεταβιβαστούν στην ομόρρυθμη εταιρεία από τους οικοπεδούχους, …………….., τα 455/000 επί του οικοπέδου και ειδικότερα, μεταξύ των οριζοντίων ιδιοκτησιών που θα περιέρχονταν στην εν λόγω εταιρεία, της οποίας, όπως λέχθηκε, ο ενάγων ήταν ομόρρυθμο μέλος, δυνάμει της υπ’ αριθ. ………/31-05-1974 σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας, του συμβολαιογράφου Πειραιά, ……………., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών, του Υποθηκοφυλακείου Πειραιά, στον τόμο …. και αριθμό ….., ήταν και κατά ποσοστό 2/3 πλήρους κυριότητας, η υπό στοιχεία Π-2 (πυλωτή κατασκευή) οριζόντια ιδιοκτησία, επιφάνειας 88,36 τ.μ., όγκου ιδιόκτητου μέτρων κυβικών 302,52, ποσοστού συνιδιοκτησίας στο οικόπεδο 20/000 εξ αδιαιρέτου και ψήφους 20/000, συνορεύει αρκτικώς με αρκτικό όριο του ακινήτου, μεσηβρινώς εν μέρει με οδό …. και εν μέρει με κλιμακοστάσιο, ανατολικώς με οδό …. και δυτικώς εν μέρει με ακάλυπτο χώρο, εν μέρει με κλιμακοστάσιο, εν μέρει με διάδρομο και εν μέρει με είσοδο πολυκατοικίας. Σύμφωνα με την παραπάνω σύσταση οριζοντίου ιδιοκτησίας [υπ’ αριθ. …………../31-05-1974 του συμβολαιογράφου Πειραιώς, ………….] η υπό στοιχεία Π-2 οριζόντια ιδιοκτησία θα ανήκε: α)Κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου στον οικοπεδούχο, …………… και β) Κατά ποσοστό 2/3 εξ αδιαιρέτου στην προαναφερόμενη εργολήπτρια εταιρία. Ο ενάγων ισχυρίζεται, περαιτέρω, πως το έτος 1977 ο εκ των οικοπεδούχων, ……….. μεταβίβασε στην ομόρρυθμη τεχνική εταιρεία το 1/3 εξ αδιαιρέτου που αποκτούσε με τη σύσταση, ο δε ενάγων ότι αμέλησε να αξιώσει από τον δικαιοπάροχό του αυτόν την σύνταξη συμβολαιογραφικού εγγράφου μεταβίβασης. Επομένως, σύμφωνα με όσα ο ίδιος ο ενάγων εκθέτει στην αγωγή του, κύριος των 2/3 της επίδικης οριζόντιας ιδιοκτησίας κατέστη όχι ο ίδιος ο ενάγων, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται με την κύρια βάση της αγωγής του, ερειδόμενη στις διατάξεις της τακτικής χρησικτησίας και επικαλούμενος την με αρ. ……../1974 συμβολαιογραφική πράξης σύστασης αλλά η ομόρρυθμη τεχνική εταιρεία «……………», της οποίας ο ενάγων ήταν ομόρρυθμο μέλος, με την μεταγραφή τής με αρ. …………./1974 συμβολαιογραφικής πράξης σύστασης, ενώ για το υπόλοιπο 1/3 ποσοστό αυτής, που απέκτησε η εταιρεία από τον οικοπεδούχο δεν συντάχθηκε μεταξύ των συμβαλλόμενων συμβολαιογραφική πράξη και μεταγραφή στο αρμόδιο υποθηκοφυλακείο. Στη συνέχεια, η Ο.Ε. λύθηκε με το από 17/05/1977 συμφωνητικό λύσης και ορίστηκε ότι εκκαθαριστές αυτής θα ήταν από κοινού τα ομόρρυθμα μέλη της. Ο ενάγων, αρχές του έτους 1978, που προέβησαν σε εκκαθάριση της εταιρείας, έλαβε με κλήρωση από τα ανήκοντα στην εταιρεία ακίνητα, την πλήρη κυριότητα τής προπεριγραφόμενης υπό στοιχεία Π-2 οριζόντιας ιδιοκτησίας, όπως αυτή είχε περιέλθει κατά κυριότητα στην εταιρεία κατά τον προαναφερόμενο τρόπο, καθώς και το δικαίωμα μελλοντικών ορόφων της ίδιας πολυκατοικίας και έκτοτε, κατέχει και νέμεται, με διάνοια κυρίου, την υπό στοιχεία Π-2 επίδικη οριζόντια ιδιοκτησία, κατά ποσοστό 100%. Πράγματι αποδεικνύεται ότι ο ενάγων έκτοτε και μέχρι την άσκηση της αγωγής με την επίδοσή της στο εναγόμενο στις 14.11.2022 (βλ. την προαναφερόμενη με αρ. ……………./14.11.2022 έκθεση επίδοσης) και μέχρι σήμερα ασκεί πράξεις νομής επί του όλου ακινήτου αυτού, διανοία κυρίου, που προσιδιάζουν στη φύση του και συγκεκριμένα μισθώνοντάς το από το έτος 1997 σε τρίτους και δηλώνοντας τα μηνιαία μισθώματα στην Δ.Ο.Υ., χωρίς ουδέποτε να ενοχληθεί από κανέναν, όπως αποδεικνύεται από τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες αναλυτικές καταστάσεις για τα μισθώματα του εν λόγω ακινήτου των ετών 2002 και 2003, στις οποίες αναγράφεται ότι μίσθωνε τον ισόγειο επίδικο χώρο στον ……………., έως το έτος 2005, αντί μηνιαίου μισθώματος 560€, διατηρώντας κατάστημα ψιλικών – μίνι μάρκετ, μετά δε την λήξη της μίσθωσης τοποθετούσε εντός αυτού διάφορα αντικείμενα κυριότητάς του και ενίοτε το χρησιμοποιεί και ο γιος του, ως χώρο στάθμευσης. Τα ίδια κατέθεσε και ο μάρτυρας του ενάγοντος, συνταξιούχος οικοδόμος και εργοδηγός στο έργο της κατασκευής της επίδικης πολυκατοικίας, ο οποίος επιβεβαιώνει, μετά λόγου γνώσης και ιδία αντίληψη, τους αγωγικούς ισχυρισμούς και ιδιαίτερα τις ως άνω πράξεις νομής επί του ακινήτου εκ μέρους του ενάγοντος. Επιπλέον, το επίδικο ακίνητο ηλεκτροδοτείται, ήδη από το έτος 1977, από μετρητή ΔΕΗ, με αριθμό παροχής ………….., ως αυτοτελή οριζόντια ιδιοκτησία, επιφάνειας 88 τ.μ. Η παροχή αυτή, σύμφωνα με τον ΔΕΔΔΗΕ (Διαχειριστής Ελληνικού Δικτύου Διανομής Ηλεκτρικής Ενέργειας) είναι εμπορική, τύπου Γ21 και εκδίδεται στο όνομα τής τότε εταιρίας «……………..». Επομένως, η συμφωνία κατά την συστατική πράξη της πολυκατοικίας για την κατασκευή κλειστού χώρου στην πιλοτή υπέρ της εργολήπτριας εταιρείας κατά το παραπάνω αρχικά ποσοστό ήταν νόμιμη, έγκυρη και δεσμευτική για τους συμπράξαντες στην κατάρτισή της και τους καθολικούς και ειδικούς διαδόχους τους, εφόσον προβλέφθηκε σε αυτήν [την συστατική της οροφοκτησίας, συμβολαιογραφική πράξη] ότι η πιλοτή αποτελείται μεταξύ άλλων και από την υπό στοιχεία Π-2 (επίδικη) οριζόντια ιδιοκτησία – πιλοτή κατασκευή, με ποσοστό ιδιοκτησίας στο οικόπεδο 20/οοο και συμφωνήθηκε ότι αυτή θα κατασκευαστεί, πληρουμένου του όρου αυτού, ήτοι ως κλειστός χώρος – οριζόντια ιδιοκτησία [αναγράφεται στην σύσταση ως «πυλωτή κατασκευή»], καθορίστηκε το εμβαδόν αυτής, επιφάνειας 88,36 τ.μ., ο ιδιόκτητος όγκος, μέτρων κυβικών 302,52, το ποσοστό συνιδιοκτησίας στο οικόπεδο 20/οοο, εξ αδιαιρέτου και οι ψήφοι 20/οοο. Επομένως, έγκυρα δημιουργήθηκε διαιρεμένη ιδιοκτησία στον εν λόγω περίκλειστο χώρο (οριζόντια ιδιοκτησία στην Π-2 πυλωτή κατασκευή), που θα κατασκευαζόταν, ακόμα και εάν η εν λόγω κατασκευή της θα επήγετο, τυχόν, υπέρβαση του ορίου κάλυψης ή του συντελεστή δόμησης, ή ούσας, πάντως, τυχόν αντίθετη προς τις ανωτέρω διατάξεις του ΓΟΚ/1973, που ορίζουν, ότι ο χώρος της πιλοτής αφήνεται εξ ολοκλήρου κενός, αφού η τυχόν παραβίαση των διατάξεων αυτών συνεπάγεται μόνο διοικητικές κυρώσεις και δεν θίγει το κύρος της μεταξύ των οροφοκτητών συμφωνίας (ΟλΑΠ 583/1983, ΑΠ 25/2019, ΑΠ 744/2018, ΑΠ 454/2017 ΝΟΜΟΣ). Τούτο, δε, διότι, σύμφωνα και με όσα λέχθηκαν παραπάνω στην μείζονα σκέψη της παρούσας, οι μεν κλειστοί χώροι της πιλοτής, που είναι διαμερίσματα του ισογείου ορόφου, καθώς και οι περίκλειστες θέσεις στάθμευσης αυτοκινήτων στην πυλωτή δεν είναι κοινόχρηστα και κοινόκτητα μέρη της οικοδομής και, επομένως, μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο διαιρεμένης ιδιοκτησίας, ενώ ο ελεύθερος χώρος της πιλοτής ή ανοικτά τμήματά της είναι κοινόκτητα και κοινόχρηστα μέρη της οικοδομής, επί των οποίων μπορεί μόνον να παραχωρηθεί, με τη συστατική της οροφοκτησίας δικαιοπραξία ή με μεταγενέστερη συμφωνία μεταξύ όλων των συνιδιοκτητών, δικαίωμα αποκλειστικής χρήσεως σε ιδιοκτήτες ορόφων ή διαμερισμάτων της ίδιας οικοδομής και όχι και σε τρίτους (άρθρο 4 παρ. 1 και 13 του ν. 3741/1929, ΟλΑΠ 23/2000 ΝΟΜΟΣ). Στην προκειμένη περίπτωση, με τη συστατική της οροφοκτησίας πράξη προβλέφθηκε ότι τμήμα της πυλωτής [ακάλυπτου χώρου της οικοδομής], που αρχικά προορίζεται για τις θέσεις στάθμευσης αυτοκινήτων, αποκλειστικά υπέρ της ως άνω εργολήπτριας ομόρρυθμης εταιρείας, πρόκειται να οικοδομηθεί και παρακρατήθηκαν, εξαρχής, ποσοστά εξ αδιαιρέτου επί του όλου οικοπέδου για την εν λόγω μελλοντική αυτοτελή (διαιρεμένη) ιδιοκτησία, η οποία στη συνέχεια κατασκευάστηκε. Η συμφωνία αυτή, που αποδείχθηκε, στη συστατική πράξη είναι έγκυρη και δεσμεύει τους επιγενόμενους αγοραστές ανεξαρτήτων αυτοτελών ιδιοκτησιών, που προσχωρούν στη συστατική πράξη της ίδιας οροφοκτησίας και γνωρίζουν, ότι το τμήμα αυτό είναι αναποχώριστο τμήμα της οικοδομής, μετά των συστατικών του και του εντός αυτού (κυβικού) χώρου, που περικλείεται τεχνικά από κάτω, από τα πλάγια και από πάνω, με τοίχους ή άλλα οικοδομικά στοιχεία, ώστε διαχωρίζεται σαφώς από τα λοιπά (διαιρετά ή αδιαίρετα) τμήματα της οικοδομής και έχει αναχθεί σε συγκεκριμένο και ανεξάρτητο τμήμα αυτής, κατάλληλο προς χωριστή και αυτοτελή οικιστική εν γένει χρήση, έχει, δε, εξαιρεθεί από τους κοινόχρηστους και κοινόκτητους χώρους της οικοδομής και ως έχει, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην αγωγή, μπορούσε κατά το νόμο να αποτελέσει αντικείμενο οριζόντιας ιδιοκτησίας, επιτρεπτά και πριν από την ισχύ των ν. 960/1979 και ν. 1221/1981, όπως συμβαίνει εν προκειμένω, ενόψει του ότι προβλέφθηκε με τη νόμιμα μεταγεγραμμένη ως άνω υπ΄ αριθμ. ……./31.05.1974 συμβολαιογραφική πράξη σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας (ΟλΑΠ 23/2000, ΑΠ 25/2019 ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι ο ενάγων, κατά τον ως άνω χρόνο άσκησης της αγωγής, ήτοι με κατάθεση και επίδοσή της στις 14.11.2022 στο εναγόμενο [βλ. την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από τον ενάγοντα υπ΄αριθμ. …../14.11.2022 έκθεση επίδοσης, της ένδικης αγωγής, του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, που ασκεί τα καθήκοντά του στην περιφέρεια του Πρωτοδικείου Αθηνών, . …, ……] είχε ήδη καταστεί κύριος ολόκληρου του επίδικου ακινήτου, δυνάμει έκτακτης χρησικτησίας, καθώς ασκούσε, όπως προαναφέρθηκε, πράξεις νομής επ΄αυτού, διανοία κυρίου, συνεχώς και αδιαλείπτως, χωρίς ποτέ να ενοχληθεί από κανένα, από αρχές του έτους 1978 και έως 14.11.2022, ήτοι για χρονικό διάστημα πέραν της 20 ετίας, παρέλειψε, όμως, να το δηλώσει κατά τη διαδικασία της κτηματογράφησης και έτσι καταχωρήθηκε εσφαλμένα ως «αγνώστου ιδιοκτήτη». Τo εναγόµενο, Ελληνικό Δημόσιο επαναφέρει με τις ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου προτάσεις του, τους πρωτοδίκως προβληθέντες ισχυρισµούς του, αρνούμενο την κυριότητα του ενάγοντος επί του επίδικου ακινήτου και επικαλείται ότι το ακίνητο περιήλθε στην κυριότητα, νομή και κατοχή του ίδιου: Α) Κυρίως: α] Του από 1.2.1830 Πρωτοκόλλου «περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος», β]Των από 03.02.1830, 16.06.1830 και 01.07.1833, αντίστοιχα, τριών (3) Πρωτοκόλλων του Λονδίνου «περί της ανεξαρτησίας της Ελλάδος» και γ] Της από 27.06/09.7.1832 και 31.03.1833 Συνθήκης της Κωνσταντινούπολης «περί οριστικού διακανονισμού των ορίων της Ελλάδος», οπότε και ολοκληρώθηκε, με την χρονικά τελευταία, η ενσωμάτωση της Αττικής στο ελληνικό κράτος. Ότι το επίδικο ακίνητο, ως περιλαμβανόμενο εντός της ως άνω ευρύτερης έκτασης, κατ’ αρχήν ανήκε κατά κυριότητα στο Οθωμανικό δημόσιο και δυνάμει της πιο πάνω Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως περιήλθε κατά κυριότητα στο ελληνικό δημόσιο, δεδομένου ότι ο ενάγων ουδόλως ισχυρίστηκε πως, κατά τον πιο πάνω χρόνο της ενσωμάτωσης της Αττικής στο ελληνικό κράτος (31.03.1833), το επίδικο κατεχόταν από Οθωμανό ή Έλληνα, προκειμένου, έτσι, να μην έχει περιέλθει στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου, δυνάμει της «in globo» διαδοχής του οθωμανικού δημοσίου. Ο σχετικός ως άνω ισχυρισμός του εναγόμενου, Ελληνικού Δημοσίου αποτελεί ένσταση, που προβάλλεται προς αντίκρουση της αναγνωριστικής αγωγής κυριότητας του επίδικου ακινήτου, που στρέφεται εναντίον του, ως δικαιοκωλυτικά της γένεσης του δικαιώματος κυριότητας του ενάγοντος γεγονότα και όχι αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής (βλ. ενδεικτικά ΑΠ 1871/2011 ό.π., ΑΠ 1197/2012, ΑΠ 1524/2012 ΤΝΠ Νόμος) και συνεπώς, το ενιστάμενο φέρει το βάρος απόδειξης της ένστασης αυτής [ιδίας κυριότητας], σύμφωνα με τα άρθρα 261 και 338 ΚΠολΔ [ΑΠ 1197/2012 ό.π., Γέσιου – Φαλτσή, Δίκαιο αποδείξεως 1985, σ. 109 – 110, Τέντε σε Κεραμέα/ Κονδύλη/Νίκα, Ερμηνεία ΚΠολΔ Ι 2000, άρθρο 338, αριθ. 2 επ. σ. 684 επ.]. Ωστόσο, η ένσταση αυτή πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη, για τους εξής λόγους:
Κατά τα από 3 Φεβρουαρίου, 4/16 Ιουνίου και 19 Ιουνίου/1 Ιουλίου 1830 Πρωτόκολλα του Λονδίνου, με τα οποία αναγνωρίστηκε η ανεξαρτησία της Ελλάδας και κανονίστηκαν οι σχέσεις του Ελληνικού Δημοσίου στο μέλλον με τις πρώην ιδιοκτησίες των Οθωμανών στην Ελλάδα, σε συνδυασμό με την Συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως της από 27 Ιουνίου/9 Ιουλίου 1832 «Περί οριστικού διακανονισμού των ορίων της Ελλάδος», το Ελληνικό Δημόσιο απέκτησε την κυριότητα εκείνων μόνο των κτημάτων των Οθωμανών, όσα διαρκούντος του πολέμου κατέλαβε και δήμευσε, όπως και όσα κατά τον χρόνο της υπογραφής των πρωτοκόλλων τούτων είχαν εγκαταλειφθεί από τους τέως κυρίους Οθωμανούς, οι οποίοι αναχώρησαν από τις περιοχές οι οποίες καθορίστηκαν να αποτελέσουν στο μέλλον το Ελληνικό Κράτος, και επομένως δεν δεσποζόταν πλέον από αυτούς (βλ. ΑΠ 472/1899 Θ 11. 347, ΕφΠατ 281/1981 ΝοΒ 29. 1119), ομοίως δε και εκείνων τα οποία ανήκαν στο Τουρκικό Δημόσιο και δημεύτηκαν από το Ελληνικό Δημόσιο (βλ. ΕφΑθ 2874/1959 ΕΕΝ 27. 592, Δωρή, Τα δημόσια κτήματα Α` 1980, σ. 434). Σημειωτέον, ότι, ως προς τα ευρισκόμενα στην Αττική οθωμανικά ιδιωτικά κτήματα δεν μπορεί να γίνει λόγος για την περιέλευσή τους στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου με το «δικαίωμα του πολέμου», αφού η Αττική δεν κατακτήθηκε με τα όπλα αλλά παραχωρήθηκε στο Ελληνικό Κράτος στις 31.3.1833, με βάση την ανωτέρω από 27.6/ 9.7.1832 Συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως και κατόπιν σχετικών συμφωνιών μεταξύ των ελληνικών και των οθωμανικών αρχών, ενώ εξάλλου, κατά τη διάρκεια της τρίτης τουρκικής κυριαρχίας στην Αττική (25.5.1827 έως 31.3.1833) και ειδικότερα, κατά το έτος 1829, ο Σουλτάνος, ο οποίος είχε κατά το οθωμανικό δίκαιο την κυριαρχία εφ` όλης της γης, που ανήκε στο οθωμανικό κράτος, είχε εκδώσει θέσπισμα, με το οποίο παραχώρησε δωρεάν στους Αθηναίους, Οθωμανούς και Έλληνες, την κυριότητα των ήδη κατεχομένων από αυτούς ακινήτων της Αττικής, τα σχετικά δε ιδιοκτησιακά δικαιώματά τους αναγνωρίστηκαν, ακολούθως, με το από 21.1/3.2.1830 Πρωτόκολλο «Περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος» και με τη Συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως.
Εν προκειμένω, ωστόσο, δεν αποδεικνύεται ότι το επίδικο ακίνητο περιήλθε στην κυριότητα του εναγόμενου, δυνάμει της από 9.7.1832 συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως και των από 3.2.1830, 4/16.6.1830 και 19.6/1.7.1830 πρωτοκόλλων του Λονδίνου, ενόψει του ότι το ίδιο δεν επικαλείται, ούτε προσκομίζει, όπως έχει το σχετικό δικονομικό βάρος απόδειξης, κανένα αποδεικτικό στοιχείο, από το οποίο να αποδεικνύεται ότι το επίδικο ακίνητο πράγματι ανήκε στο τουρκικό Δημόσιο και παραχωρήθηκε στο εναγόμενο, ελληνικό Δημόσιο και ότι, επομένως, δεν ανήκε σε οθωμανούς, ούτε αποδεικνύει ότι ανήκε στους τελευταίους [τούρκους υπηκόους (οθωμανούς)], οι οποίοι, όμως, εγκατέλειψαν την επικράτεια κατά την επανάσταση και δεν διατήρησαν τις ιδιοκτησίες τους, ούτε επανέκαμψαν στην Ελλάδα. Τούτο, δε, το τελευταίο, διότι, όπως λέχθηκε στην σχετική μείζονα σκέψη, όσα από τα οθωμανικά κτήματα, που βρίσκονταν εντός ελληνικών εδαφών και τα οποία παραχωρήθηκαν στις 31.3.1833 στην ελληνική κυριαρχία, με την από 27.06/09.07.1832 Συνθήκη της Κωνσταντινούπολης, μεταξύ των οποίων και τα εντός της Αττικής ευρισκόμενα, όπως το επίδικο, ανήκαν και παρέμειναν στην ιδιοκτησία των οθωμανών ιδιωτών, με δικαίωμα πώλησής τους, εντός προθεσμίας και το εναγόμενο δεν απέδειξε ότι το επίδικο ακίνητο περιήλθε στο ίδιο βάσει των διατάξεων τού από 10-7-1837 ΒΔ “Περί διακρίσεως κτημάτων” ως αδέσποτο, ήτοι ως εγκαταλειφθέν από τους Οθωμανούς (κυρίως) ιδιοκτήτες του, απορριπτομένης ως ουσιαστικά αβάσιμης της σχετικής ένστασης.
Β) Επικουρικά, βάσει των διατάξεων του β.δ. της 17-11-1836 «περί ιδιωτικών δασών». Επί του ισχυρισμού αυτού λεκτέα τα ακόλουθα:
Κατά τα άρθρα 1, 2 και 3 του β.δ. της 17/29.11.1836 «Περί ιδιωτικών δασών» αναγνωρίζεται η κυριότητα του Δημοσίου επί κάθε έκτασης που αποτελεί, πριν την έναρξη της ισχύος του, δάσος, εξαιρέσει μόνον εκείνων των δασικών εκτάσεων για τις οποίες υφίσταται έγγραφη απόδειξη τουρκικής Αρχής, ότι πριν την έναρξη του απελευθερωτικού αγώνα ανήκαν σε ιδιώτες, όπως και εκείνων οι οποίες ανήκαν σε ιδιωτικά χωρία και υπό την προϋπόθεση ότι σε αμφότερες τις περιπτώσεις υποβλήθηκαν στην επί των Οικονομικών Γραμματεία προς αναγνώριση οι σχετικοί περί ιδιοκτησίας τίτλοι εντός της από το άρθρο 3 οριζόμενης ανατρεπτικής προθεσμίας ενός έτους από την δημοσίευσή του [29.11.1836]. Από την παρέλευση, δε, της ανωτέρω προθεσμίας όλα τα δάση για τα οποία δεν θα παρουσιάζονταν τίτλοι από τους ιδιοκτήτες, θεωρούνταν αδιαφιλονίκητα ως εθνικά δάση και δεν θα διετίθεντο. Με τις διατάξεις αυτές θεσπίστηκε υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου τεκμήριο κυριότητας σε όλα τα δάση, που υπήρχαν πριν την ισχύ του ως άνω διατάγματος στα όρια του Ελληνικού Κράτους και δεν αναγνωρίστηκαν νομίμως ότι ανήκουν σε ιδιώτες. Προϋπόθεση εφαρμογής του τεκμηρίου αυτού είναι η ιδιότητα του διεκδικουμένου ακινήτου ως δάσους κατά το χρόνο έναρξης ισχύος του παραπάνω διατάγματος (βλ. ενδεικτικά ΑΠ 1871/2011 ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 1284/1983 ΝοΒ 32. 854, ΑΠ 575/1967 ΝοΒ 16. 174).
Ήτοι, το εναγόμενο ισχυρίζεται ότι απέκτησε την κυριότητα του επίδικου ακινήτου βάσει των διατάξεων του β.δ. της 17-11-1836 «περί ιδιωτικών δασών», περιοριζόμενο μόνο στην αναφορά του εν λόγω νομοθετήματος, χωρίς την οποιαδήποτε μνεία στα στοιχεία του πραγματικού τής εν λόγω ουσιαστικής διάταξης. Πιο συγκεκριμένα, όπως αναφέρεται και στο εν λόγω β.δ., το εναγόμενο επικαλείται πως η επίδικη έκταση αποτελεί τμήμα ευρύτερης δημόσιας έκτασης, της οποίας αποκλειστικός κύριος είναι το ίδιο, διότι αυτό είχε το χαρακτήρα ιδιωτικού δάσους και δεν αποδεικνύονται τίτλοι κτήσης από τον απώτατο δικαιοπάροχο του ενάγοντος, εντός της τασσόμενης ετήσιας προθεσμίας από της δημοσίευσης τού από 17/29 Νοεμβρίου 1836 Β.Δ/γματος “περί ιδιωτικών Δασών”. Ωστόσο, το εναγόμενο δεν επικαλέστηκε, ούτε προσκόμισε αποδεικτικά στοιχεία από τα οποία να αποδεικνύεται ότι το διεκδικούμενο ακίνητο είχε την ιδιότητα του δάσους, κατά το χρόνο έναρξης ισχύος του παραπάνω διατάγματος, προϋπόθεση για να εφαρμοστεί υπέρ του το τεκμήριο κυριότητας, που ιδρύθηκε με αυτό (το από 17/29 Νοεμβρίου 1836 Β.Δ/γμα “περί ιδιωτικών Δασών”). Διότι για την εκτίμηση της ιδιότητας μίας έκτασης ως «δάσους», προκειμένου να ισχύσει το τεκμήριο κυριότητας του Δημοσίου, ο χαρακτήρας της έκτασης ως τέτοιος πρέπει να αποδεικνύεται από το Ελληνικό Δημόσιο που τον επικαλείται, και, εκτιμάται δυνάμει του επακολουθήσαντος νόμου ΑΧΝ’/1888, ενώ οι μεταγενέστεροι νόμοι δεν είναι δυνατόν να εφαρμοστούν για τον καθορισμό μίας έκτασης ως δάσους, προκειμένου να κριθεί αν θα ισχύσει το τεκμήριο κυριότητος του Δημοσίου. Ως εκ τούτου, για την εφαρμογή του τεκμηρίου κυριότητας το εναγόμενο ελληνικό Δημόσιο όφειλε, κατά τα ανωτέρω, να αποδείξει την ύπαρξη δάσους προ του έτους 1836. Δάσος, με την έννοια των πιο πάνω διατάξεων, θεωρείται κάθε έκταση εδάφους, η οποία καλύπτεται ολικά ή μερικά από άγρια ξυλώδη φυτά οποιωνδήποτε διαστάσεων και ηλικίας, τα οποία προορίζονται για την παραγωγή ξυλείας ή και άλλων προϊόντων, σύμφωνα με τον ορισμό του δάσους που περιέχεται στη διάταξη του άρθρου 1 του v. ΑΧΝ/1888 “περί διακρίσεως και οροθεσίας των δασών”, η οποία περιλήφθηκε ως άρθρο 57 στο ν. 3077/1924 “περί δασικού κώδικος” και δεν διαφέρει από τις διατάξεις του άρθρου 3 §§1-2 του ν. 998/1979. Ειδικότερα, σύμφωνα με την έννοια των διατάξεων του ν. 998/1979 “ως δάσος νοείται πάσα έκτασις της επιφανείας του εδάφους, η οποία καλύπτεται εν όλω ή σποραδικώς υπό αγρίων ξυλωδών φυτών οιωνδήποτε διαστάσεων και ηλικίας, αποτελούντων ως εκ της μεταξύ των αποστάσεως και αλληλεπιδράσεως οργανικήν ενότητα και η οποία δύναται να προσφέρη προϊόντα εκ των άνω φυτών εξαγόμενα, ή να συμβάλη εις την διατήρησιν της φυσικής και βιολογικής ισορροπίας, ή να εξυπηρετήση την διαβίωσιν του ανθρώπου εντός του φυσικού περιβάλλοντος” (άρθρο 3 §1) και ως “δασική έκτασις νοείται πάσα έκτασις της επιφανείας του εδάφους, καλυπτομένη υπό αραιάς ή πενιχρός, υψηλής ή θαμνώδους ξυλώδους βλαστήσεως, οιασδήποτε διαπλάσεως και δυναμένη να εξυπηρετήση μίαν ή περισσοτέρας των εν τη προηγουμένη παραγράφω λειτουργιών” (άρθρο 3 §2). Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι το δάσος είναι οργανικό σύνολο άγριων φυτών με ξυλώδη κορμό επί της επιφανείας του εδάφους, τα οποία μαζί με την εκεί συνυπάρχουσα πανίδα και χλωρίδα αποτελούν, εξαιτίας της αμοιβαίας αλληλεξάρτησης και αλληλεπίδρασής τους, ιδιαίτερη βιοκοινότητα (δασοβιοκοινότητα) και ιδιαίτερο φυσικό περιβάλλον (δασογενές). Δασική έκταση υπάρχει, ακόμη και όταν στο ανωτέρω έδαφος η άγρια ξυλώδης βλάστηση, υψηλή ή θαμνώδης, είναι αραιή. Κρίσιμη, επομένως, για την έννοια του δάσους και της δασικής έκτασης είναι η οργανική ενότητα της δασικής (δενδρώδους ή θαμνώδους) βλάστησης, η οποία με τη συνύπαρξη της όλης δασογενούς χλωρίδας και πανίδας προσδίδει μόνη σ` αυτό την ιδιαίτερη ταυτότητα ως δασικού οικοσυστήματος, (βλ. ΑΕΔ 27/1999 ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω, από τις ίδιες διατάξεις προκύπτει ότι στην έννοια του δάσους ή της δασικής έκτασης περιλαμβάνονται και οι εντός αυτών, οποιασδήποτε φύσης, ασκεπείς εκτάσεις, χορτολιβαδικές ή μη, βραχώδεις εξάρσεις και, γενικά, ακάλυπτοι χώροι, καθώς και οι πάνω από τα δάση ή τις δασικές εκτάσεις ασκεπείς κορυφές ή αλπικές ζώνες των βουνών και οι άβατες κλιτύες αυτών. Δεν ασκεί επιρροή στο πραγματικό γεγονός της δασικής μορφής του ακινήτου το ότι ορισμένα τμήματα αυτού κατά καιρούς εμφανίζονται χωρίς δασική βλάστηση (ΑΠ 24/2021 ΝΟΜΟΣ). Περιοριζόμενο, συνεπώς, το εναγόμενο μόνο στην αναφορά τού εν λόγω νομοθετήματος, χωρίς την οποιαδήποτε μνεία στα στοιχεία του πραγματικού τής εν λόγω ουσιαστικής διάταξης, ο ισχυρισμός αυτός (ένσταση) πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος. Ειδικότερα σημειώνεται ότι ο ενάγων δεν ισχυρίζεται με την αγωγή του ότι το επίδικο είναι δημόσιο ακίνητο, ούτε ότι έχει συμπληρωθεί υπέρ αυτού έκτακτη χρησικτησία σε τέτοιο (δημόσιο) ακίνητο πριν τις 11-9-1915, ώστε να αντιστραφεί το βάρος απόδειξης, καθόσον ο ισχυρισμός εναντίον της ένδικης αγωγής, του εναγομένου ελληνικού δημοσίου ότι πρόκειται για δάσος – ισχυρισμός ο οποίος δεν ανατρέπει αφ` εαυτού την συμπλήρωση έκτακτης χρησικτησίας εφόσον αυτή χωρεί και επί δασών- αποτελεί ένσταση και όχι άρνηση του χαρακτήρα του ακινήτου και των συγκεκριμένων πράξεων νομής, απορριπτομένων των περί του αντιθέτου ισχυρισμών του και δεν είναι, συνεπώς, αντικείμενο ανταπόδειξης στο πλαίσιο της κύριας απόδειξης που βαρύνει τον ενάγοντα για την ιστορική βάση της αγωγής του, που ερείδεται κατά κύριο λόγο στην κτήση της κυριότητας του επίδικου με έκτακτη χρησικτησία, χωρίς να γίνεται αναφορά στην αγωγή ότι πρόκειται περί δημόσιου κτήματος (ΑΠ 24/2021 ό.π.) και, επομένως, προκειμένης περί ενστάσεως εκ μέρους του εναγόμενου Ελληνικού Δημοσίου, την οποία δεν απέδειξε, αυτή πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Γ) Άλλως, επικουρικά, βάσει των διατάξεων του β.δ. 3/15.12.1833, για τον λόγο ότι αποτελούσε από του έτους 1820 και μέχρι σήμερα βοσκότοπο ή λειβάδι, χωρίς ποτέ μέσα στις νόμιμες προθεσμίες να αναγνωριστεί κανένας, συμπεριλαμβανομένου και του ενάγοντος και των δικαιοπαρόχων του, κύριος κατά την προβλεπόμενη διαδικασία. Επί του ισχυρισμού αυτού λεκτέα τα ακόλουθα:
Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 1 του β.δ. της 15.12.1833 “Περί διορισμού του φόρου βοσκής, και του διά τα εθνικοϊδιόκτητα λιβάδια εγγείου φόρου κατά τα έτη 1833 και 1834”, που έχει ισχύ νόμου, “Όλα τα λιβάδια, διά την επικαρπίαν των οποίων δεν έχει τις παρουσιάση έγγραφον (ταπί) εκδοθέν επί Τουρκικής εξουσίας, θεωρούνται ως δημόσια και η νομή αυτών μένει ως και μέχρι τούδε εις το δημόσιον”. Εν προκειμένω, δεν αποδείχθηκε, επίσης, ότι το επίδικο ακίνητο ήταν λιβάδι ή βοσκότοπος, κατά το χρόνο έναρξης ισχύος του ΒΔ 3/15.12.1833 “περί διορισμού και φόρου βοσκής και του δια τα εθνικοϊδιόκτητα λιβάδια εγγείου φόρου κατά τα έτη 1833-1834”, ώστε να ισχύει το τεκμήριο κυριότητας που θεσπίστηκε υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου, με τις διατάξεις του ως άνω διατάγματος σε όλα τα λιβάδια και τους βοσκότοπους που υπήρχαν πριν από την ισχύ του στα όρια του Ελληνικού Κράτους και δεν αναγνωρίστηκαν νομίμως ότι ανήκουν σε ιδιώτες (ΑΠ 894/2020, ΑΠ 34/2019, δημ. στην ιστοσελίδα του Αρείου Πάγου).
Δ) Άλλως και επικουρικά, λόγω τακτικής, διαφορετικά λόγω έκτακτης χρησικτησίας, δεδομένου ότι από της Επαναστάσεως του 1821 μέχρι και σήμερα, δυνάμει των ως άνω νόμων, με διάνοια κυρίου και καλή πίστη το Ελληνικό Δημόσιο ενέμετο και κατείχε το επίδικο, με τα αρμόδια όργανά του (δασικούς υπαλλήλους κλπ), ενεργώντας όλες τις διακατοχικές πράξεις που προσιδιάζουν στη φύση του επιδίκου, δηλαδή φύλαξη με δασικούς υπαλλήλους και φύλακες δημοσίων κτημάτων, οριοθέτηση, καταμέτρηση, περίφραξη, φύτευση δέντρων με σκοπό την αναδάσωση, έκδοση και εκτέλεση πρωτοκόλλων διοικητικής αποβολής κατά διαφόρων καταπατητών, αποβολή μηνύσεων. Ο ισχυρισμός αυτός, καθ’ ο μέρος επιχειρείται να θεμελιωθεί ένσταση ίδιας κυριότητας του εναγόμενου, Ελληνικού Δημοσίου, με τακτική χρησικτησία, είναι μη νόμιμος και πρέπει να απορριφθεί, διότι δεν γίνεται επίκληση νόμιμου τίτλου και χρόνου μεταγραφής αυτού, μετά την πάροδο του οποίου άρχεται η δεκαετής νομή για θεμελίωση κυριότητας, σύμφωνα με το άρθρο 1041 ΑΚ (βλ. ΕφΠειρ 93/2022 στην ιστοσελίδα του Εφετείου Πειραιά «efeteio-peir.gr»), ενώ καθ’ o μέρος ερείδεται στην κτήση κυριότητας, λόγω έκτακτης χρησικτησίας, στηρίζεται αφενός μεν στις διατάξεις περί έκτακτης χρησικτησίας του προϊσχύσαντος β.ρ. δικαίου, μέχρι την εισαγωγή του ΑΚ, αφετέρου στις διατάξεις του ΑΚ, μετά την εισαγωγή του, για την έκτακτη χρησικτησία (άρθρα 1045 επ. ΑΚ) και αποτελεί ομοίως ένσταση, η οποία πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη, διότι δεν αποδείχθηκε ότι το εναγόμενο άσκησε οποιαδήποτε πράξη νομής επ’ αυτού, ουδέποτε. Συνεπώς, το επίδικα ακίνητο, ουδέποτε ήταν δημόσιο κτήμα ή ανεπίδεκτο χρησικτησίας και μετά την 11.9.1915. Άλλωστε, αν ήταν δημόσιο κτήμα, το εναγόμενο θα το είχε καταχωρίσει ως τέτοιο και θα το είχε δηλώσει στο κτηματολόγιο.
Ε) Άλλως και επικουρικά, ως αδέσποτο, χωρίς να απαιτείται κατάληψη της νομής ή μεταγραφή της κτήσης δυνάμει του προϊσχύσαντος βυζαντινορωμαϊκού δικαίου και των ομοίων διατάξεων των άρθρων 16 του από Ιουν. 1837 νόμου περί διάκρισης κτημάτων, 2 παρ. 1 ΑΝ. 1539/38 και 972 ΑΚ, δεδομένου ότι πριν την σύσταση του Ελληνικού Κράτους και μετά από αυτήν δεν εξουσιάστηκε ποτέ, ούτε από τον ενάγοντα και τους φερόμενους ως δικαιοπαρόχους του, ούτε από κανένα άλλο φυσικό ή νομικό πρόσωπο, ενώ απώλεια του δικαιώματος αυτού (του Ελληνικού Δημοσίου) θα ήταν δυνατό να έχει επέλθει μόνο παραγώγως με την βούληση του Δημοσίου, ως δικαιοπαρόχου, ή πρωτοτύπως με χρησικτησία. Επί του ισχυρισμού αυτού λεκτέα τα ακόλουθα: Τα αδέσποτα ακίνητα καθιερώθηκε, το πρώτον το έτος 1837, να ανήκουν στο Ελληνικό Δημόσιο με το άρθρο 16 του νόμου της 21.06/03.07.1837 “Περί διάκρισις κτημάτων”, με το οποίο ορίστηκε ότι: “Όλα τα παρ’ ιδιωτών, ή κοινοτήτων, μη δεσποζόμενα, δηλαδή όλα τα αδέσποτα, και τα των ακλήρων αποθανόντων κτήματα, ή τα εγκαταλελειμμένα από των κληρονόμων κτήματα, επί των οποίων δεν υπάρχουν άλλων αποδεδειγμέναι απαιτήσεις, ανήκουν εις το δημόσιον.” και στη συνέχεια, η αρχή αυτή επαναλήφθηκε με το άρθρο 2 του α.ν. 1539/1938 “περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων”, τα οποία διατηρήθηκαν σε ισχύ με το άρθρο 53 ΕισΝΑΚ, μετά, δε, την ισχύ του ΑΚ με το άρθρο 972 αυτού (ΑΠ 246/2023 ΝΟΜΟΣ). Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις του προϊσχύσαντος βζρδ των ν. 1, 23 Πανδ. (47.1), Εισ. 47 (2. 1), προϋπόθεση για την περιέλευση κάποιου πράγματος στην κατηγορία των αδέσποτων, δηλαδή, των πραγμάτων, τα οποία είναι μεν ικανά να τεθούν υπό την ανθρώπινη εξουσίαση αλλά δεν υπάρχει κύριος τούτων, και τα οποία, σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη του άρθρου 16 του ν. 21.06/03.07.1837, ανήκουν κατά κυριότητα στο Ελληνικό Δημόσιο, είναι όχι μόνο η εγκατάλειψη της νομής του πράγματος (κινητού ή ακινήτου), αλλά και η βούληση εγκατάλειψής του, δηλαδή, απόφαση του κυρίου περί παραίτησής του από την κυριότητα, χωρίς πρόθεση περαιτέρω μεταβίβασης του πράγματος σε συγκεκριμένο τρίτο πρόσωπο. Η βούληση του κυρίου πρέπει να εκδηλώνεται υπό συνθήκες που δεν καθιστούν αυτή αμφίβολη και υπό την αυτονόητη προϋπόθεση ότι ο παραιτούμενος ήταν κύριος του πράγματος. Για την εγκατάλειψη του ακινήτου με σκοπό παραίτησης από την κυριότητα, κατά το προϊσχύσαν βζρδ, δεν απαιτούνταν ο τύπος του συμβολαιογραφικού εγγράφου και μεταγραφή αυτού, όπως ήδη απαιτείται υπό την ισχύ του Α.Κ.. Ο νόμος “Περί διακρίσεως κτημάτων” τροποποίησε τον προϊσχύσαντα αυτού κανόνα του βζρδ, κατά τον οποίο όποιος καταλάμβανε αδέσποτο αποκτούσε την κυριότητά του (Πανδ. 41.1), έτσι ώστε να μην απαιτείται πλέον η πραγματική κατάληψη των αδέσποτων ακινήτων, προκειμένου να επέλθει κτήση της κυριότητας. Η τροποποίηση αυτή υπαγορεύτηκε από την ανάγκη να καταστεί ευχερής η κτήση από το Ελληνικό Δημόσιο της κυριότητας των κτημάτων, τα οποία είχαν εγκαταλειφθεί από τους Οθωμανούς ιδιοκτήτες τους, οι οποίοι αποχώρησαν από την Ελλάδα, λόγω του απελευθερωτικού αγώνα. Έτσι, τα κτήματα αυτά αποκτήθηκαν “δικαιώματι πολέμου”, ανεξαρτήτως της καταλήψεώς τους κατά τη διάρκεια του απελευθερωτικού αγώνα από το Ελληνικό Δημόσιο ή τις Ελληνικές στρατιωτικές δυνάμεις (Α.Π. 590/2019, Α.Π. 1840/2017). Το Δημόσιο, σύμφωνα με τις ανωτέρω διατάξεις, αποκτά πρωτοτύπως κυριότητα και συγχρόνως με την κυριότητα αποκτά αυτοδικαίως και τη νομή του ακινήτου, ανεξαρτήτως αν έλαβε τη φυσική εξουσία αυτού ή αν ενήργησε πάνω σ` αυτό πράξεις διακατοχής (ΑΠ 7/2019, ΑΠ 132/2000, ΑΠ 532/1980). Στην προκειμένη περίπτωση, δεν αποδείχθηκε ότι το επίδικο άνηκε στο Οθωμανικό Δημόσιο, ή σε Οθωμανούς ιδιώτες και εγκαταλείφθηκε από τους τελευταίους, ούτε ότι μετά την απελευθέρωση δεν καταλήφθηκε από τρίτους έως την έναρξη ισχύος του νόμου της 21.6./10.7.1837 “περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων”, με αποτέλεσμα να καταστεί αδέσποτο και να δημευθεί, όπως προβλέπεται στην προαναφερόμενη Συνθήκη και τα Πρωτόκολλα, προκειμένου να καταστεί κύριος αυτού το Ελληνικό Δημόσιο. Μετά από τα ανωτέρω, πρέπει η υπό κρίση αγωγή να γίνει δεκτή και να αναγνωριστεί ο ενάγων κύριος του επίδικου ακινήτου με πρωτότυπο τρόπο και δη με έκτακτη χρησικτησία. Περαιτέρω, στις αρχικές εγγραφές στα οικεία κτηματολογικά φύλλα των κτηματολογικών βιβλίων του Κτηματολογικού Γραφείου Πειραιά το επίδικο ακίνητο καταχωρήθηκε ανακριβώς ως αγνώστου και εσφαλμένα με ποσοστό συνιδιοκτησίας στο οικόπεδο 130/000 εξ αδιαιρέτου αντί του ορθού 20/οοο, που αναφέρεται στην σύσταση, δεκτού γενομένου ως ουσιαστικά βάσιμου του αγωγικού ισχυρισμού. Κατόπιν αυτών πρέπει να διαταχθεί η διόρθωση των αρχικών εγγραφών στα ως άνω βιβλία, ώστε στο καταχωρημένο σε αυτά ως άνω ακίνητο (με ΚΑΕΚ …………..) να αναγραφεί ο ενάγων ως κύριος, σε ποσοστό 100%, δυνάμει έκτακτης χρησικτησίας, αντί του εσφαλμένου «άγνωστος ιδιοκτήτης» και με ποσοστό συνιδιοκτησίας του ακινήτου στο οικόπεδο 20/000 εξ αδιαιρέτου. Τα δικαστικά έξοδα του ενάγοντος, αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας θα πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του εναγόμενου, λόγω της ήττας του (άρθ. 176 ΚΠολΔ), μειωμένα, όμως, κατ’ άρθρο 22 παρ.1 του ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 του ΕισΝΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την, κατ΄ εξουσιοδότηση του άρθρου 5 ν. 1738/1987, έκδοση της Κ.Υ.Α. 134423/8.12.1992 των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (Φ.Ε.Κ. Β` 11/20.1.1993) [ΑΠ 928/2021 ΝΟΜΟΣ], όπως ειδικότερα ορίζονται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων.
Δέχεται τυπικά και επί της ουσίας την έφεση.
Διατάσσει την επιστροφή του με αριθμό …………../2024 e – παραβόλου της έφεσης στον εκκαλούντα, ποσού εκατό (100) ευρώ. Εξαφανίζει την υπ’ αρ. 2528/2024 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς.
Κρατεί την υπόθεση και δικάζει την αγωγή.
Απορρίπτει ό,τι κρίθηκε απορριπτέο.
Δέχεται κατά τα λοιπά την αγωγή.
Αναγνωρίζει τον ενάγοντα κύριο, σε ποσοστό 100%, με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, της υπό στοιχεία Π2 οριζόντιας ιδιοκτησίας, που βρίσκεται στην πιλοτή πολυκατοικίας, στον Πειραιά και επί της οδού …….. (πρώην ……….) και …………., επιφάνειας 88,36 τ.μ., με ποσοστό συνιδιοκτησίας στο οικόπεδο 20/1000 εξ αδιαιρέτου και η οποία έχει λάβει ΚΑΕΚ ……../.
Διατάσσει τη διόρθωση των αρχικών εγγραφών στα οικεία κτηματολογικά φύλλα των κτηματολογικών βιβλίων του Κτηματολογικού Γραφείου Πειραιά, ώστε στο καταχωρημένο σε αυτά ως άνω ακίνητο (με ΚΑΕΚ ……) να αναγραφεί ο ενάγων ως κύριος, σε ποσοστό 100%, δυνάμει έκτακτης χρησικτησίας, αντί του εσφαλμένου «άγνωστος ιδιοκτήτης» και με ποσοστό συνιδιοκτησίας του ακινήτου στο οικόπεδο 20/1000 εξ αδιαιρέτου.
Επιβάλει στο εναγόμενο την δικαστική δαπάνη του ενάγοντος και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας, την οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στον Πειραιά, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξούσιων δικηγόρων τους, στις 09 Φεβρουαρίου 2026.
Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ