ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ
4ο τμήμα
Αριθμός απόφασης : 162/2026
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
(4ο τμήμα)
Συγκροτήθηκε από το Δικαστή Δημήτριο Καβαλλάρη, Εφέτη, που ορίστηκε από ορίσθηκε από τον Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διευθύνσεως του Εφετείου Πειραιώς και τη Γραμματέα Ε.Δ.
Συνεδρίασε στο ακροατήριό του την ………….., για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ :
ΤΗΣ ΕΚΚΑΛΟΥΣΑΣ : Της Μονοπρόσωπης Ιδιωτικής Κεφαλαιουχικής Εταιρείας με την επωνυμία «…………», που εδρεύει στο …….. Κυθήρων, με ΑΦΜ …………. της Δ.Ο.Υ. Α’ Πειραιά, όπως εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Αντώνιο Σεμιτέκολο.
ΤΟΥ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΟΥ : ………….., άνευ ονομασίας οδού και αρίθμησης, με Α.Φ.Μ. ………… της Δ.Ο.Υ. Α’ Πειραιά, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Γεώργιο Καραχάλιο (με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).
Η ανακόπτουσα και ήδη εκκαλούσα άσκησε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς την από 14-01-2025 και με αριθμό κατάθεσης δικογράφου ΓΑΚ/ΕΑΚ …………/2025 ανακοπή της, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ’ αριθ. 2667/2025 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία απέρριψε την ανακοπή. Κατά της τελευταίας απόφασης η εκκαλούσα άσκησε την από 29-06-2025 και με αριθμό κατάθεσης δικογράφου Εφετείου Πειραιώς ΓΑΚ/ΕΑΚ …………./2025 έφεσή της, η συζήτηση της οποίας ορίστηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.
Kατά τη συζήτηση της υπόθεσης, αφού αυτή εκφωνήθηκε από το πινάκιο, ο πληρεξούσιοι Δικηγόροι των διαδίκων αναφέρθηκαν στις έγγραφες προτάσεις τους.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η από 29-06-2025 και με αριθμό κατάθεσης δικογράφου ΓΑΚ/ΕΑΚ …………../2025 έφεση της ανακόπτουσας και ήδη εκκαλούσας κατά της υπ` αριθ. 2667/2025 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων με την διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, έχει ασκηθεί νομότυπα κι εμπρόθεσμα, δεδομένου ότι δεν προκύπτει επίδοση της εκκαλούμενης απόφασης (άρθρα 495 παρ. 1, 2, 511, 513 παρ. 1β, 516 παρ. 1, 517, 518 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ), ενώ, επίσης, έχει κατατεθεί το νόμιμο παράβολο κατ’ άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ (βλ. το με αρ. ………….. e – παράβολο, το οποίο εξοφλήθηκε). Πρέπει, επομένως, η έφεση αυτή να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί περαιτέρω, κατά την ίδια ως άνω διαδικασία, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 533 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Η ανακόπτουσα και ήδη εκκαλούσα με την από 14-01-2025 και με αριθμό κατάθεσης δικογράφου ΓΑΚ/ΕΑΚ …………/2025 ανακοπή της ζήτησε την ακύρωση της υπ’ αριθμό. ……/5-12-2024 κατασχετήρια έκθεση του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών με έ5ρα στο Πρωτοδικείο Αθηνών, …………. και την ακύρωση του προγραμματισμένου για την 09.07.2025 πλειστηριασμού. Με την εκκαλούμενη απόφαση το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, απέρριψε την ανακοπή. Κατά της απόφασης αυτής παραπονείται η ανακόπτουσα – ήδη εκκαλούσα και ζητά να εξαφανισθεί η εκκαλούμενη απόφαση, ώστε να γίνει δεκτή η από 14-01-2025 και με αριθ.καταθ. …………/2025 ανακοπή της, όπως επαναφέρει στην έφεσή της. Εξάλλου με την έφεσή της έχει ενώσει και αίτημα αναστολής εκτέλεσης, για την αναγκαστική εκτέλεση που επισπεύδεται με την προσβαλλόμενη κατασχετήρια έκθεση για τον πλειστηριασμό του ακινήτου της που ήταν επικείμενος στις 9.07.2025, κατά το χρόνο κατάθεσης του δικογράφου της έφεσής της. Το αίτημα όμως αυτό έχει ήδη απορριφθεί με την προσωρινή διαταγή του Προέδρου Υπηρεσίας του Εφετείου Πειραιά, η δε ημερομηνία του πλειστηριασμού έχει παρέλθει, ώστε πλέον στερείται αντικειμένου.
Από τα προσκομιζόμενα διαδικαστικά έγγραφα προκύπτουν τα εξής : Με επίσπευση της καθ’ ης, δυνάμει της υπ’ αριθμ. …./5-12-2024 κατασχετήρια έκθεση του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών με έδρα στο Πρωτοδικείο Αθηνών, ………. επιβλήθηκε αναγκαστική κατάσχεση σε ακίνητο ιδιοκτησίας της ανακόπτουσας, ήτοι σε οικόπεδο μετά των κτισμάτων αυτού κείμενο στο …………. Κυθήρων. Ο πλειστηριασμός ορίστηκε ότι θα είναι ανοικτός πλειοδοτικός και ότι θα διεξαγόταν με ηλεκτρονικά μέσα, ενώπιον της Συμβολαιογράφου Αθηνών ………….., στις 9.7.2025.
Σύμφωνα με τη διάταξη τού άρθρου 995 παρ. 1 ΚΠολΔ, (και με βάση τη διάταξη του άρθρου 955 παρ. 1 ΚΠολΔ για την κατάσχεση κινητών), αντίγραφο της κατασχετήριας έκθεσης επιδίδεται μόλις περατωθεί η κατάσχεση στον καθ’ ού η εκτέλεση, αν ήταν παρών, και, αν αυτός αρνηθεί να παραλάβει το έγγραφο, που του επιδίδεται, ο επιμελητής συντάσσει έκθεση για την άρνησή του. Αν είναι απών ή δεν είναι δυνατή η άμεση κατάρτιση του αντιγράφου, η επίδοση γίνεται το αργότερο την επομένη της ημέρας που περατώθηκε η κατάσχεση, εφόσον εκείνος κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση έχει την κατοικία του στην περιφέρεια του δήμου όπου έγινε η κατάσχεση, διαφορετικά μέσα σε οκτώ (8) ημέρες από την περάτωση τής κατάσχεσης. Η παράλειψη των διατυπώσεων αυτών επιφέρει ακυρότητα της κατάσχεσης. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η επίδοση της κατασχετήριας έκθεσης, η οποία αποτελεί προσωπικό υπηρεσιακό καθήκον του δικαστικού επιμελητή που ενεργεί ως όργανο της αναγκαστικής εκτέλεσης και όχι ως όργανο επιδόσεων (βλ. Π. Βαφειάδου σε X. Απαλαγάκη, Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας, Ερμηνεία κατ’ άρθρον, Τόμος 2, σελ. 2532, αρ. 1), πρέπει να γίνει στον παρόντα καθ’ ού η κατάσχεση και όχι στους συγγενείς ή συνοίκους ή στους δυνάμενους να παραλαμβάνουν κοινοποιούμενα δικόγραφα υπαλλήλους. Η παρουσία των τελευταίων προσώπων δεν σημαίνει και παρουσία του καθ΄ού η εκτέλεση, αφού αυτός είναι παρών, όταν ο ίδιος παρευρίσκεται αυτοπροσώπως. Αν ο καθ’ ού η εκτέλεση είναι απών κατά την κατάσχεση, η επίδοση πρέπει να γίνει όπως ορίζουν οι παραπάνω διατάξεις, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 144 παρ. 1 και 145 ΚΠολΔ, δηλαδή το αργότερο την επόμενη ημέρα της κατάσχεσης, αν κατοικεί στην έδρα του Δήμου, ή σε 8 ημέρες αν κατοικεί εκτός της έδρας. Οι παραπάνω διατυπώσεις επιβάλλονται με ποινή ακυρότητας της κατάσχεσης (άρθρο 995 παρ. 1 εδ. γ ΚΠολΔ, βλ. ομοίως και άρθρο 955 παρ. 1 εδ. δ ΚΠολΔ για την κατάσχεση κινητών), εξαιτίας της σπουδαιότητας που αποδίδει στην τήρησή τους ο νομοθέτης. Συνεπώς, η μη τήρησή τους θεμελιώνει λόγο ανακοπής κατά της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης (κατάσχεσης), ανεξάρτητα από την επίκληση και απόδειξη δικονομικής βλάβης (ΑΠ 1255/2020 www.areiospagos.gr, ΑΠ 2155/1986 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ ΕφΔυτ.Στερ 114/2024, ΕφΑθ 55/2024 σε sakkoulas online, Γέσιου-Φαλτσή, Δίκαιο Αναγκαστικής Εκτελέσεώς, ΙΙΑ/Ειδικό Μέρος, Γ Έκδοση, σελ. 252, Κιουπτσίδου-Στρατουδάκη, σε Κεραμέα/Κονδύλη/Νικα ΚΠολΔ 2021, Τόμος II, άρθρο 995, αρ. 3 και άρθρο 955 αρ. 3). Ακυρότητα πάντως της κατάσχεσης έχει ως συνέπεια μόνο η παράλειψη ή το εκπρόθεσμο των διατυπώσεων, που ορίζονται στην παράγραφο 1 του άρθρου 995 (καθώς και στις παραγράφους 2-3 του ιδίου άρθρου), περιλαμβανόμενης και τη μη επιδόσεως ή της εκπρόθεσμης επιδόσεως του αντιγράφου ή της περίληψης της κατάσχεσης, ενώ, αντιθέτως, οι παραλείψεις και αταξίες της εμπροθέσμως γενόμενης επίδοσης επιφέρουν ακυρότητα μόνο με τη συνδρομή δικονομικής βλάβης, (ΑΠ 1255/2020). Κατά μία άποψη επιβάλλεται σε κάθε περίπτωση προσωπική επίδοση στον καθ’ ού, δηλαδή όχι μόνο όταν αυτός είναι απών κατά τη διενέργεια της κατάσχεσης, αλλά και όταν η επίδοση πρέπει να γίνει το αργότερο την επόμενη ημέρα, είτε έως 8 ημέρες από αυτή (άρθρο 995 παρ. 1 εδ. β ΚΠολΔ) διότι η άνω διάταξη προβλέπει ειδικότερη διαδικασία για την επίδοση του αντιγράφου της εκθέσεως κατασχέσεως, που υπερισχύει των όσων προβλέπουν οι γενικές διατάξεις των άρθρων 122 επ. ΚΠολΔ. βλ. ΕφΑθ 55/2024, EφΔυτ.Στερ. 114/2024, ΕφΙωαν 525/2023 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Ωστόσο, κατ΄άλλη άποψη στην περίπτωση απουσίας του καθ΄ού η εκτέλεση, η επίδοση της κατασχετήριας έκθεσης μπορεί να γίνει σ΄αυτόν με όλους τους δυνατούς τρόπους που ορίζουν οι διατάξεις των άρθρων 122 επ. ΚΠολΔ, ήτοι και στο σύνοικο, υπαλλήλους, συνεργάτες ή άλλα πρόσωπα (ΑΠ 936/2020 www.areiospagos.gr, ΓνμδΕισ ΑΠ 1/2025 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΛαρ 285/2025 ΤΝΠ ΔΣΑ, Mπρίνιας Αναγκαστική Εκτέλεσις β΄έκδοση, τόμος Δ, άρθρο 995 αρ.517 σ. 1595). Η διατύπωση του νόμου μάλιστα «το αργότερο την επόμενη ημέρα» δεν αποκλείει την επίδοση του αντιγράφου της κατασχετήριας Έκθεσης στον απόντα καθ’ ού και την ημέρα της κατάσχεσης, εφόσον αυτό είναι δυνατό (ΑΠ 474/1999 ΤΝΠ ΔΣΑ). Στην περίπτωση μάλιστα που το κατασχεθέν αποτελεί την κατοικία ή τον τόπο της επαγγελματικής εγκατάστασης αυτού, ο δικαστικός επιμελητής εγκύρως επιδίδει το αντίγραφο προς τους κατ’ άρθρο 128 παρ. 1 και 129 παρ.1 ΚΠολΔ συνοίκους, και μάλιστα, αν αυτό μπορεί να γίνει την επόμενη ημέρα, δεν υπάρχει καμία συλλογιστική να μη μπορεί να κάνει το ίδιο αυθημερόν, μόλις ολοκληρώσει τη σύνταξη και υπογραφή της Έκθεσης (Μπέης ΠολΔ άρθρο 955 σ. 2045 «Ειδικότεροι προβληματισμοί»). Αν πρόκειται για επίδοση σε νομικό πρόσωπο η παρουσία ή η απουσία κρίνεται από το φυσικό πρόσωπο που εκπροσωπεί αυτό, ώστε αν αυτό δεν παρίσταται, κριτήριο για την εφαρμογή του ιδίου άρθρου αποτελεί η κατοικία αυτού, (άρθρο 126 παρ. 1 ΚΠολΔ), χωρίς αποκλείεται η επίδοση να γίνει και στο γραφείο ή κατάστημα που εργάζεται ο νόμιμος εκπρόσωπος (Μπρίνιας, ο.π. ΕφΠατρ 400/2008 ΑχΝομ. ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Από τις διατάξεις των άρθρων 126 παρ. 1 εδ. δ’, 127 παρ. 1, 129 παρ. 1 και 139 εδ. δ’ ΚΠολΔ συνάγεται ότι, για αν δεν βρεθεί ο νόμιμος εκπρόσωπος στο κατά το άρθρο 124 παρ. 2 ΚΠολΔ κατάστημα, γραφείο ή εργαστήριο, το έγγραφο παραδίδεται σε κάποιο από τα πρόσωπα που αναφέρονται στη διάταξη του άρθρου 129 παρ. 1 ΚΠολΔ, δηλαδή στο διευθυντή του καταστήματος, του γραφείου ή εργαστηρίου ή σε κάποιο συνεταίρο, συνεργάτη, υπάλληλο ή υπηρέτη, ως υπαλλήλων ή υπηρετών νοουμένων των υπαλλήλων ή υπηρετών του νομικού προσώπου προς το οποίο γίνεται η επίδοση του οποίου (προσώπου) η ιδιότητα και το ονοματεπώνυμο πρέπει και αρκεί να αναγράφεται στη σχετική έκθεση επιδόσεως, ώστε να είναι δυνατόν να ελεγχθεί, αν είναι από εκείνα τα πρόσωπα που ορίζονται από το άρθρο 129 παρ. 1 ΚΠολΔ ( ΑΠ 1255/2020, ΑΠ 1232/2012 www.areiospagos.gr).
Στην προκείμενη περίπτωση η ανακόπτουσα με τον μοναδικό λόγο της έφεσής της επαναφέρει τον πρώτο λόγο της ανακοπής, με τον οποίο εκθέτει ότι, ενώ ο νόμιμος εκπρόσωπος της ανακόπτουσας εταιρίας δεν ήταν παρών στο κατάστημα της ανακόπτουσας, όπου επιβλήθηκε η κατάσχεση, την ημέρα και ώρα αυτής, ο δικαστικός επιμελητής επεχείρησε άμεσα την επίδοση αντιγράφου της κατασχετήριας έκθεσης στην παρευρισκόμενη υπάλληλo της εταιρίας ………….. και λόγω άρνησης αυτής προέβη σε επικόλληση αυτής στη θύρα του καταστήματος. Ότι ο δικαστικός επιμελητής επέδωσε το αντίγραφο της κατασχετήριας σε αναρμόδιο πρόσωπο και όχι προσωπικά στον καθ΄ού, όπως επιτάσσει η άνω διάταξη του άρθρου 995 ΚΠολΔ και συγκεκριμένα να επιδώσει το αντίγραφο αυτής την επόμενη ημέρα στον ίδιο τον νόμιμο εκπρόσωπο της ανακόπτουσας, με δεδομένο του ότι η κατοικία του είναι στην περιφέρεια του Δήμου Κυθήρων (……… Κυθήρων), που είναι γνωστή στο καθ΄ού η ανακοπή. ¨Ότι λόγω μη τήρησης της άνω διάταξης του άρθρου 995 παρ. εδ.β ΚΠολΔ, η έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης είναι άκυρη χωρίς τη συνδρομή βλάβης, αφού εξομοιώνεται με ανυπαρξία επίδοσης. Ο λόγος όμως αυτός της της ανακοπής με βάση τα όσα προεκτέθηκαν, στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση. Διότι, παρά την απουσία του νόμιμου εκπροσώπου της καθ΄ής η εκτέλεση ανακόπτουσας από τον τόπο της κατάσχεσης, με δεδομένο του ότι το κατασχεθέν ακίνητο (στο Λιβάδι Κυθήρων) αποτελούσε το κατάστημα – έδρα της ανακόπτουσας εταιρίας και παρευρισκόταν σ΄αυτό η υπάλληλος αυτής …………., όπως αναφέρει η ίδια η ανακόπτουσα στην ανακοπή της, ήταν δυνατή η επίδοση στην τελευταία του αντιγράφου της κατασχετήριας Έκθεσης με βάση τη διάταξη του άρθρου 129 παρ. 1 ΚΠολΔ. Λόγω δε άρνησης παραλαβής αυτής, ο δικαστικός επιμελητής προέβη νομότυπα σε θυροκόλληση κατά τη διάταξη του άρθρου 130 παρ. 1 του ΚΠολΔ στη θύρα του κατασχεθέντος καταστήματος παρουσία μάρτυρα, όπως κατέγραψε στην με αρ. ……../5.12.2024 έκθεση επιδόσεως (βλ. και ΕφΠατρ.400/2008 ο.π.). Δεν ήταν απαραίτητο να αναζητηθεί ο νόμιμος εκπρόσωπος της ανακόπτουσας την επόμενη ημέρα στην κατοικία του, με δεδομένο ότι δεν απαιτείται, κατά την άποψη που το παρόν Δικαστήριο κρίνει ορθότερη, η προσωπική επίδοση στον καθ΄ού η εκτέλεση (κι εν προκειμένω στον νόμιμο εκπρόσωπο της ανακόπτουσας), αλλά η επίδοση μπορεί να γίνει σ΄αυτόν με όλους τους δυνατούς τρόπους. Συνεπώς εγκύρως επιδόθηκε το αντίγραφο της κατασχετήριας ¨έκθεσης, την ίδια ημέρα σύνταξης αυτής με θυροκόλληση, λόγω άρνησης παραλαβής του από την υπάλληλο της ανακόπτουσας, τα οποία κατέγραψε ο δικαστικός επιμελητής στην έκθεση επιδόσεως, όπως αναφέρει η ίδια η ανακόπτουσα στην ανακοπή της. Σημειωτέον ότι η ανακόπτουσα δεν επικαλείται ότι υπέστη οποιαδήποτε ζημία από την επίδοση του αντιγράφου της κατασχετήριας ¨Εκθεσης με τον τρόπο που προαναφέρθηκε, εφόσον έλαβε γνώση της κατάσχεσης σε βάρος της και δεν στερήθηκε κανενός δικαιώματός της (κι εν προκειμένω της εμπρόθεσμης άσκησης ανακοπής), Συνακόλουθα ο άνω λόγος ανακοπής έπρεπε να απορριφθεί ως νόμω αβάσιμος (κα σε κάθε περίπτωση ως ουσιαστικά αβάσιμος), ώστε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που απέρριψε αυτόν για τον ίδιο λόγο εφάρμοσε ορθά το νόμο και ο σχετικός λόγος της έφεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Κατά συνέπεια, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει η υπό κρίση έφεση να απορριφθεί στο σύνολό της και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από την εκκαλούσα στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 εδ.ε΄ Κ.Πολ.Δ), όπως ειδικότερα στο διατακτικό. Τέλος τα δικαστικά έξοδα του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της εκκαλούσας, λόγω της ήττας της (άρθ. 106, 176, 183, 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την σωρευόμενη στο δικόγραφο αίτηση αναστολής.
ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά την έφεση και απορρίπτει αυτή κατ’ ουσίαν.
ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ τα δικαστικά έξοδα της εφεσίβλητης σε βάρος της εκκαλούσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τετρακοσίων (400) €.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου της έφεσης, που αναφέρθηκε στην αρχή της παρούσας στο δημόσιο ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στον Πειραιά, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξούσιων δικηγόρων τους, την 9.3.2026.
Ο ΔΙΚΑΣΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ