Μενού Κλείσιμο

Αριθμός απόφασης 168/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

Αριθμός απόφασης   168/2026

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

ΤΜΗΜΑ 2ο

Αποτελούμενο από την Δικαστή Ιωάννα Μάμαλη, Εφέτη και από την Γραμματέα KΣ.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στον Πειραιά, στις …………, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των εκκαλούντων – εναγόμενων: 1) ………….., 2) …………….., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Θεοδώρα Μαζαράκη (ΑΜ …… Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών).

Της εφεσίβλητης – ενάγουσας: της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «……………» που εδρεύει στο …… Αττικής, οδός ………. και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Ρουμελιώτη (ΑΜ ….. Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών).

Η ενάγουσα ζήτησε να γίνει δεκτή η από 24.11.2022 και με αριθμό κατάθεσης γενικό ……/2022 και ειδικό …./2022 αγωγή της, τακτικής διαδικασίας, την οποία άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς. Το ως άνω Δικαστήριο με την υπ’ αριθ. 3906/2024 οριστική απόφασή του έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή. Οι εκκαλούντες – εναγόμενοι προσέβαλαν την απόφαση αυτή με την από 15.02.2025 έφεσή τους που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς με αριθμό γενικό …./17.02.2025 και ειδικό …./17.02.2025, προσδιορίστηκε ενώπιον του Εφετείου Πειραιώς με αριθμό κατάθεσης γενικό …/17.02.2025 και ειδικό …./17.02.2025, για τη δικάσιμο που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας και γράφτηκε στο πινάκιο.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο και την εκφώνησή της από τη σειρά του οικείου πινακίου, η πληρεξούσια δικηγόρος των εκκαλούντων – εναγόμενων αναφέρθηκε στις προτάσεις που κατέθεσε και ζήτησε να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται σε αυτές, ενώ ο πληρεξούσιος δικηγόρος της εφεσίβλητης – ενάγουσας δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, αλλά προκατέθεσε δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ και έγγραφες προτάσεις, ζητώντας να γίνουν δεκτά όσα σ’ αυτές αναφέρονται.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η υπό κρίση έφεση κατά της υπ’ αριθ. 3906/2024 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, και με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η από 24.11.2022 και με αριθμό κατάθεσης γενικό …../2022 και ειδικό …../2022 αγωγή της εφεσίβλητης – ενάγουσας, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495 παρ. 1-2, 498, 511, 513 παρ. 1 β’, 516 παρ.1, 517 και 518 παρ. 1 του ΚΠολΔ, όπως ισχύουν μετά την τροποποίησή τους με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015, καθόσον η έφεση ασκήθηκε μετά την 01.01.2016), δεδομένου ότι η εκκαλουμένη απόφαση επιδόθηκε στους εκκαλούντες – εναγόμενους την 21.01.2025 (βλ. τη σχετική από 21.01.2025 επισημείωση του δικαστικού επιμελητή …………. επί του προσκομιζόμενου αντιγράφου της υπ’ αριθ. 3906/2024 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς), η δε κρινόμενη από 15.02.2025 έφεση κατατέθηκε στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου εντός της προθεσμίας των τριάντα ημερών από την επίδοση της εκκαλουμένης απόφασης, όπως προκύπτει από την πράξη κατάθεσης έφεσης με αριθμό γενικό …../17.02.2025 και ειδικό ……./17.02.2025 της γραμματέως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς που έχει επισυναφθεί στην ένδικη έφεση. Επομένως, πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξεταστεί στη συνέχεια, κατά την ίδια ως άνω τακτική διαδικασία, το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της, δεδομένου ότι για το παραδεκτό της έφεσης έχει κατατεθεί από τους εκκαλούντες – εναγόμενους το παράβολο των 100,00 ευρώ που προβλέπεται από την παράγραφο 3 του άρθρου 495 του ΚΠολΔ.

Η ενάγουσα ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «………….» στην από 24.11.2022 και με αριθμό κατάθεσης γενικό …../2022 και ειδικό ……./2022 αγωγή της, τακτικής διαδικασίας, την οποία άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, εξέθετε ότι έχει ως αντικείμενο της δραστηριότητάς της την εμπορία πετρελαιοειδών και ότι στα πλαίσια αυτής της δραστηριότητάς της συνήψε με την πρώτη εναγόμενη πρατηριούχο, δυνάμει του από 24.04.2012 ιδιωτικού συμφωνητικού, σύμβαση αποκλειστικής εμπορικής συνεργασίας για τη λειτουργία του πρατηρίου πώλησης υγρών καυσίμων που βρίσκεται στην Αθήνα, επί της ……………, πενταετούς διάρκειας αρχόμενης την 24.04.2012, με τους ειδικότερους όρους και συμφωνίες που περιελήφθησαν στο από 24.04.2012 ιδιωτικό συμφωνητικό και εκτίθενται στο αγωγικό δικόγραφο, ότι δυνάμει του όρου 6 του από 24.04.2012 ιδιωτικού συμφωνητικού, η πρώτη εναγόμενη αναγνώρισε την οφειλή της, προερχόμενη από ακάλυπτες επιταγές και ανερχόμενη την 23.02.2012 στο ποσό των 154.246,83 ευρώ, και ανέλαβε την υποχρέωση να την καταβάλει σε 60 άτοκες μηνιαίες δόσεις, της πρώτης καταβλητέας τον πρώτο μήνα μετά τη σύναψη του από 24.04.2012 ιδιωτικού συμφωνητικού, ποσού 2.550,00 ευρώ η κάθε μία από τις 59 πρώτες δόσεις και ποσού 3.796,83 ευρώ η τελευταία δόση, ενώ συμφωνήθηκε ότι η μη καταβολή δύο δόσεων, συνεχών ή μη, και των αντίστοιχων ισόποσων συναλλαγματικών που αποδέχθηκε η πρώτη εναγόμενη, θα καθιστά ληξιπρόθεσμες και απαιτητές όλες τις υπόλοιπες δόσεις, ότι δυνάμει του όρου 13Α του από 24.04.2012 ιδιωτικού συμφωνητικού, συμφωνήθηκε ότι ο δεύτερος και η τρίτη των εναγόμενων που συμβλήθηκαν στη σύμβαση ως εγγυητές υπέρ της πρώτης εναγόμενης, παρέχουν ανεπιφύλακτα την εγγύησή τους και παραιτούνται των ενστάσεων διζήσεως και διαιρέσεως και εκείνων που απορρέουν από τα άρθρα 853, 854, 856, 862, 863 και 868 του ΑΚ, ευθυνόμενοι απεριόριστα, αλληλέγγυα και εις ολόκληρον με την πρώτη εναγόμενη ως πρωτοφειλέτες, για την εκπλήρωση κάθε οφειλής της από τη σύμβαση αποκλειστικής εμπορικής συνεργασίας, ότι στη συνέχεια συνήψε με την πρώτη εναγόμενη ως πρατηριούχο και με τον δεύτερο και την τρίτη των εναγόμενων ως εγγυητές υπέρ αυτής, το από 11.02.2013 ιδιωτικό συμφωνητικό αποκλειστικής εμπορικής συνεργασίας και υπομίσθωσης, δυνάμει του οποίου υπεκμίσθωσε στην πρώτη εναγόμενη ένα σταθμό εξυπηρέτησης αυτοκινήτων που περιλαμβάνει πρατήριο πώλησης υγρών καυσίμων και χώρους για πλύση και λίπανση αυτοκινήτων και βρίσκεται στη ……. Αττικής, επί των οδών …………, πενταετούς διάρκειας αρχόμενης την ημερομηνία έκδοσης του πρώτου τιμολογίου παράδοσης καυσίμων, ήτοι την 25.04.2013, με τους ειδικότερους όρους και συμφωνίες που περιελήφθησαν στο από 11.02.2013 ιδιωτικό συμφωνητικό και εκτίθενται στο αγωγικό δικόγραφο, ότι δυνάμει του όρου 12Α του από 11.02.2013 ιδιωτικού συμφωνητικού, η πρώτη εναγόμενη αναγνώρισε την οφειλή της, προερχόμενη από τη λειτουργία του πρατηρίου πώλησης υγρών καυσίμων που βρίσκεται στην Αθήνα, επί της ……………. και τη μεταξύ τους σύμβαση αποκλειστικής εμπορικής συνεργασίας, δυνάμει του από 24.04.2012 ιδιωτικού συμφωνητικού, και ανερχόμενη στο ποσό των 209.462,18 ευρώ, και ανέλαβε την υποχρέωση να την καταβάλει σε 60 άτοκες μηνιαίες δόσεις, της πρώτης καταβλητέας τον πρώτο μήνα μετά τη σύναψη του από 11.02.2013 ιδιωτικού συμφωνητικού, ποσού 1.000,00 ευρώ η κάθε μία από τις πρώτες 12 δόσεις, ποσού 1.500,00 ευρώ η κάθε μία από τις επόμενες 12 δόσεις, ποσού 2.500,00 ευρώ η κάθε μία από τις επόμενες 35 δόσεις και ποσού 91.962,18 ευρώ η τελευταία δόση, ενώ συμφωνήθηκε ότι η μη καταβολή δύο δόσεων, συνεχών ή μη, και των αντίστοιχων ισόποσων συναλλαγματικών που αποδέχθηκε η πρώτη εναγόμενη, θα καθιστά ληξιπρόθεσμες και απαιτητές όλες τις υπόλοιπες δόσεις, ότι δυνάμει του όρου 20Α του από 11.02.2013 ιδιωτικού συμφωνητικού, συμφωνήθηκε ότι ο δεύτερος και η τρίτη των εναγόμενων που συμβλήθηκαν στη σύμβαση ως εγγυητές υπέρ της πρώτης εναγόμενης, παρέχουν ανεπιφύλακτα την εγγύησή τους και παραιτούνται των ενστάσεων διζήσεως και διαιρέσεως και εκείνων που απορρέουν από τα άρθρα 853, 854, 856, 862, 863 και 868 του ΑΚ, ευθυνόμενοι απεριόριστα, αλληλέγγυα και εις ολόκληρον με την πρώτη εναγόμενη ως πρωτοφειλέτες, για την εκπλήρωση κάθε οφειλής της από τη σύμβαση αποκλειστικής εμπορικής συνεργασίας και υπομίσθωσης, ότι η από 11.02.2013 σύμβαση αποκλειστικής εμπορικής συνεργασίας και υπομίσθωσης λύθηκε την 25.09.2014 και υπεγράφη το σχετικό πρωτόκολλο παράδοσης – παραλαβής πρατηρίου, η δε πρώτη εναγόμενη παρέδωσε το μίσθιο πρατήριο, πλην όμως εξακολουθεί να της οφείλει το συνολικό ποσό των 225.743,98 ευρώ, το οποίο αρνείται να εξοφλήσει, παρά τις συνεχείς οχλήσεις της, και συγκεκριμένα της οφείλει (α) το ποσό των 202.462,18 ευρώ που αντιστοιχεί στις ληξιπρόθεσμες δόσεις, δυνάμει του όρου 12Α του από 11.02.2013 ιδιωτικού συμφωνητικού, (β) το ποσό των 21.737,53 ευρώ που αντιστοιχεί στο τίμημα των διαδοχικών συμβάσεων πώλησης καυσίμων, κατά το χρονικό διάστημα από την 07.02.2014 έως την 08.03.2014, δυνάμει των οποίων πώλησε και παρέδωσε στην πρώτη εναγόμενη, η οποία παρέλαβε ανεπιφύλακτα, τα εμπορεύματα που ειδικότερα αναφέρονται στα δελτία αποστολής – τιμολόγια πώλησης που ενσωματώθηκαν στο αγωγικό δικόγραφο, αντί των αναγραφόμενων στα εν λόγω παραστατικά τιμημάτων, που πιστώθηκαν και συμφωνήθηκε να καταβληθούν μετά την πάροδο πέντε ημερών από την έκδοση κάθε δελτίου αποστολής – τιμολογίου πώλησης, (γ) το ποσό των 1.544,27 ευρώ που αντιστοιχεί σε μέρος της οφειλής της πρώτης εναγόμενης από την εμπορευματική πίστωση ύψους 3.088,53 ευρώ, την οποία της χορήγησε, προς οικονομική διευκόλυνσή της για την κάλυψη της δαπάνης συντήρησης και επισκευής του μηχανογραφικού συστήματος εισροών – εκροών του σταθμού εξυπηρέτησης αυτοκινήτων που βρίσκεται στη ………… Αττικής, επί των οδών ………., δυνάμει του όρου 2 του από 04.07.2013 ιδιωτικού συμφωνητικού που συνήψε με την πρώτη εναγόμενη ως πρατηριούχο και με τον δεύτερο και την τρίτη των εναγόμενων ως εγγυητές υπέρ αυτής, ευθυνόμενους απεριόριστα, αλληλέγγυα και εις ολόκληρον με την πρώτη εναγόμενη ως πρωτοφειλέτες. Με βάση αυτό το ιστορικό ζήτησε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να της καταβάλουν, εις ολόκληρον ο καθένας, το ανωτέρω συνολικό ποσό των 225.743,98 ευρώ, με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από την ημέρα που κάθε ένα επιμέρους ποσό κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό, άλλως από την επίδοση της αγωγής έως την πλήρη εξόφληση, να κηρυχθεί η απόφαση που θα εκδοθεί προσωρινά εκτελεστή και να καταδικασθούν οι εναγόμενοι στην καταβολή της δικαστικής της δαπάνης. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την υπ’ αριθ. 3906/2024 οριστική απόφασή του, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, αφού έκρινε ότι η αγωγή ήταν ορισμένη και νόμιμη, στη συνέχεια, αφού απέρριψε ως αόριστη την ένσταση κατ’ άρθρο 281 του ΑΚ και αφού απέρριψε ως μη νόμιμη την ένσταση παραγραφής, κατ’ άρθρο 250 αρ. 1 του ΑΚ, αναφορικά με τις οφειλές από τις δόσεις 47 έως 60, καταβλητέες από την 11.01.2017 μέχρι την 11.02.2018, δυνάμει του όρου 12Α του από 11.02.2013 ιδιωτικού συμφωνητικού, και την ένσταση παραγραφής, κατ’ άρθρο 70 εδ. 1 του Ν. 5325/1932, αναφορικά με όλες τις ένδικες οφειλές, έκανε δεκτή ως νόμιμη και ουσιαστικά βάσιμη την ένσταση παραγραφής, κατ’ άρθρο 250 αρ. 1 του ΑΚ, αναφορικά με τις οφειλές από τις δόσεις 2 έως 46, καταβλητέες από την 11.04.2013 μέχρι την 11.12.2016, συνολικού ποσού 78.000,00 ευρώ, έκανε δεκτές ως νόμιμες και ουσιαστικά βάσιμες την ένσταση εξόφλησης και την ένσταση παραγραφής, κατ’ άρθρο 250 αρ. 1 του ΑΚ, αναφορικά με τις οφειλές από τις διαδοχικές συμβάσεις πώλησης καυσίμων, συνολικού ποσού 21.737,53 ευρώ, έκανε δεκτή ως νόμιμη και ουσιαστικά βάσιμη την ένσταση παραγραφής, κατ’ άρθρο 250 αρ. 1 του ΑΚ, αναφορικά με την οφειλή από την εμπορευματική πίστωση ποσού 1.544,27 ευρώ, και ακολούθως έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή ως και ουσιαστικά βάσιμη και υποχρέωσε τους εναγόμενους να καταβάλουν στην ενάγουσα, αλληλεγύως και εις ολόκληρον ο καθένας, το ποσό των 124.462,18 ευρώ, που αντιστοιχεί στις οφειλές από τις δόσεις 47 έως 60, καταβλητέες από την 11.01.2017 μέχρι την 11.02.2018, με το νόμιμο τόκο υπερημερίας για κάθε συμφωνηθείσα δόση από την ημέρα που ήταν καταβλητέα, από την 11.01.2017 έως και την 11.02.2018, από τις οποίες οι πρώτες δεκατρείς δόσεις ποσού 2.500,00 ευρώ η καθεμία και η 14η δόση ποσού 91.962,18 ευρώ, μέχρι και την εξόφληση, ενώ καταδίκασε τους εναγόμενους στη δικαστική δαπάνη της ενάγουσας. Κατά της απόφασης αυτής παραπονούνται οι εκκαλούντες – εναγόμενοι με την κρινόμενη από 15.02.2025 έφεσή τους για τους περιεχόμενους σε αυτήν λόγους, που ανάγονται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και σε κακή εκτίμηση των αποδείξεων, και ζητούν την εξαφάνισή της, με σκοπό να απορριφθεί η εναντίον τους αγωγή.

Κατά το άρθρο 873 του ΑΚ, η σύμβαση με την οποία γίνεται υπόσχεση ή αναγνώριση χρέους, έτσι ώστε να γεννιέται ενοχή ανεξάρτητα από την αιτία του χρέους, είναι έγκυρη αν η υπόσχεση ή η δήλωση για την αναγνώριση γίνει εγγράφως. Έγγραφη υπόσχεση ή δήλωση αναγνώρισης, που δεν αναφέρει την αιτία του χρέους, λογίζεται σε περίπτωση αμφιβολίας ότι έγινε με τέτοιο σκοπό. Η δημιουργική ενέργεια της αφηρημένης υπόσχεσης ή αναγνώρισης χρέους συνίσταται στη θεμελίωση αυτοτελούς υποχρέωσης, ανεξάρτητης από την αιτία της (νέο θεμέλιο αξίωσης), όπου το θεμελιωτικό της αξίωσης πραγματικό εξαντλείται στην έγγραφη υπόσχεση παροχής. Από την ανωτέρω διάταξη σαφώς συνάγεται ότι η αναφερόμενη σ’ αυτή αυτοτελής και ετεροβαρής ενοχή από έγγραφη αφηρημένη υπόσχεση ή αναγνώριση χρέους γεννιέται στην περίπτωση που τα μέρη είχαν πρόθεση να δημιουργήσουν ενοχή ανεξάρτητα από την αιτία, πράγμα που θέλει εξακριβωθεί από αυτή την ίδια τη δήλωση και τις περιστάσεις, γι’ αυτό και δεν βλάπτει απλή αναφορά της αιτίας. Αν δηλαδή στην έγγραφη υπόσχεση ή στην αναγνωριστική δήλωση μνημονεύεται η αιτία του χρέους, δεν αποκλείεται να πρόκειται για ενοχή αναιτιώδη, εφόσον τα μέρη ήθελαν να αποσυνδέσουν το χρέος από την αιτία του. Διότι η διάταξη του εδ. β’ του άνω άρθρου εισάγει απλώς ερμηνευτικό κανόνα, προσδίδοντας στη δήλωση αυτή ορισμένη έννοια μόνο ενόσω δεν προκύπτει το αντίθετο (σε περίπτωση αμφιβολίας) (ΟλΑΠ 2088/1986 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 654/2014 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 114/2013 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 748/2011 ΝΟΜΟΣ). Για το ορισμένο της αγωγής από σύμβαση αφηρημένης υπόσχεσης ή αναγνώρισης χρέους, ο ενάγων δανειστής οφείλει να επικαλεσθεί την κατάρτιση έγγραφης σύμβασης με περιεχόμενο την αναγνώριση ή υπόσχεση χρέους, από το οποίο (περιεχόμενο) να προκύπτει ότι τα μέρη ήθελαν να δημιουργήσουν ενοχή ανεξάρτητα από την αιτία. Ο εναγόμενος από αφηρημένη αναγνώριση χρέους για ανύπαρκτη αιτία προστατεύεται από τις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού διατάξεις των άρθρων 904 επ. του ΑΚ, δικαιούμενος να αντιτάξει κατ’ ένσταση το ανύπαρκτο της αιτίας και να ελευθερωθεί έτσι, ως έχοντας αναγνωρίσει χρέος χωρίς νόμιμο λόγο (ΑΠ 843/2012 Αρμ 2013. 285). Η ανωτέρω σύμβαση (αφηρημένη υπόσχεση ή αναγνώριση χρέους) διαφέρει από τη σύμβαση με την οποία αναγνωρίζει κάποιος το χρέος που έχει από ορισμένη αιτία, η οποία δεν προβλέπεται ρητά από τον ΑΚ, ισχύει όμως διεπόμενη από το άρθρο 361 αυτού, το οποίο παρέχει ελευθερία σύναψης ποικίλου περιεχομένου συμβάσεων δεσμευτικά για τους συμβαλλόμενους, αρκεί το περιεχόμενό τους να μην προσκρούει σε απαγορευτικό νόμο ή στα χρηστά ήθη. Η σύμβαση αυτή (αιτιώδης αναγνώριση χρέους) καταρτίζεται, σε αντίθεση με την αφηρημένη υπόσχεση ή αναγνώριση χρέους, καταρχήν άτυπα και ιδρύει νέα ενοχική σχέση, που αποτελεί νέα αυτοτελή βάση υποχρέωσης προς εκπλήρωση της παροχής, δηλαδή ενοχή αυτοτελή και ανεξάρτητη από την υποκείμενη αιτία, όταν αυτό θέλησαν οι συμβαλλόμενοι και δεν απέβλεψαν μόνο στην παροχή αποδεικτικού μέσου για την ύπαρξη του χρέους ή στην επιβεβαίωση μιας υπάρχουσας έννομης σχέσης που διασφαλίζουν έτσι από ενδεχόμενα ελαττώματα, με συνέπεια αυτός που αναγνωρίζει την από ορισμένη αιτία οφειλή του να μη μπορεί πλέον να προτείνει τις ενστάσεις που είχε από την κύρια αιτία (ΑΠ 1424/2017 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 678/2010 ΝΟΜΟΣ, ΕφΛαρ 21/2012, ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ 7105/2002 ΝΟΜΟΣ), αλλά να ζητήσει την ακύρωση της όταν συντρέχουν οι προϋποθέσεις των άρθρων 140, 147, 150 του ΑΚ (ΜονΕφΑθ 5907/2013 ΕλλΔνη 2014. 162). Εάν δε σκοπός της αιτιώδους αναγνώρισης χρέους είναι, μεταξύ άλλων, και ο καθορισμός του ύψους της οφειλής, δεν επιτρέπεται η επάνοδος των μερών στο ύψος της οφειλής, αφού το ύψος εκείνου που αναγνωρίσθηκε με την αιτιώδη αναγνώριση είναι το εφεξής οφειλόμενο (ΑΠ 232/2009 ΧρΙΔ 2010. 258). Γενική κατευθυντήρια γραμμή προς λύση του ζητήματος αν πρόκειται για νέα αυτοτελή ενοχή ή παροχή αποδεικτικού μέσου για την ύπαρξη του χρέους μπορεί να χρησιμεύσει ο κανόνας ότι κύρια σύμβαση αναγνώρισης υπάρχει όταν αντικείμενο αυτής είναι κάποια έννομη σχέση και ειδικότερα όταν, αναφορικά προς υπάρχουσα οφειλή, αναλαμβάνεται κάποια υποχρέωση, ενώ δεν υπάρχει σύμβαση αναγνώρισης όταν ομολογούνται απλώς ορισμένα γεγονότα, οπότε υπάρχει μόνο αποδεικτικό μέσο (ΑΠ 1125/2020 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1402/2018 ΝΟΜΟΣ, ΕφΠειρ 49/2025 ΝΟΜΟΣ). Για την πληρότητα της αγωγής από αιτιώδη αναγνώριση χρέους, όσον αφορά την αιτία από την οποία προέρχεται το αναγνωριζόμενο χρέος, αρκεί παράθεση στο δικόγραφο αυτής όσων πραγματικών στοιχείων είναι αναγκαία για τον προσδιορισμό της αναγνωριζόμενης ενοχής, ώστε να μη γεννιέται αμφιβολία γι’ αυτήν (ΑΠ 387/2019 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 408/2019 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 294/2018 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1086/2017 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1424/2017 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 65/2015 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1279/2012 ΝΟΜΟΣ, ΜονΕφΑθ 123/2020 ΝΟΜΟΣ). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 513 του ΑΚ, με τη σύμβαση της πώλησης ο πωλητής έχει την υποχρέωση να μεταβιβάσει την κυριότητα του πράγματος ή το δικαίωμα, που αποτελούν το αντικείμενο της πώλησης, και να παραδώσει το πράγμα και ο αγοραστής έχει την υποχρέωση να πληρώσει το τίμημα που συμφωνήθηκε. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για να είναι ορισμένη η αγωγή του πωλητή κατά του αγοραστή εμπορευμάτων προς καταβολή του τιμήματος, πρέπει να περιέχει τη σύμβαση και το χρόνο κατάρτισής της, τα πωληθέντα είδη και τις επιμέρους τιμές μονάδας κάθε πωληθέντος είδους (ΑΠ 150/2022 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 133/2022 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 818/2017 ΝΟΜΟΣ). Ο τρόπος της καταβολής του τιμήματος δεν είναι ουσιώδες στοιχείο της σύμβασης πώλησης, ούτε είναι αναγκαίο στοιχείο του δικογράφου της αγωγής περί καταβολής του τιμήματος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 529 του ΑΚ, εάν δεν πιστώθηκε το τίμημα, ο αγοραστής οφείλει γι’ αυτό τόκους, αφότου παίρνει τα ωφελήματα του πράγματος. Η υποχρέωση τοκοδοσίας στην περίπτωση αυτή γεννάται άμεσα από το νόμο από τη στιγμή που τα ωφελήματα του πράγματος ανήκουν στον αγοραστή, δηλαδή από την παράδοση του πράγματος (άρθρα 522, 525 του ΑΚ), ανεξάρτητα από την υπερημερία του αγοραστή. Μόνο η πίστωση του τιμήματος εμποδίζει κατ’ εξαίρεση την τοκοδοσία σύμφωνα με την ανωτέρω διάταξη. Από τη διάταξη αυτή, που είναι ενδοτικού δικαίου, συνάγεται ότι, αν πιστώθηκε το τίμημα, η τοκοδοσία (νόμιμος τόκος) αρχίζει να τρέχει από τότε που πέρασε η προθεσμία της πίστωσης και, κατ’ άρθρο 341 του ΑΚ, δεν απαιτείται για τον λόγο αυτό όχληση, όταν η λήξη της προθεσμίας είναι ορισμένη. Έτσι πίστωση του τιμήματος, μετά την πάροδο της οποίας αρχίζουν οι συνέπειες του άρθρου 529 του ΑΚ χωρίς να απαιτείται όχληση, υπάρχει και όταν συμφωνήθηκε, ως προθεσμία πληρωμής αυτού, ένας μήνας από την παράδοση του πράγματος, καθόσον και στην περίπτωση αυτή ο αγοραστής γνωρίζει ότι η ακραία ημέρα πληρωμής του τιμήματος είναι ένας μήνας από την παράδοση σ’ αυτόν των πραγμάτων και από τότε έχει υποχρέωση, αν δεν προβεί στην καταβολή, να πληρώσει τόκους (ΑΠ 1635/2001 ΕλλΔνη 2002. 765, ΕφΠατρ 213/2006 ΝΟΜΟΣ). Τέλος, κατά το άρθρο 806 του ΑΚ «Με τη σύμβαση του δανείου ο ένας από τους συμβαλλομένους μεταβιβάζει στον άλλον κατά κυριότητα χρήματα ή άλλα αντικαταστατά πράγματα και αυτός έχει υποχρέωση να αποδώσει άλλα πράγματα της ίδιας ποσότητας και ποιότητας». Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η σύμβαση δανείου, η οποία είναι ετεροβαρής, καταρτίζεται με τη μεταβίβαση της κυριότητος του δανείσματος στον οφειλέτη (re καταρτιζόμενη). Η διάταξη, όμως, αυτή δεν είναι αναγκαστικού δικαίου και συνεπώς με βάση την αρχή της ελευθερίας των συναλλαγών (άρθρο 361 του ΑΚ) οι συμβαλλόμενοι μπορούν να καταρτίσουν το δάνειο με μόνη τη συναίνεση τους (solo consesu), οπότε στην περίπτωση αυτή, πρόκειται για σύμβαση υποσχετική δανείου κατ’ άρθρο 809 του ΑΚ (ΑΠ 1833/2011 ΝΟΜΟΣ). Στη σύμβαση αυτή γεννώνται υποχρεώσεις σε βάρος αμφοτέρων των συμβαλλομένων και δη σε βάρος μεν του δανείζοντος η υποχρέωση προς παροχή του δανείσματος, σε βάρος δε του δανειζομένου η υποχρέωση προς απόδοση αυτού, η οποία, όμως, τελεί υπό την αναβλητική (νομική) αίρεση της δόσεως τούτου υπό του δανείζοντος. Το ζεύγμα όμως αυτών των υποχρεώσεων, παρά την αντιστοιχία και αμοιβαιότητα τους, δεν μπορεί να αποτελεί τις δύο παροχές (παροχή και αντιπαροχή) αμφοτεροβαρούς σύμβασης, διότι δεν συνυπάρχουν. Η δεύτερη υποχρέωση απόδοσης του δανείου γεννιέται με τη δόση του δανείου, που συνιστά εκπλήρωση και άρα επιφέρει απόσβεση της πρώτης. Έτσι επί ατόκου δανείου η σύμβαση είναι ατελώς αμφοτεροβαρής, διότι η υποχρέωση προς απόδοση του δανείσματος δεν αποτελεί αντάλλαγμα (αντιπαροχή) για τη δόση του δανείσματος, αλλά απλή έννομη συνέπεια αυτής. Αντίθετα το έντοκο δάνειο αποτελεί τελεία αμφοτεροβαρή σύμβαση, διότι οι τόκοι που υποχρεούται να καταβάλει ο δανειζόμενος αποτελούν το αντάλλαγμα (αντιπαροχή) για την παραχώρηση της χρήσης του δανειζομένου κεφαλαίου, ως προς την οποία και μόνο τελούν σε σχέση αλληλεξάρτησης και όχι με την υποχρέωση απόδοσης του κεφαλαίου ή καταβολής του δανείου στον λήπτη (ΑΠ 1081/2015 ΝΟΜΟΣ). Στην προκειμένη περίπτωση, υπό το εκτιθέμενο στην αγωγή περιεχόμενο του όρου 12Α του από 11.02.2013 ιδιωτικού συμφωνητικού αποκλειστικής εμπορικής συνεργασίας και υπομίσθωσης, που συνήψε η ενάγουσα με την πρώτη εναγόμενη ως πρατηριούχο και με τον δεύτερο και την τρίτη των εναγόμενων ως εγγυητές υπέρ αυτής, δυνάμει του οποίου η πρώτη εναγόμενη αφενός αναγνώρισε την οφειλή της, προερχόμενη από τη λειτουργία του πρατηρίου πώλησης υγρών καυσίμων που βρίσκεται στην Αθήνα, επί της ………….. και τη μεταξύ τους σύμβαση αποκλειστικής εμπορικής συνεργασίας, δυνάμει του από 24.04.2012 ιδιωτικού συμφωνητικού, και ανερχόμενη στο ποσό των 209.462,18 ευρώ, αφετέρου ανέλαβε την υποχρέωση να την καταβάλει σε 60 άτοκες μηνιαίες δόσεις, προκύπτει ότι καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων αιτιώδης αναγνώριση χρέους, κατά την προαναφερθείσα στη μείζονα σκέψη έννοια του άρθρου 361 του ΑΚ, η οποία αποτελεί, κατά τη σαφή βούλησή τους, αυτοτελή βάση ενοχής. Η βούληση αυτή των συμβαλλομένων η από 11.02.2013 σύμβαση να μην αποτελεί απλώς επιβεβαίωση προϋπάρχουσας ενοχής ή εξώδικη ομολογία οφειλής, αλλά να ιδρυθεί νέα ενοχική σχέση, συνάγεται, αναμφίβολα, από το εκτιθέμενο στην αγωγή περιεχόμενο του από 11.02.2013 ιδιωτικού συμφωνητικού, η διαμόρφωση του οποίου δεν θα ήταν απαραίτητη σε διαφορετική περίπτωση, και ιδίως από τη συνομολόγηση του όρου 12Α, κατά τον οποίο η οφειλή θεωρείται από τα μέρη ως βεβαία, αναγνωρισμένη και εκκαθαρισμένη, αλλά και από το γεγονός ότι ο δεύτερος και η τρίτη των εναγόμενων, δυνάμει του όρου 20Α, εγγυήθηκαν ανεπιφύλακτα το συγκεκριμένο χρέος, που προέκυψε από τη δήλωση αναγνώρισης αυτού από την πρωτοφειλέτρια πρώτη εναγόμενη. Ακολούθως, η κρινόμενη αγωγή είναι επαρκώς ορισμένη και νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 873 και 361 του ΑΚ ως προς το κονδύλιο υπό στοιχείο (α) ποσού 202.462,18 ευρώ που αντιστοιχεί στις ληξιπρόθεσμες δόσεις, δυνάμει του όρου 12Α του από 11.02.2013 ιδιωτικού συμφωνητικού, αφού εκτίθενται σ’ αυτήν η κατάρτιση της από 11.02.2013 έγγραφης σύμβασης με περιεχόμενο αφενός την αναγνώριση του χρέους, ποσού 209.462,18 ευρώ, προερχόμενου από τη λειτουργία του πρατηρίου πώλησης υγρών καυσίμων που βρίσκεται στην Αθήνα, επί της …………… και τη μεταξύ των διαδίκων σύμβαση αποκλειστικής εμπορικής συνεργασίας, δυνάμει του από 24.04.2012 ιδιωτικού συμφωνητικού, αφετέρου την ανάληψη της υποχρέωσης της πρώτης εναγόμενης να το καταβάλει σε 60 άτοκες μηνιαίες δόσεις, ενώ από το περιεχόμενο της από 11.02.2013 σύμβασης προκύπτει ότι τα μέρη ήθελαν να δημιουργήσουν ενοχή ανεξάρτητα από την αιτία. Περαιτέρω, η κρινόμενη αγωγή είναι πλήρως ορισμένη και νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 513 επ. του ΑΚ ως προς το κονδύλιο υπό στοιχείο (β) ποσού 21.737,53 ευρώ που αντιστοιχεί στο τίμημα των διαδοχικών συμβάσεων πώλησης καυσίμων, οι οποίες καταρτίσθηκαν, κατά το χρονικό διάστημα από την 07.02.2014 έως την 08.03.2014, μεταξύ της ενάγουσας ως πωλήτριας και της πρώτης εναγόμενης ως αγοράστριας, υπέρ της οποίας εγγυήθηκαν ο δεύτερος και η τρίτη των εναγόμενων, αφού διαλαμβάνονται στο δικόγραφό της τα απαιτούμενα κατά νόμο περιστατικά, και δη η κατάρτιση διαδοχικών συμβάσεων πώλησης μεταξύ των διαδίκων, στο πλαίσιο διαρκούς εμπορικής συνεργασίας μεταξύ τους, ο χρόνος κατάρτισης κάθε σύμβασης, τα πωληθέντα με κάθε σύμβαση είδη και οι ποσότητες αυτών, καθώς και οι επιμέρους τιμές μονάδας κάθε πωληθέντος είδους, όπως προκύπτουν από τα δελτία αποστολής – τιμολόγια πώλησης που ενσωματώθηκαν στο αγωγικό δικόγραφο, και επιπλέον διαλαμβάνεται ότι σε εκτέλεση των εν λόγω συμβάσεων η ενάγουσα παρέδωσε τα πωληθέντα είδη στην πρώτη εναγόμενη, πλην όμως η τελευταία, καίτοι είχε συμφωνηθεί να καταβάλει το τίμημα κάθε επιμέρους πώλησης με πίστωση πέντε ημερών, δεν τήρησε την υποχρέωση αυτή, αλλά εξακολουθεί να οφείλει το συνολικό ποσό των 21.737,53 ευρώ. Τέλος, η κρινόμενη αγωγή είναι πλήρως ορισμένη και νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 806 επ. του ΑΚ ως προς το κονδύλιο υπό στοιχείο (γ) ποσού 1.544,27 ευρώ που αντιστοιχεί σε μέρος της οφειλής της πρώτης εναγόμενης από την εμπορευματική πίστωση ύψους 3.088,53 ευρώ, την οποία της χορήγησε η ενάγουσα, προς οικονομική διευκόλυνσή της για την κάλυψη της δαπάνης συντήρησης και επισκευής του μηχανογραφικού συστήματος εισροών – εκροών του σταθμού εξυπηρέτησης αυτοκινήτων που βρίσκεται στη ………. Αττικής, επί των οδών ………….., δυνάμει του όρου 2 του από 04.07.2013 ιδιωτικού συμφωνητικού που συνήψε με την πρώτη εναγόμενη ως πρατηριούχο και με τον δεύτερο και την τρίτη των εναγόμενων ως εγγυητές υπέρ αυτής, αφού διαλαμβάνονται στο δικόγραφό της τα απαιτούμενα κατά νόμο περιστατικά, και δη η σύναψη της από 04.07.2013 δανειακής σύμβασης, δυνάμει της οποίας η μεν ενάγουσα ανέλαβε την υποχρέωση προς παροχή δανείσματος ποσού 3.088,53 ευρώ, η δε πρώτη εναγόμενη την υποχρέωση προς απόδοση αυτού, καθώς και η εκπλήρωση εκ μέρους της ενάγουσας την εν λόγω υποχρέωσής της με τη δόση του δανείσματος και η μη εκπλήρωση εκ μέρους της πρώτης εναγόμενης της δικής της υποχρέωσης απόδοσης ολόκληρου του ποσού του δανείου. Επομένως, η εκκαλούμενη, η οποία, έστω και με εν μέρει διαφορετικές αιτιολογίες που αντικαθίστανται με τις αιτιολογίες της παρούσας (άρθρο 534 του ΚΠολΔ), κατέληξε στο ίδιο συμπέρασμα ότι η αγωγή είναι ορισμένη και νόμιμη ως προς όλα τα ανωτέρω αγωγικά κονδύλια, δεν έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, και συνεπώς οι περί του αντιθέτου τέταρτος και πέμπτος λόγοι της υπό κρίση έφεσης, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι εν λόγω πλημμέλειες, κρίνονται απορριπτέοι ως αβάσιμοι.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 520 παρ. 1 του ΚΠολΔ, το δικόγραφο της έφεσης πρέπει να περιέχει, εκτός των απαιτούμενων κατά τα άρθρα 119 και 120 του ίδιου κώδικα, στοιχείων και τους λόγους έφεσης. Ως λόγοι έφεσης νοούνται οι αποδιδόμενες στην εκκαλουμένη απόφαση πλημμέλειες και ελλείψεις, οι συνιστάμενες ως επί το πλείστον σε παραδρομές του πρωτοδίκως δικάσαντος Δικαστηρίου. Οι παραδρομές του Δικαστηρίου είναι δυνατόν να ανάγονται είτε στην εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου, είτε στην εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 858/2013 ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω, πρέπει οι λόγοι έφεσης να είναι και λυσιτελείς. Η λυσιτέλεια του λόγου της έφεσης συναρτάται με την ικανότητά του να επιφέρει, σε περίπτωση βασιμότητάς του, την εξαφάνιση της εκκαλουμένης (ΑΠ 122/2014 ΝΟΜΟΣ) και να βελτιώσει έτσι τη νομική θέση του εκκαλούντος, ανατρέποντας τη δυσμενή γι’ αυτόν πρωτοβάθμια κρίση. Κατά συνέπεια, λόγος έφεσης, που δεν προσδιορίζει την επίδραση, που ασκεί στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, η αποδιδόμενη σ’ αυτήν πλημμέλεια είναι αλυσιτελής και, συνεπώς, απαράδεκτος (ΑΠ 155/1996 ΕλλΔνη 1996. 1346, ΜονΕφΘεσ 1289/2025 ΝΟΜΟΣ). Στην προκειμένη περίπτωση, οι εκκαλούντες – εναγόμενοι με τον πρώτο λόγο της υπό κρίση έφεσης παραπονούνται ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφασή του δεν αποφάνθηκε επί της προβληθείσας με τις προτάσεις τους ενώπιόν του ένστασης εξόφλησης, κατ’ άρθρο 416 του ΑΚ, του αγωγικού κονδυλίου υπό στοιχείο (β) ποσού 21.737,53 ευρώ που αντιστοιχεί στο τίμημα των διαδοχικών συμβάσεων πώλησης καυσίμων που καταρτίσθηκαν μεταξύ της ενάγουσας ως πωλήτριας και της πρώτης εναγόμενης ως αγοράστριας, υπέρ της οποίας εγγυήθηκαν ο δεύτερος και η τρίτη των εναγόμενων. Ο λόγος αυτός της έφεσης τυγχάνει απορριπτέος, ως αλυσιτελώς προβαλλόμενος, σύμφωνα και με όσα αναφέρθηκαν στη μείζονα σκέψη της παρούσας, διότι δεν άγει σε εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης, αφού, κατά τα προεκτεθέντα, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έκανε δεκτές ως νόμιμες και ουσιαστικά βάσιμες την ένσταση εξόφλησης και την ένσταση παραγραφής, κατ’ άρθρο 250 αρ. 1 του ΑΚ, αναφορικά με τις οφειλές από τις διαδοχικές συμβάσεις πώλησης καυσίμων, συνολικού ποσού 21.737,53 ευρώ, και ακολούθως απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμο το υπό στοιχείο (β) αγωγικό κονδύλιο, και ως εκ τούτου το διατακτικό της εκκαλουμένης απόφασης είναι ορθό.

Σύμφωνα με το άρθρο 250 αριθ. 1 του ΑΚ σε πέντε χρόνια παραγράφονται οι αξιώσεις των εμπόρων για εμπορεύματα που χορήγησαν και επομένως και οι αξιώσεις αυτών για καταβολή του τιμήματος πωληθέντων εμπορευμάτων. Κατά δε τα άρθρα 251 και 253 του ΑΚ, η παραγραφή των παραπάνω αξιώσεων αρχίζει από το τέλος του έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκαν και κατέστη δυνατή η επιδίωξή τους. Έτσι, επί απαίτησης του τιμήματος που έχει πιστωθεί για ορισμένο χρονικό διάστημα, μεταξύ εμπόρων, η παραγραφή αρχίζει μόλις λήξει το έτος, μέσα στο οποίο συμπίπτει η λήξη του χρόνου πίστωσης του τιμήματος, δηλαδή της αναβλητικής προθεσμίας πληρωμής του (ΑΠ 134/2013 ΝΟΜΟΣ, ΜονΕφΑθ 3772/2025 ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 249, 251 επ, 277 του ΑΚ και 262 παρ. 1 του ΚΠολΔ, για να είναι ορισμένη η ένσταση της παραγραφής πρέπει να αναφέρεται ο χρόνος αυτής και το αφετήριο σημείο της (ΑΠ 761/2014 ΝΟΜΟΣ). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της υπό κρίση έφεσης οι εκκαλούντες – εναγόμενοι παραπονούνται ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφασή του, κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, απέρριψε ως μη νόμιμη την προβληθείσα ένσταση παραγραφής, κατ’ άρθρο 250 αρ. 1 του ΑΚ, του κονδυλίου υπό στοιχείο (α) αναφορικά με τις οφειλές από τις δόσεις 47 έως 60, καταβλητέες από την 11.01.2017 μέχρι την 11.02.2018, δυνάμει του όρου 12Α του από 11.02.2013 ιδιωτικού συμφωνητικού, καθώς και την προβληθείσα ένσταση παραγραφής, κατ’ άρθρο 70 εδ. 1 του Ν. 5325/1932, αναφορικά με όλες τις ένδικες οφειλές. Όπως προαναφέρθηκε, οι επίδικες αξιώσεις της ενάγουσας απορρέουν ως προς το κονδύλιο υπό στοιχείο (α) ποσού 202.462,18 ευρώ από την έγγραφη από 11.02.2013 σύμβαση με περιεχόμενο αφενός την αναγνώριση του χρέους, ποσού 209.462,18 ευρώ, αφετέρου την ανάληψη της υποχρέωσης της πρώτης εναγόμενης να το καταβάλει σε 60 άτοκες μηνιαίες δόσεις, της πρώτης καταβλητέας τον πρώτο μήνα μετά τη σύναψη του από 11.02.2013 ιδιωτικού συμφωνητικού, ποσού 1.000,00 ευρώ η κάθε μία από τις πρώτες 12 δόσεις, ποσού 1.500,00 ευρώ η κάθε μία από τις επόμενες 12 δόσεις, ποσού 2.500,00 ευρώ η κάθε μία από τις επόμενες 35 δόσεις και ποσού 91.962,18 ευρώ η τελευταία δόση, ως προς το κονδύλιο υπό στοιχείο (β) ποσού 21.737,53 ευρώ από τις διαδοχικές συμβάσεις πώλησης καυσίμων με αγοράστρια την πρώτη εναγόμενη, που καταρτίσθηκαν, κατά το χρονικό διάστημα από την 07.02.2014 έως την 08.03.2014, και ως το κονδύλιο υπό στοιχείο (γ) ποσού 1.544,27 ευρώ από την οφειλή της πρώτης εναγόμενης από την εμπορευματική πίστωση ύψους 3.088,53 ευρώ που της χορήγησε η ενάγουσα, δυνάμει του από 04.07.2013 ιδιωτικού συμφωνητικού, και ως εκ τούτου παραγράφονται σε πέντε χρόνια, κατά τις διατάξεις των άρθρων 250 αρ. 1, 251, 252 και 253 του ΑΚ, αφού πρόκειται για αξιώσεις εμπόρων για εμπορεύματα που χορήγησαν, για εκτέλεση εργασιών και για επιμέλεια υποθέσεων άλλων, καθώς και για δαπάνες που έκαναν, η παραγραφή δε αυτή αρχίζει μόλις λήξει το έτος μέσα στο οποίο γεννήθηκαν οι αξιώσεις και είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξή της. Συνεπώς, εφόσον οι αγωγικές αξιώσεις δεν στηρίζονται στις διατάξεις του Ν. 5325/1932 περί συναλλαγματικής, δεν τυγχάνει εφαρμογής η επικαλούμενη από τους εναγόμενους διάταξη του άρθρου 70 παρ. 1 του Ν. 5325/1932 που ορίζει ότι η απαίτηση κατά του αποδέκτη συναλλαγματικής και του τριτεγγυητή παραγράφεται τρία έτη μετά τη λήξη της συναλλαγματικής, και ως εκ τούτου κρίνεται μη νόμιμος ο ισχυρισμός των εναγόμενων περί παραγραφής, κατ’ άρθρο 70 εδ. 1 του Ν. 5325/1932, αναφορικά με όλες τις ένδικες οφειλές. Επίσης κρίνεται μη νόμιμος και ο ισχυρισμός των εναγόμενων περί παραγραφής, κατ’ άρθρο 250 αρ. 1 του ΑΚ, του κονδυλίου υπό στοιχείο (α) αναφορικά με τις οφειλές από τις δόσεις 47 έως 60, καταβλητέες από την 11.01.2017 μέχρι την 11.02.2018, δυνάμει του όρου 12Α του από 11.02.2013 ιδιωτικού συμφωνητικού, δεδομένου ότι η παραγραφή της αξίωσης της ενάγουσας για τις εν λόγω δόσεις, καταβλητέες από την 11.01.2017 μέχρι την 11.02.2018, εκκίνησε μόλις έληξε το έτος μέσα στο οποίο συνέπιπτε η έναρξη της παραγραφής, ήτοι την 01.01.2018, και ως εκ τούτου δεν είχε συμπληρωθεί η πενταετής παραγραφή κατά τον χρόνο επίδοσης της κρινόμενης αγωγής την 09.12.2022 (βλ. τις υπ’ αριθ. …./09.12.2022, …./09.12.2022 και …./09.12.2022 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Πειραιώς ……….). Κατόπιν τούτων, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε ομοίως και απέρριψε ως μη νόμιμη την προβληθείσα ένσταση παραγραφής, κατ’ άρθρο 250 αρ. 1 του ΑΚ, του κονδυλίου υπό στοιχείο (α) αναφορικά με τις οφειλές από τις δόσεις 47 έως 60, καταβλητέες από την 11.01.2017 μέχρι την 11.02.2018, καθώς και την προβληθείσα ένσταση παραγραφής, κατ’ άρθρο 70 εδ. 1 του Ν. 5325/1932, αναφορικά με όλες τις ένδικες οφειλές, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο, και ο σχετικός δεύτερος λόγος της υπό κρίση έφεσης κρίνεται αβάσιμος και απορριπτέος.

Κατά την ενδοτικού δικαίου διάταξη του άρθρου 862 του ΑΚ ο εγγυητής ελευθερώνεται, εφόσον από πταίσμα του δανειστή κατέστη αδύνατη η από τον οφειλέτη ικανοποίηση αυτού, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 332 παρ. 1 του ΑΚ είναι άκυρη κάθε εκ των προτέρων συμφωνία, με την οποία αποκλείεται ή περιορίζεται η ευθύνη από δόλο ή βαριά αμέλεια. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι είναι επιτρεπτή η εκ των προτέρων παραίτηση του εγγυητή από το ευεργέτημα που παρέχεται σ’ αυτόν με την πρώτη από τις ανωτέρω διατάξεις, εφόσον κατέστη αδύνατη η ικανοποίηση του δανειστή από ελαφρά αμέλεια του, και περαιτέρω ότι για να ελευθερωθεί ο εγγυητής, ο παραιτηθείς από την εν λόγω ένσταση, πρέπει να συντρέχει δόλος ή βαριά αμέλεια του δανειστή ως προς την αδυναμία ικανοποίησής του από τον πρωτοφειλέτη (ΑΠ 1112/2000 ΕΕμπΔ 2000. 489, ΕφΘεσ 1078/2005 ΕΕμπΔ 2005. 526, ΕφΘεσ 117/2002 ΔΕΕ 2002. 507). Την υπαίτια αυτή συμπεριφορά οφείλει να επικαλεσθεί και να αποδείξει ο εγγυητής, τέτοια δε συμπεριφορά συνιστά, κατά τις περιστάσεις, και η επί μακρόν αμέλεια του δανειστή να επιδιώξει την είσπραξη της απαίτησης του και η εν τω μεταξύ επελθούσα αδυναμία του πρωτοφειλέτη να καταβάλει την οφειλή του (ΑΠ 48/2001 ΔΕΕ 2001. 1011, ΑΠ 573/2001 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1524/1991 ΕλλΔνη 24. 313, ΕφΑθ 3104/2014 ΝΟΜΟΣ, ΕφΘεσ 2788/2009 ΕπισκΕμπΔ 2010. 196, ΕφΛαρ 386/2004 ΕΕμπΔ 2005. 114, ΕφΑθ 7384/2001 ΕλλΔνη 2002. 481). Πταίσμα του δανειστή περί την είσπραξη της απαίτησης εκδηλώνεται είτε με ενέργειες – πράξεις, είτε με παραλείψεις, εξαιτίας των οποίων γίνεται αδύνατη η ικανοποίησή του από τον πρωτοφειλέτη. Στην εγγύηση αορίστου χρόνου ειδικότερα, θεωρείται ότι υπάρχει πταίσμα του δανειστή (και) όταν αυτός αμελεί για ικανό χρόνο να καταδιώξει τον πρωτοφειλέτη, που έπειτα γίνεται αναξιόχρεος, ή αμελεί τη διεξαγωγή της δίκης ή αναγκαστικής εκτέλεσης εναντίον του πρωτοφειλέτη ή παρέχει υπέρμετρες και άκριτες περαιτέρω πιστώσεις στον πρωτοφειλέτη, με συνέπεια την αύξηση του παθητικού του τελευταίου, σε βαθμό που να μην επαρκεί το ενεργητικό της περιουσίας του για την ικανοποίηση των απαιτήσεών του. Εφόσον δε στον ΑΚ δεν περιλήφθηκε ορισμός της βαριάς αμέλειας, στο δικαστή της ουσίας εναπόκειται, εκτιμώντας τις περιστάσεις, να κρίνει πότε η αμέλεια είναι βαριάς μορφής, αξιολογική κρίση η οποία ελέγχεται αναιρετικά (ΑΠ 1491/2018 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1296/2017 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1073/2015 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 419/2013 ΧρΙΔ 2013. 505). Κατά συνέπεια, σε περίπτωση που ο εγγυητής έχει παραιτηθεί εκ των προτέρων από το ευεργέτημα ελευθερώσεως, πρέπει να επικαλεστεί σαφώς τη συνδρομή δόλου ή βαριάς αμέλειας, καθώς και τα περιστατικά εκείνα, τα οποία, αντικειμενικώς ελεγχόμενα, συγκροτούν την έννοια αυτών, έχοντας και το βάρος απόδειξης των εν λόγω περιστατικών, προκειμένου έτσι να μπορέσει το δικαστήριο να κρίνει το νόμω βάσιμο της ανωτέρω ένστασης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 332 παρ. 1 του ΑΚ, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 862 του ΑΚ, αλλά και ο καθ’ ου να αμυνθεί κατ’ αυτής (ΑΠ 1137/2019 ΝΟΜΟΣ, ΕφΠειρ 227/2025 ΝΟΜΟΣ). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της υπό κρίση έφεσης οι εναγόμενοι επαναφέρουν την υποβληθείσα και πρωτοδίκως ένστασή τους περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος της ενάγουσας αναφορικά με τον δεύτερο και την τρίτη των εναγόμενων που συμβλήθηκαν στο από 11.02.2013 ιδιωτικό συμφωνητικό ως εγγυητές υπέρ της πρώτης εναγόμενης, επικαλούμενοι ότι είναι άκυρος ως καταχρηστικός Γ.Ο.Σ., λόγω αντίθεσής του στο Ν. 2251/1994, ο όρος 20Α του από 11.02.2013 ιδιωτικού συμφωνητικού, με τον οποίο συμφωνήθηκε ότι ο δεύτερος και η τρίτη των εναγόμενων ως εγγυητές υπέρ της πρώτης εναγόμενης, παρέχουν ανεπιφύλακτα την εγγύησή τους και παραιτούνται των ενστάσεων διζήσεως και διαιρέσεως και εκείνων που απορρέουν από τα άρθρα 853, 854, 856, 862, 863 και 868 του ΑΚ, ευθυνόμενοι απεριόριστα, αλληλέγγυα και εις ολόκληρον με την πρώτη εναγόμενη ως πρωτοφειλέτες, για την εκπλήρωση κάθε οφειλής της από την εν λόγω σύμβαση αποκλειστικής εμπορικής συνεργασίας και υπομίσθωσης, διότι ναι μεν η διάταξη του άρθρου 862 του ΑΚ είναι ενδοτικού δικαίου, και ως εκ τούτου είναι έγκυρη η παραίτηση του εγγυητή από το δικαίωμά του να προβάλει την ένσταση ελευθερώσεως, πλην όμως η εν λόγω παραίτηση τελεί υπό την επιφύλαξη του άρθρου 332 παρ. 1 του ΑΚ, και συνεπώς είναι ανίσχυρη σε περίπτωση που η πταισματική συμπεριφορά του δανειστή που οδήγησε στην αδυναμία ικανοποίησής του από τον πρωτοφειλέτη, συνίσταται σε δόλο ή βαριά αμέλεια αυτού. Ο ισχυρισμός αυτός των εναγόμενων περί ακυρότητας, λόγω αντίθεσής του στο Ν. 2251/1994, του όρου 20Α του από 11.02.2013 ιδιωτικού συμφωνητικού, με τον οποίο οι εγγυητές – δεύτερος και τρίτη των εναγόμενων παραιτήθηκαν από την ένσταση του άρθρου 862 του ΑΚ, είναι μη νόμιμος, λαμβανομένου υπόψη ότι οι διατάξεις των άρθρων 853 επ. του ΑΚ είναι ενδοτικού δικαίου, και συνεπώς η παραίτηση του εγγυητή από τα δικαιώματά του αυτά, είναι, βάσει της αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων, απολύτως έγκυρη, δοθέντος ότι οι διατάξεις για την ευθύνη του εγγυητή είναι ενδοτικού χαρακτήρα, ο συγκεκριμένος δε περί παραίτησης όρος 20Α, θα μπορούσε να ελεγχθεί μόνο από πλευράς διαφάνειας (βλ. ΑΠ 1087/2019 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 904/2011 ΝΟΜΟΣ, ΕφΘεσ 1429/2009 ΕπισκΕμπΔ 2009.1010). Νόμω αβάσιμος κρίνεται και ο ισχυρισμός των εναγόμενων περί ελευθέρωσής τους, κατ’ άρθρο 862 του ΑΚ, επικαλούμενοι ότι είναι άκυρη, κατ’ άρθρο 332 παρ. 1 του ΑΚ, η παραίτηση αυτών ως εγγυητών, με την οποία αποκλείεται ή περιορίζεται η ευθύνη από δόλο ή βαριά αμέλεια της δανείστριας – ενάγουσας, δεδομένου ότι δεν γίνεται επίκληση ότι από βαριά αμέλεια της τελευταίας, κατέστη αδύνατη η ικανοποίησή της από την πρωτοφειλέτρια – πρώτη εναγόμενη, ούτε ότι αυτή αμέλησε να επιδιώξει την είσπραξη της απαίτησής της από την πρωτοφειλέτρια – πρώτη εναγόμενη. Επιπλέον, η παραίτηση των εγγυητών – δεύτερου και τρίτης των εναγόμενων από τις ενστάσεις τους, μεταξύ των οποίων και αυτή του άρθρου 862 του ΑΚ, και η συνεπεία αυτής της παραίτησης δυνατότητα άσκησης του δικαιώματος της δανείστριας – ενάγουσας να στραφεί και εναντίον τους, δεν συνιστά, άνευ ετέρου, υπέρμετρη εκμετάλλευση της οικονομικής της θέσης και δεν καθιστά καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματός της από την ένδικη εγγυητική σύμβαση, αφού δεν γίνεται επίκληση και άλλων περιστατικών, δυναμένων να προσδώσουν αντίθετη στα χρηστά ήθη μορφή στη δέσμευση των εγγυητών – δεύτερου και τρίτης των εναγόμενων από την ένδικη σύμβαση, όπως αυτή διαμορφώθηκε μετά την παραίτησή τους από τα ως άνω δικαιώματά τους (βλ. ΕφΔυτΜακ 25/2019 ΝΟΜΟΣ), ώστε να δύναται να κριθεί τυχόν καταχρηστικότητα της άσκησης του εν λόγω δικαιώματος της δανείστριας – ενάγουσας. Κατόπιν τούτων, η ένσταση περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος της ενάγουσας αναφορικά με τον δεύτερο και την τρίτη των εναγόμενων ορθώς απορρίφθηκε ως αόριστη με την εκκαλουμένη απόφαση, και ως εκ τούτου το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο, και ο σχετικός τρίτος λόγος της υπό κρίση έφεσης κρίνεται αβάσιμος και απορριπτέος, καθόσον δεν προβλήθηκαν προς θεμελίωσή της πραγματικά περιστατικά, τα οποία, αληθή υποτιθέμενα, θα καθιστούσαν καταχρηστική, κατά την έννοια του άρθρου 281 του ΑΚ, την εκ μέρους της ενάγουσας άσκηση του δικαιώματός της αναφορικά με τον δεύτερο και την τρίτη των εναγόμενων, που συμβλήθηκαν στο από 11.02.2013 ιδιωτικό συμφωνητικό ως εγγυητές υπέρ της πρώτης εναγόμενης.

Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος έφεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η από 15.02.2025 έφεση κατ’ ουσίαν, τα δε δικαστικά έξοδα, για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος των εκκαλούντων – εναγόμενων, λόγω της ήττας τους και κατόπιν σχετικού αιτήματος της εφεσίβλητης – ενάγουσας (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), ενώ πρέπει να εισαχθεί στο Δημόσιο Ταμείο κατ’ άρθρο 495 του ΚΠολΔ το παράβολο για το παραδεκτό της έφεσης που προκατέβαλαν οι εκκαλούντες – εναγόμενοι, λόγω της ήττας τους.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων την από 15.02.2025 έφεση κατά της υπ’ αριθ. 3906/2024 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία.

Δέχεται τυπικά και απορρίπτει κατ’ ουσίαν την έφεση.

Διατάσσει την εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου υπέρ Δημοσίου υπ’ αριθ. ……………/2025, συνολικού ποσού εκατό (100,00) ευρώ που προκατέβαλαν οι εκκαλούντες – εναγόμενοι.

Επιβάλει σε βάρος των εκκαλούντων – εναγόμενων τα δικαστικά έξοδα της εφεσίβλητης – ενάγουσας για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει σε τετρακόσια (400,00) ευρώ.

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου, στον Πειραιά, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση, στις 10.03.2026, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων τους δικηγόρων.

Η  ΠΡΟΕΔΡΟΣ                                             Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ