ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
Αριθμός απόφασης 169/2026
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
ΤΜΗΜΑ 2ο
Αποτελούμενο από την Δικαστή Ιωάννα Μάμαλη, Εφέτη και από την Γραμματέα Κ.Σ.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στον Πειραιά, στις ………….., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του εκκαλούντος – εναγόμενου: ………., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βλαδίμηρο Σαρμαζανίδη (ΑΜ ………… Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών).
Της εφεσίβλητης – ενάγουσας: ………., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Παρθενία Κανή (ΑΜ ……….. Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών).
Η ενάγουσα ζήτησε να γίνει δεκτή η από 14.08.2019 και με αριθμό κατάθεσης γενικό …../2019 και ειδικό ……./2019 αγωγή της, τακτικής διαδικασίας, την οποία άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς. Το ως άνω Δικαστήριο με την υπ’ αριθ. 391/2021 μη οριστική απόφασή του διέταξε την επανάληψη της συζήτησης της υπόθεσης και όρισε προθεσμία τριών μηνών προκειμένου να συμπληρωθεί, με επιμέλεια της ενάγουσας, η ελλείπουσα πληρεξουσιότητα, ενώ με την υπ’ αριθ. 357/2023 οριστική απόφασή του έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή. Ο εκκαλών – εναγόμενος προσέβαλε την απόφαση αυτή με την από 03.02.2025 έφεσή του που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς με αριθμό γενικό …../06.02.2025 και ειδικό …./06.02.2025, προσδιορίστηκε ενώπιον του Εφετείου Πειραιώς με αριθμό κατάθεσης γενικό …./17.02.2025 και ειδικό …./17.02.2025, για τη δικάσιμο που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας και γράφτηκε στο πινάκιο.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο και την εκφώνησή της από τη σειρά του οικείου πινακίου, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων αναφέρθηκαν στις προτάσεις που κατέθεσαν και ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται σε αυτές.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με το άρθρο 528 του ΚΠολΔ, όπως αυτό ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 44 παρ. 2 του Ν. 3994/2011, και εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση, αφού η ένδικη έφεση ασκήθηκε μετά την έναρξη της ισχύος του, «αν ασκηθεί έφεση από διάδικο που δικάστηκε ερήμην, η εκκαλούμενη απόφαση εξαφανίζεται μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους προσθέτους λόγους, ανεξάρτητα από τη διαδικασία που τηρήθηκε. Ο εκκαλών δικαιούται να προβάλλει όλους τους ισχυρισμούς που μπορούσε να προτείνει πρωτοδίκως». Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι αν ασκηθεί έφεση κατά ερήμην απόφασης, η οποία λειτουργεί ως υποκατάστατο αναιτιολόγητης ανακοπής ερημοδικίας, εξαφανίζεται η εκκαλούμενη απόφαση μέσα στα όρια του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης, χωρίς έρευνα των λόγων της (ΑΠ 1906/2008 ΝΟΜΟΣ, ΕφΛαμ 94/2011 ΝΟΜΟΣ) και ο εκκαλών δικαιούται να προβάλει με το δικόγραφο αυτής και τις προτάσεις του, όλους τους ισχυρισμούς που μπορούσε να προβάλει και πρωτοδίκως. Του παρέχεται δηλαδή η ευκαιρία, δεδομένου ότι αυτός δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, όπως, εντός των ορίων του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης, ακουστεί και προβάλει στο εφετείο όσους ισχυρισμούς μπορούσε να προτείνει πρωτοδίκως επανορθώνοντας, με την έφεσή του, τις συνέπειες που η απουσία του επέφερε. Επομένως, για την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, εφόσον αυτή εκδόθηκε ερήμην του εκκαλούντος διαδίκου, δεν απαιτείται να ευδοκιμήσει, προηγουμένως, κάποιος λόγος της έφεσης, αλλά αρκεί η τυπική παραδοχή της, καθόσον αυτή έχει τα αποτελέσματα της καταργηθείσας αναιτιολόγητης ανακοπής ερημοδικίας (ΑΠ 1075/2013 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 829/2008 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 884/2007 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1015/2005 ΕλλΔνη 45.1100, ΜονΕφΠειρ 433/2016 ΝΟΜΟΣ). Αν ο εκκαλών αρνηθεί τους αγωγικούς ισχυρισμούς ή προβάλει εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων ως προς τη βάση της αγωγής, η απόφαση πλήττεται στο σύνολό της και εξαφανίζεται, ως προς όλες τις διατάξεις της, μετά την τακτική παραδοχή της έφεσης χωρίς έρευνα των λόγων της (ΑΠ 2150/2014 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 907/2014 ΝΟΜΟΣ, ΕφΠειρ 121/2014 ΝΟΜΟΣ, ΜονΕφΠατρ 307/2018 ΝΟΜΟΣ). Αντιθέτως, αν με το εφετήριο προβάλλει ως εναγόμενος μόνο ενστάσεις καταλυτικές της αγωγής, όπως εξόφλησης, παραγραφής ή εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων ως προς την απόρριψη των ενστάσεων αυτών, η απόφαση δεν εξαφανίζεται κατά το μέρος που κρίθηκε βάσιμη η απαίτηση, αλλά μόνον κατά το διατακτικό της (ΜονΕφΠειρ 23/2017 ΝΟΜΟΣ, Σαμουήλ, Η έφεση, έκδ. 2003, σελ. 100 επ.). Στην προκειμένη περίπτωση, η ενάγουσα ζήτησε να γίνει δεκτή η από 14.08.2019 και με αριθμό κατάθεσης γενικό …../2019 και ειδικό …../2019 αγωγή της, τακτικής διαδικασίας, την οποία άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς. Το ως άνω Δικαστήριο με την υπ’ αριθ. 391/2021 μη οριστική απόφασή του, αφού δίκασε ερήμην του εναγόμενου, διέταξε την επανάληψη της συζήτησης της υπόθεσης και όρισε προθεσμία τριών μηνών προκειμένου να συμπληρωθεί, με επιμέλεια της ενάγουσας, η ελλείπουσα πληρεξουσιότητα, ενώ με την υπ’ αριθ. 357/2023 οριστική απόφασή του, αφού δίκασε ερήμην του εναγόμενου έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή ως και ουσιαστικά βάσιμη, με εφαρμογή του τεκμηρίου ερημοδικίας κατ’ άρθρο 271 παρ. 3 του ΚΠολΔ, διότι, λόγω της ερημοδικίας του εναγόμενου, οι περιεχόμενοι στην αγωγή πραγματικοί ισχυρισμοί της ενάγουσας αναφορικά με την τέλεση της αδικοπραξίας σε βάρος της και τη συνακόλουθη προσβολή της προσωπικότητάς της θεωρήθηκαν ομολογημένοι, πλην του ύψους της αιτούμενης από την ενάγουσα χρηματικής ικανοποίησης λόγω της ηθικής της βλάβης, το οποίο προσδιορίσθηκε στο εύλογο ποσό των 5.000,00 ευρώ, και υποχρεώθηκε ο εναγόμενος να καταβάλει στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των 31.000,00 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επόμενη της επίδοσης της αγωγής και μέχρι την ολοσχερή εξόφληση, και αναγνωρίσθηκε η υποχρέωση του εναγόμενου να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 2.000,00 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επόμενη της επίδοσης της αγωγής και μέχρι την ολοσχερή εξόφληση, κηρύχθηκε η απόφαση εν μέρει προσωρινά εκτελεστή ως προς το ποσό των 20.000,00 ευρώ, απαγγέλθηκε προσωπική κράτηση σε βάρος του εναγόμενου διάρκειας ενός μήνα και καταδικάσθηκε ο εναγόμενος στη δικαστική δαπάνη της ενάγουσας. Την απόφαση αυτή προσβάλλει ο εναγόμενος με την από 03.02.2025 έφεσή του και ζητεί την εξαφάνισή της προκειμένου να απορριφθεί η εναντίον του αγωγή στο σύνολό της. Η έφεση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495 παρ. 1-2, 498, 511, 513 παρ. 1 β’, 516 παρ.1, 517 και 518 παρ. 2 του ΚΠολΔ, όπως ισχύουν μετά την τροποποίησή τους με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015, καθόσον η έφεση ασκήθηκε μετά την 01.01.2016), εφόσον δεν προκύπτει από τα έγγραφα που προσκομίζονται, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται, ότι έχει χωρήσει επίδοση της εκκαλουμένης απόφασης, η δε κρινόμενη από 03.02.2025 έφεση κατατέθηκε στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου την 06.02.2025, όπως προκύπτει από την πράξη κατάθεσης έφεσης με αριθμό γενικό ……/06.02.2025 και ειδικό …./06.02.2025 του γραμματέως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς που έχει επισυναφθεί στην ένδικη έφεση, ήτοι εντός της προθεσμίας των δύο ετών από τη δημοσίευση της εκκαλουμένης απόφασης την 08.02.2023. Επομένως, πρέπει η ένδικη έφεση να γίνει τυπικά και κατ’ ουσίαν δεκτή, σύμφωνα με το αναφερόμενο στη νομική σκέψη άρθρο 528 του ΚΠολΔ, ενόψει του ότι ο εναγόμενος ήδη εκκαλών με την έφεσή του αρνείται την ουσιαστική βασιμότητα της αγωγής, προβάλλοντας εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, και αφού εξαφανισθεί η εκκαλούμενη απόφαση, κατά τα εκκληθέντα κεφάλαιά της και ως προς τη διάταξή της περί δικαστικής δαπάνης, χωρίς έρευνα των λόγων έφεσης, να κρατηθεί και να δικασθεί η υπόθεση από το Δικαστήριο τούτο, κατά την ίδια διαδικασία που εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση (άρθρο 533 του ΚΠολΔ), δεδομένου ότι για το παραδεκτό της έφεσης έχει κατατεθεί από τον εκκαλούντα – εναγόμενο το παράβολο των 100,00 ευρώ που προβλέπεται από την παράγραφο 3 του άρθρου 495 του ΚΠολΔ.
Από τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 και 2 εδ. α’ και β’ του Ν. 5638/1932 “περί καταθέσεως σε κοινό λογαριασμό”, όπως το πρώτο αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 του Ν. 951/1971 και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 124 περ. Δ’ στοιχ. α’ του ΝΔ 118/1973, σε συνδυασμό με το άρθρο 2 παρ. 1 του ΝΔ 17-7/13-8-1923 “περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιριών”, 117 του ΕισΝΑΚ και 19 παρ. 4 του Ν. 1969/1991, συνδυασμένες με εκείνες των άρθρων 489, 491, 822 και 830 του ΑΚ, συνάγεται ότι η σύμβαση κατάθεσης χρημάτων σε τράπεζα, ανεξάρτητα αν γίνεται υπέρ του καταθέτη ή τρίτου ή σε κοινό λογαριασμό, ενόψει του ότι αποσκοπεί στην ασφαλή φύλαξη των χρημάτων, προς την οποία και δεν αντιτίθεται η συνομολόγηση του συνηθισμένου για τραπεζικές εργασίες τόκου, καταρτίζεται με την εκ μέρους του καταθέτη μεταβίβαση της κυριότητας του, κατά τη σύναψή της καταβαλλόμενου από αυτόν χρηματικού ποσού, ως πρώτης τμηματικής παροχής του, προς την τράπεζα, ατύπως (re), η οποία έκτοτε με την παράδοση γίνεται κυρία των χρημάτων (άρθρο 1034 του ΑΚ), πλην όμως έχει ευθεία υποχρέωση να τα καταβάλει στο δικαιούχο όταν της ζητηθεί. Η λειτουργία, ωστόσο, της σύμβασης αυτής καθιδρύει συνήθως μία σχέση διαρκούς και πολλές φορές καθημερινής συνεργασίας μεταξύ των συμβαλλομένων. Η εκτέλεσή της δηλαδή γίνεται συνήθως όχι με μία καταβολή και ανάληψη του ποσού αυτής, αλλά με πολυάριθμες τμηματικές τέτοιες, που προσδιορίζονται εκάστοτε από την βούληση του καταθέτη. Χρηματική κατάθεση σε τράπεζα και σε κοινό λογαριασμό είναι εκείνη που γίνεται στο όνομα δύο ή περισσοτέρων και περιέχει τον όρο ότι του λογαριασμού αυτού μπορεί να κάνει χρήση ολικώς ή μερικώς, χωρίς τη σύμπραξη των λοιπών, είτε ένας, είτε μερικοί, είτε όλοι μαζί οι δικαιούχοι. Για την εγκυρότητα της κατάθεσης δεν απαιτείται να γίνει αυτή από κοινού από όλους τους δικαιούχους, αλλά μπορεί να καταρτισθεί από μερικούς ή και από έναν δικαιούχο, ακόμη και από τρίτο πρόσωπο μη δικαιούχο. Και τούτο διότι από τη γραμματική διατύπωση των ανωτέρω διατάξεων, αλλά και την τελολογική ερμηνεία τους, την τραπεζική πρακτική και την ταχύτητα των συναλλαγών, δεν απαιτείται κοινή εμφάνιση και δήλωση των καταθετών και δικαιούχων, δηλαδή σύμπραξή τους ενώπιον της τράπεζας. Χαρακτηριστική είναι η αναφορά του όρου “δικαιούχοι” και όχι “καταθέτες” στην διατύπωση των παραπάνω διατάξεων. Παράλληλα, η σύμβαση κατάθεσης σε κοινό λογαριασμό αποτελεί και μια ιδιόμορφη σύμβαση υπέρ τρίτου και μάλιστα γνήσια. Από την ως άνω σύμβαση τρίτος μη συμβαλλόμενος αποκτά ευθεία ενοχική αξίωση κατά του δότη της υπόσχεσης (άρθρο 411 του ΑΚ), αλλά ταυτόχρονα και ο συμβαλλόμενος καταθέτης έχει δικαίωμα να απαιτήσει την παροχή από τον δότη της υπόσχεσης (τράπεζα) για τον εαυτό του. Δημιουργείται δηλαδή ένας συνδυασμός ενεργητικής εις ολόκληρον ενοχής και γνήσιας σύμβασης υπέρ τρίτου, μία sui generis συμβατική ενοχή, επιτρεπτή σύμφωνα με την ελευθερία των συναλλαγών και την αυτονομία της ιδιωτικής βούλησης. Παράγεται μεταξύ του καταθέτη και του τρίτου αφενός, και του δέκτη της κατάθεσης νομικού προσώπου αφετέρου, ενεργητική εις ολόκληρο ενοχή, υπό την έννοια των άρθρων 489 έως 493 του ΑΚ, συνάγεται δε σαφώς από την διάταξη του άρθρου 493 του ΑΚ, κατά το οποίο, μεταξύ τους οι περισσότεροι δανειστές έχουν δικαίωμα σε ίσα μέρη, εκτός αν προκύπτει κάτι άλλο από τη σχέση, συνδυαζόμενο με το άρθρο 491 παρ. 1 εδ. α’ του ίδιου Κώδικα, ότι σε περίπτωση ανάληψης ολόκληρου του ποσού της χρηματικής κατάθεσης από τον ένα μόνο δικαιούχο, αποσβέννυται μεν έναντι του δέκτη της κατάθεσης η απαίτηση και ως προς τον άλλο, μη αναλαβόντα δανειστή, αποκτά όμως ο δανειστής αυτός απαίτηση εκ του νόμου, έναντι του αναλαβόντος, για καταβολή σε αυτόν ποσού ίσου προς το μισό του αναληφθέντος ισόποσου της κατάθεσης, εκτός αν από τη μεταξύ τους εσωτερική σχέση προκύπτει άλλη αναλογία ή δικαίωμα στο σύνολο του ποσού της κατάθεσης ή, έλλειψη δικαιώματος αναγωγής, εξαίρεση της οποίας το βάρος της επίκλησης και απόδειξης έχει ο διάδικος, ο οποίος προβάλλει περιστατικά που θεμελιώνουν το ως άνω εξαιρετικό δικαίωμα (ΑΠ 431/2019 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1/2018 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1095/2018 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1764/2017 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1001/2012 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1545/2008 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 877/2008 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1031/2003 ΝΟΜΟΣ). Η σχέση που συνδέει τους δικαιούχους μπορεί να είναι σύμβαση εντολής, με βάση την οποία ο εντολέας ορίζει άλλον ως συνδικαιούχο, αναθέτοντας του, απλώς προς διευκόλυνση του, να προβαίνει σε ορισμένες ενέργειες σχετικές με την κίνηση του λογαριασμού και τα χρήματα, τα οποία έχει καταθέσει σε αυτόν. Σε αυτήν την περίπτωση εφαρμόζονται οι περί εντολής διατάξεις (άρθρα 713 επ. του ΑΚ) και ο εντολέας, εφόσον προβλέφθηκε ότι ο εντολοδόχος δεν θα προβαίνει σε αναλήψεις χωρίς προηγούμενη συγκεκριμένη εντολή του, έχει δικαίωμα να απαιτήσει από τον αναλαβόντα την κατάθεση συνδικαιούχο του λογαριασμού ολόκληρο το ποσό του (ΑΠ 492/2023 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 2032/2017 ΝΟΜΟΣ). Εξάλλου, αδικοπραξία, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 914 του ΑΚ, αποτελεί και η παράνομη ιδιοποίηση χρημάτων που περιήλθαν οπωσδήποτε στην κατοχή του δράστη (ΑΠ 1890/2023 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 657/2011 ΝΟΜΟΣ). Κατά τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 375 ΠΚ, η αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της υπεξαίρεσης συνίσταται στην παράνομη ιδιοποίηση του πράγματος, που είναι κάθε ενέργεια ή παράλειψη του δράστη, η οποία καταδηλώνει τη θέληση αυτού να εξουσιάζει και να διαθέτει το πράγμα σαν να είναι κύριος, η δε υποκειμενική υπόσταση στην ύπαρξη του δόλου που ενέχει τη γνώση ότι το πράγμα είναι ξένο (ολικά ή εν μέρει), ανήκει δηλαδή κατά κυριότητα σε άλλον, έστω και άγνωστο στο δράστη και ότι το κατέχει, καθώς και τη θέληση να ιδιοποιηθεί το πράγμα παράνομα, χωρίς τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη. Ξένο θεωρείται το πράγμα όταν είναι υπό ξένη κυριότητα, όπως αυτή διαπλάθεται στο αστικό δίκαιο και δεν περιήλθε στην κατοχή του υπαιτίου με κάποια μεταβιβαστική της κυριότητας πράξη. Από τις παραπάνω διατάξεις των άρθρων 375 του ΠΚ και 713 του ΑΚ προκύπτει ότι για την πραγμάτωση της υπεξαίρεσης, στην περίπτωση που το αντικείμενο αυτής το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου, πρέπει η εντολή προς τον υπαίτιο να έχει δοθεί από τον παθόντα, δηλαδή η σύμβαση εντολής, επ’ ευκαιρία της οποίας το αντικείμενο της υπεξαίρεσης περιήλθε στην κατοχή του υπαιτίου, να έχει συναφθεί μεταξύ του παθόντος ως εντολέα και του υπαιτίου ως εντολοδόχου, ακόμη και προς εξυπηρέτηση μιας άλλης ευρύτερης σχέσης μεταξύ τους (π.χ. αντιπροσωπείας, εργασίας). Ο εντολοδόχος δεν έχει κυριότητα επί των χρημάτων που αποκτά κατά την εκτέλεση της εντολής, γι’ αυτό σε περίπτωση μη απόδοσης αυτών στον εντολέα και παράνομης ιδιοποίησης όσων απέκτησε για την εκτέλεση της εντολής, διαπράττει υπεξαίρεση. Υποκειμενικά, προς θεμελίωση της ποινικά αξιόποινης αυτής πράξης, απαιτείται δόλος του δράστη, που εκδηλώνεται με οποιαδήποτε ενέργεια, η οποία εμφανίζει εξωτερίκευση της θέλησής του να ενσωματώσει το πράγμα, χωρίς νόμιμο δικαιολογητικό λόγο, στη δική του περιουσία. Επομένως, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, ο εντολοδόχος διαπράττει υπεξαίρεση όταν αρνείται να αποδώσει στον εντολέα καθετί που έλαβε, κατ’ άρθρο 719 του ΑΚ, αφού αυτός δεν έχει κυριότητα επί των χρημάτων που αποκτά κατά την εκτέλεση της εντολής, γι’ αυτό σε περίπτωση μη απόδοσης αυτών στον εντολέα και παράνομης ιδιοποίησης όσων γενικά απέκτησε από την εκτέλεση της εντολής, διαπράττει το ποινικό αδίκημα της υπεξαίρεσης και συνάμα τελεί αδικοπραξία (ΑΠ (ΠΟΙΝ) 580/2024 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1890/2023 ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ 908/2023 ΝΟΜΟΣ). Χρόνος τέλεσης της άδικης πράξης της υπεξαίρεσης θεωρείται, κατά το άρθρο 17 του ΠΚ, εκείνος κατά τον οποίο ο δράστης εκδήλωσε την πρόθεσή του να ιδιοποιηθεί παράνομα και να ενσωματώσει τα χρήματα στην περιουσία του (ΑΠ 464/2017 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 60/2017 ΝΟΜΟΣ, ΕφΠειρ 592/2022 ΝΟΜΟΣ).
Η ενάγουσα στην από 14.08.2019 και με αριθμό κατάθεσης γενικό …./2019 και ειδικό ……/2019 αγωγή, τακτικής διαδικασίας, την οποία άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, εξέθετε, κατά τη δέουσα εκτίμηση του δικογράφου αυτής, ότι τέλεσε νόμιμο γάμο με τον εναγόμενο το έτος 2007, από τον οποίο απέκτησαν ένα ανήλικο τέκνο που γεννήθηκε το έτος 2014 και ο οποίος λύθηκε δυνάμει της υπ’ αριθ. 1464/2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, διαδικασία εκούσιας δικαιοδοσίας, ότι από τον Ιούλιο μέχρι και τον Οκτώβριο του έτους 2015, η ίδια και το ανήλικο τέκνο των διαδίκων διέμεναν στην πατρική της οικία στο χωριό …… Ρόδου, ενώ ο εναγόμενος διέμενε στη συζυγική τους στέγη στον Πειραιά, επί της οδού ………….., διατηρώντας εξωσυζυγική σχέση, ότι τηρούσε στην ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία «………….», τον υπ’ αριθ. ………… καταθετικό λογαριασμό στο όνομά της, καθώς και τον υπ’ αριθ. ………… κοινό λογαριασμό με συνδικαιούχο τον εναγόμενο, με χρηματικό υπόλοιπο ποσού 374,00 ευρώ, αυτοί δε λογαριασμοί ήταν συνδεδεμένοι με την υπ’ αριθ. ………….. χρεωστική κάρτα της ανωτέρω ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας, που είχε εκδοθεί στο όνομά της και βρισκόταν στην κατοχή του εναγόμενου, ότι την 05.07.2015, μεταφέρθηκαν, λόγω δωρεάς, από τον τηρούμενο στην ανωτέρω ανώνυμη τραπεζική εταιρεία υπ’ αριθ. ……………. λογαριασμό της μητέρας της …………., το ποσό των 17.500,00 ευρώ προς τον υπ’ αριθ. ……….. καταθετικό λογαριασμό στο όνομά της, καθώς και το ποσό των 8.000,00 ευρώ προς τον υπ’ αριθ. ……….. κοινό λογαριασμό με συνδικαιούχο τον εναγόμενο, ήτοι το συνολικό ποσό των 25.500,00 ευρώ, ότι ο εναγόμενος πραγματοποίησε με τη χρήση της ως άνω χρεωστικής κάρτας αφενός αγορές, αφετέρου αναλήψεις και μεταφορές σε λογαριασμούς τρίτων προσώπων, συνολικού ύψους 25.500,00 ευρώ, εν αγνοία της και χωρίς να έχει προηγουμένως εξασφαλίσει τη συναίνεσή της, ενεργώντας κατά παράβαση της σχέσης εντολής που τους συνέδεε, σύμφωνα με την οποία ο εναγόμενος όφειλε να μην προβαίνει για οποιονδήποτε λόγο σε αναλήψεις άνευ της συναίνεσής της, όλα δε τα ανωτέρω χρηματικά ποσά που περιήλθαν στην κατοχή του, ο εναγόμενος τα ενσωμάτωσε στην περιουσία του, ήτοι τα ιδιοποιήθηκε, δίχως να έχει νόμιμο προς τούτο δικαίωμα, και δεν απέδωσε το ποσό αυτό στην εντολέα του, παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις της, ότι επιπλέον κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσης των διαδίκων, το έτος 2010, αγόρασε και παρέλαβε στην κατοχή της μία μοτοσυκλέτα, με αριθμό κυκλοφορίας …………, εργοστασίου κατασκευής SYM, 294 ίππων, χρώματος μαύρου, με παρακράτηση του δικαιώματος της κυριότητας μέχρι την αποπληρωμή του τιμήματος, από την ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία «…………..», με την οποία συνήψε την υπ’ αριθ. ………….. σύμβαση δανείου ποσού 3.800,00 ευρώ, ο δε εναγόμενος έκανε αποκλειστική χρήση της ως άνω μοτοσυκλέτας, χωρίς να καταβάλει τις δόσεις για την αποπληρωμή της δανειακής σύμβασης και χωρίς να προβαίνει στην ασφάλιση της αστικής ευθύνης του οχήματος, παρά τη μεταξύ τους συμφωνία, με αποτέλεσμα να μη δύναται να αρθεί η παρακράτηση του δικαιώματος της κυριότητας και να μεταβιβασθεί το όχημα περαιτέρω σε τρίτο, ότι για τον λόγο αυτό του κοινοποίησε την 06.02.2018, την από 25.01.2018 εξώδικη δήλωσή της, με την οποία ανακάλεσε τη χορηγηθείσα στον εναγόμενο πληρεξουσιότητα προς μεταβίβαση του οχήματος σε τρίτο και τον προσκάλεσε να τηρήσει τα μεταξύ τους συμφωνηθέντα, καταβάλλοντας στην ίδια το μηνιαίο ποσό των 100,00 ευρώ, για την αποπληρωμή της δανειακής σύμβασης, πλην όμως ο εναγόμενος δεν συμμορφώθηκε και ακολούθως τον κάλεσε, μέσω μηνύματος ηλεκτρονικού ταχυδρομείου την 21.03.2018, να της επιστρέψει το όχημα, το οποίο βρισκόταν στην κατοχή του και του οποίου η αξία ανερχόταν σε 2.500,00 ευρώ, ο δε εναγόμενος αρνήθηκε και το ενσωμάτωσε στην περιουσία του, ήτοι το ιδιοποιήθηκε, δίχως να έχει νόμιμο προς τούτο δικαίωμα. Με βάση αυτό το ιστορικό και κατόπιν παραδεκτού, κατ’ άρθρα 223, 295 και 297 του ΚΠολΔ, μερικού περιορισμού με τις έγγραφες προτάσεις της ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, του αγωγικού αιτήματος από καταψηφιστικό σε έντοκο αναγνωριστικό, ζήτησε να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να της καταβάλει ως αποζημίωση, κατά τις διατάξεις περί αδικοπραξίας, το ανωτέρω ποσό των 25.500,00 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την 15.11.2015, ημερομηνία κατά την οποία έλαβε γνώση της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του εναγόμενου, άλλως από την επίδοση της αγωγής, καθώς και το ανωτέρω ποσό των 2.500,00 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την 22.03.2018, ημερομηνία κατά την οποία κάλεσε τον εναγόμενο να της επιστρέψει το όχημα, που βρισκόταν στην κατοχή του, άλλως από την επίδοση της αγωγής, να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να της καταβάλει το ποσό των 3.000,00 ευρώ και να αναγνωρισθεί η υποχρέωση αυτού να της καταβάλει το ποσό των 22.000,00 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, ως χρηματική ικανοποίηση προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη από την παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του εναγόμενου, να κηρυχθεί η απόφαση που θα εκδοθεί προσωρινά εκτελεστή, να απαγγελθεί σε βάρος του εναγόμενου προσωπική κράτηση ενός έτους ως μέσο εκτέλεσης της απόφασης που θα εκδοθεί, λόγω της αδικοπραξίας του, και να καταδικασθεί ο εναγόμενος στη δικαστική της δαπάνη.
Με το ανωτέρω περιεχόμενο και αίτημα, η κρινόμενη αγωγή παραδεκτώς εισήχθη προς συζήτηση ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, το οποίο τυγχάνει καθ’ ύλην και κατά τόπον αρμόδιο (άρθρα 14 παρ. 2 και 22 του ΚΠολΔ) να εκδικάσει την υπό κρίση αγωγή, κατά την τακτική διαδικασία, είναι δε επαρκώς ορισμένη, καθόσον περιέχει όλα τα από τον νόμο, και δη από τα άρθρα 914, 932, 297 και 298 του ΑΚ σε συνδυασμό με το άρθρο 375 του ΠΚ απαιτούμενα στοιχεία, και συγκεκριμένα την παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του εναγόμενου συνισταμένη στην υπεξαίρεση, από την οποία προήλθε η ζημία της ενάγουσας, με την περιέλευση στην κατοχή του εναγόμενου, αφενός δυνάμει σύμβασης εντολής, του ένδικου συνολικού ποσού των 25.500,00 ευρώ που αυτός απέκτησε από την εκτέλεση των οδηγιών της ενάγουσας – εντολέα, καθώς και η εν τέλει μη απόδοση του ποσού αυτού στην ενάγουσα – εντολέα, παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις της, και η ιδιοποίηση αυτού από τον εναγόμενο, με την ενσωμάτωσή του στην περιουσία του, αφετέρου της ένδικης μοτοσυκλέτας, της οποίας η αξία ανερχόταν σε 2.500,00 ευρώ, κατά τον χρόνο της παράνομης ιδιοποίησης αυτής, επιπροσθέτως δε μνημονεύεται στην αγωγή η πρόκληση της περιουσιακής ζημίας της ενάγουσας – εντολέα κατά τα αντίστοιχα ποσά, η οποία συνδέεται αιτιωδώς με την ανωτέρω αδικοπρακτική συμπεριφορά του εναγόμενου. Επιπλέον η αγωγή είναι νόμιμη, ερειδόμενη στις αναφερόμενες στη μείζονα σκέψη διατάξεις των άρθρων 375 του ΠΚ, 297, 298, 330, 346, 713, 719, 914, 932 του ΑΚ, καθώς και των άρθρων 176, 907, 908 και 1047 του ΚΠολΔ, πλην του παρεπόμενου αιτήματος περί επιδίκασης τόκων από την 15.11.2015, ημερομηνία κατά την οποία η ενάγουσα έλαβε γνώση της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του εναγόμενου, αναφορικά με το κονδύλιο των 25.500,00 ευρώ, και από την 22.03.2018, ημερομηνία κατά την οποία η ενάγουσα κάλεσε τον εναγόμενο να της επιστρέψει το όχημα, αναφορικά με το κονδύλιο των 2.500,00 ευρώ, το οποίο είναι νόμιμο μόνο για το χρονικό διάστημα μετά την επίδοση της αγωγής, αφού στην ένδικη περίπτωση αποζημίωσης από αδικοπραξία, για την υπερημερία και την συνεπεία αυτής αξίωση τόκων, απαιτείται ρητή δικαστική ή εξώδικη όχληση, την οποία, όμως, ουδόλως επικαλέστηκε η ενάγουσα αναφορικά με τα ως άνω αγωγικά κονδύλια, ούτε υπέβαλε αντίστοιχο αίτημα επιδίκασης τόκων από συγκεκριμένη όχληση ή σε χρόνο μεταγενέστερο αυτής (βλ. ΑΠ 517/2023 ΝΟΜΟΣ). Σημειωτέον ότι, υπό τα εκτιθέμενα στην αγωγή, η ενάγουσα αγόρασε και παρέλαβε στην κατοχή της το ένδικο όχημα με παρακράτηση του δικαιώματος της κυριότητας από την δανείστρια Τράπεζα μέχρι την αποπληρωμή του τιμήματος, και ως εκ τούτου, αφού επικαλείται ότι είχε την κατοχή του οχήματος και το δικαίωμα προσδοκίας απόκτησης της κυριότητας αυτού μετά την αποπληρωμή του τιμήματος και αφού δεν επικαλείται ότι η δανείστρια Τράπεζα άσκησε το δικαίωμα υπαναχώρησης, νομιμοποιείται ενεργητικά στην έγερση της κρινόμενης αγωγής αναφορικά με την υπεξαίρεση του ένδικου οχήματος, καθόσον, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 297, 298, 532 και 914 του AΚ, στην περίπτωση βλάβης ή καταστροφής του πράγματος από παράνομη και υπαίτια πράξη τρίτου (αδικοπραξία) δικαίωμα αποζημίωσης έχει ο κάτοχος – αγοραστής, στον οποίο αυτό παραδόθηκε από τον πωλητή με τον όρο διατήρησης της κυριότητας μέχρι την αποπληρωμή του τιμήματος, αφού αυτός φέρει τον κίνδυνο από την παράδοση του πράγματος και έχει έναντι αυτού την υποχρέωση αποζημίωσης (βλ. ad hoc AΠ 809/1974 NoB 23. 337, ΕφΠατρ 363/2008 ΑχΝομ 2009. 83, ΕφΑθ 6685/2004 ΕλλΔνη 2005. 911, ΕφΠατρ 248/2003 ΑχΝομ 2004. 631, ΕφΑθ 1554/1996 ΕλλΔνη 1998. 603, με σημείωση Αθ. Κρητικού). Συνεπώς, πρέπει η αγωγή να εξεταστεί περαιτέρω κατ’ ουσίαν, δεδομένου ότι έχει καταβληθεί και το ανάλογο τέλος δικαστικού ενσήμου με τις νόμιμες προσαυξήσεις (βλ. το υπ’ αριθ. κωδικού ………….. ηλεκτρονικό παράβολο σε συνδυασμό με τη σχετικό αποδεικτικό πληρωμής ηλεκτρονικού παράβολου).
Από την υπ’ αριθ. ……/13.08.2019 ένορκη βεβαίωση ενώπιον της συμβολαιογράφου Ρόδου …………. της μάρτυρος …………, την υπ’ αριθ. ……/21.08.2019 ένορκη βεβαίωση ενώπιον της Ειρηνοδίκη Πειραιώς του μάρτυρος ……………. και την υπ’ αριθ. ………../05.11.2019 ένορκη βεβαίωση ενώπιον της Ειρηνοδίκη Αθηνών της μάρτυρος ……………, οι οποίες λήφθηκαν, με επιμέλεια της εφεσίβλητης – ενάγουσας, στα πλαίσια άλλων δικών μεταξύ των ίδιων διαδίκων και λαμβάνονται υπόψη για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (βλ. ΑΠ 5/2020 ΝΟΜΟΣ, ΕφΔωδ 29/2021 ΝΟΜΟΣ), από τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, τα οποία λαμβάνονται υπόψη όλα ανεξαιρέτως, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, καθώς και από τα διδάγματα της κοινής πείρας που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο (άρθρο 336 παρ. 4 του ΚΠολΔ βλ. ΑΠ 48/2009 ΝΟΜΟΣ), αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Οι διάδικοι τέλεσαν νόμιμο γάμο, στο ……… Ρόδου, την 29.12.2007, από τον οποίο απέκτησαν ένα ανήλικο τέκνο, τον ……….., που γεννήθηκε την 23.12.2014. Κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσής τους, οι διάδικοι εγκαταστάθηκαν σε οικία ιδιοκτησίας του εναγόμενου στον Πειραιά, επί της οδού …………., η οποία αποτέλεσε την οικογενειακή τους στέγη μέχρι και τον Νοέμβριο του έτους 2015, οπότε η έγγαμη συμβίωσή τους διασπάστηκε οριστικά και η ενάγουσα με το ανήλικο τέκνο τους μετοίκησε στην πατρική της οικία στο χωριό ………… Ρόδου. Ακολούθως, ο μεταξύ των διαδίκων γάμος λύθηκε συναινετικώς, δυνάμει της προσκομιζόμενης υπ’ αριθ. 1464/2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, διαδικασία εκούσιας δικαιοδοσίας. Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι τον Μάρτιο του έτους 2015 απεβίωσε στη Ρόδο ο πατέρας της ενάγουσας ………… και η ενάγουσα με το ανήλικο τέκνο των διαδίκων μετέβησαν στην πατρική της οικία στο χωριό ……. Ρόδου, προκειμένου να συμπαρασταθούν στην μητέρα της ενάγουσας ……….., στην οποία και διέμειναν συνεχώς από τον Ιούλιο μέχρι τον Οκτώβριο του έτους 2015, ενώ ο εναγόμενος διέμενε στην ανωτέρω συζυγική στέγη των διαδίκων στον Πειραιά, επί της οδού ………….. Αποδείχθηκε επίσης ότι η ενάγουσα τηρούσε στην ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία «……………..», τον υπ’ αριθ. …………. καταθετικό λογαριασμό με συνδικαιούχο την μητέρα της ………….., ο οποίος, την 04.07.2015, εμφάνιζε υπόλοιπο ποσού 42,42 ευρώ, καθώς και τον υπ’ αριθ. …………. κοινό λογαριασμό με συνδικαιούχο τον εναγόμενο, ο οποίος, την 04.07.2015, εμφάνιζε υπόλοιπο ποσού 374,00 ευρώ. Όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη κίνηση του υπ’ αριθ. ………. καταθετικού λογαριασμού με συνδικαιούχους την ενάγουσα και την μητέρα της ……………., την 04.07.2015 μεταφέρθηκε το ποσό των 7.500,00 ευρώ και την 05.07.2015 το ποσό των 10.000,00 ευρώ, ήτοι το συνολικό ποσό των 17.500,00 ευρώ, με αποτέλεσμα να εμφανίζει ο λογαριασμός υπόλοιπο ποσού 17.542,42 ευρώ, τα ποσά δε αυτά μεταφέρθηκαν από τον τηρούμενο στην ίδια ως άνω ανώνυμη τραπεζική εταιρεία υπ’ αριθ. ………… λογαριασμό ταμιευτηρίου με συνδικαιούχους τους γονείς της ενάγουσας, ……….., και την αδελφή της ενάγουσας …………. Επιπλέον, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη κίνηση του υπ’ αριθ. ………. κοινού λογαριασμού με συνδικαιούχους την ενάγουσα και τον εναγόμενο, την 05.07.2015, μεταφέρθηκε το ποσό των 8.000,00 ευρώ, με αποτέλεσμα να εμφανίζει ο λογαριασμός υπόλοιπο ποσού 8.374,24 ευρώ, από τον τηρούμενο στην ίδια ως άνω ανώνυμη τραπεζική εταιρεία υπ’ αριθ. ………… λογαριασμό ταμιευτηρίου με συνδικαιούχους τους γονείς της ενάγουσας, ……………., και την αδελφή της ενάγουσας ………… Αποδείχθηκε επίσης ότι το συνολικό ποσό των 25.500,00 ευρώ, που μεταφέρθηκε από τον ανωτέρω λογαριασμό με συνδικαιούχους τους γονείς και την αδελφή της ενάγουσας, προς τους ως άνω λογαριασμούς με συνδικαιούχο την ενάγουσα, συνιστούσε δωρεά της μητέρας της ενάγουσας προς την τελευταία, η οποία έλαβε χώρα σε κρίσιμη χρονική περίοδο, κατά την οποία η χώρα βρισκόταν σε σοβαρή οικονομική κρίση και είχαν επιβληθεί κεφαλαιακοί έλεγχοι, ενώ υπήρχε διάχυτη ανησυχία ότι κινδύνευαν οι τραπεζικοί λογαριασμοί που υπερέβαιναν συγκεκριμένα χρηματικά ποσά. Αμφότεροι οι ως άνω λογαριασμοί με συνδικαιούχο την ενάγουσα ήταν συνδεδεμένοι με την υπ’ αριθ. …………. χρεωστική κάρτα της ανωτέρω ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας, η οποία είχε εκδοθεί στο όνομα της ενάγουσας, πλην όμως βρισκόταν στην κατοχή του εναγόμενου συζύγου της, προκειμένου αυτός να την εξυπηρετεί, παρακολουθώντας την κίνηση των λογαριασμών και αναλαμβάνοντας χρηματικά ποσά, πάντοτε κατ’ εντολή της, προκειμένου να χρησιμοποιηθούν για τις οικογενειακές τους ανάγκες, με βάση την εσωτερική σχέση που συνέδεε τους διαδίκους σε σχέση με τους ανωτέρω λογαριασμούς, που ήταν αυτή της εντολής. Περιθώριο χρησιμοποίησης από τον εναγόμενο των χρηματικών ποσών από τους εν λόγω λογαριασμούς με συνδικαιούχο την ενάγουσα για άλλη αιτία, δεν κατέλειπε η στηριζόμενη στην εντολή εσωτερική σχέση μεταξύ των διαδίκων, πολλώ δε μάλλον για την πραγματοποίηση αγορών με τη χρήση της ως άνω χρεωστικής κάρτας, καθώς και αναλήψεων και μεταφορών σε λογαριασμούς τρίτων προσώπων. Εντούτοις αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος, ενεργώντας κατά παράβαση της σχέσης εντολής μεταξύ των διαδίκων και χωρίς τη συναίνεση της ενάγουσας – εντολέα, προέβη, με τη χρήση της ως άνω χρεωστικής κάρτας, κατά το χρονικό διάστημα από τον Ιούλιο έως και το Νοέμβριο του έτους 2015, αφενός σε αγορές, αφετέρου σε αναλήψεις και μεταφορές σε λογαριασμούς τρίτων προσώπων, διαφόρων χρηματικών ποσών συνολικού ύψους 25.500,00 ευρώ, εν αγνοία της ενάγουσας και χωρίς να έχει προηγουμένως εξασφαλίσει τη συναίνεσή της, ενεργώντας κατά παράβαση της σχέσης εντολής που τους συνέδεε, όλα δε τα ανωτέρω χρηματικά ποσά που περιήλθαν στην κατοχή του, ο εναγόμενος τα ενσωμάτωσε στην περιουσία του, ήτοι τα ιδιοποιήθηκε, δίχως να έχει νόμιμο προς τούτο δικαίωμα, και δεν απέδωσε τα ποσά αυτά στην ενάγουσα – εντολέα του, παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις της. Τα ποσά αυτά που προέκυψαν από τις τμηματικές αγορές, αναλήψεις και μεταφορές σε λογαριασμούς τρίτων προσώπων, στις οποίες προέβη ο εναγόμενος, κατά το χρονικό διάστημα από τον Ιούλιο έως και το Νοέμβριο του έτους 2015, ανέρχονται συνολικά σε 25.500,00 ευρώ, ο δε εναγόμενος δεν αμφισβήτησε ειδικώς ούτε το τελικό ύψος των ποσών αυτών, ούτε τα επιμέρους ποσά, και ως εκ τούτου η ζημία που υπέστη η ενάγουσα – εντολέας, εξαιτίας της μη διάθεσης των εν λόγω ποσών σύμφωνα με την εντολή της και την παράνομη ιδιοποίησή τους από τον εναγόμενο, διαπράττοντας το αδίκημα της υπεξαίρεσης, ανέρχεται στο ποσό των είκοσι πέντε χιλιάδων πεντακοσίων (25.500,00) ευρώ. Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσης των διαδίκων, το έτος 2010, η ενάγουσα αγόρασε και παρέλαβε στην κατοχή της μία μοτοσυκλέτα, με αριθμό κυκλοφορίας ……….., εργοστασίου κατασκευής SYM, 249 ίππων, χρώματος μαύρου, με παρακράτηση του δικαιώματος της κυριότητας μέχρι την αποπληρωμή του τιμήματος, από την ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία «………….», με την οποία συνήψε την υπ’ αριθ. …………. σύμβαση δανείου ποσού 3.800,00 ευρώ. Η ενάγουσα δεν υπήρξε συνεπής στην εκπλήρωση των υποχρεώσεών της από τη δανειακή σύμβαση και καθυστερούσε την καταβολή των οφειλόμενων δόσεων, για τον λόγο δε αυτό η ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία «………….» της επέδωσε την 24.04.2018 την προσκομιζόμενη από 23.03.2018 εξώδικη καταγγελία – πρόσκληση – δήλωση, με την οποία της γνωστοποίησε ότι προέβη στην καταγγελία της υπ’ αριθ. …………. σύμβασης καταναλωτικού δανείου και στο οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού του δανείου που εμφάνισε την 16.03.2018, χρεωστικό υπόλοιπο 1.329,44 ευρώ, το οποίο την κάλεσε να καταβάλει εντός προθεσμίας πέντε εργάσιμων ημερών. Αποδείχθηκε επίσης ότι ο εναγόμενος έκανε αποκλειστική χρήση της ως άνω μοτοσυκλέτας, αφού η ενάγουσα δεν κατείχε άδεια οδήγησης δίκυκλου, ούτε μπορούσε να οδηγήσει δίκυκλο, και για τον λόγο αυτό συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων να καταβάλει ο εναγόμενος το ποσό των 100,00 ευρώ μηνιαίως, για την αποπληρωμή του οφειλόμενου ως άνω ποσού από την υπ’ αριθ. …………… σύμβαση καταναλωτικού δανείου. Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου ότι ο εναγόμενος είχε στην κατοχή του το ανωτέρω όχημα και ότι έκανε αποκλειστική χρήση αυτού, ενισχύεται και από την προσκομιζόμενη υπ’ αριθ. ……/07.08.2017 πράξη επιβολής διοικητικών κυρώσεων του Διευθυντή της Υποδιεύθυνσης Τροχαίας Αθηνών, με την οποία επιβλήθηκε διοικητικό πρόστιμο ύψους 250,00 ευρώ σε βάρος της ενάγουσας ως ιδιοκτήτριας του οχήματος και διοικητικό πρόστιμο ύψους 250,00 ευρώ σε βάρος του εναγόμενου ως οδηγού του οχήματος, καθώς και αφαίρεση της άδειας ικανότητας οδηγού και των στοιχείων κυκλοφορίας (άδειας και πινακίδας κυκλοφορίας) του οχήματος, διότι ο εναγόμενος κατελήφθη την 09.05.2017, στην Αθήνα, να οδηγεί τη με αριθμό κυκλοφορίας ……….. μοτοσυκλέτα, χωρίς να είναι εφοδιασμένη με ειδικό σήμα ασφάλισης, κατά παράβαση του άρθρου 14 του Ν. 4286/2014. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος δεν τήρησε τα συμφωνηθέντα μεταξύ των διαδίκων και ακολούθως η ενάγουσα τον κάλεσε μέσω του προσκομιζόμενου 21.03.2018 μηνύματος ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, να της επιστρέψει το όχημα, το οποίο βρισκόταν στην κατοχή του, μέχρι την 30.03.2018, πλην όμως αυτός αρνήθηκε και το ενσωμάτωσε στην περιουσία του, ήτοι το ιδιοποιήθηκε, δίχως να έχει νόμιμο προς τούτο δικαίωμα, η δε ζημία που υπέστη η ενάγουσα συνίσταται στην εμπορική αξία της μοτοσικλέτας κατά το χρόνο της υπεξαίρεσης, ανερχόμενη, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, στο ποσό των χιλίων (1.000,00) ευρώ. Επισημαίνεται ότι δυνάμει της υπ’ αριθ. 311/2023 απόφασης του Α’ Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, ο εναγόμενος κηρύχθηκε ένοχος της αξιόποινης πράξης της υπεξαίρεσης του ως άνω οχήματος και καταδικάσθηκε σε ποινή φυλάκισης δέκα μηνών, η οποία ανεστάλη επί τριετία, ενώ δυνάμει της υπ’ αριθ. 1880/2024 απόφασης του Α’ Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς απορρίφθηκε η έφεσή του ως εκπροθέσμως ασκηθείσα. Κατόπιν των αποδειχθέντων ως άνω πραγματικών περιστατικών προέκυψε ότι η ενάγουσα δικαιούται να λάβει χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη από την παράνομη και υπαίτια προσβολή του δικαιώματος στην προσωπικότητά της, εξαιτίας της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του εναγόμενου που συνίσταται στην τέλεση σε βάρος αυτής της αξιόποινης πράξης της υπεξαίρεσης, που συνιστά και αδικοπραξία, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 914 του ΑΚ. Συνεπώς, η ενάγουσα δικαιούται να λάβει από τον εναγόμενο, ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη, εξαιτίας της προσβολής της προσωπικότητάς της, το ποσό των χιλίων (1.000,00) ευρώ, το οποίο είναι, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, εύλογο και σύμφωνο με την αρχή της αναλογικότητας, καθώς δεν υπερβαίνει καταφανώς, ούτε υπολείπεται του ποσού που επιδικάζεται συνήθως σε παρόμοιες περιπτώσεις (βλ. ΟλΑΠ 9/2015 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 491/2015 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 531/2014 ΝΟΜΟΣ, ΕφΛαμ 8/2018 ΝΟΜΟΣ), λαμβανομένων υπόψη των κατά νόμο στοιχείων, και ειδικότερα των συνθηκών υπό τις οποίες έλαβε χώρα η προσβολή της προσωπικότητας της ενάγουσας, της υπαιτιότητας του εναγόμενου, του είδους και της φύσης της προσβολής της ενάγουσας, της ηλικίας αυτής κατά τον χρόνο της αδικοπραξίας, της ψυχικής ταλαιπωρίας της, σε συνδυασμό με την κοινωνική θέση των εμπλεκόμενων φυσικών προσώπων και την οικονομική τους κατάσταση. Κατόπιν τούτων, πρέπει η κρινόμενη αγωγή να γίνει εν μέρει δεκτή ως και κατ’ ουσίαν βάσιμη και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των είκοσι επτά χιλιάδων πεντακοσίων ευρώ (27.500,00 ευρώ), με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από την επίδοση της αγωγής, και μέχρι την ολοσχερή εξόφληση. Το αίτημα περί απαγγελίας προσωπικής κράτησης σε βάρος του εναγόμενου, κρίνεται αβάσιμο και απορριπτέο, καθόσον σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1047 παρ. 2 του ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 62 του Ν. 3994/2011, δεν διατάσσεται προσωπική κράτηση για απαίτηση δικαστικών εξόδων που επιδικάστηκαν από πολιτικό δικαστήριο ή για απαίτηση μικρότερη από τριάντα χιλιάδες (30.000) ευρώ, και ως εκ τούτου η επιδικασθείσα απαίτηση δεν είναι δεκτική απαγγελίας προσωπικής κρατήσεως ως μέσου αναγκαστικής εκτέλεσης (ΑΠ 26/2018 ΝΟΜΟΣ). Επίσης, δεδομένου ότι η ένδικη έφεση γίνεται δεκτή, πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ, να διαταχθεί η επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου της έφεσης στον εκκαλούντα – εναγόμενο. Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί ο εκκαλών – εναγόμενος σε μέρος των δικαστικών εξόδων της εφεσίβλητης – ενάγουσας και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, λόγω της εν μέρει νίκης της (άρθρα 183 και 178 του ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων, την από 03.02.2025 έφεση κατά της υπ’ αριθ. 357/2023 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που εκδόθηκε ερήμην του εναγόμενου, κατά την τακτική διαδικασία.
Δέχεται τυπικά και κατ’ ουσίαν την έφεση.
Εξαφανίζει την υπ’ αριθ. 357/2023 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς.
Κρατεί την υπόθεση και δικάζει την από 14.08.2019 και με αριθμό κατάθεσης γενικό ……/2019 και ειδικό …./2019 αγωγή.
Απορρίπτει ότι στο σκεπτικό κρίθηκε ως απορριπτέο.
Δέχεται εν μέρει την αγωγή.
Υποχρεώνει τον εναγόμενο να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των είκοσι επτά χιλιάδων πεντακοσίων (27.500,00) ευρώ, με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από την επίδοση της αγωγής, και μέχρι την ολοσχερή εξόφληση.
Διατάσσει την επιστροφή στον εκκαλούντα – εναγόμενο του παράβολου που κατατέθηκε στην Γραμματέα του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου με το υπ’ αριθ. ………./2025 ηλεκτρονικό παράβολο, ποσού 100,00 ευρώ.
Καταδικάζει τον εκκαλούντα – εναγόμενο σε μέρος των δικαστικών εξόδων της εφεσίβλητης – ενάγουσας και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων (1.000,00) ευρώ.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου, στον Πειραιά, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση, στις 10.03.2026, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων τους δικηγόρων.
Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ