ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
Αριθμός απόφασης 176/2026
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
ΤΜΗΜΑ 2ο
Αποτελούμενο από την Δικαστή Ιωάννα Μάμαλη, Εφέτη και από την Γραμματέα Ε.Δ.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στον Πειραιά, στις ………….., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Α. Του εκκαλούντος – ενάγοντος: ………., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Νασιόπουλο (ΑΜ …….. Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών).
Του εφεσίβλητου – εναγόμενου: ………., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Παταλά (ΑΜ ……… Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών).
Β. Του εκκαλούντος – εναγόμενου: ………., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Παταλά (ΑΜ ……. Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών).
Του εφεσίβλητου – ενάγοντος: …………, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Νασιόπουλο (ΑΜ ……. Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών).
Ο ενάγων ζήτησε να γίνει δεκτή η από 11.04.2024 και με αριθμό κατάθεσης γενικό …./2024 και ειδικό ……/2024 αγωγή του, τακτικής διαδικασίας, την οποία άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς. Το ως άνω Δικαστήριο με την υπ’ αριθ. 3912/2025 απόφασή του, έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή. Την απόφαση αυτή εκκαλούν: (Α) Ο εκκαλών – ενάγων με την από 19.09.2025 έφεσή του που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς με αριθμό γενικό …/25.09.2025 και ειδικό …./25.09.2025 και προσδιορίστηκε ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς με αριθμό κατάθεσης γενικό …./25.09.2025 και ειδικό …./25.09.2025, για τη δικάσιμο που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας και γράφτηκε στο πινάκιο, και (Β) Ο εκκαλών – εναγόμενος με την από 25.10.2025 έφεσή του που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς με αριθμό γενικό …/26.10.2025 και ειδικό …./26.10.2025, προσδιορίστηκε ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς με αριθμό κατάθεσης γενικό …./29.10.2025 και ειδικό …./29.10.2025, για τη δικάσιμο που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας και γράφτηκε στο πινάκιο.
Κατά τη συζήτηση των υποθέσεων στο ακροατήριο και την εκφώνησή τους από τη σειρά του οικείου πινακίου, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο, αλλά προκατέθεσαν δηλώσεις κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ και έγγραφες προτάσεις, ζητώντας να γίνουν δεκτά όσα σ’ αυτές αναφέρονται.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 246 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο, σε κάθε στάση της δίκης, μπορεί, αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου, να διατάξει την ένωση και συνεκδίκαση περισσότερων εκκρεμών ενώπιον του δικών ανάμεσα στους ίδιους ή διαφορετικούς διαδίκους, αν υπάγονται στην ίδια διαδικασία και κατά την κρίση του διευκολύνεται ή επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης ή επέρχεται μείωση των εξόδων (βλ. ΑΠ 876/1996 ΕλλΔνη 1996. 1562, ΕφΑθ 2527/2009 ΕλλΔνη 2011. 200). Ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου εκκρεμούν οι από 19.09.2025 και από 25.10.2025, αντίστοιχα, υπό στοιχεία Α’ και Β’ εφέσεις, κατά της υπ’ αριθ. 3912/2025 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που δίκασε κατά την τακτική διαδικασία, οι οποίες (εφέσεις) πρέπει να συνεκδικαστούν, λόγω της μεταξύ τους συνάφειας, αφού στρέφονται κατά της ίδιας απόφασης και αναφέρονται στο ίδιο βιοτικό συμβάν, και, επιπρόσθετα, διότι με αυτό τον τρόπο διευκολύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων κατ’ άρθρο 246 του ΚΠολΔ.
Οι ένδικες υπό στοιχεία Α’ και Β’ εφέσεις κατά της υπ’ αριθ. 3912/2025 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, και με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η από 11.04.2024 και με αριθμό κατάθεσης γενικό …../2024 και ειδικό ……./2024 αγωγή, έχουν ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 495 παρ. 1-2, 498, 511, 513 παρ. 1 β’, 516 παρ.1, 517 και 518 παρ. 2 του ΚΠολΔ, όπως ισχύουν μετά την τροποποίησή τους με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015, καθόσον οι εφέσεις ασκήθηκαν μετά την 01.01.2016), εφόσον δεν προκύπτει από τα έγγραφα που προσκομίζονται, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται ότι έχει χωρήσει επίδοση της εκκαλουμένης απόφασης, η μεν κρινόμενη υπό στοιχείο Α’ από 19.09.2025 έφεση κατατέθηκε στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου την 25.09.2025, όπως προκύπτει από την πράξη κατάθεσης έφεσης με αριθμό γενικό ……../25.09.2025 και ειδικό …../25.09.2025 της γραμματέως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς που έχει επισυναφθεί στην ένδικη έφεση, η δε κρινόμενη υπό στοιχείο Β’ από 25.10.2025 έφεση κατατέθηκε στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου την 26.10.2025, όπως προκύπτει από την πράξη κατάθεσης έφεσης με αριθμό γενικό …./26.10.2025 και ειδικό …../26.10.2025, ήτοι εντός της προθεσμίας των δύο ετών από τη δημοσίευση της εκκαλουμένης απόφασης την 29.08.2025.
Ο ενάγων στην από 11.04.2024 και με αριθμό κατάθεσης γενικό …./2024 και ειδικό ……./2024 αγωγή του, τακτικής διαδικασίας, την οποία άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, εξέθετε ότι ο εναγόμενος προσέβαλε παρανόμως και υπαιτίως το δικαίωμα στην προσωπικότητά του με αδικοπρακτική συμπεριφορά που συνίσταται στην τέλεση σε βάρος του των αξιόποινων πράξεων της απειλής και της επικίνδυνης σωματικής βλάβης, και ειδικότερα ότι την 26.04.2019, στη Νίκαια Αττικής, ο εναγόμενος, ο οποίος διατηρεί ανθοπωλείο έξω από το …. Νεκροταφείο …, προκάλεσε στον ενάγοντα, δημοτικό υπάλληλο του Δήμου Αθηναίων που εκτελούσε τα καθήκοντά του ως φύλακας της κεντρικής πύλης του …… Νεκροταφείου ……, τρόμο και ανησυχία απειλώντας τον με βία και συγκεκριμένα με τη φράση «μέχρι το βράδυ θα σε έχω καθαρίσει, θα σε πυροβολήσω με όπλο», επιπλέον δε επιτέθηκε στον ενάγοντα χτυπώντας τον με το κεφάλι του στο πρόσωπο και με γροθιά στο αριστερό μάτι, προκαλώντας σε αυτόν θλαστικές εκχυμώσεις των βλεφάρων του αριστερού οφθαλμού μετά συνοδού υποσφάγματος του επιπεφυκότος αυτού, οίδημα των μαλακών μορίων μετά συνοδού εκχυμώσεως της αριστερής ζυγωματοπαρειακής χώρας, ενώ η πράξη αυτή του εναγόμενου, λόγω του τρόπου με τον οποίο τελέστηκε και του σημείου που έπληξε (χτύπημα με το κεφάλι στο πρόσωπο και με γροθιά στο μάτι), μπορούσε να προκαλέσει στον ενάγοντα βαριά σωματική βλάβη, ότι μεταφέρθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Ελευσίνας Θριάσιο όπου υποβλήθηκε σε εξετάσεις και διαπιστώθηκε ότι υπέστη ρωγμώδες κάταγμα οροφής αριστερού οφθαλμικού κόγχου χωρίς παρεκτόπιση, ενώ του χορηγήθηκε αναρρωτική άδεια διάρκειας είκοσι ημερών. Με βάση αυτό το ιστορικό ζήτησε, μετά από παραδεκτό κατ’ άρθρα 223, 295 και 297 του ΚΠολΔ περιορισμό του αγωγικού αιτήματος από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, με δήλωση του πληρεξούσιου δικηγόρου του που περιλαμβάνεται στις έγγραφες προτάσεις του ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, να αναγνωρισθεί η υποχρέωση του εναγόμενου να του καταβάλει το ποσό των 29.000,00 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που αυτός υπέστη από την προαναφερόμενη αδικοπρακτική συμπεριφορά του, με το νόμιμο τόκο από την ημερομηνία τέλεσης της αδικοπραξίας, ήτοι την 26.04.2019, άλλως από την επίδοση της αγωγής έως την εξόφληση και να καταδικασθεί αυτός στην καταβολή της δικαστικής του δαπάνης. Το ως άνω Δικαστήριο με την υπ’ αριθ. 3912/2025 οριστική απόφασή του, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, αφού έκρινε την αγωγή ορισμένη και νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 299, 330 εδ. α’, 346, 914, 932 του ΑΚ και 309-308 παρ. 1, 333, 361 του ΠΚ, 68, 70, 176, 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ, πλην του παρεπόμενου αιτήματος επιδίκασης τόκων από την ημερομηνία τέλεσης της αδικοπραξίας, το οποίο κρίθηκε μη νόμιμο, στη συνέχεια έκανε την αγωγή εν μέρει δεκτή ως και ουσιαστικά βάσιμη και αναγνώρισε την υποχρέωση του εναγόμενου να καταβάλει στον ενάγοντα, ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση, το ποσό των 3.000,00 ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής έως την εξόφληση, και καταδίκασε τον εναγόμενο στην καταβολή μέρους των δικαστικών εξόδων του ενάγοντος. Κατά της απόφασης αυτής παραπονούνται: (Α) Ο εκκαλών – ενάγων κατά το σκέλος κατά το οποίο ηττήθηκε πρωτοδίκως αναφορικά με το ύψος της επιδικασθείσας σ’ αυτόν χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, με την από 19.09.2025 έφεσή του για τους περιεχόμενους σε αυτήν λόγους, που ανάγονται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και σε πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων και ζητεί την εξαφάνισή της, με σκοπό να γίνει δεκτή η αγωγή του στο σύνολό της και (Β) Ο ηττηθείς πρωτοδίκως εκκαλών – εναγόμενος, με την από 25.10.2025 έφεσή του για τους περιεχόμενους σε αυτήν λόγους, που ανάγονται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και σε πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων και ζητεί την εξαφάνισή της, με σκοπό να απορριφθεί η εναντίον του αγωγή
Κατά το άρθρο 57 του ΑΚ, όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητα του έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον, κατά δε το άρθρο 59 του ΑΚ στις περιπτώσεις των δύο προηγουμένων άρθρων το Δικαστήριο με την απόφαση του, ύστερα από αίτηση αυτού που έχει προσβληθεί και αφού λάβει υπόψη το είδος της προσβολής, μπορεί επιπλέον να καταδικάσει τον υπαίτιο σε ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης αυτού που έχει προσβληθεί. Η ικανοποίηση συνίσταται σε πληρωμή χρηματικού ποσού, σε δημοσίευμα ή σε οτιδήποτε επιβάλλεται από τις περιστάσεις. Από τις ως άνω διατάξεις προκύπτει ότι προϋποθέσεις για την εφαρμογή των διατάξεων τούτων είναι: α) η προσβολή του δικαιώματος της προσωπικότητας, η οποία προκαλείται με οποιαδήποτε πράξη ή παράλειψη τρίτου με την οποία διαταράσσεται η κατάσταση που υπάρχει σε μια ή περισσότερες εκδηλώσεις της σωματικής, ψυχικής, πνευματικής και κοινωνικής ατομικότητας του βλαπτομένου κατά τη στιγμή της προσβολής, β) η προσβολή να είναι παράνομη, πράγμα που συμβαίνει όταν η προσβολή γίνεται χωρίς δικαίωμα ή κατ’ ενάσκηση μεν δικαιώματος, το οποίο όμως είναι από άποψη έννομης τάξης μικρότερης σπουδαιότητας, είτε ασκείται υπό περιστάσεις που καθιστούν την άσκηση αυτού καταχρηστική, σύμφωνα με το άρθρο 281 του ΑΚ ή το άρθρο 25 παρ. 3 του Συντάγματος και γ) για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης και πταίσμα του προσβολέα (ΟλΑΠ 8/2008 ΝΟΜΟΣ). Από δε τη διάταξη του άρθρου 914 του ΑΚ, που ορίζει ότι όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 297, 298 και 330 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι προϋποθέσεις της υποχρέωσης προς αποζημίωση, είναι: 1) ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), 2) παράνομος χαρακτήρας της πράξης ή παράλειψης, 3) υπαιτιότητα και 4) πρόσφορος αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς (νόμιμου λόγου ευθύνης) και αποτελέσματος (ζημίας). Ο αιτιώδης σύνδεσμος, υπάρχει όταν το επιζήμιο γεγονός κατά το χρόνο και με τους όρους που έλαβε χώρα ήταν ικανό, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων και χωρίς την μεσολάβηση άλλου περιστατικού, να επιφέρει τη βλάβη που επήλθε, πράγματι δε επέφερε τη βλάβη αυτή στη συγκεκριμένη περίπτωση. Ως παράνομη νοείται η συμπεριφορά εκείνη, η οποία αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, που απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, και η οποία μπορεί να συνίσταται σε ενέργεια ή παράλειψη του δράστη, χωρίς να ενδιαφέρει το τμήμα του δικαίου στο οποίο βρίσκεται η διάταξη, που απαγορεύει την προσβολή (ΑΠ 496/2021 ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ 966/2022 ΝΟΜΟΣ, ΕφΠατρ 22/2022 ΝΟΜΟΣ). Τέτοια προσβολή δύναται να επέλθει και από ποινικά κολάσιμη πράξη, όπως από τις προβλεπόμενες στις διατάξεις των άρθρων 308 επ. του ΠΚ. Σύμφωνα με την τελευταία αυτή διάταξη, όποιος προξενεί σε άλλον σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας του, τιμωρείται με φυλάκιση έως δύο ετών ή χρηματική ποινή, ενώ κατά την διάταξη του άρθρου 309 του ΠΚ, αν η πράξη του άρθρου 308 του ΠΚ τελέσθηκε με τρόπο που μπορούσε να προκαλέσει στον παθόντα κίνδυνο ζωής ή βαριά σωματική βλάβη, επιβάλλεται φυλάκιση έως τρία έτη. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της σωματικής βλάβης απαιτείται πρόκληση σωματικής κάκωσης ή βλάβης της υγείας άλλου και δόλος του δράστη κατευθυνόμενος στην παραγωγή αυτών των αποτελεσμάτων, ενώ η αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της επικίνδυνης σωματικής βλάβης συνίσταται στην πρόκληση της κατά το άρθρο 308 παρ. 1 του ΠΚ σωματικής βλάβης κατά τρόπο που μπορούσε να προκαλέσει κίνδυνο για τη ζωή του παθόντος ή βαριά σωματική βλάβη. Για τη στοιχειοθέτηση του αδικήματος αυτού αρκεί αντικειμενικά, και όχι κατά την υποκειμενική αντίληψη των μερών, να προκύπτει κίνδυνος της ζωής ή βαριά σωματική βλάβη, χωρίς, δηλαδή να αξιολογείται το επελθόν αποτέλεσμα, αλλά η δυνατότητα επέλευσής του, που έγκειται κυρίως στον τρόπο ενέργειας, το ευπαθές ή μη του πληγέντος τμήματος του ανθρώπινου σώματος, την προσφορότητα του μέσου κτλ. Για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της επικίνδυνης σωματικής βλάβης απαιτείται δόλος, δηλαδή γνώση της αφηρημένης δυνατότητας του κινδύνου της ζωής ή της βαριάς σωματικής βλάβης και θέληση του υπαιτίου να προξενήσει σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας, χωρίς να απαιτείται ιδιαίτερη εξειδίκευση του δόλου, αρκεί αυτός να προκύπτει από τα δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά (ΑΠ 956/2019 ΝΟΜΟΣ, ΕφΑιγ 1/2021 ΝΟΜΟΣ, ΕφΔωδ 234/2020 ΝΟΜΟΣ). Εξάλλου, κατά το άρθρο 932 του ΑΚ σε συνδυασμό με το άρθρο 299 του ΑΚ, σε περίπτωση αδικοπραξίας το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι παρέχεται στο Δικαστήριο η δικανική ευχέρεια, ύστερα από εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών που οι διάδικοι θέτουν υπόψη του, όπως του βαθμού πταίσματος του υπόχρεου, του είδους της προσβολής, της περιουσιακής και της κοινωνικής κατάστασης των μερών κλπ., και με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, να επιδικάσει ή όχι χρηματική ικανοποίηση, αν κρίνει ότι επήλθε στον αδικηθέντα ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, να καθορίσει δε συγχρόνως και το ποσό αυτής που θεωρεί εύλογο. Ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου, η σχετική κρίση του οποίου δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ) και χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να νοηθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου για έλλειψη νόμιμης βάσης. Το δε άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος, εισάγοντας ως νομικό κανόνα την «αρχή της αναλογικότητας», επιβάλλει σε όλα τα κρατικά όργανα, συνεπώς και τα δικαιοδοτικά, κατά τη στάθμιση των εκατέρωθεν δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, να λαμβάνουν υπόψη τους την εκάστοτε αντιστοιχία μεταξύ των χρησιμοποιούμενων μέσων και του σκοπού που επιδιώκεται εκάστοτε (ΟλΑΠ 43/2005 ΝΟΜΟΣ). Έτσι, σε περίπτωση προσδιορισμού του ποσού της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, το Δικαστήριο της ουσίας δεν πρέπει μεν να υποβαθμίζει την απαξία της πράξης επιδικάζοντας χαμηλό ποσό, όμως συγχρόνως δεν πρέπει, με ακραίες εκτιμήσεις, να καταλήγει σε εξουθένωση του ενός μέρους και αντίστοιχο υπέρμετρο πλουτισμό του άλλου, διότι τούτο υπερακοντίζει το σκοπό που επιδίωξε ο νομοθέτης, ήτοι την αποκατάσταση της τρωθείσας δια της αδικοπραξίας κοινωνικής ειρήνης. Ενόψει όλων αυτών η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς το ύψος του ποσού της επιδικασθείσας χρηματικής ικανοποίησης, πρέπει να ελέγχεται αναιρετικά, για το αν παραβιάζεται ευθέως ή εκ πλαγίου (άρθρο 559 του ΚΠολΔ αναλόγως από τους αρ. 1 ή 19), η αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 2 παρ. 1 και 25 του Συντάγματος) υπό την προεκτεθείσα έννοια, αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση από το δικαστήριο της ουσίας των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας (ΟλΑΠ 9/2015 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 2/2020 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 12/2020 ΝΟΜΟΣ). Για τον προσδιορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης λαμβάνονται υπόψη, μεταξύ άλλων, το είδος της προσβολής, η έκταση της βλάβης, οι συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, η βαρύτητα του πταίσματος, η περιουσιακή και κοινωνική κατάσταση των μερών και κυρίως του παθόντος, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του παθόντος, οι προσωπικές σχέσεις των μερών (ηλικία, φύλο κλπ.), η συμπεριφορά του υπευθύνου μετά την αδικοπραξία κλπ. (ΜονΕφΠειρ 416/2016 ΝΟΜΟΣ). Ακολούθως, στην αγωγή με την οποία ζητείται η επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, την οποία υπέστη ο ενάγων από τη μείωση της προσωπικότητάς του, αρκεί να αναφέρεται το είδος της προσβολής, η παράνομη πράξη που την προκάλεσε, ο αιτιώδης σύνδεσμός της με αυτήν, καθώς και ότι ο προσβάλλων τελούσε σε υπαιτιότητα. Ειδικότεροι, όμως, προσδιορισμοί, όπως είναι η έκταση της βλάβης που υπέστη ο παθών, η βαρύτητα του πταίσματος του υπαιτίου, καθώς και οι συμπαρομαρτούσες συνθήκες, δηλαδή η περιουσιακή κατάσταση των διαδίκων, η κοινωνική τους θέση, οι προσωπικές σχέσεις των διαδίκων, ο ποινικός χαρακτήρας της πράξης του υπαιτίου κλπ., αποτελούν είτε ιδιότητες των στοιχείων που συνθέτουν την ιστορική βάση της αγωγής (έκταση βλάβης, βαρύτητα πταίσματος), είτε περιστατικά που λαμβάνονται υπόψη για να καθοριστεί το εύλογο χρηματικό ποσό για την ικανοποίηση του παθόντος (συμπαρομαρτούσες συνθήκες). Δηλαδή δεν αποτελούν ίδια και αυτοτελή στοιχεία, ώστε η παράθεση τους να είναι απαραίτητη για την πληρότητα της αγωγής, ούτε περί τούτων διατάσσεται απόδειξη, αλλά το Δικαστήριο αποφαίνεται για αυτά κατά κρίση ελεύθερη και μη υποκείμενη σε αναιρετικό έλεγχο (ΜονΕφΠειρ 245/2016 ΝΟΜΟΣ). Στην προκειμένη περίπτωση, η ένδικη αγωγή που αφορά στην προσβολή της προσωπικότητας του ενάγοντος, τυγχάνει πλήρως ορισμένη, αφού περιλάμβανε όλα τα απαιτούμενα κατά νόμο στοιχεία για το ορισμένο αυτής, και ειδικότερα περιγράφονταν με σαφήνεια και πληρότητα η παράνομη αδικοπρακτική συμπεριφορά του εναγόμενου, η υπαιτιότητα αυτού, οι συνέπειες αυτής της συμπεριφοράς στο πρόσωπο του ενάγοντος, η ζημία που υπέστη ο τελευταίος, καθώς και ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της συμπεριφοράς του εναγόμενου και της ζημίας του ενάγοντος. Ειδικότερα, περιγράφονταν αναλυτικά, με αναφορά σε συγκεκριμένο τόπο και χρόνο, όλα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία συνιστούσαν την παράνομη και υπαίτια προσβολή του δικαιώματος του ενάγοντος στην προσωπικότητά του, εξαιτίας της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του εναγόμενου σε βάρος του, που συνίσταται στην τέλεση, την 26.04.2019, στη Νίκαια Αττικής, των αξιόποινων πράξεων της απειλής και της επικίνδυνης σωματικής βλάβης. Κατόπιν τούτων, ο ισχυρισμός του εκκαλούντος – εναγόμενου περί αοριστίας της ένδικης αγωγής διότι δεν αναφέρεται σ’ αυτήν και δεν εξειδικεύεται η ηθική βλάβη που υπέστη ο ενάγων, ο οποίος προβλήθηκε πρωτοδίκως και επαναφέρθηκε με το πρώτο σκέλος του τρίτου λόγου της υπό στοιχείο Β’ από 25.10.2025 έφεσης, ορθώς απορρίφθηκε με την εκκαλουμένη απόφαση, και ως εκ τούτου το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο, και συνεπώς ο λόγος αυτός της υπό στοιχείο Β’ από 25.10.2025 έφεσης κρίνεται αβάσιμος και απορριπτέος.
Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 281 του ΑΚ, που εφαρμόζεται σε όλα τα δικαιώματα του ιδιωτικού δικαίου, είτε πηγάζουν άμεσα από το νόμο, είτε από δικαιοπραξία, είτε προέρχονται από κανόνες ενδοτικού δικαίου, είτε από κανόνες δημόσιας τάξης, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε, κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, δεν καθιστούν ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου για το δίκαιο και την ηθική, αφού τείνει στην ανατροπή κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο. Απαιτείται, δηλαδή, για να χαρακτηριστεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από τη συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με τη δική του (υπόχρεου) συμπεριφορά, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του (ΑΠ 1165/2019 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 529/2017 ΝΟΜΟΣ). Από τις ίδιες διατάξεις του άρθρου 281 του ΑΚ, σε συνδυασμό προς εκείνη του άρθρου 262 παρ. 1 του ΚΠολΔ, συνάγεται ότι για το παραδεκτό της ένστασης περί καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος από την άποψη χρόνου προβολής της, πρέπει, κατά την πρώτη πρωτοβάθμια συζήτηση της υπόθεσης, να προβάλλονται τα περιστατικά που συγκροτούν την κατάχρηση δικαιώματος από το διάδικο κατά του οποίου ασκείται το δικαίωμα, συγχρόνως δε, να γίνεται επίκληση από τον ενιστάμενο του γεγονότος ότι τα περιστατικά αυτά καθιστούν καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος και να διατυπώνεται αίτημα απόρριψης της αγωγής για την αιτία αυτή, διαφορετικά η ένσταση είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη (ΑΠ 1215/2021 ΝΟΜΟΣ, ΜονΕφΑθ 4264/2022 ΝΟΜΟΣ). Στην προκειμένη περίπτωση, ο εκκαλών – εναγόμενος με τον δεύτερο λόγο της υπό στοιχείο Β’ από 25.10.2025 έφεσής του επαναφέρει την υποβληθείσα και πρωτοδίκως ένστασή του περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος του ενάγοντος επικαλούμενος ότι καίτοι το ένδικο περιστατικό έλαβε χώρα την 26.04.2019, ο ενάγων προέβη στην άσκηση της κρινόμενης αγωγής το έτος 2024, λίγο πριν τη συμπλήρωση της πενταετούς παραγραφής της αξίωσής του, με απώτερο σκοπό την ψυχική ταλαιπωρία του, τον διασυρμό του με μηνύσεις και αγωγές και την οικονομική του επιβάρυνση, ζητώντας υπέρογκα ποσά για χρηματική ικανοποίηση της ηθικής του βλάβης, χωρίς να λαμβάνει υπόψη του τη δυσμενή οικονομική του κατάσταση, η οποία και τον οδήγησε στις ένδικες παρορμητικές πράξεις. Ο ισχυρισμός αυτός ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμος με την εκκαλουμένη απόφαση, και ως εκ τούτου το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο, και ο δεύτερος πρώτος λόγος της υπό στοιχείο Β’ από 25.10.2025 έφεσης κρίνεται αβάσιμος και απορριπτέος, καθόσον τα περιεχόμενα σε αυτόν πραγματικά περιστατικά, και αληθή υποτιθέμενα, δεν δύναται να συγκροτήσουν το πραγματικό της διάταξης του άρθρου 281 του ΑΚ, καθόσον δεν είναι ικανά να θεμελιώσουν καταχρηστική άσκηση του ενδίκου δικαιώματος, ούτε καθιστούν μη ανεκτή, κατά τις αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου για το δίκαιο και την ηθική, την έγερση της ένδικης αξίωσης του ενάγοντος. Ειδικότερα, ο εναγόμενος δεν επικαλείται συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά από τα οποία να προκύπτει ότι η συμπεριφορά του ενάγοντος που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε, κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε μέχρι την άσκηση της κρινόμενης αγωγής, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκηση της ένδικης αξίωσής του, αφού τείνουν στην ανατροπή κατάστασης που δημιουργήθηκε και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγονται επαχθείς συνέπειες για τον ίδιο. Αντιθέτως δε επικαλείται μόνο την πάροδο χρονικού διαστήματος πέντε περίπου ετών μετά το επεισόδιο, συνεπεία του οποίου φέρεται να γεννήθηκε η ένδικη αξίωση του ενάγοντος, καθώς και τις δυσμενείς για τον ίδιο οικονομικές συνέπειες, λόγω της άσκησης της κρινόμενης αγωγής, περιστατικά, όμως, που δεν κρίνονται επαρκή ώστε να καταστήσουν καταχρηστική την άσκηση του ένδικου δικαιώματος του ενάγοντος.
Από όλα τα έγγραφα που προσκομίζονται μετ’ επικλήσεως από τους διαδίκους και λαμβάνονται υπόψη είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, για ορισμένα εκ των οποίων γίνεται κατωτέρω μνεία, χωρίς να παραλείπεται κανένα από την εκτίμηση της ουσίας της διαφοράς, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και τα έγγραφα της ποινικής δικογραφίας, τα οποία εκτιμώνται ελευθέρως στην προκειμένη δίκη ως δικαστικά τεκμήρια (βλ. ΑΠ 681/2021 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1656/2017 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1396/2015 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 325/2009 ΝΟΜΟΣ), σε συνδυασμό και με τα νέα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά προσκομίζονται το πρώτον ενώπιον του παρόντος δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου κατ’ άρθρο 529 παρ. 1 του ΚΠολΔ, και λαμβάνονται υπόψη, αφού δεν συντρέχουν εν προκειμένω οι κατά την παρ. 2 του άρθρου 529 του ΚΠολΔ λόγοι απόκρουσής τους, και, τέλος, από τα διδάγματα της κοινής πείρας που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο ενάγων είναι δημοτικός υπάλληλος του Δήμου Αθηναίων και την 26.04.2019, Μεγάλη Παρασκευή, εκτελούσε καθήκοντα φύλακα της κεντρικής πύλης του … Νεκροταφείου …….., με ωράριο από την 07.30 έως την 13.30. Κατόπιν σχετικού αιτήματος του Δήμου Αθηναίων προς την Τροχαία Κορυδαλλού, και προκειμένου να διεξαχθεί ομαλά η κίνηση των πολυάριθμων, λόγω της ημέρας (Μεγάλη Παρασκευή) Ι.Χ.Ε. οχημάτων στους δρόμους περί την κεντρική και την βόρεια πύλη του …. Νεκροταφείου …, τοποθετήθηκαν έμπροσθεν της κεντρικής πύλης του .. Νεκροταφείου ….. πλαστικά στηθαία νερού (βλ. το προσκομιζόμενο από 21.04.2019 έγγραφο προς την Τροχαία Κορυδαλλού με θέμα: «Ρύθμιση κυκλοφορίας στο …… Κοιμητήριο» της Γενικής Διεύθυνσης Οικονομικών Διεύθυνση Δημοτικής Περιουσίας του Τμήματος ….. Κοιμητηρίου του Δήμου ……). Περί ώρα 08.45, ο εναγόμενος, ο οποίος διατηρεί ανθοπωλεία επί της οδού ….. στον …… Αττικής, εκατέρωθεν της πύλης του …. Νεκροταφείου ….., διαπιστώνοντας την τοποθέτηση των πλαστικών στηθαίων νερού και υπολαμβάνοντας ότι κλείνουν τον χώρο γύρωθεν των καταστημάτων του, μετακίνησε αυτά. Μόλις ο ενάγων αντιλήφθηκε τη μετακίνηση των πλαστικών στηθαίων νερού ενημέρωσε τηλεφωνικά τον Προϊστάμενό του και την Τροχαία Κορυδαλλού, αστυνομικοί της οποίας μετέβησαν στο σημείο και προέβησαν σε επανατοποθέτηση των πλαστικών στηθαίων νερού. Ακολούθως, περί ώρα 09.00, ο εναγόμενος μετέβη στο φυλάκιο της κεντρικής πύλης του …. Νεκροταφείου ……., ζητώντας εξηγήσεις από τον ενάγοντα για την επανατοποθέτηση των πλαστικών στηθαίων νερού και προκάλεσε σ’ αυτόν τρόμο και ανησυχία απειλώντας τον με βία, και συγκεκριμένα με τη φράση «Μέχρι το βράδυ θα σε έχω καθαρίσει, θα σε πυροβολήσω με όπλο», ενώ επιτέθηκε στον ενάγοντα χτυπώντας τον με το κεφάλι του στο πρόσωπο και με γροθιά στο αριστερό μάτι. Επιπλέον, περί ώρα 15.30, ο εναγόμενος κινήθηκε απειλητικά προς το μέρος των δημοτικών υπαλλήλων του Δήμου Αθηναίων ……. και …………, με πρόθεση να τους χτυπήσει, προκαλώντας σε αυτούς τρόμο και ανησυχία και προσέβαλε την τιμή του ……….. απευθύνοντάς του τη φράση «ρε μαλάκα», ενώ περί ώρα 17.30 επιτέθηκε στον δημοτικό υπάλληλο του Δήμου Αθηναίων ……………, χτυπώντας τον με γροθιά στο πρόσωπο. Αφού κλήθηκε η Άμεση Δράση Αττικής και ασθενοφόρο, ο ενάγων μεταφέρθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Ελευσίνας «ΘΡΙΑΣΙΟ» όπου υποβλήθηκε σε εξετάσεις και διαπιστώθηκε ότι υπέστη ρωγμώδες κάταγμα οροφής αριστερού οφθαλμικού κόγχου χωρίς παρεκτόπιση και εξήλθε αυθημερόν με δική του βούληση, αφού έλαβε οδηγίες για φαρμακευτική αγωγή και επανέλεγχο και του χορηγήθηκε αναρρωτική άδεια 48 ωρών (βλ. το προσκομιζόμενο από 26.04.2019 έγγραφο του Γενικού Νοσοκομείου Ελευσίνας «ΘΡΙΑΣΙΟ»). Την ίδια ημέρα, περί ώρα 20.45, ο ενάγων μετέβη στο Α.Τ. Νίκαιας και κατέθεσε ενόρκως για το ένδικο περιστατικό, αιτούμενος την ποινική δίωξη του εναγόμενου για τις αξιόποινες πράξεις της απειλής και της επικίνδυνης σωματικής βλάβης, ενώ την ίδια ημέρα κατέθεσαν ενόρκως, ενώπιον της ίδιας Αστυνομικής Αρχής, και οι συνάδελφοι του ενάγοντος δημοτικοί υπάλληλοι του Δήμου Αθηναίων, ………., ………. και ……….., αιτούμενοι την ποινική δίωξη του εναγόμενου για τις αξιόποινες πράξεις της απειλής, της εξύβρισης και της απλής σωματικής βλάβης. Την 30.09.2019, κατά την χωρίς όρκο εξέταση του εναγόμενου, ενώπιον της ίδιας ως άνω Αστυνομικής Αρχής, κατέθεσε ότι επιτέθηκε στον ενάγοντα, του κόλλησε το κεφάλι και του έδωσε μία αριστερή και μία δεξιά γροθιά, ότι ο ενάγων έπεσε κάτω και λιποθύμησε και ότι μετά από 15 ημέρες τον πλησίασε μετανιωμένος και του ζήτησε συγγνώμη, αλλά ο ενάγων του ζήτησε 4.000,00 ευρώ για να αποσύρει τη μήνυσή του, καθώς και να πληρώσει τους συναδέλφους του ενάγοντος, πλην όμως αυτός αρνήθηκε διότι δεν είχε κτυπήσει τους συναδέλφους του ενάγοντος και ότι στην αρχή αποδέχθηκε να πληρώσει τον ενάγοντα, στη συνέχεια όμως το ξανασκέφθηκε και αποφάσισε να μην τον πληρώσει (βλ. τις προσκομιζόμενες Εκθέσεις ένορκης εξέτασης μάρτυρα και Έκθεση εξέτασης μάρτυρα χωρίς όρκο που λήφθησαν ενώπιον των ανακριτικών υπαλλήλων του Αστυνομικού Τμήματος Νίκαιας). Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι παραγγέλθηκε από το Α.Τ. Νίκαιας η ιατροδικαστική εξέταση του ενάγοντος, που διενεργήθηκε την 02.05.2019 από τον ιατροδικαστή ………….. και συντάχθηκε η προσκομιζόμενη υπ’ αριθ. έκθεσης ……/07.06.2019 ιατροδικαστική έκθεση της Ιατροδικαστικής Υπηρεσίας Αθηνών, σύμφωνα με την οποία διαπιστώθηκε αφενός ότι ο ενάγων υπέστη θλαστικές εκχυμώσεις των βλεφάρων του αριστερού οφθαλμού μετά συνοδού υποσφάγματος του επιπεφυκότος αυτού, οίδημα των μαλακών μορίων μετά συνοδού εκχυμώσεως της αριστερής ζυγωματοπαρειακής χώρας, καθώς και ότι ο ενάγων αιτιάτο άλγος στις ως άνω κακώσεις, αφετέρου ότι εξαιτίας αυτής της σωματικής βλάβης, προκληθείσας δια θλώντος αμβλέος οργάνου, ο ενάγων θα νοσήσει επί 20 ημέρες και θα απόσχει από τις ασχολίες του επί 10 ημέρες, εκτός επιπλοκής ή υστερογενούς βλάβης. Στη συνέχεια, ασκήθηκε ποινική δίωξη σε βάρος του εναγόμενου για τις αξιόποινες πράξεις της επικίνδυνης σωματικής βλάβης, της απλής σωματικής βλάβης, της απειλής κατά συρροή και της εξύβρισης, και παραπέμφθηκε αυτός να δικασθεί ενώπιον του Α’ Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς. Δυνάμει της προσκομιζόμενης υπ’ αριθ. 6585/2022 απόφασης του Α’ Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, έπαυσε υφ’ όρον, κατ’ άρθρο 63 του Ν. 4689/2020, η ποινική δίωξη για τις αξιόποινες πράξεις της απειλής κατά συρροή και της εξύβρισης, έπαυσε οριστικά η ποινική δίωξη λόγω παραγραφής, κατόπιν επιτρεπτής βελτίωσης της κατηγορίας σε όλως ελαφρά σωματική βλάβη, για την αξιόποινη πράξη της απλής σωματικής βλάβης, και κηρύχθηκε ένοχος ο εναγόμενος για την αξιόποινη πράξη της επικίνδυνης σωματικής βλάβης σε βάρος του ενάγοντος, με την αναγνώριση της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. δ’ του ΠΚ, ενώ καταδικάσθηκε σε ποινή φυλάκισης πέντε (5) μηνών. Δυνάμει της προσκομιζόμενης υπ’ αριθ. 633/2025 απόφασης του Α’ Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, έγινε τυπικά δεκτή η έφεση του εναγόμενου και κηρύχθηκε αυτός ένοχος για την αξιόποινη πράξη της επικίνδυνης σωματικής βλάβης σε βάρος του ενάγοντος, με την αναγνώριση της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. δ’ του ΠΚ, απορριπτομένου του ισχυρισμού του περί επιτρεπτής μεταβολής της κατηγορίας σε όλως ελαφρά σωματική βλάβη, ενώ καταδικάσθηκε σε ποινή φυλάκισης πέντε (5) μηνών. Από τα αποδειχθέντα ως άνω πραγματικά περιστατικά προέκυψε ότι ο εναγόμενος απείλησε τον ενάγοντα με βία απευθύνοντάς του τη φράση «Μέχρι το βράδυ θα σε έχω καθαρίσει, θα σε πυροβολήσω με όπλο» και προκάλεσε σ’ αυτόν τρόμο και ανησυχία, επιπλέον δε με πρόθεση προξένησε στον ενάγοντα σωματική κάκωση και βλάβη της υγείας του, αφού του επιτέθηκε χτυπώντας τον με το κεφάλι του στο πρόσωπο και με γροθιά στο αριστερό μάτι, με αποτέλεσμα να προκληθούν σ’ αυτόν θλαστικές εκχυμώσεις των βλεφάρων του αριστερού οφθαλμού μετά συνοδού υποσφάγματος του επιπεφυκότος αυτού και οίδημα των μαλακών μορίων μετά συνοδού εκχυμώσεως της αριστερής ζυγωματοπαρειακής χώρας, ενώ η πράξη αυτή του εναγόμενου, λόγω του τρόπου με τον οποίο τελέστηκε και του σημείου που έπληξε (χτύπημα με το κεφάλι στο πρόσωπο και με γροθιά στο μάτι), μπορούσε να προκαλέσει στον ενάγοντα βαριά σωματική βλάβη. Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου ενισχύεται, μεταξύ άλλων, και από την προαναφερόμενη από 30.09.2019 ανωμοτί εξέταση του εναγόμενου ενώπιον των ανακριτικών υπαλλήλων του Αστυνομικού Τμήματος Νίκαιας, στην οποία παραδέχθηκε ότι προκάλεσε επεισόδιο σε βάρος των ανωτέρω δημοτικών υπαλλήλων του Δήμου Αθηναίων και ότι επιτέθηκε στον ενάγοντα, του κόλλησε το κεφάλι και του έδωσε μία αριστερή και μία δεξιά γροθιά. Άλλωστε, αντιτίθεται στην κοινή λογική ο ισχυρισμός του εναγόμενου ότι η ανωτέρω σωματική βλάβη του ενάγοντος οφείλεται στο γεγονός ότι αυτός έπεσε κάτω, αφού, σύμφωνα και με την προαναφερόμενη υπ’ αριθ. έκθεσης ……../07.06.2019 ιατροδικαστική έκθεση της Ιατροδικαστικής Υπηρεσίας Αθηνών, η εν λόγω σωματική βλάβη του ενάγοντος προκλήθηκε δια θλώντος αμβλέος οργάνου. Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι από την ως άνω παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του εναγόμενου, υπό τις ειδικές περιστάσεις που προεκτέθηκαν, ο ενάγων, που διήγε το 48ο έτος της ηλικίας του, υποβλήθηκε σε σωματική και ψυχική ταλαιπωρία, και υπέστη θλίψη και στεναχώρια, καθόσον, εκτός από την προσβολή της σωματικής του ακεραιότητας, προκλήθηκε σ’ αυτόν τρόμος και ανησυχία, και συνεπώς δικαιούται χρηματική ικανοποίηση προς αποκατάσταση της ηθικής του βλάβης. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε όμοια για όλα τα ανωτέρω δεν έσφαλε, αλλά ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις και οι περί του αντιθέτου ισχυρισμοί του εκκαλούντος – εναγόμενου που διαλαμβάνονται στον πρώτο λόγο της υπό στοιχείο Β’ από 25.10.2025 έφεσης πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Εξάλλου, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων δικαιούται να λάβει ως χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη από την παράνομη και υπαίτια προσβολή του δικαιώματος στην προσωπικότητά του, εξαιτίας της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του εναγόμενου που συνίσταται στην τέλεση σε βάρος του των αξιόποινων πράξεων της απειλής και της επικίνδυνης σωματικής βλάβης, το ποσό των 4.000,00 ευρώ, το οποίο είναι, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, εύλογο και σύμφωνο με την αρχή της αναλογικότητας, καθώς δεν υπερβαίνει καταφανώς, ούτε υπολείπεται του ποσού που επιδικάζεται συνήθως σε παρόμοιες περιπτώσεις (βλ. ΟλΑΠ 9/2015 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 491/2015 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 531/2014 ΝΟΜΟΣ, ΕφΛαμ 8/2018 ΝΟΜΟΣ), λαμβανομένων υπόψη των κατά νόμο στοιχείων, και ειδικότερα των συνθηκών υπό τις οποίες έλαβε χώρα η προσβολή της προσωπικότητας του ενάγοντος δημοτικού υπαλλήλου του Δήμου Αθηναίων, κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του ως φύλακα της κεντρικής πύλης του …. Νεκροταφείου ……, της υπαιτιότητας του εναγόμενου, του είδους και της φύσης της σωματικής βλάβης του ενάγοντος, της ηλικίας αυτού κατά τον χρόνο της αδικοπραξίας (48 ετών), της σωματικής και ψυχικής ταλαιπωρίας του, σε συνδυασμό με την κοινωνική θέση των εμπλεκόμενων φυσικών προσώπων και την οικονομική τους κατάσταση. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο επιδίκασε ως εύλογο, για την χρηματική ικανοποίηση του ενάγοντος, το μικρότερο ποσό των 3.000,00 ευρώ, έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, γενομένου δεκτού ως βάσιμου κατ’ ουσία του μοναδικού λόγου της υπό στοιχείο Α’ από 19.09.2025 έφεσης και απορριπτομένου ως αβάσιμου του δεύτερου σκέλους του τρίτου λόγου της υπό στοιχείο Β’ από 25.10.2025 έφεσης, με το οποίο ο εκκαλών – εναγόμενος παραπονείται ότι είναι υπέρμετρα υψηλό και δυσανάλογο το ύψος της επιδικασθείσας πρωτοδίκως στον εφεσίβλητο – ενάγοντα ηθικής βλάβης. Κατά συνέπεια, ο ενάγων δικαιούται να λάβει, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής του βλάβης, το ποσό των 4.000,00 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση.
Συνοψίζοντας όσα ανωτέρω αναφέρθηκαν, πρέπει η υπό στοιχείο Β’ από 25.10.2025 έφεση να απορριφθεί κατ’ ουσίαν, ενώ πρέπει να γίνει δεκτή κατ’ ουσίαν η υπό στοιχείο Α’ από 19.09.2025 έφεση και να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη υπ’ αριθ. 3912/2025 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς στο σύνολό της, για το ενιαίο του τίτλου εκτέλεσης, αναγκαίως δε και κατά τη συναρτώμενη με την όλη έκβαση της δίκης διάταξη αυτής περί δικαστικών εξόδων, αφού η δικαστική δαπάνη καθορίζεται εξ υπαρχής ενιαία για αμφοτέρους τους βαθμούς δικαιοδοσίας, λόγω της εξαφάνισης της απόφασης, να διακρατηθεί και να δικαστεί η υπόθεση από το παρόν Δικαστήριο (άρθρο 535 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και να γίνει εν μέρει δεκτή ως και ουσιαστικά βάσιμη η από 11.04.2024 και με αριθμό κατάθεσης γενικό …../2024 και ειδικό ……./2024 αγωγή, δεδομένου ότι στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο μπορεί να εκδώσει απόφαση επιβλαβέστερη για τον εκκαλούντα της υπό στοιχείο Β’ έφεσης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 536 παρ. 1 του ΚΠολΔ, καθόσον έχει ασκήσει και ο εφεσίβλητος την υπό στοιχείο Α’ έφεση, και να αναγνωρισθεί η υποχρέωση του εναγόμενου να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των τεσσάρων χιλιάδων (4.000,00) ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση. Αναφορικά με το παράβολο που ο εκκαλών της υπό στοιχείο Β’ έφεσης προκατέβαλε κατά την κατάθεσή της, πρέπει να εισαχθεί στο Δημόσιο Ταμείο, κατ’ άρθρο 495 παρ. 3 εδ. ε’ του ΚΠολΔ λόγω της ήττας του, ενώ πρέπει να διαταχθεί η απόδοση του παραβόλου για το παραδεκτό της έφεσης που προκατέβαλε ο εκκαλών της υπό στοιχείο Α’ έφεσης λόγω της νίκης του, κατ’ άρθρο 495 παρ. 3 εδ. ε’ του ΚΠολΔ. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα του εκκαλούντος – εφεσίβλητου – ενάγοντος και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, κατόπιν σχετικού αιτήματός του, πρέπει να επιβληθούν, κατά ένα μέρος τους, σε βάρος του εφεσίβλητου – εκκαλούντος – εναγόμενου, λόγω της μερικής ήττας του και ανάλογα με την έκταση αυτής, κατ’ άρθρα 178 παρ. 1, 183 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει αντιμωλία των διαδίκων τις από 19.09.2025 και από 25.10.2025, αντίστοιχα, υπό στοιχεία Α’ και Β’ εφέσεις, κατά της υπ’ αριθ. 3912/2025 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς.
Δέχεται τυπικά τις εφέσεις.
Απορρίπτει κατ’ ουσίαν την υπό στοιχείο Β’ από 25.10.2025 έφεση.
Δέχεται κατ’ ουσίαν την υπό στοιχείο Α’ από 19.09.2025 έφεση.
Εξαφανίζει την εκκαλουμένη απόφαση.
Κρατεί και δικάζει την από 11.04.2024 και με αριθμό κατάθεσης γενικό ……./2024 και ειδικό …./2024 αγωγή.
Δέχεται εν μέρει την αγωγή.
Αναγνωρίζει την υποχρέωση του εναγόμενου να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των τεσσάρων χιλιάδων (4.000,00) ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση.
Διατάσσει την εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου υπέρ Δημοσίου με αριθμό ……../2025 ηλεκτρονικό παράβολο, ποσού εκατό (100,00) ευρώ, που προκατέβαλε ο εκκαλών της υπό στοιχείο Β’ από 25.10.2025 έφεσης.
Διατάσσει την επιστροφή στον εκκαλούντα της υπό στοιχείο Α’ από 19.09.2025 έφεσης του παραβόλου υπέρ Δημοσίου με αριθμό ………/2025 ηλεκτρονικό παράβολο, ποσού εκατό (100,00) ευρώ.
Καταδικάζει τον εφεσίβλητο – εκκαλούντα – εναγόμενο σε μέρος των δικαστικών εξόδων του εκκαλούντος – εφεσίβλητου – ενάγοντος, και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει στο ποσό των πεντακοσίων (500,00) ευρώ.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου, στον Πειραιά, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση, στις 12.03.2026, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων τους δικηγόρων.
Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ