Μενού Κλείσιμο

Αριθμός απόφασης 177/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ                          

Αριθμός Απόφασης     177/2026

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

Τμήμα 4ο

Αποτελούμενο από τη Δικαστή Αγγελική Καγιούλη, Εφέτη, η οποία ορίσθηκε από το Τριμελές Συμβούλιο Διοίκησης του Εφετείου Πειραιώς και από τη Γραμματέα E.Δ.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις …………… για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του εκκαλούντος: ……………, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Σταθακόπουλο.

Της εφεσίβλητης: ……………, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο της Ραχήλ Κρητικού.

Η ενάγουσα με την από την από 8/11/2023 (αριθμ. εκθ. καταθ. …………./2023) αγωγή της, απευθυνόμενη ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, ζήτησε τα όσα σε αυτή αναφέρονται. Επί της αγωγής εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 2596/2024 απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου, η οποία έκανε δεκτή εν μέρει την αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη. Την απόφαση αυτή προσέβαλε ο εκκαλών με την υπό κρίση από 3/12/2024 έφεση, που κατατέθηκε στην Γραμματεία του Πρωτοδικείου Πειραιώς με αριθμό κατάθεσης …………/2024 και ορίστηκε δικάσιμος αυτής με την υπ’ αριθμ. ………../2024 πράξη του Γραμματέα του Δικαστηρίου τούτου η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας και γράφτηκε στο πινάκιο.

Κατά  τη  συζήτηση της υπόθεσης οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων, αφού ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους, ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στις έγγραφες προτάσεις τους.

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η από 3/12/2024 και με αριθμό κατάθεσης δικογράφου …………./2024 έφεση του εναγομένου και ήδη εκκαλούντος κατά της υπ` αριθ. 2596/2024 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την  διαδικασία διαφορών από την οικογένεια, τον γάμο και την ελεύθερη συμβίωση, έχει ασκηθεί νομότυπα, με κατάθεση του δικογράφου της στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου κατ’ άρθρο 495 παρ.1 ΚΠολΔ στις 3/12/2024 και εμπρόθεσμα, προ πάσης επιδόσεως (καθώς από τα έγγραφα της δικογραφίας δεν προκύπτει η επίδοση της εκκαλουμένης), κατ’ άρθρο 518 παρ.2 ΚΠολΔ, δεδομένου ότι η εκκαλούμενη απόφαση δημοσιεύθηκε στις 30/7/2024, η δε κατ’ αυτής έφεση ασκήθηκε πριν την πάροδο διετίας από την ως άνω δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης. Επομένως, η έφεση, η οποία αρμοδίως κατ’ άρθρο 19 περ.1 ΚΠολΔ, εισάγεται ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου για να συζητηθεί με την ίδια ως πρωτοδίκως ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, κατ’ άρθρο 591 παρ.7 ΚΠολΔ, πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξετασθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της κατ’ άρθρο 533 παρ.1 ΚΠολΔ, δεδομένου ότι για το παραδεκτό αυτής δεν απαιτείται η καταβολή παραβόλου, σύμφωνα με το τελ.εδάφιο της περ. Γ της παραγράφου 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ.

Η ενάγουσα-εφεσίβλητη με την από 8/11/2023 (αριθμ. εκθ. καταθ. …………/2023) αγωγή της, κατόπιν παραδεκτού περιορισμού του αιτήματος αυτής από καταψηφιστικό σε έντοκο αναγνωριστικό, ζητεί να αναγνωριστεί ότι ο εναγόμενος- πρώην σύζυγός της, με τον οποίο ο γάμος της έχει λυθεί αμετάκλητα, υποχρεούται να της προκαταβάλλει το ποσό των 580 ευρώ μηνιαίως, ως τακτική σε χρήμα διατροφή της, εντός του πρώτου τριημέρου εκάστου μηνός και για χρονικό διάστημα τριών (3) ετών από την επίδοση της αγωγής, με τον νόμιμο τόκο από την καθυστέρηση καταβολής κάθε μηνιαίας παροχής και έως την εξόφληση, καθόσον αυτή (ενάγουσα) αδυνατεί να εξασφαλίσει τη διατροφή της από τα εισοδήματα ή την περιουσία της, ενώ, εξάλλου, η ηλικία και η κατάσταση της υγείας της δεν της επέτρεπαν κατά τη λύση του γάμου, αλλά ούτε και σήμερα, να ασκήσει οποιοδήποτε επάγγελμα για να εξασφαλίσει τη διατροφή της, ο δε εναγόμενος διαθέτει αξιόλογα εισοδήματα και περιουσία. Τέλος, ζητούσε να κηρυχθεί η απόφαση προσωρινά εκτελεστή και να καταδικαστεί ο εναγόμενος στην καταβολή της εν γένει δικαστικής της δαπάνης. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων η εκκαλουμένη υπ’ αριθμ. 2596/2024 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία αφού απέρριψε ως μη νόμιμη την προβαλλόμενη από τον εκκαλούντα-εναγόμενο ένσταση περί διακινδύνευσης της ιδίας διατροφής, έκανε δεκτή εν μέρει την αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη. Ο εκκαλών με την ένδικη έφεσή του προσβάλλει την απόφαση αυτή και παραπονείται για τους αναφερόμενους σε αυτή λόγους, που ανάγονται σε εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων, ζητώντας να εξαφανιστεί η απόφαση ώστε να απορριφθεί η αγωγή και να καταδικαστεί η εφεσίβλητη στα δικαστικά του έξοδα και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας.

Κατά το άρθρο 1442 Α.Κ. εφόσον ο ένας από τους πρώην συζύγους δεν μπορεί να εξασφαλίσει τη διατροφή του από τα εισοδήματά του ή από την περιουσία του, δικαιούται να ζητήσει διατροφή από τον άλλο: 1.αν κατά την έκδοση του διαζυγίου ή κατά το τέλος των χρονικών περιόδων, που προβλέπονται στις επόμενες περιπτώσεις βρίσκεται σε ηλικία ή σε κατάσταση υγείας, που δεν επιτρέπει να αναγκαστεί να αρχίσει ή να συνεχίσει την άσκηση κατάλληλου επαγγέλματος, ώστε να εξασφαλίζει απ`αυτό τη διατροφή του 2. αν έχει την επιμέλεια ανήλικου τέκνου και γι` αυτό το λόγο εμποδίζεται στην άσκηση κατάλληλου επαγγέλματος, 3. αν δεν βρίσκει σταθερή κατάλληλη εργασία ή χρειάζεται κάποια επαγγελματική εκπαίδευση, και στις δύο όμως περιπτώσεις για ένα διάστημα που δεν μπορεί να ξεπεράσει τα τρία χρόνια από την έκδοση του διαζυγίου 4. σε κάθε άλλη περίπτωση όπου η επιδίκαση διατροφής κατά την έκδοση του διαζυγίου επιβάλλεται από λόγους επιείκειας. Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1442 και 1443 Α.Κ. προς εκείνες των άρθρων 1487 και 1493 του ίδιου κώδικα, στις οποίες παραπέμπει το άρθρο 1443 Α.Κ., συνάγεται ότι γενική προϋπόθεση για τη γένεση αξίωσης διατροφής πρώην συζύγου, όταν ο γάμος λύθηκε με διαζύγιο, μετά την ισχύ του ν.1329/1983, είναι η απορία του δικαιούχου πρώην συζύγου και η ευπορία του υπόχρεου, επιπλέον δε από την πλευρά του δικαιούχου πρέπει να συντρέχει και μία από τις ειδικότερες προϋποθέσεις που αναφέρονται στο άρθρο 1442 Α.Κ. Άλλωστε, κατά τη βούληση του νομοθέτη που προκύπτει και από την οικεία εισηγητική έκθεση, το δικαίωμα διατροφής με το διαζύγιο αποσυνδεόμενο από το θέμα της υπαιτιότητας, γεννάται μόνον, όταν δικαιολογείται από κοινωνικούς λόγους, ώστε ο πρώην σύζυγος να μη μένει αβοήθητος, εφόσον δεν μπορεί να καλύψει από τα εισοδήματα ή την περιουσία του συνολικά ή μερικά τις ανάγκες διατροφής του, όπως αυτές προκύπτουν από τις μετά το διαζύγιο συνθήκες της ζωής του. Ως απορία του δικαιούχου θεωρείται η αδυναμία του πρώην συζύγου να εξασφαλίσει τη διατροφή του από τα εισοδήματα και την περιουσία του, ευπορία δε του υπόχρεου, που δεν σημαίνει κάποιο ιδιαίτερο πλούτο, είναι η δυνατότητα αυτού να παράσχει στο δικαιούχο διατροφή, χωρίς να θέσει σε κίνδυνο τη δική του διατροφή. Ειδικότερα, για να κριθεί αν υπάρχει απορία του δικαιούχου και ευπορία του υπόχρεου, πρέπει να εξαντληθούν προηγουμένως όλες οι οικονομικές δυνατότητες που τους παρέχουν τα εισοδήματα τους και η περιουσία τους και αν ακόμη η τελευταία αποτελείται από μη προσοδοφόρα στοιχεία, οπότε θα πρέπει αυτά να απαλλοτριωθούν. Είναι δυνατό όμως, ενόψει των όλων συνθηκών ηλικίας, υγείας, ικανότητας ή δυνατότητας προς εργασία, εισοδημάτων, περιουσίας και γενικώς ζωής του πρώην συζύγου, συγκριτικά πάντοτε προς την ευπορία του υπόχρεου, να γεννηθεί δικαίωμα πλήρους ή συμπληρωματικής διατροφής και όταν ο πρώτος έχει μικρής έκτασης περιουσία, της οποίας είτε είναι δυσχερής η εκποίηση, είτε επιβάλλεται η διατήρηση για λόγους πρόνοιας προς εξασφάλιση του στο μέλλον για την αντιμετώπιση έκτακτης οικονομικής ανάγκης, όπως σοβαρή ασθένεια αυτού προς αντιμετώπιση με εκποίηση εκείνης (μικρής απρόσοδης περιουσίας) των δαπανών θεραπείας. Επίσης, το μέτρο της διατροφής του δικαιούχου συζύγου, δηλαδή ο βαθμός, στον οποίο θα ικανοποιηθούν οι ανάγκες του, εξαρτάται από τις συνθήκες ζωής του, όπως διαμορφώθηκαν μετά το διαζύγιο, χωρίς να αγνοείται το γεγονός ότι οι ανάγκες αυτές επηρεάζονται αναγκαστικά από τις συνθήκες της ζωής του κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσης, ιδιαίτερα στην περίπτωση που ο γάμος είχε διαρκέσει πολλά χρόνια. Σε κάθε περίπτωση, το ύψος της επιδικαζόμενης στο δικαιούχο πρώην σύζυγο διατροφής, πρέπει συνεκτιμωμένων και των συνθηκών ζωής και διατροφής του υπόχρεου, να επαρκεί για την ικανοποίηση των υλικών και πνευματικών του αναγκών ως ένα επίπεδο, που θα του επιτρέπει την ευπρεπή διαβίωση. Περαιτέρω, ο υπόχρεος σύζυγος προς συνεισφορά στις ανάγκες της οικογένειας (εάν οι σύζυγοι συμβιώνουν) ή προς διατροφή του εν διαστάσει συζύγου του (σε περίπτωση διακοπής της έγγαμης συμβίωσης) ή ο πρώην σύζυγος, υπόχρεος προς μεταγαμιαία διατροφή του πρώην συζύγου του μετά από το διαζύγιο, στην περίπτωση που οι οικονομικές του δυνάμεις του επιτρέπουν να εξασφαλίζει μόνον τη δική του διατροφή, μπορεί να προτείνει την ένσταση παραπομπής στον επόμενο υπόχρεο, ήτοι στον υποδεικνυόμενο κατιόντα ή ανιόντα του δικαιούχου συζύγου του, σύμφωνα με το άρθρο 1491 παρ.1 περ. α` ΑΚ (στην περίπτωση που είναι σύζυγος εν διαστάσει ή μη) ή στον υποδεικνυόμενο κατιόντα ή ανιόντα του δικαιούχου πρώην συζύγου του, σύμφωνα με το άρθρο 1491 παρ. 2 ΑΚ (στην περίπτωση που είναι πρώην σύζυγος). Κατά της ένστασης αυτής παραπομπής μπορεί ο δικαιούχος σύζυγος ή πρώην σύζυγος να προβάλει την αντένσταση ότι οι κατιόντες ή ανιόντες του, στους οποίους τούτος παραπέμπεται, δεν είναι σε θέση να του δώσουν διατροφή χωρίς να διακινδυνεύσει η δική τους (άρθρο 1487 εδ. α` ΑΚ). Η εκ του άρθρου 1487 εδ. α` ΑΚ αντένσταση αυτή δεν είναι «εκ δικαιώματος τρίτου», επειδή με αυτήν δεν ασκείται δικαίωμα αλλά προτείνεται απλό πραγματικό γεγονός καταλυτικό της ένστασης παραπομπής (Ματθίας, παρατηρήσεις υπό την ΕφΑΘ 6588/1986 ΕλΔνη 28, 153-154). Εάν τέτοιοι επόμενοι υπόχρεοι, κατιόντες ή ανιόντες του δικαιούχου συζύγου, δεν υπάρχουν (οπότε δεν μπορεί να προταθεί ένσταση παραπομπής εκ του άρθρου 1491 παρ. 1 περ. α` ή παρ. 2 ΑΚ) ή εάν (προβάλλεται από το δικαιούχο και) προκύπτει ότι αυτοί δεν είναι σε θέση να διαθρέψουν το δικαιούχο χωρίς κίνδυνο της δικής τους διατροφής (οπότε ευδοκιμεί η εκ του άρθρου 1487 εδ. α` ΑΚ αντένσταση και παραλύει η εκ του άρθρου 1491 ΑΚ ένσταση παραπομπής), τότε τα αποτελέσματα διαφέρουν ανάλογα με την ιδιότητα του υπόχρεου ως συζύγου ή ως πρώην συζύγου. Εάν πρόκειται για σύζυγο, υπόχρεο προς συνεισφορά στις ανάγκες της οικογένειας (εάν οι σύζυγοι συμβιώνουν) ή προς διατροφή του εν διαστάσει συζύγου του (σε περίπτωση διακοπής της έγγαμης συμβίωσης), τότε αυτός δεν μπορεί να προβάλει την εκ του άρθρου 1487 εδ. α` ΑΚ ένσταση (ολικής ή μερικής) διακινδύνευσης της δικής του διατροφής και να απαλλαγεί (ολικά ή μερικά) από την οικεία υποχρέωση του έναντι του άλλου συζύγου, όπως συνάγεται αφενός μεν από τα άρθρα 1389 και 1390 ΑΚ (στην περίπτωση που οι σύζυγοι συμβιώνουν), αφετέρου δε από τα άρθρα 1391 (συνδ. 1389 και 1390) και 1392 ΑΚ (στην περίπτωση που οι σύζυγοι βρίσκονται σε διάσταση). Στην περίπτωση αυτή ο σύζυγος οφείλει να μοιραστεί με τον άλλον ότι έχει, να τον διαθρέψει, δηλαδή, έστω και αν απειλείται η δική του διατροφή. Αντιθέτως, εάν πρόκειται για πρώην σύζυγο, υπόχρεο προς μεταγαμιαία διατροφή του πρώην συζύγου του, τότε αυτός μπορεί να προβάλει την ένσταση (ολικής ή μερικής) διακινδύνευσης της δικής του διατροφής, με αποτέλεσμα την (ολική ή μερική) απαλλαγή του από την οικεία υποχρέωση του έναντι του άλλου πρώην συζύγου, όπως προκύπτει από τις ρητές διατάξεις των άρθρων 1443 εδ. α` συνδ. 1487 εδ. α` ΑΚ. Δηλαδή, ο υπόχρεος πρώην σύζυγος, στην περίπτωση που οι οικονομικές του δυνάμεις του επιτρέπουν να εξασφαλίζει μόνον τη δική του διατροφή, οφείλει πρώτα να προτείνει την ένσταση παραπομπής στους υποδεικνυόμενους κατιόντες ή ανιόντες του δικαιούχου πρώην συζύγου του, σύμφωνα με το άρθρο 1491 παρ. 2 ΑΚ. Μόνον δε σε περίπτωση που αυτοί δεν υπάρχουν (οπότε δεν μπορεί να προταθεί ένσταση παραπομπής εκ του άρθρου 1491 παρ. 2 ΑΚ) ή που (προβάλλεται από το δικαιούχο και) προκύπτει ότι δεν είναι σε θέση να διαθρέψουν το δικαιούχο χωρίς κίνδυνο της δικής τους διατροφής (οπότε ευδοκιμεί η εκ του άρθρου 1487 εδ. α` ΑΚ αντένσταση και απορρίπτεται η εκ του άρθρου 1491 παρ. 2 ΑΚ ένσταση παραπομπής), μπορεί ο υπόχρεος πρώην σύζυγος να προβάλει την ένσταση (ολικής ή μερικής) διακινδύνευσης της δικής του διατροφής, με αποτέλεσμα την (ολική ή μερική) απαλλαγή του από την υποχρέωση του προς μεταγαμιαία διατροφή του πρώην συζύγου του κατά τα άρθρα 1443 εδ. α` συνδ. 1487 εδ. α` ΑΚ. (ΑΠ 1389/2012, ΑΠ 1427/2012 ΤΝΠ Nomos, ΑΠ 1567/2012 ΧΡΙΔ 2013 σελ. 362, ΑΠ 294/2010, ΑΠ 469/2005, ΕλλΔνη 2005.1425, ΑΠ 868/2004 ΤΝΠ Nomos, ΑΠ 63/2001 ΤΝΠ Nomos, ΑΠ 228/2000 ΕλλΔνη 41.1314, ΑΠ 1382/2000 ΤΝΠ Nomos, ΕφΑΘ 2055/2007 ΕλλΔνη 2009.206, ΕΠατρ 589/2007 Αχαικ.Νομ. 2008 σελ. 228, ΕΠατρ112/2002 ΑχΝομ 2003 σελ.186, ΕφΠατρ 565/2014 ΤΝΠ Nomos, ΕφΠατρ 27/2019 ΤΝΠ Nomos, Γ. Παπαδημητρίου, Οικογενειακό δίκαιο, άρθρο 1442 επ. σελ. 424 επ., Κουνουγέρη-Μανωλεδάκη Οικογενειακό Δίκαιο 2003 τ. ΙΙ σελ. 194).

Στην προκειμένη περίπτωση ο πρώτος λόγος της υπό κρίση έφεσης περί εσφαλμένης από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εφαρμογής του νόμου, όσον αφορά την απόρριψη της προβληθείσας ένστασης του εκκαλούντος περί διακινδύνευσης της ιδίας αυτού διατροφής, είναι απορριπτέος, καθώς η ανωτέρω ένσταση είναι μη νόμιμη, δεδομένου ότι, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στην παραπάνω νομική σκέψη, ο υπόχρεος πρώην σύζυγος, στην περίπτωση που οι οικονομικές του δυνάμεις του επιτρέπουν να εξασφαλίζει μόνον τη δική του διατροφή, οφείλει πρώτα να προτείνει την ένσταση παραπομπής στους υποδεικνυόμενους κατιόντες ή ανιόντες του δικαιούχου πρώην συζύγου του, την οποία όμως ουδόλως προέβαλε ο εναγόμενος – εκκαλών, ούτε η έλλειψη αυτή καλύπτεται από παραπομπή στην αγωγή ή στις προτάσεις της ενάγουσας, όπως αβασίμως ισχυρίζεται αυτός, τον πρώτον, με τον ανωτέρω λόγο της έφεσής του. Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο έκρινε ομοίως, ορθώς εφήρμοσε το νόμο και ο σχετικός λόγος της έφεσης είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος.

Από την επανεκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων, που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά δημοσίας συνεδριάσεως, από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα οι διάδικοι και τα οποία (έγγραφα) χρησιμεύουν είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, από τις προσκομιζόμενες φωτογραφίες, των οποίων η γνησιότητα δεν αμφισβητήθηκε (άρθρα 444 § 1 περ.γ’ και 457 § 4 ΚΠολΔ), από την προσκομιζόμενη και επικαλούμενη από την ενάγουσα υπ’ αριθμ. 4950/2021 ένορκη βεβαίωση ενώπιον της Συμβολαιογράφου Πειραιά, στο πλαίσιο άλλης δίκης μεταξύ των ιδίων διαδίκων, η οποία λαμβάνεται υπόψη για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (ΑΠ 627/2018, ΑΠ 1342/2010, ΑΠ 913/2008, ΑΠ 833/2007, ΑΠ 566/2001) και από τα διδάγματα της κοινής πείρας, που λαμβάνονται αυτεπαγγέλτως υπόψη (άρθρ. 336 § 4 ΚΠολΔ), αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

Οι διάδικοι τέλεσαν μεταξύ τους νόμιμο θρησκευτικό γάμο στον Πειραιά Αττικής, στις 27/9/1981, από τον οποίο απέκτησαν δύο ενήλικα πλέον τέκνα. Η  έγγαμη συμβίωση των διαδίκων δεν εξελίχθηκε ομαλά και ήδη σήμερα ο γάμος τους έχει λυθεί δυνάμει της υπ’ αρ. 5489/2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, η οποία έχει καταστεί αμετάκλητη. Δυνάμει δε της υπ’ αριθμ. 316/2022 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά ο εναγόμενος υποχρεώθηκε να προκαταβάλλει στην ενάγουσα, ως τακτική σε χρήμα διατροφή της μετά την αμετάκλητη λύση του γάμου των διαδίκων, το ποσό των 250 ευρώ, ποσό το οποίο συνομολόγησε ο εναγόμενος, για χρονικό διάστημα τριών ετών από την επίδοση της εκεί αγωγής, χρονικό διάστημα που έχει ήδη παρέλθει. Ακολούθως, αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος, γεννηθείς το έτος 1959, διατηρούσε έως τις 31/10/2022 ατομική επιχείρηση με αντικείμενο τον καθαρισμό κοινόχρηστων χώρων πολυκατοικιών και λοιπών κτιρίων, διαθέτοντας συνεργείο καθαρισμού. Κατά την ανωτέρω ημερομηνία προέβη σε παύση εργασιών της επιχείρησής του (βλ. στοιχεία μητρώου-επιχείρησης ΑΑΔΕ) και συνταξιοδοτήθηκε λόγω γήρατος (όπως προκύπτει από την υπ’ αριθμ. 81102/2022/3785 Απόφαση Διευθυντή του ΕΦΚΑ), λαμβάνοντας μηνιαίως σύνταξη ποσού 982,46 ευρώ, από την οποία παρακρατείται μηνιαίως ποσού 126,91 ευρώ για οφειλές του στον ΟΑΕΕ-ΤΕΒΕ, συνολικού ποσού 7.614,17 ευρώ. Ο ισχυρισμός της ενάγουσας ότι ο εναγόμενος εξακολουθεί να εργάζεται διατηρώντας την ανωτέρω επιχείρηση στο όνομα έτερου προσώπου και δη της …………, αποκομίζοντας μηνιαίως επιπλέον το ποσό των 1.800 ευρώ δεν αποδείχθηκε, καθώς μόνο το γεγονός ότι στην απόδειξη της νέας επιχείρησης παραμένουν τα ίδια τηλέφωνα με την προηγούμενη και το γεγονός όχι στην νέα επιχείρηση εργάζονται οι ίδιοι υπάλληλοι που εργάζονταν στην επιχείρηση του εναγόμενου, δεν αρκεί για να σχηματίσει το Δικαστήριο πλήρη δικανική πεποίθηση περί της αλήθειας του ανωτέρω ισχυρισμού, χωρίς αυτός να ενισχύεται και από άλλα αποδεικτικά μέσα. Τα ανωτέρω δεν αναιρούνται από την ένορκη κατάθεση της αδελφής της ενάγουσας στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, η οποία κατέθεσε περί εξακολούθησης της ανωτέρω επιχείρησης από τον εναγόμενο, λόγω του ότι τον είδε να εργάζεται μετά τη συνταξιοδότησή του σε διάφορες περιοχές του Πειραιά και της Νίκαιας, καθώς κατέθεσε περί των ανωτέρω αορίστως. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος έχει στην κυριότητα του δύο οχήματα και δη ένα μικρό φορτηγό (βαν) που χρησιμοποιούσε στην επιχείρησή του και ένα ΙΧΕ όχημα εργοστασίου κατασκευής BMW, ενώ δεν αποδείχθηκε ότι έχει στην πλήρη κυριότητα του διαμέρισμα ευρισκόμενο στο Κερατσίνι, το οποίο, σε κάθε περίπτωση, έχει παραχωρηθεί στην κόρη του Δήμητρα. Ειδικότερα, ο εξετασθείς στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, με επιμέλεια του εναγομένου, μάρτυρας κατέθεσε ότι δεν γνωρίζει ποιος είναι ο κύριος του διαμερίσματος αυτού, ούτε προσκομίζονται σχετικά έγγραφα απόδειξης της κυριότητας του εν λόγω ακινήτου. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων διαμένει σε μισθωμένο διαμέρισμα ευρισκόμενο στον Πειραιά Αττικής, επί της οδού ……………., με αποτέλεσμα να βαρύνεται με δαπάνες μισθώματος, ποσού 325 ευρώ, καθώς και με τις λειτουργικές δαπάνες της οικίας αυτής (ηλεκτρικού, ύδατος, τηλεφώνου, θέρμανσης κ.λ.π.), που είναι οι συνηθισμένες. Περαιτέρω, ο εναγόμενος έχει οφειλές στην εφορία ποσού 12.261,44 ευρώ και στον ΕΦΚΑ ποσού 27.514,47 ευρώ, τις οποίες έχει ρυθμίσει καταβάλλοντας μηνιαίος το ποσό των 113,83 και 280,25 ευρώ αντίστοιχα. Εντούτοις, τα ποσά των δόσεων αυτών δεν αφαιρούνται από τα εισοδήματα του εναγόμενου αλλά λαμβάνονται υπόψη ως στοιχεία προσδιοριστικά των συνθηκών διαβίωσής του (ΑΠ 471/2005 ΕλλΔνη 2005.1425, ΜΕφΠειρ 127/2014 ΤΝΠ Nomos, ΕφΠειρ 399/2005 ΠειρΝομ 2005.278, ΕφΔωδ 167/2004 ΤΝΠ Nomos, ΕφΘεσ 873/1989 ΕλλΔνη 1989.1016). Πέραν των ανωτέρω, ο εναγόμενος δεν αποδείχθηκε ότι έχει άλλη περιουσία ή εισοδήματα από οποιαδήποτε άλλη πηγή, ούτε διατροφικές υποχρεώσεις προς τρίτα πρόσωπα, ενώ οι δαπάνες για τη διατροφή, τη συντήρηση, την ένδυση και τη ψυχαγωγία του ίδιου είναι οι συνήθεις των ανδρών της ηλικίας του. Ακολούθως, η ενάγουσα, η οποία κατά το χρόνο έκδοσης του διαζυγίου της με τον εναγόμενο ήταν 58 ετών και κατά το χρόνο συζήτησης της ένδικης αγωγής 64 ετών (γεννηθείσα το έτος 1960), κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσης απασχολήθηκε στην ανωτέρω επιχείρηση του εναγόμενου ως καθαρίστρια, χωρίς όμως να είναι ασφαλισμένη, με αποτέλεσμα να μην έχει θεμελιώσει συνταξιοδοτικό δικαίωμα. Επιπλέον, από το έτος 1990 αντιμετωπίζει ορθοπεδικά προβλήματα, υπεβλήθη δε στις 8/1/1990 σε εγχείρηση (ΔΕ) γόνατος λόγω ρήξης πρόσθιου χιαστού συνδέσμου, στις 19/3/1994 σε χειρουργική αρθροσκόπηση (ΑΡ) γόνατος λόγω ρήξης έσω μηνίσκου και την 1/9/2010 σε εγχείρηση (ΔΕ) γόνατος λόγω αφαίρεσης υλικών οστεοσύνθεσης και ολική αρθροπλαστική. Εκτός των ανωτέρω, τον Μάιο του έτους 2019 διεγνώσθη με σύνδρομο καρπιαίου σωλήνα (ΑΡ) άκρας χειρός, ενώ πάσχει από οστεοαρθρίτιδα (ΑΡ) γόνατος, υποβαλλόμενη σε ειδικές θεραπευτικές εγχύσεις ενζύμων, από περιαρθρίτιδες αμφότερων των ώμων, υποβαλλόμενη σε ειδικές θεραπευτικές εγχύσεις ενζύμων, επικονδυλίτιδα (ΔΕ) αγκώνα, υποβαλλόμενη σε ενέσεις ενζύμων, οστεοαρθρίτιδα ακρωμυοκλεικής και μερική ρήξη στερνιοκλειδικής (ΔΕ), αιμάτωμα άνω πόλου επιγονατίδας (ΔΕ), υποβαλλόμενη σε φαρμακευτική και φυσιοθεραπευτική αγωγή και αυχεναλγία επί εδάφους αυχενικού συνδρόμου, υποβαλλόμενη σε φυσιοθεραπευτική αγωγή ανά τακτά χρονικά διαστήματα (όπως προκύπτει από τις από 12/11/2019 και 7/9/2021 γνωματεύσεις του ορθοπεδικού ιατρού …………..). Επιπλέον, η ενάγουσα πάσχει από άσθμα επί εδάφους ΧΑΠ (όπως προκύπτει από τις από 11/1/2019 και 6/9/2021 ιατρικές γνωματεύσεις του ιατρού παθολόγου ………). Από τα παραπάνω αφενός συνάγεται η βεβαρυμμένη υγεία της ενάγουσας, αφετέρου η εξ αυτής, αλλά και λόγω της ηλικίας της αδυναμία να ασκήσει κάποιο βιοποριστικό επάγγελμα στην προσφερόμενη αγορά εργασίας που κατακλύζεται από νέους και υγιείς εργαζομένους. Το γεγονός αυτό επιβεβαίωσε και ο ανωτέρω ορθοπεδικός ιατρός ……. στις από 12/11/2019 και 7/9/2021 γνωματεύσεις του, επισημαίνοντας ότι η ενάγουσα, εξαιτίας των ανωτέρω προβλημάτων υγείας της είναι αδύνατον να εργαστεί ιδίως στον τομέα της καθαριότητας, καθώς η φύση της εργασίας αυτής είναι δύσκολη και έχει πολλές επιβαρύνσεις. Το γεγονός δε ότι η ενάγουσα στο παρελθόν εξακολούθησε να εργάζεται μετά την πραγματοποίηση των ανωτέρω επεμβάσεων δε σημαίνει ότι κατά τη λύση του γάμου των διαδίκων, αλλά και σήμερα, είναι σε θέση να εργάζεται, δεδομένης της ηλικίας της και της εκ των πραγμάτων επιδείνωσης των μυοσκελετικών προβλημάτων που αντιμετωπίζει προϊόντος του χρόνου. Εν προκειμένω πρέπει να επισημανθεί ότι ουδόλως αποδεικνύεται η ημερομηνία λήψης των προσκομιζόμενων από τον εναγόμενο φωτογραφιών που απεικονίζουν την εναγόμενη να εργάζεται, τις οποίες προσκομίζει προκειμένου να αποδείξει τον ισχυρισμό του περί της εργασιακής ικανότητας της ενάγουσας, με συνέπεια να μην μπορούν να εξαχθούν από αυτές ασφαλή συμπεράσματα περί τούτου. Περαιτέρω, η ενάγουσα διαμένει σε μισθωμένη κατοικία στο Κερατσίνι Αττικής, επί της οδού ………., με αποτέλεσμα να βαρύνεται με δαπάνες μισθώματος, ποσού 200 ευρώ τον μήνα, καθώς και με τις λειτουργικές δαπάνες της οικίας αυτής (ηλεκτρικού, ύδατος, τηλεφώνου, θέρμανσης κ.λ.π.), που είναι οι συνηθισμένες. Πέραν των παραπάνω, η ενάγουσα δεν αποδείχθηκε ότι έχει περιουσία ή εισοδήματα από οποιαδήποτε πηγή ούτε διατροφικές υποχρεώσεις προς τρίτα πρόσωπα, ενώ οι δαπάνες για τη διατροφή, τη συντήρηση, την ένδυση και τη ψυχαγωγία της ίδιας είναι οι συνήθεις των γυναικών της ηλικίας της. Με βάση όλα τα ανωτέρω καθίσταται σαφές ότι η ενάγουσα, ήδη, από την αμετάκλητη λύση του γάμου της, δεν δύναται να αυτοδιατραφεί, καθόσον αδυνατεί να εξασφαλίσει τα προς το ζην εξ ιδίων δυνάμεων, λόγω της βεβαρυμμένης κατάστασης της υγείας της και της προχωρημένης ηλικίας της και τελεί σε απορία, δικαιούμενης γι’ αυτό το λόγο διατροφής έναντι του εναγόμενου τέως συζύγου της. Βάσει δε των ανωτέρω οικονομικών δυνάμεων των διαδίκων και των αναγκών της ενάγουσας, όπως αυτές προκύπτουν από τις συνθήκες της ζωής της, μετά την αμετάκλητη λύση του γάμου της με τον εναγόμενο, κρίνεται όχι αυτή δικαιούται διατροφής εκ μέρους του εναγόμενου πρώην συζύγου της, λόγω της απορίας της, αλλά και για λόγους επιείκειας, η οποία, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, ανέρχεται κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, στο ποσό των 300 ευρώ, το οποίο ανταποκρίνεται στα απαραίτητα έξοδα για τη διατροφή και τη συντήρησή της, αποτελεί την αναλογία που ο εναγόμενος ήταν υποχρεωμένος να συνεισφέρει και που αντιστοίχως, απολάμβανε η ενάγουσα στο πλαίσιο της έγγαμης συμβίωσής τους και δύναται ο εναγόμενος να το καταβάλει. Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε ομοίως για όλα τα ανωτέρω ζητήματα, ορθά ερμήνευσε τον νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις και ο δεύτερος λόγος της υπό κρίση έφεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος εφέσεως προς έρευνα, πρέπει η υπό κρίση έφεση να απορριφθεί στο σύνολό της ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη. Τα δικαστικά έξοδα της εφεσίβλητης του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας, πρέπει, κατά παραδοχή σχετικού νομίμου αιτήματος αυτής (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), να επιβληθούν σε βάρος του εκκαλούντος, λόγω της ήττας του (άρθρα 183, 176 ΚΠολΔ), κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων.

Δέχεται τυπικά την έφεση και απορρίπτει αυτή κατ’ ουσίαν.

Επιβάλλει τα δικαστικά έξοδα της εφεσίβλητης για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας σε βάρος του εκκαλούντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τετρακοσίων (400) ευρώ.

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στον Πειραιά σε έκτακτη, δημόσια στο ακροατήριό του συνεδρίαση, στις 12.3.2026,  χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων των διαδίκων.

Η    ΔΙΚΑΣΤΗΣ                                                                     Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ