ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
ΕΙΔΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ
Αριθμός Απόφασης 155/2026
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
(3ο ΤΜΗΜΑ)
Αποτελούμενο από τη Δικαστή, Ελένη Μούρτζη Εφέτη, που ορίστηκε από την Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διευθύνσεως του Εφετείου Πειραιώς και από την Γραμματέα Ε.Δ.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις ………… για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ :
Της καλούσας -εκκαλούσας : …………… η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της, Θεοδώρα Πετσετίδη του Δημητρίου (ΑΜ ………….. Δ.Σ. Αθηνών), ο δε δεύτερος εκπροσωπήθηκε από τν ίδι πληρεξούσι δικηγόρο.
Της καθής η κλήση -εφεσίβλητης : Μονοπρόσωπης Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία «………….» και διακριτικό τίτλο «………….», (ΑΦΜ …….), που εδρεύει στο …………. Πειραιά (οδός …………….) και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου α) της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «………….», (πρώην με επωνυμία «………..»), (ΑΦΜ ………….), που έδρευε ως άνω και εκπροσωπείτο νομίμως, β) της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «………….», (πρώην με επωνυμία «………..»), (ΑΦΜ ………..), που έδρευε ομοίως ως άνω και εκπροσωπείτο νομίμως και γ) της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «………….» και διακριτικό τίτλο «…………», (πρώην με επωνυμία «……………..» και δ.τ. «…………»), (ΑΦΜ ………), που έδρευε ομοίως ως άνω και εκπροσωπείτο νομίμως, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της, Γεώργιο Βουκελάτο του Δημητρίου (ΑΜ ………. Δ.Σ. Αθηνών), βάσει δηλώσεως.
Η καλούσα -εκκαλούσα με την από 21-12-2015 (αριθ. έκθ. κατάθ. ΓΑΚ/ΑΚ ……………/22-12-2015) αγωγή, την οποία άσκησε κατά των αρχικών τριών εναγομένων ανωνύμων εταιριών, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, ζήτησε να γίνει δεκτή. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με τη με αριθμό 3890/29-8-2017 οριστική απόφασή του απέρριψε την αγωγή. Η εκκαλούσα με την από 6-12-2017 (αριθ. έκθ. κατάθ. ΓΑΚ/ΕΑΚ …………../6-12-2017) έφεσή της, κατά των αρχικών τριών εναγομένων ανωνύμων εταιριών, η οποία κατατέθηκε στη Γραμματεία αυτού του Δικαστηρίου με αριθμό ΓΑΚ/ΕΑΚ …………/6-12-2017, προσδιορίστηκε για τη δικάσιμο της 4-10-2018 και γράφτηκε στο πινάκιο, προσβάλλει την απόφαση αυτή. Ενώπιον του ιδίου Δικαστηρίου η Συνδικαλιστική Οργάνωση με την επωνυμία «………….» («…………») άσκησε την από 20-9-2018 (αριθ. έκθ. κατάθ. ………./2018) πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της εκκαλούσας και κατά των αρχικών εφεσίβλητων, η οποία προσδιορίστηκε για τη δικάσιμο της 4-10-2018 και γράφτηκε στο πινάκιο. Επί της ως άνω έφεσης και της πρόσθετης παρέμβασης που συζητήθηκαν την 21-2-2019, εκδόθηκε η με αριθμό 192/26-2-2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, με την οποία απορρίφθηκε η πρόσθετη παρέμβαση ως απαράδεκτη και έγινε τυπικά και κατ’ουσίαν δεκτή η έφεση, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση και δικάζοντας επί της ως άνω αγωγής απέρριψε αυτή ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας. Κατά της ως άνω απόφασης η εκκαλούσα άσκησε την από 21-7-2021 αίτηση αναίρεσης, επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθμό 746/2025 απόφαση του Αρείου Πάγου (Β2 Πολιτικό Τμήμα), με την οποία αναιρέθηκε στο σύνολό της η ως άνω απόφαση του Εφετείου Πειραιώς και παραπέμφθηκε η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο συγκροτούμενο από άλλον Δικαστή εκτός εκείνου που δίκασε. Ήδη με την από 21-10-2025 κλήση της εκκαλούσας, απευθυνόμενη κατά της καθής η κλήση ως καθολικής διαδόχου των αρχικών εφεσίβλητων, η οποία κατατέθηκε στη Γραμματεία αυτού του Δικαστηρίου με αριθμό ΓΑΚ/ΕΑΚ ……………./22-10-2025, προσδιορίστηκε για την αρχή της παρούσας αναφερόμενη δικάσιμο και γράφτηκε στο πινάκιο, επαναφέρεται προς συζήτηση η ως άνω έφεση.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο αλλά κατέθεσαν τις από 3-12-2025 μονομερείς δηλώσεις τους, αντίστοιχα, που έγιναν σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και προκατέθεσαν προτάσεις.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 579 παρ.1 α, 581 παρ. 2 και 580 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι η αναίρεση της απόφασης και επομένως και η εξαφάνισή της μπορεί να είναι ολική ή μερική. Τούτο θα εξαρτηθεί από το κατά πόσο έχουν προσβληθεί όλα ή κάποιο από τα περισσότερα κεφάλαια αυτής (ΑΠ 738/2012, ΑΠ 1308/2004, ΑΠ 975/2000 ΕλλΔνη 42.81). Ειδικότερα, η απόφαση αναιρείται κατά το μέτρο της παραδοχής της αναίρεσης, δηλαδή κατά τα κεφάλαια (αιτήσεις παροχής έννομης προστασίας), τα οποία αφορά ο δεκτός γενόμενος λόγος αναίρεσης καθώς και εκείνα που συνάπτονται αρρήκτως προς τα αναιρεθέντα. Αν η απόφαση αναιρεθεί στο σύνολό της αποβάλλει την ισχύ της. Στο σύνολό της θεωρείται ότι αναιρείται μία απόφαση όταν η αναιρούσα αυτήν απόφαση δεν περιορίζει με σχετική διάταξη την αναίρεση σε ορισμένο ή ορισμένα κεφάλαια της όλης δίκης ή προς μερικούς από τους διαδίκους (ΟλΑΠ 27/2007 ΕλλΔνη 48.1012, ΑΠ 845/2010 ΔΕΕ 2010.1198, ΑΠ 780/2009, ΑΠ 43/2005 ΕλλΔνη 46.1402). Με την αναίρεση της απόφασης, κατά το μέτρο παραδοχής της αντίστοιχης αίτησης, κατά το σύνολο του ενός ενιαίου κεφαλαίου ή των πλειόνων κεφαλαίων, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από τη συζήτηση επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεθείσα, δηλαδή αναβιώνει η αίτηση παροχής έννομης προστασίας (αγωγή ή έφεση αναλόγως αν η αναιρεθείσα απόφαση εκδόθηκε στον πρώτο ή στο δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας), της οποίας επιλαμβάνεται το Δικαστήριο της παραπομπής με κλήση (ΑΠ 845/2010, ΑΠ 129/2004 Δ 2004.804). Έτσι, αν αναιρεθεί ολικώς η απόφαση του Εφετείου, και δεν πρόκειται για τις περιπτώσεις του άρθρου 580 παρ.1 και 2 Κ.Πολ.Δ., δηλαδή για υπέρβαση δικαιοδοσίας ή παράβαση των διατάξεων, των σχετικών με την αρμοδιότητα, αναβιώνει η πρωτόδικη απόφαση και η κατ’ αυτής έφεση, που θα κριθεί πάλι από το Εφετείο. Οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε και το Εφετείο, στο οποίο παραπέμφθηκε εξ ολοκλήρου η υπόθεση προς περαιτέρω έρευνα, ερευνά αυτή εξ υπαρχής δεσμευόμενο μόνο από τα όρια που διαγράφονται στην αναιρετική απόφαση (άρθρα 580 παρ. 4, 581 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.) και δεσμεύεται μόνο ως προς το νομικό ζήτημα που έλυσε η παραπεμπτική απόφαση και όχι από τις διαπιστώσεις της απόφασης που αναιρέθηκε ως προς τα πραγματικά γεγονότα, δυνάμενο να εκτιμήσει διαφορετικά τις αποδείξεις –εφόσον δεν εθίγησαν με την αναίρεση- από ότι η αναιρεθείσα, μη δεσμευόμενο ούτε ως προς το σημείο αυτό από εκείνη (ΑΠ 251/2016, ΑΠ 129/2004), ενώ στο δικαστήριο της παραπομπής η υπόθεση εισάγεται και συζητείται με κλήση μέσα στα όρια που διαγράφονται από την αναιρετική απόφαση και αφού κατατεθούν προτάσεις κατά το άρθρο 524 ΚΠολΔ (ΑΠ 845/2010, ΑΠ 43/2005, ΑΠ 137/2004, ΑΠ129/2004). Αν η απόφαση που αναιρέθηκε είναι Εφετείου, δεν ακυρώνεται και η απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ακόμα και αν αυτή στηρίζεται στο ίδιο ελάττωμα και τούτο διότι με την αναίρεση της απόφασης του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου αναβιώνει η εκκρεμοδικία της έφεσης κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (ΑΠ 963/1999 ΕλλΔνη 41.51), ως προς την οποία θα αποφανθεί το δικαστήριο της παραπομπής, το οποίο είτε θα δεχθεί την έφεση και θα εξαφανίσει την απόφαση, είτε θα απορρίψει αυτή, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση (ΑΠ 1421/2002 ΧρΙΔ Γ.145). Περαιτέρω, επί αναίρεσης εφετειακής απόφασης στο σύνολο της καταργείται κατά την αυτή έκταση και η συζήτηση κατά την οποία είχε εκδοθεί η αναιρεθείσα απόφαση και ως εκ τούτου οι προτάσεις που υποβλήθηκαν κατά τη συζήτηση αυτής (αναιρεθείσας απόφασης), δεν λαμβάνονται υπόψη από το εφετείο (ΑΠ 1145/2015, ΑΠ 434/2009, ΑΠ 1070/2008, ΑΠ 778/2004, ΑΠ 352/2004). Το Εφετείο ως δικαστήριο της παραπομπής, εφόσον η αναιρετική απόφαση δεν ασχολήθηκε με το διαδικαστικό ζήτημα του εμπροθέσμου της έφεσης ως προϋπόθεσης του παραδεκτού της, θα (επαν)εξετάσει την εν λόγω διαδικαστική προϋπόθεση (ΕφΛαρ 322/2015, ΕφΑθ 4924/2012, ΕφΝαυπ 66/2008). Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 81 παρ. 3, 82 εδ. γ, 110 παρ.2 Κ.Πολ.Δ. σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 20 παρ. 1 του Συντάγματος και του άρθρου 517 Κ.Πολ.Δ., σαφώς προκύπτει ότι κατά του προσθέτως παρεμβαίνοντος στη δίκη, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση δεν απευθύνεται κατ` αρχήν η έφεση, διότι αυτός δεν είναι κύριος διάδικος, ο προσθέτως παρεμβάς όμως πρέπει να καλείται στη συζήτηση της έφεσης. Σε αντίθετη περίπτωση η συζήτηση της τελευταίας κηρύσσεται απαράδεκτη, το δε απαράδεκτο της συζήτησης της έφεσης, ως αναφερόμενο στην προδικασία, λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από το Εφετείο (ΑΠ 688/2018, ΑΠ 591/2018, ΑΠ 797/2018, ΑΠ 1087/2017, ΑΠ 447/2017, ΑΠ 436/2016, ΑΠ 652/2009, ΑΠ 82/2009), εκτός αν η πρόσθετη παρέμβαση απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, οπότε ο παρεμβάς δεν καλείται στις περαιτέρω διαδικαστικές πράξεις (ΑΠ 688/2018, ΑΠ 591/2018, ΑΠ 2192/2013).
Στην προκείμενη περίπτωση η καλούσα -εκκαλούσα-ενάγουσα με την από 21-12-2015 (αριθ. έκθ. κατάθ. ΓΑΚ/ΑΚ ……………../22-12-2015) αγωγή, την οποία άσκησε κατά των αρχικών τριών εναγομένων ανωνύμων εταιριών-αρχικών εφεσίβλητων, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, ζήτησε να γίνει δεκτή. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με τη με αριθμό 3890/29-8-2017 οριστική απόφασή του απέρριψε την αγωγή ως ουσία αβάσιμη. Η εκκαλούσα με την από 6-12-2017 (αριθ. έκθ. κατάθ. ΓΑΚ/ΕΑΚ ………./6-12-2017) έφεσή της, που απηύθυνε κατά των αρχικών εναγομένων, η οποία προσδιορίστηκε για τη δικάσιμο της 4-10-2018, προσβάλλει την απόφαση αυτή. Ενώπιον του ιδίου Δικαστηρίου η Συνδικαλιστική Οργάνωση με την επωνυμία «………….» («ΕΣΠΗΤ») άσκησε την από 20-9-2018 (αριθ. έκθ. κατάθ. ……………/2018) πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της εκκαλούσας και κατά των αρχικών εφεσίβλητων, η οποία προσδιορίστηκε για τη δικάσιμο της 4-10-2018. Επί της ως άνω έφεσης και της πρόσθετης παρέμβασης, που συζητήθηκαν την 21-2-2019, εκδόθηκε η με αριθμό 192/26-2-2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, με την οποία απορρίφθηκε ως απαράδεκτη η πρόσθετη παρέμβαση, έγινε τυπικά και κατ’ουσίαν δεκτή η έφεση, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση και δικάζοντας επί της ως άνω αγωγής απέρριψε αυτή ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας. Κατά της ως άνω απόφασης η εκκαλούσα άσκησε την από 21-7-2021 αίτηση αναίρεσης, επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθμό 746/2025 απόφαση του Αρείου Πάγου (Β2 Πολιτικό Τμήμα) με την οποία αναιρέθηκε στο σύνολό της η ως άνω απόφαση του Εφετείου Πειραιώς και παραπέμφθηκε η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο συγκροτούμενο από άλλον Δικαστή εκτός εκείνου που δίκασε. Κατόπιν των ανωτέρω, με την από 21-10-2025 (αριθ. εκθ. καταθ. ΓΑΚ/ΕΑΚ …………../22-10-2025) κλήση της εκκαλούσας, που απευθύνεται κατά της καθής η κλήση ανώνυμης εταιρίας ως καθολικής διαδόχου των αρχικών εφεσίβλητων, νόμιμα εισάγεται προς συζήτηση ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου, συντιθέμενο από άλλον Δικαστή εκτός εκείνου που δίκασε (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.) η προκείμενη υπόθεση, μετά την παραπομπή της σε αυτό δυνάμει της με αριθμό 746/2025 απόφασης του Αρείου Πάγου (Β2 Πολιτικό Τμήμα), με την οποία αναιρέθηκε στο σύνολό της η με αριθμό 192/2020 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 8 και 14 του Κ.Πολ.Δ.. Με την τελευταία αυτή απόφαση (192/2020) που δίκασε αντιμωλία των διαδίκων, είχε γίνει τυπικά και κατ’ουσίαν δεκτή η έφεση της εκκαλούσας-ενάγουσας, η οποία στρεφόταν κατά της με αριθμό 3890/2017 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς (που είχε εκδοθεί κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών) και με την οποία απόφαση είχε απορριφθεί ως ουσία αβάσιμη η από 21-12-2015 (αριθ. έκθ. κατάθ. ΓΑΚ/ΑΚ ………../22-12-2015) αγωγή της εκκαλούσας -ενάγουσας. Συνεπώς και εφόσον, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, μετά την αναίρεση οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε (Κ.Πολ.Δ. 579 παρ. 1), η δε υπόθεση στο δικαστήριο της παραπομπής συζητείται μέσα στα όρια που διαγράφονται από την αναιρετική απόφαση (Κ.Πολ.Δ. 581 παρ. 2), ερευνώνται εκ νέου η από 6-12-2017 (αριθ. έκθ. κατάθ. ΓΑΚ/ΕΑΚ ………../6-12-2017) έφεση που άσκησε η ενάγουσα και ως προς το παραδεκτό της, καθόσον η ανωτέρω αναιρετική απόφαση δεν ασχολήθηκε με το διαδικαστικό αυτό ζήτημα.
Η κρινόμενη από 6-12-2017 (αριθ. έκθ. κατάθ. ΓΑΚ/ΕΑΚ ………../6-12-2017) έφεση της ενάγουσας της από 21-12-2015 (αριθ. έκθ. κατάθ. ΓΑΚ/ΑΚ …………../22-12-2015) αγωγής – και ήδη εκκαλούσας, κατά της με αριθμό 3890/29-8-2017 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, το οποίο δίκασε αντιμωλία των διαδίκων την παραπάνω αγωγή κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρα 663 ΚΠολΔ ως ίσχυαν πριν την αντικατάστασή τους με το άρθρο 4 του άρθ. 1 Ν. 4335/2015) και απέρριψε την αγωγή, αρμοδίως εισάγεται ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου και έχει ασκηθεί στις 6-12-2017, νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 19, 144 παρ. 2, 495 παρ. 1 και 2, 511, 513 παρ. 1 β΄, 516 παρ. 1 και 2, 517 εδ. α΄, 518 παρ. 2, 520 παρ. 1, 591 παρ. 1 και 7 του Κ.Πολ.Δ.), καθόσον οι διάδικοι δεν επικαλούνται και από τα διαδικαστικά έγγραφα της δικογραφίας δεν προκύπτει επίδοση της εκκαλουμένης απόφασης από τη δημοσίευση της οποίας (29-8-2017) μέχρι την άσκηση της ενδίκου εφέσεως (6-12-2017) δεν έχει παρέλθει διετία, ενώ δεν απαιτείται κλήτευση του προσθέτως παρεμβαίνοντος στην παρούσα δίκη, καθόσον, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, η πρόσθετη παρέμβαση απορρίφθηκε ως απαράδεκτη και η ανωτέρω αναιρετική απόφαση δεν ασχολήθηκε με το διαδικαστικό αυτό ζήτημα, οπότε ο παρεμβάς δεν καλείται στις περαιτέρω διαδικαστικές πράξεις. Επομένως, πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή η κρινόμενη έφεση και να εξεταστεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της, κατά την ίδια διαδικασία, κατά την οποία εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση (άρθρα 533 παρ. 1, 591 παρ. 7 του Κ.Πολ.Δ.).
Από τις διατάξεις των άρθρων 648 επ. Α.Κ. και 6 ν. 765/1943, που κυρώθηκε με την ΠΥΣ 324/1946 και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του Α.Κ. (άρθρο 38 Εισ.Ν. Α.Κ.), συνάγεται ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της συμφωνηθείσης εργασίας, που είναι ο κύριος σκοπός της εργασιακής σύμβασης, και στο μισθό, ανεξάρτητα από τον τρόπο πληρωμής του, και ο εργαζόμενος υπόκειται σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη. Η εξάρτηση αυτή εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να δίνει δεσμευτικές για τον εργαζόμενο εντολές και οδηγίες, ως προς τον τρόπο, τόπο και χρόνο παροχής της εργασίας και ν` ασκεί εποπτεία και έλεγχο για τη διαπίστωση της συμμόρφωσης του εργαζόμενου προς αυτές. Η υποχρέωση, μάλιστα, του εργαζόμενου να δέχεται τον έλεγχο του εργοδότη και να συμμορφώνεται προς τις οδηγίες του ως προς τον τρόπο παροχής της εργασίας αποτελεί το βασικό γνώρισμα της, ως άνω, εξάρτησης, η οποία μπορεί να είναι χαλαρότερη στις περιπτώσεις που ο εργαζόμενος αναπτύσσει πρωτοβουλία κατά την εκτέλεση της εργασίας του, λόγω των επιστημονικών ή τεχνικών γνώσεών του, αλλά θα πρέπει να υπάρχει για να θεωρηθεί η εργασία του ως εξαρτημένη (ΟλΑΠ 28/2005, ΑΠ 747/2024, ΑΠ 9/2023, ΑΠ 953/2020). Η σύμβαση αυτή διακρίνεται από τη σύμβαση ανεξαρτήτων υπηρεσιών, στην οποία δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις του εργατικού δικαίου (ΑΠ 9/2023, ΑΠ 1034/2020, ΑΠ 849/2020), που υπάρχει όταν ο εργαζόμενος παρέχει αντί μισθού τις υπηρεσίες του, χωρίς να υπόκειται στον έλεγχο και την εποπτεία του εργοδότη ή να είναι υποχρεωμένος να συμμορφώνεται προς τις εντολές και οδηγίες αυτού, ιδίως ως προς τον χρόνο και τον τρόπο παροχής των υπηρεσιών του. Δηλαδή, βασικά κριτήρια για να κριθεί το πότε υφίσταται σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ή ανεξάρτητων υπηρεσιών είναι ο βαθμός πρωτοβουλίας που έχει ο παρέχων τις υπηρεσίες του στον αντισυμβαλλόμενο κατά την εκτέλεση της σύμβασης, η μερική ή ολική επιλογή του χρόνου εκτέλεσής της και το αν επιτρέπεται στον εργαζόμενο ή όχι να εκφεύγει του εργοδοτικού ελέγχου, ως προς τον τρόπο (εκτέλεση) της παροχής των συμφωνημένων υπηρεσιών του (ΑΠ 747/2024, ΑΠ 1402/2023, ΑΠ 351/2021, ΑΠ 953/2020). Πάντως και στη σύμβαση ανεξάρτητων υπηρεσιών υπάρχει κάποια δέσμευση και εξάρτηση, όπως συμβαίνει σε κάθε περίπτωση που αναλαμβάνονται υποχρεώσεις με ενοχική σύμβαση και γι` αυτό ακριβώς η συμμόρφωση του εργαζομένου προς όρους της σύμβασής του, που μπορούν να έχουν σχέση και με τον τόπο ή τα χρονικά πλαίσια παροχής της εργασίας, δεν υποδηλώνει, χωρίς άλλο, εξάρτηση αυτού από τον εργοδότη, με την έννοια που προεκτέθηκε. Οπωσδήποτε το δικαίωμα του εργοδότη να δίνει εντολές και οδηγίες, ως προς τον τρόπο, τον τόπο και τον χρόνο παροχής της εργασίας και να ελέγχει τη συμμόρφωση του εργαζομένου προς αυτές, καθώς και η έκταση των αντίστοιχων υποχρεώσεων του τελευταίου, αποτελούν ενδεικτικά στοιχεία της ύπαρξης εξάρτησης, η οποία όμως δεν καθορίζεται μόνο από το αν συντρέχουν όλα ή τα περισσότερα από τα στοιχεία αυτά. Διότι εκείνο που διακρίνει την εξαρτημένη εργασία από την ανεξάρτητη δεν είναι το ποσοτικό στοιχείο, δηλαδή η σώρευση περισσότερων ενδείξεων δέσμευσης και εξάρτησης, αλλά το ποιοτικό, δηλαδή η ιδιαίτερη ποιότητα της δέσμευσης και εξάρτησης, η οποία έχει για τον υποβαλλόμενο σε αυτήν εργαζόμενο συνέπειες που καθιστούν απαραίτητη την ιδιαίτερη ρύθμιση της σχέσης του με τον εργοδότη και δικαιολογούν την ειδική προστασία του από το εργατικό δίκαιο. Το ποιοτικό αυτό στοιχείο συνάγεται από την εκτίμηση των όρων και εν γένει συνθηκών παροχής της εργασίας και διαφέρει κατά περίπτωση ανάλογα με το είδος και τη φύση της εργασίας, συνδυαζόμενο δε με τις υφιστάμενες ενδείξεις εξάρτησης παρέχει ασφαλέστερο κριτήριο για τη διάκριση της εξαρτημένης εργασίας από την ανεξάρτητη (Ολ. Α.Π. 28/2005, ΑΠ 747/2024, ΑΠ 567/2024, ΑΠ 9/2023, ΑΠ 850/2022, ΑΠ 1205/2020, ΑΠ 953/2020, ΑΠ 849/2020, ΑΠ 710/2019, ΑΠ 412/2019, ΑΠ 997/2017, ΑΠ 677/2017, ΑΠ 171/2016, ΑΠ 608/2014, ΑΠ 2242/2013). Σε κάθε περίπτωση, συνεκτιμάται το περιεχόμενο της σύμβασης, αλλά αποφασιστική σημασία έχουν οι συνθήκες, υπό τις οποίες παρέχεται η εργασία, οι οποίες δυνατόν να αποκλίνουν από τους συνομολογημένους όρους. Πάντως, ο χαρακτήρας της εργασίας ως εξαρτημένης ή όχι δεν επηρεάζεται από τον τρόπο προσδιορισμού ή καταβολής της αμοιβής του εργαζομένου, ούτε από άλλα δευτερεύοντα στοιχεία, όπως η έκδοση δελτίων παροχής υπηρεσιών, η ασφάλισή του ή μη στο ΙΚΑ και η χορήγηση σ` αυτόν βεβαιώσεων παροχής μισθωτών υπηρεσιών (ΑΠ 567/2024, ΑΠ 573/2018, ΑΠ 997/2017, ΑΠ 602/2017, ΑΠ 608/2014, ΑΠ 2105/2013), συνεκτιμώνται όμως ως σχετικές ενδείξεις και άλλα κατά περίπτωση στοιχεία, όπως ο τρόπος της αμοιβής, η ασφάλιση σε ασφαλιστικό οργανισμό, η έκδοση δελτίων παροχής υπηρεσιών, η δυνατότητα του εργαζομένου να παρέχει τις υπηρεσίες του και σε άλλον εργοδότη κλπ (ΑΠ 747/2024, ΑΠ 953/2020, ΑΠ 710/2019, ΑΠ 1110/2017). Ούτε η υποχρέωση του εργαζομένου να συμμορφώνεται, ως προς την εκτέλεση των υπηρεσιών του, προς, από κοινού, συμφωνούμενους όρους ή να παρέχει αυτές σε καθορισμένο χρόνο και τόπο, ακόμη και σε χώρο του εργοδότη, δεν καθιστά, χωρίς τίποτε άλλο, τη συνδέουσα τους συμβαλλομένους σχέση ως εξαρτημένης εργασίας και συνεπώς μπορεί αυτή να έχει τον χαρακτήρα μίσθωσης έργου ή και ανεξάρτητων υπηρεσιών (ΑΠ 747/2024, ΑΠ 567/2024, ΑΠ 9/2023, ΑΠ 2052/2022, ΑΠ 522/2022, ΑΠ 1775/2017, ΑΠ 1110/2017, ΑΠ 677/2017, ΑΠ 44/2017, ΑΠ 608/2014). Ακόμη, η σύμβαση παροχής επιστημονικών υπηρεσιών από εργαζόμενο επιστήμονα που επιλέγει ο ίδιος βασικούς όρους της απασχόλησής του και δεν ελέγχεται από τον εργοδότη ως προς τον τρόπο και, ακόμη και εν μέρει, τον χρόνο, παροχής των υπηρεσιών του στον, καθορισμένο από τη σύμβαση και τη φύση των υπηρεσιών του, τόπο δεν είναι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας (ΑΠ 747/2024, ΑΠ 522/2022, ΑΠ 617/2020). Περαιτέρω, σύμβαση εξαρτημένης εργασίας μπορεί να συνάπτει και ο δημοσιογράφος, όταν, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι λόγω της φύσης του επαγγέλματος και της αποστολής του αλλά και ενόψει των περί ελευθεροτυπίας συνταγματικών διατάξεων αναπτύσσει μεγαλύτερη πρωτοβουλία ως προς τον τρόπο παροχής της εργασίας του, συνισταμένη στην ελεύθερη και αντικειμενική διατύπωση των ειδήσεων και σχολίων του, ο εργοδότης διατηρεί το δικαίωμα ελέγχου και εποπτείας του ως προς τον τόπο και χρόνο παροχής της εργασίας (ΑΠ 747/2024, ΑΠ 953/2020, ΑΠ 793/2013, ΑΠ 1508/2010, ΑΠ 964/2007). Εξ άλλου ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός μιας σχέσης ως σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου ή ανεξαρτήτων υπηρεσιών αποτελεί κατ’ εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας του δικαστηρίου, που μετά από εκτίμηση όλων των συγκεκριμένων περιστάσεων χαρακτηρίζει αυτεπάγγελτα την καταρτισθείσα σύμβαση με βάση το περιεχόμενό της που έγινε ανέλεγκτα δεκτό και υπάγει αυτό στην έννοια μιας ρυθμισμένης σύμβασης, χωρίς ν’ ασκεί οποιαδήποτε επιρροή ο χαρακτηρισμός που έδωσαν σ’ αυτήν τα συμβαλλόμενα μέρη (ΟλΑΠ 3/2021, ΟλΑΠ 13/2017, ΟλΑΠ 8/2011, ΟλΑΠ 7/2011, ΟλΑΠ 19/2007, ΑΠ 747/2024, ΑΠ 567/2024, ΑΠ 57/2023, ΑΠ 9/2023, ΑΠ 953/2020, ΑΠ 849/2020, ΑΠ 710/2019, ΑΠ 677/2017, ΑΠ 13/2017). Περαιτέρω με το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 2639/1998 (Α 205), όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 του ν. 3846/2010 (A 66), ορίζεται ότι «Η συμφωνία μεταξύ εργοδότη και απασχολούμενου για παροχή υπηρεσιών ή έργου, για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, ιδίως στις περιπτώσεις αμοιβής κατά μονάδα εργασίας (φασόν), τηλεργασίας, κατ’ οίκον απασχόλησης, τεκμαίρεται ότι υποκρύπτει σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, εφόσον η εργασία παρέχεται αυτοπροσώπως, αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στον ίδιο εργοδότη για εννέα συνεχείς μήνες» και με την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι «Μέσα σε διάστημα εννέα (9) μηνών από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου κάθε εργοδότης υποχρεούται να υποβάλει στην οικεία Επιθεώρηση Εργασίας συγκεντρωτική κατάσταση αναφορικά με τις υφιστάμενες συμφωνίες μεταξύ αυτού και απασχολούμενων για παροχή υπηρεσιών ή έργου, στην οποία θα αναγράφονται η χρονολογία κατάρτισης των συμφωνιών αυτών και το ονοματεπώνυμο του απασχολούμενου. Σε περίπτωση παράλειψης υποβολής της κατάστασης αυτής θεωρείται ότι η σχετική συμφωνία υποκρύπτει σύμβαση εξαρτημένης εργασίας». Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η απασχόληση αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στον ίδιο εργοδότη για τουλάχιστον εννέα (9) συνεχείς μήνες αποτελεί τη βάση τεκμηρίου υπέρ της εξαρτημένης εργασίας, το οποίο, όμως, είναι μαχητό και συνεπώς ο εργοδότης διατηρεί τη δυνατότητα ανατροπής του (ΑΠ 747/2024, ΑΠ 57/2023, ΑΠ 2052/2022, ΑΠ 522/2022, ΑΠ 1432/2018).
Στην προκείμενη περίπτωση, με την από 21-12-2015 (αριθ. έκθ. κατάθ. ΓΑΚ/ΑΚ ……………./22-12-2015) αγωγή, η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα ισχυρίστηκε ότι με την από 1-4-2009 σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου προσλήφθηκε από τις εναγόμενες τρεις ανώνυμες εταιρίες (ήδη αρχικές εφεσίβλητες), νομίμως εκπροσωπούμενες, που ανήκουν στον ίδιο όμιλο, έχουν κοινή έδρα και κοινή διοίκηση, ασκούμενη από την πρώτη τούτων, προκειμένου να εργαστεί ως δημοσιογράφος, αρχικά ως υπεύθυνη ύλης και από τον Σεπτέμβριο του 2011 ως αρχισυντάκτρια των αναφερόμενων περιοδικών εκδόσεώς τους, με το σύστημα της πενθήμερης εβδομαδιαίας απασχόλησης και με ωράριο οκτώ (8) ωρών ημερησίως, από ώρα 12.00 έως ώρα 20.00, παρέχοντας την εργασία της στην κοινή τους έδρα, αντί συμφωνημένων και καταβαλλόμενων μηνιαίων μικτών αποδοχών, ποσού 900 ευρώ από Απρίλιο 2009 έως και Δεκέμβριο 2009, ποσού 1.250 ευρώ από Ιανουάριο 2010 έως και Σεπτέμβριο 2010, ποσού 3.000 ευρώ από 1-10-2010 έως 30-9-2011, ποσού 3.500 ευρώ από 1-10-2011 έως 17-9-2013, ποσού 2.600 ευρώ από 18-9-2013 έως 31-1-2015 και ποσού 1.800 ευρώ από 1-2-2015 έως 21-9-2015, ευθυνομένων των εναγομένων συνεργοδοτριών της για την καταβολή των αποδοχών της, εις ολόκληρον η κάθε μία. Ότι από την έναρξη της ένδικης σύμβασης εξαρτημένης εργασίας και μέχρι τη λύση της με καταγγελία των εναγομένων στις 21-9-2015, παρείχε τη συμφωνημένη εργασία της στις εναγόμενες εργοδότριές της υπό τις εντολές και τις οδηγίες τους, και μόνο κατά το φαινόμενο και για φορολογικούς λόγους του ομίλου τους, το μεν η ίδια εξέδιδε, όπως της ζητήθηκε, δελτία παροχής υπηρεσιών για τις καταβαλλόμενες αποδοχές της, το δε η τρίτη εναγόμενη μόνο, ανήγγειλε ως εργοδότριά της εγγράφως την ένδικη σύμβαση και μάλιστα καθυστερημένα, μόλις στις 17-9-2013. Ότι το επίδικο χρονικό διάστημα, από 1-10-2010 έως 30-12-2014, απασχολούμενη από Δευτέρα έως Παρασκευή, εργάστηκε πέραν των οκτώ (8) ωρών ημερησίως και των σαράντα (40) ωρών εβδομαδιαίως, τις ειδικά αναφερόμενες ώρες που προσδιορίζονται ημερησίως και εβδομαδιαίως, πραγματοποιώντας την εκτιθέμενη στο δικόγραφο υπερεργασία και κατ’ εξαίρεση υπερωρία, χωρίς να της καταβληθεί η νόμιμη αμοιβή και προσαύξηση, και για τις αιτίες αυτές, με βάση το προκύπτον, από τις αντίστοιχες καταβαλλόμενες αποδοχές της, ωρομίσθιό της, της οφείλεται, εις ολόκληρον από κάθε μία των εναγομένων, το συνολικό ποσό των 23.472 ευρώ για την υπερεργασία και το ποσό των 33.941,16 ευρώ για την υπερωριακή της απασχόληση. Ότι οι εναγόμενες της οφείλουν επίσης εις ολόκληρον η κάθε μία α) τα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα και αδείας των ετών 2010, 2011, 2012, και 2013, με βάση τις αντίστοιχες μηνιαίες αποδοχές της και κατά τις αναφερόμενες διακρίσεις ανά είδος επιδόματος, συνολικού ποσού 25.175,24 ευρώ και β) το ποσό των 4.333,33 ευρώ ως υπόλοιπο οφειλόμενης νόμιμης αποζημίωσης απόλυσης, με βάση τις καταβαλλόμενες αποδοχές της του τελευταίου μήνα και τη συνολική διάρκεια της ένδικης σύμβασης εργασίας, από την 1-4-2009 έως τις 21-9-2015, που λύθηκε κατά τα άνω. Με βάση το ιστορικό αυτό, η ενάγουσα, επικαλούμενη την ένδικη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και τις σχετικές με τις ένδικες απαιτήσεις της διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, άλλως, για την περίπτωση που κριθεί άκυρη η ένδικη σύμβαση εργασίας, τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού, ζήτησε, μετά από παραδεκτό μερικό περιορισμό του αρχικά καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής της, να υποχρεωθούν οι εναγόμενες να της καταβάλουν, εις ολόκληρον η κάθε μία, το ποσό των 25.175,24 ευρώ, ως επιδόματα εορτών και αδείας των ανωτέρω επιδίκων ετών και να αναγνωριστεί ότι της οφείλουν, εις ολόκληρον η κάθε μία, το ποσό των (4.333,33 + 23.472 + 33.941,16 =) 61.746,49 ευρώ, ως υπόλοιπο νόμιμης αποζημίωσης απόλυσης, αμοιβή και προσαύξηση για υπερεργασία και υπερωριακή απασχόληση του ανωτέρω επιδίκου διαστήματος, νομιμοτόκως, καθώς και να καταδικαστούν οι εναγόμενες στην καταβολή των δικαστικών της εξόδων. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφαση, αφού έκρινε την αγωγή παραδεκτή και νόμιμη κατά την κύρια και επικουρική βάση αυτής, μετά από την εκτίμηση των αποδείξεων απέρριψε αυτή ως ουσία αβάσιμη και επέβαλε σε βάρος της ενάγουσας τα δικαστικά έξοδα των αρχικών εναγομένων, τα οποία καθόρισε στο ποσό των 800 ευρώ. Κατά της απόφασης αυτής παραπονείται με την κρινόμενη έφεση η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα, για τους αναφερόμενους σε αυτή λόγους, που ανάγονται σε εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και σε κακή εκτίμηση των αποδείξεων, ζητεί δε, να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση, ώστε να γίνει δεκτή η αγωγή της, καθώς και να καταδικαστούν οι εφεσίβλητες στην καταβολή της δικαστικής της δαπάνης αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας. Σημειώνεται δε ότι η ένσταση αοριστίας που επαναφέρει η εφεσίβλητη με τις προτάσεις ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, απαραδέκτως προβάλλεται, καθόσον, μετά την έκδοση της προαναφερόμενης απόφασης του Αρείου Πάγου, το παρόν Δικαστήριο δεσμευόμενο από τα όρια που διαγράφονται στην αναιρετική απόφαση (άρθρα 580 παρ. 4, 581 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), δεσμεύεται ως προς το νομικό αυτό ζήτημα που έλυσε η παραπεμπτική απόφαση.
Από την εκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων των διαδίκων (εξετάστηκε ένας μάρτυρας από κάθε διάδικο μέρος), που εξετάστηκαν ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης αυτού, τις με αριθ. …, ….., …../6-2-2017 ένορκες βεβαιώσεις των …………, που δόθηκαν με την επιμέλεια της ενάγουσας ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, τη με αριθ. ………./6-2-2017 ένορκη βεβαίωση της …………., που δόθηκε με την επιμέλεια της ενάγουσας ενώπιον της Συμ/φου Αθηνών ………., κατόπιν νομίμου και εμπροθέσμου κλητεύσεως των αντιδίκων της, τη με αριθμό …../9-2-2017 ένορκη βεβαίωση της ………….. που δόθηκε με την επιμέλεια της ενάγουσας ενώπιον της Συμ/φου Αθηνών ………… και προσκομίστηκε εντός της προθεσμίας προσθήκης και αντίκρουσης ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, κατόπιν νομότυπης προφορικής κλήτευσης των αντιδίκων της με προφορική δήλωση στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου (ΑΠ 882/2015, ΑΠ 188/2010, ΑΠ 1391/2008, ΑΠ 160/2006, ΑΠ 522/1999), απορριπτομένου ως αβάσιμου του ισχυρισμού της εφεσίβλητης περί μη λήψης υπόψη της τελευταίας ένορκης βεβαίωσης (ΑΠ 365/2021, ΑΠ 179/2021, ΑΠ 1585/2018), καθώς και όλων ανεξαιρέτως των εγγράφων, που επαναπροσκομίζονται νομίμως μετ’επικλήσεως από τους διαδίκους, καθώς και αυτών που προσκομίζονται μετ’επικλήσεως το πρώτον ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου και δεν συντρέχει λόγος απόκρουσης αυτών (άρθρο 529 Κ.Πολ.Δ.), και εκτιμώνται είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (ΑΠ 1286/2003 ΧρΙΔ 2004.245, ΑΠ 1428/2000 ΕλλΔνη 2000.678), αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά : Η καθής η κλήση, η οποία προήλθε από τη διάσπαση της αρχικώς πρώτης εναγομένης, ήτοι της εταιρίας με την επωνυμία «………….», (πρώην με επωνυμία «…………..»), με ταυτόχρονη σύσταση μεταξύ άλλων και της ανωτέρω καθής, την 30-12-2022 απορρόφησε λόγω συγχωνεύσεως σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν 4601/2019 και τη με αριθμό …………./29-12-2022 συμβολαιογραφική πράξη του Συμ/φου Κρωπίας ………., εγκριθείσας δυνάμει της με αριθ. 5519/30-12-2022 απόφασης της υπηρεσίας Γ.Ε.Μ.Η. του Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου Πειραιά, που καταχωρήθηκε στο Γ.ΕΜ.Η. με κωδικό αριθμό καταχώρησης ……. και …. αντίστοιχα, μεταξύ άλλων και τις αρχικές δεύτερη και τρίτη των εναγομένων ανωνύμων εταιριών με την επωνυμία α) «………..», (πρώην με επωνυμία «………..») και β) «………..» και διακριτικό τίτλο «………..», (πρώην με επωνυμία «……….» και δ.τ. «…………….») και συνεχίζει αυτοδικαίως τη δίκη (άρθρα 18 παρ. 3, 70 Ν 4601/2019). Αναφορικά με το επίδικο χρονικό διάστημα, αποδεικνύεται ότι η αρχικώς πρώτη εναγόμενη ανώνυμη εταιρία είναι η μητρική εταιρία του ομίλου της ……………. εισηγμένη στο χρηματιστήριο Αθηνών από το 2000 και μετά την απόσχιση του εκδοτικού της κλάδου (στις 30-6-2011), τον οποίο απορρόφησε η αρχικώς δεύτερη εναγόμενη, στην οποία η πρώτη συμμετέχει σε ποσοστό 100% και δραστηριοποιείται στο χώρο των εκδόσεων και της έντυπης ενημέρωσης. Η αρχικώς δεύτερη εναγόμενη (η οποία μέχρι 30-6-2011 είχε την επωνυμία «ΕΝΤΥΠΕΣ ΚΑΙ ΔΙΑΔΙΚΤΥΑΚΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ Α.Ε.» (βλ. ΦΕΚ 10054/21-9-2011), η οποία είναι θυγατρική εταιρία του ομίλου, δραστηριοποιείται στον τομέα των εκδόσεων έχοντας την επιμέλεια των ένθετων περιοδικών της εφημερίδας «…………..» και μετά την απορρόφηση του εκδοτικού κλάδου από τη μητρική εταιρία εκδίδει την εφημερίδα «……………» και μια σειρά από περιοδικά ποικίλης ύλης. Η τρίτη εναγόμενη θυγατρική εταιρία του ομίλου στην οποία η πρώτη συμμετέχει με ποσοστό 100%, έχει την επιμέλεια και την έκδοση των περιοδικών περιπτέρου του ομίλου και εκδίδει ταξιδιωτικούς οδηγούς, καθώς και την επιμέλεια των ενθέτων περιοδικών της εφημερίδας «………..». Η μητρική εταιρία διατηρούσε όλες τις συμμετοχές της στις θυγατρικές εταιρίες, την εκμετάλλευση των ακινήτων της, την παροχή συμβουλευτικών και διοικητικών υπηρεσιών προς τις θυγατρικές, καθώς και την εμπορική εκμετάλλευση εκδόσεων τρίτων. Ο εκδοτικός κλάδος της αρχικώς πρώτης εναγομένης που αποσχίστηκε κατά την 30-6-2011 περιελάμβανε μεταξύ άλλων την έκδοση της εφημερίδας «…………..» και των ενθέτων εκδόσεων που κυκλοφορούν μαζί με το φύλλο της εφημερίδας μεταξύ των οποίων και το ένθετο «…………..». Περαιτέρω η αρχικώς δεύτερη εναγόμενη μετά την απορρόφηση του εκδοτικού κλάδου από τη μητρική της εταιρία (αρχικώς πρώτη εναγόμενη), ανέλαβε από 1-1-2012 ως ειδική διάδοχος την έκδοση διαχείριση και κυκλοφορία της ημερήσιας πολιτικής και οικονομικής εφημερίδας «…………..» και μίας σειράς εντύπων, ένθετων στην εφημερίδα ή αυτόνομου τεχνολογικού, οικολογικού, καλλιτεχνικού ή άλλου περιεχομένου, μεταξύ των οποίων και το περιοδικό «………..» και δυνάμει του από 4-1-2012 ιδιωτικού συμφωνητικού ανέθεσε στην αρχικώς τρίτη εναγόμενη την παραγωγή και επιμέλεια της ύλης, την έκδοση, την εμπορική διαχείριση και εκμετάλλευση, μεταξύ άλλων και του ανωτέρω περιοδικού. Επίσης η αρχικώς δεύτερη εναγόμενη από 1-1-2012 εκδίδει την εφημερίδα «………….» και τα περιοδικά -ένθετα, τα οποία εξέδιδε η μητρική της εταιρία (αρχικώς πρώτη εναγόμενη) και δυνάμει του από 5-1-2012 ιδιωτικού συμφωνητικού ανέθεσε στην αρχικώς τρίτη εναγόμενη, μεταξύ άλλων την παραγωγή και επιμέλεια της ύλης του περιοδικού «……………..» της Καθημερινής και για το καθημερινό φύλλο της εφημερίδας και για τα φύλλα του Σαββάτου και της Κυριακής (βλ. προσκομιζόμενα από τους διαδίκους ανακοινώσεις καταχώρησης στο ΓΕΜΗ, ετήσιες οικονομικές εκθέσεις χρήσεων από 1-1-2011 έως 31-12-2014, ιδιωτικά συμφωνητικά και ΦΕΚ). Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι η εκκαλούσα, η οποία είναι επαγγελματίας δημοσιογράφος, μέλος της Ένωσης Συντακτών Περιοδικού και Ηλεκτρονικού Τύπου (ΕΣΠΗΤ), κατόπιν άτυπης συμφωνίας, το μήνα Απρίλιο του έτους 2009, εργάστηκε ως υπεύθυνη ύλης στο περιοδικό «……» εκδόσεως της αρχικώς πρώτης εναγομένης, το οποίο ήταν μηνιαίο και ένθετο στην εφημερίδα «…………….» του Σαββάτου, έως και το μήνα Σεπτέμβριο του έτους 2011, που εκδόθηκε το τελευταίο τεύχος του περιοδικού. Από το μήνα Οκτώβριο του έτους 2010 η εκκαλούσα είχε συμφωνήσει με την αρχικώς πρώτη εναγόμενη να παρέχει τις υπηρεσίες της ως αρχισυντάκτρια του περιοδικού «………………», του οποίου η έκδοση ήταν διμηνιαία και μεταβιβάστηκε, κατά τα προεκτεθέντα, αρχικά στην αρχικώς δεύτερη εναγόμενη και στη συνέχεια στην αρχικώς τρίτη εναγόμενη, η οποία δυνάμει του από 4-1-2012 ιδιωτικού συμφωνητικού, ανέλαβε την παραγωγή, έκδοση και εμπορική διαχείριση και εκμετάλλευσή του, παρείχε δε τις υπηρεσίες της μέχρι και το μήνα Δεκέμβριο του έτους 2014, οπότε διεκόπη η έκδοσή του. Το μήνα Νοέμβριο του έτους 2011 η εκκαλούσα ανέλαβε να παρέχει τις υπηρεσίες της στην αρχικώς δεύτερη εναγόμενη ως αρχισυντάκτρια του περιοδικού με τίτλο «………….», που ήταν διμηνιαίο ένθετο στην εφημερίδα «………» της Κυριακής και στη συνέχεια από το μήνα Ιανουάριο του έτους 2012 παρείχε τις υπηρεσίες της στην αρχικώς τρίτη εναγόμενη, η οποία δυνάμει του από 5-1-2012 ιδιωτικού συμφωνητικού ανέλαβε την παραγωγή και έκδοση του περιοδικού αυτού. Το μήνα Ιανουάριο του έτους 2015 η εκκαλούσα συμφώνησε με την αρχικώς δεύτερη εναγόμενη να παρέχει τις υπηρεσίες της ως αρχισυντάκτρια στην έκδοση του διμηνιαίου περιοδικού «……….» που διατίθετο ως ένθετο στην «…………..» της Κυριακής, και συνήψε σύμβαση εξαρτημένης εργασίας με την αρχικώς τρίτη εναγόμενη μέχρι και την 21-9-2015, οπότε καταγγέλθηκε η σύμβασή της. Για την απασχόληση της εκκαλούσας δεν καταρτίσθηκε κανένα έγγραφο, αλλά αυτό έγινε μεταγενέστερα, στις 17-9-2013, οπότε καταρτίστηκε μεταξύ της αρχικώς τρίτης εναγομένης και της εκκαλούσας, η με την παραπάνω ημερομηνία «Σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου», ισχύουσα από την 17-9-2013, οπότε έγινε και η αναγγελία πρόσληψης. Ειδικότερα συμφωνήθηκε μεταξύ των ανωτέρω συμβαλλομένων, να εργαστεί η εκκαλούσα με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ως συντάκτης στα έντυπα, περιοδικά ή βιβλία ιδιοκτησίας, έκδοσης ή επιμέλειας της εργοδότριας αρχικώς τρίτης εναγομένης, είτε αυτά συνοδεύουν την έκδοση της εφημερίδας «……………» είτε διατίθενται αυτοτελώς. Ως τόπος παροχής της εργασίας συμφωνήθηκε η ευρύτερη περιφέρεια Αττικής και κάθε μέρος της επικράτειας αν χρειαστεί μετακίνηση της εργαζομένης για τις ανάγκες της εργασίας της, η οποία υποχρεούται σε πενθήμερη εβδομαδιαία εργασία κατά το πλήρες ωράριο, ήτοι σαράντα ώρες την εβδομάδα, έναντι μηνιαίων αποδοχών που συμφωνήθηκαν αρχικά στο ποσό των 2.650 ευρώ και στη συνέχεια δυνάμει του από 1-2-2015 ιδιωτικού συμφωνητικού τροποποίησης ατομικής σύμβασης εργασίας στο ποσό των 1.800 ευρώ, στα ανωτέρω δε ποσά αμοιβής συμφωνήθηκε να συμψηφίζονται σε αυτά οποιεσδήποτε τυχόν απαιτήσεις της εργαζομένης από αποζημιώσεις, ή αμοιβές για υπερεργασία, υπερωρία, εργασία εκτός έδρας, οδοιπορικά, εργασία κατά νόμο εξαιρετέες ημέρες, κατά τις Κυριακές ή τις νυκτερινές ώρες, τυχόν επιδόματα (όπως οικογενειακό, τέκνων, ωρίμανσης, πολυετίας, ανθυγιεινό ή επικίνδυνης εργασίας κλπ). Η ανωτέρω σύμβαση καταγγέλθηκε εγγράφως από την αρχικώς τρίτη εναγόμενη στις 21-9-2015 και καταβλήθηκε αποζημίωση ύψους 7.800 ευρώ, καταβλητέα σε δύο δόσεις. Η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα με την από 21-9-2025 έγγραφο δήλωσε, μεταξύ άλλων, ότι θεωρεί τη γενόμενη καταγγελία έγκυρη και ισχυρή, ότι έλαβε επιπλέον ποσό 3.600 ευρώ και τέλος ότι έχει λάβει όλες τις αποδοχές της και δεν έχει ή διατηρεί καμία αξίωση κατά της εργοδότριάς της. Προηγουμένως δε, για την απασχόλησή της στα περιοδικά «…….», «…………..» και «…………..», δεν καταρτίσθηκε κανένα έγγραφο, η δε εκκαλούσα (ενάγουσα) για την αμοιβή της εξέδιδε αποδείξεις και τιμολόγια παροχής υπηρεσιών (βλ. τις από 12-7-2010 έως 19-12-2012 αποδείξεις παροχής υπηρεσιών που προσκομίζονται από τους διαδίκους, καθώς και τα από 20-3-2012 έως 20-12-2013 τέσσερα τιμολόγια, που προσκομίζονται από την εφεσίβλητη). Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφαση έκρινε ότι για τις απαιτήσεις της ενάγουσας από τα περιοδικά με τίτλο «…………..» και «…………», συνυπόχρεες προς καταβολή τυγχάνουν και οι τρεις εναγόμενες, οι οποίες σωρευτικά υπεισήλθαν ως ισότιμοι εργοδότες στην αρχική σύμβαση που συνήψε η ενάγουσα με την αρχικώς πρώτη εταιρία μητρική του ιδίου ομίλου επιχειρήσεων, ο οποίος χαρακτηρίζεται από κοινή διεύθυνση, αφού στις συμβάσεις μεταβίβασης της διαχείρισης των περιοδικών η νόμιμη εκπροσώπηση είναι η ίδια και για τις τρεις συμβαλλόμενες εταιρίες, η πρώτη εναγόμενη μητρική εταιρία συμμετέχει στις λοιπές εναγόμενες θυγατρικές εταιρίες σε ποσοστό 100% και έχουν κοινή οικονομική πολιτική και κοινά συμφέροντα. Έτι περαιτέρω ότι η μετακίνηση των εργαζομένων ή των παρεχόντων ανεξαρτήτων υπηρεσιών στο εσωτερικό ενός ομίλου αποτελεί συνηθισμένη τεχνική οργάνωσης των εν λόγω σχέσεων εργασίας ή παροχής υπηρεσιών, που χρησιμοποιείται για την αντιμετώπιση ποικίλων οργανωτικών, λειτουργικών και οικονομικών αναγκών του ομίλου και στην περίπτωση αυτή η συμβατική ευθύνη της δανείζουσας μητρικής ή θυγατρικής συνυπάρχει με την ευθύνη στην οποία μεταβιβάζεται η εργασιακή και σχέση, ως συνυπεύθυνου εργοδότη. Για την παροχή της εργασίας της στο περιοδικό «………» με την εκκαλουμένη απόφαση κρίθηκε ότι υπόχρεη για τις απαιτήσεις της ενάγουσας τυγχάνει μόνο η αρχικώς πρώτη εναγόμενη και ότι για την απασχόλησή της στο περιοδικό «……………» υπέγγυες τυγχάνουν εις ολόκληρον η τρίτη και η πρώτη των αρχικώς εναγομένων, καθόσον ενόψει της κοινής εκπροσώπησης των δύο εταιριών του ιδίου ομίλου καθίσταται σαφές ότι η έναρξη της συνεργασίας της με την αρχικώς τρίτη εναγόμενη συναποφασίσθηκε και με την πρώτη, η οποία στην ουσία διηύθυνε την οικονομική διαχείριση της τρίτης και προσλάμβανε η ίδια το προσωπικό της θυγατρικής της, έχουσα άμεση επιρροή σε αυτήν και με την οποία αποτελούσε οικονομικά και διοικητικά ενιαίο οικονομικό υποκείμενο, προς τούτο δε πρέπει να λάβει χώρα άρση της αυτοτέλειας του νομικού προσώπου της θυγατρικής εργοδοτικής επιχείρησης και να αναγνωρισθεί συνευθύνη της με την πρώτη εναγόμενη βάσει της αρχής της καλής πίστης. Τα ανωτέρω κρίθηκαν από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφαση και ως προς τις ανωτέρω παραδοχές δεν εκκαλείται με ειδικότερο λόγο της έφεσης, απορριπτομένου ως αβάσιμου του ισχυρισμού της εφεσίβλητης περί έλλειψης παθητικής νομιμοποίησης και περί μη ευθύνης των αρχικών εναγομένων -αρχικών εφεσίβλητων λόγω της νομικής αυτοτέλειας τους, καθόσον, δυνάμει της αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων, οι συμβαλλόμενοι δύνανται να διαμορφώσουν την πολυπρόσωπη ενοχική τους σχέση και τις απορρέουσες από αυτήν ειδικότερες ενοχές, ελευθέρως. Τα ως άνω ευρίσκουν εφαρμογή και στο πεδίο του εργατικού δικαίου, επί των ατομικών εργασιακών σχέσεων, όπου, βάσει της αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων, είναι δυνατή η ύπαρξη σχέσης εργασίας με περισσότερες επί μέρους εταιρείες, που απασχολούν το μισθωτό, ως συνεργοδότριες και ευθύνονται απέναντί του εις ολόκληρον, για την πληρωμή του μισθού του, εφόσον τούτο συνάγεται σαφώς από τη μεταξύ των συμβαλλομένων μερών συμφωνία, τούτο δε συνήθως συμβαίνει, στις περιπτώσεις ιδίως εταιριών, που ενώ είναι αυτοτελή νομικά πρόσωπα, συνδέονται μεταξύ τους με κοινά οικονομικά συμφέροντα, κοινή διεύθυνση και έδρα, κοινή οικονομική πολιτική και χρηματοδότηση, κ.λπ. (ΑΠ 474/2024, ΑΠ 1123/2022, ΑΠ 413/2017, ΑΠ 454/2006). Περαιτέρω αποδεικνύεται ότι, κατά το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα μέχρι την 17-9-2013 η εκκαλούσα, ως αρχισυντάκρια των περιοδικών του ομίλου της αρχικώς πρώτης εναγομένης, ενεργούσε το γενικό συντονισμό των δημοσιογράφων των περιοδικών, αναθέτοντάς τους τα θέματα των άρθρων τους, υποδείκνυε σε αυτούς το ύφος και τη μορφή που θα έπρεπε να έχουν, ανέθετε στην υπεύθυνη φωτογραφιών των περιοδικών να επιλέξει το φωτογραφικό υλικό που θα πλαισίωνε τα άρθρα δίνοντας οδηγίες για την κατάλληλη επιλογή, έδινε η ίδια οδηγίες αλλά και προωθούσε και τις οδηγίες των διευθυντών σύνταξης στους υπεύθυνους διόρθωσης των κειμένων προκειμένου να λάβουν χώρα οι αναγκαίες διορθώσεις και τροποποιήσεις του περιεχομένου και της μορφής των κειμένων, απέστελλε τα άρθρα στους επιστημονικά υπεύθυνους του περιοδικού προς έλεγχο του τεχνικού και επιστημονικού περιεχομένου τους, έδινε οδηγίες και εντολές στους γραφίστες για την επιλογή και τοποθέτηση των φωτογραφιών στις σελίδες του περιοδικού, παρήγγελλε αλλαγές στις σελιδοποιήσεις των θεμάτων, έκανε τις τελικές διορθώσεις και παρεμβάσεις στα κείμενα και τη μορφή των σελίδων και ερχόταν σε συνεννόηση με τους διευθυντές έκδοσης για τυχόν παρατηρήσεις με σκοπό την τελική διαμόρφωση των μακετών, προκειμένου να εγκριθούν από τον Διευθυντή των περιοδικών εκδόσεων, ο οποίος ήταν ο ίδιος για όλα τα ανωτέρω περιοδικά που εργάστηκε η ενάγουσα και ανήκαν στον όμιλο της εταιρίας «………………..». Επίσης, η εκκαλούσα ως υπεύθυνη ύλης στο περιοδικό «…..», λάμβανε γενικές οδηγίες για τη μορφή και το ύφος των άρθρων και προέβαινε στην κατανομή των θεμάτων στους δημοσιογράφους, στην επικοινωνία με την υπεύθυνη φωτογραφιών του περιοδικού για την επιλογή των κατάλληλων φωτογραφιών που θα πλαισίωναν τα άρθρα, στη συγκέντρωση των θεμάτων της αρθρογραφίας, στην επιμέλεια της δημοσιογραφικής ύλης και στην παράδοσή της στην αρχισυντάκτριά της, επιπλέον δε αναλάμβανε κατόπιν υποδείξεων από την αρχισυντάκτρια και τον διευθυντή σύνταξης να επιμεληθεί των τυχόν αλλαγών (στα κείμενα, τις λεζάντες, τους τίτλους, τους προλόγους και τις φωτογραφίες) είτε η ίδια είτε αναθέτοντας αυτά σε αυτούς που τα παρέδιδαν, ώστε η τελική μορφή του περιοδικού να τύχει της εγκρίσεως του αρχισυντάκτη και των διευθυντών σύνταξης του περιοδικού. Κατά την εκτέλεση της παραπάνω εργασίας της η εκκαλούσα δεν είχε κατ’ αρχήν δέσμευση ή περιορισμό ως προς τον τόπο που έπρεπε να βρίσκεται για να συντονίζει και να συγκεντρώνει το υλικό ή τα θέματα της αρθρογραφίας, ούτε ως προς το χρόνο που έπρεπε να εργάζεται, εκτός βέβαια από το αυτονόητο χρονικό όριο που έπρεπε να παραδίδει τη δημοσιογραφική ύλη του υπό έκδοση τεύχους ανάλογα με την κυκλοφορία του καθενός (μηνιαία -διμηνιαία), ώστε να είναι δυνατή η έγκαιρη αντίστοιχα κυκλοφορία τους αυτοτελώς ή η ενσωμάτωσή τους (επί των ένθετων περιοδικών) στην υπό έκδοση εφημερίδα. Η εκκαλούσα αμειβόταν ανά τεύχος περιοδικού που κυκλοφορούσε, εκδίδοντας δελτία παροχής υπηρεσιών. Δεν αποδείχθηκε ότι κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2010 μέχρι 17-9-2013 η εκκαλούσα είχε νομική ή προσωπική εξάρτηση από τους εκπροσώπους των εναγομένων ως προς τον τόπο και τον τρόπο παροχής της εργασίας και ως προς τον χρόνο, καθώς και ότι τελούσε υπό τις οδηγίες και τον έλεγχο αυτών, οι δε εκπρόσωποι των εναγομένων δεν απέβλεπαν στην εργασία αυτή καθαυτή της εκκαλούσας, αλλά αντίθετα στο υπ’ αυτής παραγόμενο έργο και η εκκαλούσα ήταν ελεύθερη να κανονίζει τον τόπο, τον χρόνο και τις ώρες της απασχόλησής της. Για την εκπλήρωση των υποχρεώσεών της που απέρρεαν από τις ως άνω προφορικές συμβάσεις, η εκκαλούσα και υπό τις δύο ως άνω ιδιότητές της, αποδείχθηκε ότι τελούσε σε πλήρη ελευθερία και αυτονομία ως προς τον χρόνο, τρόπο και τόπο παροχής των υπηρεσιών της, ελλείποντος κάθε στοιχείου προσωπικής και νομικής εξάρτησης αυτής από τις εργοδότριές της, χωρίς να δεσμεύεται από εντολές και οδηγίες κάποιου ιεραρχικά προϊσταμένου της, προκειμένου να προβαίνει στο συντονισμό της δημοσιογραφικής ομάδας και των εξωτερικών συνεργατών ή στη συγκέντρωση των θεμάτων της αρθρογραφίας του περιοδικού (όταν ήταν υπεύθυνη ύλης). Η ίδια θα καθόριζε ελεύθερα κατ’ απόλυτη πρωτοβουλία αυτής τον τρόπο και χρόνο παροχής της εργασίας της, που κατά την κρίση της θεωρεί πρόσφορο και κατένειμε αυτοβούλως, δεδομένου ότι εργαζόταν παράλληλα στην έκδοση περισσοτέρων του ενός περιοδικών (μηνιαίας – διμηνιαίας κυκλοφορίας), αρκεί η παράδοση του τεύχους, ως προεκτέθηκε, να γινόταν σε εύλογο χρονικό πλαίσιο προκειμένου για την έγκαιρη κυκλοφορία του αυτοτελώς ή ενσωμάτωσή του στην υπό έκδοση εφημερίδα, χωρίς, όμως, το εν λόγω στοιχείο να υποδηλώνει, από μόνο του, εξάρτησή της από τις αρχικώς εναγομένες. Η συχνότητα δε εκδόσεως των περιοδικών (μηνιαίο το «………» και διμηνιαία τα λοιπά) και το αντικείμενό τους τους δεν δικαιολογεί τήρηση υποχρεωτικού ωραρίου εργασίας σε καθημερινή βάση. Επίσης, αν και η εκκαλούσα ισχυρίζεται με την αγωγή ότι κατά την απασχόλησή της υπέκειτο σε έλεγχο και εποπτεία, δεν αιτιολογεί ούτε αποδεικνύεται πώς συγκεκριμένα γινόταν ο έλεγχος και η εποπτεία των αρχικώς εναγομένων ως προς τον τόπο, χρόνο και τρόπο παροχής των υπηρεσιών της και πώς δίνονταν δεσμευτικές εντολές, δεδομένου ότι η ιδιότητα της εκκαλούσας ως υπεύθυνης ύλης και αρχισυντάκτριας αντίστοιχα των εν λόγω περιοδικών, αναλόγως του αντικειμένου τους, έχει ιδιομορφία ως προς το περιεχόμενο, τη θεματολογία, το ύφος, τη μορφή των κειμένων, συνεργασία και συντονισμό με άλλους επαγγελματίες (φωτογράφους, γραφίστες κλπ), που από τη φύση τους ενέχουν περιθώρια πρωτοβουλιών, επιτρέπει ελευθεριότητα και πρωτοβουλία για την προετοιμασία και το τελικό αποτέλεσμα, για τα οποία η εκκαλούσα αποδείχτηκε ότι ήταν αποκλειστικά υπεύθυνη και είχε την πρωτοβουλία και ελευθερία επιλογής. Εξάλλου οι αρμοδιότητες που ασκούσε ο αρχισυντάκτης (όταν ήταν υπεύθυνη ύλης) ή ο διευθυντής σύνταξης και περιοδικών εκδόσεων του ομίλου της αρχικώς πρώτης εναγομένης (όταν ήταν αρχισυντάκτρια), είχαν την έννοια της γενικής επισκόπησης του υλικού για την τελική έκδοση-κυκλοφορία του τεύχους και χωρίς να υπόκειται σε έλεγχο ή εποπτεία για τη διαπίστωση της τήρησης εκ μέρους της εκκαλούσας συγκεκριμένων εντολών και υποδείξεων των εργοδοτριών, ενόψει και του αντικειμένου των περιοδικών. Το στοιχείο δε του ελέγχου και της εποπτείας είναι, σύμφωνα και με όσα εκτέθηκαν στην προηγηθείσα νομική σκέψη, αναγκαίο, καθόσον η υποχρέωση του εργαζόμενου να δέχεται τον έλεγχο του εργοδότη και να συμμορφώνεται προς τις οδηγίες του ως προς τον τρόπο παροχής της εργασίας, αποτελεί το βασικό γνώρισμα της εξάρτησης του εργαζομένου. Η ταυτότητα ασφαλείας που κατείχε η εκκαλούσα και έθετε σε ηλεκτρονικό μηχάνημα κατά την είσοδο και έξοδο από τα γραφεία των αρχικώς εναγομένων, εξυπηρετούσε αποκλειστικά λόγους ασφάλειας και δεν συνιστούσε έλεγχο του ωραρίου παραμονής στα γραφεία των τελευταίων. Επίσης, η εκκαλούσα, η οποία δεν ελάμβανε, κατά τη διάρκεια της συνεργασίας της με τις αρχικώς εναγόμενες δώρα εορτών και επίδομα αδείας, όπως συμβαίνει όταν καταρτίζεται σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, δεν είχε διαμαρτυρηθεί για το γεγονός αυτό στις τελευταίες, γεγονός κρίσιμο για το χαρακτηρισμό της σύμβασης, ούτε διατύπωσε επιφύλαξη ως προς το είδος της σχέσης της με αυτές, μάλιστα στα τιμολόγια που εξέδιδε για την αμοιβή που εισέπραττε ανέφερε ως αιτιολογία τη μεταξύ τους «συνεργασία». Τέλος, το γεγονός, ότι η εκκαλούσα κατά την πληρωμή της εξέδιδε αποδείξεις -τιμολόγια παροχής υπηρεσιών, δεν συνιστά δεσμευτικό και αποφασιστικό στοιχείο, για τον χαρακτηρισμό της σχέσης που τη συνέδεε με τις αρχικώς εναγόμενες, σε συνδυασμό όμως με τα ανωτέρω αποδειχθέντα, αποτελεί ενδεικτικό στοιχείο, για τη διαπίστωση της έλλειψης της εργασιακής της εξάρτησης από αυτές. Τα παραπάνω δεν αναιρούνται ούτε από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα που εξετάστηκε με την επιμέλεια της εκκαλούσας ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ούτε από τις ένορκες βεβαιώσεις που δόθηκαν με την επιμέλειά της, καθόσον οι ανωτέρω (μάρτυρας και ενόρκως βεβαιούντες) δεν έχουν άμεση αντίληψη για το περιεχόμενο και τους όρους της σύμβασης μεταξύ των διαδίκων, δεδομένου επίσης ότι, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην προηγηθείσα νομική σκέψη η υποχρέωση του εργαζομένου να συμμορφώνεται, ως προς την εκτέλεση των υπηρεσιών του, προς, από κοινού, συμφωνούμενους όρους ή να παρέχει αυτές σε καθορισμένο χρόνο και τόπο, ακόμη και σε χώρο του εργοδότη, δεν καθιστά, χωρίς τίποτε άλλο, τη συνδέουσα τους συμβαλλομένους σχέση ως εξαρτημένης εργασίας. Και τούτο διότι, όπως προεκτέθηκε στο οικείο μέρος της μείζονος σκέψης που προηγήθηκε, και στη σύμβαση ανεξάρτητων υπηρεσιών υπάρχει κάποια δέσμευση και εξάρτηση, εφόσον αναλαμβάνονται υποχρεώσεις από ενοχική σύμβαση, από τους όρους της σύμβασης που μπορούν να έχουν σχέση και με τον τόπο ή τα χρονικά πλαίσια παροχής της εργασίας, όπως στην προκειμένη περίπτωση, που λόγω του αντικειμένου των υπηρεσιών της εκκαλούσας, η παροχή των υπηρεσιών γινόταν και στις εγκαταστάσεις των αρχικών εναγομένων, σε χρόνο που καθόριζε η ίδια, χωρίς, όμως, τα εν λόγω στοιχεία να υποδηλώνουν, από μόνα τους, εξάρτησή της από τις αρχικώς εναγόμενες. Ενόψει όλων των προαναφερομένων πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν σχετικά με τον τρόπο που καταρτίσθηκε και λειτούργησε η μεταξύ των διαδίκων κρινόμενη έννομη σχέση κατά το ως άνω χρονικό διάστημα μέχρι την 17-9-2013, αξιολογούμενη με βάση τις αρχές της καλής πίστης και όπως απαιτείται από τα χρηστά συναλλακτικά ήθη, το Δικαστήριο κρίνει ότι στην προκειμένη υπόθεση αποδείχθηκε ότι η έννομη σχέση που συνέδεε τους διαδίκους το χρονικό διάστημα από 1-1-2010 μέχρι 17-9-2013, ήταν αυτή της συμβάσεως παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών και δεν είχε το χαρακτήρα της σύμβασης εξηρτημένης εργασίας, όπως αβασίμως ισχυρίζεται η εκκαλούσα. Ειδικότερα, με τον πρώτο λόγο έφεσης η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα προσάπτει στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο την πλημμέλεια ότι κατ’εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και κατά πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων κατά την οποία δεν έλαβε υπόψη άλλως δεν έλαβε υπόψη και δεν εκτίμησε ορθά αποδεικτικά μέσα και συγκεκριμένα τις προσκομισθείσες από την ίδια ένορκες βεβαιώσεις και την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα που εξετάστηκε με την επιμέλειά της στο ακροατήριο, έκρινε ότι το χρονικό διάστημα από 1-1-2010 μέχρι 17-9-2013 η συμβατική σχέση που τη συνέδεε με τις αρχικές εφεσίβλητες δεν είναι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, αλλά σύμβαση ανεξάρτητων υπηρεσιών. Ο προβαλλόμενος λόγος έφεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, καθόσον από τα ανωτέρω αποδείχθηκε ότι η σύμβαση που καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2010 μέχρι 17-9-2013, ήταν αυτή της μίσθωσης ανεξάρτητων υπηρεσιών και όχι αυτή της εξαρτημένης εργασίας. Αντίθετο επιχείρημα δεν μπορεί να αντληθεί από το γεγονός ότι, ως κρίθηκε με την εκκαλουμένη και κατά το κεφάλαιο αυτό δεν εκκαλείται, μεταγενέστερα οι ανωτέρω διάδικοι κατόπιν ρητής συμφωνίας τους μετέβαλαν το χαρακτήρα της συμβάσεως που τους συνέδεε σε αυτή της εξαρτημένης εργασίας, αποβλέποντας σε σταθερό πενθήμερο πλήρες καθημερινό ωράριο εργασίας στα έντυπα, περιοδικά ή βιβλία ιδιοκτησίας, έκδοσης ή επιμέλειας της τρίτης εναγομένης, καθώς και σε συγκεκριμένο μηνιαίο μισθό, απορριπτομένου ως αβάσιμου του περί αντιθέτου ισχυρισμού της εκκαλούσας που προβάλλεται με τον πρώτο λόγο της έφεσης κατά το οικείο σκέλος αυτού. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφαση, έκρινε ομοίως εν σχέσει με τα ανωτέρω, ορθά προέβη στον χαρακτηρισμό της συνδέουσας την ενάγουσα με τις αρχικώς εναγόμενες συμβάσεως κατά το ως άνω χρονικό διάστημα (μέχρι την 17-9-2013), ως συμβάσεως ανεξαρτήτων υπηρεσιών και συνακόλουθα δεν επιδίκασε τις αιτούμενες παροχές με βάση την εργατική νομοθεσία και ορθά έκρινε ότι δεν συνέτρεχε, με βάση τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, περίπτωση εξαρτημένης εργασίας. Περαιτέρω, από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού, όπως προεκτέθηκε, αποδείχθηκε ότι η εκκαλούσα, κατά το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα (μέχρι την 17-9-2013), δεν υπαγόταν σε εξάρτηση με τις αρχικώς εναγόμενες, ως προς τον τρόπο, τόπο και χρόνο παροχής των υπηρεσιών της και επομένως, ανατράπηκε τελικώς με την επιμέλεια των αρχικώς εναγόμενων το μαχητό τεκμήριο του άρθρου 1 του Ν. 2639/1998, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 1 του ν. 3846/2010. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αν και δεν υπάρχει ειδική αναφορά στο τεκμήριο του άρθρου 1 του ν. 2639/1998, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 1 του ν. 3846/2010, δέχθηκε αιτιολογημένα στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι ουδεμία σχέση εξαρτημένης εργασίας συνδέει τους διαδίκους κατά το ως άνω χρονικό διάστημα, εφόσον, όπως προεκτέθηκε, η εκκαλούσα δεν υπόκειται σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τις αρχικώς εφεσίβλητες. Με τον τρόπο αυτό, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε, κατ’ αποτέλεσμα, ότι ανατρέπεται το τεκμήριο του άρθρου 1 του ν. 2639/1998, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 1 του ν 3846/2010. Το ως άνω, επομένως, μαχητό τεκμήριο ανετράπη από τις προσκομισθείσες από τις αρχικώς εφεσίβλητες αποδείξεις, όπως αυτό συνάγεται από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης που εκτέθηκαν παραπάνω, έστω και αν δεν γίνεται ρητή αναφορά στην απόφαση περί τούτου (ΑΠ 1432/2018), απορριπτομένου ως αβάσιμου του σχετικού πρώτου λόγου της έφεσης κατά το οικείο σκέλος αυτού. Επίσης, οι επιμέρους αιτιάσεις της εκκαλούσας περί μη λήψης υπόψη από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο των προσκομισθέντων ενόρκων βεβαιώσεων και της ένορκης κατάθεσης του μάρτυρα που εξετάστηκε με τη δική της επιμέλεια είναι αβάσιμες και απορριπτέες, καθόσον από το περιεχόμενο της εκκαλουμένης απόφασης προκύπτει σαφώς ότι μνημονεύονται ειδικώς ότι ελήφθησαν υπόψη και εκτιμήθηκαν οι ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων στο ακροατήριο, οι ένορκες βεβαιώσεις και όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που νόμιμα προσκόμισαν μετ’ επικλήσεως οι διάδικοι, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε προς έμμεση απόδειξη για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Από τη βεβαίωση αυτή, σε συνδυασμό με το σύνολο των παραδοχών της προσβαλλομένης απόφασης, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα είχε καταρτίσει με τις αρχικώς εναγόμενες -αρχικώς εφεσίβλητες σύμβαση παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών και ότι δεν συνδεόταν με τις τελευταίες με σύμβαση εξηρτημένης εργασίας κατά το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα, έλαβε υπόψη της όλα τα προσκομισθέντα από τους διαδίκους αποδεικτικά στοιχεία τα οποία εκτίμησε ελεύθερα, χωρίς να υποχρεούται το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση εκάστου των προσκομισθέντων από τους διαδίκους αποδεικτικών μέσων, και συνακόλουθα ο περί του αντιθέτου ισχυρισμός της ενάγουσας και ήδη εκκαλούσας, που περιέχεται στον πρώτο λόγο έφεσης, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Τέλος, η εκκαλούσα δεν μπορεί να αξιώσει ούτε επικουρικώς την καταβολή των αιτούμενων με την αγωγή κονδυλίων για το ως άνω χρονικό διάστημα, σύμφωνα με τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, κατά την επικουρική βάση της αγωγής, αφενός διότι δεν είναι μισθωτή αφετέρου δε η κύρια βάση της αγωγής της δεν απορρίπτεται λόγω ακυρότητας της συναφθείσας σύμβασης, αλλά επειδή αυτή (σύμβαση) – αν και καθ’ όλα έγκυρη – δεν διέπεται, όπως αναφέρθηκε, από τις διατάξεις του εργατικού δικαίου. Περαιτέρω με την εκκαλουμένη απόφαση κρίθηκε ότι κατά το χρονικό διάστημα από 17-9-2013, οπότε καταρτίστηκε εγγράφως η προαναφερόμενη σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου μεταξύ της εκκαλούσας και της αρχικώς τρίτης εφεσίβλητης και εφεξής η συμβατική σχέση μεταξύ των διαδίκων ήταν αυτή της εξαρτημένης εργασίας και κατά το κεφάλαιο αυτό δεν εκκαλείται με λόγο της έφεσης. Με το δεύτερο λόγο της έφεσης η εκκαλούσα ισχυρίζεται ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο κατ’εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων απέρριψε τον αγωγικό ισχυρισμό περί παροχής της εργασίας της πέραν του συμφωνημένου ωραρίου κατά το χρονικό διάστημα από 17-9-2013 μέχρι και την καταγγελία της σύμβασης. Με την αγωγή η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα, ισχυρίστηκε αναφορικά με το ανωτέρω χρονικό διάστημα, ότι απασχολούμενη από Δευτέρα έως Παρασκευή, εργάστηκε πέραν των οκτώ (8) ωρών ημερησίως και των σαράντα (40) ωρών εβδομαδιαίως, τις ειδικά αναφερόμενες ώρες που προσδιορίζονται ημερησίως και εβδομαδιαίως, πραγματοποιώντας την εκτιθέμενη στο δικόγραφο υπερεργασία και κατ’ εξαίρεση υπερωρία, χωρίς να της καταβληθεί η νόμιμη αμοιβή και προσαύξηση. Περαιτέρω κατά τους όρους της συμφωνίας που προαναφέρθηκε (ήτοι από 17-9-2013 «σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου»), η εκκαλούσα θα απασχολείτο σε πενθήμερη εβδομαδιαία βάση, με πλήρες νόμιμο ωράριο εργασίας 40 ωρών εβδομαδιαίως και αναφορικά με τις μηνιαίες αποδοχές της εκκαλούσας, συμφωνήθηκαν αρχικά στο ποσό των 2.650 ευρώ, οι οποίες υπερέβαιναν κατά 2.063 ευρώ τις νόμιμες που προβλέπονταν από την Ε.Γ.Σ.Σ.Ε. συμφωνήθηκε με αποδοχή της εργαζομένης να συμψηφίζονται σε αυτές εκ μέρους της εργοδότριας οποιαδήποτε τυχόν απαίτησή της από αποζημιώσεις για υπερεργασία, υπερωρία, εργασία εκτός έδρας, εργασία σε κατά νόμο εξαιρετέες ημέρες, κατά τις Κυριακές ή τις νυκτερινές ώρες, τυχόν επιδόματα (όπως οικογενειακό, τέκνων, ωρίμανσης, πολυετίας, ανθυγιεινό ή επικίνδυνης εργασίας κλπ). Ακολούθως δυνάμει του από 1-2-2015 ιδιωτικού συμφωνητικού τροποποίησης ατομικής σύμβασης εργασίας οι αποδοχές της εκκαλούσας συμφωνήθηκαν στο ποσό των 1.800 ευρώ, που εξακολουθούσε να είναι υπέρτερο του οριζομένου (761,90 ευρώ) από την Ε.Γ.Σ.Σ.Ε. κατά ποσό 1.038,10 ευρώ και στην ίδια σύμβαση περιλήφθηκε η δυνατότητα της εργοδότριας να συμψηφίζει οποιεσδήποτε απαιτήσεις της εκκαλούσας με το υπέρτερο των νομίμων αποδοχών της καταβαλλόμενο ποσό μηνιαίων αποδοχών. Από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία, δεν αποδείχτηκε ότι η εκκαλούσα κατά το ως άνω χρονικό διάστημα, εργαζόταν καθ’ υπέρβαση του νομίμου ωραρίου εργασίας της, όπως δε αποδεικνύεται, λόγω του είδους και της φύσεως της εργασίας της, σε σχέση και με τις ανάγκες, το αντικείμενο και τον κύκλο εργασιών της πρώτης και τρίτης των εναγομένων εν σχέσει και με το αντικείμενο εργασίας της εκκαλούσας (διμηνιαίο περιοδικό), δεν δικαιολογούσε υπερεργασία και ως εκ τούτου δεν συνέτρεχε λόγος υπερωριακής απασχόλησης της εκκαλούσας. Επομένως τα αγωγικά κονδύλια για αμοιβή υπερεργασίας και αποζημίωση παράνομης υπερωριακής απασχόλησης είναι ουσιαστικά αβάσιμα και πρέπει να απορριφθούν. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε ομοίως, δεν έσφαλε ως προς την εφαρμογή του νόμου και τις αποδείξεις ορθά εκτίμησε, απορριπτομένου του δεύτερου λόγου της έφεσης ως αβάσιμου, ενώ παρέλκει η εξέταση της ένστασης καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος που προβάλει η εφεσίβλητη καθώς και των επικουρικά προβληθέντων ενστάσεων συμψηφισμού. Περαιτέρω, με τον τρίτο λόγο της έφεσης η εκκαλούσα ισχυρίζεται ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο κατ’εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων απέρριψε το αγωγικό αίτημα περί καταβολής της διαφοράς αποζημίωσης απόλυσης. Αναφορικά με το αγωγικό αίτημα καταβολής του υπολοίπου της οφειλόμενης νόμιμης αποζημίωσης λόγω καταγγελίας της σύμβασης αποδεικνύεται ότι κατά το χρονικό διάστημα που συνδεόταν με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας οι τακτικές μηνιαίες αποδοχές του τελευταίου μηνός πριν την καταγγελία της σύμβασης ανέρχονταν στο ποσό των 1.800 ευρώ και ενόψει του ότι η εκκαλούσα είχε συμπληρώσει ένα έτος εξαρτημένης εργασίας στην τρίτη εναγόμενη, δικαιούτο για την ανωτέρω αιτία το ποσό των 4.200 ευρώ (1.800 Χ 2 μήνες =3.600 + 1/6 Χ 3.600 =3.600+ 600=4.200 ευρώ). Για την παραπάνω αιτία η εκκαλούσα έλαβε το ποσό των 7.800 ευρώ και επομένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε ομοίως δεν έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και ο περί αντιθέτου τρίτος λόγος της έφεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Περαιτέρω με την εκκαλουμένη απόφαση επιβλήθηκε σε βάρος της ενάγουσας λόγω της ήττας της, η δικαστική δαπάνη των εναγομένων, την οποία καθόρισε στο ποσό των 800 ευρώ. Ήδη με τον τέταρτο λόγο της έφεσης, κατ’ορθή εκτίμηση του περιεχομένου του, η εκκαλούσα προσάπτει στην εκκαλουμένη απόφαση την πλημμέλεια περί εσφαλμένης εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 176 και 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., λόγω της ερμηνευτικής δυσχέρειας των κανόνων δικαίου που εφαρμόσθηκαν, η οποία δικαιολογεί το συμψηφισμό τους σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 179 Κ.Πολ.Δ.. Από το συνδυασμό της διάταξης του άρθρου 179 του Κ.Πολ.Δ. με τις διατάξεις των άρθρων 176, 189, 190 παρ. 3, 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. συνάγεται ότι σε περίπτωση που ηττάται ο διάδικος, καταδικάζεται στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης του αντιδίκου του, μετά την υποβολή από τον τελευταίο σχετικού αιτήματος, ακόμη και όταν δεν έχει υποβληθεί κατάλογος εξόδων. Η καταψήφιση στη δικαστική δαπάνη του διαδίκου που ηττήθηκε δεν έχει ανάγκη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αφού είναι απόρροια της αρχής της ήττας της πιο πάνω διάταξης (ΑΠ 405/2022, ΑΠ 192/2016, ΑΠ 859/2002 ΕλλΔνη 44.1290), ούτε έχει ανάγκη αιτιολόγησης η σχετική δικανική κρίση (ΑΠ 295/2025, ΑΠ 613/2010, ΑΠ 214/2010). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 193 του Κ.Πολ.Δ., εφόσον ο διάδικος προσβάλλει με ένδικο μέσο την απόφαση ως προς την ουσία της υπόθεσης, μπορεί να την προσβάλλει και ως προς τη διάταξή της σχετικά με τα δικαστικά έξοδα. Η διάταξη του άρθρου 193 του Κ.Πολ.Δ., απαιτεί μεν ταυτόχρονη προσβολή της απόφασης και για την ουσία της υπόθεσης, πλην όμως, ο ανωτέρω λόγος δεν ακολουθεί αναγκαίως το αποτέλεσμα του λόγου που αφορά στην ουσία και μπορεί να είναι αβάσιμος ο λόγος που αφορά στην ουσία και βάσιμος ο λόγος που αφορά στα έξοδα. Η άποψη ότι ο τελευταίος ακολουθεί αναγκαίως την τύχη του πρώτου και δεν εξετάζεται στην περίπτωση που είναι αβάσιμος ο λόγος για την ουσία, δεν είναι ορθή, διότι εάν ο λόγος που αφορά στην ουσία της υπόθεσης κριθεί βάσιμος και αλλάξει το αποτέλεσμα της δίκης, αναγκαίως μεταβάλλεται και η επιβολή των δικαστικών εξόδων, χωρίς να χρειάζεται να προβληθεί λόγος εφέσεως για τα έξοδα. Επομένως, η προβολή λόγου εφέσεως ως προς τα έξοδα αποκτά νόημα αν κριθεί αβάσιμος ο λόγος για την ουσία της υπόθεσης και γι΄ αυτό κρίνεται αυτοτελώς (πρβλ. ΑΠ 1306/1990, ΑΠ 13/1987). Ενόψει των ανωτέρω, ο ανωτέρω λόγος της έφεσης είναι παραδεκτός, εφόσον προσβάλλεται συγχρόνως και η ουσία της υπόθεσης (άρθρο 193 του Κ.Πολ.Δ.) και νόμιμος και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω στην ουσία του. Εν προκειμένω, οι διατάξεις του νόμου που εφαρμόσθηκαν, δεν κρίνονται ιδιαίτερα δυσχερείς, η δε νομολογιακή εφαρμογή τους δεν εμφανίζει καμία ταλάντευση ή αντιφατικότητα. Επομένως, ορθώς το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, κατόπιν και της ουσιαστικής διερεύνησης της υπόθεσης, δεν προέβη σε συμψηφισμό των δικαστικών εξόδων ή μέρους αυτών, εκ του λόγου ότι, η ερμηνεία των κανόνων δικαίου που εφαρμόσθηκαν ήταν ιδιαίτερα δυσχερής. Πρέπει, επομένως, κατά τούτο, ο ανωτέρω τέταρτος λόγος εφέσεως να απορριφθεί ως αβάσιμος στην ουσία του.
Κατ΄ακολουθίαν των ανωτέρω και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος έφεσης προς έρευνα, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του έκρινε ομοίως σε σχέση με τα ανωτέρω και απέρριψε την αγωγή ως ουσία αβάσιμη, δεν έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και τις αποδείξεις ορθά εκτίμησε, είναι δε αβάσιμοι και απορριπτέοι οι λόγοι της έφεσης που υποστηρίζουν τα αντίθετα, καθώς και η έφεση στο σύνολό της ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα. Συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη έφεση ως κατ΄ουσίαν αβάσιμη και να επιβληθούν σε βάρος της εκκαλούσας λόγω της ήττας της, τα δικαστικά έξοδα της εφεσίβλητης, που υπέβαλε νομότυπα με τις προτάσεις της σχετικό αίτημα, για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας (άρθρα 176, 178, 183 και 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων την από 6-12-2017 (αριθ. έκθ. κατάθ. ΓΑΚ/ΕΑΚ ………../6-12-2017) έφεση, κατά της με αριθμό 3890/2017 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά (ειδική διαδικασία).
Δέχεται τυπικά και απορρίπτει κατ’ουσίαν την έφεση.
Επιβάλλει σε βάρος της καλούσας -εκκαλούσας τα δικαστικά έξοδα της καθής η κλήση -εφεσίβλητης του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει σε εξακόσια (600) ευρώ.
Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύθηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στον Πειραιά, στις 5 Μαρτίου 2026 χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους.
Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ