Μενού Κλείσιμο

Αριθμός απόφασης 166/2026

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ

ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

Αριθμός Αποφάσεως     166 /2026

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

Ναυτικό Τμήμα

(Τακτική διαδικασία)

Αποτελούμενο από τη Δικαστή Κωνσταντίνα Λέκκου, Εφέτη, την οποία όρισε η Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διευθύνσεως του Εφετείου Πειραιώς και από τη Γραμματέα Ε.Δ.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του την …………. για να δικάσει την υπόθεση  μεταξύ:

ΤOY EKKΑΛΟΥΝΤΟΣ: ………….., ο οποίος κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου, εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Πολιτάκο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 ΚΠολΔ.

ΤΟΥ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΟΥ: ………………,  ο οποίος δεν παρέστη στο ακροατήριο του Δικαστηρίου αυτού κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Ο ενάγων και ήδη εκκαλών ………….. ζήτησε να γίνει δεκτή η από 31-5-2019 αγωγή του κατά του εναγομένου και ήδη εφεσιβλήτου, η οποία (αγωγή) κατατέθηκε στην γραμματεία του  Μονομελούς Πρωτοδικειου Αθηνών με αριθμό κατάθεσης δικογράφου …………./20.6.2019 και η οποία, κατόπιν εκδόσεως της με αριθμό 1759/2022 απόφασης του ανωτέρω Δικαστηρίου με την οποία κήρυξε εαυτό αναρμόδιο και παρέπεμψε την υπόθεση προς εκδίκαση ενώπιον του Ναυτικού Τμήματος του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με την από 9.5.2022 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου …………./2022 κλήση του ήδη εκκαλούντος, εισήχθη προς συζήτηση ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, κατά την τακτική διαδικασία. Η αγωγή συζητήθηκε αντιμωλίαν των διαδίκων, την 21-2-2023 και το ανωτέρω πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εξέδωσε την υπ’ αριθμ. 4230/18-12-2023 οριστική απόφασή του (τακτική διαδικασία), με την οποία απέρριψε την αγωγή ως αβάσιμη στην ουσία της.

Κατ’ αυτής της απόφασης, ο εκκαλών άσκησε την από 5-9-2024 έφεση, η οποία κατατέθηκε στη γραμματεία του Πρωτοδικείου Πειραιώς με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ενδίκου μέσου …………../12.9.2024 και επιμελεία του ιδίου προσδιορίσθηκε για συζήτηση στη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.

Η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου και συζητήθηκε.

Ο πληρεξούσιος δικηγόρος του εκκαλούντος ο οποίος δεν παρέστη κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο αλλά υπέβαλε δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 ΚΠολΔ, ζήτησε να γίνουν δεκτές οι νομίμως κατατεθείσες προτάσεις του.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗΝ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Η υπό κρίση από 5-9-2024 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ενδίκου μέσου …………../12.9.2024 έφεση κατά της υπ’ αριθμ. 4230/18-12-2023 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία, αρμοδίως εισάγεται προς συζήτηση στο Δικαστήριο αυτό (άρθρο 19 ΚΠολΔ) και έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 495 παρ. 1 και 2, 498, 511, 513 παρ. 1 περ.β, 516, 517 και 518 παρ. 2 του ΚΠολΔ), καθώς δεν προκύπτει επίδοση της εκκαλούμενης απόφασης και δεν είχε παρέλθει η καταχρηστική προθεσμία των δύο ετών από την δημοσίευση της εκκαλούμενης αποφάσεως (18-12-2023) μέχρι την άσκηση της ένδικης έφεσης (άρθρ. 518 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.) την 12.9.2024. Πρέπει, επομένως, η ένδικη έφεση να γίνει τυπικώς δεκτή και να ερευνηθεί περαιτέρω κατά το παραδεκτό, το νόμιμο και το βάσιμο των λόγων της, κατά την τακτική διαδικασία στην οποία υπάγεται η ένδικη διαφορά (άρθρο 533 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), ερήμην του εφεσιβλήτου, ο οποίος καίτοι κλητεύθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 122, 123, 126 παρ. 1 εδ.β΄ και 128 παρ. 1 και 143 του ΚΠολΔ) να παραστεί στη συζήτηση της υπό κρίση έφεσης κατά την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, δεν εμφανίσθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε νομίμως από πληρεξούσιο δικηγόρο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από το πινάκιο και δεν κατέθεσε και προτάσεις (ως προς την επίδοση του δικογράφου της έφεσης στον εφεσίβλητο βλ. σχετ. την υπ’ αριθμ. …… Β/29-4-2025 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Εφετείο Ναυπλίου …………..). Το Δικαστήριο, ωστόσο, θα προχωρήσει στην έρευνα της υπόθεσης σαν να ήταν παρών και ο εφεσίβλητος (άρθρο 524 παρ. 4 εδ. α΄ ΚΠολΔ), δεδομένου ότι για το παραδεκτό της, προκαταβλήθηκε από τον εκκαλούντα, κατά την κατάθεσή της, το οριζόμενο στο άρθρο 495 παρ. 3 παράβολο των 100 ευρώ (το υπ’ αριθμ. ……………/2024 e-παράβολο ποσού εκατό (100) ευρώ, που αναγράφεται στην έκθεση καταθέσεως της εφέσεως), επιπλέον δε, ο ενάγων, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 524 παρ.4 του ΚΠολΔ, προσεκόμισε, για το παραδεκτό της συζήτησης της ένδικης έφεσης, αντίγραφο της ένδικης αγωγής, των προτάσεων του αντιδίκου του, που κατατέθηκαν στην πρωτοβάθμια δίκη, καθώς και τα πρακτικά αυτής.

ΙΙ. Η διάταξη του άρθρου 700 ΑΚ προβλέπει τη λύση της σύμβασης μίσθωσης έργου με καταγγελία από μέρους του εργοδότη. Με τη διάταξη αυτή, η ρύθμιση της οποίας συνιστά ισχυρή παρέκκλιση από τις γενικές ρυθμιστικές των ενοχικών συμβάσεων διατάξεις, κατά τις οποίες η, με μονομερή δήλωση, κατάλυση της συμβασιακής σχέσης (υπαναχώρηση, καταγγελία, ανάκληση), προϋπόθεση έχει τη συνδρομή σπουδαίου λόγου, παρέχεται το δικαίωμα στον εργοδότη καταγγελίας της μίσθωσης έργου σε οποιοδήποτε χρόνο έως την αποπεράτωση του έργου, δηλαδή ενώ ακόμη αυτό βρίσκεται υπό εκτέλεση, χωρίς την ανάγκη επίκλησης οποιουδήποτε λόγου, αρκεί μόνο να καταβάλλει στον εργολάβο ολόκληρη τη συμφωνημένη για την εκτέλεση του έργου αμοιβή. Συνεπώς, η καταγγελία και η συνακόλουθη ανατροπή της συμβατικής σχέσης για το μέλλον, αφού δεν έχει ανάγκη αιτιολογίας, απόκειται στην απόλυτη ελευθερία βούλησης του εργοδότη, ο οποίος δεν έχει ανάγκη να εξηγήσει ή να δικαιολογήσει την απόφαση του για την καταγγελία της σύμβασης, ενώ η τυχόν αλήθεια ή αναλήθεια των λόγων, οι οποίοι τον οδήγησαν στην καταγγελία της σύμβασης, δεν επηρεάζει το κύρος της καταγγελίας. Ο νόμος δεν θέτει καμία προϋπόθεση, άρα ούτε υπαιτιότητα του εργολάβου ή των προσώπων για τα οποία αυτός υπέχει ευθύνη, ούτε άλλη αντισυμβατική συμπεριφορά του εργολάβου. Η καταγγελία συνιστά δικαιοπραξία μονομερή, απευθυντέα, αμετάκλητη, αναιτιώδη, δηλαδή δεν συναρτάται με ορισμένη δικαιολογία ή προϋπόθεση και μπορεί να γίνει οποτεδήποτε και για οποιοδήποτε λόγο, όπως προαναφέρθηκε. Είναι άτυπη και μπορεί να γίνει και σιωπηρά, αρκεί η βούληση του εργοδότη για έλλειψη δέσμευσης του στο μέλλον να συνάγεται αναμφίβολα από τις περιστάσεις. Η κύρια συνέπεια, εξάλλου της κατά την προαναφερόμενη διάταξη καταγγελίας είναι η λύση της σύμβασης για το μέλλον και η απ` αυτήν υποχρέωση του εργολάβου να παραδώσει το μέρος του έργου που εκτελέστηκε στον εργοδότη [ΑΠ 762/2006 ΕλΔ 47.1086, ΑΠ 168/2005 ΕΕμπΔ 2005.345]. Εφόσον η σύμβαση λύνεται με την παραπάνω καταγγελία μόνο για το μέλλον, ενώ διατηρείται ισχυρή για τον προηγούμενο χρόνο, συνάγεται ότι, διατηρούνται τα τυχόν δικαιώματα του εργοδότη από τα άρθρα 688-690 ΑΚ αναφορικά με το μέρος του έργου που εκτελέσθηκε μέχρι την καταγγελία της σύμβασης. Επομένως και το δικαίωμά του να απαιτήσει αποζημίωση για τη ζημία που υπέστη από το ότι το κατασκευασθέν μέχρι την καταγγελία τμήμα του έργου, έχει από υπαιτιότητα του εργολάβου, ελλείψεις τέτοιες, ώστε να καθίσταται αδύνατη η χρησιμοποίησή του για τη συνέχιση της κατασκευής του με άλλον εργολάβο. Ειδικότερα, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 687, 689 και 690 Α.Κ. προκύπτει ότι επί συμβάσεως μισθώσεως έργου, εάν διαρκούσης της εκτελέσεως του έργου προβλέπεται ορισμένως ελαττωματική κατασκευή τούτου από υπαιτιότητα του εργολάβου ή των υπ` αυτού προστηθέντων, κατά τρόπον ώστε να αποκλείεται η άρση του ελαττώματος ή η διόρθωση των ελλείψεων, τότε ο εργοδότης έχει τις από τα άρθρα 689 και 690 Α.Κ. αξιώσεις μεταξύ των οποίων και εκείνη της αποκατάστασης της ζημίας που υπέστη από την ελαττωματική κατασκευή μέρους του έργου, (δηλαδή κάθε ζημία που προήλθε από το γεγονός ότι ο εργολάβος υπαίτια δεν ανταποκρίθηκε στις από τη σύμβαση υποχρεώσεις του να κατασκευάσει έργο που να φέρει τις συμφωνημένες ιδιότητες και χωρίς ελαττώματα), χωρίς μάλιστα να αναμείνει την περάτωση του έργου, διότι και η περίπτωση αυτή εξομοιώνεται προς εκείνη του έργου που περατώθηκε, αφού εκ των πραγμάτων η περάτωση αυτού σύμφωνα με τους όρους της συμβάσεως (αποκλείοντας την ύπαρξη ελαττωμάτων) κατέστη αδύνατη. Η ευθύνη του εργολάβου για πραγματικά ελαττώματα ή έλλειψη συνομολογημένων ιδιοτήτων του έργου, μολονότι αποτελεί ευθύνη για μη εκπλήρωση δεν ρυθμίζεται από τις γενικές διατάξεις για μη εκπλήρωση της σύμβασης, αλλά από τις ως άνω ειδικές διατάξεις. Συνεπώς δεν είναι εφαρμοστέες στην περίπτωση αυτή οι διατάξεις των άρθρου 335 ΑΚ (αδυναμία του οφειλέτη προς εκπλήρωση), ούτε του άρθρου 382 ΑΚ (επί παροχής που κατέστη αδύνατη από γεγονός για το οποίο υπέχει ευθύνη εις των συμβαλλομένων μερών). Ομοίως , οι διατάξεις των άρθρων 340-343, 383-385 ΑΚ που προϋποθέτουν υπερημερία του οφειλέτη (ή ενός των συμβαλλομένων ως προς την παροχή του) δεν εφαρμόζονται στην περίπτωση υπαίτιας καθυστέρησης του εργολάβου, οπότε εφαρμόζεται η ειδική διάταξη του 696 ΑΚ, υπό την προϋπόθεση βέβαια ότι περιλαμβάνονται στο οικείο αγωγικό δικόγραφο αντίστοιχα πραγματικά περιστατικά για την υπαγωγή τους στον άνω κανόνα (που τάσσει άλλες συνέπειες για την καθυστέρηση της παροχής) [ΑΠ 256/2021 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ]. Εξάλλου, από το συνδυασμό της διάταξης του άρθρου 687 του ΑΚ σύμφωνα με το οποίο «Αν κατά τη διάρκεια της εκτέλεσης του έργου προβλέπεται με βεβαιότητα κατασκευή  ελαττωματική  ή  αντίθετη  προς  τη σύμβαση από υπαιτιότητα του εργολάβου, ο εργοδότης έχει δικαίωμα να τάξει σ` αυτόν εύλογη προθεσμία για να διορθώσει τις ελλείψεις και, αν  αυτή  περάσει άπρακτη, να εκτελέσει αυτός τη διόρθωση σε βάρος του εργολάβου», προς τις διατάξεις των άρθρων, 689 και 690 του ιδίου Κώδικα, προκύπτει ότι, αν κατά τη διάρκεια εκτέλεσης του έργου προβλέπεται με βεβαιότητα ελλαττωματική ή αντίθετη προς τη σύμβαση κατασκευή από υπαιτιότητα του εργολάβου ή των υπ` αυτού προστηθέντων, κατά τρόπο που να αποκλείεται η άρση του ελαττώματος ή η διόρθωση των ελλείψεων, ο εργοδότης έχει δικαίωμα να τάξει σ` αυτόν εύλογη προθεσμία για τη διόρθωση των ελλείψεων και ελαττωμάτων και αν παρέλθει η προθεσμία άπρακτη αυτή, τότε ο εργοδότης έχει τις από τα άρθρα 689 και 690 του ΑΚ αξιώσεις, μεταξύ των οποίων και της αποκατάστασης της ζημίας που υπέστη από την ελλαττωματική κατασκευή μέρους του έργου και ειδικότερα δικαιούται να ζητήσει ό,τι δαπάνησε, ή αναγκαίως θα δαπανήσει για την εκτέλεση του έργου σύμφωνα με τη σύμβαση, χωρίς να είναι υποχρεωμένος να αναμείνει την περάτωσή του, ή την εκτέλεση και παράδοσή του ή την προσφορά του προς παράδοση εκ μέρους του εργολάβου, διότι η απαίτηση αυτή θα ήταν αντίθετη προς την καλή πίστη, κατά το άρθρο 288 του ΑΚ, αφού η πάροδος του χρόνου, το μόνο αποτέλεσμα που θα είχε θα ήταν η διατήρηση και μόνο μιας κατάστασης βλαπτικής για τα συμφέροντα του εργοδότη, ώστε και η περίπτωση αυτή εξομοιούται προς εκείνη του περατωθέντος έργου, αφού η εκ των πραγμάτων περάτωση αυτού, εξαιτίας της αδράνειας του εργολάβου, είναι αδύνατη (ΑΠ 778/2023 Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ). Εξάλλου, με το άρθ. 686 εδ. α` ΑΚ, αν ο εργολάβος δεν αρχίσει εγκαίρως την εκτέλεση του έργου ή αν, χωρίς υπαιτιότητα του εργοδότη, επιβραδύνει την εκτέλεση στο σύνολο της ή εν μέρει με τρόπο που αντιβαίνει στη σύμβαση και καθιστά δυνατή την έγκαιρη περάτωση του έργου, ο εργοδότης μπορεί να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση, χωρίς να περιμένει το χρόνο παράδοσης του έργου. Όπως προκύπτει από το άρθρο αυτό, για την άσκηση του δικαιώματος του εργοδότη προς υπαναχώρηση από τη σύμβαση μίσθωσης έργου, δεν απαιτείται η συνδρομή των προϋποθέσεων της υπερημερίας του εργολάβου, ούτε η τήρηση των διατάξεων των άρθρων 383 επ. ΑΚ, διότι πρόκειται για υπαναχώρηση που παρέχεται ευθέως από το νόμο και ο` αυτήν έχουν ανάλογη εφαρμογή οι διατάξεις των άρθρων 389 έως 396 ΑΚ (ΑΠ 981/1997 ΕλΔ 39.129, ΑΠ 787/1996 ό.π., ΑΠ 1619/1995 ΕλΔ 39.129). Επισημαίνεται, ότι οι διατάξεις του άρθρου 686 ΑΚ αποτελούν εκδήλωση της περιορισμένης σημασίας που έχει στη μίσθωση έργου το στοιχείο του χρόνου, διότι, ενώ η μίσθωση έργου είναι παροδική και όχι διαρκής σύμβαση, όμως υπάρχουν σ` αυτή ορισμένα χαρακτηριστικά που προσιδιάζουν στις γνήσιες διαρκείς συμβάσεις. Αφού αντικείμενο της σύμβασης μίσθωσης έργου είναι η εκτέλεση έργου υπό την ευρεία έννοια του όρου, δηλαδή η επέλευση ορισμένου και εκ των προτέρων συμφωνημένου αποτελέσματος, ο χρόνος εκτέλεσης της (συμφωνημένης) παροχής του εργολάβου δε συνιστά ουσιώδες στοιχείο αυτής, εκτός από ορισμένες εξαιρετικές περιπτώσεις. Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις του εδ.α του άρθρου 685 ΑΚ «Ο  εργολάβος  έχει  την υποχρέωση να χρησιμοποιεί με επιμέλεια  την ύλη που χορήγησε  ο  εργοδότης,  να  λογοδοτήσει  σχετικά  και  να επιστρέψει στον εργοδότη το τυχόν υπόλοιπο της ύλης.». Τέτοια υποχρέωση έχει ο εργολάβος και σε περίπτωση πρόωρης λύσης της σύμβασης συνεπεία καταγγελίας αυτής κατά τις διατάξεις του άρθρου 700 του ΑΚ από τον εργοδότη. Αν ο εργολάβος αρνηθεί τούτο, δηλώνοντας ότι το υπόλοιπο της ύλης παρακρατεί για τον εαυτό του, αντιποιείται τη νομή αυτού και ο εργοδότης δικαιούται να αναζητήσει την απόδοση του υπολοίπου της ύλης που διέθεσε στον εργολάβο με την περί νομής αγωγή (άρθρο 987 ΑΚ), τη διεκδικητική αγωγή (άρθρο 1094 ΑΚ), την αγωγή αδικαιολογήτου πλουτισμού (άρθρο 904 ΑΚ). Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 934 του ΑΚ «Όποιος οφείλει πράγμα που αφαιρέθηκε με παράνομη πράξη  είναι υπερήμερος από το χρόνο της αφαίρεσης.». Προκειμένου και για την εφαρμογή της εν λόγω διατάξεως η αφαίρεση του πράγματος πρέπει να συντελέσθηκε με αδικοπραξία, δηλαδή παράνομα και υπαίτια, χωρίς να απαιτείται η πράξη να τυγχάνει και ποινικά κολάσιμη. Εφόσον ο ενάγων της αγωγής αυτής επιδιώκει την ανάκτηση του πράγματος θα επιδιώξει την απόδοση αυτού με αγωγή και ταυτόχρονα θα αξιώσει αποκατάσταση της ζημίας που υπέστη από την αφαίρεση κατά τις διατάξεις των άρθρων 914, 297, 298 και 934 ΑΚ. Σε περίπτωση, εν τούτοις, κατά την οποία, μετά την αφαίρεση του πράγματος, ο ενάγων δεν έχει πλέον συμφέρον αναζήτησης αυτού, θα ζητήσει αποκατάσταση της αξίας του, χωρίς να απαιτείται να επικαλεσθεί με την αγωγή του ότι το πράγμα του είναι πλέον άχρηστο (ΕΑ 3747/2002 ΕλλΔνη 2002.1436). Τέλος, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 522 και 536 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι το Εφετείο, στο οποίο, με την άσκηση της έφεσης, μεταβιβάζεται η υπόθεση, μέσα στα όρια, που καθορίζονται απ’ αυτή και τους πρόσθετους λόγους, έχει ως προς την αγωγή την ίδια εξουσία, που έχει και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και, συνεπώς, μπορεί και πριν την εξέταση της βασιμότητας της έφεσης, και χωρίς την υποβολή ειδικού παραπόνου, να εξετάσει αυτεπάγγελτα το ορισμένο, τη νομιμότητα και το παραδεκτό αυτής και να την απορρίψει αν είναι απαράδεκτη λόγω αοριστίας ή δεν στηρίζεται στο νόμο, αρκεί από το αποτέλεσμα αυτό να μην καθίσταται χειρότερη η θέση του εκκαλούντος, χωρίς να συντρέξει κάποια από τις περιπτώσεις του άρθρου 536 του ΚΠολΔ. Ειδικότερα, επί έφεσης του ενάγοντος, όταν η αγωγή του απορρίφθηκε πρωτοδίκως ως ουσιαστικά αβάσιμη, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αν κρίνει, ότι αυτή είναι νομικά αβάσιμη, αόριστη ή απαράδεκτη, λόγω έλλειψης διαδικαστικής προϋπόθεσης ή προώρως ασκηθείσα, εξαφανίζει την απόφαση και απορρίπτει την αγωγή, για έναν από τους άνω λόγους και χωρίς την υποβολή ειδικού παραπόνου, διότι η απόφαση αυτή είναι επωφελέστερη, για τον εκκαλούντα, από την προσβληθείσα. Και είναι επωφελέστερη, διότι η απόρριψη μίας αγωγής, για έναν από τους παραπάνω τυπικούς λόγους, αφορά όχι γενικά την ύπαρξη ή ανυπαρξία αυτού του ίδιου του καταγόμενου στη δίκη ουσιαστικού δικαιώματος, όπως συμβαίνει σε περίπτωση κρίσης περί του ουσιαστικά βάσιμου της αγωγής, αλλά μόνο τον τυπικό λόγο, για τον οποίο η αγωγή καθίσταται απορριπτέα. Στην περίπτωση, όμως, αυτή, επειδή δεν αρκεί αντικατάσταση της απορριπτικής αιτιολογίας, κατά το άρθρο 534 του ΚΠολΔ, γιατί η απόρριψη της αγωγής, για τους άνω λόγους, οδηγεί σε διάφορο, κατ’ αποτέλεσμα, διατακτικό, από την απόρριψή της ως ουσιαστικά αβάσιμης, το Εφετείο εξαφανίζει την εκκαλούμενη, μερικά ή ολικά, αντίστοιχα με το σφάλμα του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, κρατά την υπόθεση, δικάζει αυτό και απορρίπτει αντίστοιχα την αγωγή, για έναν από τους ως άνω λόγους, δηλαδή, ως νομικά βάσιμη, απαράδεκτη, αόριστη ή προώρως ασκηθείσα (βλ. ΑΠ 1436/2002, ΕφΑΘ 274/2024 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

ΙΙΙ. Στην προκειμένη περίπτωση, με την ένδικη αγωγή του και κατά τη δέουσα εκτίμηση αυτής, ο ενάγων και ήδη εκκαλών, μεταξύ άλλων, ισχυρίσθηκε ότι, τυγχάνει πλοιοκτήτης του σκάφους αναψυχής R του οποίου το κυρίως και το άνω κατάστρωμα, όπως διεπίστωσε το θέρος του έτους 2018, υπέστησαν, λόγω της συνήθους χρήσεώς τους, φθορά. Ότι κατόπιν συμβάσεως που κατήρτισε με τον εναγόμενο τον μήνα Οκτώβριο 2018 ανέθεσε σε αυτόν, αντί αμοιβής εκ ποσού ευρώ 9.000 πλέον ΦΠΑ, την αποξήλωση του παλαιού, φθαρμένου μαύρου ελαστικού παρεμβύσματος (λάστιχου) που υπήρχε ανάμεσα στις ξύλινες σανίδες των ανωτέρω δύο καταστρωμάτων και την τοποθέτηση νέου, καθώς επίσης του ανέθεσε το τρίψιμο και γυάλισμα όλης της ξύλινης επιφάνειας των ανωτέρω καταστρωμάτων. Ότι ο εναγόμενος εκκίνησε τις ανωτέρω εργασίες την 19.10.2018, πλην όμως λόγω ακατάλληλων εργαλείων που χρησιμοποίησε προκάλεσε ζημία στις γωνίες των ξύλινων λωρίδων σε επιφάνεια 50 τ.μ. του κυρίως καταστρώματος και 11 τ.μ. του άνω καταστρώματος. Κατόπιν συμφωνίας των διαδίκων, ο εναγόμενος ανέλαβε χωρίς αμοιβή να αντικαταστήσει τις φθαρμένες σανίδες των ανωτέρω καταστρωμάτων και για το λόγο αυτό ο εναγόμενος του επώλησε και ο ενάγων αγόρασε αντί του ποσού των ευρώ 16.864, δύο κυβικά μέτρα ξύλου teak. Ότι προς εκτέλεση των εν λόγω εργασιών το ανωτέρω σκάφος μεταφέρθηκε σε ναυπηγείο, την αμοιβή του οποίου για τη χρήση των εγκαταστάσεών του ανέλαβε να καταβάλει ο ενάγων, ο οποίος επίσης ανέλαβε την αμοιβή και του ορισθέντος κατά την εκτέλεση των εν λόγω εργασιών τεχνικού ασφαλείας. Ότι τις ανωτέρω εργασίες αντικατάστασης των φθαρμένων σανίδων ο εναγόμενος εκκίνησε με καθυστέρηση είκοσι ημερών. Ότι επιπλέον των ανωτέρω εργασιών, αρχές του μηνός Δεκεμβρίου 2018 ο ενάγων ανέθεσε στον εναγόμενο και την αντικατάσταση της ξύλινης φάσας (ζωναριού) περιμετρικά του σκάφους, με ιδικά του υλικά. Ότι, δοθέντος ότι ο εναγόμενος καθυστερούσε στην εκτέλεση του εν λόγω έργου αφού αν και δεν είχε συμφωνηθεί χρόνος παράδοσης αυτού, εύλογος χρόνος αποπεράτωσής του ήταν η 31.12.2018, ο ενάγων επισκέφθηκε την 9.2.2019 το ανωτέρω σκάφος του με σκοπό να διαμαρτυρηθεί στον εναγόμενο για την καθυστέρηση εκτέλεσης του έργου, πλην όμως τότε διεπίστωσε ότι το έργο έφερε ουσιώδη πραγματικά ελαττώματα και δη αφενός μεν σε επιφάνεια 10 τ.μ. του κυρίως καταστρώματος και 10 τ.μ. του άνω καταστρώματος οι ξύλινες σανίδες δεν είχαν τοποθετηθεί σύμφωνα με τους κανόνες της επιστήμης και τέχνης με κίνδυνο εισροής υγρασίας στο εσωτερικό του σκάφους, αφ’ ετέρου δε κατά την τοποθέτηση του ζωναρίου (φάσας) περιμετρικά του σκάφους ο εναγόμενος είχε κατά πρώτον προκαλέσει οπές επί του σκάφους αλλά και των ξύλινων σανίδων ζωναρίου πλέον των αναγκαίων, κατά δεύτερον δε δια της χρήσεως τρυπανιού μεγαλύτερου μήκους από αυτό που έπρεπε, είχε προκαλέσει οπές και στο εσωτερικό της γάστρας, κατά παράβαση των κανόνων της τέχνης και της επιστήμης. Ότι συνεπεία των εν λόγω κακοτεχνιών αυθημερόν κατήγγειλε την ανωτέρω σύμβαση έργου, αυθημερόν δε ο εναγόμενος απεχώρησε από το σκάφος, παραλαμβάνοντας εν τούτοις και το υπόλοιπο της ξυλείας που ο ενάγων του είχε παραδώσει για την κατασκευή του ξύλινου δαπέδου των ανωτέρω καταστρωμάτων. Ότι ενόψει αυτών, αναγκάσθηκε να απευθυνθεί σε έτερους τεχνίτες προς αποκατάσταση των ανωτέρω κακοτεχνιών. Κατόπιν αυτών, εζήτησε, δι’ αποφάσεως προσωρινώς εκτελεστής, να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να του καταβάλει, νομιμοτόκως από της επιδόσεως της αγωγής, (α) το ποσό των ευρώ 6.745,60 στο οποίο ανέρχεται η αξία ποσότητας 0,8 κ.μ. ξυλείας που αποτελεί το υπόλοιπο της πρώτης ύλης που αυτός (ενάγων) παρέδωσε στον εναγόμενο για την επισκευή των ανωτέρω καταστρωμάτων και την οποία (ποσότητα) ο τελευταίος αρνήθηκε να επιστρέψει σε αυτόν (ενάγοντα) μετά την καταγγελία της ανωτέρω σύμβασης, αλλά ιδιοποιήθηκε αυτή δια της απομάκρυνσής της από το ανωτέρω σκάφος, (β) το ποσό των ευρώ 33.008,80 που αυτός (ενάγων) δαπάνησε για την αγορά υλικών και αμοιβή των τεχνιτών προς αποκατάσταση των πραγματικών ελαττωμάτων που έφερε το έργο που εκτέλεσε ο εναγόμενος κατά το χρόνο καταγγελίας της ανωτέρω συμβάσεως, όπως ειδικότερα οι επιμέρους δαπάνες προσδιορίζονται με την ένδικη αγωγή (γ) το ποσό των ευρώ 8.400 που αυτός (ενάγων) κατέβαλε ως αμοιβή στο ναυπηγείο όπου μεταφέρθηκε το σκάφος για εκτέλεση των ανωτέρω εργασιών επισκευής και αφορά το χρονικό διάστημα από την 1.1.2019 ήτοι επομένη της ημέρας που εύλογα έπρεπε να είχε ολοκληρωθεί το εν λόγω έργο από τον εναγόμενο έως την 30.4.2019, οπότε ολοκληρώθηκαν οι εργασίες επισκευής των ελαττωμάτων του έργου και (δ) το ποσό των ευρώ 2.800 που αυτός (ενάγων) κατέβαλε ως αμοιβή στον προσληφθέντα υπ’ αυτού τεχνικό ασφαλείας, κατά το χρονικό διάστημα από 1.1.2019, επομένη της ημέρας που εύλογα έπρεπε να είχε ολοκληρωθεί το έργο από τον εναγόμενο έως την 30.4.2019, οπότε ολοκληρώθηκαν οι εργασίες επισκευής των ελαττωμάτων του έργου. Επιπλέον, ο ενάγων ισχυρίσθηκε ότι, έναντι αμοιβής για την εκτέλεση του ανωτέρω έργου κατέβαλε στον εναγόμενο το ποσό των ευρώ 15.000 αν και αυτός (εναγόμενος) μετά των προστηθέντων υπαλλήλων του εκτέλεσε μόνον εκατόν τριάντα οκτώ ημερομίσθια επί του σκάφους του έως της καταγγελίας της ένδικης σύμβασης, δοθέντος ότι, κατά τη συμφωνία τους, αυτός (εναγόμενος) εδικαιούτο ως κόστος για την απασχόληση αυτού και των τεχνικών που θα χρησιμοποιούσε, το ποσό των ευρώ 50,00 για κάθε ημερομίσθιο για κάθε τεχνίτη ήτοι συνολικά ευρώ (138 επί 50=) 6.900, με αποτέλεσμα αυτός (εναγόμενος) να οφείλει να επιστρέψει σε αυτόν (ενάγοντα) το υπόλοιπο ποσό των ευρώ (15.000 μείον 6.900=) 8.100, κατά το οποίο αυτός (εναγόμενος) κατέστη πλουσιότερος σε βάρος της περιουσίας του (ενάγοντος) χωρίς νόμιμη αιτία. Τέλος, ο ενάγων, με την ανωτέρω αγωγή του, αξίωσε ως χρηματική του ικανοποίηση για την επικαλούμενη στην αγωγή παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του εναγομένου το ποσό των ευρώ 3.000. Η ανωτέρω αγωγή, η οποία ηγέρθη ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατόπιν εκδόσεως της με αριθμό 1759/2022 αποφάσεως του Δικαστηρίου αυτού, με την οποία κήρυξε εαυτό αναρμόδιο και παρέπεμψε αυτήν (ένδικη αγωγή) προς συζήτηση ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, συζητήθηκε ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου την 21.2.2023. Με την εκκαλουμένη με αριθμό 4230/2023 απόφασή του, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έκρινε την ένδικη αγωγή νόμιμη, ως θεμελιούμενη στις διατάξεις των άρθρων 340, 341, 346, 361, 681 επ. του ΑΚ 176, 907 και 908 του ΚΠολΔ, πλην του αιτήματος καταβολής του ποσού των ευρώ 3.000, το οποίο ο ενάγων αξίωσε ως χρηματική του ικανοποίηση λόγω της επικαλούμενης με την αγωγή του αδικοπραξίας, το οποίο απορρίφθηκε ως μη νόμιμο και περαιτέρω, ερευνώντας αυτή (ένδικη αγωγή) στην ουσία της απέρριψε αυτήν ως αβάσιμη, διότι κατά το αποδεικτικό της πόρισμα δεν αποδείχθηκε ότι ο ενάγων κατήρτισε πράγματι με τον εναγόμενο την επικαλούμενη στην αγωγή του σύμβαση έργου. Την εκκαλουμένη απόφαση πλήττει με την ένδικη έφεσή του ο ενάγων, ως έχων προς τούτο έννομο συμφέρον ως εκ του διατακτικού αυτής (εκκαλουμένης αποφάσεως), καθό μέρος απέρριψε ως αβάσιμη στην ουσία της την ένδικη αγωγή, για λόγους που εκτιμώμενοι ανάγονται σε εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και αιτείται την εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως και την αποδοχή της ένδικης αγωγής του καθώς και την καταδίκη του εφεσιβλήτου – εναγομένου στην καταβολή της δικαστικής του δαπάνης αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι ο ενάγων – εκκαλών, με την ένδικη έφεσή του, δεν έπληξε την εκκαλουμένη απόφαση καθό μέρος απέρριψε ως μη νόμιμη την ένδικη αγωγή του, ήτοι κατά το αίτημα αυτής περί επιδίκασης του ποσού των ευρώ 3.000, ως χρηματική ικανοποίηση του ενάγοντος, λόγω της επικαλούμενης με αυτήν παράνομης συμπεριφοράς του εναγομένου.

IV. Η ένδικη αγωγή, καθό μέρος προσβλήθηκε με την ένδικη έφεση, αφού ο ενάγων επικαλείται ότι την ένδικη σύμβαση κατήγγειλε «λόγω μη προσήκουσας εκτέλεσης και πρόκλησης σοβαρών κακοτεχνιών» (σχετικά σελίδα 12 ένδικης αγωγής), χωρίς να εκτιμάται ότι αυτός (ενάγων) υπαναχώρησε από την ανωτέρω σύμβαση αφού έταξε προθεσμία στον ενάγοντα προς διόρθωση των κακοτεχνιών του έργου κατά τις διατάξεις του άρθρου 687 ΑΚ, τυγχάνει νόμιμη, ως θεμελιούμενη στις διατάξεις των άρθρων 681, 685, 690, 700, 343 εδ.α, 914, 934, 330, 297, 298, 340, 345 και 346 ΚΠολΔ και επαρκώς ορισμένη, πλην του αιτήματος αυτής όπως υποχρεωθεί ο εναγόμενος, να του καταβάλει το ποσό των ευρώ 8.100,00 ως αδικαιολογήτως υπ’ αυτού (ενάγοντος) καταβληθέν σε αυτόν (εναγόμενο) ως αμοιβή του. Συγκεκριμένα, ο ενάγων αναφέρει αρχικά στην ένδικη αγωγή του (σελ. 3 και 21 της ένδικης αγωγής) ότι, η συνομολογηθείσα αμοιβή του εναγομένου για το αρχικώς συνομολογηθέν έργο και δη για τις αναληφθείσες υπ’ αυτού (εναγομένου) εργασίες αντικατάστασης του ελαστικού παρεμβύσματος ανάμεσα στις ξύλινες λωρίδες των καταστρωμάτων του ανωτέρω σκάφους και πλανίσματος (τρίψιμο) και γυαλίσματος αυτών (καταστρωμάτων του σκάφους) ανήρχετο στο ποσό των ευρώ 9.000 πλέον ΦΠΑ (σχετικά σελ. 7 και 21 ένδικης αγωγής), ως κατ’ αποκοπή συνομολογηθείσα αμοιβή. Ακολούθως (σχετικά σελ. 21 ένδικης αγωγής) αναφέρει ότι ο εναγόμενος είχε προσδιορίσει το κόστος απασχόλησης εκάστου τεχνίτη συμπεριλαμβανομένου και του ημερομισθίου αυτού σε ευρώ 50,00 (σχετικά σελ. 21), χωρίς εν τούτοις να αναφέρει εάν το κόστος αυτό συμπεριλαμβάνονταν στην κατ’ αποκοπή συνομολογηθείσα αμοιβή των 9.000 ευρώ. Επιπλέον, στην ένδικη αγωγή, αναφέρει ότι, πέραν των αρχικώς ανατεθέντων στον εναγόμενο εργασιών για τις οποίες είχε συνομολογηθεί μεταξύ των διαδίκων ως αμοιβή το ποσό των ευρώ 9.000 πλέον ΦΠΑ και πέραν των εργασιών αντικατάστασης των φθαρμένων σανίδων των καταστρωμάτων για τις οποίες δεν συμφωνήθηκε αμοιβή του εναγομένου (σχετικά σελ. 7 και 21 ένδικης αγωγής), αυτός (ενάγων) ανέθεσε στον εναγόμενο, με νεότερη συμφωνία που καταρτίσθηκε την 7.12.2018, την αντικατάσταση και της ξύλινης επένδυσης – ζωναρίου που ήταν τοποθετημένη περιμετρικά αυτού επί της γάστρας παράλληλα στην ίσαλο γραμμή, χωρίς εν τούτοις να εκθέτει, στο ελάχιστο περιεχόμενο της αγωγής, τη συνομολογηθείσα για την εν λόγω επιμέρους εργασία αμοιβή του εναγομένου. Αναφέρει επίσης στην αγωγή του ότι αυτός (ενάγων) ως αμοιβή κατέβαλε στον ενάγοντα το ποσό των ευρώ 15.000,00. Τέλος, το ποσό των ευρώ 6.900,00 το οποίο ο ενάγων ισχυρίζεται με την αγωγή του ότι δικαιούται ο εναγόμενος, κατά την ίδια αγωγή είναι το κόστος του εναγομένου απασχόλησης αυτού και των τεχνιτών του και όχι η συνομολογηθείσα αμοιβή του. Επομένως, αφού δεν αναφέρεται με σαφήνεια ποία η συνομολογηθείσα αμοιβή του εναγομένου για τις ανατεθείσες σε αυτόν εργασίες, καθό μέρος επιδιώκεται όπως επιδικασθεί σε βάρος του εναγομένου το ποσό των ευρώ 8.100 ως αδικαιολογήτως υπ αυτού (ενάγοντος) καταβληθείσα αμοιβή, η ένδικη αγωγή τυγχάνει αόριστη. Κατ’ αυτεπάγγελτη κατά τούτο παραδεκτή, κατά τα αναφερόμενα στην οικεία νομική σκέψη της παρούσας, αφού ο ενάγων διαμαρτύρεται για την ουσιαστική απόρριψη της αγωγής του, έρευνα του ορισμένου της ένδικης αγωγής, η εκκαλουμένη απόφαση, η οποία απέρριψε κατά τούτο την ένδικη αγωγή ως αβάσιμη στην ουσία της έσφαλε, αφού κατά τούτο, ήτοι καθό μέρος ο ενάγων αξιώνει το ποσό των ευρώ 8.100 ως αδικαιολογήτως καταβληθείσα στον εναγόμενο αμοιβή, η αγωγή τυγχάνει αόριστη και πρέπει επομένως αυτή (εκκαλουμένη απόφαση) να εξαφανισθεί και το παρόν Δικαστήριο αφού κρατήσει να δικάσει κατά τούτο την ένδικη αγωγή (άρθρο 535 ΚΠολΔ) και να απορρίψει αυτή ως αόριστη.

V. Από τη συνεκτίμηση των, περιεχομένων στις με αριθμό …… και …….. από 21.10.2019 ένορκες βεβαιώσεις, καταθέσεων των ………….. και …………., οι οποίες ελήφθησαν ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, με επιμέλεια του ενάγοντος, κατόπιν νόμιμης και εμπρόθεσμης, κατά τις διατάξεις του άρθρου 422 ΚΠολΔ, κλήτευσης του εναγομένου (σχετικά υπ’ αριθμ. ……../11.10.2019 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Πειραιώς ………….) και των εγγράφων που προσκομίσθηκαν με επιμέλεια του ενάγοντος, απεδείχθησαν, κατά την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο ενάγων, πλοιοκτήτης του υπό ελληνική σημαία σκάφους αναψυχής R (αριθμό νηολογίου AM …….), εργοστασίου κατασκευής ‘CANADOS’, τύπου Motoryacht (Μ/Υ), μήκους είκοσι ενός μέτρων και πενήντα εκατοστών (21,50 μ.) και πλάτους πέντε μέτρων και σαράντα εκατοστών (5,40 μ.), το οποίο κατασκευάσθηκε το έτος 1997, κατά το θέρος του έτους 2018, διεπίστωσε ότι η ξύλινη, επιφάνεια του κυρίως καταστρώματος και του άνω καταστρώματος του εν λόγω σκάφους του, είχε υποστεί φθορά από τη συνήθη χρήση του και απεφάσισε την επισκευή του. Αυτός (ενάγων), ισχυρίζεται με την αγωγή του ότι, το έργο επισκευής των καταστρωμάτων του σκάφους του, αντί αμοιβής, ανέθεσε στον εναγόμενο, ο οποίος διατηρεί ατομική επιχείρηση ναυπηγικών εργασιών. Ο εναγόμενος, με τις έγγραφες προτάσεις του που κατέθεσε ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, αρνήθηκε ότι κατήρτισε σύμβαση έργου με τον ενάγοντα δυνάμει της οποίας ανέλαβε την επισκευή του σκάφους αυτού, ισχυριζόμενος περαιτέρω ότι, τυχόν σύμβαση επισκευής του σκάφους αυτού (ενάγοντος) συνήφθη μεταξύ του τελευταίου (ενάγοντος) και του πατρός αυτού (εναγομένου). Προς απόδειξη δε τούτου, επικαλείται την ηλεκτρονική αλληλογραφία που αντηλλάγη προς κατάρτιση της εν λόγω σύμβασης, ισχυριζόμενος ότι αυτή έλαβε χώρα μεταξύ του ενάγοντος και του πατρός αυτού (εναγομένου). Και πράγματι, το από 6.10.2018, προσκομιζόμενο από τον ενάγοντα, ηλεκτρονικό μήνυμα, στο οποίο περιέχεται η προσφορά των τιμών εκτέλεσης του εν λόγω έργου, αποδεικνύεται ότι έχει αποσταλεί από την ηλεκτρονική διεύθυνση «………………», δηλαδή από την ηλεκτρονική διεύθυνση του πατρός του εναγομένου, …………….. Επίσης, το από 18.10.2018, προσκομιζόμενο ομοίως από τον ενάγοντα, ηλεκτρονικό μήνυμα αποδοχής της αμέσως ανωτέρω αναφερομένης προσφοράς, η γραμματέας του ενάγοντος, ……………, απέστειλε στην ίδια ως άνω ηλεκτρονική διεύθυνση του πατρός του εναγομένου. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι, το επικαλούμενο από τον εναγόμενο με τις ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου προτάσεις του, από 10.9.2019 ηλεκτρονικό μήνυμα, δεν προσκομίζεται ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου. Ωστόσο, στα εν λόγω ηλεκτρονικά μηνύματα δεν αναφέρεται το όνομα του συντάκτη του από 6.10.2018 ηλεκτρονικού μηνύματος προσφοράς, όπως επίσης αναφέρεται το όνομα του παραλήπτη του από 18.10.2018 ηλεκτρονικού μηνύματος. Παράλληλα, απεδείχθη ότι, ο εναγόμενος ήταν αυτός ο οποίος κατά τον επίδικο χρόνο διατηρούσε ατομική επιχείρηση εκτέλεσης ναυπηγικών εργασιών, χωρίς να αποδεικνύεται ότι ο πατέρας αυτού (εναγομένου) ……………, διατηρεί αντίστοιχη ατομική επιχείρηση, γεγονός άλλωστε που ούτε ο εναγόμενος ισχυρίσθηκε ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου. Αντίθετα, το μοναδικό φορολογικό στοιχείο που εξεδόθη στα πλαίσια της ένδικης σύμβασης έργου και δη το με αριθμό ……../24.10.2018 τιμολόγιο, εξεδόθη υπό του εναγομένου. Συγκεκριμένα, ως απεδείχθη και αναλύεται και κατωτέρω, στα πλαίσια της ένδικης σύμβασης έργου, αφού διαπιστώθηκε φθορά στις ξύλινες λωρίδες της επένδυσης της επιφάνειας του βασικού (main) και του άνω (sun) καταστρώματος του εν λόγω σκάφους, μετά την απομάκρυνση του φθαρμένου μαύρου ελαστικού παρεμβύσματος (λάστιχου), το οποίο ήταν τοποθετημένο ανάμεσα στις ξύλινες λωρίδες, αποφασίσθηκε η αντικατάσταση των φθαρμένων ξύλινων λωρίδων και για το λόγο αυτό ο εναγόμενος επώλησε στον ενάγοντα τη σχετική ξυλεία κατασκευής των νέων ξύλινων λωρίδων, για την πώληση των οποίων αυτός (εναγόμενος), εξέδωσε το με αριθμό …../24.10.2018 τιμολόγιο, ποσού ευρώ 16.864,00. Έτερα επίσημα φορολογικά στοιχεία για τις επίδικες εργασίες δεν εξεδόθησαν. Ο εναγόμενος, δια των εγγράφων προτάσεών του που κατέθεσε ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, ισχυρίσθηκε ότι, η αποτυπωθείσα στο εν λόγω τιμολόγιο συναλλαγή, ήτοι η πώληση της ξυλείας, αφορούσε συναλλαγή μη σχετιζομένη με τη σύμβαση έργου αποκατάστασης του καταστρώματος του εν λόγω σκάφους, την οποία (σύμβαση πώλησης ξυλείας) μάλιστα αυτός (εναγόμενος) κατήρτισε με τον ενάγοντα μέσω του πατρός του, με τον οποίο (πατέρα του εναγομένου) ο ενάγων συμφώνησε την ποσότητα, την τιμή και τον τρόπο πληρωμής της εν λόγω ξυλείας και ότι ο ίδιος (εναγόμενος) εξέδωσε μόνον το τιμολόγιο πώλησης και παρέδωσε την ξυλεία στο σκάφος του ενάγοντος, χωρίς να έρθει σε επαφή με τον τελευταίο (ενάγοντα). Εν τούτοις, ο ισχυρισμός αυτός του εναγομένου δεν κρίνεται πειστικός αφού την 25.1.2019, αυτός (εναγόμενος) εισέπραξε από τον ενάγοντα ως μέρος της αμοιβής για τις επί του σκάφους ξυλουργικές εργασίες το ποσό των ευρώ 2.000, όπως αποδεικνύεται από την προσκομιζόμενη ως σχετικό 16 από το ενάγοντα απόδειξη είσπραξης. Έτι περαιτέρω, απεδείχθη ότι, το ποσό των ευρώ 16.864,00 που αφορούσε την αποπληρωμή του προαναφερομένου με αριθμό ……/24.10.2018 τιμολογίου πώλησης της ξυλείας επισκευής των εν λόγω καταστρωμάτων του σκάφους του ενάγοντος, ποσό το οποίο ο εναγόμενος αποδέχεται ότι εισέπραξε με τις προτάσεις που κατέθεσε επί της ένδικης αγωγής ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, όπου εισήχθη αρχικά προς συζήτηση (σχετικά σελ. 5), ο ενάγων εξόφλησε δια καταθέσεως του εν λόγω ποσού σε τραπεζικό λογαριασμό της …….. που αυτή διέθετε στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, στον οποίο (τραπεζικό λογαριασμό) προηγούμενα ο ίδιος (ενάγων), είχε καταθέσει και την προκαταβολή ποσού ευρώ 4.000 για την εκτέλεση των ανωτέρω εργασιών επισκευής των καταστρωμάτων του ως άνω σκάφους του. Ο εναγόμενος, κατά την ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου διαδικασία, δεν διευκρίνισε τη σχέση του με τη δικαιούχο του εν λόγω τραπεζικού λογαριασμού ………… Παράλληλα, ο ίδιος (εναγόμενος), με τις έγγραφες προτάσεις του κατά την ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου διαδικασία, ισχυρίσθηκε ότι, ο τραπεζικός λογαριασμός της ……….. προφανώς υπεδείχθη στον ενάγοντα από τον πατέρα του ……….., χωρίς  εν τούτοις παράλληλα ο ίδιος (εναγόμενος) να προσκομίζει αποδείξεις καταβολής του εν λόγω χρηματικού ποσού από τον πατέρα του σε αυτόν (εναγόμενο) παραστατικό το οποίο θα κατείχε εάν πράγματι ίσχυαν όσα ανωτέρω ο ίδιος ισχυρίσθηκε. Έτι περαιτέρω, απεδείχθη ότι, ο εναγόμενος δεν διατηρεί επιχείρηση ξυλείας, αλλά όπως απεδείχθη η ξυλεία που παραδόθηκε στο σκάφος του ενάγοντος, αγοράσθηκε υπ’ αυτού (εναγομένου) από τη μη διάδικο στην παρούσα δίκη εταιρεία με την επωνυμία «…………». Εάν πράγματι τη σχετική σύμβαση έργου είχε αναλάβει να εκτελέσει σε συμφωνία με τον ενάγοντα ο πατέρας του εναγομένου και όχι ο ίδιος ο εναγόμενος, δεν δικαιολογείται από τον εναγόμενο ο λόγος που απαιτήθηκε όπως αυτός (εναγόμενος) και όχι ο πατέρας του, αγοράσει από την ανωτέρω εταιρεία με την επωνυμία «………..» την εν λόγω ξυλεία που ακολούθως αυτός επώλησε στον ενάγοντα. Την κατάρτιση της επίδικης σύμβασης έργου μεταξύ ενάγοντος και εναγομένου προσεπιβεβαίωσε και ο εξετασθείς με επιμέλεια του ενάγοντος …….. η κατάθεση του οποίου περιέχεται στην ανωτέρω με αριθμό ……../2019 ένορκη βεβαίωση, εργαζόμενος στην επιχείρηση του ενάγοντος ως μηχανολόγος μηχανικός και ο οποίος, κατέθεσε σαφώς ότι, την ένδικη σύμβαση επισκευής των καταστρωμάτων του σκάφους του ενάγοντος ο τελευταίος κατήρτισε με τον εναγόμενο, επιπλέον δε κατέθεσε ότι στις εν λόγω εργασίες μετείχε ο εναγόμενος, ο πατέρας του …………. και ο αδελφός του τελευταίου. Επιπλέον, ο εξετασθείς με επιμέλεια του ενάγοντος μάρτυρας, …….., η κατάθεση του οποίου περιέχεται στην ανωτέρω με αριθμό ………./2019 ένορκη βεβαίωση, κατέθεσε ότι, ο εναγόμενος ομού μετά του πατρός του είχαν επισκεφθεί το εργοστάσιο που διατηρούσε στο Πέραμα και αρχικά του εζήτησαν να τους προμηθεύσει με ξυλεία teak για την επισκευή του ανωτέρω σκάφους, ακολούθως δε αμφότεροι του εζήτησαν να επισκεφθεί το ως άνω σκάφος, προκειμένου να τους εκφράσει την άποψή του σχετικά με την ποιότητα των εν λόγω εργασιών, επίσκεψη την οποία πράγματι ο εν λόγω μάρτυρας πραγματοποίησε. Την τελευταία αυτή ένορκη βεβαίωση ο εναγόμενος δεν αντέκρουσε κατά την ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου διαδικασία. Από την τελευταία αυτή κατάθεση, αποδεικνύεται ότι ο εναγόμενος μετείχε στις εν λόγω εργασίες επισκευής, έδειχνε ενδιαφέρον για την ποιότητα της εργασίας του και σε κάθε περίπτωση, η συμμετοχή του στο επίδικο έργο δεν ήταν η τυπική έκδοση του ανωτέρω φορολογικού παραστατικού, δοθέντος μάλιστα ότι για το ποσό των ευρώ 32.264,00 που ο ενάγων κατέβαλε εν τέλει συνολικά για το επίδικο έργο, ουδέν έτερο φορολογικό παραστατικό δεν εξεδόθη. Από τη συνεκτίμηση, επομένως, του συνόλου των αποδείξεων, αποδεικνύεται ότι, την επίδικη σύμβαση έργου αποκατάστασης των φθορών των καταστρωμάτων του σκάφους του ο ενάγων κατήρτισε με τον εναγόμενο και όχι με τον πατέρα αυτού, όπως ο εναγόμενος ισχυρίσθηκε κατά την ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου διαδικασία και έγινε δεκτό υπό της εκκαλουμένης αποφάσεως. Σε αντίθετη κρίση το παρόν Δικαστήριο δεν δύναται να αχθεί από τις προσκομιζόμενες ως σχετικά 13, 11, 14, 15, 17, 18 και 19 αποδείξεις καταβολής χρηματικών ποσών από τον ενάγοντα για τις εν λόγω εργασίες στον πατέρα του εναγομένου ………, στις οποίες πράγματι δεν αναφέρεται ότι τα αναφερόμενα στις αποδείξεις αυτές χρηματικά ποσά εισπράχθηκαν από τον …….. για λογαριασμό του εναγομένου, διότι, όπως αποδεικνύεται  από την προσκομιζόμενη ως σχετικό 16 απόδειξη καταβολής, φέρουσα ημερομηνία 25.1.2019 και τη μη αμφισβητούμενη υπογραφή του εναγομένου, στην οποία αναφέρεται κατ’ ακριβή διατύπωση «ΑΠΟΔΕΙΞΗ ΠΑΡΑΛΑΒΗΣ Ο κάτωθι υπογεγραμμένος …….. δηλώνει υπεύθυνα ότι παρέλαβε το ποσό των 2.000 ευρώ μετρητά από τον κ. …….. για ξυλουργικές εργασίες για το σκάφος R.», για τις εν λόγω εργασίες επισκευής του σκάφους του ενάγοντος, το χρηματικό ποσό των ευρώ 2.000 κατεβλήθη στον ίδιο τον εναγόμενο, χωρίς παράλληλα στην εν λόγω (προσκομιζόμενη ως σχετικό 16 από τον ενάγοντα) απόδειξη καταβολής να αναγράφεται ότι το ποσό των 2.000 ευρώ ο εναγόμενος εισέπραξε για λογαριασμό του πατρός του. Εξάλλου, εάν πράγματι ο ενάγων την επίδικη σύμβαση επισκευής του σκάφους του είχε καταρτίσει με  τον πατέρα του εναγομένου ………. και όχι με τον ίδιο τον εναγόμενο …….., δεν απεδείχθη ότι συνέτρεξε κάποιος ιδιαίτερος λόγος ώστε ο ενάγων να εγείρει την ένδικη αγωγή του σε βάρος του εναγομένου και όχι σε βάρος του πατρός αυτού. Θα πρέπει να σημειωθεί δε ότι, προς αντίκρουση των αγωγικών ισχυρισμών, ο εναγόμενος κατά την ενώπιον του πρωτοβαθμίου διαδικασία, δεν επικαλέσθηκε αλλά ούτε προσεκόμισε, όπως ήταν εύλογα αναμενόμενο, ένορκη βεβαίωση του πατρός του, ……… Αποδεικνύεται επομένως ότι, αν και πράγματι χρησιμοποιήθηκε η ηλεκτρονική διεύθυνση του πατρός του εναγομένου στα πλαίσια των διαπραγματεύσεων για την κατάρτιση της εν λόγω σύμβασης έργου, η σύμβαση αυτή καταρτίσθηκε μεταξύ του ενάγοντος και του εναγομένου. Κατόπιν των ανωτέρω αποδειχθέντων, έσφαλε η εκκαλουμένη απόφαση, η οποία απέρριψε την ένδικη αγωγή ως αβάσιμη στην ουσία της αφού, κατά το αποδεικτικό της πόρισμα, την επίδικη σύμβαση έργου ο ενάγων κατήρτισε με τον πατέρα του εναγομένου ……….. και όχι με τον εναγόμενο και πρέπει, γενομένης δεκτής της ένδικης έφεσης του ενάγοντος, με την οποία πλήττεται το ανωτέρω αποδεικτικό πόρισμα της εκκαλουμένης αποφάσεως για κακή εκτίμηση των αποδείξεων, να εξαφανισθεί και αφού το παρόν Δικαστήριο κρατήσει να δικάσει την ένδικη υπόθεση (άρθρο 535 ΚΠολΔ). Περαιτέρω, απεδείχθη ότι, δυνάμει της εν λόγω συμβάσεως που καταρτίσθηκε μεταξύ του ενάγοντος και του εναγομένου, ο τελευταίος (εναγόμενος) ανέλαβε [α] την εξαγωγή (αποξήλωση) του φθαρμένου μαύρου ελαστικού παρεμβύσματος (λάστιχου), το οποίο ήταν τοποθετημένο ανάμεσα στις ξύλινες λωρίδες, της επένδυσης της επιφάνειας των καταστρωμάτων  του ως άνω σκάφους του ενάγοντος, το οποίο χρησιμεύει για την αποφυγή εισχώρησης υγρασίας ανάμεσα στις ξύλινες λωρίδες της επένδυσης των καταστρωμάτων, καθ’ όλη την επιφάνεια αυτών, ήτοι επί εμβαδού του βασικού καταστρώματος πενήντα (50,00) τ.μ και του άνω  καταστρώματος τριάντα (30) τ.μ, και συνολικά εξαγωγή ελαστικού παρεμβύσματος μήκους, στο μεν βασικό κατάστρωμα οκτακοσίων πενήντα (850) μέτρων και στο άνω κατάστρωμα, τετρακοσίων πενήντα επτά (457) μέτρων, [β] την τοποθέτηση νέου ελαστικού παρεμβύσματος (λάστιχου), στα ανωτέρω καταστρώματα και [γ] το πλάνισμα (τρίψιμο) και γυάλισμα ολόκληρης της επιφάνειας της ξύλινης επένδυσης αμφοτέρων των καταστρωμάτων, προκειμένου να απομακρυνθούν κατάλοιπα υγρασίας (λεκέδες) που είχαν δημιουργηθεί σε αυτήν (ξύλινη επένδυση) λόγω της φυσικής φθοράς της στο πέρασμα των ετών. Για την εργασία αυτή μεταξύ των διαδίκων συμφωνήθηκε ότι η αμοιβή του εναγομένου θα ανήρχετο στο ποσό των ευρώ 40 ανά τ.μ. για το τρίψιμο εκάστου καταστρώματος, στο ποσό των ευρώ 10 ανά τ.μ. για την τοποθέτηση νέου ελαστικού παρεμβύσματος (λάστιχου), συμπεριλαμβανομένων των υλικών ανοίγματος αρμών, πλέον αμοιβής εκ ποσού ευρώ 50 ημερησίως για την απασχόληση προσωπικού επί οκτώ ώρες καθ’ εκάστη. Την 18.10.2018, ο ενάγων κατέβαλε ως προκαταβολή για τις εν λόγω εργασίες το ποσό των ευρώ 4.000 σε τραπεζικό λογαριασμό της ……… που του υπεδείχθη από τον εναγόμενο. Την επομένη ημέρα (19.10.2018), ο εναγόμενος επιβιβάσθηκε επί του ανωτέρω σκάφους του ενάγοντος, το οποίο ήταν αγκυροβολημένο στη Μαρίνα του ………. και εκκίνησε τις εργασίες αποξήλωσης του παλαιού ελαστικού παρεμβύσματος, Εν τούτοις, μετά την αφαίρεση του εν λόγω παρεμβύσματος, εμφανίσθηκε φθορά σε μεγάλο τμήμα των γωνιών των ξύλινων λωρίδων της επένδυσης τόσο του βασικού, όσο και του άνω  καταστρώματος και συγκεκριμένα, καταστροφή επιφάνειας πενήντα (50) τ.μ. της ξύλινης επένδυσης του κυρίως καταστρώματος  και επιφάνεια ένδεκα (11) τ.μ. του άνω καταστρώματος. Ενόψει τούτου, την 22.10.2018, συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων η υπό του εναγομένου αντικατάσταση των φθαρμένων σανίδων των ανωτέρω καταστρωμάτων. Για το λόγο τούτο ο εναγόμενος αφού προμηθεύθηκε σχετική ξυλεία από την ανωτέρω μη διάδικο στην παρούσα δίκη εταιρεία με την επωνυμία «……………», ακολούθως επώλησε στον ενάγοντα και παρέδωσε στο ανωτέρω σκάφος του ποσότητα δύο (2) κ.μ. άκοπης ξυλείας, προέλευσης Βιρμανίας, τύπου teak (τικ), αντί του ποσού των ευρώ έξι χιλιάδων οκτακόσιων (6.800,00) ευρώ ανά κυβικό μέτρο, πλέον του αναλογούντος Φ.Π.Α εκ ποσοστού 24 % και συνολικά αντί του ποσού των ευρώ δέκα έξι χιλιάδων οκτακόσιων εξήντα τεσσάρων (16.864,00), εκδίδοντας σχετικά το με αριθμό ……/24.10.2018 τιμολόγιο, προκειμένου με την εν λόγω ποσότητα ξυλείας να κατασκευασθούν ξύλινες λωρίδες προς αντικατάσταση των φθαρμένων σχετικών λωρίδων του ανωτέρω σκάφους, αντίστοιχες με τις προς αντικατάσταση και δη ξύλινες λωρίδες πλάτους έξι εκατοστών και πάχους δώδεκα χιλιοστών. Ο ενάγων εξόφλησε αυθημερόν την αξία της εν λόγω ποσότητας ξυλείας δια καταβολής του ανωτέρω ποσού των ευρώ 864,00 στον υποδειχθέντα από τον εναγόμενο τραπεζικό λογαριασμό της …….  και τοιουτοτρόπως κατέστη κύριος της ανωτέρω ποσότητας ξυλείας. Ακολούθως δε, την 31.10.2018, προκειμένου και για την εκτέλεση των εν λόγω εργασιών αντικατάστασης των φθαρμένων ξύλινων σανίδων, το ανωτέρω σκάφος μεταφέρθηκε από τη Μαρίνα ……… όπου ελλιμενίζετο, στο ναυπηγείο του …….. στο ……. Πειραιά, τη δαπάνη χρήσης των εγκαταστάσεων του οποίου, ανέλαβε να καταβάλει ο ενάγων, ο οποίος επίσης αναγκάσθηκε να προσλάβει και διορίσει ως τεχνικό σύμβουλο για την εκτέλεση των εν λόγω εργασιών τον μη διάδικο στην παρούσα δίκη ………….. Πτυχιούχο Ναυπηγό Μηχανικό. Ο εναγόμενος συνεπικουρούμενος από τον πατέρα του ………….. και τον θείο του ……., εκκίνησε τις εργασίες επισκευής του καταστρώματος του σκάφους του ενάγοντος την 20.11.2018. Την 07.12.2018, ενώ συνεχίζονταν οι ως άνω εργασίες επί του πλοίου του ενάγοντος, αυτός (ενάγων), με πρόσθετη συμφωνία που κατήρτισε με τον εναγόμενο, ανέθεσε στον τελευταίο (εναγόμενο), επιπλέον των ανωτέρω εργασιών, την αντικατάσταση της ξύλινης επένδυσης (ξύλινου ζωναριού – φάσας) η οποία ήταν τοποθετημένη εκ κατασκευής περιμετρικά στο ανωτέρω σκάφος του επί της γάστρας, παράλληλα στην ίσαλο γραμμή και περί τα εξήντα εκατοστά (0,60μ.) κάτω απ’ την κουπαστή, έχουσα (η ξύλινη φάσα) συνολικό μήκος πενήντα ενός μέτρων και πενήντα εκατοστών (51,50 μ.), πλάτος επτά εκατοστών (0.07μ.) και πάχος πέντε εκατοστών (0,05 μ.), κατασκευασμένη από το ίδιο, υλικό με το οποίο ήταν επενδεδυμένη η επιφάνεια των καταστρωμάτων του εν λόγω σκάφους, ήτοι από ξύλο teak, τύπου Βιρμανίας. Προκειμένου και για την εκτέλεση της εν λόγω εργασίας, ο εναγόμενος επώλησε στον ενάγοντα και παρέδωσε στο σκάφος του, αντί του ποσού των ευρώ δύο χιλιάδων τετρακοσίων (2.400,00) την αναγκαία ξυλεία, το τίμημα του οποίου ο ενάγων εξόφλησε αυθημερόν δια καταβολής του ποσού αυτού στον πατέρα του εναγομένου, όπως αποδεικνύεται από την κατάθεση του εξετασθέντος, με επιμέλεια του ενάγοντος ενόρκως βεβαιώσαντος ……………., σε συνδυασμό με την προσκομιζόμενη από τον ενάγοντα ως σχετικό 11 από 14.12.2018 απόδειξη καταβολής. Την 9.2.2019, ο ενάγων επισκέφθηκε το ανωτέρω σκάφος του, οπότε διεπίστωσε ότι, ο εναγόμενος, [α] προκειμένου και για την εφαρμογή των λωρίδων ξύλου teak της νέας επένδυσης επί του υποστρώματος (κόλλας) που αυτός (εναγόμενος) είχε τοποθετήσει στην επιφάνεια του  κυρίως και του άνω  καταστρώματος αυτού (σκάφους του), είχε τρυπήσει σε επιφάνεια δέκα τετραγωνικών μέτρων έκαστο των άνω και βασικού καταστρωμάτων, στο τελευταίο εκ των οποίων στην περιοχή της πλώρης, με «δρεπανοκατσάβιδο», με σκοπό να τοποθετήσει βίδες με ροδέλες ανάμεσα στις λωρίδες των ξύλινων επιφανειών (teak) για να επιτύχει την απόλυτη εφαρμογή τους και στερέωσή τους έως ότου να στεγνώσει η κόλλα. Με τη διάτρηση, εν τούτοις, της επιφάνειας των καταστρωμάτων επετράπη η είσοδος υγρασίας στο σαλόνι του σκάφους που ευρίσκετο κάτωθεν του άνω καταστρώματος (sun deck), αλλά και στις κρεβατοκάμαρες και των λουτρών τα οποία ευρίσκοντο κάτωθεν του κυρίου καταστρώματος (main deck) και [β] όσον αφορά στην εξωτερική επιφάνεια της γάστρας (hull) του σκάφους, διεπίστωσε ότι, αφού αυτός (εναγόμενος) είχε αφαιρέσει τα παλαιά και φθαρμένα, ένεκα της φυσικής φθοράς του χρόνου, τμήματα της ξύλινης επένδυσης (ξύλινου ζωναριού – φάσας) περιμετρικά αυτού, στην προσπάθειά του να στερεώσει τα νέα τμήματα αυτού, έκανε χρήση μεγαλύτερου σε μήκος τρυπανιού απ’ το ενδεδειγμένο, με αποτέλεσμα να τρυπήσει εσφαλμένα και το εσωτερικό τοίχωμα της γάστρας του σκάφους έως το εσωτερικό των λουτρών και των καμπινών των επιβατών, επιπλέον δε εξωτερικά και εσωτερικά στα τοιχώματα της γάστρας περιμετρικά του σκάφους, προκάλεσε περί τις διακόσιες (200) διαμπερείς τρύπες, ενώ το ανώτερο ενδεικνυόμενο στα 51,50 μέτρα της περιμέτρου αυτού ήταν η διάνοιξη το ανώτατο έως εκατό (100) τρύπες, ήτοι δύο (2) τρύπες ανά τρέχον μέτρο. Συνεπεία των ανωτέρω πραγματικών ελαττωμάτων τα οποία ήταν ουσιώδη, ο ενάγων την ίδια ημέρα, κατήγγειλε την ανωτέρω σύμβαση έργου, ζητώντας από τον εναγόμενο να εγκαταλείψει άμεσα το έργο, ο οποίος και πράγματι απεχώρησε από το εν λόγω έργο την ίδια ημέρα (9.2.2019) όπως περί τούτου κατέθεσε ο ενόρκως βεβαιώσας ………….. στην ως άνω με αριθμό ………./2019 ένορκη βεβαίωσή του, παραδίδοντας στον ενάγοντα το έως της καταγγελίας εκτελεσθέν έργο. Περί της υπάρξεως των ανωτέρω ουσιωδών πραγματικών ελαττωμάτων στο εκτελεσθέν τμήμα του έργου σαφής τυγχάνει η κατάθεση του με επιμέλεια του ενάγοντος ενόρκως βεβαιώσαντος ………….., η οποία περιέχεται στην προαναφερομένη με αριθμό ………/2019 ένορκη βεβαίωση, εταίρου της εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία …………, στην οποία απευθύνθηκε ο ενάγων, αμέσως μετά την καταγγελία της ανωτέρω σύμβασης έργου, προς αποκατάσταση των ανωτέρω ελαττωμάτων. Συγκεκριμένα, κατά την εν λόγω ένορκη βεβαίωση, οι υπάλληλοι αυτού που διενήργησαν αυτοψία επί του εν λόγω σκάφους του ενάγοντος μετά την καταγγελία της ανωτέρω σύμβασης έργου, διεπίστωσαν ότι ο εναγόμενος, προσπαθώντας να αντικαταστήσει τις ξύλινες λωρίδες της επένδυσης των καταστρωμάτων, μη διαθέτοντας τα κατάλληλα τεχνικά μέσα και δη «βάρη» για την εφαρμογή των λωρίδων ξύλου της νέας επένδυσης επί του υποστρώματος (κόλλας) που αυτός είχε τοποθετήσει στην επιφάνεια του κυρίως και του άνω καταστρώματος αυτού, εφάρμοσε απαγορευμένη, με βάση του κανόνες της επιστήμης και της τέχνης, μέθοδο και δη τρύπησε τόσο το άνω όσο και το βασικό κατάστρωμα σε επιφάνεια περίπου δέκα τετραγωνικών μέτρων σε έκαστο κατάστρωμα, σε διάφορα σημεία του με δρεπανοκατσάβιδο, προκειμένου να τοποθετήσει βίδες με ροδέλες ανάμεσα στις λωρίδες των ξύλινων επιφανειών με σκοπό να επιτύχει την απόλυτη εφαρμογή αυτών έως ότου στεγνώσει η κόλλα, ευελπιστώντας ότι, απομακρύνοντας τις βίδες με ροδέλες ανάμεσα στις λωρίδες των ξύλινων επιφανειών, αφού στεγνώσει η κόλλα, θα επιτύχει τη στερέωση των λωρίδων ξύλου, ώστε ακολούθως να κλείσει τους αρμούς που προέκυψαν μεταξύ των ξύλινων λωρίδων επένδυσης με τα μαύρου χρώματος ελαστικά παρεμβύσματα. Τοιουτοτρόπως, εν τούτοις, αυτός (εναγόμενος) κατέστρεψε τα ανωτέρω καταστρώματα διότι μέσω των οπών που κατά τα άνω προκάλεσε, επετράπη η είσοδος υγρασίας στο σαλόνι του σκάφους που ευρίσκετο κάτωθεν του άνω καταστρώματος, αλλά και στις κρεβατοκάμαρες και τα λουτρά αυτού, τα οποία ευρίσκοντο κάτωθεν του κυρίως καταστρώματος. Επιπλέον, οι ίδιοι υπάλληλοι διεπίστωσαν σοβαρή ζημία και στη γάστρα του ανωτέρω σκάφους, διότι ο εναγόμενος, αφού αφήρεσε τα παλαιά και φθαρμένα τμήματα του ξύλινου ζωναριού περιμετρικά της γάστρας, επεχείρησε να στερεώσει τα νέα τμήματα αυτού, υπολογίζοντας λανθασμένα τα σημεία τόσο επί των τμημάτων του ξύλινου ζωναρίου όσο και επί της γάστρας στα οποία έπρεπε να ανοίξει οπές και να περάσει τις ειδικές βίδες, με αποτέλεσμα οι οπές μεταξύ γάστρας και φάσας να μη συμπίπτουν. Εκ του λόγου τούτου, όπως ο ίδιος ως άνω μάρτυρας κατά την ένορκη βεβαίωσή του διεπίστωσε, ο εναγόμενος προκάλεσε στη γάστρα του εν λόγω σκάφους άχρηστες οπές, αφού προκάλεσε σε αυτή περίπου διακόσιες διαμπερείς οπές, ενώ αναγκαίες ήταν έως εκατό δηλαδή δύο τρύπες ανά τρέχον μέτρο ξύλινου ζωναρίου, αφού το μήκος εκάστου εξ αυτών ανήρχετο σε ένα μέτρο. Επιπλέον, κατά την ίδια ένορκη βεβαίωση, οι ίδιοι υπάλληλοι διεπίστωσαν ότι, συνεπεία της χρήσεως τρυπανιού  μεγαλύτερου μήκους από το ενδεδειγμένο, ο εναγόμενος ετρύπησε όχι μόνον το εξωτερικό τοίχωμα της γάστρας του ανωτέρω σκάφους, αλλά και το εσωτερικό τοίχωμα αυτού έως το εσωτερικό των λουτρών και των καμπινών των επιβατών αυτού. Προκειμένου και για την αποκατάσταση των ανωτέρω ουσιωδών πραγματικών ελαττωμάτων, απαιτήθηκε [α] η αποξήλωση και αντικατάσταση ξύλινων λωρίδων, teak (τικ), τύπου Βιρμανίας, της επένδυσης των ανωτέρω καταστρωμάτων του σκάφους, σε επιφάνεια συνολικά είκοσι (20,00) τ.μ και δη δέκα (10) τ.μ. της ξύλινης επένδυσης τμήματος της πλώρης του κυρίως καταστρώματος και σε επιφάνεια, εμβαδού δέκα (10) τ.μ., στο άνω κατάστρωμα  του σκάφους, [β] μετά την αποξήλωση και προ της τοποθέτησης νέων ξύλινων λωρίδων στις ως άνω επιφάνειες, απαιτήθηκε η απομάκρυνση της κόλλας απ’ το αποκαλυφθέν τμήμα των ανωτέρω βασικού και άνω  καταστρωμάτων, η σφράγιση των οπών τις οποίες ο εναγόμενος είχε ανοίξει στα ως άνω καταστρώματα με ειδικό υλικό, τύπου GRP RESIN, ακολούθως δε η επάλειψη των προς επιδιόρθωση τμημάτων, εκ νέου, με ειδική κόλλα και, εν τέλει, η τοποθέτηση, εκ νέου, των νέων ξύλινων λωρίδων ως επένδυση επί της επιφάνειας των ανωτέρω καταστρωμάτων του σκάφους, [γ] το σφράγισμα των οπών περιμετρικά (περιφερειακά) της γάστρας (hall) του σκάφους για τη στερέωση του προς αντικατάσταση ξύλινου ζωναριού / φάσας, οι οποίες ανοίχθησαν από τον εναγόμενο, ειδικώς δε αυτές που είχαν ανοιχθεί στο ορθό σημείο, ενόψει του ότι είχαν ανοιχθεί σε μεγαλύτερο βάθος απ’ το ενδεδειγμένο, με αποτέλεσμα η διάτρηση να πλήξει και το εσωτερικό τοίχωμα της γάστρας και να φθάσει έως το χώρο της καμπίνας των επιβατών, σφραγίσθηκαν και οι εν λόγω οπές και [δ] η εκ νέου τοποθέτηση των ξύλινων τμημάτων φάσας, περιμετρικά της εξωτερικής επιφάνειας της γάστρας του σκάφους. Για την εκτέλεση των ανωτέρω εργασιών αποκατάστασης των ανωτέρω πραγματικών ελαττωμάτων, ο ενάγων απευθύνθηκε στην εδρεύουσα στο ……. Αττικής, μη διάδικο στην παρούσα δίκη, ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία «………….» και στην ομοίως μη διάδικο στην παρούσα δίκη εταιρεία με την επωνυμία «…………». Συγκεκριμένα, η πρώτη των ανωτέρω εταιρειών με την επωνυμία «…………….» ανέλαβε την κάλυψη των οπών με υλικό GRP, επιφάνειας 10 τ.μ. του κυρίως καταστρώματος, επιφάνειας 10 τ.μ. του άνω καταστρώματος και επί της γάστρας του σκάφους. Για την εν λόγω εργασία αποκατάστασης ο ενάγων κατέβαλε στην αμέσως ανωτέρω αναφερομένη εταιρεία με την επωνυμία «……………», όπως αποδεικνύεται από τα προσκομιζόμενα μετ’ επικλήσεως από τον ενάγοντα με αριθμό  ……/03.05.2019 και ……/03.05.2019 κατ’ αποκοπή αμοιβή συνολικά το ποσό των ευρώ δώδεκα χιλιάδων τετρακοσίων (12.400,00) και συγκεκριμένα για την σφράγιση των οπών των ανωτέρω καταστρωμάτων το ποσό των ευρώ επτά χιλιάδων (7.000,00), πλέον του αναλογούντος Φ.Π.Α σε ποσοστό 24 %, ποσού των χιλίων εξακοσίων ογδόντα (1.680,00) και συνολικά το ποσό των ευρώ οκτώ χιλιάδων εξακοσίων ογόντα ευρώ (8.680,00) και για την κάλυψη των οπών της γάστρας το καθαρό ποσό των τριών χιλιάδων (3.000,00) ευρώ, πλέον του αναλογούντος Φ.Π.Α σε ποσοστό 24 %, ποσού επτακοσίων είκοσι (720,00) ευρώ και συνολικά το ποσό των ευρώ τριών χιλιάδων επτακοσίων είκοσι (3.720,00) ευρώ. Η δεύτερη των ανωτέρω εταιρειών εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία «…………..» ανέλαβε και εκτέλεσε την αποξήλωση της ξύλινης επένδυσης (λωρίδων) επί επιφάνειας δέκα (10) τ.μ. του βασικού καταστρώματος και δέκα (10) τ.μ. του άνω καταστρώματος του ανωτέρω σκάφους, αφού δε αποκαλύφθηκε το κατάστρωμα, ανέλαβε και απομάκρυνε την κόλλα που είχε θέσει ο εναγόμενος κάτωθεν της επένδυσης και αφού σφραγίστηκαν οι οπές που αυτός (εναγόμενος) είχε ανοίξει επί του καταστρώματος από την πρώτη ως άνω εταιρεία με την επωνυμία «………………», ακολούθως η αμέσως ανωτέρω αναφερομένη εταιρεία με την επωνυμία «……………….» επικάλυψε με ειδική κόλλα εκ νέου τα προς επιδιόρθωση τμήματα των ανωτέρω καταστρωμάτων και ακολούθως, τοποθέτησε εκ νέου ξύλινες λωρίδες επένδυσης. Για τις εν λόγω εργασίες ο ενάγων δαπάνησε [α] για την αγορά από την αμέσως ανωτέρω εταιρεία με την επωνυμία «…………………»  ποσότητας τεσσάρων δεκάτων του κυβικού μέτρου (0,40 κ.μ) καινούργιας άκοπης ξυλείας, τύπου teak (τικ), το ποσό των ευρώ δύο χιλιάδων επτακοσίων είκοσι (2.720,00) ήτοι 0,40 κ.μ. επί 6.800 ανά κ.μ., εβδομήντα (70) τεμαχίων κόλλας ξύλου, προς δέκα (10,00) ευρώ ανά τεμάχιο και συνολικά το ποσό των ευρώ επτακοσίων (700,00), καθώς και πενήντα (50) τεμάχια μαύρου χρώματος ελαστικού παρεμβύσματος για την τοποθέτησή του ανάμεσα στις εκ νέου αντικατασταθείσες αντίστοιχες ξύλινες λωρίδες, προς δώδεκα (12,00) ευρώ, ανά τεμάχιο και συνολικά το ποσό των ευρώ εξακοσίων (600,00) και συνολικά δαπάνησε για τις ανωτέρω αιτίες το ποσό των ευρώ τεσσάρων χιλιάδων είκοσι (4.020,00), πλέον αναλογούντος Φ.Π.Α σε ποσοστό 24%, ήτοι ποσού εννιακοσίων εξήντα τεσσάρων ευρώ και ογδόντα (964,80) λεπτών και συνολικά το ποσό των ευρώ τεσσάρων χιλιάδων εννιακοσίων ογδόντα τεσσάρων ευρώ και ογδόντα (4.984,80) λεπτών [σχετικά υπ’ αριθ. 13/08.03.2019 δελτίο αποστολής – τιμολόγιο της ανωτέρω εταιρείας με την επωνυμία «…………..»], [β] για την αποξήλωση των φερόντων οπές ξύλινων λωρίδων της επένδυσης των ανωτέρω καταστρωμάτων του σκάφους, συνολικής επιφάνειας είκοσι (20) τ.μ. το ποσό των ευρώ δύο χιλιάδων (2.000,00) και δη ευρώ 100 ανά τετραγωνικό μέτρο κατ’ αποκοπή και το ποσό των ευρώ οκτώ χιλιάδων εξακοσίων (8.600,00) ήτοι κατ’ αποκοπή το ποσό των ευρώ 430 ανά τ.μ. για την τοποθέτηση των νέων ξύλινων λωρίδων επένδυσης σε επιφάνεια δέκα τ.μ. σε έκαστο των ανωτέρω καταστρωμάτων και συνολικά το ποσό των δέκα χιλιάδων εξακοσίων (10.600,00) ευρώ, πλέον του αναλογούντος Φ.Π.Α σε ποσοστό 24%, ποσού των δύο χιλιάδων πεντακοσίων σαράντα τεσσάρων (2.544,00), ήτοι ευρώ δέκα τρεις χιλιάδες εκατόν σαράντα τεσσερα (13.144,00) ευρώ [σχετικά με αριθμό ………/ 22.03.2019 τιμολόγιο της ανωτέρω εταιρείας με την επωνυμία «…………»]. Η ίδια εταιρεία με την επωνυμία «………..» ανέλαβε και την επισκευή και την αντικατάσταση των φθαρμένων, λόγω των πολλών οπών, τμημάτων του ζωναρίου της γάστρας, αντί αμοιβής εκ ποσού ευρώ δύο χιλιάδων (2.000,00) ευρώ, πλέον του αναλογούντος Φ.Π.Α σε ποσοστό 24%, ποσού τετρακοσίων ογδόντα (480,00) ευρώ, ήτοι συνολικά ποσό ευρώ δύο χιλιάδων τετρακοσίων ογδόντα (2.480,00) [σχετικά με αριθμό ………….. / 30.04.2019 τιμολόγιο της ανωτέρω εταιρείας με την επωνυμία «………..»] εκ των οποίων ποσό ευρώ 1.500 καθαρά για αγορά σαράντα τεμαχίων ξύλινου ζωναριού μήκους ενός μέτρου έκαστο και το ποσό των ευρώ 50 για την απασχόληση επί δέκα ημέρες επί οκτώ ώρες καθ’ εκάστη υπαλλήλων της ανωτέρω εταιρείας (σχετικά με αριθμό ………../21.10.2019 ένορκη βεβαίωση …………..). Περαιτέρω απεδείχθη ότι, για την αποκατάσταση των εν λόγω ελαττωμάτων, το εν λόγω σκάφος παρέμεινε στο ανωτέρω ναυπηγείο από 10.2.2019, επομένη της καταγγελίας της ανωτέρω σύμβασης έργου που ο ενάγων κατήρτισε με τον εναγόμενο, αφού ως απεδείχθη την 18.2.2019, εκκίνησαν οι εργασίες αποκατάστασης των ανωτέρω ελαττωμάτων, έως την 30.4.2019, οπότε ολοκληρώθηκαν οι εν λόγω εργασίες. Συγκεκριμένα παρέμεινε στο εν λόγω ναυπηγείο επί δέκα οκτώ ημέρες κατά τον μήνα Φεβρουάριο 2019, επί 31 ημέρες κατά τον μήνα Μάρτιο 2019 και επί τριάντα ημέρες κατά τον μήνα Απρίλιο 2019 και συνολικά επί εβδομήντα εννέα ημέρες. Ως εκ τούτου, ο ενάγων δαπάνησε για την εν λόγω αιτία το ποσό των ευρώ εβδομήντα (70) ημερησίως, σύμφωνα με την προσκομιζόμενη ως σχετικό 27 από 24.10.2018 σχετική προσφορά του ανωτέρω ναυπηγείου και συνολικά το ποσό των ευρώ (79 επί 70=) 5.530,00. Επιπλέον απεδείχθη ότι για την απασχόληση ως τεχνικού ασφαλείας του …………, απασχόληση υποχρεωτική εκ του λόγου ότι οι εν λόγω εργασίες ελάμβαναν χώρα εντός ναυπηγείου, ο ενάγων αναγκάσθηκε να απασχολήσει τον ανωτέρω πτυχιούχο Ναυπηγό – Μηχανικό, αντί του ποσού των ευρώ 700 μηνιαίως. Για το χρονικό διάστημα από 10.2.2019, ήτοι επομένη της καταγγελίας της ένδικης σύμβασης έως της 30.4.2019, οπότε ολοκληρώθηκαν οι εργασίες αποκατάστασης των ανωτέρω ελαττωμάτων, διάστημα κατά το οποίο το ανωτέρω σκάφος παρέμεινε στο ανωτέρω ναυπηγείο, ο ενάγων κατέβαλε στον ανωτέρω τεχνικό ασφαλείας το ποσό των ευρώ [(700 επί 2=) 1.400 + (700 επί 18/28=) 450=] 1.850. Συνολικά για την αποκατάσταση των ανωτέρω ουσιωδών ελαττωμάτων ο ενάγων δαπάνησε το ποσό των ευρώ [12.400 + 4.984,80 + 13.144,00 + 2.480,00 + 5.530 + 1.850=] 40.388,80, ποσό το οποίο υποχρεούται να αποκαταστήσει ο εναγόμενος. Περαιτέρω, ο ενάγων ισχυρίσθηκε με την ένδικη αγωγή του ότι, δεν είχε συμφωνηθεί μεταξύ των διαδίκων ο χρόνος παράδοσης του εν λόγω έργου, πλην όμως εύλογος χρόνος παράδοσης αυτού ήταν η 31.12.2018. Εν τούτοις, όπως απεδείχθη, το εν λόγω πλοίο μεταφέρθηκε προς επισκευή του στο ανωτέρω ναυπηγείο από τον εναγόμενο την 31.10.2018, ενώ τις πρόσθετες εργασίες αντικατάστασης του ζωναρίου του σκάφους ο ενάγων ανέθεσε στον εναγόμενο την 7.12.2018. Αφού, ως απεδείχθη, οι εργασίες αποκατάστασης των φθορών του εν λόγω σκάφους που αφορούσαν μόλις 20 τ.μ. συνολικά καταστρώματος, πλέον της αφαίρεσης του ζωναρίου του σκάφους και τοποθέτησης νέου, διήρκησε διάστημα δύο μηνών και δέκα ημερών, ήτοι από 18.2.2019 έως 30.4.2019, ως απεδείχθη και αναλύεται ανωτέρω, για την επισκευή της ξύλινης επένδυσης επιφάνειας 50 τ.μ. του κυρίως καταστρώματος, 11 τ.μ. του άνω καταστρώματος και την αποξήλωση και τοποθέτηση νέου ζωναρίου στο ανωτέρω σκάφος, δεν κρίνεται ότι εύλογος χρόνος ολοκλήρωσης και παράδοσης του έργου ήταν η 31.12.2018, ήτοι μόλις δύο μηνών, όπως ισχυρίζεται ο ενάγων με την ένδικη αγωγή του και προσεπιβεβαιώνεται από τον ενόρκως βεβαιώσαντα ………………., αλλά η 9.2.2019, οπότε ο ενάγων κατήγγειλε την ως άνω σύμβαση έργου. Σε αντίθετη κρίση το Δικαστήριο δεν δύναται να αχθεί ούτε από την προσκομιζόμενη με αριθμό …………../2019 ένορκη βεβαίωση του …………., κατά την κατάθεση του οποίου, όταν ο ίδιος επισκέφθηκε το ανωτέρω σκάφος την 4.2.2019, κατ’ αίτηση του εναγομένου και του πατρός του, διεπίστωσε μεγάλη καθυστέρηση στις εργασίες, αφού ο ίδιος δεν κατέθεσε παράλληλα, ποίος ήταν κατ’ αυτόν ο εύλογος χρόνος ολοκλήρωσης των εν λόγω εργασιών, δοθέντος μάλιστα ότι το ιδικό του συνεργείο για τις επισκευές μικρότερης επιφάνειας καταστρώματος χρειάστηκε χρονικό διάστημα εργασίας δύο μηνών και δέκα ημερών. Ως εκ τούτου, το αίτημα του ενάγοντος όπως υποχρεωθεί ο εναγόμενος να του καταβάλει δαπάνη χρήσης του ως άνω συνεργείου εκ ποσού ευρώ εβδομήντα ημερησίως για το χρονικό διάστημα από 1.1.2019 έως 9.2.2019, καθώς επίσης και την αμοιβή που κατέβαλε στον τεχνικό ασφαλείας για το ίδιο διάστημα από 1.1.2019 έως 9.2.2019, λόγω καθυστέρησης εκ μέρους του εναγομένου πέραν του ευλόγου χρόνου, εκτέλεσης των εν λόγω εργασιών, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο στην ουσία του. Περαιτέρω, όπως ο ενάγων ισχυρίσθηκε και ως απεδείχθη, προκειμένου και την επισκευή της ξύλινης επένδυσης επιφάνειας πενήντα τ.μ. του κυρίως καταστρώματος και ένδεκα τ.μ. του άνω καταστρώματος του ανωτέρω σκάφους του (ενάγοντος), καθ’ υπόδειξη του εναγομένου, αυτός αγόρασε και παρέδωσε στον εναγόμενο ξυλεία ποσότητας 2 κ.μ.. Ο ενάγων με την ένδικη αγωγή του ισχυρίσθηκε ότι, για τις ανωτέρω εργασίες που εκτέλεσε ο εναγόμενος απαιτείτο ποσότητα της ανωτέρω ξυλείας μόλις 1,2 κ.μ. την οποία και πράγματι χρησιμοποίησε ο εναγόμενος, χωρίς παράλληλα, με τη λήξη της επίδικης σύμβασης έργου με την καταγγελία αυτής από τον ενάγοντα, αυτός (εναγόμενος) να του αποδώσει το υπόλοιπο της ύλης που χρησιμοποίησε και δη 0,8 κ.μ. αλλά αντίθετα, την ποσότητα αυτή ξυλείας παρακράτησε αυτός (εναγόμενος), λόγος για τον οποίο με την ένδικη αγωγή του αξιώνει την αξία αυτής και δη το ποσό των ευρώ 6.745,60. Ο εναγόμενος με τις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, όπου αρχικά εισήχθη προς συζήτηση η ένδικη αγωγή (σχετικά σελ. 5) αρνήθηκε ότι ο ίδιος ή ο πατέρας του, ………………, μόνος εργολάβος του ενδίκου έργου κατά τους ισχυρισμούς του, παρακράτησε ποσότητα 0,8 κ.μ. της εν λόγω ξυλείας, καθώς ισχυρίσθηκε ότι, όπως τον ενημέρωσε ο πατέρας του, ολόκληρη η ανωτέρω ποσότητα των δύο κυβικών μέτρων χρησιμοποιήθηκε σε εργασίες αντικατάστασης των φθαρμένων ξύλινων λωρίδων. Από την προναφερομένη εν τούτοις ένορκη βεβαίωση του ……………, αποδεικνύεται ότι, οι προς αντικατάσταση λωρίδες της επένδυσης των ανωτέρω καταστρωμάτων είχαν πλάτος έξι εκατοστών και πάχος δώδεκα χιλιοστών. Κατά τη διαδικασία κοπής των ξύλων προς κατασκευή των προς αντικατάσταση λωρίδων του εν λόγω σκάφους, με δίσκο κοπής, προέκυψε απώλεια (φύρα) δύο χιλιοστών και επιπλέον απώλεια (φύρα) 1,5 χιλιοστών προέκυψε και από το μηχάνημα πλανίσματος. Επιπλέον, λόγω του γεγονότος ότι το σχήμα των καταστρωμάτων του ανωτέρω σκάφους ήταν καμπυλωτό, υπήρχε απώλεια (φύρα) των ξύλινων λωρίδων και ως προς το μήκος τους, αφού στην απόληξη προς την πλευρά της πλώρης του σκάφους, οι εν λόγω λωρίδες δεν ήταν του ιδίου μήκους, αλλά κόβονταν επί τόπου με «φάλτσο». Κατά την ίδια κατάθεση, ένα κυβικό μέτρο άκοπης ξυλείας εξασφαλίζει ξύλινες λωρίδες, πλάτους εκάστης έξι εκατοστών και πάχους δώδεκα χιλιοστών, οι οποίες καλύπτουν επιφάνεια καταστρώματος πενήντα ενός τ.μ., με αποτέλεσμα για επιφάνεια εξήντα ενός τ.μ., όπως εν προκειμένω, την ξύλινη επιφάνεια της οποίας ανέλαβε να αντικαταστήσει ο εναγόμενος, απαιτήθηκε και αναλώθηκε ποσότητα, εκ της ανωτέρω ποσότητας των δύο κυβικών μέτρων ξυλείας, μόλις 1,2 κ.μ., με αποτέλεσμα να περισσέψει υπόλοιπο ξυλείας που δεν χρησιμοποιήθηκε στο ανωτέρω έργο, 0,8 κ.μ.. Η εν λόγω ένορκη κατάθεση, κρίνεται πειστική, διότι ενισχύεται και από το γεγονός ότι, για την αντικατάσταση 20 τ.μ. καταστρώματος, στα πλαίσια αποκατάστασης των ανωτέρω ουσιωδών ελαττωμάτων, ο ενάγων αναγκάσθηκε να αγοράσει και χρησιμοποιήσει ποσότητα 0,40 κ.μ. της ίδιας ξυλείας. Επομένως, αποδεικνύεται ότι, πράγματι ο εναγόμενος για την επισκευή των καταστρωμάτων του ανωτέρω σκάφους χρειάσθηκε και χρησιμοποίησε από την ως άνω αγορασθείσα από τον ενάγοντα και παραδοθείσα από αυτόν στον εναγόμενο συνολικά δύο κ.μ. προς εκτέλεση του ενδίκου έργου, ξυλεία ποσότητας 1,2 κ.μ.. Κατά συνέπεια, ο εναγόμενος όφειλε, κατά τις διατάξεις του άρθρου 685 ΑΚ, να αποδώσει στον ενάγοντα με την καταγγελία της ένδικης σύμβασης έργου την υπόλοιπη ποσότητα του ανωτέρω ξύλου των 0,8 κ.μ.. Εν τούτοις, ο εναγόμενος δεν απέδωσε την εν λόγω ποσότητα ξυλείας, αλλά μετά την καταγγελία της ένδικης σύμβασης, με την απομάκρυνσή του από το εν λόγω σκάφος παρέλαβε αυτός (εναγόμενος) την υπόλοιπη ως άνω ποσότητα ξυλείας την οποία και απομάκρυνε από το σκάφος του ενάγοντος. Οι αιτιάσεις του εναγομένου ότι ολόκληρη η ποσότητα των δύο κ.μ. ξυλείας χρησιμοποιήθηκε στο εν λόγω έργο, κατόπιν των ανωτέρω αποδειχθέντων, δεν κρίνονται πειστικές. Δια της απομάκρυνσης της εν λόγω ποσότητας ξυλείας από τον εναγόμενο κατά την καταγγελία της ένδικης σύμβασης έργου από το σκάφος του ενάγοντος όπου απεδείχθη ότι η ανωτέρω ποσότητα των 0,8 κ.μ. ευρίσκονταν, αυτός (εναγόμενος) παράνομα και υπαίτια αφήρεσε από τον ενάγοντα την εν λόγω ποσότητα των 0,80 κ.μ. της ξυλείας, προκαλώντας τοιουτοτρόπως με τη συμπεριφορά του αυτή ως μόνης ενεργούς αιτίας ζημία στην περιουσία του ενάγοντος, ανερχομένη στην αξία της εν λόγω ποσότητας ξυλείας. Ειδικότερα, απεδείχθη ότι ο ενάγων, επισκεύασε ήδη το ανωτέρω σκάφος του, αγοράζοντας νέα ποσότητα ξυλείας, με αποτέλεσμα να μην έχει πλέον συμφέρον να ανακτήσει το πράγμα, ήτοι την εν λόγω 0,80 κ.μ. ποσότητα ξυλείας και ως εκ τούτου, ο εναγόμενος οφείλει να καταβάλει ως αποζημίωση στον ενάγοντα την αξία της εν λόγω ξυλείας. Από τη συνεκτίμηση του συνόλου των αποδείξεων η αξία της εν λόγω ξυλείας κατά την πρώτη συζήτηση της ένδικης αγωγής ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου ανέρχονταν στο ποσό των ευρώ [6.800 πλέον 24% ήτοι ευρώ 1.632 = 8.432,00 αξία ανά κυβικό μέτρο επί 0,80 κ.μ. =] 6.745,60, στο οποίο ανέρχονταν και κατά την παράδοση αυτής της ποσότητας από τον εναγόμενο στον ενάγοντα και κατά την απομάκρυνση αυτής της ποσότητας από το σκάφος του ενάγοντος υπό του εναγομένου την 9.2.2019. Εξάλλου την αξία της εν λόγω ποσότητας ξυλείας ο εναγόμενος δεν αμφισβήτησε κατά την ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου διαδικασία. Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω αποδειχθέντων, για τις προαναφερόμενες αιτίες, ο εναγόμενος οφείλει στον ενάγοντα, το συνολικό ποσό των ευρώ [40.388,80 + 6.745,60=] 47.134,40.

Κατόπιν των ανωτέρω, και μη υπάρχοντος ετέρου λόγου έφεσης προς διερεύνηση, πρέπει η ένδικη έφεση να γίνει δεκτή, ως αναλύεται στο σκεπτικό της παρούσας και να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση και το παρόν Δικαστήριο αφού κρατήσει να δικάσει την ένδικη αγωγή (άρθρο 535 ΚΠολΔ) η οποία, όπως το περιεχόμενο αυτής ανωτέρω εκτιμήθηκε, τυγχάνει νόμιμη και εν μέρει ορισμένη όπως αναλύεται στην οικεία σκέψη της παρούσας. Περαιτέρω, η ένδικη αγωγή καθό μέρος κρίθηκε νόμιμη και ορισμένη πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή ως βάσιμη και στην ουσία της και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος, για τους αναφερομένους στο σκεπτικό της παρούσας λόγους,  να καταβάλει στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των ευρώ 47.134,40, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επιδόσεως της ένδικης αγωγής. Περαιτέρω, πρέπει να οριστεί το νόμιμο παράβολο για την περίπτωση άσκησης ανακοπής ερημοδικίας από τον εφεσίβλητο – εναγόμενο κατά της απόφασης αυτής, ενώ λόγω της νίκης του εκκαλούντος, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή σε αυτόν του κατατεθέντος υπ’ αριθμ. ………………./2024 ηλεκτρονικού παραβόλου των εκατό (100) ευρώ. Τέλος, κατ’ εφαρμογή των διατάξεων άρθρων 176, 183 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και 63, 68 παρ. 1 και 2 και 69 του Κωδ.Δικηγ. πρέπει να επιβληθεί εις βάρος του εφεσίβλητου μέρος των δικαστικών εξόδων του εκκαλούντος, για αμφότερους τους βαθμούς δικαιοδοσίας, σύμφωνα με τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό της παρούσας.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζει ερήμην του εφεσιβλήτου την από 5-9-2024 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ενδίκου μέσου …………./12.9.2024  έφεση.

Ορίζει το παράβολο ερημοδικίας στο χρηματικό ποσό των διακοσίων πενήντα (250) ευρώ για την περίπτωση άσκησης ανακοπής ερημοδικίας κατά της παρούσας.

Δέχεται τυπικά και κατ’ ουσία την έφεση.

Διατάσσει την απόδοση του υπ’ αριθμ. ………………………/2024 ηλεκτρονικού παραβόλου στον εκκαλούντα.

Εξαφανίζει την εκκαλουμένη υπ’ αριθμ. 1339/2021 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, κατά τα ειδικότερα στο σκεπτικό της παρούσας.

Kρατεί και δικάζει την υπόθεση.

Δικάζει ερήμην του εναγομένου την από 31-5-2019 αγωγή.

Απορρίπτει ό,τι κρίθηκε απορριπτέο.

Δέχεται κατά τα λοιπά εν μέρει την ένδικη αγωγή.

Υποχρεώνει τον εναγόμενο να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των σαράντα επτά χιλιάδων εκατόν τριάντα τεσσάρων ευρώ και σαράντα λεπτών (ευρώ 47.134,40), με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επιδόσεως της ένδικης αγωγής.

Καταδικάζει τον εφεσίβλητο – εναγόμενο στην καταβολή μέρους των δικαστικών εξόδων του εκκαλούντος – ενάγοντος, για αμφότερους τους βαθμούς δικαιοδοσίας, το οποίο ορίζει στο χρηματικό ποσό των δύο χιλιάδων πεντακοσίων (2.500) ευρώ.

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση, στον Πειραιά, απόντων των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους, την 9.3.2026.

Η Δικαστής                                                        Η Γραμματέας