Μενού Κλείσιμο

Αριθμός απόφασης 175/2026

Αριθμός   175/2026

ΤΟ ΤΡΙΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

Τμήμα 2ο

Αποτελούμενο από τους Δικαστές Βασίλειο Παπανικόλα, Πρόεδρο Εφετών,  Ευαγγελία Πανταζή, Εφέτη και Χρυσή Φυντριλάκη, Εφέτη-Εισηγήτρια και από τη Γραμματέα KΣ.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του την ……………,  για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ των:

ΑΝΑΚΟΠΤΟΝΤΟΣ: Ιδρύματος με την επωνυμία «…………..», το οποίο εδρεύει στον Πειραιά (οδός ………) (ΑΦΜ …………) και εκπροσωπείται νόμιμα, εκπροσωπήθηκε δε από την πληρεξούσιά του δικηγόρο Βαΐα Στεργιοπούλου.

  ΚΑΘ΄ ΟΥ Η ΑΝΑΚΟΠΗ:  Δήμου Πειραιά, που εδρεύει στον Πειραιά (οδός …………..) και εκπροσωπείται νόμιμα, εκπροσωπήθηκε δε από την πληρεξούσιά του δικηγόρο Θεοδώρα Γούλα (με δήλωση κατ΄ άρθρο 242 παρ 2 ΚΠολΔ).

Το ανακόπτον άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς την από  1.9.2020 (ΓΑΚ/ΕΑΚ …………../2020) αγωγή, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ΄ αριθμ 2233/2022 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, που απέρριψε την αγωγή.

Την απόφαση αυτή προσέβαλε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου το ενάγον και ήδη ανακόπτον με την από 27.10.2022 (ΓΑΚ/ΕΑΚ ………/2023-ΓΑΚ/ΕΑΚ ΕΦΕΤ …………/2023) έφεσή του, της οποίας δικάσιμος ορίσθηκε η 21η.3.2024, οπότε, συζητήσεως γενομένης, εκδόθηκε η υπ΄ αριθμ. 392/2024 απόφαση, του Δικαστηρίου τούτου, που -δικάζοντας ερήμην του εκκαλούντος- δέχθηκε τυπικά και απέρριψε την ως άνω έφεση.

Την ως άνω εφετειακή απόφαση προσέβαλε το  ενάγον-εκκαλούν και ήδη ανακόπτον με την κατατεθείσα ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου από  23.9.2024 (ΓΑΚ/ΕΑΚ ……………/2024) ανακοπή ερημοδικίας, της οποίας δικάσιμος ορίσθηκε η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης.

Η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο και συζητήθηκε.

Η πληρεξούσια δικηγόρος του ανακόπτοντος, αφού έλαβε τον λόγο από τον Πρόεδρο, αναφέρθηκε στις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσε και η πληρεξούσια δικηγόρος του καθ΄ου η ανακοπή, η οποία παραστάθηκε με δήλωση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, ανέπτυξε τις απόψεις της με τις έγγραφες προτάσεις που προκατέθεσε.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΚΑΙ ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την υπό κρίση ανακοπή ερημοδικίας επιδιώκεται η εξαφάνιση της  υπ΄ αριθμ. 392/2024 αποφάσεως του δικαστηρίου τούτου, η οποία εκδόθηκε ερήμην του εκκαλούντος  και ήδη ανακόπτοντος ιδρύματος,  καθώς δεν είχε  παρασταθεί  κατά την  συζήτηση της  με  αριθμό  κατάθεσης στη γραμματεία του Πρωτοδικείου Πειραιά  ………../2023 και με αριθμό καταθεσης στη γραμματεία του Εφετείου Πειραιά ………/2023  έφεσης  την οποία είχε ασκήσει  κατά της με αριθμό 2233/2018 οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά. Η ανακοπή ερημοδικίας ασκήθηκε εμπρόθεσμα καθόσον η προσβαλλομένη απόφαση εκδόθηκε στις  8-8-2024  και η  ανακοπή ερημοδικίας κατατέθηκε  στη γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου  στις 24-9-2024 δίχως, εν τω μεταξύ να προηγηθεί επίδοση της προσβαλλομένης απόφασης (άρθρ. 503 παρ. 1 του ΚΠολΔ). Ασκήθηκε, επίσης, παραδεκτά δεδομένου ότι καταβλήθηκε το παράβολο ερημοδικίας που ορίστηκε με την ανακοπτομένη απόφαση, όπως προκύπτει από το επισυναπτόμενο στο δικόγραφο της ανακοπής με κωδικό  ………….. παράβολο και την με κωδικό πληρωμής ……….. αποδειξη  της Εθνικής Τράπεζας. Επομένως, πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς την  βασιμότητα των λόγων αυτής αντιμωλία των διαδίκων.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 501 ΚΠολΔ, ανακοπή κατά απόφασης που έχει εκδοθεί ερήμην επιτρέπεται, αν εκείνος που δικάσθηκε ερήμην δεν κλητεύθηκε καθόλου ή δεν κλητεύθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα ή αν συντρέχει λόγος ανωτέρας βίας. Ως ανώτερη βία νοείται κάθε απρόβλεπτο και εξαιρετικό γεγονός, είτε αντικειμενικό, είτε σχετικό με το πρόσωπο του διαδίκου που ερημοδικάστηκε ή του πληρεξουσίου του Δικηγόρου, το οποίο στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν μπορεί να αποτραπεί, ούτε με μέτρα εξαιρετικής επιμέλειας και σύνεσης (ΟλΑΠ 29/1992, δημοσίευση ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Ειδικότερα, η εν λόγω δικονομική ανώτερη βία είναι έννοια ταυτιζόμενη, κατά τον πυρήνα της, προς την ομώνυμη έννοια του ουσιαστικού δικαίου, διαφοροποιούμενη έναντι της τελευταίας μόνον κατά τις συνέπειες, ως συνεπαγόμενη τη δυνατότητα επαναφοράς των πραγμάτων στην πρότερη κατάσταση, με ανατροπή της κύρωσης από την παράβαση του δικονομικού βάρους, ενώ κατά το ουσιαστικό δίκαιο λειτουργεί ως λόγος απαλλαγής του οφειλέτη, εμφανιζόμενη ως στενότερη έννοια έναντι του τυχηρού, το οποίο δημιουργεί ευθύνη του οφειλέτη (ΑΠ 1260/2010, ΑΠ 1793/2009, ΑΠ 1562/2008, ΕφΠειρ 2018/2024, ΕφΠειρ 208/2024, ΕφΠειρ 341/2021, δημοσίευση ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Κατά το περιεχόμενο της, επομένως, η δικονομική ανώτερη βία είναι η κατάσταση, της, παρά την καταβολή εξειδιασμένης προσοχής και επιμέλειας εκ μέρους του διαδίκου και του πληρεξουσίου του, αδυναμίας αυτού να ανταποκριθεί σε δικονομικό βάρος του, συνεπεία της οποίας η διαδικαστική πράξη πάσχει ακυρότητας ή απαραδέκτου (ΑΠ 2/2022, ΑΠ 121/2021, ΑΠ 1343/2021, ΑΠ 559/2020, δημοσίευση ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Το γεγονός θα πρέπει να είναι ανυπαίτιο και εντελώς εξαιρετικής φύσεως, μη αναμενόμενο και μη δυνάμενο να προληφθεί ή να αποτραπεί από τον διάδικο ούτε με μέτρα άκρας επιμέλειας και σύνεσης (ΑΠ 1253/2018, ΑΠ 219/2016, ΑΠ 1506/2013, δημοσίευση ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), ανεξάρτητα αν το γεγονός είναι εσωτερικό ή όχι (ΑΠ 219/2016, ΑΠ 1506/2013, δημοσίευση ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Τέτοια γεγονότα ανωτέρας βίας είναι δυνατό να θεωρηθούν, μεταξύ άλλων, η αιφνίδια ασθένεια ή τυχόν ατύχημα του διαδίκου (ΑΠ 224/2013, ΕφΠειρ 2018/2024, ΕφΠειρ 208/2024, ΕφΠειρ 419/2020, δημοσίευση ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ) ή στενού συγγενικού του προσώπου και η εξαιτίας αυτής αδυναμία παραστάσεώς του και νομιμοποιήσεως του πληρεξουσίου Δικηγόρου του, εκτός εάν μπορεί να παραστεί δια του τελευταίου (ΑΠ 194/2023, ΑΠ 224/2013, ΕφΠειρ 2018/2024, ΕφΔωδ 272/2018, δημοσίευση ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), ή όσον αφορά στον πληρεξούσιο Δικηγόρο του, τέτοιο γεγονός συνιστά η απρόβλεπτη, αιφνίδια και βαριά σωματική ή πνευματική νόσος, λόγω της οποίας αυτός δεν μπόρεσε να παραστεί ενώπιον του Δικαστηρίου κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή να ειδοποιήσει τον εντολέα του ή άλλο Δικηγόρο για την αντικατάστασή του (ΑΠ 35/2024, ΕφΠειρ 218/2024, ΕφΠειρ 19/2021, ΕφΠειρ 341/2021, δημοσίευση ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), εφόσον τα γεγονότα αυτά συνέβαλαν στην επέλευση της ερημοδικίας (ΑΠ 1778/2013, δημοσίευση ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Εξάλλου, το πταίσμα  του Δικηγόρου κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως γεγονός ανώτερης βίας (ΑΠ 1778/2013, ΑΠ 1506/2013, ΑΠ 1347/2012, Εφ ΑΘ.148/2025, ΕφΠειρ 218/2024 δημοσίευση ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, Κεραμέως-Κονδύλη-Νίκα, ΕρμΚΠολΔ, υπ’ άρθρο 501 αρ.4) . Στην έννοια της ανώτερης βίας εκτός από την ασθένεια εμπίπτει και κάθε άλλο περιστατικό, που καθιστά παντελώς αδύνατη-και όχι απλώς δυσχερή ή δαπανηρή την αυτοπρόσωπη ή με πληρεξούσιο Δικηγόρο επιχείρηση διαδικαστικής πράξης, όπως επίσης αδύνατη θα πρέπει να καθίσταται η παράσταση του Δικηγόρου στο Δικαστήριο ή η ειδοποίηση του εντολέα, για να προβεί εγκαίρως στην αντικατάσταση του, όταν πρόκειται για αιφνίδια και βαριά ασθένεια του πληρεξουσίου Δικηγόρου. Σημειωτέον, ότι, όταν η ανωτέρα βία αφορά στο πρόσωπο του πληρεξουσίου Δικηγόρου του διαδίκου, για να διαπιστωθεί εάν το σχετικό γεγονός συνιστά ανώτερη βία, πρέπει να χρησιμοποιηθούν όχι μόνον υποκειμενικά κριτήρια, όπως είναι εύλογο για τον διάδικο, αλλά αντικειμενικά κριτήρια, αφού το λειτούργημα που ο δικηγόρος ασκεί, απαιτεί την προσήκουσα εκπλήρωση των ανειλημμένων υποχρεώσεων του ακόμη και από τον μέσο νομικό παραστάτη (ΕφΠειρ 218/2024, ΕφΠειρ 208/2024, ΕφΠειρ 19/2021, ΕφΠειρ 341/2021, δημοσίευση ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Αν η ανακοπή ασκήθηκε εμπροθέσμως και σύμφωνα με τις νόμιμες διατυπώσεις (άρθρα 503 § 1 και 505 § 1 ΚΠολΔ) και αν πιθανολογείται ότι είναι βάσιμος ο λόγος που προτάθηκε, τότε το Δικαστήριο εξαφανίζει την ερήμην απόφαση, διατάσσει να επιστραφεί το παράβολο (άρθρο 505 § 2 ΚΠολΔ) και αμέσως προχωρεί στην εξέταση της διαφοράς, αφού οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που εξαφανίστηκε. Άλλως, αν, δηλαδή, δεν πιθανολογηθεί η βασιμότητα. κάποιου από τους λόγους της ανακοπής, το Δικαστήριο απορρίπτει την ανακοπή και διατάσσει να εισαχθεί το παράβολο στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 509 ΚΠολΔ). Από τις ως άνω διατάξεις προκύπτει ότι το Δικαστήριο αποφαίνεται για την ουσιαστική βασιμότητα του λόγου της ανακοπής ερημοδικίας αμέσως, με την ίδια απόφαση, με την οποία θα κρίνει και το τύποις παραδεκτό και νόμω βάσιμο της ανακοπής, αρκούμενο σε πιθανολόγηση ως προς την βασιμότητα των λόγων της (ΕφΑΘ 148/2025, ΕφΠειρ 208/2024, ΕφΠειρ. 218/2024, ΕφΠειρ 208/2024, ΕφΑΘ 892/2023, ΕφΠειρ 10/2023, ΕφΠειρ 19/2021, ΕφΠειρ 341/2021, δημοσίευση ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

Στην προκειμένη περίπτωση το ανακόπτον  ίδρυμα   ισχυρίζεται  ότι η με αριθμό κατάθεσης στη γραμματεία του Πρωτοδικείου Πειραιά    ………… /2020 έφεση που είχε  ασκήσει κατά της υπ΄αριθμόν 2233/2022 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά  ορίστηκε να δικαστεί την 21-3-2024 κατά την οποία  δεν παραστάθηκε λόγω ανωτέρας βίας με συνέπεια ν΄απορριφθεί η έφεση ως ανυποστήρικτη. Ειδικότερα, η πληρεξούσια δικηγόρος του ιδρύματος, ……………, ασθένησε αιφνίδια και σοβαρά το πρωϊνό της 21ης Μαρτίου 2023  καθώς ξύπνησε με ίλιγγο, πυρετό, συνεχή επεισόδια εμέτων και διάρροια με συνέπεια να βρεθεί σε αδυναμία  να μεταβεί  στο Εφετείο Πειραιά και να  αναταποκριθεί στα καθήκοντα  πληρεξουσίου δικηγόρου, ενώ λόγω της προχωρημένης ώρας δεν μπόρεσε να επικοινωνήσει ούτε με συνάδελφό της για να ζητήσει για λογαριασμό της αναβολή της συζήτησης της υπόθεσης, αλλά ούτε και με τον εντολέα της προκειμενου να ζητήσει την αντικατάστασή της από έτερο δικηγόρο.  Ζητεί δε,  να εξαφανιστεί η ανακοπτόμενη απόφαση και  να γίνει δεκτή  η έφεση της. Ο λόγος αυτός, ο οποίος είναι νόμιμος ερειδόμενος στην διάταξη του άρθρου 501 ΚΠολΔ, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος και κατ΄ουσίαν  καθόσον από τα προσκομιζόμενα και επικαλούμενα από τους διαδίκους έγγραφα  αποδεικνύονται τα ακόλουθα:  Το ανακόπτον ίδρυμα άσκησε την με αριθμό κατάθεσης  στη γραμματεία του Πρωτοδικείου Πειραιώς ………../2023 και με αριθμό κατάθεσης στη γραμματεία του Εφετείου Πειραιώς ……………/2023 έφεση την οποία υπέγραψε η δικηγόρος ………….., η  οποία στη συνέχεια την  κατέθεσε στο Πρωτοδικείο Πειραιώς και  ζήτησε τον προσδιορισμό της   στο Εφετείο Πειραιως.  Δικάσιμος ορίστηκε  η  21-3-2024 κατά την οποία  το  εκκαλούν ίδρυμα  δεν παραστάθηκε, ενώ παραστάθηκε ο εφεσίβλητος Δήμος Πειραιά  με επακόλουθο την απόρριψη της εφέσεως με την υπ΄αριθμόν 392/2024 αποφάση  του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς.  Αιτία  της ερημοδικίας  αποτέλεσε η αιφνίδια ασθένεια της ανωτέρω  πληρεξουσίας δικηγόρου του εκκαλούντος ιδρύματος, η οποία τις πρωϊνές ώρες της 21-3-2024 παρουσίασε  αφυδάτωση  με  πολλαπλά επεισόδια εμέτων και διάρροιας με συνέπεια να βρεθεί σε πλήρη αδυναμία να ασκήσει τα καθήκοντά της ως πληρεξούσια δικηγόρος (βλ με ημερομηνία 21-3-2024 ιατρικά σημειώματα του Γενικού Οικογενειακού Ιατρού, ……………..). Εξάλλου, λόγω της προχωρημένης ώρας  δεν μπορούσε ν΄ αναθέσει σε έτερο δικηγόρο την εκπροσώπηση του εκκαλούντος   στο Δικαστήριο με σκοπό την υποβολή αιτήματος αναβολής της συζήτησης της υπόθεσης καθόσον οι ερωτηθέντες  συνάδελφοί  της  αδυνατούσαν  λόγω έτερης απασχόλησής τους να  μεταβούν στο Εφετείο Πειραιώς  και να γνωστοποιήσουν στο Δικαστήριο το πρόβλημα υγείας της πληρεξουσίας δικηγόρου του εκκαλούντος ιδρύματος, ούτε ήταν εφικτό να ειδοποιηθεί ο εντολέας της προκειμένου να διορίσει έτερο δικηγόρο στη θέσης της. Κατόπιν αυτών συντρέχει ανωτέρω βία κατά την έννοια του άρθρου 501ΚΠολΔ αφού στην έννοια της ανωτέρας βίας εμπίπτει κάθε περιστατικό που καθιστά παντελώς αδύνατη την παράσταση του δικηγόρου στο δικαστήριο ή την ειδοποίηση του εντολέα του για να προβεί εγκαίρως στην αντικατάσταση του κατά τα αναφερόμενα στη προεκτιθέμενη μείζονα σκέψη.  Επομένως,  πρέπει να γίνει δεκτή η ανακοπή ερημοδικίας  ως βάσιμη και κατ΄ουσίαν  και  να εξαφανιστεί η ανακοπτομένη υπ΄αριθμόν 392/2024 απόφαση  του  Τριμελούς  Εφετείου Πειραιώς. Κατόπιν αυτού, πρέπει  να επιστραφεί στο ανακόπτον ίδρυμα το  κατατεθέν  παράβολο  και να ερευνηθεί  περαιτέρω  η διαφορά επανερχομένων των διαδίκων στην κατάσταση που υπήρχε πρίν από την απόφαση που εξαφανίστηκε. Δικαστικά έξοδα σε βάρος των καθ΄ων η ανακοπή ερημοδικίας δεν πρέπει να επιβληθούν καθόσον δεν προκάλεσαν με την στάση τους την άσκηση της ένδικης ανακοπής ερημοδικίας (άρθρο 177 ΚΠολΔ).

Στην προκειμένη περίπτωση η υπό κρίση με ειδικό αριθμό καταθ. στη γραμματεία του Εφετείου Πειραιώς …………./2023 έφεση κατά της υπ΄αριθμόν   2233/2022  οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς  Πρωτοδικείου Πειραιά που εκδόθηκε  κατά την τακτική διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων, έχει ασκηθεί νομότυπα  και εμπρόθεσμα καθώς η εκκαλουμένη απόφαση δημοσιεύτηκε στις  7-7-2022 και  η έφεση κατατέθηκε στη  γραμματεία του  Πολυμελούς  Πρωτοδικείου  Πειραιά  στις  23-3-2023  δίχως εν τω μεταξύ να  μεσολαβήσει επίδοση  της   εκκαλουμένης  (άρθρα 495, 511, 513, 516 παρ 1, 517 εδαφ α΄, 518 παρ 2, 145  παρ 1 και  147  ΚΠολΔ).  Συνεπώς, πρέπει να γινει τυπικά δεκτή  και να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής  κατά την  αυτή  διαδικασία  δοθέντος ότι έχει καταβληθεί και το προβλεπόμενο από την διάταξη του άρθρου 495 παρ 3 ΚΠολΔ παράβολο άσκησης έφεσης (βλ. με κωδικό  …………….-/2022 e- παράβολο).

Α. Από τις διατάξεις των άρθρων 111 παρ. 2, 118 και 216 § 1 του ΚΠολΔ, συνάγεται ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, με ποινή το απαράδεκτο, εκτός από άλλα στοιχεία, και σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν, κατά νόμον, την αγωγή και δικαιολογούν την άσκηση της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου με ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα, ούτως ώστε να παρέχεται στον μεν εναγόμενο η ευχέρεια της άμυνας με ανταπόδειξη ή ένσταση κατά της αξίωσης του ενάγοντα, στο δε δικαστήριο η δυνατότητα ελέγχου της νομικής βασιμότητας της αγωγής. Η έλλειψη ή η ανεπαρκής ή ασαφής αναφορά κάποιου από τα γεγονότα αυτά, συνιστά έλλειψη προδικασίας και καθιστά την αγωγή αόριστη, και απορριπτέα ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας, το απαράδεκτο δε αυτό ερευνάται και αυτεπάγγελτα, ως αναγόμενο στην προδικασία, η οποία αφορά τη δημόσια τάξη, το δε δικαστήριο οφείλει να την απορρίψει για τον λόγο αυτό (ΑΠ 367/2020, ΑΠ 192/2016, ΑΠ 1871/1999).

Β. Εξάλλου, κατά το άρθρο 522 ΚΠολΔ με την άσκηση της έφεσης, η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους. Περαιτέρω, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, για να αποφασίσει αν πρέπει ή όχι να εξαφανίσει την εκκαλούμενη απόφαση, είναι υποχρεωμένο να περιοριστεί στην έρευνα μόνο των παραπόνων που διατυπώνονται με τους λόγους της έφεσης ή τους πρόσθετους λόγους και των ισχυρισμών που, ως υπεράσπιση κατά των λόγων αυτών, προβάλλει, σύμφωνά με το άρθρο 527 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, ο εφεσίβλητος, καθώς και εκείνων των ζητημάτων, η έρευνα των οποίων προηγείται, ως αναγκαίο προαπαιτούμενο για να ληφθεί απόφαση σε σχέση με τα παράπονα που διατυπώνονται με τους λόγους έφεσης και τα οποία κατά νόμο εξετάζει αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο, όπως είναι το ορισμένο ή η νομική βασιμότητα της αγωγής ή της ένστασης, που αυτεπαγγέλτως τα εξετάζει το εφετείο στην περίπτωση που με την έφεση διατυπώνονται παράπονα μόνον για την κρίση ως προς την ουσιαστική βασιμότητα αυτών (ΑΠ 194/2021, ΑΠ 782/2019, ΑΠ 226/2016, ΑΠ 845/2011, ΑΠ 279/2010).

Με την κρινόμενη αγωγή  το ενάγον  και ήδη εκκαλούν ίδρυμα, το οποίο δραστηριοποιείται ως Μονάδα Φροντίδας Ηλικιωμένων  έχοντας  εγκατασταθεί σε ιδιόκτητο ακίνητο, ιστορούσε ότι  φιλοξενεί 172  γέροντες   με   προσωπικό   79 ατόμων  και   προήλθε από την συνένωση του   ιδρύματος    «΄………………..», το οποίο  είχε εγκριθεί  με το από 2 Οκτωβρίου 1891 Βασιλικό Διάταγμα (ΦΕΚ 276/5-10-1891)  με το  «……………», το οποίο είχε ιδρυθεί  στον Πειραιά το έτος 1877 από τον Αρχιμανδρίτη …………….  Η  συνένωση αυτή αποφασίστηκε με σύμβαση μεταξύ  του «……………..» και του Δήμου Πειραιά η οποία εγκρίθηκε με το υπ΄αριθμόν …../1896 ψήφισμα του Δημοτικού Συμβουλίου του Δήμου Πειραιά, ενώ με το από 5-12-1895 Βασιλικό Διάταγμα είχε εγκριθεί και ο Κανονισμός λειτουργίας του νέου Ιδρύματος σύμφωνα με τον οποίο  σκοπός του ιδρύματος ήταν  η παροχή ασύλου στους έχοντες ανάγκη περίθαλψης γέροντες του Πειραιά αναλόγως των πόρων αυτών. Με τον αυτό Κανονισμό   όριστηκε, επίσης, ότι το «………….» εγκαταστάθηκε   εντός του …………….. ως  ιδιαίτερο  τμήμα αυτού υπό την επωνυμία «………….»  και  ότι  θα περιέθαλπτε   μέχρι  είκοσι (20)  γέροντες  για την συντήρηση των οποίων  είχε αναλάβει   ο Δήμος Πειραιά  την  υποχρέωση να καταβάλει  τότε (δηλαδή το 1896)  ετησίως     8.000 δραχμές πέραν της υποχρεωτικής συνδρομής αυτού η οποία  είχε οριστεί  τότε (δηλαδή το 1896)  ετησίως   στο ποσό των 5.000 δραχμών. Επιπρόσθετα δε, συμφωνήθηκε  ότι ο Δήμος Πειραιά  θα επέλεγε και θα εισήγαγε στο «…….. ….»  άπορους γέροντες σε αναπλήρωση των γερόντων  που θα απεβίωναν  μέχρι την συμπλήρωση  των  είκοσι (20)  για την διαβίωση των οποίων  και κατέβαλε το ποσό των 8.000 δραχμών. Στα πλαίσια αυτά το ενάγον Ίδρυμα  λειτούργησε ως Μονάδα Φροντίδας Ηλικιωμένων από το 1896 έχοντας πλήρως ενσωματωμένο το …….. Γηροκομείο. Ωστόσο ο εναγόμενος  Δήμος   ουδέποτε  κατέβαλε  το  συμφωνηθέν  ποσό  με συνέπεια να οφείλει ετησίως  το  ποσό το οποίο  αντιστοιχεί στην ετήσια δαπάνη περίθαλψης  20 γερόντων καθώς  είναι ανέφικτη η αντιστοίχιση  της αξίας  των  κατά το έτος 1896   8000 δραχμών  με σημερινά δεδομένα  μέσω της αναγωγής σε κάποια σταθερή αξία όπως   της χρυσής λύρας Αγγλίας,  καθως  το έτος 1896 η αξία της δραχμής δεν ήταν σταθερή, ούτε είχε συνδεθεί με την χρυσή λίρα Αγγλίας ενώ  οι τιμές συναλλάγματος χρυσού και άλλων πολύτιμων  μετάλλων  δεν καθορίζονταν με βάση την πραγματική αξία αυτών  αλλά με διατίμηση, θεσπισμένη από το νόμο, στα πλαίσια προσπάθειας διατήρησης της τιμής της δραχμής σε υψηλά επίπεδα.  Επιπροσθετα δε, η Εθνική Τράπεζα  ιδρύθηκε το έτος 1928 και ως εκ τούτου δεν υπάρχουν στοιχεία σχετικά με την ισοτιμία της δραχμής με το χρυσό για το προηγούμενο χρονικό διάστημα από το 1896 έως το 1928  καθώς το αρχείο της χρονολογείται από το 1928 και εντεύθεν. Βάσει δε  των εσόδων του ενάγοντος Ιδρύματος, των εξόδων αυτού  αλλά και του  συνόλου  των  γερόντων  που βρήκαν περίθαλψη   σ΄αυτό τα έτη 2015,2016,2017, 2018 και 2019, όπως αναλυτικά αναφέρεται   στην αγωγή,  η  δαπάνη διαβίωσης είκοσι  γερόντων για τα  πέντε αυτά έτη  ανέρχεται  συνολικά  σε 1.264.155,49 ευρώ, ποσό το οποίο ουδέποτε κατέβαλε ο εναγόμενος Δήμος. Ζήτησε δε, να υποχρεωθεί ο  τελευταίος να καταβάλει σ΄αυτό το ποσό αυτό με το νόμιμο τόκο από τότε που κάθε επιμέρους ποσό κατέστη απαιτητό, άλλως από της επιδόσεως της αγωγής μέχρις εξοφλήσεως, καθώς επίσης και να καταδικασθεί ο εναγόμενος Δήμος στα δικαστικά του έξοδα. Επί της αγωγής αυτής εξεδόθη η υπ΄αριθμόν 2233/2022 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή ως αβάσιμη κατ΄ουσίαν κατά παραδοχή της ενστάσεως καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος που προέβαλε ο εναγόμενος Δήμος. Ήδη κατά της απόφασης αυτής βάλλει  το ενάγον ΄Ιδρυμα παραπονούμενο για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων και ζητεί την παραδοχή της εφέσεώς του και την εξαφάνιση της εκκαλουμένης με σκοπό  την παραδοχή της αγωγής του. Ωστόσο,  η αγωγή  με το ανωτέρω περιεχόμενο και αίτημα  είναι αόριστη καθόσον δεν περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που την θεμελιώνουν  κατά το νόμο και δικαιολογούν την άσκηση της κατά του εναγόμενου Δήμου διότι δεν αναφέρεται σ΄αυτήν ότι  περιθάλπτονταν γέροντες  οι οποίοι εισήχθησαν στο ΄Ιδρυμα  κατόπιν επιλογής και  εισήγησης από μέρους  του  εναγόμενου Δήμου, όπως οριζόταν στον Κανονισμό  του Ιδρύματος,  ούτε  προσδιορίζεται ο αριθμός αυτών,  ώστε να  καταστεί σαφές ότι λειτουργούσε, έστω  υποτυπωδώς,  εντός του ενάγοντος Ιδρύματος  κατά το  χρονικό διάστημα από το 2015 έως και το 2019  και το «…… .» με συγκεκριμένους  άπορους γέροντες και  επομένως ότι υφίσταται  υποχρέωση του εναγόμενου Δήμου περί καταβολής  του αναλογούντος ποσού  διαβίωσης αυτών, ήτοι του  ποσού που αντιστοιχεί   στο ποσό των 8.000 ευρώ  που είχε συμφωνηθεί το έτος 1895, στοιχεία αναγκαία για την ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς,  κατά την διάταξη του άρθρου 216 ΚΠολΔ, σύμφωνα με  τα αναφερόμενα στην  υπό στοιχείο  Α  μείζονα σκέψη  αφού στην αγωγή εκτίθεται ότι το ποσο των 8.000 ευρώ συμφωνήθηκε να καταβάλλεται για την συντήρηση των είκοσι γερόντων  του «…………»  και όχι ως οικονομική ενίσχυση  του Ιδρύματος ή με τη μορφή ετήσιας υποχρεωτικής συνδρομής όπως όριστηκε για  το ποσό των 5.000 ευρώ το οποίο περιλαμβανόταν  μεταξύ των πόρων του Ιδρύματος.  Λόγω των ελλείψεων αυτών  στερείται ο εναγόμενος Δήμος της ευχέρειας της  άμυνας και το Δικαστήριο της δυνατότητας ελέγχου του βασίμου κατά το νόμο της αγωγής  και ως εκ τούτου  καθίσταται η αγωγή αόριστη και κατ΄αποτέλεσμα απορριπτέα. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που  έκρινε την αγωγή ορισμένη  και απέρριψε  αυτήν ως αβάσιμη κατ΄ουσίαν εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο.  Συνακόλουθα, πρέπει να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη, να κρατηθεί η υπόθεση από το παρόν Δικαστήριο και να δικαστεί και στη συνέχεια, ν΄απορριφθεί η αγωγή ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας δοθέντος ότι το Δικαστήριο δύναται να εξετάσει αυτεπαγγέλτως το ορισμένο της αγωγής στην περίπτωση που με την έφεση διατυπώνονται παράπονα  για την κρίση ως προς την ουσιαστική βασιμότητα της αγωγής κατά τα αναφερόμενα στην υπό στοιχείο Β μείζονα σκέψη. Τα δικαστικά έξοδα αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας του εναγόμενου Δήμου   πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του ενάγοντος Ιδρύματος  λόγω της ήττας αυτού (άρθρα 176,183, 191 παρ 2 ΚΠολΔ), κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό. Πρέπει, επίσης, να διαταχθεί  και  η  επιστροφή  του κατατεθέντος παραβόλου άσκησης  έφεσης  στο εκκαλούν  λόγω της  παραδοχής της εφέσεως   (άρθρο 495 παρ 3 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζοντας επί της ανακοπής ερημοδικίας

ΔΙΚΑΖΕΙ   αντιμωλία των διαδίκων

ΔΕΧΕΤΑΙ  την ανακοπή ερημοδικίας

ΕΞΑΦΑΝΙΖΕΙ  την υπ΄αριθμόν 392/2024 απόφαση του  Τριμελούς Εφετείου Πειραιά

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ  την απόδοση του κατατεθέντος παραβόλου στο ανακόπτον Ίδρυμα

Δικάζοντας επι της εφέσεως

ΔΙΚΑΖΕΙ  αντιμωλία των διαδίκων

ΔΕΧΕΤΑΙ     έφεση

ΕΞΑΦΑΝΙΖΕΙ την υπ΄αριθμόν 2233/2022 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά

ΚΡΑΤΕΙ  και ΔΙΚΑΖΕΙ   την με  γενικό αριθμό καταθ. ……/2020 και ειδικό αριθμό καταθ. ……../2020  αγωγή που ασκήθηκε  ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ   την  αγωγή

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ το εκκαλούν   στα δικαστικά έξοδα  αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας  του εφεσίβλητου,   τα   οποία  ορίζει   στο ποσό των  εξακοσίων   (600) ευρώ

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ  την  επιστροφή του  κατατεθέντος παραβόλου άσκησης έφεσης   στο  εκκαλούν.

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στον Πειραιά την 19η Φεβρουαρίου 2026  και δημοσιεύθηκε στις 12 Μαρτίου 2026 σε έκτακτη και δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του Δικαστηρίου αυτού με απόντες τους διαδίκους και τους πληρεξούσιους αυτών δικηγόρους.

    Ο    ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΕΦΕΤΩΝ               Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ