Μενού Κλείσιμο

Αριθμός απόφασης 189/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

ΤΜΗΜΑ ΝΑΥΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ

Αριθμός       189/2026

ΤΟ ΤΡΙΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

Αποτελούμενο από τους Δικαστές Κωνσταντίνα Ταμβάκη, Πρόεδρο Εφετών, Μαρία Παπαδογρηγοράκου Εφέτη και Βασίλειο Τζελέπη Εφέτη – Εισηγητή και από τη  Γραμματέα  Σ.Φ.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του την …………….,  για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ των :

ΕΚΚΑΛΟΥΣΑΣ: Ναυτιλιακής εταιρείας πλοίων αναψυχής με την επωνυμία «………………….» (Α.Φ.Μ. ………..), που εδρεύει στη …… Αττικής, οδός ……………., όπως εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Μάρκο Δάρα (A.M. Δ.Σ.Α. ………..) (με δήλωση κατ άρθρο 242 ΚΠολΔ.

ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΗΣ: Αλλοδαπής εταιρείας με την επωνυμία «……………….», που εδρεύει στη …………. Μάλτας (………….), όπως εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία διατηρεί υποκατάστημα στην Ελλάδα με τη μορφή της εταιρείας περιορισμένης ευθύνης και την επωνυμία «………….» (οδός ……………Αττικής, Α.Φ.Μ. …………), όπως εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Αλεπάκο (A.M. Δ.Σ.Α. ……..) (με δήλωση κατ’ άρθρο 242 ΚΠολΔ).

Η εκκαλούσα  άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, κατά της εφεσίβλητης την από 30.3.2023 με ΓΑΚ/ΕΑΚ …………/2023 αγωγή της, επί της οποίας εκδόθηκε, κατά την τακτική διαδικασία αντιμωλία των διαδίκων, η υπ’ αριθμ. 3218/2024 οριστική απόφαση του άνω Δικαστηρίου, η οποία απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας. Την ως άνω απόφαση προσέβαλε, ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου η ενάγουσα με την από 30.10.2024  ΓΑΚ/ΕΑΚ Πρωτ ………/2024 και ΓΑΚ/ΕΑΚ Εφετ ………../2024 έφεση, η οποία προσδιορίσθηκε να συζητηθεί για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.

Κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου στην αναγραφόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης δικάσιμο εκφωνήθηκε με τον προσήκοντα τρόπο από τη σειρά του οικείου πινακίου η υπόθεση, όπου αμφότεροι οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων  δεν παραστάθηκαν, αλλά προκατέθεσαν τις προτάσεις τους, με σχετική δήλωσή τους,  σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ, ότι συμφωνούν  να συζητηθεί  η ένδικη έφεση, χωρίς να παρασταθούν.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η από 30.10.2024  με ΓΑΚ/ΕΑΚ Πρωτ …………./2024 και ΓΑΚ/ΕΑΚ Εφετ …………./2024 έφεση  της εκκαλούσας – ενάγουσας κατά της αντιδίκου της και της υπ΄ αριθμ. 3218/2024 οριστικής απόφασης του Ναυτικού Τμήματος του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των  διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία επί της από 30.3.2023 με ΓΑΚ/ΕΑΚ ………../2023 αγωγής της, ασκήθηκε κατά τους νόμιμους τύπους, στους οποίους συγκαταλέγεται και η προσκομιδή του προβλεπομένου στον νόμο παραβόλου και εμπροθέσμως, ήτοι εντός της προβλεπόμενης στη διάταξη του άρθρο 518 παρ.2ΚΠολΔ καταχρηστικής προθεσμίας των δύο ετών από την δημοσίευση της εκκαλουμένης απόφασης (25.9.2024) δεδομένου ότι η εκκαλουμένη ουδέποτε επιδόθηκε και δεν αμφισβητείται  από κανένα από τους διαδίκους, η δε έφεση ασκήθηκε κατά τις διατάξεις των άρθρων 144 § 1, 145, 495 §§1, 2, 3, 496, 499, 500, 511, 513 §1 εδάφ. α΄, 516 § 1, 517 εδάφ. α΄, 518 § 2 και 520 §1 Κ.Πολ.Δ, δια καταθέσεως του υπό κρίση δικογράφου ενώπιον του εκδόσαντος απόφαση πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου την 1.11.2024. Επομένως η έφεση, η οποία παραδεκτά φέρεται προς συζήτηση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, ως καθ’ ύλην και κατά τόπον αρμοδίου προς εκδίκασή της, ενόψει και της ναυτικής φύσης της διαφοράς (άρθρα 19 και 31 παρ.1 του ΚΠολΔ, και 51 παρ.6 στοιχ.α΄του ν.2172/1993), πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να διερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρα 522 και 533 παρ. 1 του ΚΠολΔ), κατά την αυτή ως άνω διαδικασία, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη πρωτόδικη απόφαση με την επισήμανση ότι για το παραδεκτό της άσκησης της έφεσης καταβλήθηκε το με αριθμό ……………  e- παράβολο ποσού 150 ευρώ.

Με την υπό κρίση αγωγή, η ενάγουσα εκθέτει ότι είναι πλοιοκτήτρια και διαχειρίστρια του επαγγελματικού–τουριστικού σκάφους Ε/Γ–Τ/Ρ «Σ», ελλιμενιζόμενου μόνιμα στη Μαρίνα ……., σε προκαθορισμένη θέση πρυμνοδέτησης. Ότι η εναγομένη είναι πλοιοκτήτρια παρακείμενου, ελλιμενισμένου στην ίδια Μαρίνα, επαγγελματικού σκάφους με το όνομα «B».  Ότι την 1.12.2021 συνεργείο που ενεργούσε εργασίες επισκευής για λογαριασμό της εναγομένης προέβη στην εκτέλεση θερμών εργασιών επί του σκάφους της (οξυγονοκολλήσεις, τροχίσματα και λοιπές ελασματουργικές παρεμβάσεις), χωρίς προηγούμενη έγγραφη άδεια της διοίκησης της μαρίνας, κατά παράβαση των οικείων κανονιστικών διατάξεων που διέπουν τη λειτουργία των τουριστικών λιμένων. Ότι λόγω των ισχυρών ανέμων που επικρατούσαν στη περιοχή, θερμά μεταλλικά σωματίδια εκτοξεύθηκαν προς το σκάφος της ενάγουσας, προκαλώντας εκτεταμένες φθορές στις βαμμένες επιφάνειές του. Ότι με βάση την επικαλούμενη στην αγωγή  τεχνική έκθεση πραγματογνωμοσύνης προκύπτει ότι οι ζημίες είναι πολυεστιακές, γενικευμένες και μη αποκαταστάσιμες με τοπικές επεμβάσεις, καθιστώντας αναγκαία τη γενική επαναβαφή των προσβεβλημένων τμημάτων και ειδικότερα: α) του καταστρώματος και των λοιπών οριζόντιων επιφανειών, λόγω εκτεταμένων εγκαυμάτων, στιγμάτων και οξειδώσεων, β) της υπερκατασκευής, εξαιτίας διάσπαρτων μικροεσοχών και επιφανειακών αλλοιώσεων, γ) της πρύμνης, ως κύριου σημείου πρόσβασης επιβατών, λόγω μεταχρωματισμών και απώλειας ομοιομορφίας, δ) των παραπέτων (gunwales), λόγω εκτεταμένων διαβρώσεων και εγκλωβισμένων μεταλλικών σωματιδίων. Ότι το κόστος της απαιτούμενης γενικής επαναβαφής προσδιορίζεται στο ποσό των 176.000 ευρώ, ενώ τα συναφή έξοδα ναυπηγείου, ήτοι ανέλκυση, υποστήριξη, ελλιμενισμός, παροχές και τεχνική επίβλεψη, ανέρχονται σε 34.000 ευρώ, το δε συνολικό ποσό υλικής ζημίας υπολογίζεται στο ποσό των 210.000 ευρώ. Ότι η ενάγουσα, συνεπεία της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς της εναγομένης υπέστη ηθική βλάβη, συνιστάμενη στην προσβολή της επαγγελματικής της αξιοπιστίας και της εμπορικής της εικόνας, ενόψει της αναγκαστικής ακινητοποίησης του σκάφους και της αισθητικής και εμπορικής υποβάθμισής του, για την αποκατάσταση της οποίας ζητεί χρηματική ικανοποίηση ύψους 50.000 ευρώ. Ότι το παράνομο της συμπεριφοράς της εναγομένης θεμελιώνεται στη παραβίαση των κανονιστικών διατάξεων του Κανονισμού Λειτουργίας Τουριστικών Λιμένων και του Κανονισμού της Μαρίνας Αγίου Κοσμά, καθώς και στις διατάξεις των άρθρων 914 και 922 ΑΚ, καθόσον αποδίδεται στην εναγομένη παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά, τόσο αυτοτελώς όσο και ως προστήσασα το συνεργείο που προκάλεσε τη ζημία κατά την εκτέλεση του ανατεθέντος έργου. Με βάση το ιστορικό αυτό και κατόπιν παραδεκτού περιορισμού του αιτήματος της αγωγής ως προς το κονδύλι της πρόσληψης φύλακα που έγινε με τις προτάσεις της, η ενάγουσα ζητεί να υποχρεωθεί η εναγομένη, με απόφαση προσωρινά εκτελεστή να της καταβάλει για τις παραπάνω αιτίες, το συνολικό ποσό των 260.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση, και να καταδικασθεί η εναγομένη στη δικαστική της δαπάνη. Το πρωτόδικο Δικαστήριο με την εκκαλουμένη με αριθμό. 3218/2024 οριστική απόφαση του, αφού διέταξε την ένωση και συνεκδίκαση της άνω αγωγής με την από 12.5.2023  με ΓΑΚ/ΕΑΚ …………./2023 ανακοίνωση δίκης, προσεπίκληση σε απλή πρόσθετη παρέμβαση, παρεμπίπτουσα αγωγή και την από 23.6.2023 με ΓΑΚ/ΕΑΚ …………./2023 πρόσθετη παρέμβαση, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, απέρριψε άπαντα τα άνω συνεκδικασθέντα δικόγραφα, τη δε αγωγή ειδικότερα ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας  για το λόγο ότι η  ενάγουσα δεν εξειδικεύει στο εισαγωγικό δικόγραφο το στοιχείο της υπαιτιότητας της εναγομένης αναφορικά με την εκτιθέμενη σχέση πρόστησης μεταξύ αυτής (προστήσασας) και του εργολάβου (συνεργείου), που δεν κατονομάζει, ενώ δεν εκτίθεται ορισμένα αν η εναγομένη είχε αναλάβει την διεύθυνση και επίβλεψη της εκτέλεσης του έργου και υπό ποιες οδηγίες και εντολές ποιου προσώπου τελούσε ο εν λόγω εργολάβος (ανάδοχος του έργου), η δε εναγομένη υπήρξε μεν εργοδότης αυτού, αλλά όχι προστήσασα υπό τη νομική έννοια του όρου, σύμφωνα με τις προϋποθέσεις που απαιτούνται στον νόμο (άρθρα 334, 922 ΑΚ). Επιπλέον η εκκαλουμένη απέρριψε την αγωγή για τον ίδιο λόγο αναφορικά με τις ζημίες που υπέστη το ζημιωθέν σκάφος της ενάγουσας, καθώς έκρινε ότι η ενάγουσα δε διέλαβε στο δικόγραφο της αγωγής της την ακριβή έκταση των επιφανειών που υπέστησαν ζημιά από την επικάθιση σκουριάς από τα πυρακτωμένα ρινίσματα μετάλλου, το μέγεθος αυτών και την πυκνότητα των στιγμάτων που καθιστούν αναγκαία την ολική επαναβαφή του σκάφους ενώ δεν εξειδίκευσε την αιτιώδη συνάφεια των αναφερόμενων ζημιών που χρήζουν αποκατάσταση (φουσκώματα, κράκ, χτυπήματα, γδαρσίσματα) καθώς και τις  εργασίες ναυπηγείου, ήτοι αμμοβολή και πλύσιμο πυθμένα, καθαρισμός και γυάλισμα προπελών με το επικαλούμενο ζημιογόνο γεγονός της επικάθισης σκουριάς από ρινίσματα μετάλλου, κρίνοντας ότι οι εργασίες αυτές ουδόλως συνδέονται με την αναφερόμενη στην αγωγή ζημιογόνο αιτία. Κατά της απόφασης αυτής παραπονείται η εκκαλούσα – ενάγουσα, με την υπό κρίση έφεσή της, για τους αναφερομένους σε αυτήν λόγους, οι οποίοι ανάγονται σ’ εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και ζητεί να γίνει δεκτή η έφεσή της, να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση, να δικαστεί εκ νέου η αγωγή έτσι ώστε να γίνει δεκτή σύνολό της η και ως προς την ουσιαστική βασιμότητά της.

Στο  άρθρο 6 της ΥΑ 223/2015  (ΥΑ 22382 ΦΕΚ Β 2524 2015): Έγκριση Ειδικού Κανονισμού Λειτουργίας Μαρίνας Αγίου Κοσμά, το οποίο φέρει τον τίτλο: <<Τεχνική Υποστήριξη–Εναπόθεση Σκαφών>> ορίζονται τα εξής: 6.4 Δεν επιτρέπονται μεγάλης κλίμακας εργασίες συντήρησης και μετασκευών στα ελλιμενιζόμενα σκάφη.  6.5. Ο πλοιοκτήτης υποχρεούται στην έκδοση κάθε προβλεπόμενης άδειας-έγκρισης, καθώς επίσης και στην λήψη κάθε προβλεπόμενου μέτρου για την εκτέλεση οποιαδήποτε εργασίας στο σκάφος του, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις. 6.6. Για οποιαδήποτε εργασία επισκευής ή συντήρησης των σκαφών απαιτείται η προηγούμενη ενημέρωση της Διεύθυνσης της μαρίνας και η χορήγηση σχετικής έγγραφης άδειας. Από τη Διεύθυνση της μαρίνας, καθορίζεται το ωράριο εντός του οποίου επιτρέπονται οι εργασίες καθημερινής καθαριότητας και μικροεπισκευών των σκαφών, καθώς και η φόρτιση των συσσωρευτών τους. Εξάλλου στο άρθρο 5 της ΥΑ Τ/9//2003 (ΥΑ Τ/9803 ΦΕΚ Β 1323 2003): Γενικός Κανονισμός Λειτουργίας Τουριστικών Λιμένων. (332525), το οποίο φέρει τον τίτλο: <<Ευταξία Λιμένα – Υποχρεώσεις Χρηστών – Κίνηση Τροχοφόρων>> ορίζονται τα εξής: 5.2 Στους τουριστικούς λιμένες δεν επιτρέπεται: Η τοποθέτηση από τους ιδιοκτήτες, αντιπροσώπους, κυβερνήτες ή πληρώματα των ελλιμενιζόμενων σκαφών, ή οποιονδήποτε τρίτο, πάσης φύσεως ιδιοκατασκευών σταθερών ή μη, στα κρηπιδώματα, τους προβλήτες ή άλλους χώρους για την αποθήκευση μικροαντικειμένων, ναυτικών εργαλείων, σχοινιών ή αλυσίδων, χωρίς την έγκριση του φορέα διαχείρισης. Μεγάλης κλίμακας εργασίες συντήρησης και μετασκευών στα ελλιμενιζόμενα σκάφη. Για οποιαδήποτε εργασία συντήρησης των σκαφών απαιτείται η προηγούμενη ενημέρωση του φορέα διαχείρισης του τουριστικού λιμένα και η χορήγηση σχετικής άδειας. Από το φορέα διαχείρισης του τουριστικού λιμένα, καθορίζεται το ωράριο εντός του οποίου επιτρέπονται οι εργασίες καθημερινής καθαριότητας και μικροεπισκευών των σκαφών καθώς και η φόρτιση των συσσωρευτών τους.  5.6. Σε περίπτωση κατά την οποία σκάφος προξένησε ζημιές στα αγκυροβόλια της θέσης πρόσδεσης στην οποία ελλιμενίζεται, στις εγκαταστάσεις του τουριστικού λιμένα ή στα παρακείμενα σκάφη, είναι υποχρεωμένο να αποκαταστήσει τις ζημιές ή φθορές.  Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, κατά την οποία όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, και το συνδυασμό της με τις διατάξεις των άρθρων 297, 298 και 330 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι για τη θεμελίωση της υποχρέωσης για αποζημίωση από αδικοπραξία απαιτείται παράνομη συμπεριφορά προσώπου, η οποία συνίσταται σε παράνομη ενέργειά του ή παράλειψη, που ενέχει προσβολή δικαιώματος ή προστατευόμενου από το νόμο συμφέροντος άλλου προσώπου, η παράνομη αυτή συμπεριφορά να οφείλεται σε δόλο ή αμέλεια και να προκλήθηκε από αυτήν θετική ή αποθετική ζημία άλλου προσώπου, η οποία τελεί σε αιτιώδη με αυτή συνάφεια. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 922 ΑΚ, ο κύριος ή ο προστήσας κάποιον άλλον σε μια υπηρεσία ευθύνεται για τη ζημία που ο υπηρέτης ή ο προστηθείς προξένησε σε τρίτον παράνομα κατά την υπηρεσία του, δηλαδή διαπράττοντας αδικοπραξία. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής προστηθείς είναι το πρόσωπο, το οποίο με τη βούληση κάποιου άλλου, που χαρακτηρίζεται ως προστήσας, παρέχει σ’ αυτόν, διαρκώς ή ευκαιριακά, υπηρεσίες διεκπεραίωσης των υποθέσεών του ή προώθησης των οποιωνδήποτε συμφερόντων του, εφόσον ενεργεί υπό τον έλεγχό του ή έστω υπό την επίβλεψή του, με την έννοια ότι δεν απαιτούνται οπωσδήποτε δεσμευτικές ειδικές εντολές, αλλά αρκούν και γενικές οδηγίες στο πλαίσιο χαλαρής εξάρτησης, που επιτρέπει όμως μια γενική εποπτεία. Η σχέση πρόστησης δεν είναι αναγκαίο να είναι εμφανής στους τρίτους και ούτε απαιτείται η ύπαρξη δικαιοπρακτικής σχέσης μεταξύ προστήσαντος και προστηθέντος, αλλά μπορεί να στηρίζεται σε οποιαδήποτε βιοτική σχέση μεταξύ των μερών, νόμιμη ή παράνομη, ενώ αδιάφορο είναι αν οφείλεται ή όχι αμοιβή, καθώς και ο τρόπος πρόσληψης του προστηθέντος από τον ίδιο τον προστήσαντα ή από τρίτο για λογαριασμό του. Αδιάφορο επίσης είναι αν η αδικοπρακτική συμπεριφορά του προστηθέντος εκδηλώθηκε κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας που του ανατέθηκε ή κατά κατάχρηση της υπηρεσίας του, που συμβαίνει όταν η ζημιογόνος πράξη ή παράλειψή του τελέσθηκε μεν εντός των ορίων της υπηρεσίας του ή επ’ ευκαιρία ή εξ αφορμής αυτής, αλλά κατά παράβαση των εντολών και οδηγιών που του δόθηκαν ή καθ’ υπέρβαση των καθηκόντων του, εφόσον βέβαια μεταξύ της συμπεριφοράς του προστηθέντος και της υπηρεσίας του υπάρχει εσωτερική συνάφεια, δηλαδή πρέπει η υπηρεσία του να αποτέλεσε το αναγκαίο μέσο για την ζημιογόνο πράξη ή παράλειψή του, η οποία δεν θα μπορούσε διαφορετικά να υπάρξει. Σχέση πρόστησης, κατά την ανωτέρω διάταξη, δημιουργείται από την τοποθέτηση, διορισμό ή χρησιμοποίηση από κάποιο πρόσωπο (ήτοι τον προστήσαντα) ενός άλλου προσώπου, φυσικού ή νομικού (ήτοι του προστηθέντος), σε θέση ή απασχόληση, διαρκή ή μεμονωμένη εργασία που αποβλέπει στη διεκπεραίωση υπόθεσης και γενικότερα στην εξυπηρέτηση των επαγγελματικών, οικονομικών ή άλλων συμφερόντων του πρώτου. Δικαιολογητικός λόγος καθιέρωσης της ευθύνης από αλλότριες πράξεις είναι η ωφέλεια, την οποία ο προστήσας αποκομίζει από την ανάμειξη του ενδιάμεσου προσώπου το οποίο εντάσσει στο πεδίο δραστηριότητάς του (επαγγελματικής, επιχειρησιακής κλπ). Με τη χρησιμοποίηση τρίτων προσώπων ο προστήσαςεπεκτείνει το πεδίο της επιχειρηματικής κυρίως δράσης του, το πεδίο εξουσίας και επιρροής του και κατά συνέπεια διευρύνει και τη δυνατότητα των κερδών του. Είναι, επομένως, εύλογο να φέρει αυτός την ευθύνη και τους κινδύνους που προκύπτουν από τη δραστηριότητα των χρησιμοποιούμενων προσώπων, αφού αυτός καρπώνεται και τα οφέλη της. Άλλωστε με την καθιέρωση της ευθύνης του προστήσαντος εξυπηρετείται και η ιδέα της ασφάλειας των ζημιωθέντων, οι οποίοι αποκτούν ένα επιπλέον οφειλέτη, εκτός από τον προστηθέντα, συνήθως οικονομικά ισχυρότερο και πιο φερέγγυο από αυτόν. Η σχέση πρόστησης έχει τέτοια ευρύτητα, ώστε να καλύπτει κάθε εκούσια χρησιμοποίηση άλλων προσώπων και μπορεί να στηρίζεται σε σύμβαση εργασίας, έργου, εντολής ή και σε μη δικαιοπρακτική σχέση, όπως σε de facto συμβατική σχέση, χωρίς να έχει ιδιαίτερη κρισιμότητα η τυχόν ιδιότητα του προστηθέντος, ως αντιπροσώπου του προστήσαντος. Στη βάση της σχέσης πρόστησης μπορεί να είναι και οποιαδήποτε άλλη βιοτική σχέση μεταξύ προστήσαντος και προστηθέντος, με την επισήμανση ότι είναι αδιάφορο αν η ανωτέρω σχέση, στην οποία βασίζεται η πρόστηση, είναι νόμιμη ή παράνομη, αν ο προστηθείς αμείβεται ή όχι ή, τέλος, αν η σχέση πρόστησης είναι διαρκής ή ευκαιριακή, ενόψει τέλεσης συγκεκριμένης μόνο πράξης. Η κατά τα προαναφερόμενα πρόστηση δεν προϋποθέτει σχέση πλήρους εξάρτησης μεταξύ προστήσαντος και προστηθέντος, δεδομένου ότι ούτε από την έννοια της πρόστησης ούτε από το σκοπό της διάταξης του άρθρου 922 ΑΚ προκύπτει τέτοιος περιορισμός, δεν απαιτείται δηλαδή η παροχή εργασίας, αλλά αρκεί ο προστηθείς να υπόκειται στον έλεγχο ή τις γενικές οδηγίες και εντολές ή στην επίβλεψη του προστήσαντος κατά την εκτέλεση της εργασίας που του ανατέθηκε.Εφόσον η δραστηριότητα του ενδιάμεσου προσώπου εντάσσεται στον επιχειρησιακό, επαγγελματικό ή κοινωνικό κύκλο δράσης του κυρίου της υπόθεσης, τότε δικαιολογείται να εμπίπτει και στο πεδίο κινδύνου κατά την έννοια του άρθρου 922ΑΚ η μετάθεση της ευθύνης σ’ αυτόν. Η ανάπτυξη από τον προστηθέντα πρωτοβουλίας και δικής του σφαίρας δράσης μέσα στα πλαίσια του πεδίου δράσης του προστήσαντος δεν αποτελεί λόγο αποκλεισμού της ευθύνης του τελευταίου (ΟλΑΠ 20/2009) . Από την ίδια διάταξη (ΑΚ 922) προκύπτει ότι εάν ο προστήσας παρέσχε την εξουσία στον προστηθέντα να χρησιμοποιεί τρίτους (υποπροστηθέντες) στην διεκπεραίωση της υποθέσεώς του, αυτός (αρχικώς προστήσας) ευθύνεται και για τις αδικοπραξίες του υποπροστηθέντος, χωρίς να προσαπαιτείται να ασκεί έλεγχο ή να δίνει οδηγίες και εντολές σ’ αυτόν (ΑΠ 1856/2013, ΑΠ 9/2011). Με τις προϋποθέσεις αυτές θεμελιώνεται η αντικειμενική ευθύνη του προστήσαντος για τις ζημίες που παράνομα και υπαίτια προκάλεσε ο προστηθείς, με τον οποίο ευθύνεται εις ολόκληρο, όπως συνάγεται από τις διατάξεις των άρθρων 481, 486 και 926 ΑΚ (ΑΠ 698/2012). Είναι αδιάφορη η νομική σχέση που συνδέει τον προστήσαντα με τον προστηθέντα και αρκεί το γεγονός, ότι ο τελευταίος, όταν αδικοπρακτούσε, τελούσε υπό τις οδηγίες και εντολές του προστήσαντος, ως προς τον τρόπο εκπλήρωσης των καθηκόντων του, χωρίς να είναι απαραίτητη και η διαρκής επίβλεψή του, υπό την αυτονόητη προϋπόθεση πάντως ότι ο προστηθείς ενεργούσε προς διεκπεραίωση υποθέσεως και γενικά προς εξυπηρέτηση συμφερόντων του προστήσαντος (ΑΠ 127/2023, ΑΠ 221/2022, ΑΠ 1329/2017, ΑΠ 418/2016 Α` Δημοσίευση ΝΟΜΟΣ). Τέλος κατά τη διάταξη δε του άρθρου 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, η αγωγή, εκτός από τα στοιχεία, που ορίζονται στα άρθρα 118 ή 117, πρέπει να περιέχει: α) σαφή έκθεση των γεγονότων, που θεμελιώνουν, σύμφωνα με το νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και γ) ορισμένο αίτημα, σε τρόπο ώστε να παρέχεται στο μεν εναγόμενο η ευχέρεια της άμυνας, στο δε δικαστήριο η δυνατότητα ελέγχου του βασίμου, κατά το νόμο, της αγωγής (ΑΠ 78/2020 Δημ. Νόμος, ΑΠ 367/2020 Δημ. Νόμος). Έτσι, η ακριβής περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς είναι συνυφασμένη με την υποβολή αιτήματος ορισμένου και όχι αορίστου. Διαφορετικά, το δικαστήριο βρίσκεται σε αδυναμία να εκδώσει απόφαση συγκεκριμένη και επιδεκτική εκτέλεσης. Όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχονται τα πιο πάνω στοιχεία ή όταν αυτά περιέχονται κατά τρόπο ελλιπή ή ασαφή, τότε η έλλειψη αυτή καθιστά μη νομότυπη την άσκησή της, επιφέρει δε την απόρριψη της ως απαράδεκτης λόγω αοριστίας, είτε κατόπιν προβολής της σχετικής ένστασης, είτε αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 78/2020 ό.π., ΑΠ 367/2020 ό.π.). Η αοριστία δε αυτή δεν μπορεί να συμπληρωθεί ούτε με τις προτάσεις, ούτε με παραπομπή στο περιεχόμενο άλλων εγγράφων της δίκης, ούτε από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 1366/2018 Δημ. Νόμος, ΑΠ 101/2018 Δημ. Νόμος, ΑΠ 1152/2017 Δημ. Νόμος, ΑΠ 1312/2015 Δημ. Νόμος, ΑΠ 677/2013 Δημ. Νόμος). Συνεπώς, στοιχεία της σχετικής αγωγής προς καταβολή αποζημίωσης ή (και) χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης, προκειμένου αυτή να είναι, κατά το άρθρ. 216 § 1 ΚΠολΔ, ορισμένη, είναι η ύπαρξη παράνομης συμπεριφοράς, οφειλόμενης σε υπαιτιότητα του δράστη, δηλαδή, όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια, που απαιτείται στις συναλλαγές, η πρόκληση ζημίας ή, αναλόγως, ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης και η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας ή της ηθικής βλάβης και της ψυχικής οδύνης που προκλήθηκαν. Όσον αφορά στην υπαιτιότητα, ο ενάγων πρέπει να επικαλεσθεί υπαίτια συμπεριφορά με το χαρακτηρισμό είτε του δόλου είτε της αμέλειας, το δε δικαστήριο προβαίνει στον ειδικότερο προσδιορισμό της υπαιτιότητας στην συγκεκριμένη περίπτωση από την εκτίμηση των αποδείξεων, χωρίς να επέρχεται μεταβολή της βάσεως της αγωγής (ΟλΑΠ 2/2019 Δημ. Νόμος, ΟλΑΠ 8/2018 Δημ. Νόμος, ΟλΑΠ 967/1973, ΑΠ 123/2019 Δημ. Νόμος, ΑΠ 59/2019 Δημ. Νόμος, ΜονΕφΑθ 189/2020 Δημ. Νόμος).

Με τον πρώτο λόγο της υπό κρίση έφεσης, κατ’ εκτίμηση του περιεχομένου του, η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα διαλαμβάνει μεταξύ άλλων ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου απέρριψε στο σύνολό της την ένδικη αγωγή ως αόριστη για τους λόγους ότι αφενός  δεν εκτίθεται με τρόπο ορισμένο στην αγωγή αν η η εναγομένη είχε αναλάβει την διεύθυνση και επίβλεψη της εκτέλεσης του έργου και υπό ποιες οδηγίες και εντολές ποιου προσώπου τελούσε ο εν λόγω εργολάβος (ανάδοχος του έργου), αφετέρου δεν διέλαβε στην αγωγή  την ακριβή έκταση των επιφανειών που υπέστησαν ζημιά από την επικάθιση σκουριάς από τα πυρακτωμένα ρινίσματα μετάλλου, το μέγεθος αυτών και την πυκνότητα των στιγμάτων που καθιστούν αναγκαία την ολική επαναβαφή του σκάφους καθώς και δεν εξειδίκευσε την αιτιώδη συνάφεια των αναφερόμενων ζημιών που χρήζουν αποκατάσταση. Πλην όμως η υπό κρίση αγωγή με το πιο πάνω περιεχόμενο, σύμφωνα και με τα όσα αναφέρθηκαν στην άνω μείζονα σκέψη είναι πλήρως ορισμένη, αφού  διαλαμβάνει όλα τα απαιτούμενα στοιχεία του πραγματικού των κανόνων δικαίου που επικαλέστηκε σε αυτή για τη θεμελίωση της αποζημιωτικής της αξίωσης συνεπεία αδικοπρακτικής συμπεριφοράς της εναγομένης. Πλέον συγκεκριμένα με σαφή και εμπεριστατωμένο τρόπο περιγράφεται στην αγωγή το στοιχείο του παρανόμου της συμπεριφοράς που τεκμηριώνει τον επικαλούμενο κανόνα δικαίου της διατάξεως του άρθρου 914 ΑΚ καθώς αναφέρεται σε πράξεις και παραλείψεις της εναγομένης που απορρέουν από τους επιτακτικούς και απαγορευτικούς κανόνες συμπεριφοράς  των ιδιοκτητών σκαφών αναψυχής που θεσπίζονται τόσο με τον γενικό κανονισμό λειτουργίας λιμένων, όσο και με τον ειδικό κανονισμό λειτουργίας της μαρίνας Αγίου Κοσμά Αττικής, οι οποίοι ορίζουν λεπτομερώς τις υποχρεώσεις κάθε πλοιοκτήτη που απορρέουν από τη χρήση των εγκαταστάσεων αυτής. Συνεπώς η ενάγουσα, η οποία με βάση τα εκτιθέμενα στην αγωγή πραγματικά περιστατικά θεμελιώνει και περιγράφει το παράνομο της συμπεριφοράς της εναγομένης σε συνάρτηση με το περιεχόμενο των ανωτέρω απαγορευτικών ή επιτακτικών κανόνων,  επιτυχώς έχει καταστρώσει  τη νομική βάση της αγωγής του στη διάταξη της ΑΚ 914 αφού η παραβίαση των κανόνων αυτών στοιχειοθετεί την έννοια του παρανόμου για την κατάφαση της αδικοπρακτικής ευθύνης της εναγόμενης. Να σημειωθεί ότι η παράβαση των κανονισμών λειτουργίας της μαρίνας  δεν θεμελιώνουν αντικειμενική ευθύνη του πλοιοκτήτη για κάθε ζημία, αλλ’ αντιθέτως  ενισχύουν και εξειδικεύουν την υποκειμενική ευθύνη αυτού, όπως αυτή διαμορφώνεται στο πλαίσιο της διατάξεως του άρθρου 914 ΑΚ, απορριπτομένων των περί του αντιθέτου ισχυρισμών της εκκαλούσας με τον πρώτο λόγο της έφεσης της περί θεμελίωσης περίπτωσης νόθου αντικειμενικής ευθύνης, αφού δεν προκύπτει από το νόμο τέτοια μορφή ευθύνης. Επιπλέον η ενάγουσα επιτυχώς θεμελιώνει το παράνομο της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς της εναγομένης στη σχέση πρόστησης που συνδέει την τελευταία με το τεχνικό συνεργείο που είχε αναλάβει τις επισκευές του σκάφους της ως ερειδόμενη στις διατάξεων των άρθρων 914 και 922 ΑΚ, η δε αναφορά και περιγραφή της σχέσης αυτής στην αγωγή, σύμφωνα με τα όσα εκτέθηκαν στην άνω μείζονα σκέψη της παρούσας είναι πλήρως ορισμένη και επαρκής, λαμβανομένης υπόψη της χαλαρής σχέσης που συνδέει τον προστήσαντα με τον προστηθέντα και της νομικής σχέσης που συνδέει αυτούς, καθώς αρκεί ο τελευταίος όταν αδικοπρακτούσε να τελούσε υπό τις οδηγίες και εντολές του προστήσαντος, ως προς τον τρόπο εκπλήρωσης των καθηκόντων του, χωρίς να είναι απαραίτητη και η διαρκής επίβλεψή του, υπό την αυτονόητη προϋπόθεση πάντως ότι ο προστηθείς ενεργούσε προς διεκπεραίωση υποθέσεως και γενικά προς εξυπηρέτηση συμφερόντων του προστήσαντος. Προς τούτο δεν απαιτείται για το ορισμένο της αγωγής η παράθεση στην αγωγή όλων εκείνων των πραγματικών περιστατικών που συνθέτουν την έννοια της πρόστησης, η οποία για την ενάγουσα συνιστά μια αλλότρια σχέση και δεν μπορεί να γνωρίζει πραγματικά περιστατικά που αφορούν τρίτα πρόσωπα που εξωσυμβατικά έδρασαν σε βάρος των δικών της συμφερόντων. Αρκεί, επομένως, η αναφορά στην αγωγή ότι η εναγομένη παρέσχε την εξουσία στο τεχνικό συνεργείο να διεκπεραιώνει δική της υπόθεση «με μέριμνα και κατ΄ εντολή της», με την έννοια ότι δεν απαιτούνται οπωσδήποτε δεσμευτικές ειδικές εντολές, αλλά αρκούν και γενικές οδηγίες στο πλαίσιο χαλαρής εξάρτησης, που επιτρέπει όμως μια γενική εποπτεία. Έτσι  η εναγομένη με την ιδιότητα της  προστήσασας ευθύνεται για τις αδικοπραξίες του προστηθέντος. Τέλος με σαφή και εμπεριστατωμένο τρόπο διαλαμβάνονται στην αγωγή οι εργασίες και τα υλικά που απαιτούνται για την αποκατάσταση της ζημίας του σκάφους, κατ’  είδος και κατ’ αποκοπή ως προς την αξία τους και  οι  λοιπές δαπάνες για την παραμονή του σκάφους στο ναυπηγείο κατά τη διάρκεια των εργασιών κατ’ είδος και κόστος εκάστης,  με την επισήμανση ότι οι αναφορές αυτές αποτελούν περιγραφικά στοιχεία της ζημίας που θα προκύψουν περαιτέρω από τις αποδείξεις. Κατόπιν τούτων, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που αποφάνθηκε ότι η ένδικη αγωγή είναι αόριστη  και στη συνέχεια απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε  το νόμο κατά παραδοχή της ουσιαστικής βασιμότητας του πρώτου και τρίτου λόγου της έφεσης της ως βάσιμων κατ΄ουσίαν, παρελκομένης της εξέτασης των λοιπών δύο λόγων έφεσης, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη έφεση ως βάσιμη,  να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση (άρθρ. 535 ΚΠολΔ), να διαταχθεί η απόδοση του καταβληθέντος e- παραβόλου στην εκκαλούσα, και αφού κρατηθεί η υπόθεση από το Δικαστήριο αυτό, πρέπει να ερευνηθεί (άρθρ. 535  ΚΠολΔ) εκ νέου η ένδικη αγωγή ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα.

Από τη με αριθμό  ……./2023 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα …………. ενώπιον του συμβολαιογράφου Πειραιώς ……, η οποία ελήφθη με επιμέλεια της ενάγουσας κατόπιν προηγούμενης νόμιμης κλήτευσης της αντιδίκου της, ως τούτο προκύπτει από την προσαγόμενη με επίκληση έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή  ………. με αριθμό ……/5-9-2023, τις με αριθμούς  ……./2023 και …../2023 ένορκες ενώπιον του συμβολαιογράφου Πειραιώς κ. ………, οι οποίες ελήφθησαν με επιμέλεια της ενάγουσας κατόπιν προηγούμενης νόμιμης κλήτευσης της εναγομένης ως τούτο προκύπτει από τις προσαγόμενες με επίκληση με αριθμούς ……/19-9-2023, …../19-9-2023, ……./20-9-2023 και …../20-9-2023 εκθέσεις επίδοσης των δικαστικών επιμελητών του Εφετείου Πειραιά  ……….. και ………, τη με αριθμό ……./2023 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρά μου κ. ………, ενώπιον του συμβ/φου Πειραιώς  …….. στη λήψη της οποίας κλήθηκε νόμιμα η εναγόμενη και η προσθέτως παρεμβάσα στον πρώτο βαθμό εταιρία «………..», όπως συνάγεται από τις προσκομιζόμενες με επίκληση εκθέσεις επίδοσης των δικαστικών επιμελητών  …………. και ……….. με αριθμούς ……/20-9-2023 και ………./20-9-2023 (σχετ. 46Α και 46Β αντίστοιχα), τη με αριθμό ……./2023 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα …………,  η οποία ελήφθη με επιμέλεια της ενάγουσας στο πλαίσιο άλλης δίκης ασφαλιστικών μέτρων που διεξήχθη μεταξύ των ίδιων διαδίκων, η οποία λαμβάνεται υπόψη ως έγγραφο για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, τις με αριθμούς …../- και …../31.7.2023 ένορκες βεβαιώσει των ……… και …………. αντιστοίχως, οι οποίες ελήφθησαν με επιμέλεια της εναγομένης κατόπιν προηγούμενης νόμιμης κλήτευσης της ενάγουσας (βλ. σχετ. υπ’ αριθ, ……/26.7.2023 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας διορισμένης στο Εφετείο Αθηνών …………, τις με αριθμούς …… και …../22.3.2023 ένορκες βεβαιώσεις των ίδιων ως άνω βεβαιούντων  οι οποίες ελήφθησαν με επιμέλεια της εναγομένης και προσκομίστηκαν στο πλαίσιο δίκης ασφαλιστικών μέτρων που έλαβε χώρα μεταξύ των ίδιων διαδίκων, οι οποίες λαμβάνονται υπόψη ως απλά έγγραφα για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, τις προσαγόμενες και από αμφότερους τους διαδίκους τεχνικές εκθέσεις, οι οποίες συντάχθηκαν με δική τους επιμέλεια και  εκτιμώνται ελεύθερα από το Δικαστήριο ως γνωμοδοτήσεις προσώπων που έχουν ειδικές γνώσεις επιστήμης κατ’ άρθρο 390 Κ.ΠολΔ, τα λοιπά έγγραφα ανεξαιρέτως, που οι διάδικοι νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν, λαμβανόμενα υπόψη, είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, μερικά από τα οποία (έγγραφα) αναφέρονται ιδιαίτερα παρακάτω, χωρίς να παραλειφθεί κάποιο για την ουσιαστική διάγνωση της διαφοράς, όπως επίσης και από τα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία λαμβάνονται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο (άρθρο 336 παρ. 4 ΚΠολΔ) αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η ενάγουσα τυγχάνει ναυτιλιακή εταιρεία πλοίων αναψυχής, και πλοιοκτήτρια του επιβατηγού-τουριστικού (Ε/Γ-Τ/Ρ) σκάφους αναψυχής «Σ», υπό ελληνική σημαία, νηολογίου Σαρωνικού,  αποτελεί δε επαγγελματικό πλοίο αναψυχής νομίμως καταχωρηθέντος στο  e- Μητρώο του άρθρου 2 του νόμου 4256/2014 όπως ισχύει του Υ.ΝΑ.Ν.Π, το οποίο εκναυλώνει με σκοπό το κέρδος σε αλλοδαπούς και Έλληνες ναυλωτές. Περαιτέρω, η εναγομένη είναι πλοιοκτήτρια του επαγγελματικού – τουριστικού σκάφους αναψυχής με το όνομα «B», υπό σημαία Μάλτας, νηολογίου  Βαλέτας, αριθμός …….., κ.ο.χ 496, κ.κ.χ. 148.  Την 1η Δεκεμβρίου 2021 το Ε/Γ-Τ/Ρ σκάφος της ενάγουσας «Σ» είχε πρυμνοδετήσει στη μόνιμη θέση πρυμνοδέτησής του, με αριθμό …, στην προβλήτα ……., στη Μαρίνα … …., με την πλώρη του στραμμένη προς το νότο με την επισήμανση ότι αφενός στη δεξιά πλευρά του εν λόγω σκάφους υπήρχε τσιμεντένιο κρηπίδωμα, αφετέρου ότι τούτο   ήταν το πρώτο στη σειρά εκ των πρυμνοδετημένων σκαφών από το κρηπίδωμα μέχρι την ανοιχτή θάλασσα, ενώ στην αμέσως επόμενη θέση με αριθμό …. (αριστερά του σκάφους της και παράλληλα με αυτό) δεν υπήρχε σκάφος πρυμνοδετημένο, ήτοι στην αριστερή πλευρά του, όπως ρητώς βεβαιώνεται από έγγραφα της Διοίκησης της Μαρίνας και από την απεικόνιση της διάταξης των σκαφών κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα. Επιπλέον στην απέναντι πλευρά της εν λόγω προβλήτας, είχε πρυμνοδετήσει το σκάφος της εναγομένης «B», το οποίο βρισκόταν με την πλώρη του στραμμένη προς το βορρά. Κατά τις μεσημβρινές ώρες της ίδιας ημέρας, συνεπεία των εκτελούμενων θερμών εργασιών ελασματουργικής φύσεως και δη οξυγονοκολλήσεις και τροχίσματα  που ελάμβαναν χώρα στο κατάστρωμα της πρύμνης του σκάφους «B», με επιμέλεια της εναγομένης, κατά την πνοή βόρειων ανέμων, ήτοι ανέμων προερχομένων από την πλευρά όπου το σκάφος της εναγομένης ήταν πρυμνοδετημένο προς το σκάφος της ενάγουσας, τα ρινίσματα μετάλλου με μεγάλη θερμοκρασία, τα οποία προερχόταν από το  σκάφος της εναγομένης, μεταφέρονταν, προσέπιπταν και προσκολλούνταν  στις επιφάνειες του σκάφους της ενάγουσας, προκαλώντας σε αυτό σοβαρές ζημίες στις επιφάνειες του. Η μεταξύ των δύο σκαφών απόσταση, μετρούμενη από πρύμνη σε πρύμνη, δεν υπερέβαινε τα δεκαπέντε (15) μέτρα, συνυπολογιζομένου του πλάτους της προβλήτας και των πραγματικών αποστάσεων πρόσδεσης εκατέρωθεν του κρηπιδώματος. Κατά την ανωτέρω ημερομηνία, στο σκάφος «B» εκτελούνταν εργασίες ελασματουργικής φύσεως στο πρυμναίο τμήμα αυτού, ήτοι εργασίες κοπής, τροχίσματος και κατεργασίας μεταλλικών στοιχείων, οι οποίες συνιστούν κατά την κοινή πείρα και τη ναυπηγοεπισκευαστική πρακτική θερμές εργασίες, συνεπαγόμενες την παραγωγή πυρακτωμένων μεταλλικών σωματιδίων και ρινισμάτων. Οι εργασίες αυτές εκτελέστηκαν εντός του χώρου της Μαρίνας ……., χωρίς, ωστόσο  να έχει προηγηθεί χορήγηση άδειας εκτέλεσης εργασιών από τη Διοίκηση αυτής και  να έχει δηλωθεί το συνεργείο που τις εκτελούσε  κατά παράβαση των ισχυόντων κανονισμών λειτουργίας τόσο της συγκεκριμένης Μαρίνας όσο και του Γενικού Κανονισμού Λειτουργίας Τουριστικών Λιμένων, οι οποίοι απαγορεύουν ρητώς την εκτέλεση ελασματουργικών και γενικώς θερμών εργασιών εντός του χώρου ελλιμενισμού. Επιπλέον αποδείχθηκε ότι οι ανωτέρω εργασίες εκτελέστηκαν χωρίς τη λήψη οποιουδήποτε προληπτικού ή προστατευτικού μέτρου, όπως η τοποθέτηση προστατευτικού καλύμματος ή παραπετάσματος περιμετρικά του πρυμναίου τμήματος του σκάφους «B», προκειμένου να αποτραπεί η διασπορά σπινθήρων και πυρακτωμένων ρινισμάτων προς γειτονικά σκάφη. Η παράλειψη αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία ενόψει της εγγύτητας των σκαφών και της κατεύθυνσης του ανέμου, ο οποίος κατά τον κρίσιμο χρόνο έπνεε από την πλευρά του «B» προς την πλευρά του «Σ», διευκολύνοντας τη μεταφορά των ανωτέρω σωματιδίων. Υπό τις συνθήκες αυτές, και κατά τη διάρκεια της εκτέλεσης των εργασιών, μεταλλικά ρινίσματα και πυρακτωμένα σωματίδια που προήλθαν από το τρόχισμα και την κοπή μετάλλων στο «B» μεταφέρθηκαν δια του ανέμου και προσέπεσαν στις επιφάνειες του  σκάφους της ενάγουσας «Σ», προκαλώντας εκτεταμένες φθορές στη βαφή, στίγματα σκουριάς και αλλοιώσεις μεταλλικών και βαμμένων επιφανειών. Ο μηχανισμός πρόκλησης των ζημιών αυτών εξηγείται με πληρότητα και τεχνική επάρκεια στην προσκομισθείσα από την ενάγουσα τεχνική γνωμοδότηση του Ναυπηγού – Μηχανολόγου– Μηχανικού ……….., όπου αναφέρεται ότι τα εν λόγω ρινίσματα, λόγω της υψηλής θερμοκρασίας τους, δεν προλαβαίνουν να ψυχθούν κατά τη διάνυση τόσο μικρής απόστασης και είναι απολύτως ικανά να προκαλέσουν τις συγκεκριμένες βλάβες κατά την πρόσκρουσή τους σε ψυχρότερες επιφάνειες. Η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ των εκτελούμενων εργασιών στο «B» και των ζημιών που επήλθαν στο «Σ» ενισχύεται περαιτέρω από το γεγονός ότι αμέσως μετά τη διαπίστωση του συμβάντος ο Πλοίαρχος του σκάφους της ενάγουσας ……   προέβη σε άμεση τηλεφωνική καταγγελία προς τη Διοίκηση της Μαρίνας ……., υπάλληλος της οποίας μετέβη χωρίς καθυστέρηση στο σημείο και επέβαλε την άμεση διακοπή των εργασιών στο «B». Η επέμβαση αυτή καταγράφεται ρητώς στο Ημερολόγιο Συμβάντων της Μαρίνας και καταδεικνύει ότι οι εργασίες κρίθηκαν ως μη επιτρεπτές και επικίνδυνες, αφού δεν επρόκειτο απλώς για ήσσονος σημασίας εργασίες συντήρησης, αλλά για παράνομες θερμές εργασίες εντός χώρου ελλιμενισμού. Αποδείχθηκε ακόμη ότι κατά τις επόμενες ημέρες δεν παρατηρήθηκαν νέες ζημίες στο  σκάφος της ενάγουσας, γεγονός που αποδίδεται στο ότι στο «B» τοποθετήθηκε μεταγενεστέρως προστατευτικό κάλυμμα στο πρυμναίο κατάστρωμα, στοιχείο που επιβεβαιώνει εμμέσως ότι η έλλειψη τέτοιου μέτρου κατά τον κρίσιμο χρόνο ήταν καθοριστική για την πρόκληση των ζημιών. Αντιθέτως δεν αποδείχθηκαν οι ισχυρισμοί της εναγομένης  ότι κατά τον κρίσιμο χρόνο δεν εκτελούνταν στο σκάφος της εργασίες ελασματουργικής και θερμής φύσεως, ισχυριζόμενη ότι επρόκειτο απλώς για εργασίες αφαίρεσης ξυλείας teak, ήτοι ήπιες εργασίες μικρής κλίμακας. Ο ισχυρισμός αυτός αντικρούεται ευθέως τόσο από τις ένορκες βεβαιώσεις των αυτοπτών μαρτύρων της ενάγουσας, οι οποίοι καταθέτουν με σαφήνεια ότι στο σκάφος της εναγομένης διενεργούνταν κοπή και τρόχισμα μεταλλικών στοιχείων, όσο και από την άνω τεχνική γνωμοδότηση, η οποία τεκμηριώνει ότι τα μεταλλικά ρινίσματα και οι συγκεκριμένες φθορές στη βαφή του ενάγοντος σκάφους δεν είναι δυνατόν να προκληθούν από απλές ξυλουργικές εργασίες. Επιπλέον το γεγονός ότι η Διοίκηση της Μαρίνας παρενέβη άμεσα και επέβαλε την άμεση διακοπή των εργασιών καταδεικνύει ότι αυτές κρίθηκαν ως μη επιτρεπτές και επικίνδυνες, στοιχείο που δεν συνάδει με τον ισχυρισμό περί δήθεν ήπιων εργασιών συντήρησης. Επιπλέον ο ισχυρισμός της εναγομένης  ότι ακόμη και αν παρήχθησαν μεταλλικά ρινίσματα, δεν ήταν δυνατόν αυτά να διανύσουν την απόσταση που χωρίζει τα δύο σκάφη, να παραμείνουν σε υψηλή θερμοκρασία και να προκαλέσουν ζημίες στο σκάφος του ενάγοντος, ιδίως λόγω της χαμηλής θερμοκρασίας περιβάλλοντος δεν κρίνεται πειστικός καθώς από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα προέκυψε ότι  η πραγματική απόσταση μεταξύ των πρυμνών των δύο σκαφών δεν υπερέβαινε τα δεκαπέντε μέτρα και ότι τα πυρακτωμένα σωματίδια που παράγονται από εργασίες τροχίσματος και κοπής μετάλλων διατηρούν ικανή θερμοκρασία ώστε, ακόμη και μετά από τη διάνυση τέτοιας μικρής απόστασης, να προκαλέσουν αλλοιώσεις στη βαφή και στις μεταλλικές επιφάνειες. Επιπρόσθετα η εναγομένη ισχυρίζεται ότι, εφόσον τα ρινίσματα προήλθαν από το σκάφος της, θα έπρεπε να έχουν υποστεί ζημιές και άλλα γειτονικά σκάφη, πλην όμως ο ισχυρισμός αυτός αντικρούεται από τα έγγραφα της Μαρίνας Ελληνικού, από τα οποία προκύπτει ότι οι αμέσως όμορες θέσεις ελλιμενισμού είτε ήταν κενές είτε καταλαμβάνονταν από σταθερό κρηπίδωμα, γεγονός που εξηγεί επαρκώς γιατί δεν υπήρξαν ζημίες σε άλλα σκάφη. Η συγκεκριμένη διάταξη των θέσεων ελλιμενισμού καθιστούσε το σκάφος του ενάγοντος ως το μοναδικό εκτεθειμένο στη συγκεκριμένη κατεύθυνση μεταφοράς των μεταλλικών ρινισμάτων. Επίσης η εναγομένη προβάλλει τον ισχυρισμό ότι οι ζημίες που διαπιστώθηκαν επί του σκάφους της ενάγουσας ήταν προγενέστερες του επίδικου συμβάντος και δεν συνδέονται αιτιωδώς με τις εργασίες που εκτελέστηκαν στο σκάφος της. Επί του ισχυρισμού αυτού πρέπει να λεχθούν τα εξής: Όπως προκύπτει από τις αποδείξεις , το σκάφος της ενάγουσας, πριν από την 1η Δεκεμβρίου 2021, δεν έφερε τις συγκεκριμένες φθορές που διαπιστώθηκαν μεταγενεστέρως, ήτοι τα μεταλλικά στίγματα, τις καύσεις και τις αλλοιώσεις της βαφής, οι οποίες εντοπίζονται κυρίως σε εκτεθειμένες οριζόντιες και κεκλιμένες επιφάνειες. Οι εν λόγω ζημίες εμφανίσθηκαν αιφνιδίως και σε χρονική εγγύτητα με την εκτέλεση των θερμών εργασιών στο σκάφος της εναγομένης εντός του χώρου της Μαρίνας. Από τα  μορφολογικά χαρακτηριστικά των ζημιών, ήτοι το σχήμα, το βάθος και η κατανομή των στιγμάτων, δεν συνάδουν με παλαιές φθορές από φυσιολογική χρήση ή μακροχρόνια έκθεση σε θαλάσσιο περιβάλλον, αλλά αντιθέτως είναι τυπικά χαρακτηριστικά ζημιών που προκαλούνται από πρόσκρουση πυρακτωμένων μεταλλικών σωματιδίων σε βαμμένες επιφάνειες. Ιδίως επισημαίνεται ότι οι εν λόγω φθορές δεν εμφανίζουν τα χαρακτηριστικά σταδιακής οξείδωσης ή απολέπισης που παρατηρούνται σε παλαιές ζημίες, αλλά αντιθέτως φέρουν ίχνη αιφνίδιας θερμικής καταπόνησης, στοιχείο που αποκλείει την προγενέστερη ύπαρξή τους. Επίσης  ο εν λόγω ισχυρισμός της εναγομένης δεν τεκμηριώνεται από τυχόν προγενέστερες καταγραφές ή παρατηρήσεις  είτε σε προηγούμενες επιθεωρήσεις, είτε σε έγγραφα συντήρησης ή ελέγχου του σκάφους της ενάγουσας, ούτως ώστε να τεκμηριώνεται αποδεικτικά ο ισχυρισμός αυτός. Αντιθέτως, από τα προσκομισθέντα έγγραφα και τις μαρτυρικές καταθέσεις προκύπτει ότι το σκάφος της ενάγουσας βρισκόταν σε καλή κατάσταση πριν από το επίδικο συμβάν και δεν είχε εμφανίσει ανάλογες φθορές. Επιπλέον μετά  την άμεση διακοπή των εργασιών στο σκάφος της εναγομένης, κατόπιν παρέμβασης της Διοίκησης της Μαρίνας, δεν παρατηρήθηκε περαιτέρω εξέλιξη ή επιδείνωση των ζημιών, γεγονός που ενισχύει τη διαπίστωση ότι αυτές συνδέονται αποκλειστικά με τις διενεργηθείσες θέρμες εργασίες. Ακολούθως η εναγομένη αμφισβητεί τον χρόνο τέλεσης του ζημιογόνου συμβάντος, υποστηρίζοντας ότι αυτό έλαβε χώρα τη 2α Δεκεμβρίου 2021, όπως εσφαλμένα είχε καταχωρίσει την εν λόγω ημερομηνία η ενάγουσα στο ημερολόγιο του σκάφους της  και όχι την 1η Δεκεμβρίου 2021, επιχειρώντας με τον τρόπο αυτό να αποσυνδέσει τις επελθούσες ζημίες από τις ανεμολογικές συνθήκες που επικρατούσαν κατά τον κρίσιμο χρόνο. Ο ισχυρισμός αυτός, όμως, αντικρούεται πλήρως από το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων και ιδίως από το Ημερολόγιο Συμβάντων της Μαρίνας …………., από τα προσκομισθέντα ηλεκτρονικά μηνύματα της ίδιας της Μαρίνας προς τον πληρεξούσιο δικηγόρο της ενάγουσας, καθώς και από τη ρητή δικαστική ομολογία της ίδιας της εναγομένης στις προτάσεις της, όπου αναγνωρίζεται ότι το συμβάν έλαβε χώρα την 1η Δεκεμβρίου 2021. Τυχόν διαφορετική αναγραφή ημερομηνίας σε έγγραφο της ενάγουσας αποδεικνύεται ότι οφείλεται σε προφανή παραδρομή και δεν δύναται να ανατρέψει τα ως άνω αποδεικτικά δεδομένα. Τέλος η εναγομένη επιχειρεί να αποσείσει την αστική της ευθύνη, επικαλούμενη ότι οι εργασίες εκτελέστηκαν από ανεξάρτητο συνεργείο, με το οποίο είχε συνάψει ιδιωτικό συμφωνητικό, και ότι η ίδια δεν φέρει  ευθύνη για πράξεις του αναδόχου.   Ειδικότερα, από το από 5/11/2021 ιδιωτικό συμφωνητικό, των συνημμένων σε αυτό προσφορών και των λοιπών συμβατικών εγγράφων που ρυθμίζουν την εκτέλεση του έργου επισκευής του σκάφους «B»   προκύπτει, κατά τρόπο αναμφίβολο ότι η πλοιοκτήτρια εταιρεία διατήρησε καθ’ όλη τη διάρκεια των εργασιών ουσιαστική, ενεργό και διαρκή εξουσία ελέγχου επί του αναδόχου, ασκούσα δικαιώματα εντολής, καθοδήγησης, παρακολούθησης, εποπτείας και παρέμβασης σε κάθε στάδιο της εκτέλεσης του έργου. Το συμφωνητικό δεν εμφανίζει τον ανάδοχο ως ανεξάρτητο επιχειρηματία ενεργούντα αυτοτελώς, αλλά ως πρόσωπο ενταγμένο στον οργανωτικό και λειτουργικό κύκλο της πλοιοκτήτριας, υποκείμενο σε συνεχή αξιολόγηση και συμμόρφωση προς τις οδηγίες της. Συγκεκριμένα, από το κείμενο των όρων 3.1, 3.2 και 5 συνάγεται ότι ο ανάδοχος δεν είχε πρωτοβουλία ούτε ελευθερία αποφάσεων ως προς κρίσιμα τεχνικά σημεία του έργου, αλλά όφειλε να συμμορφώνεται, σε πραγματικό χρόνο, με τις παρατηρήσεις, ενστάσεις και απαιτήσεις της πλοιοκτήτριας. Ο όρος 3.1 επιβάλλει την αντικατάσταση οποιουδήποτε υλικού το οποίο, κατά την κρίση της πλοιοκτήτριας, δεν ανταποκρίνεται στις προδιαγραφές. Ο όρος 3.2 ορίζει ότι η ποιότητα των έργων υπόκειται σε «συνεχή παρακολούθηση» εκ μέρους του εκπροσώπου του ιδιοκτήτη, ο οποίος διαθέτει το δικαίωμα να διατυπώνει εγγράφως ενστάσεις και να επιβάλλει διορθωτικές ενέργειες. Ο όρος 5 επιτρέπει στον εκπρόσωπο της πλοιοκτήτριας να εισέρχεται ελεύθερα στο χώρο όπου εκτελούνται οι εργασίες, να παρακολουθεί την πρόοδό τους, να απαιτεί χρονοδιαγράμματα, εξηγήσεις και πρόσθετα στοιχεία, ενώ παράλληλα ο ανάδοχος δεσμεύεται να ενημερώνει άμεσα και εγγράφως για κάθε ζήτημα που ανακύπτει κατά την εκτέλεση του έργου. Εξάλλου, η πρόβλεψη ότι η πλοιοκτήτρια είναι η μόνη αρμόδια για τη λήψη των απαιτούμενων αδειών εργασιών από τη Μαρίνα, καταδεικνύει ότι ο ανάδοχος δεν είχε την παραμικρή αυτοτέλεια ως προς τη νομιμότητα της έναρξης και εκτέλεσης των εργασιών, αλλά εξαρτάτο πλήρως από την πλοιοκτήτρια ως προς τη δυνατότητα πραγματοποίησής τους. Οι ανωτέρω συμβατικές ρυθμίσεις θεμελιώνουν προσωπική, ουσιαστική και εν τοις πράγμασι εξάρτηση του αναδόχου από την πλοιοκτήτρια. Η καθημερινή, άμεση και ενεργός εποπτεία του έργου από την πλοιοκτήτρια, η υποχρέωση συμμόρφωσης προς τις οδηγίες της, η δυνατότητα άσκησης ελέγχου επί των υλικών, της ποιότητας και της προόδου, καθώς και η υποχρέωση του αναδόχου να ενημερώνει και να ευθυγραμμίζεται με τις απαιτήσεις της, συγκροτούν την έννοια της «πρόστησης» του άρθρου 922 ΑΚ, κατά την οποία ευθύνεται έναντι τρίτων ο κύριος του έργου για παράνομες πράξεις ή παραλείψεις του προστηθέντος. Επομένως οι αντίθετοι ισχυρισμοί της εναγομένης, ότι δηλαδή ο ανάδοχος ενήργησε αυτοτελώς και ανεξαρτήτως, στηριζόμενοι στους όρους 6.1 και 8.2, κρίνονται πλήρως αβάσιμοι. Και τούτο διότι οι εν λόγω όροι αφορούν αποκλειστικά την εσωτερική κατανομή ευθυνών μεταξύ των συμβαλλομένων ως προς ελαττωματικές εργασίες ή την επιλογή υπεργολάβων από τον ανάδοχο, χωρίς να θίγουν καθ’ οιονδήποτε τρόπο τα δικαιώματα εποπτείας του ιδιοκτήτη, ούτε να χαρακτηρίζουν τον ανάδοχο ως πλήρως ανεξάρτητο εκτελεστή. Οι όροι αυτοί δεν αναιρούν ούτε περιορίζουν την οργανική εξάρτηση που προκύπτει από τους ουσιώδεις όρους 3.1, 3.2 και 5, οι οποίοι αποδεικνύουν την ενεργό εμπλοκή και καθοδήγηση της πλοιοκτήτριας στο έργο, ούτε δύνανται να παράγουν έννομα αποτελέσματα έναντι τρίτων που ζημιώθηκαν από την εκτέλεση των εργασιών. Συνεπώς, με βάση τις ανωτέρω παραδοχές, προκύπτει ότι ο ανάδοχος τελούσε υπό την οργανωτική, λειτουργική και επιχειρησιακή εξάρτηση της πλοιοκτήτριας του «B» και ενεργούσε ως προστηθείς της κατά το άρθρο 922 ΑΚ, με αποτέλεσμα η πλοιοκτήτρια να ευθύνεται πλήρως έναντι τρίτων για την παράνομη συμπεριφορά και τις ζημιογόνες ενέργειες του αναδόχου και των υπεργολάβων του κατά την εκτέλεση των εργασιών επισκευής. Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές η ευθύνη της εναγομένης θεμελιώνεται, κατά κύριο λόγο, στην παράβαση συγκεκριμένων διατάξεων του Γενικού Κανονισμού Λιμένων και του Κανονισμού Λειτουργίας της Μαρίνας, οι οποίες έχουν κανονιστικό και προστατευτικό χαρακτήρα και αποσκοπούν στην αποτροπή κινδύνων και ζημιών σε τρίτα σκάφη και πρόσωπα εντός του λιμένα. Ειδικότερα, κατά το άρθρο 20 παρ. 1 του Γενικού Κανονισμού Λιμένων, απαγορεύεται εντός του λιμένα η εκτέλεση εργασιών επί πλοίων ή σκαφών που είναι δυνατόν να προκαλέσουν ζημίες, πυρκαγιά ή κίνδυνο σε άλλα πλοία ή εγκαταστάσεις, χωρίς προηγούμενη άδεια της αρμόδιας λιμενικής ή διαχειριστικής αρχής. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 23 του ίδιου Κανονισμού, ο πλοιοκτήτης ή εκμεταλλευτής σκάφους ευθύνεται για κάθε ζημία που προκαλείται σε τρίτους από πράξεις ή παραλείψεις του ιδίου ή προσώπων που ενεργούν για λογαριασμό του κατά τη χρήση του λιμενικού χώρου. Επιπλέον, σύμφωνα με τις διατάξεις του Κανονισμού Λειτουργίας της Μαρίνας, απαγορεύεται ρητώς η εκτέλεση θερμών εργασιών, και ιδίως εργασιών κοπής, συγκόλλησης ή τροχίσματος μετάλλων, εντός των θέσεων ελλιμενισμού, χωρίς προηγούμενη έγκριση της Διοίκησης της Μαρίνας, χωρίς δήλωση του συνεργείου που εκτελεί τις εργασίες και χωρίς τη λήψη ειδικών μέτρων προστασίας, όπως η τοποθέτηση παραπετασμάτων και καλυμμάτων προς αποτροπή της διασποράς σπινθήρων και ρινισμάτων. Οι διατάξεις αυτές εντάσσονται στους κανόνες ασφαλούς λειτουργίας της Μαρίνας και αποσκοπούν πρωτίστως στην προστασία των γειτονικών σκαφών από ζημίες ακριβώς όπως οι επίδικες. Στην προκειμένη περίπτωση αποδεικνύεται ότι εντός της Μαρίνας εκτελέστηκαν στο σκάφος της εναγομένης εργασίες κοπής και τροχίσματος μεταλλικών στοιχείων, ήτοι θερμές εργασίες κατά την έννοια των ανωτέρω κανονισμών, χωρίς να έχει χορηγηθεί οποιαδήποτε άδεια από τη Διοίκηση της Μαρίνας και χωρίς να έχουν ληφθεί τα προβλεπόμενα μέτρα ασφαλείας. Η εκτέλεση των εργασιών αυτών σε άμεση εγγύτητα με το σκάφος της ενάγουσας συνιστά ευθεία παραβίαση τόσο του άρθρου 20 του Γενικού Κανονισμού Λιμένων όσο και των ειδικών διατάξεων του Κανονισμού Λειτουργίας της Μαρίνας, οι οποίες απαγορεύουν τέτοιες δραστηριότητες εντός του χώρου ελλιμενισμού. Η παράβαση των ανωτέρω κανονιστικών διατάξεων στοιχειοθετεί την παρανομία της συμπεριφοράς της εναγομένης, καθόσον πρόκειται για κανόνες που θεσπίστηκαν ακριβώς προς αποτροπή κινδύνων και ζημιών σε τρίτους. Η υπαιτιότητά της συνάγεται υπό τη μορφή της αμέλειας, διότι, ενώ όφειλε και μπορούσε να προβλέψει ότι η εκτέλεση θερμών εργασιών χωρίς άδεια και χωρίς προστατευτικά μέτρα εντός μαρίνας ενέχει σοβαρό κίνδυνο πρόκλησης ζημιών σε γειτονικά σκάφη, εντούτοις ανέχθηκε τη διενέργειά τους. Το γεγονός ότι οι εργασίες εκτελέστηκαν από τρίτο συνεργείο δεν αίρει την ευθύνη της, δεδομένου ότι, κατά το άρθρο 23 του Γενικού Κανονισμού Λιμένων, η ευθύνη για τη σύννομη χρήση του λιμενικού χώρου βαρύνει τον πλοιοκτήτη ή εκμεταλλευτή του σκάφους. Η άμεση επέμβαση της Διοίκησης της Μαρίνας και η επιβολή διακοπής των εργασιών επιβεβαιώνει ότι αυτές εκτελούνταν κατά παράβαση των ισχυόντων κανονισμών και ενισχύει τη διαπίστωση ότι η πρόκληση των ζημιών στο σκάφος της ενάγουσας αποτελεί ακριβώς την πραγμάτωση του κινδύνου που οι ανωτέρω διατάξεις αποσκοπούν να αποτρέψουν. Υπό τα δεδομένα αυτά, συντρέχει πλήρως αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παραβίασης των κανονισμών λιμένα και μαρίνας εκ μέρους της εναγομένης και των επελθουσών ζημιών. Κατ’ ακολουθίαν τούτων, το Δικαστήριο κρίνει ότι η εναγομένη ευθύνεται αδικοπρακτικώς για τις ζημίες που υπέστη το σκάφος της ενάγουσας, καθόσον αυτές προκλήθηκαν από παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά της, συνιστάμενη στην παραβίαση συγκεκριμένων και δεσμευτικών κανονιστικών διατάξεων του Γενικού Κανονισμού Λιμένων και του Κανονισμού Λειτουργίας της Μαρίνας, οι οποίες έχουν χαρακτήρα προστατευτικών κανόνων υπέρ τρίτων. Επιπλέον, η εναγομένη υπέχει ευθύνη κατά το άρθρο 922 ΑΚ, διότι οι θερμές εργασίες που προκάλεσαν τη ζημία εκτελέστηκαν από πρόσωπα προστηθέντα από αυτήν κατά την εκτέλεση έργου που παρείχαν υπό την εποπτεία και καθοδήγησή της. Με βάση το από 5/11/2021 προαναφερθέν ιδιωτικό συμφωνητικό, αποδεικνύεται ότι η πλοιοκτήτρια διατηρούσε ενεργό και ουσιαστικό δικαίωμα ελέγχου επί του τρόπου εκτέλεσης των εργασιών, καθώς και υποχρέωση εξασφάλισης άδειας εργασιών. Η πλοιοκτήτρια ήταν, συνεπώς, υπεύθυνη για την τήρηση των προϋποθέσεων νομιμότητας και ασφάλειας και υπέχει ευθύνη για τις παράνομες πράξεις του αναδόχου και των μελών του συνεργείου του. Η παρανομία της εργασίας, η απουσία άδειας, η μη λήψη μέτρων ασφαλείας και η κατά συνθήκη επικίνδυνη εκτέλεση των εργασιών συγκροτούν το πλαίσιο της παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς της εναγομένης, η οποία, όπως αποδείχθηκε, συνδέεται άμεσα και αιτιωδώς με τη ζημία του σκάφους της ενάγουσας και θεμελιώνει πλήρως την αδικοπρακτική της ευθύνη.  Με βάση τις άνω παραδοχές γίνεται αντιληπτό ότι οι εργασίες αποκατάστασης των ζημιών του επαγγελματικού – τουριστικού σκάφους «Σ» είναι όχι μόνον πρόσφορες και ενδεδειγμένες, αλλά απολύτως αναγκαίες, διότι η έκταση, η φύση και ο μηχανισμός της ζημίας δεν επιτρέπουν καμία άλλη μέθοδο πλήρους και ασφαλούς αποκατάστασης αυτής. Η ανάλυση κάθε επιμέρους κονδυλίου καθιστά σαφές ότι οι δαπάνες που αιτείται η ενάγουσα δεν αποτελούν προϊόν υπερβολής ή αυθαιρεσίας, αλλά είναι αποτέλεσμα τεχνικά επιβεβλημένων ενεργειών, που υπαγορεύονται από τις προσκομιζόμενες τεχνικές εκθέσεις, τα στοιχεία της Μαρίνας ………, την τεχνική πρακτική της ναυλαγοράς και τις ιδιαιτερότητες της συγκεκριμένης ζημίας. Αντιθέτως, οι αντίθετοι ισχυρισμοί της εναγομένης περί δήθεν μη αναγκαιότητας των εργασιών, περί δήθεν επιφανειακής φύσεως της ζημίας ή περί υπερβολικού κόστους, είναι αόριστοι, αναπόδεικτοι και έρχονται σε ευθεία αντίθεση με το σύνολο των αποδεικτικών μέσων. Πλέον συγκεκριμένα οι εργασίες αποκατάστασης των ζημιών του σκάφους της ενάγουσας έχουν ως εξής:

  1. Έξοδα αποκατάστασης των ζημιών

Για την αποκατάσταση των προμνησθεισών ζημιών είναι επιβεβλημένη κατά τα προεκτεθένια η γενική επαναβαφή του Ε/Γ-Τ/Ρ σκάφους μου «Σ» για τους λόγους, οι οποίοι αναφέρονται στην προηγούμενη παράγραφο της παρούσας αγωγής (Β. 13.]. Σύμφωνα με την από 23/2/2022 έκθεση της εταιρίας βαφής σκαφών «…………….» για την αποκατάσταση των πιο πάνω ζημιών απαιτείται σύμφωνα με ιην ακολουθούμενη πάγια πρακτική η διενέργεια των εξής επισκευαστικών εργασιών:

Α. ΕΡΓΑΣΙΕΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΒΑΦΗΣ

Προετοιμασία επιφανειών και βαφής

Καθάρισμα όλων των επιφανειών του σκάφους με καθαριστικά marine της AXALTA.

Σημεία με εμφανή προβλήματα στο σύστημα χρωματισμού όπως κρακ, φουσκώματα, χτυπήματα, γδαρσίματα κτλ θα καθαριστούν με μηχανικά μέσα μέχρι εμφανίσεως καθαρού GRP (πλαστικού ενισχυμένου).

Όλα τα spots θα λειανθούν στα όριά τους με τρόπο ώστε να παραμείνουν στην επιφάνεια υλικά με άριστη πρόσφυση.

Εφαρμογή 2 στρώσεις HULLGARD EXTRA EPOXY PRIMER της AWLGRIP σε πάχος 100 microns ξηρού υμένα.

(Η εφαρμογή των στρώσεων του HULLGARD EXTRA EPOXY PRIMER πρέπει να διενεργηθεί μετά από 17 ώρες από το πέρασμά του και να μην ξεπεράσει τις 48 ώρες).

Γενικό τρίψιμο των επιφανειών, οι οποίες είναι περασμένες με HULLGARD EXTRA EPOXY PRIMER, με σπόγγους ψιλούς της 3Μ, για τη δημιουργία ιης κατάλληλης τραχύτητας με σκοπό τη βέλτιστη εφαρμογή του τελικού στόκου.

Καλό καθάρισμα και προετοιμασία της επιφάνειας για την εφαρμογή του εποξικού στόκου που θα ακολουθήσει.

Μέτρηση της επιφάνειας κάθετα και οριζόντια με ράμματα για να ευθυγραμμιστούν με οδηγούς οι κατάλληλες γραμμές του σκάφους, για την καλύτερη δυνατή εμφάνιση.

Αφού έχουν μετρηθεί, πρέπει να μονωθούν όλα τα σημεία του σκάφους, τα οποία δεν πρέπει να πειραχθούν.

Στη συνέχεια στην κατάλληλη επιφάνεια που έχει ετοιμασθεί αρχίζει το στοκάρισμα  με χοντρό στόκο της AWLGRIP (AWLFAIR LW).

Η εφαρμογή AWLFAIR LW (AWLGRIP) πρέπει να επαναληφθεί όσες φορές χρειαστεί για την επίτευξη του κατάλληλου πάχους καθώς και της κατάλληλης γραμμής που ακολουθεί το σκάφος.

Η κάθε εφαρμογή AWLFAIR LW(AWLGRIP) τρίβεται με παιόχαριοΡ40 με ειδικούς τάκους ευθυγράμμισης 1 μέτρου, 2 μέτρων, 4 μέτρων.

Μετά την ολοκλήρωση ιης εφαρμογής του χοντρού στόκου, που είναι σύμφωνα με τις μετρήσεις που διενεργήθηκαν, στη συνέχεια γίνεται στοκάρισμα με FINISH FILLER (AWLFAIR SURFACING FILLER).

Η εφαρμογή του ψιλού στόκου πρέπει να επαναληφθεί 2-3 φορές.

Μετά από κάθε χέρι FINISHING FILLER (AWLFAIR SURFACING FILLER) ακολουθεί τρίψιμο της επιφάνειας με 3Μ ΗΟΟΚΙΤ Ρ150.

Μετά την ολοκλήρωση του στοκαρίσματος, διενεργείται καθαρισμός της επιφάνειας με ειδικό χαρτί και καθαρό αέρα.

Εφαρμογή 3 στρώσεις HIGH BUILD ή ULTRA BUILD σε πάχος 100- 125microns ξηρού υμένα

Τρίψιμο με τάκους ευθυγράμμισης όλης της επιφάνειας με 3Μ ΗΟΟΚΓΓ Ρ180.

Καθάρισμα της επιφάνειας με καθαριστικά AWLGRIP.

Εφαρμογή 3 στρώσεις IMRON MARINE DP4101 EPOXY PRIMER FINISH 50-75microns ξηρού υμένα.

Τρίψιμο με μηχανικά μέρη σε όλη την επιφάνεια με 3Μ ΗΟΟΚΙΤ Ρ320.

Καθάρισμα όλης της επιφάνειας με καθαριστικά AWLGRIP και προετοιμασία βαφής.

Τρίψιμο με 3Μ ΗΟΟΚΙΤ Ρ400, καθάρισμα και μόνωση όλης της επιφάνειας για προετοιμασία τελικού βαψίματος.

Τρία χέρια τελικού χρώματος AXALTA MARINE METALLIC (DUPONT MARINE) 50-75 microns ξηρού υμένα θα περαστούν με πιστόλι  wet on wet (τελικό).

Τρία χέρια τελικό βερνίκι AXALTA MARINE (DUPONT MARINE) DP6940 50-75 microns ξηρού υμένα θα περαοιούν με πιστόλι wet on wet (τελικό).

Γενικό τρίψιμο σε όλες ας επιφάνειες που έχουν βαφτεί με βερνίκι AXALTA, με τακάκια ευθυγράμμισης με 3Μ HOOKIT Ρ400-500.

(Το γενικό τρίψιμο των επιφανειών που έχουν περαστεί με βερνίκι AXALTA γίνεται για το λόγο της εφαρμογής διηλοβέρνικου. Η εφαρμογή διπλοβέρνικου γίνεται για το βάθος της βαφής, για την εξάλειψη του ORANGE PAINT και για ιη μεγαλύτερη βιωσιμότητα της βαφής. Η εργολήπτρια εταιρία από το 2015 σε οποιαδήποτε μεταλλική βαφή εφαρμόζει διπλοβέρνικο ακολουθώντας τις ενημερώσεις από την AXALTA Βελγίου ότι κανένα χρώμα της AXALTA MARINE δεν είναι τελειοποιημένο με μονή βαφή βερνικιού).

Καθάρισμα όλης της επιφάνειας με καθαριστικά AWLGRIP και προετοιμασία βαφής.

Τρία χέρια τελικό βερνίκι AXALTA MARINE (DUPONT MARINE) DP6940 50-75 microns ξηρού υμένα θα περαστούν με πιστόλι wet on wet (τελικό).

Οι ανάλογες εργασίες βαφής θα διενεργηθούν και στους άσπρους χρωματισμούς του σκάφους.

Αποπεράτωση και παράδοση του έργου.

Β. ΕΡΓΑΣΙΕΣ ΠΛΑΣΤΙΚΟΠΟΙΗΣΕΩΝ

Προετοιμασία επιφανειών και σύστημα πλαστικοποίησης

Αφαίρεση με μηχανικά μέρη όλων των κρακ έως ότου βρεθούν σταθερά και υγιή σημεία fiberglass ή οποιοδήποτε άλλο υλικό εντοπισθεί.

Θα γίνει αστάρωμα με βενιλεστερική ή εποξική ρητίνη.

Πλαστικοποίηση με woovenrovin, biaxalmat, carbonkevlarβελινεσιέρα ή εποξική ρητίνη και peelply.

Εφαρμογή 2 στρώσεις gelcoatmarine.

Γ. ΕΡΓΑΣΙΕΣ ΠΕΡΙΜΕΤΡΙΚΩΝ ΛΑΣΤΙΧΩΝ ΣΕ ΟΛΑ ΤΑ ΤΖΑΜΙΑ ΤΟΥ ΣΚΑΦΟΥΣ

Αποξήλωση όλων των παλαιών περιμετρικών λάστιχων σε όλα τα τζάμια του σκάφους.

Καθαρισμός του αρμού με χειροκίνητα εργαλεία.

Πέρασμα καθαριστικού της MARINE οε όλους τους περιμετρικούς αρμούς στα τζάμια.

Μόνωση όλων των επιφανειών που συνορεύουν με τους περιμετρικούς αρμούς των τζαμιών.

5) Πέρασμα λάστιχου σε όλους τους περιμετρικούς αρμούς.

Δ. ΕΡΓΑΣΙΕΣ ΓΕΝΙΚΟΥ ΞΕΜΟΝΤΑΡΙΣΜΑΤΟΣ όπου χρειάζεται το σκάφος για τη βαφή

Ξεμοντάρισμα σε όλα τα πλαϊνά πορτάκια του σκάφους.

Ξεμοντάρισμα όλων των ανοξείδωτων που θα χρειαστούν, για την βαφή του σκάφους.

Ξεμοντάρισμα των γρίλιων, αεραγωγών και κόπιτσων.

4} Ξεμοντάρισμα όλων των ρελιών του σκάφους στην πρύμνη.

Ξεμοντάρισμα όλων των καναπέδων.

Ξεμοντάρισμα όλα των ντουλαπιών που χρήζουν βάψιμου,

Ξεμοντάρισμα όλων των ηλεκτρικών μερών που χρειάζεται για τη βαφή του σκάφους.

Ξεμοντάρισμα οποιουδήποτε υδραυλικού χρειάζεται για τη βαφή του σκάφους.

Ξεμοντάρισμα των όκιων, μπιντών και οτιδήποτε άλλου χρειαστεί.

Ε. ΕΡΓΑΣΙΕΣ ΕΠΙΒΛΕΠΟΝΤΟΣ (INSPECTOR)

Γραπτή αναφορά για κάθε υλικό που εφαρμόζεται στο σκάφος.

Έλεγχος θερμοκρασίας και υγρασίας σε καθημερινή βάση για την εφαρμογή των υλικών.

Φωτογραφικό υλικό σε όλα τα σημεία επισκευών και αναλυτική περιγραφή των εργασιών.

Μετρήσεις για όλα τα στάνταρ των υλικών που θα εφαρμοστούν στο σκάφος.

Παράδοση αναλυτικής πορείας του έργου για όλες τις εργασίες ανά 15 ημέρες.

Μετά το πέρας των εργασιών παράδοση στον καπετάνιο του σκάφους ενός αρχείου με φωτογραφικό υλικό και με όλο το ιστορικό μετρήσεων για όλα τα υλικά που έχουν εφαρμοστεί στο σκάφος, με διαβεβαίωση ότι όλες οι εργασίες ξεπερνούν τις στάνταρ μετρήσεις που χρειάζονται.

ΠΑΡΟΧΕΣ ΕΡΓΟΛΑΒΟΥ

Εξειδικευμένο εργατικό δυναμικό για την εκτέλεση των εργασιών, πληρωμή των ημερομισθίων και των κοινωνικοασφαλιστικών εισφορών του.

Ο απαραίτητος  εξοπλισμός και εργαλεία.

Αναλώσιμα υλικά προετοιμασίας και προστασίας επιφανειών.

Όλα τα χρώματα που θα χρειαστούν για τη βαφή του σκάφους (πχ εποξικά primer AXALTA MARINE).

Εποξικοί στόκοι  AWLGRIP.

Τελικά βερνίκια AXALTA MARINE DP6940.

Ηλεκτρικά θερμαντικά και λέβητες για συγκεκριμένες θερμοκρασίες υλικών.

Μηχανήματα απορρόφησης και εξαερισμού.

PaintInspector (Επιθεωρητής βαφής).

Συνεργείο ξεμονταρίσματος .

Συνεργείο για περιμετρικά λάστιχα σε παράθυρα και όπου αλλού χρειαστεί.

Συνεργείο πλαστικοποιήσεων.

Παροχή γερανού για οτιδήποτε χρειαστεί το σκάφος.

Παροχή αποθήκευσης για οτιδήποτε ξεμονταριστεί από το σκάφος.

Γενικό Σκέπαστρο και σκαλωσιές σκάφους.

ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ ΕΡΓΟΔΟΤΗ

Όλες οι συνήθεις παροχές ναυπηγείου (γλυκό νερό, ρεύμα 220/380V, διαχείριση απορριμμάτων).

Τεχνικός ασφαλείας καθ’ όλη τη διάρκεια του έργου.

1 Container για φύλαξη εργαλείων και ο,τιδήποτε άλλου χρειαστεί.

ΥΛΙΚΑ

Τα υλικά, που θα χρησιμοποιηθούν για την εκτέλεση των ως άνω εργασιών, είναι τα ακόλουθα:

Αναλώσιμα 3Μ (ταινίες, γυαλόχαρτα, νάϋλον και όλα τα μονωτικά υλικά)

Epoxy primer AWLGRIP HULLGARD EXTRA για GRP

Εποξικοίστόκοι AWLGRIP, AWLFAIR LW, SURFACING FILLER

Epoxy primer AWLGRIP

Τελικάχρώματα AXALTA MARINE (DUPONT MARINE)

Τελικάβερνίκια AXALTA MARINE (DUPONT MARINE)

To εργολαβικό αντάλλαγμα για την εκτέλεση όλων των παραπάνω εργασιών βαφής του σκάφους «Σ» ανέρχεται μαζί με την τοποθέτηση σκέπαστρου και ικριώματος (σκαλωσιάς) στο κατ’ αποκοπή συμφωνηθέν ποσό των 176.000 ευρώ, στο οποίο  δεν περιλαμβάνεται ο Φ.Π.Α., από τον οποίο  απαλλάσσεται το σκάφος ως  επαγγελματικό -τουριστικό.

  1. Δικαιώματα και έξοδα ναυπηγείου

Περαιτέρω, για την εκτέλεση των ειρημένων εργασιών απαιτούνται ενενήντα (90) ημέρες παραμονής του σκάφους σε χώρο ναυπηγείου, το κόστος της οποίας σύμφωνα με την από 14/2/2022 προσφορά της εταιρίας «……..» του Ομίλου …………., με έδρα στο ……. Αττικής, επί της λεωφόρου Δημοκρατίας αριθ. 34, ανέρχεται στο ποσό των 34.000 ευρώ, το οποίο αναλύεται ως  εξής:

ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ I. ΕΡΓΑΣΙΕΣ ΝΑΥΠΗΓΕΙΟΥ

Ανέλκυση και καθέλκυση του σκάφους με ανελκυστήρα ανυψωτικής ικανότητας 820 τόνων : 4.000 ευρώ

Δικαιώματα για την παραμονή του σκάφους επί 90 ημέρες (προς 160 € η ημέρα): 14.400 ευρώ

Υδροβολή περιοχής πυθμένα (μέχρι την ίσαλο γραμμή) με φρέσκο νερό μέχρι 650 Bar. Αμμοβολή και πλύσιμο πυθμένα. Βαφή της περιοχής του πυθμένα (μέχρι την ίσαλο γραμμή) με τρεις στρώσεις – μία στρώση με primer και δύο στρώσεις με αντιρρυπαντικό υφαλόχρωμα. Οι μπογιές θα παρασχεθούν από το σκάφος, Η διενέργεια μόνωσης περιλαμβάνεται στην τιμή: 4.500

Καθαρισμός και γυάλισμα προπελών: 1.000 ευρώ

Τεχνικός ασφαλείας για 90 ημέρες (προς 52,22 €/ημέρα) : 4.700 ευρώ

Σύνδεση-αποσύνδεση ηλεκτρικού ρεύματος ξηράς και παροχή του για 90 ημέρες (προς 60 €/ημέρα): 5.400 ευρώ ΣΥΝΟΛΟ 34.000 ευρώ.

Δεν περιλαμβάνεσαι ο Φ.Π.Α., από τον οποίο σύμφωνα με τα προδιαληφθέντα απαλλάσσεται το σκάφος.

Επί του κονδυλίου αυτού  πρέπει να λεχθούν τα εξής: Η ολική επαναβαφή του σκάφους αποτελεί την αποκλειστική και επιβεβλημένη μέθοδο αποκατάστασης της ζημίας, όπως προκύπτει από την αναλυτική προσφορά της εταιρίας «………………» και τις τεχνικές εκθέσεις. Η έκταση της απαιτούμενης εργασίας περιλαμβάνει καθαρισμό, τρίψιμο, προετοιμασία επιφανειών, εφαρμογή primer, filler, leveling, πλήρη πολυουρεθανική βαφή και τελικό topcoat υψηλής αντοχής θαλασσίου περιβάλλοντος, όπως ειδικότερα αναφέρεται στα προσκομισθέντα τεχνικά δελτία. Ειδικότερα: Α) Ως προς τις εργασίες γενικής βαφής, η τεχνική έκθεση και οι τεχνικές αναλύσεις αποδεικνύουν ότι οι καφέ κηλίδες και η διάχυτη θερμική προσβολή της πολυουρεθανικής βαφής σε όλες τις εξωτερικές επιφάνειες του σκάφους οφείλονται αποκλειστικά στα πυρακτωμένα μεταλλικά ρινίσματα που εκτοξεύθηκαν από τις παράνομες θερμές εργασίες επί του σκάφους «B». Η εναγομένη ισχυρίστηκε ότι οι βλάβες αυτές είναι επιφανειακές και δύνανται να εξαλειφθούν με απλό καθαρισμό ή τοπικό τρίψιμο. Ο ισχυρισμός της απορρίπτεται ως ανακριβής και αστήρικτος, διότι η ίδια δεν προσκόμισε καμία τεχνική έκθεση προς στήριξή του, ενώ η αποτυχημένη απόπειρα καθαρισμού από τεχνικό της, ο οποίος δεν κατόρθωσε να βελτιώσει ούτε κατ’ ελάχιστον την εικόνα των επιφανειών, επιβεβαιώνει ότι η προσβολή της βαφής είναι δομική, βαθιά και απόλυτα ασύμβατη με οποιαδήποτε μερική επέμβαση. Από την ομοφωνία των τεχνικών εκθέσεων προκύπτει ότι η πλήρης και ενιαία επαναβαφή του σκάφους αποτελεί τη μοναδική τεχνικά ασφαλή μέθοδο αποκατάστασης, δεδομένου ότι η θερμική αλλοίωση έχει επεκταθεί σε όλη την περίμετρο του σκάφους, καθιστώντας επιβεβλημένη την απομάκρυνση των υφιστάμενων επιστρώσεων και την εφαρμογή νέου συστήματος βαφής, ώστε να αποκατασταθεί η προστασία της υπερκατασκευής και η ομοιομορφία του σκάφους. Κατόπιν αυτών, το κόστος που απαιτείται για την εκτέλεση των εργασιών αποκατάστασης της ζημίας του σκάφους ανέρχεται κατ’ αποκοπή στο ποσό των 176.000 ευρώ.  Να σημειωθεί ότι το αιτούμενο κονδύλιο για την καταβολή αμοιβής φύλαξης δεν θα εξεταστεί από το παρόν Δικαστήριο λόγω προηγούμενης νομότυπης παραίτησης της ενάγουσας από τη διεκδίκηση του κονδυλίου αυτού με τις προτάσεις που κατέθεσε ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου (σελ.2).

Η εναγόμενη με τις προτάσεις της προέβαλε τον ισχυρισμό ότι η ενάγουσα με τη συμπεριφορά της, τις πράξεις, τις παραλείψεις αυτής και του προστηθέντος πλοιάρχου της κατέστη αποκλειστικά υπαίτια άλλως συνυπαίτια  κατά ποσοστό 99% στην πρόκληση της επικαλούμενης ζημίας της, οπότε και δεν οφείλεται αποζημίωση λόγω του συντρέχοντος πταίσματος της. Ο ισχυρισμός αυτός, ο οποίος συνιστά νόμιμη ένσταση, ερειδόμενη στην ΑΚ 300 πρέπει να απορριφθεί ως κατ’ ουσίαν αβάσιμος δεδομένου ότι όπως προέκυψε από τις αποδείξεις  η ενάγουσα δεν παραβίασε συγκεκριμένη νομική ή συμβατική υποχρέωση επιμέλειας λαμβανομένου υπόψη ότι το σκάφος της ήταν νομίμως ελλιμενισμένο σε καθορισμένη θέση εντός της Μαρίνας, χωρίς να της αποδίδεται οποιαδήποτε ενεργητική παρέμβαση ή ανοχή σε παράνομη δραστηριότητα. Επίσης δεν υφίσταται κανόνας δικαίου που να επιβάλλει σε πλοιοκτήτη την υποχρέωση ελέγχου των εργασιών που διενεργούνται σε γειτονικό σκάφος ούτε καθήκον πρόληψης έναντι μη αδειοδοτημένων και απαγορευμένων θερμών εργασιών τρίτου. Η ευθύνη για τη συμμόρφωση προς τους κανονισμούς λειτουργίας της Μαρίνας και για τη λήψη των απαιτούμενων αδειών βαρύνει αποκλειστικά τον πλοιοκτήτη που εκτελεί τις εργασίες και τα πρόσωπα που ενεργούν κατ’ εντολήν του. Επιπλέον δεν αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα είχε προηγούμενη σαφή γνώση της φύσεως και της επικινδυνότητας των εκτελουμένων εργασιών, ώστε να της καταλογιστεί παράλειψη αποτροπής του κινδύνου. Ακόμη και αν υποτεθεί ότι αντιλήφθηκε την εκτέλεση ορισμένων εργασιών, δεν διέθετε θεσμική αρμοδιότητα ούτε πραγματική εξουσία να διατάξει τη διακοπή τους. Η διακοπή των παράνομων εργασιών αποτελούσε αρμοδιότητα της διοίκησης της Μαρίνας, η οποία και παρενέβη. Η τυχόν μη άμεση διαμαρτυρία της ενάγουσας δεν συνιστά παραβίαση υποχρέωσης επιμέλειας, καθόσον δεν μπορεί να αξιωθεί από τον ζημιωθέντα να προλαμβάνει ή να αποτρέπει παράνομες πράξεις τρίτων που τελούν εκτός του πεδίου ελέγχου του. Υπό τα ανωτέρω δεδομένα, δεν στοιχειοθετείται συμπεριφορά της ενάγουσας που να αντίκειται στην απαιτούμενη επιμέλεια ούτε αποδεικνύεται συμβολή της στη γένεση του ζημιογόνου αποτελέσματος. Η αιτιώδης αλυσίδα εκκινεί και ολοκληρώνεται στη σφαίρα δράσης της εναγομένης, η οποία εκτέλεσε ή επέτρεψε την εκτέλεση παράνομων θερμών εργασιών χωρίς άδεια και κατά παράβαση κανονισμών ασφαλείας. Κατά συνέπεια, δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 300 ΑΚ και δεν υφίσταται λόγος μείωσης της αποζημίωσης λόγω συνυπαιτιότητας της ενάγουσας και πρέπει να απορριφθεί. Τέλος δεν αποδείχθηκε ότι από το επίδικο περιστατικό επήλθε προσβολή της εμπορικής φήμης ή της επαγγελματικής αξιοπιστίας της ενάγουσας εταιρείας, τέτοιας έντασης και έκτασης ώστε να στοιχειοθετείται αυτοτελής προσβολή της προσωπικότητάς της. Ειδικότερα, μολονότι αποδείχθηκε η πρόκληση υλικών φθορών στο επίδικο σκάφος, δεν προέκυψε ότι το γεγονός αυτό έλαβε τέτοια δημοσιότητα ή είχε τέτοια απήχηση στην ναυλαγορά, ώστε να επηρεαστεί δυσμενώς η εικόνα της ενάγουσας ως ναυτιλιακής επιχείρησης και να κλονιστεί η εμπιστοσύνη των συναλλασσομένων με αυτήν ενώ δεν αποδείχθηκε ότι επήλθε συγκεκριμένη επαγγελματική ή οικονομική επίπτωση στη δραστηριότητα της ενάγουσας, όπως απώλεια πελατών, ακύρωση ναυλώσεων ή μείωση της εμπορικής της δραστηριότητας εξαιτίας του περιστατικού. Υπό τα δεδομένα αυτά, το Δικαστήριο κρίνει ότι η επικαλούμενη προσβολή της εμπορικής φήμης της ενάγουσας  δεν αποδείχθηκε και ως εκ τούτου δεν θεμελιώνεται αξίωση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης κατά τα άρθρα 57, 59, 914 και 932 ΑΚ και πρέπει το σχετικό κονδύλιο να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμο. Κατ΄ ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει η υπό κρίση αγωγή να γίνει εν μέρει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη και να  υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των (176.000 + 34.000=) 210.000 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής και μέχρις εξοφλήσεως. Πρέπει, τέλος, μέρος των δικαστικών εξόδων της εκκαλούσας – ενάγουσας να επιβληθούν και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, κατόπιν σχετικού αιτήματός της,  εις βάρος της εφεσίβλητης – εναγομένης  λόγω της εν μέρει ήττας της και ανάλογα με την έκταση αυτής (άρθρα 178, 183 ΚΠολΔ), όπως επίσης ορίζονται στο διατακτικό της παρούσας απόφασης  ενώ πρέπει να διαταχθεί και η απόδοση του κατατεθέντος από την εκκαλούσα  παραβόλου άσκησης έφεση κατ’ άρ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ .

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων την από 30.10.2024 [ΓΑΚ/ΕΑΚ Πρωτ ………/2024 και ΓΑΚ/ΕΑΚ Εφετ ……../2024] έφεση.

Δέχεται τυπικά και κατ’ ουσίαν την έφεση.

Διατάσσει την επιστροφή του e-παραβόλου με αριθμό ……….. στην εκκαλούσα.

Εξαφανίζει  την εκκαλούμενη με αριθμό 3218/2024 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά.

Κρατεί και Δικάζει την από  30.3.2023 ΓΑΚ/ΕΑΚ  ../……/2023 αγωγή.

Δέχεται εν μέρει την αγωγή.

Υποχρεώνει την εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των διακοσίων δέκα χιλιάδων (210.000) ευρώ με το νόμιμο τόκο από την  επομένη της επίδοσης της αγωγής και μέχρις εξοφλήσεως.

Καταδικάζει την εφεσίβλητη – εναγομένη σε μέρος των δικαστικών εξόδων της εκκαλούσας – ενάγουσας και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας σε βάρος των εναγομένων, τα οποία ορίζει στο ποσό των εννέα χιλιάδων (9.000) ευρώ.

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στον Πειραιά στις 19.2.2026.

Η  ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΕΦΕΤΩΝ                                                   Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε δε στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση αυτού, την  16η Μαρτίου   2026, με άλλη σύνθεση, λόγω προαγωγής και αναχωρήσεως της Εφέτου Μαρίας Παπαδογρηγοράκου, αποτελούμενη από τους Δικαστές  Κωνσταντίνα Ταμβάκη, Πρόεδρο Εφετών, Σωκράτη Γαβαλά και Βασίλειο Τζελέπη, Εφέτες και τη Γραμματέα Σοφία Φουρλάνου, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων τους δικηγόρων.

Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΕΦΕΤΩΝ                                                                        Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ