Μενού Κλείσιμο

Αριθμός απόφασης 195/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ

Αριθμός απόφασης 195/2026

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

Αποτελούμενο από τη Δικαστή Ευδοξία Πιστιόλα, Εφέτη, την οποία όρισε το Τριμελές Συμβούλιο Διοίκησης του Εφετείου Πειραιώς, και από τη Γραμματέα Κ.Σ.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις ………………, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

ΤΗΣ ΕΚΚΑΛΟΥΣΑΣ: Εταιρίας με την επωνυμία «……………..» (…………….), που εδρεύει στη …………. Αττικής, επί της ……………, με Α.Φ.Μ. …… και αριθμ. ΓΕ.ΜΗ. ………., νομίμως αδειοθετηθείσας από την Τράπεζα της Ελλάδος (Απόφαση υπ’ αριθμ. 207/1/29.11.2006 της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων της Τράπεζας της Ελλάδος) ως εταιρία Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις, δυνάμει των διατάξεων του Ν. 4354/2015 και της Πράξης 118/19.5.2017 της Εκτελεστικής Επιτροπής της Τράπεζας της Ελλάδος, όπως τροποποιήθηκε από την υπ’ αριθμ. 153/8.1.2019 Πράξη, στην οποία έχει ανατεθεί η διαχείριση των απαιτήσεων της εταιρίας ειδικού σκοπού με την επωνυμία «……………» (……………..), με έδρα την Ιρλανδία , …………………….. και αριθμό καταχώρισης στο μητρώο εταιριών της Ιρλανδίας …………, όπως νομίμως εκπροσωπείται, κατά τα οριζόμενα στο από 18.6.2021 ιδιωτικό συμφωνητικό διαχείρισης απαιτήσεων και σύμφωνα με την παρ. 14 του άρθρου 10 του Ν. 3156/2003, όπως ισχύει, στον οποίο δικαιούχο της απαίτησης, η ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία «………………» και τον διακριτικό τίτλο «…………», η οποία εδρεύει στην Αθήνα (οδός Σταδίου αρ. 40), με αριθμό ΓΕ.ΜΗ. ……. και Α.Φ.Μ. …….. Δ.Ο.Υ. Φ.Α.Ε. Αθηνών, όπως εκπροσωπείται νόμιμα, έχει εκχωρήσει και μεταβιβάσει ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις της από δάνεια και πιστώσεις, δυνάμει της από 30.4.2020 Σύμβασης Μεταβίβασης Τιτλοποιούμενων Απαιτήσεων (όπως αυτή καταχωρήθηκε νομίμως και αναγγέλθηκε στα δημόσια βιβλία του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών με αρ. πρωτοκόλλου ……/30.4.2020, στον τόμο ….. και αύξοντα αριθμό …..) και σύμφωνα με το άρθρο 10 του Ν. 3156/2003, σε συνδυασμό με το άρθρο 3 του Ν. 2844/2000, η οποία παραστάθηκε, στο ακροατήριο, δια της πληρεξουσίας δικηγόρου της Ιωάννας Πατριαρχέα.

ΤΩΝ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΩΝ: 1) ………….., 2) …………,  3) ……………., οι οποίοι παραστάθηκαν, στο ακροατήριο, δια της πληρεξουσίας δικηγόρου τους Φιλιούς Σταματίου.

Οι εφεσίβλητοι άσκησαν, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, κατά της εκκαλούσας, την από 27-6-2024 και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. …………/2024 ανακοπή, επί της οποίας εξεδόθη, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, η υπ’ αριθμ. 835/2025 οριστική απόφαση του ως άνω δικαστηρίου, με την οποία η ανακοπή έγινε δεκτή. Την ως άνω απόφαση προσέβαλε, ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, η καθ’ ης η ανακοπή και ήδη εκκαλούσα, με την από 26-3-2025 και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. …………./2025, ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. ………/2025, ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, έφεση, η οποία προσδιορίσθηκε να συζητηθεί κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.

Ο διάδικοι κατέθεσαν εμπρόθεσμα τις προτάσεις τους και παραστάθηκαν στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου, ως αναφέρεται ανωτέρω.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η από 26-3-2025 και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. ……/2025, ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. …………/2025, ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, έφεση της εκκαλούσας, κατά της οριστικής υπ’ αριθμ. 835/2025 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, έχει ασκηθεί, νομότυπα και εμπρόθεσμα, αφού ακριβές αντίγραφο της εκκαλουμένης επιδόθηκε, στην εκκαλούσα, στις 10-3-2025 (βλ. την υπ’ αριθμ. ……/10-3-2025 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών ……….), η δε έφεση κατατέθηκε στη Γραμματεία του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, στις 31-3-2025, ήτοι, εντός της, προβλεπομένης από το άρθρο 518 παρ. 1 ΚΠολΔ, προθεσμίας των τριάντα ημερών, από την επίδοση της εκκαλουμένης (άρθρα 144 παρ. 2, 495 παρ. 1, 2, 511, 513 παρ. 1β, 516 παρ. 1, 517, 518 παρ. 1, 520 παρ. 1 και 522 ΚΠολΔ). Επομένως, δοθέντος ότι, για το παραδεκτό αυτής, έχει καταβληθεί το προβλεπόμενο από την διάταξη του άρθρου 495 παρ. 3 ΚΠολΔ παράβολο (βλ. το υπ’ αριθμ. …………/2025 e – παράβολo), πρέπει η έφεση να γίνει τυπικά δεκτή και να εξετασθεί, περαιτέρω, ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα.

Οι εφεσίβλητοι άσκησαν, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, κατά της εκκαλούσας, την από 27-6-2024 και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. …………/2024 ανακοπή, με την οποία ζητούσαν, για τους αναφερόμενους σε αυτή λόγους, την ακύρωση της υπ’ αριθμ. ……/2024 διαταγής πληρωμής του Δικαστού του ως άνω δικαστηρίου, -με την οποία υποχρεώθηκαν να καταβάλουν στην καθ’ ης και ήδη εκκαλούσα, εις ολόκληρον έκαστος, το ποσό των 25.080,90 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων-, καθώς και της από 31-5-2024 επιταγής προς πληρωμή, κάτωθι αντιγράφου εξ απογράφου α΄ εκτελεστού της ως άνω διαταγής πληρωμής, και, τέλος την καταδίκη της καθ’ ης στη δικαστική τους δαπάνη. Επί της ως άνω ανακοπής, εξεδόθη η υπ’ αριθμ. 835/2025 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με την οποία, έγινε δεκτή η ανακοπή, ακυρώθηκε η ανωτέρω διαταγή πληρωμής και η κάτωθι αυτής επιταγή προς εκτέλεση και καταδικάσθηκε η καθ’ ης η ανακοπή στη δικαστική των ανακοπτόντων δαπάνη. Κατά της αποφάσεως αυτής, η καθ’ ης η ανακοπή άσκησε την από 26-3-2025 και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. …………/2025, ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. …………./2025, ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, έφεση, με την οποία, επικαλούμενη σφάλμα της εκκαλουμένης, αναφορικά με την ερμηνεία και την εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων, ζητεί την εξαφάνιση της εκκαλουμένης, ώστε να απορριφθεί η ανακοπή τους και να επικυρωθούν οι ως άνω προσβαλλόμενες διαταγή πληρωμής και επιταγή προς εκτέλεση.

Από την εκτίμηση όλων των, μετ’ επικλήσεως, νομίμως προσκομιζομένων από τους διαδίκους εγγράφων (η μνεία κατωτέρω ορισμένων εξ αυτών είναι απλώς ενδεικτική, καθώς κανένα δεν παραλείφθηκε να εκτιμηθεί), αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Δυνάμει της υπ’ αριθμ. ……../14-10-2008 ιδιωτικής συμβάσεως στεγαστικού δανείου, που καταρτίσθηκε στη Νίκαια, στο υποκατάστημα της …………, η τελευταία συμφώνησε με τον οφειλέτη ……….. να χορηγήσει σε αυτόν και υπό τους αναφερόμενους όρους και συμφωνίες που συμπεριελήφθησαν στην ανωτέρω σύμβαση, τοκοχρεωλυτικό στεγαστικό δάνειο, ποσού 20.000 ευρώ. Στην ανωτέρω σύμβαση συμβλήθηκαν, ως εγγυητές, οι ανακόπτοντες, οι οποίοι, με τον υπ’ αριθμ. 15 όρο αυτής, εγγυήθηκαν, προς την ανωτέρω τραπεζική εταιρία και υπέρ του οφειλέτη, την αποπληρωμή του δανείου, ευθυνόμενοι εις ολόκληρον, ως αυτοφειλέτες, με αυτόν. Ο τελευταίος, εκ των υστέρων, προέβη στην κατάθεση, ενώπιον του Ειρηνοδικείου Νίκαιας, της από 16-3-2015 και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. ……/2015 αιτήσεως περί υπαγωγής του στο καθεστώς των ευεργετικών διατάξεων του ν. 3869/2010, μεταξύ άλλων, και για την απαίτηση αυτού που απορρέει από την ανωτέρω σύμβαση. Στα πλαίσια της ως άνω αιτήσεως, εξεδόθη η από 13-12-2018 προσωρινή διαταγή, με την οποία ανεστάλησαν τα καταδιωκτικά μέτρα, σε βάρος του ως άνω οφειλέτη, με την υποχρέωση καταβολής, εκ μέρους του, μηνιαίου ποσού 220 ευρώ, μέχρι την έκδοση οριστικής αποφάσεως επί της αιτήσεως. Στη συνέχεια, εξεδόθη η υπ’ αριθμ. 649/2023 μη οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Νίκαιας, με την οποία ανεβλήθη η έκδοση οριστικής αποφάσεως και διετάχθη η επανάληψη της συζητήσεως της αιτήσεως, προκειμένου να προσκομισθούν τα αναφερόμενα σε αυτή έγγραφα, ήδη δε, ο ως άνω πρωτοφειλέτης έχει προβεί στην κατάθεση, ενώπιον του Ειρηνοδικείου Νίκαιας, της από 4-4-2024 και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. ……/2024 κλήσης, με σκοπό τον ορισμό νέας δικασίμου για τη συζήτηση της προαναφερομένης αιτήσεως. Εν τω μεταξύ, η δανείστρια ως άνω τραπεζική εταιρία προέβη, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 10 παρ. 8 και 10 του ν. 3156/2003 σε συνδ. με το άρθρο 3 του ν. 2844/2000, δυνάμει της από 30-4-2020 Σύμβασης Μεταβίβασης Τιτλοποιούμενων Απαιτήσεων, όπως αυτή καταχωρήθηκε νομίμως και αναγγέλθηκε στα δημόσια βιβλία του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών, με αρ. πρωτ. ……/30-4-2020, στον τόμο …. και με αύξ. αριθμό …., σε εκχώρηση και μεταβίβαση ληξιπρόθεσμων απαιτήσεών της από δάνεια και πιστώσεις, στην εταιρία ειδικού σκοπού με την επωνυμία «………….» …………………, με έδρα την Ιρλανδία και αριθμ. καταχώρισης στο μητρώο εταιριών της Ιρλανδίας …………, η οποία ανέθεσε τη διαχείριση των ως άνω απαιτήσεων στην καθ’ ης εταιρεία με την επωνυμία «………………» (………)», δυνάμει της από 18-6-2021 Σύμβασης Μακροπρόθεσμης Διαχείρισης Απαιτήσεων, που καταχωρήθηκε νομίμως και αναγγέλθηκε στα δημόσια βιβλία του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών, στις 22-6-2021, με αρ. πρωτ. ……/22-6-20210, στον τόμο ….. και με αύξ. αριθμό …..  Η ανωτέρω καθ’ ης, υπό την προαναφερόμενη ιδιότητα της διαχειρίστριας, μεταξύ άλλων, και της ένδικης απαίτησης, γεγονός που δεν αμφισβητείται από τους ανακόπτοντες, προχώρησε, στις 12-1-2024, στην καταγγελία της ως άνω συμβάσεως δανείου, κοινοποιηθείσα, τόσο στον πρωτοφειλέτη, όσο και στους ανακόπτοντες – εγγυητές, δια της σχετικής από 4-1-2024 εξώδικης καταγγελίας συμβάσεως – πρόσκλησης – δήλωσης, υπογεγραμμένης, στο όνομα και για λογαριασμό της, από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της …………., με την οποία, επίσης, αφού τους γνωστοποιούσε ότι η ίδια είχε προβεί στο οριστικό κλείσιμο του υπ’ αριθμ. …………. λογαριασμού δανείου, την 23η-3-2021, ότε και αυτός εμφάνιζε χρεωστικό υπόλοιπο, ποσού 22.857,10 ευρώ και ότι η οφειλή τους από την ανωτέρω σύμβαση χορήγησης δανείου είχε καταστεί ληξιπρόθεσμη και απαιτητή, εκτοκιζόμενη με το ισχύον ανώτατο, κατά την ως άνω σύμβαση, επιτόκιο υπερημερίας, μέχρι την πλήρη εξόφλησή της, με κεφαλαιοποίηση των τόκων ανά εξάμηνο, ανερχομένη, στις 7-4-2023 (τελευταία ημέρα υπολογισμού των τόκων), στο συνολικό ποσό των 25.080,90 ευρώ, καλούσε αυτούς όπως, εντός προθεσμίας πέντε (5) ημερών από την παραλαβή της ως άνω εξωδίκου, της καταβάλλουν το ανωτέρω οφειλόμενο ποσό και τα έξοδα, πλέον τόκων υπερημερίας και τόκων εξ ανατοκισμού, εις ολόκληρον έκαστος, δηλώνοντας τους, ταυτόχρονα, ότι, παρελθούσης απράκτου της προθεσμίας αυτής, θα προέβαινε σε κάθε νόμιμη ενέργεια, στο όνομα και για λογαριασμό της δικαιούχου της απαιτήσεως, για την αναγκαστική είσπραξη των συνολικώς οφειλομένων. Ακολούθως δε, η καθ’ ης, με την από 12-2-2024 δήλωση παραιτήσεώς της, απευθυνόμενη προς τον ως άνω πρωτοφειλέτη και επιδοθείσα σε αυτόν στις 13-2-2024, δήλωνε ότι, εκ παραδρομής, κοινοποιήθηκε στον τελευταίο, με την υπ’ αριθμ. …..΄/12-1-2024 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, διορισμένου στο Πρωτοδικείο Αθηνών …………, η από 4-1-2024 εξώδικη καταγγελία, από την οποία και παραιτείτο, μη επέχουσα πλέον η ως άνω κοινοποίηση αυτής περαιτέρω έννομες συνέπειες. Εν τω μεταξύ, εκκρεμούσης της διαδικασίας υπαγωγής αυτού στο ν. 3869/2010, η καθ’ ης, με σχετική αίτησή της, επέτυχε την έκδοση, σε βάρος των εγγυητών – ανακοπτόντων, της υπ’ αριθμ. ……/16-4-2024 διαταγής πληρωμής του Δικαστού του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με την οποία οι ίδιοι διατάσσονταν να καταβάλουν στην ως άνω καθ’ ης, εις ολόκληρον έκαστος, το ποσό των είκοσι πέντε χιλιάδων ογδόντα ευρώ και ενενήντα λεπτών (25.080,90), πλέον τόκων και εξόδων από την 22η-1-2024 (επομένη της απράκτου παρόδου της ταχθείσας, με την εξώδικη καταγγελία, προθεσμίας εξόφλησης του υπολοίπου χρεωστικού υπολοίπου), με το συμβατικό επιτόκιο υπερημερίας και με εξαμηνιαίο ανατοκισμό, μέχρις ολοσχερούς εξόφλησης, καθώς και ποσό πεντακοσίων είκοσι (520) ευρώ, για δικαστική δαπάνη. Εν συνεχεία, στις 10-6-2024, επεδόθη στους ως άνω εγγυητές αντίγραφο εξ απογράφου της ανωτέρω διαταγής πληρωμής με την, παρά πόδας αυτής, από 31-5-2024 επιταγή προς εκτέλεση (βλ. τις υπ’ αριθμ. ……/10-6-2024, …../10-6-2024 και …./10-6-2024  εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών – Πειραιώς, διορισμένου στο Πρωτοδικείο Πειραιώς  ……….., αντίστοιχα), με την οποία, οι τελευταίοι επετάσσοντο να καταβάλουν στην καθ’ ης, εις ολόκληρον έκαστος: 1) ποσό είκοσι πέντε χιλιάδων ογδόντα ευρώ και ενενήντα λεπτών (25.080,90), πλέον τόκων και εξόδων από την 22η-1-2024 (τελευταία ημερομηνία υπολογισμού των τόκων), με το συμβατικό επιτόκιο υπερημερίας και με εξαμηνιαίο ανατοκισμό, μέχρις ολοσχερούς εξόφλησης, 2) ποσό πεντακοσίων είκοσι (520) ευρώ, για επιδικασθείσα, με την ως άνω διαταγή πληρωμής, δικαστική δαπάνη, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επιδόσεως της ως άνω επιταγής μέχρις ολοσχερούς εξοφλήσεως, 3) α) ποσό δεκαοκτώ (18) ευρώ, για έκδοση και επικύρωση του ως άνω αντιγράφου, β) ποσό δώδεκα (12) ευρώ, για τη σύνταξη της ως άνω επιταγής, γ) τα έξοδα του δικαστικού επιμελητή για τη σχετική επίδοση, όπως προβλέπονται στην υπ’ αριθμ. 21798/11-3-2016 απόφαση των Υπουργών Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων – Οικονομικών (ΦΕΚ Β΄ 709/16-3-2016) και το ως άνω ποσό, στο σύνολό του, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επιδόσεως μέχρι την ολοσχερή εξόφληση, ήτοι, εις ολόκληρον έκαστος, το συνολικό ποσό των είκοσι πέντε χιλιάδων επτακοσίων τριάντα οκτώ ευρώ και ενενήντα λεπτών (25.738,90), πλέον εξόδων και αμοιβής επίδοσης, ως προαναφέρεται, με το νόμιμο τόκο, μέχρι την πλήρη και ολοσχερή του εξόφληση. Μετά ταύτα, οι ανωτέρω εγγυητές άσκησαν, εμπρόθεσμα και νομότυπα, κατά της ως άνω διαταγής πληρωμής και της από 31-5-2024 επιταγής προς εκτέλεση, την ένδικη από 27-6-2024 ανακοπή τους, επί της οποίας εξεδόθη η εκκαλουμένη απόφαση, που, κάνοντας δεκτό, και ως ουσία βάσιμο, τον όγδοο λόγο της ανακοπής περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματός της καθ’ ης προς έκδοση της ανωτέρω διαταγής πληρωμής, έκανε δεκτή την ανακοπή και ακύρωσε τις ως άνω προσβαλλόμενες, διαταγή πληρωμής και επιταγή προς εκτέλεση. Ως προς τον ανωτέρω λόγο ανακοπής, λεκτέα είναι τα εξής: Με το νόμο 3689/2010 “Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων και άλλες διατάξεις”, καθιερώθηκε η δυνατότητα του φυσικού προσώπου να απαλλάσσεται από τα χρέη του, όταν δεν υφίστανται περιουσιακά στοιχεία, για την ικανοποίησή τους, και δεν επαρκούν, για την εξόφλησή τους, ούτε τα τρέχοντα και ούτε τα προσδοκώμενα εισοδήματά του. Ειδικότερα, με το άρθρο 1 παρ. 1 αυτού, κατά το οποίο “Φυσικά πρόσωπα που στερούνται πτωχευτικής ικανότητας, υπό την έννοια του άρθρου 2 του ν. 3588/2007 και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους, δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο αίτηση για την ρύθμιση των οφειλών τους κατά τις διατάξεις του παρόντος νόμου”, θεσμοθετείται η δυνατότητα του φυσικού προσώπου να απαλλάσσεται από τα χρέη του, όταν δεν έχει ρευστοποιήσιμα περιουσιακά στοιχεία, ούτε επαρκούν τα τρέχοντα και προσδοκώμενα εισοδήματά του για την εξυπηρέτησή τους, ώστε να συνδυάζεται η μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση των πιστωτών με την ανάκτηση της οικονομικής ελευθερίας του οφειλέτη και τη στοιχειώδη διατήρηση – εξασφάλιση της προσωπικής αξιοπρέπειας αυτού και των προστατευόμενων μελών της οικογένειας του. Περαιτέρω, με το άρθρο 12 του ως άνω νόμου, ρυθμίζονται τα δικαιώματα των πιστωτών, έναντι των εγγυητών του οφειλέτη που ρύθμισε τα χρέη του. Ειδικότερα, κατά το άρθρο 12 του ν. 3869/2010 “Τα δικαιώματα των πιστωτών έναντι συνοφειλετών ή εγγυητών του οφειλέτη, καθώς και τα δικαιώματα των εμπραγμάτως ασφαλισμένων πιστωτών επί του υπέγγυου αντικειμένου δεν θίγονται. Ο οφειλέτης απαλλάσσεται έναντι των εγγυητών, των εις ολόκληρον υπόχρεων ή άλλων δικαιούχων σε αναγωγή”. Με το άρθρο 65 του ν. 4549/2018, προστέθηκε στο εν λόγω άρθρο δεύτερο εδάφιο το οποίο, κατ` άρθρο 68 παρ. 16 αυτού, εφαρμόζεται και επί αποφάσεων ρύθμισης ή σχεδίων διευθέτησης οφειλών, που δεν έχουν εκτελεστεί στο σύνολό τους, κατά την έναρξη ισχύος του ίδιου νόμου, και έχει ως εξής: “Αν όμως ο εγγυητής, ο εις ολόκληρον υπόχρεος ή άλλο δικαιούχο σε αναγωγή πρόσωπο καταβάλει τόσο το τμήμα της οφειλής από την οποία ο οφειλέτης πρόκειται να απαλλαγεί κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 11 όσο και μέρος της οφειλής που περιλαμβάνεται στην απόφαση ρύθμισης του άρθρου 8 ή στο σχέδιο διευθέτησης οφειλών του άρθρου 9, τότε αυτός υποκαθίσταται αυτοδικαίως για το τελευταίο ποσό στη θέση του πιστωτή στο μέτρο και με τις προϋποθέσεις που η οφειλή αυτή έχει διαμορφωθεί δυνάμει της ρύθμισης ή του σχεδίου διευθέτησης οφειλών που επικυρώθηκε με τη δικαστική απόφαση”. Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο οφειλέτης, στο πρόσωπο του οποίου συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010, μπορεί, με αίτησή του προς το αρμόδιο δικαστήριο, να ζητήσει τη ρύθμιση των χρεών του, υποβάλλοντας σχέδιο διευθέτησης των οφειλών και τα σχετικά με την περιουσιακή και εισοδηματική κατάστασή αυτού και του συζύγου του, τους πιστωτές και τις οφειλές του έγγραφα. Η αίτηση επιδίδεται και στους εγγυητές, οι οποίοι καθίστανται, έτσι, διάδικοι. Οι οφειλέτες και οι πιστωτές μπορούν να επιλύουν συμβιβαστικά τη διαφορά τους, με την επικύρωση του σχετικού σχεδίου από τον αρμόδιο Ειρηνοδίκη, οπότε αυτό αποκτά ισχύ δικαστικού συμβιβασμού. Αν το σχέδιο του αιτούντος δεν γίνει δεκτό από τους πιστωτές, το Δικαστήριο, αν κρίνει ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις ρύθμισης των οφειλών του και απαλλαγής του από αυτές, αφού λάβει υπόψη του το ποσό που απαιτείται για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών του ίδιου και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του, προβαίνει, με βάση τα περιουσιακά του στοιχεία και τα πάσης φύσεως εισοδήματά του που απομένουν, στον καθορισμό των μηνιαίων καταβολών για την ικανοποίηση των απαιτήσεων των πιστωτών. Υπό τις οριζόμενες στο άρθρο 9 του ν. 3869/2010 προϋποθέσεις και κατόπιν υποβολής σχετικού αιτήματος του οφειλέτη, το Δικαστήριο μπορεί να διατάξει την εξαίρεση από τη ρευστοποίηση της κύριας κατοικίας αυτού. Η απαλλαγή του οφειλέτη από τα χρέη στο πλαίσιο των ρυθμίσεων του ν. 3869/2010, είτε κατόπιν συμβιβασμού με τους πιστωτές του, είτε κατόπιν ρύθμισης αυτών με δικαστική απόφαση, ενεργεί υποκειμενικά, αφορά μόνο στο πρόσωπο του ίδιου και δεν επεκτείνεται στους εγγυητές, έναντι των οποίων οι πιστωτές διατηρούν ακέραια τα δικαιώματά τους. Οι ρυθμίσεις του ν. 3869/2010, όπως προκύπτει από την αιτιολογική του έκθεση, έχουν ως σκοπό την αντιμετώπιση ενός ιδιαίτερα μεγάλου και οξυμένου προβλήματος της ελληνικής κοινωνίας, της υπερχρέωσης φυσικών προσώπων που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει σε μόνιμη και γενική αδυναμία αποπληρωμής των οφειλών τους, ώστε, με τη ρύθμιση των οφειλών και την απαλλαγή από τα χρέη τους, να απεγκλωβιστούν από την υπερχρέωση, διασφαλίζοντας, παράλληλα, για τους ίδιους και τα προστατευόμενα μέλη της οικογένειάς τους ένα ελάχιστο επίπεδο οικονομικής διαβίωσης, να διατηρήσουν την κύρια κατοικία τους, εξαιρώντας αυτήν από τη ρευστοποίηση της περιουσίας τους, και να επανακτήσουν την αγοραστική τους δύναμη, προάγοντας την οικονομική και κοινωνική δραστηριότητα. Κρίσιμο, συνεπώς, για την προστασία του ν. 3869/2010, είναι το πρόσωπο του οφειλέτη, στο οποίο απέβλεψε ο νομοθέτης, και όχι το χρέος, καθ` εαυτό, η δε προβλεπόμενη από τον εν λόγω νόμο ρύθμιση έχει αυστηρά προσωποπαγή χαρακτήρα. Έτσι, παρά την απαλλαγή, στο πλαίσιο υπαγωγής στις διατάξεις του προαναφερθέντος νόμου, του οφειλέτη από το υπόλοιπο των χρεών του ή τη μείωση αυτών, δεν έχει εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 851 του ΑΚ, κατά την οποία, ο εγγυητής ευθύνεται για την έκταση που έχει κάθε φορά η κύρια οφειλή. Ο εγγυητής, εν προκειμένω, ευθύνεται για το αρχικώς συμφωνημένο από τον υπερχρεωμένο πρωτοφειλέτη χρέος, το ύψος του οποίου δεν επηρεάζεται ως προς τον ίδιο (τον εγγυητή) από τη ρύθμιση, ενώ αυτός δεν μπορεί να επικαλεστεί, έναντι του πιστωτή, την απαλλαγή ή τη μείωση της οφειλής του πρωτοφειλέτη. Επί εξόφλησης δε του χρέους του πρωτοφειλέτη, υποκαθίσταται στα δικαιώματα των πιστωτών, δικαιούμενος σε αναγωγή, έναντι του πρωτοφειλέτη, μόνον για το ποσό που ο τελευταίος υποχρεούται να καταβάλει στους πιστωτές στο πλαίσιο της ρύθμισης των χρεών του. Ο εγγυητής φυσικό πρόσωπο, μπορεί να υπαχθεί και ο ίδιος στις προστατευτικές διατάξεις του ν. 3869/2010, εφόσον συντρέχουν στο πρόσωπό του οι προϋποθέσεις του άρθρου 1 παρ. 1 του νόμου αυτού (βλ. ΟλΑΠ 3/23). Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 281 AK, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται, αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως «δικαίωμα» νοείται αυτό που απορρέει από διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, θεωρείται δε ότι ασκείται καταχρηστικά και όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου πριν από την άσκησή του καθώς και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε στο διάστημα που μεσολάβησε, δεν δικαιολογούν τη μεταγενέστερη άσκησή του και καθιστούν αυτή μη ανεκτή κατά τις περί δικαίου αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο. Απαιτείται, δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από τη συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου και μάλιστα εύλογα, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του (ΟλΑΠ 7/02, ΟλΑΠ 2/19, ΑΠ 1416/22, ΑΠ 1225/17, ΑΠ 553/17, ΑΠ 206/17 ΝΟΜΟΣ). Μόνο το γεγονός ότι η άσκηση του δικαιώματος, στη συγκεκριμένη περίπτωση, επιφέρει βλάβη, έστω και μεγάλη, στον οφειλέτη δεν μπορεί να αποτελέσει κατάχρηση δικαιώματος, κατ’ άρθρο 281 AK, παρά μόνο, αν τούτο μπορεί να συνδυασθεί και με άλλες περιστάσεις, όπως όταν ο δανειστής δεν έχει συμφέρον στην άσκηση του δικαιώματος. Έλλειψη, όμως, συμφέροντος δεν μπορεί να υπάρχει όταν ο δανειστής, όπως έχει δικαίωμα από τη σύμβαση, αποφασίζει να εισπράξει την απαίτησή του, διότι τούτο αποτελεί δικαίωμα συνυφασμένο με τη διαχείριση της περιουσίας του, τον τρόπο της οποίας (διαχείρισης) αυτός μπορεί να αποφασίζει, εκτός αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, υπάρχει υπέρβαση, και δη προφανής των αρχών της καλής πίστης, των χρηστών ηθών και του οικονομικού και κοινωνικού σκοπού του δικαιώματος (ΟλΑΠ 5/11 ΕλλΔικ 2011. 684, ΑΠ 964/25, ΑΠ 267/21, ΑΠ 311/20, ΑΠ 333/19, ΑΠ 1202/18 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 535/15 ΧρΙΔ 2015. 601, ΑΠ 1504/14 ΝΟΜΟΣ). Με τον όγδοο λόγο ανακοπής, οι ανακόπτοντες ισχυρίζονται ότι η ως άνω διαταγή πληρωμής τυγχάνει ακυρωτέα, λόγω καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματoς της καθ’ ης να προβεί στην ως άνω καταγγελία και, εν συνεχεία, να αιτηθεί την έκδοση της προσβαλλομένης διαταγής πληρωμής, δοθέντος ότι: Στην προκειμένη περίπτωση, ο πρωτοφειλέτης, ……….., είχε υποβάλλει αίτηση υπαγωγής στο Ν. 3869/2010, επί της οποίας εξεδόθησαν οι σχετικές από 27-1-2017 και 13-12-2018 προσωρινές διαταγές, με τις οποίες ανεστάλησαν, μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης, τα εναντίον του καταδιωκτικά μέτρα, υπό τον όρο της καταβολής, εκ μέρους του, μηνιαίου ποσού 220 ευρώ, ο οποίος και τηρείται, ενώ η αίτηση εκκρεμεί προς εκδίκαση, ενώπιον του ανωτέρω δικαστηρίου, γεγονός που ήταν γνωστό στην καθ’ ης η ανακοπή. Ότι, παρόλα αυτά, η καθ’ ης, αιφνιδιαστικά και καταχρηστικά, επέδωσε σε αυτούς, στις 10-6-2024, υπό την ιδιότητά τους, ως εγγυητών, την προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής, ενέργεια που συνιστά επιθετική πράξη και κίνηση δικαστικής διαδικασίας, σε βάρος τους, και τους οδηγεί σε οικονομικό αδιέξοδο. Ότι ενισχυτικό της απόδειξης του ισχυρισμού τους είναι ότι, όπως προκύπτει από όλα τα στοιχεία που εμπεριέχονται στην ανωτέρω αίτηση του πρωτοφειλέτη, η καθ’ ης γνωρίζει πολύ καλά ότι αυτός διαθέτει, πλην της κύριας κατοικίας του, και άλλα ακίνητα περιουσιακά στοιχεία, στα οποία έχει εμπράγματη εξασφάλιση και τα οποία, ενδεχομένως, θα εξαιρεθούν από την προστασία των διατάξεων του ν. 3869/2010 και θα διαταχθεί η εκποίησή τους, προς ικανοποίηση των απαιτήσεών της. Ότι, παρόλα αυτά η καθ’ ης έσπευσε, επιθετικά αδικαιολόγητα και καταχρηστικά, να καταγγείλει την επίδικη σύμβαση, χωρίς, στα πλαίσια του Κώδικα Δεοντολογίας, αρχικά, να τους ενημερώσει και να διερευνήσει εάν υπάρχει δυνατότητα και πρόθεση, εκ μέρους τους, διευθέτησης της οφειλής, έτι δε περαιτέρω, αιτήθηκε και επέτυχε την έκδοση της προσβαλλομένης διαταγής πληρωμής, η οποία τυγχάνει, έτσι, καταχρηστική και, ως τέτοια, πρέπει να απορριφθεί. Ο ως άνω, επιχειρούμενος να θεμελιωθεί στη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, λόγος ανακοπής τυγχάνει απορριπτέος, ως μη νόμιμος, καθώς τα αναφερόμενα, προς επιστήριξή του, πραγματικά περιστατικά δεν πληρούν, σύμφωνα και με τα ανωτέρω εκτιθέμενα στην οικεία νομική σκέψη, τις προϋποθέσεις του άρθρου αυτού, αφού δεν συνεπάγονται, από μόνα τους, υπέρβαση των ορίων που θέτουν η καλή πίστη, τα συναλλακτικά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Συγκεκριμένα, ουδόλως στοιχειοθετεί κατάχρηση η επιλογή του πιστωτή να στραφεί, προς ικανοποίηση της απαιτήσεώς του, σε βάρος του εγγυητή, στην περίπτωση, κατά την οποία εκκρεμεί, με αίτηση του πρωτοφειλέτη, διαδικασία υπαγωγής αυτού στις διατάξεις του ν. 3869/2010, ακόμη και όταν έχει εκδοθεί, υπέρ του τελευταίου, σχετική προσωρινή διαταγή αναστολής των καταδιωκτικών μέτρων, εναντίον του, δοθέντος ότι, ως προεκτέθηκε, η απαλλαγή του οφειλέτη από τα χρέη, στο πλαίσιο των ρυθμίσεων του ν. 3869/2010, ενεργεί υποκειμενικά, αφορά μόνο στο πρόσωπο του ίδιου και δεν επεκτείνεται στους εγγυητές, έναντι των οποίων, οι πιστωτές διατηρούν ακέραια τα δικαιώματά τους, οι δε εγγυητές, ευθύνονται για το, αρχικώς συμφωνημένο από τον υπερχρεωμένο πρωτοφειλέτη, χρέος, το ύψος του οποίου δεν επηρεάζεται από τη ρύθμιση, ως προς τους ίδιους, οι οποίοι δεν δύνανται να επικαλεστούν, έναντι του πιστωτή, την απαλλαγή ή τη μείωση της οφειλής του πρωτοφειλέτη. Πολλώ δε μάλλον, τοιαύτη κατάχρηση δεν στοιχειοθετείται, εν προκειμένω, όταν, κατά τα εκτιθέμενα στο σχετικό λόγο ανακοπής, ουδεμία αναφορά γίνεται, από τους ανακόπτοντες, περί προηγούμενης συμπεριφοράς της καθ’ ης που να δημιούργησε σε αυτούς την εύλογη πεποίθηση ότι η τελευταία, ενόψει της ως άνω διαδικασίας υπαγωγής του πρωτοφειλέτη στις διατάξεις του ν. 3869/2010, ουδόλως επρόκειτο να ασκήσει, σε βάρος τους, το σχετικό δικαίωμά της. Εξάλλου, μόνο το γεγονός ότι η άσκηση του δικαιώματος της καθ’ ης η ανακοπή να επιδιώξει την, κατά τον ανωτέρω τρόπο, είσπραξη της ως άνω απαιτήσεώς της επιφέρει βλάβη, έστω και μεγάλη, στους ανακόπτοντες δεν αρκεί για να θεμελιώσει κατάχρηση, κατ’ άρθρο 281 AK, εφόσον, στην προκειμένη περίπτωση, τούτο δεν συνδυάζεται και με άλλες περιστάσεις, όπως η έλλειψη συμφέροντος της καθ’ ης στην άσκηση του ανωτέρω δικαιώματός της. Τέλος, καταχρηστική άσκηση του σχετικού δικαιώματος της τελευταίας δεν συνιστά ούτε το γεγονός της τυχόν μη προηγούμενης διερεύνησης, εκ μέρους της, της δυνατότητας διευθέτησης της ένδικης οφειλής, εκ μέρους των ανακοπτόντων, καθώς η σχετική συμπεριφορά της εμπίπτει στον τρόπο, με τον οποίο η ίδια επιλέγει να διαχειρισθεί την περιουσία της, προς εξυπηρέτηση των σχετικών της συμφερόντων, και δεν αποτελεί προφανή υπέρβαση των ορίων του ως άνω άρθρου, αφού τοιαύτη υπέρβαση ουδόλως προκύπτει από όσα διαλαμβάνονται από τους ανακόπτοντες, στο δικόγραφο της ανακοπής τους. Σημειούται δε ότι, επί του αναλόγου θέματος της καταγγελίας της συμβάσεως  δανείου, χωρίς την τήρηση, εκ μέρους της Τράπεζας, της διαδικασίας που προβλέπει ο Κώδικας Δεοντολογίας (ν. 4224/2013), έχει νομολογηθεί ότι, από τον σκοπό και το κείμενο του Κώδικα, συνάγεται ότι τυχόν παράβαση των κανόνων που συγκροτούν τη Διαδικασία Επίλυσης Καθυστερήσεων (Δ.Ε.Κ.) συνεπάγεται μόνον εποπτικής φύσεως κυρώσεις, με αποτέλεσμα η μη τήρηση της διαδικασίας αυτής, από τα υπόχρεα ιδρύματα, να μην επιφέρει, κατά την ΑΚ 174, αυτοδίκαιη ακυρότητα της πραγματοποιηθείσας καταγγελίας (ΑΠ 323/21 ΝΟΜΟΣ). Το δε πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο, με την εκκαλουμένη απόφασή του, έκανε δεκτό, ως νόμιμο και, ακολούθως, ως ουσία βάσιμο, τον ανωτέρω λόγο ανακοπής, έσφαλε ως προς την ερμηνεία και την εφαρμογή του νόμου, γενομένου δεκτού του σχετικού δεύτερου λόγου εφέσεως, ως ουσιαστικά βάσιμου. Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτή, στην ουσία της, η υπό κρίση έφεση, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση, να διαταχθεί η επιστροφή του ανωτέρω παραβόλου εφέσεως στην εκκαλούσα (άρθρο 495 παρ. 3 εδ. τελ. ΚΠολΔ) και να κρατηθεί η υπόθεση και να δικασθεί από το παρόν Δικαστήριο, το οποίο και θα προχωρήσει στην έρευνα και των λοιπών λόγων της ένδικης ανακοπής, οι οποίοι δεν ερευνήθηκαν από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, δίχως να απαιτείται, προς τούτο, επικουρική έφεση ή αντέφεση από τον εφεσίβλητο και χωρίς να δεσμεύεται από τη σειρά που αυτοί είχαν παρατεθεί στο δικόγραφο της ανακοπής ή με τη  σειρά  που  εξετάσθηκαν  στην  πρωτόδικη  απόφαση (Μπαμπινιώτης Δ. Μεταβιβαστικό  αποτέλεσμα  της  έφεσης  και  της  έκκλητης  δίκης  409- 410). Περαιτέρω, η καταγγελία είναι μονομερής δήλωση του ενός των συμβαλλόμενων που απευθύνεται στον άλλο, με την οποία εκφράζεται η βούλησή του για λύση της σύμβασης, στο μέλλον (άρθρο 167 ΑΚ), για ορισμένο λόγο, προβλεπόμενο στη σύμβαση ή στο νόμο, και ασκείται, είτε με εξώδικη δήλωση, είτε με αγωγή. Η καταγγελία ασκείται, αυτοπροσώπως, από κάποιον από τους συμβαλλόμενους. Δεν αποκλείεται, όμως, να ασκηθεί και από αντιπρόσωπο – πληρεξούσιο. Η διάταξη του άρθρου 226 ΑΚ απαιτεί, για την επιχείρηση μονομερούς, απευθυντέας σε άλλον, δικαιοπραξίας, την επίδειξη του πληρεξουσίου εγγράφου. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι εκείνος, προς τον οποίο απευθύνεται η δήλωση, με την οποία συντελείται μονομερής δικαιοπραξία ή οιονεί δικαιοπραξία, εκ μέρους προσώπου που φέρεται ως αντιπρόσωπος άλλου, μπορεί, εφόσον δεν του επιδεικνύεται πληρεξούσιο έγγραφο, να την αποκρούσει, για το λόγο αυτό, χωρίς υπαίτια καθυστέρηση. Επομένως, οι συνέπειες από τη μη επίδειξη του πληρεξουσίου εγγράφου εξαρτώνται από το αν αποκρούεται ή όχι η καταγγελία, χωρίς υπαίτια βραδύτητα. Έτσι, ειδικότερα, όταν η καταγγελία, από τον πληρεξούσιο, έγινε εγγράφως, πρέπει αυτός να επιδείξει το πληρεξούσιο έγγραφο, διότι, άλλως, έχει το δικαίωμα αυτός, προς τον οποίο γίνεται, να την αποκρούσει, χωρίς υπαίτια βραδύτητα. Στην περίπτωση αυτή, δηλαδή της απόκρουσης της δήλωσης, χωρίς υπαίτια καθυστέρηση, η επιχειρούμενη πράξη είναι άκυρη. Η ακυρότητα είναι απόλυτη, δεν θεραπεύεται με μεταγενέστερη έγκριση και επέρχεται, ανεξάρτητα από το αν ο φερόμενος, ως πληρεξούσιος, είχε ή όχι την πληρεξουσιότητα, για να επέλθουν δε τα επιδιωκόμενα αποτελέσματα της πράξης, και μάλιστα ex nunc, πρέπει αυτή να επιχειρηθεί, εκ νέου, εγκύρως. Το πρόσωπο, προς το οποίο απευθύνεται η δήλωση, την αποκρούει, χωρίς υπαίτια καθυστέρηση, αν ενεργήσει, εντός των χρονικών ορίων που επιβάλλονται από την καλή πίστη, τα συναλλακτικά ήθη και τις περιστάσεις. Εάν, αντίθετα, αυτός, προς τον οποίο απευθύνεται η δήλωση, δεν εναντιωθεί, δηλαδή δεν ενεργήσει, εντός των ως άνω χρονικών ορίων, η μονομερής δικαιοπραξία που επιχειρείται προς άλλον, χωρίς επίδειξη του πληρεξουσίου είναι ισχυρή, αν υπάρχει πληρεξουσιότητα ή επακολούθησε έγκριση (ΑΠ 242/25, ΕΑιγ 119/24, ΕΑ 3666/24, ΕΑ 2768/22, ΕΑ 4891/22, ΕΔυτΜακ 3/19 ΝΟΜΟΣ). Επί νομικών προσώπων, την πληρεξουσιότητα δίνει εκείνος που, για κάθε συγκεκριμένη δικαιοπραξία, έχει το δικαίωμα εκπροσωπήσεώς του. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 18 παρ. 1 και 2 και 22 του ν. 2190/1920 «περί Ανωνύμων Εταιριών» και, μετά την κατάργησή τους, από την 1η-1-2019, με τα άρθρα 189 και 190 του ν. 4548/2018 «Αναμόρφωση του δικαίου των ανωνύμων εταιρειών», των άρθρων 77 και 87 του ως άνω ν. 4548/2018, προκύπτει ότι το διοικητικό συμβούλιο της ανώνυμης εταιρίας είναι αρμόδιο να αποφασίζει, για κάθε υπόθεση που αφορά στη διοίκησή της και τη διαχείριση της περιουσίας της, με εξαίρεση μόνο τις αποφάσεις εκείνες που, κατά το νόμο ή το καταστατικό, υπάγονται στην αρμοδιότητα της γενικής συνελεύσεως. Το διοικητικό συμβούλιο, ενεργώντας συλλογικά, εκπροσωπεί, δικαστικά και εξώδικα, την εταιρία και διαχειρίζεται όλες τις υποθέσεις της, μη όντας, απέναντι στην εταιρεία, πρόσωπο διαφορετικό από αυτήν, αλλά όργανό της, μπορεί, όμως, να ορίσει ότι ένα ή περισσότερα μέλη του ή άλλα πρόσωπα μπορούν να εκπροσωπούν την εταιρία, γενικά ή σε ορισμένου είδους πράξεις (ΑΠ 201/25 ΝΟΜΟΣ). Επομένως, επί ανώνυμης εταιρίας, το διοικητικό συμβούλιο αυτής, ενεργώντας συλλογικά, ως έχον γενικό δικαίωμα εκπροσώπησης της εταιρίας, μπορεί να παρέχει πληρεξουσιότητα σε τρίτο πρόσωπο για την ενέργεια συγκεκριμένης πράξης, για λογαριασμό της εταιρίας (ΑΠ 139/16 ΝΟΜΟΣ, ΕΑ 3666/24, ΕΑ 4891/22 ΝΟΜΟΣ). Γίνεται δε δεκτό ότι δεν εμποδίζεται το διοικητικό συμβούλιο της εταιρίας ή και τα υποκατάστατα αυτού όργανα να αναθέσουν, με απόφασή τους, που μπορεί, κατά περίπτωση, να είναι άτυπη και να συνάγεται και ερμηνευτικώς, κατά τα άρθρα 173 και 200 ΑΚ, την εκτέλεση συγκεκριμένων νομικών πράξεων σε τρίτο, λ.χ. υπάλληλο της εταιρίας ή άλλο πρόσωπο, που ενεργεί στο όνομα ή για λογαριασμό της εταιρίας, ως άμεσος αντιπρόσωπός της ή ανάλογα ως εντολοδόχος της (έμμεσος αντιπρόσωπος), τα οποία πρόσωπα, συνάγεται ότι ενεργούν, ως άμεσοι αντιπρόσωποι της εταιρίας, κατά την κατάρτιση δικαιοπραξίας, όταν η εξωτερίκευση της δράσης τους που εμφανίζεται στο κοινό παρέχει την εντύπωση, σύμφωνα με τα κριτήρια που διαμορφώνονται στις συναλλαγές, για το είδος της επιχειρηματικής δραστηριότητας της εταιρίας, ότι, με απόφαση του διοικητικού συμβουλίου της ή των υποκατάστατων οργάνων της διοίκησής της ή έστω με την ανοχή τους, ανατέθηκε στα πρόσωπα αυτά ο κύκλος εργασιών, που περιλαμβάνει και τη δικαιοπραξία στην οποία συνέπραξαν (ΑΠ 443/18, ΑΠ 473/16, ΑΠ 1324/14, ΑΠ 1789/13 ΝΟΜΟΣ). Οι ανακόπτοντες, με τον δεύτερο λόγο ανακοπής τους, επικαλούνται ότι η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής τυγχάνει ακυρωτέα, ένεκα ακυρότητας της επιδοθείσας, στις 12-1-2024, σε αυτούς, εκ μέρους της καθ’ ης η ανακοπή, από 4-1-2024 εξώδικης καταγγελίας της ανωτέρω συμβάσεως δανείου, για το λόγο ότι η καταγγελία αυτή υπογράφεται από πληρεξούσιο δικηγόρο, χωρίς την επίδειξη πληρεξουσίου εγγράφου, δυνάμει του οποίου, ο τελευταίος εξουσιοδοτήθηκε να προβεί, για λογαριασμό της δικαιούχου της απαίτησης – καθ’ ης, στη συγκεκριμένη καταγγελία. Ο λόγος αυτός τυγχάνει επαρκώς ορισμένος, -απορριπτομένου του περί του αντιθέτου, πρώτου λόγου εφέσεως, ως αβάσιμου-, νόμιμος, σύμφωνα και με τα ως άνω εκτιθέμενα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, στηριζόμενος στις διατάξεις των άρθρων 167, 216, 217 και 226 ΑΚ καθώς και των άρθρων 77 και 87 του ν. 2190/1920, και, ακολούθως, ερευνητέος, ως προς την ουσιαστική του βασιμότητα. Αναφορικά δε με τα συγκροτούντα αυτόν πραγματικά περιστατικά, αποδείχθηκαν τα εξής: Η από 4-1-2024 εξώδικη καταγγελία σύμβασης – πρόσκληση – δήλωση επιδόθηκε στους ανακόπτοντες, στις 12.-1-2024, σύμφωνα και με τις αντίστοιχες υπ’ αριθμ. …… Γ΄/12-1-2024, ….. Γ΄/12-1-2024 και  ….. Γ΄/12-1-2024 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, διορισμένου στο Πρωτοδικείο Αθηνών ………, χωρίς, όμως, να συνεπιδοθεί σε αυτούς και πληρεξούσιο έγγραφο, από το οποίο να προκύπτει ότι ο υπογράφων την ως άνω εξώδικη δήλωση-καταγγελία δικηγόρος ……….. είχε την εντολή και την πληρεξουσιότητα, από την εκκαλούσα – καθ’ ης η ανακοπή να προβεί στη γνωστοποίηση της καταγγελίας. Οι δε ανακόπτοντες αμφισβήτησαν την εγκυρότητα της ανωτέρω καταγγελίας, αποκρούοντας την έλλειψη συνεπίδοσης πληρεξουσίου εγγράφου, το πρώτον, με την άσκηση της υπό κρίση ανακοπής, που επιδόθηκε στην ανωτέρω καθ’ ης, την 1η-7-2024 (βλ. την υπ’ αριθμ. ……./1-7-2024 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών ………..), ήτοι περίπου έξι μήνες (6) μήνες, αφότου τους κοινοποιήθηκε η από 4-1-2024 δήλωση, με την οποία συνετελέσθη η καταγγελία. Συνεπώς, η απόκρουση αυτής, από πλευράς των ανακοπτόντων έγινε, με υπαίτια βραδύτητα, δοθέντος και του ότι οι ίδιοι ουδόλως επικαλούνται, ούτε αποδεικνύουν συγκεκριμένους λόγους, από τους οποίους να προκύπτει ότι ενήργησαν, χωρίς υπαίτια καθυστέρηση, εντός των χρονικών ορίων που επιβάλλονται από την καλή πίστη, τα συναλλακτικά ήθη και τις περιστάσεις. Η υπαίτια αυτή βραδύτητα που επέδειξαν οι ανακόπτοντες στο να αποκρούσουν, για το λόγο αυτό, την επιδοθείσα σε αυτούς εξώδικη δήλωση καταγγελίας, έχει ως συνέπεια, σύμφωνα και με τα οριζόμενα στην οικεία νομική σκέψη, ότι η καταγγελία δεν είναι, άνευ ετέρου, άκυρη (ανεξάρτητα, δηλαδή, από το αν υφίσταται, πράγματι, η σχετική πληρεξουσιότητα ή όχι), αλλά μόνο, σε περίπτωση έλλειψης αντίστοιχης πληρεξουσιότητας ή έγκρισης των σχετικών ενεργειών των ενεργούντων, στο όνομα και για λογαριασμό της. Εν προκειμένω δε, η καθ’ ης η ανακοπή εταιρία, που φέρει και το σχετικό βάρος απόδειξης του κύρους της ως άνω καταγγελίας, στην περίπτωση που προβάλλεται η ακυρότητα αυτής, χωρίς προηγούμενη εναντίωση του αποδέκτη της (ΕΑ 2768/22, ΕΑ 577/22 ΝΟΜΟΣ, ΜονΕΘεσ 974/25 ΝΟΜΟΣ, ΜονΕΠειρ 239/23 δημοσιευμένη στην ιστοσελίδα του Εφετείου Πειραιώς), ουδόλως αποδεικνύει την αντιπροσωπευτική εξουσία του υπογράφοντος την εξώδικη δήλωση – καταγγελία δικηγόρου …….., και δη το γεγονός ότι ο τελευταίος ενήργησε ως εντολοδόχος τρίτος, δυνάμει σχετικής εξουσιοδοτήσεως. Συγκεκριμένα, η καθ’ ης, προς αντίκρουση του ανωτέρω λόγου ανακοπής, ισχυρίσθηκε, με τις μεν πρωτόδικες προτάσεις της, ότι η εν λόγω καταγγελία τυγχάνει έγκυρη, καθώς η απόκρουσή της, για τον προαναφερόμενο λόγο της έλλειψης πληρεξουσιότητας, έλαβε χώρα, το πρώτον, με την ένδικη ανακοπή, ενώ, σε κάθε περίπτωση και προς άρση τυχόν αμφιβολιών, ως προς την εν λόγω πληρεξουσιότητα, προσκομίζει το σχετικό, με αριθμ. ………../17-6-2021 πληρεξούσιο του Συμβολαιογράφου Αθηνών ………., με δε τις, ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, νομίμως κατατεθείσες προτάσεις της, χωρίς ειδικότερη αναφορά στον ανωτέρω λόγο ανακοπής, παρά μόνο στους λόγους εφέσεως -αφορώντες, αφενός, στην εν γένει αοριστία της ανακοπής και, αφετέρου, στο λόγο αυτής περί καταχρηστικότητας της εκδόσεως της ως άνω διαταγής πληρωμής-, ότι, προς απόδειξη της απαιτήσεώς της και προς απόκρουση των ισχυρισμών των ανακοπτόντων, επικαλείται, μεταξύ άλλων, και όλα τα έγγραφα που αναφέρονται στη διαταγή πληρωμής και στα οποία στηρίχθηκε η έκδοση της και προσκομίσθηκαν, ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, από τα οποία και προκύπτει το ορισμένο, βέβαιο και εκκαθαρισμένο της απαιτήσεώς της και αποδεικνύεται πλήρως αυτή, και συγκεκριμένα, κατά τα επί λέξει, σχετικά αναφερόμενα: «1. Αντίγραφο της υπό κρίση έφεσης μετά των επιδόσεων αυτής (Σχετ. 1). 2. Επικυρωμένο αντίγραφο της εκκαλουμένης απόφασης (Σχετ. 2). 3. Επικυρωμένα πρακτικά της συζητήσεως (Σχετ. 3). 4. Επικυρωμένο αντίγραφο των προτάσεων που κατέθεσε η Τράπεζά μας πρωτοδίκως (Σχετ. 4). 5. Επικυρωμένο αντίγραφο των προτάσεων που κατέθεσαν οι αντίδικοι πρωτοδίκως (Σχετ. 5). 6. Όλα τα πρωτοδίκως προσαγόμενα σχετικά μας (Σχετ. 6). 7. Άπαντα τα νομιμοποιητικά έγγραφα (Σχετ. 7)». Πλην όμως, παρά την ως άνω, όλως αόριστη επίκληση των πρωτοδίκως προσκομισθέντων σχετικών (εγγράφων) της, μεταξύ των οποίων, κατά τα ανωτέρω επικαλούμενα από αυτήν στις πρωτοδίκως υποβληθείσες προτάσεις της, και το υπ’ αριθμ. ……/17-6-2021 πληρεξούσιο του Συμβολαιογράφου Αθηνών ………, δεν προσκομίζεται το πληρεξούσιο αυτό, ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, ούτε δε και οποιοδήποτε άλλο έγγραφο, που να αποδεικνύει τη σχετική πληρεξουσιότητα του ως άνω, υπογράφοντος την ένδικη καταγγελία, δικηγόρου. Περαιτέρω, η καθ’ ης η ανακοπή ουδόλως αποδεικνύει και τυχόν μεταγενέστερη έγκριση της καταγγελίας αυτής, εκ μέρους των νόμιμων εκπροσώπων της, καθώς, από κανένα αποδεικτικό μέσο, δεν αποδείχθηκε ότι  η τελευταία δήλωσε, με οποιονδήποτε τρόπο, ότι εγκρίνει αυτή, αφού και κατά τη συζήτηση της υπό κρίση ανακοπής, ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, κατά την οποία η καθ’ ης εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο της …….., δεν παραστάθηκε ο νόμιμος εκπρόσωπος της καθ’ ης η ανακοπή, ώστε να εγκρίνει την καταγγελία της ένδικης δανειακής συμβάσεως, με δήλωσή του, καταχωριζόμενη στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεώς του, ενώ τοιαύτη έγκριση δεν συνιστά ούτε η παραγγελία για επίδοση της ως άνω καταγγελίας στους ανακόπτοντες, καθώς η σχετική εντολή δόθηκε, όπως προκύπτει από τις προαναφερόμενες υπ’ αριθμ. ….. Γ΄/12-1-2024, …. Γ΄/12-1-2024 και ….. Γ΄/12-1-2024 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, διορισμένου στο Πρωτοδικείο Αθηνών ……., από τον ίδιο ως άνω δικηγόρο, ………., του οποίου, όμως, αμφισβητήθηκε η εξουσία αντιπροσώπευσης. Επομένως, ο ανωτέρω δεύτερος λόγος ανακοπής περί έλλειψης πληρεξουσιότητας του καταγγέλλοντος την ένδικη σύμβαση δικηγόρου πρέπει να γίνει δεκτός, ως ουσιαστικά βάσιμος. Ακολούθως πρέπει να γίνει δεκτή η ανακοπή, στην ουσία της, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων της, και να ακυρωθεί η προσβαλλομένη υπ’ αριθμ. ……/2024 διαταγή πληρωμής του Δικαστού του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, κατά λογική δε αναγκαιότητα, και η κάτωθι αντιγράφου εξ απογράφου αυτής από 31-5-2024 επιταγή προς πληρωμή, και να καταδικασθεί η καθ’ ης η ανακοπή, λόγω της ήττας της, στη δικαστική δαπάνη των ανακοπτόντων, για αμφότερους τους βαθμούς δικαιοδοσίας (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), σύμφωνα με τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

-ΔΙΚΑΖΕΙ κατ’ αντιμωλία των διαδίκων.-

-ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά και κατ’ ουσίαν την έφεση.-

-ΕΞΑΦΑΝΙΖΕΙ την, εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, υπ’ αριθμ. 835/2025 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς.-

-ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επιστροφή του υπ’ αριθμ. ………/2025 e – παραβόλου εφέσεως στην εκκαλούσα.-

-ΚΡΑΤΕΙ και ΔΙΚΑΖΕΙ την από 27-6-2024 και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. ………./2024 ανακοπή.-

-ΔΕΧΕΤΑΙ την ανακοπή.-

-ΑΚΥΡΩΝΕΙ την υπ’ αριθμ. ……/2024 διαταγή πληρωμής του Δικαστού του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς και την κάτωθι αντιγράφου εξ απογράφου αυτής από 31-5-2024 επιταγή προς πληρωμή.- ΚΑΙ

-ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την καθ’ ης στην καταβολή της δικαστικής δαπάνης των ανακοπτόντων, για αμφότερους τους βαθμούς δικαιοδοσίας, το ύψος της οποίας ορίζει στο ποσό των οκτακοσίων (800) ευρώ.-

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε, στον Πειραιά, σε έκτακτη δημόσια, στο ακροατήριό του, συνεδρίαση, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους, στις 18.3.2026

Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ                                                                      Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ