ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
Αριθμός Απόφασης 156/2026
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
Τμήμα 4o
Αποτελούμενο από την Δικαστή Ελένη Πρέντζα, Εφέτη, η οποία ορίστηκε από την Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης του Εφετείου Πειραιά και από τη Γραμματέα Σ.Φ.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την ………………. για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του εκκαλούντος: …………, που παραστάθηκε δια του πληρεξούσιου δικηγόρου, Ανδρέα Δαλιάνη [ΑΜ ΔΣΑ ……], ο οποίος κατέθεσε το με Νο …………/04.12.2025 γραμμάτιο προείσπραξης του ως άνω ΔΣ.
Της εφεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας, με την επωνυμία «…………..», που εδρεύει στην …….. Αττικής, επί της ……….., με Α.Φ.Μ. ……, με αριθμό ΓΕΜΗ ………., νομίμως εκπροσωπούμενης και νομίμως αδειοδοτηθείσας από την τράπεζα της Ελλάδος (Απόφαση αριθμ. 207/1/29.11.2016 της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων της Τράπεζας της Ελλάδος), ως εταιρείας διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις, δυνάμει των διατάξεων του ν. 4354/2015 και της πράξης 118/19.05.2017 της εκτελεστικής επιτροπής της τράπεζας της Ελλάδος, όπως τροποποιήθηκε από την υπ΄ αριθμ. 153/08.01.2019 πράξη, υπό την ιδιότητά της ως νόμιμης διαχειρίστριας των τιτλοποιημένων απαιτήσεων, σύμφωνα με την παρ. 14 του άρθρου 10 του ν. 3156/2003, εντολοδόχος, ειδικός πληρεξούσιος, φορολογικός αντιπρόσωπος και αντίκλητος της δικαιούχου, ειδικής διαδόχου, αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού, με την επωνυμία «…………” (…………., με έδρα το …………., Ιρλανδίας […………..] και με αριθμό καταχώρησης στο μητρώο εταιρειών της Ιρλανδίας …….., η οποία εκπροσωπείται νόμιμα και στην οποία η ανώνυμη τραπεζική εταιρεία, με την επωνυμία «……………», που εδρεύει την Αθήνα, ……….., πώλησε και μεταβίβασε επιχειρηματικές απαιτήσεις, προ της διάσπασής της με απόσχιση του κλάδου τραπεζικής δραστηριότητας και εισφοράς του στη νεοσύστατη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία «…………» και διακριτικό τίτλο (δ.τ.) «…………..», που εδρεύει στην Αθήνα, οδός ……….. με ΑΦΜ ………., που εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία παραστάθηκε δια της πληρεξούσιας δικηγόρου, Χριστίνας Συλίκου [ΑΜ ΔΣΠ …………….], δικηγόρου της ΔΕ ΣΙΟΥΦΑΣ ΚΑΙ ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ [ΑΜ ….] και ΑΦΜ …., η οποία και κατέβαλε το με Νο ……/04.12.2025 γραμμάτιο προείσπραξης τού ως άνω ΔΣ.
Ο εκκαλών ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς άσκησε σε βάρος της εφεσίβλητης την από 08.11.2023 ανακοπή {άρθ. 933 ΚΠολΔ}, με ΓΑΚ/ΕΑΚ στο Πρωτοδικείο Πειραιά …………./15.11.2023, επί της οποίας εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, η με αριθμό 602/2024 οριστική απόφαση, που απέρριψε την ανακοπή και καταδίκασε τον ανακόπτοντα στην δικαστική δαπάνη της καθ΄ ης η ανακοπή. Την απόφαση αυτή προσέβαλε ο ηττηθείς διάδικος ανακόπτων και ήδη εκκαλών, με την από 12.04.2024 έφεση [που κατατέθηκε με ΓΑΚ/ΕΑΚ αντίστοιχα, στη Γραμματεία του εκδόσαντος την απόφαση Δικαστηρίου …………/16.04.2024]. Στο ίδιο δικόγραφο ο εκκαλών σώρευσε αίτηση αναστολής της επισπευδόμενης αναγκαστικής εκτέλεσης με αίτημα χορήγησης σημειώματος- προσωρινής διαταγής [ΓΑΚ/ΕΑΚ αντίστοιχα στην Γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου ………/16.04.2024], που έγινε εν μέρει δεκτή, ενώ, μετά την έκδοση της προσωρινής διαταγής από την Εφέτη – Πρόεδρο Υπηρεσίας του Εφετείου Πειραιώς, ορίστηκε δικάσιμος της έφεσης [ΓΑΚ/ΕΑΚ, αντίστοιχα, στη Γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου …………/16.04.2024] αρχικά η 10.10.2024 (αρ. πιν. ………….) και κατόπιν αναβολής, η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας και γράφτηκε στο πινάκιο, με αριθμό …… Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης και κατά την εκφώνησή της από την σειρά του οικείου πινακίου, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως αναφέρεται ανωτέρω και οι πληρεξούσιοι δικηγόροι, αναφέρθηκαν στις έγγραφες προτάσεις τους και ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται σε αυτές.
ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η από 12.04.2024 έφεση (ΓΑΚ/ΕΑΚ αντίστοιχα, ένδικου μέσου στη Γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ………/16.04.2024 και ΓΑΚ/ΕΑΚ αντίστοιχα, στη Γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου για προσδιορισμό δικασίμου …………./16.04.2024] του ηττηθέντος ανακόπτοντος και ήδη εκκαλούντος κατά της υπ’ αριθμ. 602/2024 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, ασκήθηκε εμπρόθεσμα (άρθρα 499, 518 παρ. 2 ΚΠολΔ) και κατά τις νόμιμες διατυπώσεις (άρθρο 495 παρ. 1 ΚΠολΔ), εφόσον από τα στοιχεία του φακέλου της δικογραφίας δεν προκύπτει επίδοση της εκκαλούμενης απόφασης, ούτε ο εκκαλών επικαλείται τέτοια επίδοση, από τη δημοσίευση, δε, αυτής [της εκκαλουμένης] την 21-02-2024 μέχρι την άσκηση της έφεσης, την 16-04-2024, δεν έχει παρέλθει διετία [άρθρα 495 επ., 511, 513 παρ. 1β, 516, 517, 518 παρ. 2, 520 ΚΠολΔ, {όπως τα άρθρα 495 και 518 ισχύουν, λόγω του χρόνου άσκησης της έφεσης, μετά την αντικατάστασή τους με το άρθρο τρίτο και τέταρτο του άρθρου 1 σε συνδ. με άρθρο 1 του ένατου άρθρου παρ. 4 του ν. 4335/2015}]. Επομένως και δεδομένου ότι για το παραδεκτό της έφεσης, καταβλήθηκε, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, το υπ’ αριθ. ……………/2024 e – παράβολο, ποσού εκατό (100) ευρώ, που επισυνάπτεται στην ως άνω έκθεση κατάθεσης του ένδικου μέσου, σε συνδυασμό και με την βεβαίωση επιτυχούς πληρωμής του της τράπεζας Πειραιώς, η έφεση πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή (άρθ. 532 ΚΠολΔ) και να ερευνηθεί, κατά την αυτή διαδικασία με την οποία εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση (άρθρο 533 παρ. 1 ΚΠολΔ), ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της.
Ο εκκαλών – ανακόπτων άσκησε την από 08.11.2023 ανακοπή {άρθ. 933 ΚΠολΔ}, [ΓΑΚ/ΕΑΚ αντίστοιχα στην Γραμματεία του Πρωτοδικείου Πειραιά ……………/15.11.2023], κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, με την οποία ισχυρίστηκε ότι ακύρως επισπεύδεται εκτέλεση σε βάρος ακινήτου του και ζήτησε, για τους αναφερόμενους στην ανακοπή λόγους να ακυρωθούν οι προσβαλλόμενες πράξεις εκτέλεσης και ειδικότερα: Α) Η από 13-09-2023 έγγραφη εντολής προς τον πληρεξούσιο δικηγόρο της επισπεύδουσας την εκτέλεση εφεσίβλητης εταιρείας, κάτωθι απογράφου εκτελεστού της υπ΄ αριθμ. ……./2012 Διαταγής Πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, Β) Η υπ’ αριθμ. …………../29-09-2023 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης ακίνητης περιουσίας, της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, διορισμένης στο Πρωτοδικείο Αθηνών, ……….., εταίρου της αστικής εταιρείας δικαστικών επιμελητών, με την επωνυμία «……….», που εδρεύει στην Αθήνα, η οποία επιδόθηκε στον ανακόπτοντα την 02-10-2023 και Γ) Κάθε εκτελεστική πράξη που στηρίζεται στις ως άνω αναφερόμενες πράξεις αναγκαστικής εκτέλεσης και να καταδικαστεί η καθ΄ ης στην δικαστική του δαπάνη. Επί της ως άνω ανακοπής εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών του άρθρου 614 ΚΠολΔ η εκκαλουμένη υπ’ αριθμ. 602/2024 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με την οποία απορρίφθηκε η ανακοπή. Ήδη ο ανακόπτων – εκκαλών με την κρινόμενη έφεσή του διαμαρτύρεται για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και ζητεί την εξαφάνιση της προσβαλλόμενης απόφασης, με σκοπό να γίνει δεκτή η ανακοπή του.
Με τον πρώτο λόγο της έφεσης ο εκκαλών επαναφέρει τον πρώτο λόγο της ανακοπής, με τον οποίο ισχυρίστηκε ότι η εφεσίβλητη δεν νομιμοποιείται ενεργητικά να επισπεύσει εκτέλεση ως διαχειρίστρια απαιτήσεων της ειδικής διαδόχου εταιρείας, διότι δεν τυγχάνει εφαρμογής ο νόμος 4354/2015 αλλά το νομοθετικό πλαίσιο δυνάμει του οποίου αποκτήθηκε η απαίτηση από την εταιρεία ειδικού σκοπού, δηλαδή ο ν. 3156/2003, o οποίος δεν προβλέπει δυνατότητα των εταιρειών διαχείρισης να προβαίνουν σε πράξεις αναγκαστικής εκτέλεσης. Επί του λόγου αυτού λεκτέα τα κάτωθι:
I.Από το άρθρο 216 παρ.1 περ. α ΚΠολΔ συνάγεται ότι ως νομιμοποίηση των διαδίκων νοείται η εξουσία διεξαγωγής ορισμένης δίκης για συγκεκριμένο δικαίωμα ή έννομη σχέση τους, δηλαδή για βιοτική σχέση αυτών με άλλο πρόσωπο ή αντικείμενο, η οποία καθορίζεται, κατά κανόνα, ως προς τους φορείς της και το αντικείμενό της, από το ουσιαστικό δίκαιο και έχει ως περιεχόμενο ή ως έννομη συνέπεια δικαίωμα ή υποχρέωση ή δέσμη δικαιωμάτων και υποχρεώσεων. Την εν λόγω εξουσία διεξαγωγής ορισμένης δίκης για συγκεκριμένο δικαίωμά του ή έννομη σχέση αυτού, έχει, κατά κανόνα ο φορέας της επίδικης ουσιαστικής έννομης σχέσης κατά το ουσιαστικό δίκαιο, ενώ σε συγκεκριμένες περιπτώσεις ο νόμος παρέχει την εξουσία διεξαγωγής της δίκης σε πρόσωπα, που δεν είναι φορείς της ουσιαστικής έννομης σχέσης (μη δικαιούχοι ή μη υπόχρεοι διάδικοι), όπως λ.χ. ο σύνδικος της πτώχευσης, ο εκτελεστής διαθήκης, ο εκκαθαριστής κληρονομίας και ο αναγκαστικός διαχειριστής. Για τη νομιμοποίηση των διαδίκων αρκεί ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι αυτός και ο εναγόμενος είναι υποκείμενα της επίδικης έννομης σχέσης και η παράθεση στην αγωγή των περιστατικών που θεμελιώνουν τον ισχυρισμό του.
II.Εξάλλου, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 1 περ. γ’ του ν. 4354/2015 “Διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων….”, “τα δικαιώματα που απορρέουν από τις μεταβιβαζόμενες λόγω πώλησης απαιτήσεις δύνανται να ασκούνται μόνο μέσω των εταιριών διαχείρισης της παρούσας παραγράφου. Οι μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις από …….. και ……. λογίζονται ως τραπεζικές και μετά τη μεταβίβασή τους. Οι εταιρίες διαχείρισης απαιτήσεων ευθύνονται για όλες τις υποχρεώσεις απέναντι στο Δημόσιο και σε τρίτους, οι οποίες βαρύνουν τις εταιρίες απόκτησης απαιτήσεων και απορρέουν από τις μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις”. Επίσης, σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 4 του άρθρου 2 του άνω νόμου 4354/2015, “οι Εταιρίες Διαχείρισης νομιμοποιούνται, ως μη δικαιούχοι διάδικοι, να ασκήσουν κάθε ένδικο βοήθημα και να προβαίνουν σε κάθε άλλη δικαστική ενέργεια για την είσπραξη των υπό διαχείριση απαιτήσεων, καθώς και να κινούν, παρίστανται ή συμμετέχουν σε προπτωχευτικές διαδικασίες εξυγίανσης, πτωχευτικές διαδικασίες αφερεγγυότητας, διαδικασίες διευθέτησης οφειλών και ειδικής διαχείρισης των άρθρων 61 επ. του ν. 4307/2014 (Α’ 246). Εφόσον οι Εταιρίες συμμετέχουν σε οποιαδήποτε δίκη με την ιδιότητα του μη δικαιούχου διαδίκου το δεδικασμένο της απόφασης καταλαμβάνει και τον δικαιούχο της απαίτησης”. Τέλος κατά την παράλληλη και συνδυαστική εφαρμογή των Ν. 4354/2015 και Ν. 3156/2003, οι Εταιρείες Διαχείρισης Απαιτήσεων από … και … (Ε.Δ.Α.Δ.Π) έχουν την κατ` εξαίρεση νομιμοποίηση του άρθρου 2 παρ. 4 του Ν. 4354/2015, προς άσκηση κάθε ένδικου βοηθήματος και κάθε άλλης δικαστικής ενέργειας προς είσπραξη των υπό διαχείριση απαιτήσεων και όταν η μεταβίβαση των απαιτήσεων και η ανάθεση της διαχείρισής τους στις εν λόγω εταιρείες συντελείται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 10 του Ν. 3156/2003 για την τιτλοποίηση απαιτήσεων (ΟλΑΠ 1/2023 ΝΟΜΟΣ).
Στην προκείμενη περίπτωση, από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης προκύπτουν τα εξής: Δυνάμει της από 30.4.2020 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων, του άρθρου 10 ν. 3156/2003, που καταρτίστηκε μεταξύ της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας, με την επωνυμία «………….», με αριθμό Γ.Ε.ΜΗ. …………… και ΑΦΜ ………… και της αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού τιτλοποίησης, με την επωνυμία «…………», η οποία καταχωρίστηκε νόμιμα με αριθμό πρωτοκόλλου ………/30.4.2020 στο δημόσιο βιβλίο του άρθρου 3 του ν. 2844/2000, του ενεχυροφυλακείου Αθηνών, με την σχετική πράξη καταχώρισης του εντύπου δημοσίευσης συμβάσεων του άρθρου 10 παρ. 8 του ν. 3156/2003, στον τόμο …….. και αύξοντα αριθμό ….., η τελευταία απέκτησε δυνάμει πώλησης και εκχώρησης από την ως άνω τράπεζα όλες τις απαιτήσεις και τα δικαιώματά της (διαπλαστικά και μη) που απορρέουν από την ως άνω σύμβαση. Περαιτέρω, η αλλοδαπή εταιρία ειδικού σκοπού ανέθεσε τη διαχείριση των απαιτήσεων και των δικαιωμάτων που απορρέουν από την ως άνω σύμβαση και των προσωπικών και εμπράγματων εξασφαλίσεων αυτής στην τράπεζα, δυνάμει της από 30.4.2020 σύμβασης διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων, σύμφωνα με τα άρθρα 10 παρ. 14 και 16 του ν. 3156/2003, αντίγραφο της οποίας έχει καταχωρηθεί νομίμως στο Δημόσιο Βιβλίο του άρθρου 3 του ν. 2844/2020 του ενεχυροφυλακείου Αθηνών, με την υπ’ αριθμ. πρωτ. …./30-4-2020 πράξη καταχώρισης του εντύπου δημοσίευσης συμβάσεων του άρθρου 10 παρ. 8 του ν. 3156/2003 στον τόμο … και με αύξοντα αριθμό ……. Στο πλαίσιο αυτό η τράπεζα ενεργούσε σύμφωνα με το άρθρο 10 παρ. 14 του ν. 3156/2003 ως διαχειρίστρια των απαιτήσεων στο όνομα και για λογαριασμό της εταιρείας ειδικού σκοπού, η οποία κατέστη κατά τα ανωτέρω ειδική διάδοχός της. Στις 16.4.2021 εγκρίθηκε και καταχωρήθηκε στο ΓΕΜΗ η διάσπαση της τράπεζας (καλούμενη και ως «διασπώμενη») με απόσχιση του κλάδου τραπεζικής δραστηριότητας και εισφοράς του στη νεοσυσταθείσα τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία «……………….» και τον δ.τ. «……….» (καλούμενη και ως «επωφελούμενη»), η, δε, τελευταία υποκαταστάθηκε, δυνάμει καθολικής διαδοχής, κατ’ εφαρμογή του νόμου στο σύνολο των περιουσιακών στοιχείων, εννόμων σχέσεων και εν γένει δικαιωμάτων και υποχρεώσεων της Διασπώμενης που εμπίπτουν στον κλάδο τραπεζικής δραστηριότητας και εισφέρθηκαν σε αυτήν και τα περιουσιακά στοιχεία, έννομες σχέσεις και εν γένει δικαιώματα που απέρρεαν από την από 30.4.2020 σύμβαση διαχείρισης απαιτήσεων. Η μεταβολή που επήλθε στα στοιχεία της διαχειρίστριας καταχωρήθηκε νόμιμα στο Δημόσιο Βιβλίο του άρθρου 3 του ν. 2844/2020 του ενεχυροφυλακείου Αθηνών, στον τόμο …. και με αύξοντα αριθμό …, με το υπ’ αριθμ. πρωτ. …./20-4-2021 Έντυπο Δημοσίευσης Συμβάσεων, του άρθρου 10 παρ. 14 και 16 ν. 3156/2003. Περαιτέρω, δυνάμει του υπ’ αριθμ. ……./19-4-2021 πληρεξουσίου, του συμβολαιογράφου Αθηνών, . …………., η επωφελούμενη έχει εξουσιοδοτηθεί από την αλλοδαπή εταιρεία ειδικού σκοπού, όπως ασκεί στο όνομα και για λογαριασμό της ειδικής διαδόχου το δικαίωμα εκπροσώπησης σε κάθε βαθμό δικαιοδοσίας ενώπιον του Δικαστηρίων στις υπό διαχείριση απαιτήσεις αυτής, περιλαμβανομένης της απαίτηση που απορρέει από την ως άνω σύμβαση. Στη συνέχεια, η εφεσίβλητη, ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «……………..», με έδρα την ………., Αττικής, επί της οδού …………., αριθμό ΓΕΜΗ ………… και η οποία έχει νόμιμα αδειοδοτηθεί από την Τράπεζα της Ελλάδος [στο εξής ΤτΕ] [Απόφαση υπ’ αριθ. 505/20/28.06.2Ο24 της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων ΤτΕ (ΦΕΚ Β 3744/28-6-2024)], ως διαχειρίστρια πιστώσεων, δυνάμει των διατάξεων του ν. 5072/2023, όπως τροποποιήθηκε και ισχύει και της πράξης 225/1/30.01.2Ο24 της εκτελεστικής επιτροπής της Τράπεζας της Ελλάδος, όπως νόμιμα εκπροσωπείται, κατόπιν ανάθεσης, με την από 08.04.2021 μακροπρόθεσμη σύμβαση διαχείρισης, που καταρτίστηκε μεταξύ της εφεσίβλητης και της ως άνω αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού, ανέλαβε την παροχή υπηρεσιών διαχείρισης σχετικά με τα δάνεια, τις σχετικές εξασφαλίσεις ή τα παρεπόμενα δικαιώματα αυτών, που απέκτησε η εν λόγω εταιρεία ειδικού σκοπού σε συνέχεια μεταβίβασης, λόγω τιτλοποίησης, από την επωφελούμενη ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία «………………», η οποία πραγματοποιήθηκε την 30.4.2020 με σχετική εγγραφή στο ενεχυροφυλακείο Αθηνών. Αντίγραφο της από 08.04.2021 μακροπρόθεσμης σύμβασης διαχείρισης καταχωρήθηκε νόμιμα στο Δημόσιο Βιβλίο του άρθρου 3 του ν. 2844/2020 του ενεχυροφυλακείου Αθηνών και με αριθμό πρωτοκόλλου ……/22-6-2021, με την σχετική πράξη καταχώρισης του εντύπου δημοσίευσης συμβάσεων του άρθρου 10 παρ. 8 του ν. 3156/2003, στον τόμο …. και με αύξοντα αριθμό ….. Ακολούθως, δυνάμει τής με αριθμό πρωτοκόλλου ……/11.04.2023 περίληψης καταχώρισης στα δημόσια βιβλία του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών (τόμος …., αριθμός …..) τής από 10.04.2023 περίληψης της σύμβασης μακροπρόθεσμης διαχείρισης, η οποία συνήφθη μεταξύ της αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού και της εφεσίβλητης συμπληρώθηκε το κεφάλαιο 2 (Συμβατικοί όροι) του Εντύπου Δημοσίευσης Σύμβασης Διαχείρισης Επιχειρηματικών Απαιτήσεων (Άρθρο 10 παρ. 14 και 16 του ν. 3156/2003) που δημοσιεύτηκε στις 22.06.2021 με αριθμό πρωτοκόλλου …/22.06.2021 και καταχωρήθηκε στο βιβλίο του v. 2844/2000 στον τόμο … και με αριθμό …… αναφορικά με την από 08.04.2021 Σύμβαση Μακροπρόθεσμης Διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων, σε συνέχεια της οποίας συνήφθη η από 18.06.2021 Περίληψη της Σύμβασης Μακροπρόθεσμης Διαχείρισης Επιχειρηματικών Απαιτήσεων και δυνάμει του υπ’ αριθμ. …………../15.06.2021 πληρεξουσίου του συμβολαιογράφου Αθηνών, ………., η εφεσίβλητη εξουσιοδοτήθηκε από την εν λόγω εταιρεία ειδικού σκοπού – ειδική διάδοχο της ως άνω δικαιοπαρόχου, ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας, όπως ασκεί στο όνομα και για λογαριασμό της το δικαίωμα εκπροσώπησης σε κάθε βαθμό δικαιοδοσίας ενώπιον των Δικαστηρίων στις υπό διαχείριση απαιτήσεις αυτής, περιλαμβανομένης της απαίτηση που απορρέει από την ανωτέρω σύμβαση. Ως εκ τούτου, η εφεσίβλητη αποδεικνύεται ότι κατέστη μοναδική δικαιούχος κατ’ άρθρα 455 επ. ΑΚ, τόσο της αξίωσης της δικαιοπαρόχου, όσο και του ουσιαστικού δικαιώματος για επίσπευση αναγκαστικής εκτέλεσης, δυνάμει του εκδοθέντος εκτελεστού τίτλου, κατά τα άρθρα 325 § 2 και 919 ΚΠολΔ, κατ’ εξαίρεση νομιμοποιούμενη, ως μη δικαιούχος διάδικος και ο λόγος αυτός της ανακοπής που επαναφέρεται με τον πρώτο λόγο της έφεσης πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που απέρριψε (ως μη νόμιμο) τον λόγο αυτόν της ανακοπής, ορθά κατά το διατακτικό της το νόμο εφάρμοσε, πλην, όμως, με αιτιολογία που αντικαθίσταται από την παρούσα και ο λόγος αυτός της έφεσης κρίνεται αβάσιμος και απορριπτέος.
Από τη διαταγή πληρωμής παράγεται δεδικασμένο για την ύπαρξη και την έκταση της απαίτησης, μετά την τελεσίδικη απόρριψη της ασκηθείσας ανακοπής του άρθρου 632 παρ. 1 ΚΠολΔ, ή, σε περίπτωση μη άσκησης ανακοπής, όπως εν προκειμένω, μετά την παρέλευση άπρακτης της δεκαήμερης [όπως ίσχυε κατά τον χρόνο της πρώτης επίδοσης της με αρ. 2110/2012 διαταγής πληρωμής, το έτος 2013] ή της δεκαπενθήμερης [όπως ίσχυε κατά τον χρόνο της δεύτερης επίδοσης της εν λόγω διαταγής πληρωμής το έτος 2023] προθεσμίας άσκησης της ανακοπής του άρθρου 633 παρ. 2 ΚΠολΔ (ΑΠ 58/2019 ΝΟΜΟΣ). Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 321, 322, 324, 325, 330 και 331 ΚΠολΔ οι τελεσίδικες δικαστικές αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων αποτελούν δεδικασμένο, με την έννοια ότι δεν επιτρέπεται να αμφισβητηθεί και να καταστεί αντικείμενο νέας δίκης το δικαίωμα που κρίθηκε και η δικαιολογική σχέση από την οποία αυτό έχει παραχθεί. Η απαγόρευση αυτή ενεργεί τόσο θετικά, με την έννοια ότι το δικαστήριο, ενώπιον του οποίου ανακύπτει, εξ αφορμής άλλης δίκης, είτε ως κύριο είτε ως προδικαστικό ζήτημα, το δικαίωμα που κρίθηκε με τελεσίδικη απόφαση, οφείλει να θέσει ως βάση της απόφασής του το δεδικασμένο, που προκύπτει από την απόφαση αυτή, λαμβάνοντάς το ως αμάχητη αλήθεια, όσο και αρνητικά, με την έννοια ότι απαγορεύεται η συζήτηση νέας αίτησης έννομης προστασίας για το ίδιο δικαίωμα, για την ύπαρξη ή μη του οποίου υπάρχει δεδικασμένο. Το δεδικασμένο αυτό εκτείνεται στο ουσιαστικό ζήτημα για έννομη σχέση που προβλήθηκε με αγωγή, ανταγωγή, κύρια παρέμβαση ή ένσταση. Έννομη σχέση, κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, είναι το σύνολο των εννόμων συνεπειών που κρίθηκαν τελεσίδικα και όχι τα πραγματικά γεγονότα που γέννησαν ή απόσβεσαν τις έννομες συνέπειες. Με τελεσίδικη απόφαση ισοδυναμεί και η διαταγή πληρωμής, η οποία, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, έχει αποκτήσει ισχύ δεδικασμένου μετά την τελεσίδικη κατ’ ουσίαν απόρριψη της ασκηθείσας ανακοπής του άρθρου 632 παρ. 1 ΚΠολΔ ή, σε περίπτωση μη άσκησης της ανακοπής αυτής, μετά την παρέλευση άπρακτης της προθεσμίας άσκησης της ανακοπής του άρθρου 633 παρ. 2 ΚΠολΔ. Η διαταγή πληρωμής, που απέκτησε ισχύ δεδικασμένου, προσομοιάζει κατά τα αποτελέσματά της με τελεσίδικη δικαστική απόφαση, υπό την έννοια ότι ο οφειλέτης δεν μπορεί να αμφισβητήσει τη νομιμότητα της βεβαιούμενης με αυτήν απαίτησης, ούτε να προτείνει αρνητικούς ισχυρισμούς ή ενστάσεις κατ’ αυτής, ακόμη και με ανακοπή του άρθρου 933 ΚΠολΔ, αφού έκτοτε αποτελεί, κατά τη διάταξη του άρθρου 633 ΚΠολΔ, δεδικασμένο, που, κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 330 και 935 του ιδίου κώδικα, καθιστά απαράδεκτη την προβολή σε μεταγενέστερη δίκη, που αφορά στο κύρος της επισπευδόμενης εκτέλεσης, λόγων ανακοπής, οι οποίοι, είτε ήσαν γεννημένοι και προτάθηκαν είτε, αν και ήταν γεννημένοι και μπορούσαν να προταθούν, δεν προτάθηκαν με μία από τις πιο πάνω ανακοπές κατά της διαταγής πληρωμής [δικαιϊκή αρχή ne bis in idem (ουχί δις επί τω αυτώ) (ΟλΑΠ 30/1987, ΑΠ 58/2019, 2168/2014 ΝΟΜΟΣ). Το γεγονός ότι η διαταγή πληρωμής δεν είναι δικαστική απόφαση, δεν συνεπάγεται και ότι αυτή δεν δύναται κατά νόμο να παραγάγει δεδικασμένο, υπό τη θετική και την αρνητική λειτουργία του, αφού το δεδικασμένο δεν αποτελεί εννοιολογικό γνώρισμα των δικαστικών αποφάσεων αλλά έννομη συνέπεια αυτών που την προσδίδει διάταξη νόμου και, συνεπώς, ισχύουν επ’ αυτής οι διατάξεις των άρθρων 322 επ. του ΚΠολΔ, που προαναφέθηκαν, η δε έννοια και η λειτουργία του δεδικασμένου τούτου, καθώς και τα αντικειμενικά και τα υποκειμενικά όριά του ταυτίζονται με την έννοια, τη λειτουργία και τα όρια του δεδικασμένου των δικαστικών αποφάσεων (ΑΠ 58/2019, ΑΠ 1443/2017, ΜονΕφΠειρ 251/2024 ΝΟΜΟΣ).
Ο εκκαλών με τον δεύτερο λόγο της έφεσής του διαμαρτύρεται για την απόρριψη από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ως απαράδεκτων, λόγω δεδικασμένου – που παράχθηκε μετά και την επίδοση για δεύτερη φορά της επίμαχης Διαταγής Πληρωμής και της μη άσκησης εκ μέρους του κατά αυτής της ανακοπής του άρθρου 633 αρ. 2 ΚΠολΔ – των λοιπών λόγων της ανακοπής του, τους οποίους και επαναφέρει με τον 2ο λόγο της έφεσης και με τους οποίους ισχυρίστηκε ότι η απαίτηση, βάσει της οποίας εκδόθηκε η υπ΄αριθμ. 2110/2012 διαταγή πληρωμή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, με την οποία επισπεύδεται η σε βάρος ακινήτου του εκτέλεση, είναι ανεκκαθάριστη: α)Διότι δεν αναγράφεται στην αίτηση για έκδοση της διαταγής πληρωμής όσο και στην ίδια την διαταγή πληρωμής η διακύμανση του ετήσιου συμβατικού επιτοκίου με αποτέλεσμα να μην μπορεί να υπολογίσει ο ίδιος τις χρεώσεις με τις οποίες επιβαρύνθηκε, β) Διότι παρανόμως επιβλήθηκε σε αυτόν, μετακυλίστηκε και ανατοκίστηκε η εισφορά του ν. 128/75 και γ) Διότι είναι άκυροι όλοι οι ΓΟΣ της επίδικης σύμβασης, δυνάμει των οποίων εκδόθηκε η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής. Ωστόσο, όπως αποδεικνύεται από τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από την εφεσίβλητη έγγραφα, η υπ΄ αριθμ. ……./2012 διαταγή πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, έχει επιδοθεί [άρθ. 122, 123, 124, 128 αρ. 4 ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν πριν από την τροποποίησή τους με το ν. 4335/2025] δύο (2) φορές στον εκκαλούντα, ήτοι στις 02.01.2013 (βλ. την υπ΄ αριθμ. …/02.01.2013 έκθεση επίδοσης, της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών, ……………..) και στις 07.09.2023 (βλ. την υπ΄ αριθμ. …./07.09.2023 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών – Πειραιά, διορισμένου στο Πρωτοδικείο Πειραιά, …….., μέλους της αστικής εταιρείας δικαστικών επιμελητών με την επωνυμία «……………», με έδρα την Αθήνα), χωρίς ο εκκαλών να ασκήσει ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής (633 παρ. 2 ΚΠολΔ), με αποτέλεσμα να παραχθεί δεδικασμένο, το οποίο, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην αμέσως παραπάνω μείζονα πρόταση, καλύπτει το κύρος της διαταγής πληρωμής, την ύπαρξη της απαίτησης που αναφέρεται στη διαταγή πληρωμής, καθώς και την ιστορική και νομική βάση στην οποία θεμελιώθηκε (324 ΚΠολΔ). Επομένως, ο λόγος αυτός της έφεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε ομοίως και απέρριψε αυτούς τους λόγους της ανακοπής, που αφορούσαν την απαίτηση που ενσωματώνει η διαταγή πληρωμής ως απαράδεκτους, λόγω δεδικασμένου, ορθά το νόμο εφάρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε.
Η γενική ρήτρα του άρθρου 288 ΑΚ, σύμφωνα με την οποία «ο οφειλέτης έχει υποχρέωση να εκπληρώσει την παροχή όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη», αφορά την εκπλήρωση των υποχρεώσεων τόσο του οφειλέτη όσο και του δανειστή, που απορρέουν από οποιαδήποτε έγκυρη ενοχική σχέση, πηγάζουσα από σύμβαση ετεροβαρή ή αμφοτεροβαρή ή από άλλη δικαιοπραξία ή ευθέως από τον νόμο, όταν δεν προβλέπεται από τον νόμο άλλη προστασία των προσώπων αυτών κατά την εκπλήρωση των υποχρεώσεών τους ή δεν συντρέχουν οι απαιτούμενες προϋποθέσεις για την τυχόν προβλεπόμενη ειδική προστασία και δη οι ειδικές προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 388 ΑΚ, λειτουργεί, δε, όχι μόνο ως συμπληρωματική αλλά και ως διορθωτική ρήτρα των δικαιοπρακτικών βουλήσεων στις περιπτώσεις που εξαιτίας ειδικών συνθηκών, όπως είναι και οι νομισματικές εκπτώσεις, υποτιμήσεις ή διακυμάνσεις του νομίσματος, μεταβλήθηκαν οι προϋποθέσεις εκπλήρωσης των συμβατικών παροχών στο συμφωνηθέν μέτρο και έγιναν δυσβάστακτες για τον οφειλέτη ή τον δανειστή. Στις περιπτώσεις αυτές παρέχεται, κατ’ εφαρμογή της ρήτρας του άρθρου 288 ΑΚ, η δυνατότητα στο δικαστήριο να αποκλίνει, με βάση αντικειμενικά κριτήρια, που αντλούνται από την έννομη τάξη και τις αντιλήψεις που κρατούν στις συναλλαγές, από τα συμφωνηθέντα και να επαναπροσδιορίσει τις οφειλόμενες παροχές, αυξάνοντας ή μειώνοντας ανάλογα το συμφωνημένο μέγεθός τους, ώστε αυτές να ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις της συναλλακτικής καλής πίστης κατά τον χρόνο της εκπλήρωσής τους. Κατά την έννοια, δε, του άρθρου 388 ΑΚ, προϋποθέσεις υπό τις οποίες παρέχεται στον έναν από τους συμβαλλόμενους σε αμφοτεροβαρή σύμβαση το δικαίωμα να ζητήσει από το δικαστήριο την αναγωγή τής οφειλόμενης παροχής στο μέτρο που αρμόζει ή και τη λύση ολόκληρης της σύμβασης, εφόσον αυτή δεν έχει ακόμη εκτελεστεί, είναι: (α) μεταβολή των περιστατικών, στα οποία κυρίως, ενόψει της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, τα μέρη στήριξαν τη σύναψη της αμφοτεροβαρούς σύμβασης, (β) η μεταβολή να οφείλεται σε λόγους που δεν μπορούσαν να προβλεφθούν, να είναι δηλαδή απρόβλεπτη και ανυπαίτια και (γ) από την μεταβολή αυτή η παροχή του οφειλέτη, ενόψει και της αντιπαροχής, να καθίσταται υπέρμετρα επαχθής. Περαιτέρω, το παρεχόμενο δικαίωμα από τις παραπάνω διατάξεις των άρθρων 288 και 388 ΑΚ είναι διαπλαστικής φύσης και μπορεί να ασκηθεί με αγωγή ή ανταγωγή, δηλαδή, με επιθετική πράξη, όχι, όμως, με αμυντική πράξη, όπως είναι η ένσταση ή ο λόγος ανακοπής, που δεν επιτρέπονται προς διάπλαση μιας έννομης κατάστασης [ΑΠ 69/2021 ΝΟΜΟΣ]. Έτσι, επί ανακοπής κατά της εκτέλεσης εκ των άρθρων 933 επ. ΚΠολΔ, με την οποία διώκεται η ακύρωση πράξεων της εκτέλεσης για λόγους που αφορούν, κατά το άρθρο αυτό, την εγκυρότητα του εκτελεστού τίτλου, τη διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης ή την απαίτηση και ο ανακόπτων επέχει θέση εναγόμενου και όχι ενάγοντος, δεν μπορούν να αποτελέσουν νόμιμο λόγο ανακοπής τα από τα παραπάνω άρθρα 288 και 388 ΑΚ δικαιώματα [ΑΠ 69/2021, ό.π.]. Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο της κρινόμενης έφεσης ο εκκαλών διαμαρτύρεται ότι εσφαλμένα το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε ως μη νόμιμο τον τελευταίο λόγο της ανακοπής του, με τον οποίο επικαλούμενος την οικονομική κρίση, την απρόοπτη μεταβολή των συνθηκών και των ακραίων καταστάσεων που επικράτησαν στην ελληνική οικονομία και είχαν αντίκτυπο στην εργασία και στα εισοδήματά του, ζήτησε, σύμφωνα με τα άρθρα 288 και 388 ΑΚ, να αναχθούν οι υποχρεώσεις του από την προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής στο σύνολό τους αναδρομικά στο μέτρο που αρμόζει, περιοριζόμενης της οφειλής του στα νέα οικονομικά δεδομένα. Ωστόσο, ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμος, διότι δεν μπορεί να αποτελέσουν νόμιμο λόγο ανακοπής τα εκ των άρθρων 288 και 388 ΑΚ προβλεπόμενα δικαιώματα, διότι τα άρθρα 288 και 388 ΑΚ αποτελούν τη νομική βάση για τη μείωση της συμβατικής παροχής βάσει της καλής πίστης, σε περίπτωση που η μείωση αυτή ζητείται με αγωγή ή προβάλλεται με ένσταση για το μέλλον και μάλιστα στο πλαίσιο σύμβασης που ακόμα λειτουργεί και όχι αναδρομικά. Παρά, δε, την επικαλούμενη από τον εκκαλούντα οικονομική του δυσπραγία, εξαιτίας της γενικής οικονομικής κρίσης, δεν ισχυρίζεται ταυτόχρονα ότι άσκησε αγωγή ή προέβαλε ένσταση στα πλαίσια της δανειακής σύμβασης, όσο αυτή ήταν ενεργής, ώστε να αναπροσαρμοστεί η οφειλή του για το μέλλον (και όχι αναδρομικά), με βάση το άρθρο 288 ΑΚ, υπό την έννοια ότι ο εκκαλών – ανακόπτων θα μπορούσε να ζητήσει την αναπροσαρμογή της οφειλής του όσο ήταν ενεργή η σύμβαση δανείου, η οποία (αναπροσαρμογή) θα ενεργούσε για το μέλλον (ΑΠ 765/2020, ΕφΠατρ 353/2024, ΜΕφΠειρ 502/2022 ΝΟΜΟΣ). Ως εκ περισσού, δε, επισημαίνεται ότι ο εκκαλών δεν προσδιορίζει ούτε το προσήκον μέτρο που επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 288 και 388 ΑΚ, επί του οποίου θα έπρεπε να προσαρμοστεί η επίδικη δανειακή σύμβαση από το δικαστήριο ή τις ειδικές περιστάσεις που θα έπρεπε να αναπροσαρμοστεί αυτή. Επομένως, η οικονομική δυσπραγία του εκκαλούντος εξαιτίας της γενικής οικονομικής κρίσης δεν καθιστά άκυρες τις βαλλόμενες με την ένδικη ανακοπή πράξεις, διότι το άρθρο 288 ΑΚ αποτελεί τη νομική βάση για τη μείωση της συμβατικής παροχής βάσει της καλής πίστης, σε περίπτωση που η μείωση αυτή ζητείται με αγωγή ή προβάλλεται με ένσταση για το μέλλον και μάλιστα στο πλαίσιο σύμβασης που ακόμα λειτουργεί και όχι αναδρομικά. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που δέχθηκε τα ίδια και απέρριψε ως μη νόμιμο τον ως άνω λόγο ανακοπής, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο, με αιτιολογία η οποία συμπληρώνεται και με την παρούσα (άρθρο 534 ΚΠολΔ), τα δε περί του αντιθέτου υποστηριζόμενα από τον εκκαλούντα κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα. Κατόπιν των ανωτέρω πρέπει η έφεση να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο εκκαλών λόγω της ήττας του (άρθρ. 176, 181, 183, 191 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με τα άρθρα 68, 67 και 63 παρ. 1 Κώδικα περί Δικηγόρων) στην δικαστική δαπάνη της εφεσίβλητης, του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας, κατόπιν σχετικού αιτήματός της και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου της έφεσης στο Δημόσιο Ταμείο, εφόσον η έφεση απορρίπτεται (άρθρο 495 αρ. 3 υπό Α-β) και Γ προτελευτ. εδάφιο ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό της παρούσας. Τέλος, κατά το άρθρο 206 ΚΠολΔ, ο δικαστής μπορεί, ύστερα από αίτηση ενός διαδίκου ή και αυτεπαγγέλτως, να διατάξει να διαγραφούν από τα δικόγραφα ή τις προτάσεις των διαδίκων εξυβριστικές ή άλλες ανάρμοστες φράσεις. Με τη διάταξη αυτή, με την οποία επιδιώκεται η διασφάλιση της ευπρέπειας κατά τη διεξαγωγή του δικαστικού αγώνα, παρέχεται η εξουσία στο δικαστήριο να διατάσσει και αυτεπαγγέλτως, χωρίς να περιορίζεται προς τούτο χρονικά, να διαγραφούν από τα δικόγραφα ή τις προτάσεις διαδίκου εξυβριστικές ή άλλες ανάρμοστες φράσεις, οι οποίες, χωρίς να είναι αναγκαίες για την προσήκουσα υπεράσπιση των συμφερόντων των διαδίκων, αποβλέπουν σε ονειδισμό και περιφρόνηση του αντιδίκου ή του δικαστηρίου. Ανάρμοστες είναι γενικά και οι φράσεις που φανερώνουν καταφρόνηση προς τους δικαστές που εξέδωσαν τις προσβαλλόμενες αποφάσεις και προς τη δικαιοσύνη γενικότερα (ΑΠ 709/2025 ΝΟΜΟΣ). Αρμόδιο για τη διαγραφή είναι το δικαστήριο, ενώπιον του οποίου απευθύνεται το δικόγραφο ή οι προτάσεις του διαδίκου, όπου διαλαμβάνονται οι επίμαχες εξυβριστικές ή άλλες ανάρμοστες φράσεις. Η απόφαση για τη διαγραφή εξυβριστικών ή ανάρμοστων φράσεων δεν αφορά τη διάγνωση ιδιωτικού δικαιώματος ούτε συνιστά επιβολή πειθούς, κατά την τεχνική του όρου έννοια αλλά ηθική κύρωση της οποίας οι συνέπειες αντανακλούν στο πρόσωπο του πληρεξουσίου δικηγόρου, αφού εκείνος είναι ο συντάκτης του κειμένου, που οφείλει να γνωρίζει ότι η συμπεριφορά των διαδίκων οριοθετείται στα όρια της ευπρέπειας ((ΑΠ 1264/2017 ΝΟΜΟΣ). Εν προκειμένω, ο εκκαλών στο δικόγραφο της ένδικης έφεσης (σελίδα 8, στον 5ο στίχο από το τέλος) περιέλαβε, αναφερόμενος στην κρίση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου την ακόλουθη ανάρμοστη φράση, η οποία πρέπει να διαγραφεί: «Η εκκαλουμένη απόφαση εσφαλμένα και κατά πρόχειρη ερμηνεία του νόμου». Η φράση ειδικότερα «πρόχειρη ερμηνεία του νόμου» που χρησιμοποιήθηκε κατά την σύνταξη του δικογράφου προσβάλλει την Δικαστή που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, καθώς ενέχει καταφρονητική διάθεση προς το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, του οποίου πλήττεται με τρόπο απαξιωτικό η δικαιοδοτική κρίση, χωρίς αυτό να είναι αναγκαίο για την υποστήριξη των ισχυρισμών του εκκαλούντος και παραβιάζει την τήρηση της επιβαλλόμενης ευπρέπειας στη δίκη. Ενόψει τούτων, πρέπει να διαταχθεί αυτεπαγγέλτως η διαγραφή της ανάρμοστης φράσης από το ως άνω δικόγραφο στο οποίο περιέχεται, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δικάζει την έφεση αντιμωλία των διαδίκων.
Δέχεται τυπικά την έφεση.
Απορρίπτει επί της ουσίας την έφεση.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο ταμείο τού με αριθ. ……./2024 e – παραβόλου, ποσού εκατό (100) ευρώ. Επιβάλλει τα δικαστικά έξοδα της εφεσίβλητης, για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, σε βάρος του εκκαλούντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των οκτακοσίων (800) ευρώ.
Διατάσσει τη διαγραφή από το δικόγραφο της έφεσης (8η σελίδα, 5ος στίχος από το τέλος) της ανάρμοστης φράσης: «…και κατά πρόχειρη ερμηνεία του νόμου… “.
Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στον Πειραιά, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξούσιων δικηγόρων τους, στις 5.3.2026
Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ