Μενού Κλείσιμο

Αριθμός απόφασης 157/2026

ΕΛΛΗΝΙΚΗ   ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ

 ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

Αριθμός  Απόφασης 157/2026

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

Τμήμα 4o

Αποτελούμενο από την Δικαστή Ελένη Πρέντζα, Εφέτη, η οποία ορίστηκε από την Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης του Εφετείου Πειραιά και από τη Γραμματέα Σ.Φ.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την ………… για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Α. Του εκκαλούντος – καθ΄ ου η πρόσθετη παρέμβαση: …………, που παραστάθηκε δια της πληρεξούσιας δικηγόρου, Παρασκευής Σίμου (ΑΜ ΔΣΑ …………..), η οποία κατέθεσε το με Νο ……../03.12.2025 γραμμάτιο προείσπραξης του ως άνω ΔΣ.

Της εφεσίβλητης – υπέρ ης η πρόσθετη παρέμβαση: Ανώνυμης εταιρείας, με την επωνυμία «……………», η οποία εδρεύει στην Αθήνα, επί της οδού ………., με Α.Φ.Μ. ………….., όπως εκπροσωπείται νόμιμα, της οποίας ο νόμιμος εκπρόσωπος κατά την εκφώνηση της υπόθεσης με την σειρά του πινακίου, δεν εμφανίστηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Β. Της αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσας υπέρ της εφεσίβλητης και κατά του εκκαλούντος: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «…………» και το διακριτικό τίτλο «………….», πρώην με την επωνυμία «………..» (…………..) και διακριτικό τίτλο «……….» (………….), η οποία εδρεύει στο ……….. Αττικής, επί της οδού …………, με ΑΦΜ …………. Δ.Ο.Υ. ΦΑΕ Πειραιά και με αρ. ΓΕΜΗ ……….., όπως εκπροσωπείται νόμιμα, αδειοδοτηθείσα από την Τράπεζα της Ελλάδος, σύμφωνα με τον νόμο 4354/2015, δυνάμει της με αριθμ. 220/1/13.03.2017 απόφασης της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων [υπ’ αριθμ. 880/16.3.2017 ΦΕΚ (τ. Β’), η οποία ενεργεί με την ιδιότητά της ως μη δικαιούχου και μη υπόχρεου διαδίκου, διαχειρίστριας των απαιτήσεων της αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία «………….» (…………..), που εδρεύει στην Ιρλανδία, ………., όπως εκπροσωπείται νόμιμα και η οποία (εταιρεία ειδικού σκοπού), κατέστη ειδική διάδοχος της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας υπό την επωνυμία «…………….» (ΑΦΜ …….. ΔΟΥ ΦΑΕ ΑΘΗΝΩΝ), μεταβίβασης στο πλαίσιο τιτλοποίησης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις σύμφωνα με τις διατάξεις  του ν. 3156/2003, που παραστάθηκε δια της πληρεξούσιας δικηγόρου, Ιωάννας Πατριαρχέα (ΑΜ ΔΣΑ …), δικηγόρου της ΔΕ με την επωνυμία ΧΑΡΑΚΤΙΝΙΩΤΗΣ ΚΑΙ ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ, με ΑΜ ΔΣΑ ….., η οποία και κατέβαλε το με Νο …../11.12.2025 γραμμάτιο προείσπραξης του ως άνω ΔΣ.

Της υπέρ ης η πρόσθετη παρέμβαση: Ανώνυμης εταιρείας, με την επωνυμία «…………», η οποία εδρεύει στην Αθήνα, επί της οδού …….., με Α.Φ.Μ. …………., όπως εκπροσωπείται νόμιμα, της οποίας ο νόμιμος εκπρόσωπος κατά την εκφώνηση της υπόθεσης με την σειρά του πινακίου, δεν εμφανίστηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Του καθ΄ ου η πρόσθετη παρέμβαση: ………., που παραστάθηκε δια της πληρεξούσιας δικηγόρου, Παρασκευής Σίμου (ΑΜ ΔΣΑ …..), η οποία κατέθεσε το με Νο …./03.12.2025 γραμμάτιο προείσπραξης του ως άνω ΔΣ.

Ο εκκαλών άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς σε βάρος της εφεσίβλητης και της υπ΄ αριθμ. …../2014 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του ως άνω Δικαστηρίου την από 03.01.2021 ανακοπή {άρθ. 633 και 933 ΚΠολΔ}, με ΓΑΚ και ΕΑΚ αντίστοιχα, στη Γραμματεία του παραπάνω Δικαστηρίου, ……../05.01.2022), για την συζήτηση της οποίας ορίστηκε αρχικά δικάσιμος η 07.10.2022 και μετά από αναβολή η 02.06.2023. Επί της ανακοπής εκδόθηκε η με αριθμό 2160/2023 οριστική απόφαση, με παρόντες τους διαδίκους, που απέρριψε την ανακοπή. Την απόφαση αυτή προσέβαλε ο ηττηθείς διάδικος – εκκαλών, με την από 20.09.2023 έφεση, δικάσιμος της οποίας ορίστηκε αρχικά η 10.10.2024, οπότε και αναβλήθηκε για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο και γράφτηκε στο πινάκιο, με αριθμό 11. Η αυτοτελώς προσθέτως υπέρ της εφεσίβλητης και κατά του εκκαλούντος παρεμβαίνουσα άσκησε το πρώτον ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου την από 25-09-2024 (ΓΑΚ/ΕΑΚ στην Γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου ………/26-09-2024) εκούσια αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση, δικάσιμος της οποίας ορίστηκε αρχικά η 10.10.2024, οπότε και αναβλήθηκε για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο και γράφτηκε στο πινάκιο, με αριθμό …………… Οι πληρεξούσιοι δικηγόροι  των διαδίκων αναφέρθηκαν στις νομίμως κατατεθείσες προτάσεις τους και ζήτησαν να γίνουν δεκτές.

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 83 ΚΠολΔ, αν η ισχύς της απόφασης στην κύρια δίκη εκτείνεται και στις έννομες σχέσεις εκείνου που άσκησε πρόσθετη παρέμβαση προς τον αντίδικό του, εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 76 μέχρι 78 του ίδιου Κώδικα. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι αποφασιστικό κριτήριο για το χαρακτηρισμό της πρόσθετης παρέμβασης ως αυτοτελούς είναι η επέκταση της ισχύος της απόφασης, δηλαδή των υποκειμενικών ορίων του δεδικασμένου, της εκτελεστότητας και της διαπλαστικής ενέργειας αυτής, στις έννομες σχέσεις του τρίτου προς τον αντίδικό του. Το δικονομικό δικαίωμα της άσκησης αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης παρέχεται όχι λόγω της πιθανής εκδήλωσης δυσμενών ενεργειών της απόφασης σε βάρος τρίτου αλλά λόγω της δεσμευτικότητας αυτών που θα κριθούν στην ήδη εκκρεμή δίκη, όσον αφορά στις σχέσεις του παρεμβαίνοντος προς τον αντίδικό του, χωρίς να υπάρχει δυνατότητα άλλης διαδικασίας. Με την άσκηση της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης ο παρεμβαίνων, χωρίς να εισάγει στη δίκη μια νέα έννομη σχέση, αντιδικεί για την ήδη εκκρεμή έννομη σχέση, η διάγνωση της οποίας επισύρει την επέκταση της ισχύος της απόφασης. Η ασκούμενη κατά το άρθρο 83 ΚΠολΔ αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση δημιουργεί περιορισμένου περιεχομένου επιγενόμενη αναγκαστική ομοδικία του παρεμβαίνοντος με το διάδικο υπέρ του οποίου η παρέμβαση, στο μέτρο που ο παρεμβαίνων θεωρείται, κατά πλάσμα δικαίου, ως αναγκαίος ομόδικος με τις παρεχόμενες δικονομικές εξουσίες αυτού, χωρίς όμως να έχει στη διάθεσή του διαδικαστικές ευχέρειες, που προσιδιάζουν αποκλειστικά στο πρόσωπο του κυρίου διαδίκου (ΑΠ 490/2023, ΑΠ 1350/2022, ΑΠ 267/2021 ΝΟΜΟΣ). Ως αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση πρέπει να θεωρηθεί και εκείνη την οποία ασκεί αυτός που έγινε διάδοχος του διαδίκου στο επίδικο πράγμα ή δικαίωμα, όσο διαρκούσε η δίκη ή μετά το πέρας αυτής (άρθρο 225 παρ. 2 ΚΠολΔ), αφού το δεδικασμένο από τη δίκη ισχύει υπέρ και κατ` αυτού κατά το άρθρο 325 αριθ. 2 ΚΠολΔ (ΑΠ 1350/2022, ΑΠ 267/2021, ΑΠ 368/2019, ΑΠ 1564/2017 ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 81 παρ. 1 και 215 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η πρόσθετη παρέμβαση ασκείται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για την αγωγή, δηλαδή με κατάθεση του δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου, στο οποίο απευθύνεται, που είναι αναγκαίο στοιχείο της προδικασίας και ολοκληρώνεται με την κοινοποίηση αυτής στους διαδίκους, η οποία, στην περίπτωση που ασκείται για πρώτη φορά στο Εφετείο, πρέπει να γίνεται, σύμφωνα με το άρθρο 518 παρ. 4 ΚΠολΔ, σε όλους τους μέχρι την άσκησή της διαδίκους, τουλάχιστον εξήντα (60) ημέρες πριν από τη δικάσιμο, αν όλοι οι διάδικοι που καλούνται διαμένουν στην Ελλάδα (ΑΠ 490/2023, ΑΠ 456/2023, ΑΠ 267/2021, ΑΠ 368/2019 ΝΟΜΟΣ). Ο προσθέτως παρεμβαίνων δικαιούται, σύμφωνα με το άρθρο 82 ΚΠολΔ, να επιχειρεί κάθε διαδικαστική πράξη προς το συμφέρον του υπέρ ου παρενέβη. Συγκεκριμένα, έχει δικαίωμα, μεταξύ άλλων, να επισπεύδει τη δίκη, να καταθέτει προτάσεις, να χρησιμοποιεί μέσα επίθεσης και άμυνας προς υποστήριξη των αιτήσεων του υπέρ ου, προτείνοντας στο πλαίσιο αυτό ενστάσεις, να επικαλείται και να προσάγει μέσα απόδειξης, να υποβάλει αιτήσεις, να ασκεί ένδικα μέσα και για τις διατάξεις που αφορούν την κύρια υπόθεση, να αναπληρώνει παραλείψεις του υπέρ ου η παρέμβαση προς αποτροπή δυσμενών συνεπειών (προερχόμενων π.χ. από την ερημοδικία του τελευταίου) και να αναλαμβάνει τη δίκη, σύμφωνα με το άρθρο 85 ΚΠολΔ. Επίσης, οι διαδικαστικές πράξεις του αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνοντος έχουν αντικειμενική ενέργεια και δεσμεύουν τον αδρανούντα υπέρ ου η παρέμβαση (Ν. Νικάς στην ΕρμΚΠολΔ, Κεραμέα – Κονδύλη – Νίκα, Τόμος I, άρθρο 82, αριθμ. 1, σελ. 191-192 και άρθρο 83, αριθμ. 3, σελ. 194, Β. Βαθρακοκοίλης, ΕρμΚΠολΔ, Τόμος Α`, άρθρο 82, αριθμ. 3, 6, 9 και 18, σελ. 580-583). Σύμφωνα, δε, με το άρθρο 83 ΚΠολΔ αν η ισχύς της απόφασης στην κύρια δίκη εκτείνεται και στις έννομες σχέσεις εκείνου που άσκησε πρόσθετη παρέμβαση προς τον αντίδικό του, εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 76 έως 78 (ΚΠολΔ), εφαρμόζονται δηλαδή τα ισχύοντα επί αναγκαστικής ομοδικίας και η παρέμβαση χαρακτηρίζεται ως αυτοτελής. Εξάλλου, κατά το άρθρο 274 παρ. 2 περ. β` ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται, σύμφωνα με το άρθρο 524 παρ.1 ΚΠολΔ και στο εφετείο, σε περίπτωση που παρίσταται ο προσθέτως παρεμβαίνων αλλά απουσιάζει ο υπέρ ου η πρόσθετη παρέμβαση, η συζήτηση της υπόθεσης γίνεται ερήμην του μεταξύ του προσθέτως παρεμβαίνοντος και του αντιδίκου του υπέρ ου η πρόσθετη παρέμβαση, εκτός εάν έχει ασκηθεί αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση, κατά την έννοια του άρθρου 83 ΚΠολΔ, οπότε, λόγω της επιγενόμενης αναγκαίας ομοδικίας του παρεμβαίνοντος με το διάδικο υπέρ του οποίου η παρέμβαση, ο τελευταίος, σύμφωνα με το άρθρο 76 παρ. 1 εδ. τελ. ΚΠολΔ, θεωρείται ότι αντιπροσωπεύεται από τον παριστάμενο παρεμβαίνοντα – ομόδικό του. Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι η εφαρμογή του άρθρου 274 παρ. 2 ΚΠολΔ προϋποθέτει εγγραφή στο πινάκιο τόσο της κύριας υπόθεσης, όσο και της πρόσθετης παρέμβασης και συνεκφώνησης αυτών, ώστε τελικά να συνεκδικαστούν (ΜονΕφΠειρ 193/2023, ΜονΕφΠειρ 160/2022, ΜονΕφΠειρ 673/2022 ΝΟΜΟΣ).

Εξάλλου, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 1 περ. γ΄ του ν. 4354/2015 «Διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων….», «Τα δικαιώματα που απορρέουν από τις μεταβιβαζόμενες λόγω πώλησης απαιτήσεις δύνανται να ασκούνται μόνο μέσω των εταιριών διαχείρισης της παρούσας παραγράφου. Οι μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις από δάνεια και πιστώσεις λογίζονται ως τραπεζικές και μετά τη μεταβίβασή τους. Οι εταιρίες διαχείρισης απαιτήσεων ευθύνονται για όλες τις υποχρεώσεις απέναντι στο Δημόσιο και σε τρίτους, οι οποίες βαρύνουν τις εταιρίες απόκτησης απαιτήσεων και απορρέουν από τις μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις». Επίσης, σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 4 του άρθρου 2 του άνω νόμου 4354/2015, «οι Εταιρίες Διαχείρισης νομιμοποιούνται, ως μη δικαιούχοι διάδικοι, να ασκήσουν κάθε ένδικο βοήθημα και να προβαίνουν σε κάθε άλλη δικαστική ενέργεια για την είσπραξη των υπό διαχείριση απαιτήσεων, καθώς και να κινούν, παρίστανται ή συμμετέχουν σε προπτωχευτικές διαδικασίες εξυγίανσης, πτωχευτικές διαδικασίες αφερεγγυότητας, διαδικασίες διευθέτησης οφειλών και ειδικής διαχείρισης των άρθρων 61 επ. του ν. 4307/2014 (ΦΕΚ Α΄ 246). Εφόσον οι Εταιρίες συμμετέχουν σε οποιαδήποτε δίκη με την ιδιότητα του μη δικαιούχου διαδίκου, το δεδικασμένο της απόφασης καταλαμβάνει και τον δικαιούχο της απαίτησης».

Εισάγονται προς συζήτηση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου: 1) Η από 20.09.2023 έφεση [ΓΑΚ/ΕΑΚ, αντίστοιχα, ένδικου μέσου στη Γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ………../22-09-2023 και ΓΑΚ/ΕΑΚ για προσδιορισμό δικασίμου, ενώπιον της Γραμματείας αυτού του Δικαστηρίου, ………/22.09.2023 και για την οποία ορίστηκε αρχικά δικάσιμος η 10.10.2024 με αρ. πιν. ………….] κατά της υπ’ αριθμ. 2160/2023 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά και 2) Η από 25-09-2024 [ΓΑΚ/ΕΑΚ, αντίστοιχα, στην Γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου ……../26-09-2024 και για την οποία ορίστηκε αρχικά δικάσιμος η 10.10.2024 με αρ. πιν. ………….] (εκούσια αυτοτελής) πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της εφεσίβλητης και κατά του εκκαλούντος, οι οποίες πρέπει να συνεκδικαστούν λόγω συνάφειας, αφού αφορούν στην ίδια προσβαλλόμενη απόφαση, υπάγονται στην ίδια διαδικασία και έτσι διευκολύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των δικαστικών εξόδων (άρθρα 80 επ., 246 και 524 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Η εφεσίβλητη –  καθ΄ ης η ανακοπή – υπέρ ης η αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση, αν και κλητεύτηκε για να παραστεί στην αρχική δικάσιμο, τόσο από τον εκκαλούντα, όπως αποδεικνύεται από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από αυτόν υπ΄αριθμ. ………../12.10.2023 έκθεση επίδοσης, της δικαστικής επιμελήτριας, της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, με έδρα στο Πρωτοδικείο Αθηνών, ………….., για την αρχικά ορισθείσα δικάσιμο της 10-10-2024 και μετά από αναβολή, με σχετική επισημείωση στο πινάκιο, που ισχύει, κατ΄ άρθρο 226 παρ.4 ΚΠολΔ, ως κλήτευση όλων των διαδίκων, για τη σημερινή δικάσιμο, με αρ. πιν. ……), όσο και από την αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσα, όσον αφορά στην παρέμβαση, όπως αποδεικνύεται από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από την παρεμβαίνουσα υπ΄αρ. ………./27-09-2024 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας, της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, ………, μέλους της αστικής εταιρείας δικαστικών επιμελητών με την επωνυμία «…………», ΜΕ ΑΦΜ ……………, για την αρχικά ορισθείσα δικάσιμο της 10-10-2024 και μετά από αναβολή, με σχετική επισημείωση στο πινάκιο, που ισχύει, κατ΄ άρθρο 226 παρ.4 ΚΠολΔ, ως κλήτευση όλων των διαδίκων, για τη σημερινή δικάσιμο, με αρ. πιν. …., εντούτοις, ο νόμιμος εκπρόσωπος αυτής κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από την σειρά του πινακίου δεν εμφανίστηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, κατά την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, κατά την οποία αυτές (έφεση και παρέμβαση) συνεκφωνήθηκαν από τη σειρά του πινακίου. Ενόψει, όμως, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στην μείζονα σκέψη, του ότι η εφεσίβλητη – υπέρ ης η αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση θεωρείται ότι εκπροσωπείται από την αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσα θα δικαστεί σαν να ήταν και αυτή παρούσα.  Η αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσα, με ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου, στις 26.09.2024 και επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στους διαδίκους της κύριας δίκης (υπέρ ης και καθ’ ου η πρόσθετη παρέμβαση, αντίστοιχα), κατ’ εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 80, 81, 524 και 591 παρ. 1 περ. β ΚΠολΔ, όπως αποδεικνύεται από τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες από την προσθέτως παρεμβαίνουσα, υπ’ αριθμ. …../27.09.2024 και …../27.09.2024, αντίστοιχα, εκθέσεις επίδοσης, των δικαστικών επιμελητριών, της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, ………. και ………., αντίστοιχα, αμφοτέρων μελών της αστικής εταιρείας δικαστικών επιμελητών, με την επωνυμία «…………», με ΑΦΜ …… Περαιτέρω, όπως αποδεικνύεται από τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα έγγραφα από την  προσθέτως παρεμβαινουσα, η τελευταία, ανώνυμη εταιρεία, με την επωνυμία «……………» και το διακριτικό τίτλο «…………….» έχει νόμιμα αδειοδοτηθεί και ελέγχεται από  την Τράπεζα της Ελλάδος, ως εταιρεία διαχείρισης απαιτήσεων, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 4354/2015, όπως αυτός ισχύει (απόφαση 220/1/13.03.2017 της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων, ΦΕΚ τ. Β 880/16.03.2017) και ενεργεί με την ιδιότητά της ως μη δικαιούχος και μη υπόχρεος διάδικος, διαχειρίστρια, δυνάμει τής από 16-02-2024 σύμβασης διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων (κατ’ άρθρο 10 παράγραφοι 14 και 16 του ν. 3156/2003), περίληψη της οποίας καταχωρήθηκε νόμιμα, την 16-02-2024, με αρ. πρωτ. …………../16-02-2024, στα βιβλία του άρθρου 3 του ν. 2844/2000 του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών, στον Τόμο …. και με αυξ. αριθ. …… (άρθρο 10 παράγραφος 16 του ν. 3156/2003) των απαιτήσεων της αλλοδαπής εταιρείας, ειδικού σκοπού, με την επωνυμία «…………» (…………), που εδρεύει στην Ιρλανδία […………], με αριθμό μητρώου ……….., όπως εκπροσωπείται νόμιμα και η οποία (εταιρεία ειδικού σκοπού), κατέστη, μετά την άσκηση της ως άνω ανακοπής και την επελθούσα εκκρεμοδικία, ειδική διάδοχος της εφεσίβλητης, ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας, με την επωνυμία «………..» (ΑΦΜ ………. ΔΟΥ ΦΑΕ ΑΘΗΝΩΝ), κατόπιν μεταβίβασης σε αυτήν, μεταξύ άλλων, και της ένδικης απαίτησης – που επιδικάστηκε υπέρ της εφεσίβλητης, με την υπ΄ αριθμ. …………./2014 Διαταγή Πληρωμής, του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά και εκδόθηκε μετά από άσκηση ανακοπής κατά αυτής η εκκαλουμένη απόφαση- στο πλαίσιο τιτλοποίησης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις εκ μέρους της εφεσίβλητης, σύμφωνα με τις διατάξεις  του ν. 3156/2003, δυνάμει τής από 16.02.2024 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης απαιτήσεων, περίληψη της οποίας καταχωρήθηκε αυθημερόν στα δημόσια βιβλία του άρθρου 3 του ν. 2844/2000, του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών, στον τόμο ……, με αυξ. αριθμό …….. και έλαβε αριθμό πρωτοκόλλου …./16-02-2024 (άρθρο 10 παρ. 8 του v. 3156/2003), όπως τούτο αποδεικνύεται από το σχετικό παράρτημα τού ως άνω πρωτοκόλλου που καταχωρήθηκε στα βιβλία του ν. 2844/2000 (τόμος …. και α.α. ……). Επομένως, η εν λόγω αλλοδαπή εταιρεία, ειδικού σκοπού, με την επωνυμία «…………..» (………………..) [διαχειρίστρια των απαιτήσεων της οποίας είναι, όπως λέχθηκε, η αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσα, μετά τη γένεση της εκκρεμοδικίας από την άσκηση της ένδικης έφεσης], κατέστη αυτή ειδική διάδοχος, στην έννομη σχέση, από την οποία απορρέει η επίδικη απαίτηση και ως εκ τούτου τυγχάνει μοναδική δικαιούχος, κατά άρθρα 455 επ. ΑΚ, τόσο της επιδικασθείσας αξίωσης της δικαιοπαρόχου, όσο και του ουσιαστικού δικαιώματος για επίσπευση αναγκαστικής εκτέλεσης, δυνάμει τού ως άνω εκτελεστού τίτλου, κατ’ άρθρα 325 παρ. 2 και 919 ΚΠολΔ, ενώ, σύμφωνα και με όσα εκτέθηκαν στην ανωτέρω μείζονα σκέψη, την εφεσίβλητη – υπέρ ης η αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση και την  αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσα συνδέει ο δεσμός της αναγκαστικής ομοδικίας. Κατόπιν αυτών, πρέπει η εκούσια αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση να ερευνηθεί περαιτέρω, συνεκδικαζόμενη με την έφεση αντιμωλία των διαδίκων, γιατί έτσι διευκολύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων (άρθρο 246 ΚΠολΔ), πέραν του ότι η πρόσθετη παρέμβαση δεν είναι επιδεκτική χωριστής συζήτησης, από εκείνη της εκκρεμούς δίκης, αφού δεν έχει αυτοτέλεια έναντι της αρχικής αγωγής αλλά εξαρτάται από την κύρια δίκη που ανοίχθηκε με την αγωγή ή το ένδικο μέσο, από την οποία δεν μπορεί να χωριστεί (ΑΠ 1426/2013 ΝΟΜΟΣ).

Ο ανακόπτων και ήδη εκκαλών με την από 03-01-2021 [ΓΑΚ/ΕΑΚ ………/5.1.2022] ανακοπή του ζήτησε την ακύρωση της υπ΄αριθμ. …………./2014 Διαταγής Πληρωμής του Δικαστή του Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία έχει εκδοθεί και σε βάρος του, ως εγγυητή, για την επιδικασθείσα με την ως άνω διαταγή πληρωμής απαίτηση, προερχόμενη από ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό, της καθ΄ ης η ανακοπή – εφεσίβλητης, τραπεζικής εταιρίας και την παρά πόδας αυτής από 03.12.2021 επιταγής προς πληρωμή της εφεσίβλητης και την καταδίκη της στην δικαστική του δαπάνη. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με την εκκαλουμένη απόφασή του απέρριψε την ανακοπή. Ο ανακόπτων άσκησε κατά της ως άνω πρωτόδικης απόφασης την κρινόμενη έφεση και με τους περιεχόμενους στο δικόγραφο αυτής λόγους, που ανάγονται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων, ζητά την εξαφάνιση της εκκαλουμένης, προκειμένου να γίνει δεκτή η ανακοπή.

1.Από τον συνδυασμό των άρθρων 669 ΕΝ, 361 ΑΚ και 112 ΕισΝΑΚ, συνάγεται ότι ο αλληλόχρεος λογαριασμός είναι η σύμβαση μεταξύ δύο προσώπων, εκ των οποίων τουλάχιστον το ένα είναι έμπορος (όπως η ανώνυμη εταιρία κατά το άρθρο 1 του Ν. 2190/1920), με την οποία συμφωνείται να καταχωρούνται σε ένα λογαριασμό, με τύπο πιστοχρεωστικών κονδυλίων, οι μεταξύ τους συναλλαγές και να οφείλεται κατά το κλείσιμο του λογαριασμού, το κατάλοιπο. Στην έννοια του αλληλόχρεου λογαριασμού περιλαμβάνεται και ο ανοικτός λογαριασμός πιστώσεως σε τράπεζα που κινείται με διαδοχικές αναλήψεις του δανείου (πιστώσεως) από τον πιστούχο της τράπεζας και) τμηματικές αποδόσεις τούτου από τον ίδιον, με τους οικείους τόκους και προμήθειες (ΑΠ 1022/2003, ΕφΘες 413/2017 ΝΟΜΟΣ). Ο αλληλόχρεος λογαριασμός όπως προκύπτει από το άρθρο 112 § 2 ΕισΝΑΚ μπορεί να κλείσει όχι μόνον οριστικά στις από τον νόμο οριζόμενες περιπτώσεις αλλά και προσωρινά κατά περιόδους. Η τράπεζα δικαιούται (άρθρο 47 § 2 του ΝΔ 17-7/13.8.1923) τον λογαριασμό αυτό της πιστώτριας να τον κλείσει οποτεδήποτε θελήσει. Σε περίπτωση που κατά το περιοδικό ενδιάμεσο κλείσιμο του λογαριασμού αναγνωρίστηκε από τον οφειλέτη το προσωρινό υπόλοιπο που προέκυψε από αυτό, το υπόλοιπο αυτό αποτελεί το πρώτο κονδύλιο του λογαριασμού της νέας περιόδου, με συνέπεια κατά το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού της νέας περιόδου να μην απαιτείται εκκαθάριση αυτού και παράθεση στην αίτηση για την έκδοση διαταγής πληρωμής, του οριστικού υπολοίπου των κονδυλίων του λογαριασμού για την περίοδο στην οποία αναφέρεται η πιο πάνω αναγνώριση. Με αναγνώριση του καταλοίπου κάποιας περιόδου ισοδυναμεί και η πλασματική αναγνώριση που επέρχεται σε εκτέλεση σχετικής έγκυρης συμφωνίας των διάδικων μερών με την παρέλευση της προθεσμίας που θέτει η τράπεζα στον πιστούχο, χωρίς ο τελευταίος να προβάλει αντιρρήσεις κατά του γνωστοποιηθέντος καταλοίπου. Διαταγή πληρωμής, εξάλλου, μπορεί να εκδοθεί και για το κατάλοιπο κλεισθέντος αλληλόχρεου λογαριασμού, εφόσον αποδεικνύονται εγγράφως η σύμβαση αυτού, η κίνηση, το κλείσιμο και το κατάλοιπο του λογαριασμού. Η περιλαμβανόμενη στην σύμβαση παροχής πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό ειδική συμφωνία ότι η οφειλή του πιστούχου προς την πιστώτρια τράπεζα, που θα προκύψει από το οριστικό κλείσιμο της πίστωσης, θα αποδεικνύεται από το απόσπασμα των εμπορικών βιβλίων της τράπεζας δεν προσκρούει στην δημόσια τάξη και ως δικονομική σύμβαση είναι έγκυρη. Το απόσπασμα αυτό, στο οποίο αποτυπώνεται η κίνηση, το κλείσιμο του λογαριασμού και το κατάλοιπο, επέχει θέση αποδεικτικού μέσου, με ισχύ ιδιωτικού εγγράφου, ενώ το αντίγραφο αυτού έχει αποδεικτική δύναμη ίση με το πρωτότυπο, εφόσον η ακρίβειά του βεβαιώνεται από αρμόδια αρχή ή δικηγόρο (άρθρα 449 παρ. 1 ΚΠολΔ, 52 του ΝΔ 3026/1954,14 του Ν. 1599/1986). Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρ. 623, 624 παρ. 1, 626, 628 παρ. 1 εδ. α`, 632 παρ. 1 και 633 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι μπορεί να ζητηθεί η έκδοση διαταγής πληρωμής για χρηματική απαίτηση, εφόσον η απαίτηση αυτή δεν εξαρτάται από αίρεση ή προθεσμία, όρο ή αντιπαροχή και αποδεικνύεται (η απαίτηση και το οφειλόμενο ποσό) με δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο ή με συνδυασμό τέτοιων εγγράφων που επισυνάπτονται στην αίτηση. Εάν η απαίτηση ή το ποσό δεν αποδεικνύονται εγγράφως, ο Δικαστής οφείλει, κατ` άρθρο 628 του ΚΠολΔ, να μην εκδώσει διαταγή πληρωμής. Εάν δε, παρά την έλλειψη της διαδικαστικής αυτής προϋπόθεσης, εκδοθεί διαταγή πληρωμής, αυτή ακυρώνεται ύστερα από ανακοπή του οφειλέτη, κατά τα άρθρα 632 και 633 του ΚΠολΔ. Στην περίπτωση αυτή, η ακύρωση της διαταγής πληρωμής απαγγέλλεται λόγω διαδικαστικού απαραδέκτου, ανεξαρτήτως της ύπαρξης της απαίτησης και της δυνατότητας να αποδειχθεί αυτή με άλλα αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 1376/2018, ΑΠ 682/2015, ΕφΠειρ 399/2020, δημ. Νόμος). Εξάλλου, διαταγή πληρωμής μπορεί να εκδοθεί και για το κατάλοιπο κλεισθέντος αλληλόχρεου λογαριασμού ή για το υπόλοιπο δανείου, εφόσον αποδεικνύονται εγγράφως η σύμβαση ανοίγματος του αλληλόχρεου λογαριασμού ή δανείου, η κίνησή του, το κλείσιμο και το κατάλοιπο αυτών. Έγγραφα που αποδεικνύουν την απαίτηση, αποτελούν και τα αποσπάσματα των εμπορικών βιβλίων της τράπεζας, κατόπιν συμφωνίας των συμβληθέντων μερών (ΑΠ 621/2018 ΝΟΜΟΣ). Άλλωστε στην έννοια του αλληλόχρεου λογαριασμού περιλαμβάνεται και ο ανοικτός λογαριασμός πίστωσης σε τράπεζα, που κινείται με διαδοχικές αναλήψεις του δανείου (πίστωσης) από τον πιστούχο της τράπεζας και τμηματικές αποδόσεις τούτου από τον ίδιο, με τους οικείους τόκους και προμήθειες (ΑΠ 1906/2025, ΑΠ 1672/2024 ΝΟΜΟΣ).

Με τον πρώτο λόγο της έφεσης ο εκκαλών – ανακόπτων διαμαρτύρεται για την απόρριψη από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο του πρώτου λόγου της ανακοπής του, με τον οποίο επικαλέστηκε την ακυρότητα της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής λόγω διαδικαστικού απαραδέκτου, που έγκειται στην μη έγγραφη απόδειξη της απαίτησης. Ειδικότερα, ο εκκαλών ισχυρίστηκε, κατά μεν το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου της ανακοπής ότι: α) Η εφεσίβλητη – καθ΄ ης η ανακοπή στην από 30.6.2014 αίτησή της, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, επί της οποίας εκδόθηκε σε βάρος της πιστούχου, ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία «……………….» και των δύο αναφερόμενων εγγυητών της, ήτοι των ομόρρυθμους αυτής εταίρων, μεταξύ των οποίων είναι και ο ανακόπτων – εκκαλών, η προσβαλλόμενη, με αρ. ……/18.7.2014 διαταγή πληρωμής, με την κάτωθι αυτής, από 03.12.2021, επιταγή προς πληρωμή, με την οποία επιτάχθηκε να καταβάλει στην αιτούσα – εφεσίβλητη το συνολικό ποσό των 69.947,55€, νομιμότοκα, αν και, μεταξύ των εγγράφων που επικαλέστηκε και προσήγαγε προς απόδειξη της απαίτησής της ήταν και η από 26.03.2009 πρόσθετη πράξη περί αναπροσαρμογής του περιθωρίου του επιτοκίου τού με αρ. ……………. (τηρηθέντα μεταξύ των συμβαλλόμενων, λογαριασμού καταθέσεων όψεως) σε 3,25% ετησίως από 26.03.2009, παρόλ΄ αυτά, από την πράξη αυτή ουδεμία τέτοια αναπροσαρμογή προέκυπτε, κατά, δε, το δεύτερο σκέλος του λόγου αυτού ότι: β)Αν και η εφεσίβλητη επικαλείται στην αίτησή της ότι δυνάμει της υπ’ αρ. ……/19.06.2003 ιδιωτικής σύμβασης πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό, που καταρτίστηκε στον Κορυδαλλό και στο κατάστημά της με αριθμό …….), την 25.05.2004 και η οποία μεταγενέστερα έλαβε τον αριθμό ……………./19.06.2003, παρόλ΄ αυτά, καμία σύμβαση, συνταχθείσα στις 25.05.2004, όπως αναφερόταν στην αίτηση, δεν προσκόμισε η εφεσίβλητη για την έκδοση της διαταγής πληρωμής, ώστε να αποδεικνύεται αυτός ο ισχυρισμός της. Ότι, επομένως, η εκκαλουμένη απόφαση θα έπρεπε, ελλείψει επάρκειας των προσκομισθέντων από την εφεσίβλητη εγγράφων και μη ύπαρξης έγγραφης απόδειξης της απαίτησής της, να ακυρώσει την διαταγή πληρωμής και την κάτωθι αυτής επιταγή προς πληρωμή. Περαιτέρω, με τον δεύτερο λόγο της έφεσης ο εκκαλών διαμαρτύρεται για την απόρριψη από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο του δεύτερου λόγου της ανακοπής του, με τον οποίο αυτός ισχυρίστηκε ότι η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμή είναι άκυρη, λόγω διαδικαστικού απαραδέκτου και δη ανυπαρξίας αιτίας πληρωμής του ποσού που επιδικάστηκε (και) σε βάρος του, αφού η εφεσίβλητη αιτήθηκε την έκδοση διαταγής πληρωμής επικαλούμενη ότι καταρτίστηκε μεταξύ τους σύμβαση πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό, ενώ, στην πραγματικότητα επρόκειτο περί σύμβασης δανείου, γεγονός που δεν εκτίθεται στην αίτηση προς έκδοση διαταγής πληρωμής, αφού, η εν λόγω συμφωνία πίστωσης δεν είχε τα στοιχεία σύμβασης πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό δεδομένου ότι δεν προέβλεπε την δυνατότητα της ως άνω πιστούχου εταιρείας να καταστεί και αυτή δανειστής της αντισυμβαλλόμενης (εφεσίβλητης) τράπεζας αλλά ήταν εκ των προτέρων γνωστό ότι δανειστής θα ήταν μόνο η τράπεζα, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα. Οι ανωτέρω λόγοι έφεσης με τους οποίους επαναφέρονται οι 1ος και 2ος εκ των λόγων ανακοπής, είναι νόμιμοι, ερειδόμενοι στις διατάξεις των άρθρων 174 ΑΚ, 623, 626 και 630 ΚΠολΔ [όπως ίσχυαν πριν το ν. 5221/2025] και πρέπει να εξεταστούν περαιτέρω και ως προς την ουσιαστική τους βασιμότητα.

Από την εκτίμηση όλων ανεξαιρέτως των εγγράφων που νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι και τα οποία λαμβάνονται υπόψιν προς άμεση ή έμμεση απόδειξη για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (άρθρα 336 παρ.3, 339 σε συνδυασμό με 395 ΚΠολΔ), καθώς και από τις ομολογίες των διαδίκων (άρθρα 261 και 352 επ. ΚΠολΔ), αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η ένδικη απαίτηση για την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ’ αριθμ. ………../2014 διαταγή πληρωμής, στηρίχθηκε στην υπ’ αρ. ………./19.06.2003 σύμβαση πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό, η οποία μεταγενέστερα έλαβε τον αριθμό ………./…………./19.06.2003,  ποσού πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ και στις μεταγενέστερες πρόσθετες αυξητικές συμβάσεις, με τις οποίες η πίστωση ανήλθε μέχρι το ποσό των εβδομήντα πέντε χιλιάδων (75.000) ευρώ, που καταρτίστηκαν στον …… Αττικής, στο κατάστημα με αριθμό …… της εφεσίβλητης, με συμβαλλόμενους την τελευταία (εφεσίβλητη) και την πιστούχο, ομόρρυθμη εταιρεία, με την επωνυμία «……………….», εγγυήθηκαν, δε, για όλο το ποσό της πίστωσης υπέρ της πιστούχου εταιρείας οι δύο ομόρρυθμοι αυτής εταίροι, ήτοι ο εκκαλών – ανακόπτων), ………. και η ……….., σύμφωνα με τον περί εγγυήσεως αυτών όρο με αριθμό 14 της ως άνω σύμβασης πίστωσης, ως αυτοφειλέτες, εις ολόκληρον με την πιστούχο, παραιτούμενοι, μεταξύ άλλων ενστάσεων και από την ένσταση δίζησης και αποδεχόμενοι ότι οποιαδήποτε αναγνώριση της οφειλής από την πιστούχο θα υποχρεώνει και τους ίδιους. Η πιστούχος έκανε χρήση της ανοιγείσας πίστωσης και της ευχέρειας, σύμφωνα με την από 19.06.2003 πρόσθετη πράξη, πραγματοποίησης υπεραναλήψεων με τις ανανεώσεις αυτών, που ακολούθησαν, έως 31.03.2012, του συμβατικά καθορισμένου χρόνου χρήσης της υπερανάληψης, κατόπιν γενομένων αποδεκτών από την εφεσίβλητη σχετικών επιστολών – αιτημάτων της πιστούχου προς αυτήν, υπογεγραμμένες και από τον εγγυητή – αυτοφειλέτη –  εκκαλούντα [βλ. επιστολές από 2.6.2004, 23.06.2005, 12.07.2006, 03.07.2007, 02.04.2008, 26.03.2009, 26.03.2010 και 31.03.2011] που αφορούσε τον υπ’ αρ. …./………. λογαριασμό καταθέσεων όψεως, που διατηρούσε για τον σκοπό αυτό η πιστούχος και της με αρ. …………….. από 19.06.2003 σύμβασης πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό. Στη συνέχεια, η πιστούχος, ομόρρυθμη εταιρεία, σε απάντηση της από 01.07.2012 επιστολής της εφεσίβλητης τράπεζας [κατονομάζοντας ρητά η ίδια την σύμβαση ως τέτοια αλληλόχρεου λογαριασμού] αναγνώρισε ανεπιφύλακτα και εγγράφως με επιστολή της προς την εφεσίβλητη (κατάστημα … …..)  το κατά το περιοδικό κλείσιμο του ως άνω λογαριασμού καταθέσεων όψεως προκύψαν χρεωστικό σε βάρος της υπόλοιπο και τις εγγραφές που έγιναν μέχρι και 30.06.2012 στον πιο πάνω λογαριασμό, ποσού 61.461,71€, πλέον τόκων και λοιπών επιβαρύνσεων από 01.07.2012 και πλέον τόκων, ποσού 3.180,30€, για το χρονικό διάστημα από 01.01.2012 έως 30.06.2012, για τις οποίες εγγραφές, όπως η ίδια δηλώνει στην επιστολή της, είχε ενημερωθεί, σύμφωνα με την σύμβαση, από τα μηνιαία αντίγραφα που της απέστελνε η εφεσίβλητη, δηλώνοντας ότι συμφωνεί ανεπιφύλακτα την πραγματοποίησή τους. Στις 04.06.2013 η εφεσίβλητη, λόγω μη κανονικής εκπλήρωσης των υποχρεώσεων της πιστούχου, που απέρρεαν από την ως άνω σύμβαση ανήγγειλε με επιστολή της σε αυτήν (πιστούχο) και στους εγγυητές την καταγγελία της πίστωσης και το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού πίστωσης Νο ………………, καθώς και το κατά το οριστικό κλείσιμο και τη μεταφορά στην οριστική καθυστέρηση οφειλόμενο χρεωστικό υπόλοιπο κατά την ημερομηνία αυτή, ποσού εξήντα επτά χιλιάδων οκτακοσίων ενός ευρώ και πενήντα πέντε λεπτών [67.801,55€], το οποίο της όφειλαν, εντόκως, με το εκάστοτε ισχύον, για την απαίτησή της αυτή, τραπεζικό επιτόκιο υπερημερίας και με ανά εξάμηνο ανατοκισμό των τόκων από 05.06.2013 μέχρις εξοφλήσεως, με τη μνεία ότι οι οφειλόμενοι σε καθυστέρηση τόκοι θα ανατοκίζονται με εξάμηνη περιοδικότητα και προσκάλεσε την πιστούχο να προβεί αμέσως στην εξόφληση της οφειλής της. Η εν λόγω καταγγελία επιδόθηκε νόμιμα στον εκκαλούντα – ανακόπτοντα, εγγυητή στις 05.06.2013, όπως αποδεικνύεται από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από αυτήν υπ΄ αριθμ. ….΄ /05.06.2013 έκθεση επίδοσης, του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών, ………., χωρίς αυτός να αμφισβητήσει την οφειλή. Παράλληλα, η εφεσίβλητη την 04.06.2013 μετέφερε για καλύτερη λογιστική παρακολούθηση, το παραπάνω χρεωστικό κατάλοιπο από τον προαναφερόμενο οριστικά κλεισθέντα λογαριασμό στον υπ’ αρ. ………….. λογαριασμό οριστικής καθυστέρησης, στο όνομα της πιστούχου. Από, δε, την επισκόπηση της από 30.06.2014 αίτησης της εφεσίβλητης προς έκδοση διαταγής πληρωμής αποδεικνύεται ότι προς απόδειξη της απαίτησής της σε βάρος του εκκαλούντος επικαλέστηκε και προσκόμισε ενώπιον του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, ακριβή αποσπάσματα εξαχθέντα κατά πρωτότυπη εκτύπωση, φέροντα την υπογραφή δύο υπαλλήλων της, οι οποίοι βεβαιώνουν τη γνησιότητα της γενόμενης από αυτούς εκτυπώσεως των αποσπασμάτων αυτών, από τα μηχανογραφικώς τηρούμενα εμπορικά της βιβλία, που περιέχονται σε ηλεκτρονική μορφή στον ηλεκτρονικό υπολογιστή αυτής, τα οποία, σύμφωνα με τον όρο 5 της σύμβασης πίστωσης, αποτελούν πλήρη απόδειξη της απαίτησής της και τα οποία εμφανίζουν με σαφήνεια και ακρίβεια τις χρεοπιστώσεις των λογαριασμών που έχουν καταχωρηθεί και το οφειλόμενο χρεωστικό υπόλοιπο και ειδικότερα: (α) Το από 04.06.2013 απόσπασμα του υπ’ αριθμ. …………… λογαριασμού καταθέσεων όψεως του καταστήματος …. (….) της εφεσίβλητης, που στηρίζεται στην άνω σύμβαση πίστωσης, που εμφανίζει πλήρη, λεπτομερή και ακριβή ανάλυση της κίνησης αυτού από τις 19.06.2003, (στην οποία κίνηση περιλαμβάνεται η ημερομηνία της 01.07.2012, οπότε έγινε η τελευταία έγγραφη αναγνώριση από την πιστούχο του υπολοίπου αυτού της 30.06.2012) και εφεξής, μέχρι την 01.10.2012, οπότε και το χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού αυτού, ποσού ευρώ 63.241,24 μεταφέρθηκε στον υπ’ αριθμ. ……….. λογαριασμό, β)Το από 04.06.2013 απόσπασμα του υπ’ αριθμ. ……………. λογαριασμού του καταστήματος ………….. της εφεσίβλητης, που εμφανίζει πλήρη, λεπτομερή και ακριβή ανάλυση της κίνησης αυτού από το άνοιγμά του, την   01.10.2012 και εφεξής, μέχρι το οριστικό κλείσιμο αυτού στις 04.06.2013, οπότε εμφάνιζε χρεωστικό σε βάρος  των καθ΄ ων η αίτηση, μεταξύ των οποίων και του εκκαλούντος – εγγυητή, υπόλοιπο ποσού ευρώ 67.801,55 εντόκως, με το εκάστοτε ισχύον, για την απαίτηση τραπεζικό επιτόκιο υπερημερίας, σύμφωνα με τους όρους της σύμβασης και με ανά εξάμηνο ανατοκισμό των τόκων, από 05.06.2013 μέχρις εξοφλήσεως και γ)Το από 04.06.2014 απόσπασμα του υπ’ αριθμ. ………….. λογαριασμού οριστικής καθυστέρησης της μονάδας της εφεσίβλητης – αιτούσας «ΕΙΔΙΚΗ ΜΟΝΑΔΑ ΚΑΘΥΣΤΕΡΗΣΕΩΝ ΑΘΗΝΩΝ» (675), από τη μεταφορά σ’ αυτόν, την 04.06.2013, του καταλοίπου τού ως άνω υπ’ αριθμ. …………. λογαριασμού και εφεξής έως 04.06.2014 και το οφειλόμενο υπόλοιπο αυτού, ποσού ευρώ 67.801,55, εντόκως. Από τα ακριβή αυτά αποσπάσματα τα επισυναπτόμενα στην αίτηση για την έκδοση της διαταγής πληρωμής έγγραφα αποδεικνύεται η απαίτηση και το ποσό της και ότι ο εκκαλών, ως εγγυητής, οφείλει, στην εφεσίβλητη το ως άνω ποσό των ευρώ εξήντα επτά χιλιάδων οκτακοσίων ενός ευρώ και πενήντα πέντε λεπτών (67.801,55), εντόκως όπως ανωτέρω αναφέρθηκε. Επομένως, ο ανακόπτων – εκκαλών ως εγγυητής αναγνώρισε και δεν προέβαλε αντιρρήσεις για το κατάλοιπο της οφειλής, με αιτία τον αλληλόχρεο λογαριασμό, που κατάρτισε με την εφεσίβλητη η πιστούχος και εγγυήθηκε ο ίδιος και για το οποίο δεν απαιτείτο να γίνεται παράθεση όλης της κίνησης του λογαριασμού, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται, αν και εν προκειμένω η κίνηση αυτή ενσωματώνεται στην αίτηση. Αμφισβήτησε, δε ο εκκαλών το πρώτον με την ανακοπή και την αιτία της οφειλής του, επικαλούμενος αβάσιμα ανυπαρξία σύμβασης ανοικτού αλληλόχρεου λογαριασμού, ερχόμενος μάλιστα σε πλήρη αντίφαση με προηγούμενη συμπεριφορά του με την οποία ο ίδιος ουδέποτε είχε αμφισβητήσει την φύση της σύμβασης, αντιθέτως συνομολογούσε αυτήν ως σύμβαση αλληλόχρεου λογαριασμού, όπως ήταν και στην πραγματικότητα, σύμφωνα και με όσα λέχθηκαν παραπάνω στην μείζονα πρόταση της παρούσας. Συνεπώς η έκδοση της υπ΄ αριθμ. ……………/2014 διαταγής πληρωμής ήταν καθ΄ όλα νόμιμη, καθόσον με βάση τα παραπάνω έγγραφα, τα οποία η εφεσίβλητη προσκόμισε για την έκδοσή της και τα οποία ελήφθησαν υπόψη από τον Δικαστή που την εξέδωσε, συνέτρεχε η απαιτούμενη για την εγκυρότητα της διαταγής πληρωμής προϋπόθεση της έγγραφης απόδειξης της βέβαιης και εκκαθαρισμένης απαίτησης της εφεσίβλητης και του ποσού της. Στο ίδιο συμπέρασμα καταλήγοντας η εκκαλουμένη απόφαση, η αιτιολογία της οποίας συμπληρώνεται και από την παρούσα, ορθά το νόμο εφάρμοσε και εκτίμησε τις αποδείξεις, τα δε αντίθετα αναφερόμενα από τον εκκαλούντα με τους ως άνω 1ο και 2ο λόγους της έφεσης πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμα, όπως και οι λόγοι αυτοί.

Με τον 3ο λόγο της έφεσης ο εκκαλών επαναφέρει τον 3ο λόγο της ανακοπής του, με τον οποίο ισχυρίστηκε ότι μη νόμιμα εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής, εφόσον η απαίτηση της εφεσίβλητης δεν ήταν βέβαιη και εκκαθαρισμένη, συνεπεία των εκτιθέμενων στην ανακοπή παράνομων επιβαρύνσεων του υπολογισμού τόκων με βάση το έτος των 360 αντί των 365 ημερών. Διαμαρτύρεται, δε, για την απόρριψη από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο του λόγου αυτού, κυρίως μεν ως αόριστου και με επάλληλη αιτιολογία ως μη νόμιμου [με την αιτιολογία ότι η επίδικη οφειλή αφορά σε πίστωση ανοικτού αλληλόχρεου λογαριασμού και όχι σε σύμβαση καταναλωτικής πίστης], επικαλούμενος ότι το βάρος της συνδρομής των θετικών και αρνητικών προϋποθέσεων έκδοσης διαταγής πληρωμής φέρει ο δανειστής και ότι συνεπώς δεν χρειαζόταν να αποδείξει ο ίδιος ότι η απαίτηση είναι ανεκκαθάριστη αλλά αρκούσε μόνον η εκ μέρους του αμφισβήτηση της αρνητικής αυτής προϋπόθεσης στα πλαίσια της ανταποδεικτικής του ευχέρειας. Επί του λόγου αυτού λεκτέα τα ακόλουθα:

Σύμφωνα με το άρθρο 624 παρ. 1 ΚΠολΔ, η απαίτηση για τη οποία ζητείται η έκδοση διαταγής πληρωμής, πρέπει να μην εξαρτάται από αίρεση, προθεσμία, όρο ή αντιπαροχή και να είναι ορισμένο το οφειλόμενο ποσό χρημάτων ή χρεογράφων, δηλαδή να είναι βέβαιη και εκκαθαρισμένη. Ειδικότερα, η αναφορά στη διαταγή πληρωμής του καταβλητέου ποσού χρημάτων απαιτείται, προκειμένου η σχετική απαίτηση να είναι εκκαθαρισμένη, κατά την έννοα του άρθρου 916 ΚΠολΔ, και να μπορεί έτσι η διαταγή πληρωμής να λειτουργήσει πράγματι ως εκτελεστός τίτλος, είναι δε εκκαθαρισμένη η απαίτηση, όταν από τον τίτλο προκύπτει αυτή κατά ποσό και ποιόν. Εκκαθαρισμένη, επίσης, είναι η χρηματική απαίτηση και όταν μπορεί να καθοριστεί κατά ποσό με απλό αριθμητικό υπολογισμό ή σύμφωνα με τα περιλαμβανόμενα στον τίτλο στοιχεία, όπως είναι ο υπολογισμός των τόκων, των οποίων η έναρξη και το ποσοστό ορίζεται από τον τίτλο ή το νόμο. Σε περίπτωση έκδοσης διαταγής πληρωμής, παρά την έλλειψη της πιο πάνω προϋπόθεσης, αυτή ακυρώνεται ύστερα από ανακοπή του οφειλέτη κατά τα άρθρα 632 και 633 ΚΠολΔ, καθόσον, λόγο ανακοπής μπορεί να αποτελέσουν όλες οι ενστάσεις που καταλύουν τον τίτλο, όσο και το δικαίωμα του δανειστή που βεβαιώνεται με τη διαταγή πληρωμής. Ωστόσο, σε περίπτωση ενσωμάτωσης στο κεφάλαιο της απαίτησης παράνομων χρεώσεων δεν θίγεται η απόδειξη της απαίτησης με έγγραφα, ούτε και καθίσταται ανεκκαθάριστη αλλά συνεπάγεται, απλώς, την ακυρότητα αντίστοιχου κονδυλίου της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής. Οι εν λόγω χρεώσεις, δηλαδή, δεν οδηγούν στην απαλλαγή των πιστούχων και επομένως και των εγγυητών της πίστωσης αλλά παρέχουν σ’ αυτούς τη δυνατότητα να προσβάλλουν με λόγο ανακοπής κατά της εκδοθείσας διαταγής πληρωμής τις παράνομες επιβαρύνσεις και να επιτύχουν, έτσι, μερική ακύρωση της διαταγής πληρωμής κατά το αντίστοιχο ποσό. Μόνη δε η γενική αμφισβήτηση, με τους λόγους ανακοπής της ορθότητας του λογαριασμού και του ύψους της απαίτησης δεν καθιστά όπως προαναφέρθηκε την απαίτηση ανεκκαθάριστη [ΑΠ 1906/2025 ΝΟΜΟΣ].

Σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην αμέσως παραπάνω μείζονα πρόταση, ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί, διότι μόνο το γεγονός της ενσωμάτωσης στο κεφάλαιο της απαίτησης παράνομων χρεώσεων, δεν καθιστά ανεκκαθάριστη την απαίτηση αλλά συνεπάγεται, απλώς, την ακυρότητα αντίστοιχου ποσού της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής, ενώ δεν αρκεί και η γενική αμφισβήτηση με τους λόγους της ανακοπής, της ορθότητας του λογαριασμού και του ύψους της απαίτησης, στη συγκεκριμένη δε περίπτωση, ο ανακόπτων με την ανακοπή του αμφισβήτησε αόριστα το ύψος της απαίτησης, χωρίς να προσβάλλει συγκεκριμένο κονδύλιο ή κονδύλια του λογαριασμού που περιέχονταν στα προσκομισθέντα προς απόδειξη αποσπάσματα των εμπορικών βιβλίων της εφεσίβλητης, ήτοι δεν προσδιορίζει το συγκεκριμένο ποσό που προκύπτει από τον υπολογισμό των τόκων με έτος 360 ημερών αντί του υπολογισμού με έτος 365 ημερών. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφασή του έκρινε εκκαθαρισμένη την απαίτηση και δεν ακύρωσε τη διαταγή πληρωμής, κρίνοντας με την κύρια αιτιολογία του, που στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι ο σχετικός τρίτος λόγος της ανακοπής είναι αόριστος και πρέπει να απορριφθεί «καθόσον δεν προσβάλλονται κατ’ ιδίαν κονδύλια του λογαριασμού, ώστε να είναι εφικτή η εν μέρει ακύρωση της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής, παρά μόνο ο ανακόπτων αρκείται σε μία γενικόλογη αμφισβήτηση της επίδικης οφειλής του» ορθά το νόμο εφάρμοσε, απορριπτομένων ως αβάσιμων των περί του αντιθέτου ισχυρισμών του εκκαλούντος. Ο ίδιος τρίτος λόγος έφεσης, κατά το μέρος που αφορά την επικουρική αιτιολογία της εκκαλουμένης απόφασης ότι σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός της ανακοπής είναι απορριπτέος ως μη νόμιμος είναι, προεχόντως, αλυσιτελής και συνεπώς απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού δεν επλήγη επιτυχώς η κύρια αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης, με την οποία ο παραπάνω λόγος της ανακοπής απορρίφθηκε ως αόριστος.

Με τον 4ο λόγο της έφεσης ο εκκαλών επαναφέρει τον 4ο λόγο της ανακοπής του, με τον οποίο ισχυρίστηκε ότι μη νόμιμα εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής, εφόσον επιβαρύνθηκε παρανόμως με εισφορά του ν. 128/1975 και ότι εσφαλμένα το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε τον ανωτέρω λόγο ανακοπής ως μη νόμιμο, με την αιτιολογία ότι η μετακύλιση της εισφοράς του Ν. 128/1975 στον πιστούχο ήταν νόμιμη, καθόσον στη συγκεκριμένη περίπτωση τηρήθηκε για τη μετακύλιση αυτή και η αρχή της διαφάνειας, αφού στην ανακοπή ρητά αναγράφεται ότι υπήρχε όρος στη σύμβαση περί προσαύξησης του επιτοκίου με την εισφορά του νόμου 128/1975, επιτρεπόμενος με βάση την αρχή της ιδιωτικής αυτονομίας (361 ΑΚ), εφόσον δεν απαγορεύεται από άλλη διάταξη, ενώ η εισφορά αυτή αποτελεί μέρος του ετήσιου πραγματικού επιτοκίου και, επομένως, νομίμως ανατοκίζεται. Επί του λόγου αυτού λεκτέα τα ακόλουθα: Κατά το άρθρο 1 παρ. 3 του ν. 128/1975 «επιβάλλεται από το έτος 1976 εισφορά, βαρύνουσα τα πάσης φύσεως εν Ελλάδι λειτουργούντα πιστωτικά ιδρύματα, περιλαμβανομένης και της Τραπέζης της Ελλάδος, υπέρ του εν τη παραγράφω 1 του παρόντος άρθρου λογαριασμού, ανερχομένη εις ποσοστόν ένα [1] επί της χιλίοις ετησίως επί του ετησίου ύψους ενός εκάστου ημερολογιακού έτους μηνιαίων υπολοίπων των χορηγουμένων υπ’ αυτών πάσης δύσεως δανείων ή πιστώσεων, περιλαμβανομένων και των δυνάμει της από 19 Μαρτίου 1962 μεταξύ των Τραπεζών συμβάσεως, ως αυτή τροποποιήθη και συνεπληρώθη μεταγενεστέρως συμφωνηθεισών εισφορών». Επίσης, σύμφωνα με το άρθρο 174 ΑΚ, δικαιοπραξία που αντιβαίνει σε απαγορευτική διάταξη του νόμου αν δεν συνάγεται κάτι άλλο, είναι άκυρη. Τέτοια δικαιοπραξία είναι αυτή που συνάπτεται κατά παράβαση απαγορευτικού κανόνα δικαίου, όταν δηλαδή ο ίδιος ο κανόνας δικαίου θεσπίζει ως έννομη συνέπεια την ακυρότητα ή όταν θεσπίζεται απαγόρευση με ταυτόχρονη αποδοκιμασία του περιεχομένου της δικαιοπραξίας, κατά το σκοπό του νόμου, ο οποίος [σκοπός] πληρούται με την ακυρότητα ως έννομη συνέπεια της απαγόρευσης. Όμως, από τη γραμματική διατύπωση της πιο πάνω διάταξης του άρθρου 1 παρ. 3 του ν. 128/1975 δεν προκύπτει η θέσπιση απαγορευτικού, με την παραπάνω έννοια κανόνα δικαίου, αφού ο νόμος ορίζει την επιβολή της εισφοράς και το υπόχρεο να την καταβάλει πρόσωπο, χωρίς να ορίζει ούτε την υποχρεωτική μετακύλισή του, αλλά ούτε και την απαγόρευση μετακύλισής του. Αλλά ούτε από το ρυθμιστικό σκοπό του νόμου προκύπτει λόγος αποδοκιμασίας της συμβατικής μετακύλισης της εν λόγω εισφοράς, αφού σκοπός του παραμένει η έμμεση ενίσχυση, μέσω της εισφοράς αυτής, της επιδότησης των επιτοκίων συγκεκριμένων δανείων επ’ ωφελεία της εθνικής οικονομίας, χωρίς να προκύπτει ότι την εισφορά πρέπει να επιβαρυνθούν τελικά τα πιστωτικά ιδρύματα. Ήδη δε τα τραπεζικά επιτόκια διαμορφώνονται ελεύθερα, επομένως υπό το καθεστώς αυτό η θέσπιση απαγόρευσης μετακύλισης της εισφοράς από τα τραπεζικά ιδρύματα στους πιστούχους δεν είναι εφικτή εκ των πραγμάτων, δεδομένου ότι, αφού οι τράπεζες μπορούν να καθορίζουν ελεύθερα τα επιτόκια των χορηγήσεων, μπορούν και να υπολογίζουν το ποσοστό της εισφοράς στο ύψος του επιτοκίου που προσφέρουν, χωρίς ειδική αναφορά της εισφοράς αυτής στη σύμβαση. Αλλά και αν η μετακύλιση της εν λόγω εισφοράς είχε, ενόψει και της διάταξης του άρθρου 293 ΑΚ, ως συνέπεια την κατά το ποσοστό της εισφοράς αύξηση του συμβατικά καθοριζόμενου επιτοκίου πέραν του προβλεπόμενου από το νόμο ανώτατου ορίου και τότε η απαγόρευση δεν θα προέκυπτε από το ν. 128/1975 αλλά από τη διάταξη που θα όριζε ανώτατο όριο επιτοκίου. Συμπερασματικά, ενόψει των προαναφερθέντων, προκύπτει ότι από το ν. 128/1975 δεν απαγορεύεται η συμβατική μετακύλιση της θεσπιζόμενης με αυτόν εισφοράς. Η ρυθμιστική ισχύς τού ως άνω νόμου εξαντλείται στον καθορισμό του υπόχρεου, έναντι του Δημοσίου, προσώπου στο πλαίσιο της έννομης σχέσης που ιδρύεται με τη σχετική διάταξη και αφορά, επομένως, αποκλειστικά τη σχέση μεταξύ κράτους και πιστωτικών ιδρυμάτων και όχι τη σχέση μεταξύ πιστωτικών ιδρυμάτων και πιστούχων – δανειοληπτών. Η μετακύλιση της εισφοράς στους τελευταίους επιτρέπεται κατά το άρθρο 361 ΑΚ με βάση την αρχή της ιδιωτικής αυτονομίας και εφόσον δεν απαγορεύεται από άλλη διάταξη, ως τοιαύτης νοουμένης της θέσπισης ανώτατου ορίου επιτοκίου. Επομένως, ο υπολογισμός του ποσοστού της εισφοράς του ν. 128/1975 για τον καθορισμό του επιτοκίου δανειακής σύμβασης, με έμμεσο αποτέλεσμα τη συμβατική μετακύλιση της εισφοράς αυτής στον δανειολήπτη, είναι νόμιμος, διότι δεν αντίκειται στη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 3 του ν. 128/1975, η οποία δεν καθιερώνει απαγορευτικό κανόνα δικαίου, κατ’ άρθρο 174 ΑΚ, ούτε σε άλλον απαγορευτικό κανόνα δικαίου, εντάσσεται, δε, στο πλαίσιο του ελεύθερου καθορισμού των τραπεζικών επιτοκίων, που μπορεί να ελεγχθεί μόνο από άποψη διαφάνειας, ιδίως όταν επιβάλλεται χωρίς προηγούμενη επαρκή ενημέρωση ή κατά τρόπο καλυμμένο, πράγμα που δεν συμβαίνει στην περίπτωση που στη σύμβαση γίνεται, κατά τον καθορισμό του επιτοκίου, ειδική αναφορά για τη χρέωση του δανειολήπτη και με την εισφορά του ν. 128/1975, προσδιοριζόμενη σε ποσοστό επί τοις εκατό, ουσιαστικά, δε, προσαυξάνει το ποσοστό του, λογίζεται κατά το άρθρο 293 παρ. 1 εδ. α’ ΑΚ ως τόκος και συνεπώς νομίμως ανατοκίζεται και κεφαλαιοποιείται με τους λοιπούς καθυστερούμενους τόκους, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 12 του Ν.2601/2008, αφού αποτελεί μέρος του ετήσιου πραγματικού επιτοκίου [ΑΠ 1906/2025, ΑΠ 526/2024 ΝΟΜΟΣ).

Έτσι, επομένως, που έκρινε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και απέρριψε τον λόγο αυτόν της ανακοπής ως μη νόμιμο, ορθά το νόμο εφάρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε, δεδομένου ότι, εφόσον κατά τα εκτιθέμενα στην ανακοπή οι διάδικοι είχαν συμφωνήσει την μετακύλιση της εισφοράς στην πιστούχο και κατ΄ επέκταση και στον ανακόπτοντα – εγγυητή, η εισφορά αυτή αποτέλεσε μέρος του πραγματικού επιτοκίου του δανείου και κατά συνέπεια επιτρεπτώς συνυπολογίστηκε στην οφειλή και ανατοκίστηκε από την εφεσίβλητη, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, απορριπτομένου ως αβάσιμου του 4ου λόγου της έφεσης.

Με τον 5ο λόγο της έφεσης ο εκκαλών επαναφέρει τον 5ο λόγο της ανακοπής του, με τον οποίο ισχυρίστηκε ότι ο όρος της σύμβασης, με τον οποίο παραιτήθηκε αυτός από τις ενστάσεις και τα δικαιώματά του, που απορρέουν από τα άρθρα 853, 855, 856, 858, 862, 863, 864, 866, 867, 868 και 869 ΑΚ, είναι άκυροι ως καταχρηστικοί, διότι έχουν τεθεί καθ’ υπέρβαση των ορίων που επιβάλλει η καλή πίστη, τα χρηστά και τα συναλλακτικά ήθη και ο οικονομικός και κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος, προσθέτως δε ότι οι όροι αυτοί αντίκεινται στη διάταξη του άρθρου 332 ΑΚ, καθώς και στις διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 6 και 7 εδ. ιγ και κστ’ του ν. 2251/1994, αφού με την εν λόγω ρήτρα παραίτησης αυτού ως εγγυητή από τα ευεργετήματα, που του παρέχει ο νόμος, περιέρχεται σε δυσμενή θέση έναντι της καθ’ ης και διαταράσσεται η ισορροπία των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων των συμβαλλόμενων μερών. Ισχυρίζεται, δε,  ότι εσφαλμένα το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε τον ανωτέρω λόγο ανακοπής ως αόριστο και μη νόμιμο, ενώ καμία αοριστία δεν υφίσταται, καθώς ρητά αναγράφεται στο δικόγραφο της ανακοπής του ότι η καθ΄ ης  – εφεσίβλητη όφειλε να επιχειρήσει την ικανοποίηση της απαίτησής της από τον πρωτοφειλέτη πριν στραφεί εναντίον του ως εγγυητή και άρα έπρεπε ο λόγος αυτός να γίνει δεκτός ως ορισμένος και βάσιμος. Όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της ανακοπής ο σχετικός ως άνω λόγος περί καταχρηστικότητας του όρου παραίτησης του εγγυητή από τις ενστάσεις των άρθρων 853 έως 868 ΑΚ έπασχε από νομική αοριστία, αφού η παραίτηση από τις ενστάσεις είναι έγκυρη σύμφωνα με το νόμο, η δε καταχρηστικότητα της παραίτησης, κρίνεται μόνο με στάθμιση της τυχόν ζημιάς που επήλθε εξαιτίας της στον ανακόπτοντα, πλην, όμως, ο τελευταίος δεν επικαλείται τέτοια ζημία, αφού δεν αμφισβητεί κάποιο συγκεκριμένο κονδύλιο του επίδικου λογαριασμού, του οποίου να ζητεί την ακύρωση, με συνέπεια η επικαλούμενη από αυτόν ακυρότητα να μην του παρέχει καμία νομική ωφέλεια. Aκόμη, όμως, και αν ήθελε θεωρηθεί ως ζημία του ολόκληρο το επιδικασθέν με τη διαταγή πληρωμής ποσό και πάλι ο σχετικός λόγος ανακοπής είναι αόριστος, αφού δεν εξειδικεύεται πώς η παραίτηση του εγγυητή από τις ανωτέρω ενστάσεις συνετέλεσε στη διαμόρφωση του οριστικού καταλοίπου του ένδικου λογαριασμού [ΑΠ 99/2020 ΝΟΜΟΣ]. Στο ίδιο συμπέρασμα καταλήγοντας η εκκαλουμένη απόφαση, η αιτιολογία της οποίας συμπληρώνεται και από την παρούσα, ορθά το νόμο εφάρμοσε και επομένως, ο ανωτέρω λόγος έφεσης κρίνεται αβάσιμος και απορριπτέος.

Κατά την παράγραφο 4 και 5 του άρθρου 933 ΚΠολΔ, οι οψιγενείς ισχυρισμοί του ανακόπτοντος, που αφορούν την απόσβεση (μερική ή ολική) της απαίτησης, πρέπει να αποδεικνύονται αμέσως (παραχρήμα), δηλαδή απόδειξη μόνο με έγγραφα, δημόσια ή ιδιωτικά, προερχόμενα από αυτόν εναντίον του οποίου προβάλλεται ή και από τρίτο, εφόσον πρόκειται για έγγραφο διαθέσεως και όχι μαρτυρίας (ΑΠ 115/2000 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 2193/2009, ΕφΠειρ 408/2021 ΝΟΜΟΣ) ή με δικαστική ομολογία, σε κάθε περίπτωση, είτε δηλαδή ο επικαλούμενος αποσβεστικός λόγος ανάγεται σε χρόνο πριν από την έκδοση της εκτελούμενης τελεσίδικης δικαστικής απόφασης, είτε μεταγενέστερα και περιλαμβάνει, εκτός των ισχυρισμών που στηρίζονται στους αποσβεστικούς λόγους των ενοχών του άρθρου 416 επ. ΑΚ και εκείνες τις ενστάσεις που υπάγονται κατά το ουσιαστικό δίκαιο στις παρακωλυτικές της ασκήσεως του δικαιώματος, όπως είναι η ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος από το άρθρο 281 ΑΚ. Επομένως άλλα, πλην έγγραφης παραχρήμα απόδειξης και ομολογίας, αποδεικτικά μέσα, όπως μάρτυρες, ένορκες βεβαιώσεις, τεκμήρια κ.λπ. δεν γίνονται δεκτά. Η διάταξη του άρθρου 933 παρ. 5 ΚΠολΔ τυγχάνει εφαρμογής αποκλειστικά και μόνο στους λόγους ανακοπής, οι οποίοι περιέχουν ισχυρισμούς για την απόσβεση της απαίτησης και από αυτούς μόνο σε εκείνους που δεν καλύπτονται από το δεδικασμένο, γιατί οι λόγοι ανακοπής που καλύπτονται από το τελευταίο είναι απαράδεκτοι και ως εκ τούτου δεν τίθεται θέμα απόδειξής τους (άρθρο 933 παρ.4 ΚΠολΔ). Ο λόγος ανακοπής για την απόσβεση της απαίτησης, ο οποίος δεν μπορεί να προβληθεί παραδεκτά στις δίκες περί την εκτέλεση, ως μη αποδεικνυόμενος άμεσα από ομολογία ή έγγραφο του επισπεύδοντος- καθ’ ου η ανακοπή, είναι δυνατό να αποτελέσει αντικείμενο αναγνωριστικής αγωγής για την ανυπαρξία της έννομης σχέσης στην οποία αυτός αναφέρεται. Η απόφαση που εκδίδεται επί της αγωγής αυτής αποτελεί πλέον παραχρήμα απόδειξη και μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την απόδειξη του λόγου της ανακοπής κατά της απαίτησης, εάν βέβαια υπάρχει ακόμη προθεσμία για την άσκηση της ανακοπής στο στάδιο αυτό (Ι. Μπρίνια, ΝοΒ 1975, σελ. 56- 57, Ι. Χαμηλοθώρης/Χαρ. και Θεμιστ. Κλουκίνας, Δίκαιο Αναγκαστικής Εκτέλεσης, Γενικό Μέρος, τόμος πρώτος, έκδοση 2003, σελ. 368).

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 924, 904, 916, 918 και 919 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η επιταγή, με την οποία αρχίζει η αναγκαστική εκτέλεση, πρέπει να περιέχει σύντομη αναφορά του ποσού που οφείλεται, χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται το ιστορικό κάθε κονδυλίου. Ειδικότερα αρκεί να προκύπτει από την επιταγή εκτέλεσης η αιτία της απαίτησης, η οποία άλλωστε θα προκύπτει από το αντίγραφο του τίτλου, κάτω από το οποίο γίνεται η επιταγή, καθώς και η οφειλή κατά κεφάλαιο, τόκους και έξοδα. Εφόσον έχει γίνει ο διαχωρισμός αυτός η επιταγή παρουσιάζει πληρότητα και απόκειται στον οφειλέτη να ισχυριστεί και να αποδείξει την απόσβεση της απαίτησης ή της ανακρίβειας των κονδυλίων ή τον εσφαλμένο υπολογισμό ή το παράνομο των τόκων. Εξάλλου, ούτε το ποσό του τόκου χρειάζεται να προσδιορίζεται στην επιταγή, αφού το μεν ποσοστό του τόκου ορίζεται από το νόμο, το δε ποσό των τόκων, που θα καταβληθεί, μπορεί να βρεθεί με απλό μαθηματικό υπολογισμό, με βάση το ποσοστό αυτού και το χρονικό διάστημα που θα έχει παρέλθει μέχρι την ημερομηνία εξοφλήσεως της επιταγής. Εξάλλου, αν η επιταγή έγινε για ποσό μεγαλύτερο από το οφειλόμενο, ακυρότητα επέρχεται μόνο για το επιπλέον. Συνεπώς, η μερική ακυρότητα της επιταγής δεν επιφέρει ολική ακυρότητα της διαδικαστικής πράξεως της επιταγής ούτε συνεπιφέρει ακυρότητα της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης, που επακολουθεί, ως προς εκείνες τις χρηματικές απαιτήσεις, οι οποίες δεν πλήττονται από τη μερική ακυρότητα της επιταγής (ΑΠ 310/1992 ΝΟΜΟΣ).

Με τον 6ο λόγο της έφεσης ο εκκαλών διαμαρτύρεται για εσφαλμένη απόρριψη από την εκκαλουμένη του 6ου λόγου της ανακοπής του περί ακυρότητας της από 03.12.2021 επιταγής προς πληρωμή, Που είναι γραμμένη κάτω από την παραπάνω διαταγή πληρωμής,  ως άνευ αντικειμένου, με την αιτιολογία ότι: «Με τις προτάσεις της η καθ’ ης η ανακοπή κατέθεσε ότι έχει παραιτηθεί από την από 03.12.2021 επιταγή προς πληρωμή, δυνάμει της από 09.12.2021 δήλωσης παραίτησης την οποία κοινοποίησε νομότυπα όπως αποδείχθηκε από τις με αριθμό …, ………… και …/10.12.2021 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή ……….., μεταξύ άλλων και στον ανακόπτοντα. Συνεπώς με βάση τα ανωτέρω εκτιθέμενα και ενόψει του ότι ο ανακόπτων δεν επικαλείται ότι έχει έννομο συμφέρον για την εξέταση του λόγου που βάλλει κατά της επιταγής, η κατά της τελευταίας ασκηθείσα ανακοπή, καθίσταται χωρίς αντικείμενο». Ότι, ωστόσο, ο εκκαλών ισχυρίζεται ότι προσφάτως έλαβε αντίγραφο των ως άνω εκθέσεων επίδοσης, όπου ρητώς αναγράφεται ότι η εφεσίβλητη παραιτήθηκε όχι από την προσβαλλόμενη με την ανακοπή του επιταγή αλλά από την με ίδια ημερομηνία, ήτοι από 3.12.2021 επιταγή προς πληρωμή, που φέρεται να κοινοποιήθηκε σε αυτόν στις 10.12.2021, δυνάμει των υπ’ αριθ. …………/8.12.2021, …../8.12.2021 και …./8.12.2021, εκθέσεων επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, ………… Ότι, αντιθέτως, η προσβαλλόμενη με την ένδικη ανακοπή από 3.12.2021 επιταγή προς πληρωμή αποτελεί νέα ταυθήμερη επιταγή που του κοινοποιήθηκε στις 15.12.2021, όπως ρητά αναγράφει στην ανακοπή του και προκύπτει από το προσκομισθέν στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο αντίγραφο (με αριθμό σχετικού 3), δυνάμει της υπ’ αριθ. …../15.12.2021 έκθεσης επίδοσης του ίδιου ως άνω δικαστικού επιμελητή, όπως αναγράφεται και στην επακολουθήσασα υπ’ αριθ. ……………./20.01.2022 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Αθηνών, διορισμένης στο Πρωτοδικείο Αθηνών, …………., εταίρου της αστικής εταιρείας δικαστικών επιμελητών, με την επωνυμία «………….». Ότι κατόπιν αυτών επαναφέρει τον 6ο λόγο της ανακοπής του, με τον οποίο ισχυρίστηκε ότι είναι άκυρη η από 03.12.2021 [προφανώς εκ παραδρομής αναγράφεται στον επικεφαλίδα του 6ου λόγου η εσφαλμένη ημερομηνία 18.11.2019 αντί της ορθής 03.12.2021] επιταγή προς πληρωμή λόγω άκυρης καταγγελίας της δανειακής σύμβασης κατά παράβαση των άρθρων 341 και 281 ΑΚ καθώς και του άρθ. 916 ΚΠολΔ. Ότι, ειδικότερα, αποτέλεσμα τού ότι στην επίδικη σύμβαση δανείου και στις πρόσθετες πράξεις αυτής περιλήφθηκαν οι στους προαναφερθέντες λόγους ανακοπής του, προδιατυπωμένοι και καταχρηστικοί όροι, είναι ότι τα ποσά που αναγράφονται στη σχετική εξώδικη καταγγελία της δανειακής σύμβασης είναι υψηλότερα από τα νομίμως οφειλόμενα και άρα η καταγγελία της δανειακής σύμβασης, με βάση την οποία εκδόθηκε η συμπροσβαλλόμενη υπ’ αριθ. ……./2014 διαταγή πληρωμής, είναι παράνομη και καταχρηστική, αφού χώρησε για ποσά που δεν όφειλαν με βάση τους όρους της σύμβασης που τους συνέδεε με την εφεσίβλητη και τα άρθρα 340 επ. και 281 Α.Κ, με αποτέλεσμα να πάσχει ακυρότητα και η εκδοθείσα διαταγή πληρωμής. Ότι, επομένως, η εφεσίβλητη τους επιτάσσει να καταβάλουν τα ως άνω ποσά, που αντιστοιχούν σε μη βέβαιη και εκκαθαρισμένη απαίτηση, με βάση άκυρη καταγγελία της δανειακής σύμβασης και άκυρο εκτελεστό τίτλο (την υπ’ αριθ. ……./2014 διαταγή πληρωμής) και ως εκ τούτου πρέπει να ακυρωθεί και η προσβαλλόμενη από 03.12.2021 επιταγή προς πληρωμή. Περαιτέρω, παραδεκτά και νόμιμα το πρώτον κατ΄ άρθρο 527 ΚΠολΔ ο εκκαλών προβάλλει τον οψιγενή ισχυρισμό περί μερικής απόσβεσης της οφειλής του προς την εφεσίβλητη – καθ΄ ης για τα ποσά που επιτασσόταν με την ανακοπτόμενη από 03.12.2021 επιταγή προς πληρωμή, να της καταβάλει, λόγω μερικής εξόφλησης (άρθ. 416 ΑΚ) Της εκτελούμενης απαίτησης εκ μέρους του ίδιου και της συνοφειλέτριας και έτερης ομορρύθμου εταίρου, ………………, δια της καταβολής συνολικά εκ μέρους τους του ποσού των 21.051,50€, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στον λόγο αυτόν της έφεσης, καταβολές οι οποίες αποδεικνύονται εγγράφως. Όπως αποδεικνύεται από την από 09.12.2021 δήλωση παραίτησης από επιταγή προς πληρωμή της εφεσίβλητης απευθυνόμενη προς την προαναφερόμενη ομόρρυθμη εταιρεία και τους ομόρρυθμους αυτής εταίρους, μεταξύ των οποίων είναι και ο εκκαλών –ανακόπτων, που επιδόθηκε στον τελευταίο, στις 10.12.2021, όπως προκύπτει [και σε κάθε περίπτωση συνομολογεί ο εκκαλών] από την επί του σώματος αυτής βεβαίωση δικαστικού επιμελητή, το όνομα του οποίου, όμως, δεν αναγράφεται, καθώς υπάρχει μόνον ιδιόχειρη υπογραφή κάτωθι της σφραγίδας  «………………….» η εφεσίβλητη δήλωσε ότι παραιτείται «από την από 03-12-2021 επιταγή, η οποία κοινοποιήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στους καθ’ ων, όπως προκύπτει από τις με αριθμό ……../08-12-202Ι, ………./08-12-202Ι και ……../08-12.2021 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, ……………, μόνο ως προς το σκέλος της επιταγής προς πληρωμή, επέχουσα, πλέον η ως άνω επιταγή θέση μόνο επιταγής προς γνώση και για τις νόμιμες συνέπειες». Πλην, όμως, η προσβαλλόμενη με την ανακοπή του εκκαλούντος από 03.12.2021 επιταγή προς πληρωμή αποδεικνύεται ότι αποτελεί νέα, με ίδια ημερομηνία [03.12.2021] επιταγή, που κοινοποιήθηκε, όμως, στον εκκαλούντα στις 15.12.2021 [και όχι 08.12.2021], όπως προκύπτει [και σε κάθε περίπτωση δεν αντιλέγει η προσθέτως παρεμβαίνουσα] από την επί του σώματος της επιδοθείσας διαταγής πληρωμής μετά της κάτωθι αυτής επιταγής προς πληρωμή, βεβαίωση δικαστικού επιμελητή, το όνομα του οποίου, όμως, δεν αναγράφεται, καθώς υπάρχει μόνον ιδιόχειρη υπογραφή κάτωθι της σφραγίδας  «…………………», καθώς δεν προσκομίζεται από τον εκκαλούντα η σχετική έκθεση επίδοσης, της οποίας, όμως, γίνεται επίκληση [υπ’ αριθ. …./15.12.2021 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, ……….] στην υπ’ αριθ. …./20.01.2022 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Αθηνών, διορισμένης στο Πρωτοδικείο Αθηνών, …………… Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε διαφορετικά όπως προαναφέρθηκε εσφαλμένα τις αποδείξεις εκτίμησε και πρέπει να γίνει δεκτός ο λόγος αυτός της έφεσης και να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη κατά το κεφάλαιο αυτό. Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι ο εκκαλών έναντι της επίδικης οφειλής του προέβαινε, μετά την έκδοση της διαταγής πληρωμής, σε μηνιαίες καταβολές, ύψους τριακοσίων τριάντα (330,00) ευρώ εκάστη και ειδικότερα: 1)Από τον Σεπτέμβριο έως και τον Δεκέμβριο του έτους 2014, 2)Το έτος 2015, πλην των μηνών Φεβρουαρίου, Αυγούστου και Νοεμβρίου 2015, 3)Το έτος 2016 πλην των μηνών Απριλίου, Οκτωβρίου και Δεκεμβρίου 2016, 4)Το έτος 2017 πλην των μηνών Φεβρουαρίου,  Απριλίου, Ιουνίου, Αυγούστου, Νοεμβρίου και Δεκεμβρίου 2017 [ήτοι σε χρόνο πολύ προγενέστερο της προσβαλλόμενης επιταγής προς πληρωμή]. Επομένως έχει καταβάλει έναντι της οφειλής του, μετά την έκδοση της διαταγής πληρωμής [ημερομηνία δημοσίευσης αυτής την 18.07.2014], όπως αποδεικνύεται από τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τον εκκαλούντα παραστατικά έκδοσης εντολής της εφεσίβλητης [με α/α 56, 55, 63 και 36/2014, 46, 23, 132, 56, 90, 193, 17, 91, 50/2015, 151, 130, 141, 68, 23, 26, 31, 94 και 35/2016 και 41, 32, 137, 68, 86 και 135/2017] το συνολικό ποσό των εννέα χιλιάδων διακοσίων σαράντα ευρώ [330€ Χ 28 μήνες = 9.240€] και όχι το ποσό των  9.930,00, που εσφαλμένα αναφέρει στην έφεσή του. Περαιτέρω και όσον αφορά τις επικαλούμενες από τον εκκαλούντα καταβολές της έτερης ομορρύθμου εταίρου, ……………. συνολικού ύψους 11.161,50€ [9.666 + 995,50 + 500] το Δικαστήριο από τα προσκομιζόμενα και επικαλούμενα με αρ. σχετ. 23α,  23β και 24 δεν δύναται να εξαχθεί με βεβαιότητα από το Δικαστήριο ότι οι αναφερόμενες σε αυτά καταβολές αφορούν πράγματι την επίδικη οφειλή και πρέπει να απορριφθούν πρωτίστως ως αόριστα και ανεπίδεκτα δικαστικής εκτίμησης. Τέλος, ο 6ος λόγος της έφεσης κατά το σκέλος που αφορά την ακύρωση της επιταγής προς πληρωμή για τον λόγο ότι ερείδεται επί διαταγής πληρωμής, που ερείδεται σε μη βέβαιη και εκκαθαρισμένη απαίτηση, καθόσον περιελήφθησαν στην επίδικη σύμβαση δανείου και στις πρόσθετες αυτής πράξεις οι προαναφερθέντες με τον 5ο λόγο της έφεσης προδιατυπωμένοι και καταχρηστικοί όροι πρέπει να απορριφθεί ομοίως κατόπιν της απόρριψης του λόγου αυτού (5ου ) της έφεσης. Συνεπώς, πρέπει να ακυρωθεί μερικώς η προσβαλλόμενη επιταγή κατά το παραπάνω κονδύλιο των εννέα χιλιάδων διακοσίων σαράντα ευρώ [9.240€], χωρίς όμως να επιφέρει η εν λόγω ακυρότητα, την ακυρότητα των λοιπών πράξεων της εκτελεστικής διαδικασίας, όπως προαναφέρθηκε στη μείζονα σκέψη της παρούσας. Λόγω δε της εξαφάνισης της εκκαλουμένης κατά το κεφάλαιο αυτό και της νίκης του εκκαλούντος πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή σε αυτόν του παραβόλου της έφεσης και να επιβληθεί σε βάρος του εκκαλούντος, λόγω της εν μέρει ήττας του η δικαστική δαπάνη της προσθέτως παρεμβαίνουσας, του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας (άρθρ. 176, 181, 183, 191 Κ.Πολ.Δ), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό της παρούσας.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Συνεκδικάζει την έφεση και την αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση, αντιμωλία των διαδίκων.

Δέχεται τυπικά την έφεση και την παρέμβαση.

Δέχεται την έφεση.

Διατάσσει την επιστροφή στον εκκαλούντα του με αριθ. ………………/2023 e – παραβόλου της έφεσης, ποσού εκατό (100) ευρώ.

Εξαφανίζει την εκκαλουμένη.

Κρατεί και δικάζει την ανακοπή.

Δέχεται εν μέρει την ανακοπή.

Ακυρώνει εν μέρει την προσβαλλόμενη επιταγή προς πληρωμή κατά το κονδύλιο των εννέα χιλιάδων διακοσίων σαράντα ευρώ [9.240€].

Επιβάλλει μέρος των δικαστικών εξόδων της αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσας, για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, σε βάρος του εκκαλούντος – καθ’ ου η παρέμβαση, τα οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων πενήντα (650,00) ευρώ.

Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στον Πειραιά, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξούσιων δικηγόρων τους, στις 6.3.2026

Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ                                               Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ