Μενού Κλείσιμο

Αριθμός απόφασης 167/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

ΕΙΔΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΔΙΑΦΟΡΩΝ

ΓΙΑ ΖΗΜΙΕΣ ΑΠΟ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΟ

Αριθμός Απόφασης 167/2026

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

Αποτελούμενο από τη Δικαστή Ευδοξία Πιστιόλα, Εφέτη, που ορίστηκε νομίμως από τον Πρόεδρο Εφετών, και από τη Γραμματέα Κ.Σ.

Συνεδρίασε δημόσια, στο ακροατήριό του, στις ……….., για να δικάσει τις υποθέσεις μεταξύ:

Α) ΤΩΝ ΕΚΚΑΛΟΥΝΤΩΝ: 1) ……………… και 2) ………….και της ………., …., οι οποίες παραστάθηκαν, στο ακροατήριο, δια του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Κωνσταντίνου Καραπαναγιώτη, με δήλωση (άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ).

ΤΩΝ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΩΝ: 1) …………., ο οποίος παραστάθηκε, στο ακροατήριο, δια της πληρεξουσίας δικηγόρου του Παναγιώτας Βασιλακοπούλου, με δήλωση (άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ) και 2) Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία «……………….» και τον διακριτικό τίτλο «…………….», που εδρεύει στη ………, (………….) και εκπροσωπείται νόμιμα, με ΑΦΜ ………….., η οποία παραστάθηκε, στο ακροατήριο, δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της Ιωάννη Μανουσάκη, με δήλωση (άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ).

Β) ΤΟΥ ΕΚΚΑΛΟΥΝΤΟΣ: ……………., ο οποίος παραστάθηκε, στο ακροατήριο, δια της πληρεξουσίας δικηγόρου του Παναγιώτας Βασιλακοπούλου, με δήλωση (άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ).

ΤΩΝ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΩΝ: 1) ……………η οποία παραστάθηκε, στο ακροατήριο, δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της Κωνσταντίνου Καραπαναγιώτη, με δήλωση (άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ), 2) ……………, η οποία παραστάθηκε, στο ακροατήριο, δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της Κωνσταντίνου Καραπαναγιώτη, με δήλωση (άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ), 3) ……………. οι οποίος παραστάθηκε, στο ακροατήριο, δια της πληρεξουσίας δικηγόρου του Μαρίας Δελαγραμμάτικα, με δήλωση (άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ) και 4) Ανώνυμης εταιρίας γενικών ασφαλίσεων με την επωνυμία «………….», που εδρεύει στη ……. (………………) και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία παραστάθηκε στο ακροατήριο δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της Αθανασίου Μπότσου με δήλωση (άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ).

Γ) ΤΗΣ ΑΝΤΕΚΚΑΛΟΥΣΑΣ: Ανώνυμης εταιρίας γενικών ασφαλίσεων με την επωνυμία «………..», που εδρεύει στη …… (……………..) και εκπροσωπείται νόμιμα, με ΑΦΜ ……………, η οποία παραστάθηκε στο ακροατήριο δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της Αθανασίου Μπότσου με δήλωση (άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ).

ΤΟΥ ΑΝΤΕΦΕΣΙΒΛΗΤΟΥ: …………., ο οποίος παραστάθηκε, στο ακροατήριο, δια της πληρεξουσίας δικηγόρου του Παναγιώτας Βασιλακοπούλου, με δήλωση (άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ).

Δ) ΤΗΣ ΕΚΚΑΛΟΥΣΑΣ: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας γενικών ασφαλίσεων με την επωνυμία «……………», που εδρεύει στη …………., (……………) και εκπροσωπείται νόμιμα, με ΑΦΜ ……….. Δ.Ο.Υ. ΦΑΕ ……, η οποία παραστάθηκε, στο ακροατήριο, δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της Ιωάννη Μανουσάκη, με δήλωση (άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ).

ΤΩΝ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΩΝ: 1) …………… η οποία παραστάθηκε, στο ακροατήριο, δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της Κωνσταντίνου Καραπαναγιώτη, με δήλωση (άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ), 2) …………….η οποία παραστάθηκε, στο ακροατήριο, δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της Κωνσταντίνου Καραπαναγιώτη, με δήλωση (άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ) και 3) ……………., οι οποίος παραστάθηκε, στο ακροατήριο, δια της πληρεξουσίας δικηγόρου του Μαρίας Δελαγραμμάτικα, με δήλωση (άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ)

Ε) ΤΩΝ ΕΚΚΑΛΟΥΝΤΩΝ: 1) ………. και 2) ……………., οι οποίοι παραστάθηκαν, στο ακροατήριο, δια της πληρεξουσίας δικηγόρου τους Μαρίας Δελαγραμμάτικα, με δήλωση (άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ).

ΤΩΝ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΩΝ: 1) ………., ο οποίος  παραστάθηκε, στο ακροατήριο, δια της πληρεξουσίας δικηγόρου του Παναγιώτας Βασιλακοπούλου, με δήλωση (άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ) και 2) Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία «………….» και τον διακριτικό τίτλο «………….», που εδρεύει στη …………….., (…………) και εκπροσωπείται νόμιμα, με ΑΦΜ ……………., η οποία παραστάθηκε, στο ακροατήριο, δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της Ιωάννη Μανουσάκη, με δήλωση (άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ).

Οι εκκαλούσες …………. και ………….., άσκησαν, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, κατά των εφεσιβλήτων, ……….. και της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία «……………..», την από 16-9-2021 και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. ……………/2021 αγωγή, η οποία συνεκδικάσθηκε: α) με την από 26-10-2020 και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. ………………./2020 αγωγή των ……………… και ………… κατά του …………….. και της ανώνυμης ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία «……………….» και β) με την από 31-3-2021 και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. ………………./2021 αγωγή του ….. κατά του ………………. και της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία «………………..», και εξεδόθη επ’ αυτών η υπ’ αριθμ. 3933/2022 απόφαση του ως άνω δικαστηρίου, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η από 16-9-2021 αγωγή, απορρίφθηκε, ως προς τον δεύτερο ενάγοντα η από 26-10-2020 αγωγή και έγινε εν μέρει δεκτή, ως προς τον πρώτο, θεωρήθηκε ως μη ασκηθείσα, ως προς τον πρώτο εναγόμενο, η από 31-3-2021 αγωγή και έγινε εν μέρει δεκτή, ως προς τη δεύτερη εναγομένη. Την απόφαση αυτή προσέβαλαν, ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου: α) οι ενάγουσες της από 16-9-2021 και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. ……./2021 αγωγής,  ………. και ……….., με την από 5-11-2024 και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. ……./2024, ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. ………/2024, ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, έφεσή τους, κατά των εναγομένων, ………. και της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία «………», η οποία προσδιορίσθηκε να συζητηθεί, κατά τη δικάσιμο της 6-2-2025 και, μετ’ αναβολή, για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, β) ο εναγόμενος της ανωτέρω αγωγής και της από 26-10-2020 και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. ………………./2020 αγωγής και ενάγων της από 31-3-2021 και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. ………………./2021 αγωγής, ………, με την από 16-12-2024 και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. ………………./2024, ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. ………………./2024, ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, έφεσή του, κατά των εναγουσών της από 16-9-2021 και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. …………./2021 αγωγής,  …….. και ……., του ενάγοντος της από 26-10-2020 και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. ………………./2020 αγωγής, ……., και της εναγομένης της από 31-3-2021 και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. ………………./2021 αγωγής, ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία «…………», η οποία προσδιορίσθηκε να συζητηθεί, κατά τη δικάσιμο της 6-2-2025 και, μετ’ αναβολή, για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, γ) η εναγομένη της από 31-3-2021 και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. ………………./2021 αγωγής, ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία «………..», με την από 15-1-2025 και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. ………………./2025, ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, αντέφεσή της, κατά του ενάγοντος – ως άνω εκκαλούντος, ………, η οποία προσδιορίσθηκε να συζητηθεί, κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, δ) η εναγομένη της από 16-9-2021 και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. ………/2021 αγωγής και της από 26-10-2020 και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. ………………./2020 αγωγής, ανώνυμη ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία «………», με την από 29-4-2024 και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. ………/2024, ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. ……………./2024, ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, έφεσή της, κατά των εναγόντων των ανωτέρω αγωγών, ……… και …….., αφενός, και …….., αφετέρου, η οποία προσδιορίσθηκε να συζητηθεί, κατά τη δικάσιμο της 7-11-2024 και, μετ’ αναβολή, για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, και ε) οι ενάγοντες της από 26-10-2020 και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. ………………./2020 αγωγής, ……. και …….., με την από 5-11-2024 και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. ………/2024, ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. …………/2024, ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, έφεσή τους, κατά των εναγομένων, ……… και της ανώνυμης ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία «……….», η οποία προσδιορίσθηκε να συζητηθεί, κατά τη δικάσιμο της 6-2-2025 και, μετ’ αναβολή, για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.

Kατά τη συζήτηση των ανωτέρω εφέσεων, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων, προκατέθεσαν προτάσεις και παραστάθηκαν, στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου, ως ανωτέρω αναφέρεται.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, εκκρεμούν: α) η από 5-11-2024 και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. ………../2024, ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. ……………/2024, ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, έφεση των ………. και ………….. κατά του ………. και της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία «…………», β) η από 16-12-2024 και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. ………………./2024, ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. ………………./2024, ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, έφεση του ………… κατά της ………, ………, του …….. και της ανώνυμης εταιρείας γενικών ασφαλίσεων με την επωνυμία «…………….», γ) η από 15-1-2025 και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. ………………./2025, ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου, αντέφεση της ανώνυμης εταιρείας γενικών ασφαλίσεων με την επωνυμία «………. κατά του ……………, δ) η από 29-4-2024 και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. ………./2024, ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. …………./2024, ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, έφεση της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία «…………» κατά της ……………, ………… και …………… και ε) η από 5-11-2024 και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. ……………./2024, ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. ……………./2024, ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, έφεση των ………… και …………, κατά του …………. και της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία «…………..», άπασες οι οποίες βάλλουν κατά της, εκδοθείσας κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο, υπ’ αριθμ. 3933/2022 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, και, ως εκ τούτου, πρέπει να συνεκδικασθούν, κατ’ άρθρο 246 ΚΠολΔ.

Οι ανωτέρω εφέσεις έχουν ασκηθεί εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρα 495 παρ. 1 και 2, 513 παρ. 1β΄, 518 παρ. 2 ΚΠολΔ), εφόσον δεν προκύπτει από τα έγγραφα που προσκομίζονται, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται ότι έχει χωρήσει επίδοση της εκκαλουμένης αποφάσεως και δεν έχει παρέλθει διετία από τη δημοσίευση της τελευταίας, στις 28-12-2022, έως την άσκηση των ανωτέρω εφέσεων, και δη, στις 6-11-2024, για την από 5-11-2024 και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. …………/2024, ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. ………/2024, ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, έφεση, στις 23-12-2024, για την από 16-12-2024 και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. ………………./2024, ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. ………………./2024, ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, έφεση, στις 29-4-2024, για την από 29-4-2024 και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. …………/2024, ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. ………./2024, ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, έφεση, και στις 6-11-2024, για την από 5-11-2024 και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. ………../2024, ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. ……………../2024, ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, έφεση, ενώ κατατέθηκαν και τα σχετικά, κατ’ άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, παράβολα. Συνεπώς, πρέπει να γίνουν τυπικά δεκτές και να ερευνηθούν, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων τους (άρθρο 533 παρ. 1 ΚΠολΔ), κατά την ίδια ως άνω διαδικασία, με την οποία εκδόθηκε και η εκκαλουμένη απόφαση, όπως και η ανωτέρω, παραδεκτώς ασκηθείσα, με την κατάθεση ιδιαίτερου δικογράφου στη Γραμματεία του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, και κοινοποιηθείσα στην πληρεξουσία δικηγόρο του εκκαλούντος – υπογράφουσας την έφεση αυτού, ως αντικλήτου του τελευταίου (ΑΠ 1496/17 ΝΟΜΟΣ), οκτώ (8) ημέρες πριν τη συζήτηση της ένδικης έφεσης, όπως επιτάσσει η διάταξη του άρθρου 591 παρ. 1 ζ ΚΠολΔ, αντέφεση (βλ. την προσκομιζόμενη από την αντεκκαλούσα υπ’ αριθμ. …….΄/27-2-2025 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών …………………..), για το παραδεκτό της οποίας, δεν απαιτείται η καταβολή του προβλεπόμενου από τη διάταξη του άρθρου 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, για την άσκηση της εφέσεως, παράβολου, ενόψει του παρεπόμενου χαρακτήρα αυτής, έναντι της εφέσεως [ΟλΑΠ 180/79 ΝοΒ 1979 (27). 1113, ΕΠατρ 51/22, ΕΛαρ 467/14 ΝΟΜΟΣ].

Οι ενάγουσες και ήδη εκκαλούσες …….. και …….  άσκησαν, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, σε βάρος του ………… και της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία «…………», την από 16-9-2021 και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. ………../2021 αγωγή, με την οποία, εκθέτοντας ότι, στον αναφερόμενο στην αγωγή τόπο και χρόνο, από αποκλειστική υπαιτιότητα του πρώτου εναγομένου, ο οποίος οδηγούσε το με αριθμ. κυκλ. …………. Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, κυριότητάς του και ασφαλισμένο, για την έναντι τρίτων ευθύνη, στη δεύτερη εναγομένη ασφαλιστική εταιρία, επήλθε τροχαίο ατύχημα, υπό τις ειδικότερα περιγραφόμενες συνθήκες, που είχε ως αποτέλεσμα την πρόκληση του θανάτου του υιού της πρώτης και αδελφού της δεύτερης, συνεπεία του οποίου υπέστησαν ψυχική οδύνη, ζητούσαν, μετά από τροπή του καταψηφιστικού αιτήματος τους σε αναγνωριστικό, να αναγνωρισθεί ότι οι εναγόμενοι υποχεούντο να της καταβάλουν, εις ολόκληρον έκαστος, ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω της ψυχικής τους οδύνης, το ποσό των 250.000 ευρώ, στην πρώτη, και το ποσό των 200.000, στη δεύτερη αυτών, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής και μέχρι την ολοσχερή τους εξόφληση, να απειληθεί, σε βάρος εκάστου των εναγομένων, προσωπική κράτηση, διάρκειας ενός (1) έτους, να κηρυχθεί η εκδοθησομένη απόφαση προσωρινώς εκτελεστή και να καταδικασθούν οι εναγόμενοι στη δικαστική τους δαπάνη. Περαιτέρω, ο ………. και …………… άσκησαν, ενώπιον του ανωτέρω δικαστηρίου, κατά των εναγομένων της ανωτέρω αγωγής, ………. και ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία «…………….», την από 26-10-2020 και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. ………………./2020 αγωγή, με την οποία, εκθέτοντας ότι, στον αναφερόμενο στην αγωγή τόπο και χρόνο, από αποκλειστική υπαιτιότητα του πρώτου εναγομένου, ο οποίος οδηγούσε το με αριθμ. κυκλ. …….. Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, κυριότητάς του και ασφαλισμένο, για την έναντι τρίτων ευθύνη, στη δεύτερη εναγομένη ασφαλιστική εταιρία, επήλθε τροχαίο ατύχημα, υπό τις ειδικότερα περιγραφόμενες συνθήκες, εξαιτίας του οποίου, αφενός, καταστράφηκε το υπ’ αριθμ. κυκλ. ……….. Ι.ΧΕ. αυτοκίνητο, κυριότητας του πρώτου αυτών, που οδηγούσε ο δεύτερος, αφετέρου, ο τελευταίος υπέστη την αναλυτικώς αναφερόμενη στην αγωγή ζημία, ζητούσαν να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να καταβάλουν, εις ολόκληρον έκαστος, στον πρώτο το συνολικό ποσό των 9.604,76 ευρώ και στον δεύτερο το συνολικό ποσό των 23.570 ευρώ, με το νόμιμο τόκο επιδικίας από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής και μέχρι την εξόφληση. Tέλος, ο εναγόμενος των δύο προαναφερόμενων αγωγών ……… άσκησε, ενώπιον του ως άνω δικαστηρίου, κατά του δεύτερου ενάγοντος της από 26-10-2020 και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. ………………./2020 αγωγής, ……….., και της ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία «………..» την από 31-3-2021 και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. ………………./2021 αγωγή, με την οποία, εκθέτοντας ότι στον αναφερόμενο στην αγωγή τόπο και χρόνο, από αποκλειστική υπαιτιότητα του πρώτου εναγομένου, ο οποίος οδηγούσε το με αριθμ. κυκλ. …………….. Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, κυριότητάς του και ασφαλισμένο, για την έναντι τρίτων ευθύνη, στη δεύτερη εναγομένη ασφαλιστική εταιρία, επήλθε τροχαίο ατύχημα, υπό τις ειδικότερα περιγραφόμενες συνθήκες, εξαιτίας του οποίου, καταστράφηκε το υπ’ αριθμ. κυκλ. ………… Ι.ΧΕ. αυτοκίνητο, κυριότητάς του, ζητούσε, μετά από παραδεκτή τροπή του καταψηφιστικού αιτήματός του σε αναγνωριστικό, να αναγνωρισθεί ότι οι εναγόμενοι υποχρεούνται να του καταβάλουν εις ολόκληρον, έκαστος, το ποσό των 11.500 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την εξόφληση, να κηρυχθεί η εκδοθησομένη απόφαση προσωρινώς εκτελεστή και να καταδικασθούν οι εναγόμενοι στη δικαστική του δαπάνη. Οι αγωγές αυτές συνεκδικάσθηκαν και εξεδόθη επ’ αυτών η υπ’ αριθμ. 3933/2022 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με την οποία: α) η από 16-9-2021 και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. ……./2021 αγωγή των ……….. και ……………., -αφού απορρίφθηκε, ως αόριστο, το αίτημά της περί προσωπικής κράτησης, καθ’ ο μέρος στρεφόταν κατά του νομικού προσώπου της δεύτερης εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας και, ως μη νόμιμα, τα παρεπόμενα αιτήματα περί απειλής προσωπικής κράτησης και κηρύξεως της αποφάσεως προσωρινώς εκτελεστής, μετά την τροπή του καταψηφιστικού αιτήματος σε αναγνωριστικό-, έγινε εν μέρει δεκτή, ως ουσιαστικά βάσιμη, αναγνωρίσθηκε ότι οι εναγόμενοι υποχρεούνται να καταβάλουν, εις ολόκληρον έκαστος, στην πρώτη ενάγουσα, το ποσό των 90.000 ευρώ και, στη δεύτερη ενάγουσα, το ποσό των 20.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο επιδικίας (άρθρο 346 ΚΠολΔ), ο πρώτος εναγόμενος, και με το νόμιμο τόκο υπερημερίας (άρθρο 345 ΚΠολΔ), η δεύτερη εναγομένη, από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής και μέχρι την εξόφληση, και καταδικάσθηκαν οι εναγόμενοι, ενεχόμενοι εις ολόκληρον, σε μέρος της δικαστικής δαπάνης των εναγουσών, β) η από 26-10-2020 και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. ……/2020 αγωγή των ………. και ……. απορρίφθηκε, στο σύνολό της, ως προς τον δεύτερο ενάγοντα, -και δη, ως αόριστη, ως προς το κονδύλιό της αναφορικά με τα έξοδα μετακίνησης του ως άνω ενάγοντος και, ως μη νόμιμη, ως προς τα κονδύλια σχετικά, τόσο με τα έξοδα ιατρικής πραγματογνωμοσύνης και την αποζημίωση, για ψυχιατρική και συμβουλευτική αντιμετώπιση, όσο και με τη χρηματική ικανοποίηση, λόγω της ηθικής του βλάβης, εξαιτίας του θανάτου του συνεπιβαίνοντος στο ως άνω οδηγούμενο από αυτόν όχημα-, έγινε εν μέρει δεκτή, ως κατ’ ουσίαν βάσιμη, ως προς τον πρώτο ενάγοντα, και υποχρεώθηκαν οι εναγόμενοι να καταβάλουν στον τελευταίο, εις ολόκληρον έκαστος, το ποσό των 5.783,81 ευρώ, με το νόμιμο τόκο επιδικίας ο πρώτος εναγόμενος, και με το νόμιμο τόκο υπερημερίας η δεύτερη εναγομένη, από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής και μέχρι την εξόφληση, και καταδικάσθηκαν αυτοί, ενεχόμενοι εις ολόκληρον, σε μέρος της δικαστικής του ενάγοντος δαπάνης, γ) η από 31-3-2021 και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. ……../2021 αγωγή του ……, μετά από παραδεκτή παραίτηση του ενάγοντος, ως προς τον πρώτο εναγόμενο, θεωρήθηκε, ως μη ασκηθείσα, ως προς αυτόν, και -αφού απορρίφθηκε, ως μη νόμιμο, το παρεπόμενο αίτημά της περί κηρύξεως της αποφάσεως προσωρινώς εκτελεστής, μετά την τροπή του καταψηφιστικού αιτήματος σε αναγνωριστικό-, έγινε εν μέρει δεκτή, ως ουσία βάσιμη, αναγνωρίσθηκε ότι η εναγομένη υποχρεούται να καταβάλει στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των 1.338 ευρώ, με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής έως την εξόφληση και καταδικάσθηκε η εναγομένη σε μέρος της δικαστικής δαπάνης του ενάγοντος. Την απόφαση αυτή προσέβαλαν, ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου: α) οι ενάγουσες της από 16-9-2021 και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. ………../2021 αγωγής,  ……….. και …………, με την από 5-11-2024 και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. …………./2024, ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. ……………./2024, ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, έφεσή τους, κατά των εναγομένων, ………………… και της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία «……………..», με την οποία, επικαλούμενες σφάλματα της εκκαλουμένης, αναφορικά με την εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων, ζητούν να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση, επί σκοπώ να γίνει η αγωγή τους εν όλω δεκτή, β) ο εναγόμενος της ανωτέρω αγωγής και της από 26-10-2020 και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. ………………./2020 αγωγής και ενάγων της από 31-3-2021 και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. ………………./2021 αγωγής, …………., με την από 16-12-2024 και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. ………………./2024, ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. ………………./2024, ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, έφεσή του, κατά των εναγουσών της από 16-9-2021 και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. …………./2021 αγωγής,  ……… και …………, του ενάγοντος της από 26-10-2020 και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. ………………./2020 αγωγής, . ….., και της εναγομένης της από 31-3-2021 και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. ………………./2021 αγωγής, ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία «……………..», με την οποία αιτιώμενος σφάλματα της εκκαλουμένης, ως προς την εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων, ζητεί να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση, ούτως ώστε να απορριφθούν οι, σε βάρος του, από 16-9-2021 και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. …………/2021 και από 26-10-2020 και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. ………………./2020 αγωγές και να γίνει εν όλω δεκτή η από 31-3-2021 και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. ………………./2021 αγωγή του, γ) η εναγομένη της από 31-3-2021 και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. ………………./2021 αγωγής, ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία «……………..», με την από 15-1-2025 και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. ………………./2025, ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, αντέφεσή της, κατά του ενάγοντος – ως άνω εκκαλούντος, ……, με την οποία, προσβάλλοντας τα κεφάλαια που προσβάλλονται με την ως άνω από 16-12-2024 και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. ………………./2024, ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. …………/2024, ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, έφεση του ανωτέρω εκκαλούντος – αντεφεσιβλήτου, αναφορικά με την εν λόγω αγωγή, ζητεί να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση, λόγω εσφαλμένης εφαρμογής του νόμου και κακής εκτίμησης των αποδείξεων, ώστε να απορριφθεί η, σε βάρος της, ως άνω αγωγή, δ) η εναγομένη της από 16-9-2021 και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. ……/2021 αγωγής και της από 26-10-2020 και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. ……………/2020 αγωγής, ανώνυμη ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία «……….», με την από 29-4-2024 και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. ………./2024, ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. ……../2024, ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, έφεσή της, κατά των εναγόντων των ανωτέρω αγωγών, ………… και ………….., αφενός, και ……, αφετέρου, με την από 29-4-2024 και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. ………./2024, ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. ………../2024, ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, έφεση, με την οποία, επικαλούμενη σφάλματα της εκκαλουμένης, αναφορικά με την εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων, ζητεί να εξαφανισθεί η τελευταία και να απορριφθούν οι ανωτέρω, σε βάρος της, αγωγές, και ε) οι ενάγοντες της από 26-10-2020 και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. …………/2020 αγωγής, …………….. και …………., με την από 5-11-2024 και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. ………./2024, ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. …………./2024, ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, έφεσή τους, κατά των εναγομένων, ……………. και της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία «………….», με την οποία, ζητούν την εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως, λόγω εσφαλμένης εφαρμογής του νόμου και κακής εκτίμησης των αποδείξεων, επί τω τέλει όπως γίνει καθ’ ολοκληρίαν δεκτή η ανωτέρω αγωγή τους.

Οι ενάγοντες της από 26-10-2020 αγωγής …………. και ………, με τον δεύτερο τρίτο και τέταρτο λόγο της από 5-11-2024 και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. ………/2024, ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. ………./2024, ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, έφεσής τους, ισχυρίζονται ότι η εκκαλουμένη απόφαση, κατ’ εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, απέρριψε ως μη νόμιμα, τα αγωγικά κονδύλια, ποσού 20.000 ευρώ, για χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, του δεύτερου αυτών, όσο και ποσού 1.070 ευρώ, για αποζημίωσή του, για ψυχιατρική και συμβουλευτική αντιμετώπιση, και, ως αόριστο, το αγωγικό κονδύλιο των 1.500 ευρώ, για έξοδα μετακίνησής του. Επί των λόγων αυτών εφέσεως, λεκτέα είναι τα εξής: Όσον αφορά το κονδύλιο των εξόδων μετακίνησης του ως άνω ενάγοντος, αυτό τυγχάνει απορριπτέο, ως αόριστο, καθώς, στο αγωγικό δικόγραφο, δεν γίνεται οιαδήποτε εξειδίκευση του αριθμού των διαδρομών, των ημερομηνιών τους, καθώς και του κόστους εκάστης τούτων, αοριστία που δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή σε αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 294/22, ΑΠ 755/20 ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω δε, αναφορικά με τα κονδύλια της αποζημίωσης, για ψυχιατρική και συμβουλευτική αντιμετώπιση, και της χρηματικής ικανοποίησης, λόγω της ηθικής του ως άνω δεύτερου ενάγοντος, βλάβης, αυτά αφορούν, σύμφωνα με τους αγωγικούς ισχυρισμούς του, στο μετατραυματικό στρες που βίωσε ο εν λόγω ενάγων οδηγός, εξαιτίας του θανάτου του συνεπιβάτη φίλου του, το οποίο, όμως, συνιστά αντανακλαστική συνέπεια της ως άνω αδικοπραξίας, και άρα έμμεση ζημία του ως άνω ενάγοντος, μη αποκαταστατέα. Το δε πρωτοβάθμιο δικαστήριο, απορρίπτοντας, με την εκκαλουμένη απόφαση, τα ανωτέρω κονδύλια, με την αυτή αιτιολογία, ορθώς εφάρμοσε το νόμο, απορριπτομένου του υποστηρίζοντος τα αντίθετα λόγου εφέσεως, ως αβάσιμου.

Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων …………, ενώπιον του ακροατηρίου του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που εμπεριέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεως του, την ήδη αμετάκλητη υπ’ αριθμ. 2375/2023 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, το απόσπασμα της υπ’ αριθμ. 153/2025 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, όλα τα, μετ’ επικλήσεως, νομίμως προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα (η μνεία κατωτέρω ορισμένων εξ αυτών είναι απλώς ενδεικτική, καθώς κανένα δεν παραλείφθηκε να εκτιμηθεί), καθώς και τα αυτεπαγγέλτως λαμβανόμενα υπόψη διδάγματα της κοινής πείρας (άρθρο 336 αρ. 4 ΚΠολΔ), αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Στις 3-11-2019 και περί ώρα 00.14, ο δεύτερος ενάγων της από 26-10-2020 και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. ………………./2020 αγωγής, ………., οδηγώντας το υπ’ αριθμ. κυκλ. ………….. Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, κυριότητας του πατέρα του, πρώτου ενάγοντος της ως άνω αγωγής, ….., στο οποίο επέβαινε ο …………, εκινείτο επί της παραλιακής Λεωφόρου Ποσειδώνος, με κατεύθυνση από Πειραιά προς Γλυφάδα. Φθάνοντας δε, κατά τον ως άνω χρόνο, στο ύψος του ΗΣΑΠ Φαλήρου, υπολαμβάνοντας ότι το ανωτέρω οδηγούμενο από αυτόν όχημα παρουσίαζε βλάβη, την οποία έπρεπε αμέσως να ελέγξει, ακινητοποίησε τούτο στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας, έχοντας ενεργοποιήσει τα προειδοποιητικά φώτα έκτακτης ανάγκης, και, στη συνέχεια αποβιβάσθηκε από το όχημα ο ως άνω συνεπιβάτης αυτού. Κατά τον ανωτέρω χρόνο, ο πρώτος εναγόμενος της από 16-9-2021 και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. ……………/2021 αγωγής και της από 26-10-2020 και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. ………………./2020 αγωγής και ενάγων της από 31-3-2021 και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. ………../2021 αγωγής, ….., οδηγώντας το υπ’ αριθμ. κυκλ. ……… Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, κυριότητάς του και ασφαλισμένο, για τις έναντι τρίτων, ζημίες από την οδήγησή του στην δεύτερη εναγομένη των δύο ως άνω πρώτων αγωγών ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία «………..», εκινείτο στο ίδιο ως άνω ρεύμα πορείας της ως άνω οδού και στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας της. Ειδικότερα, η εν λόγω οδός, στο συγκεκριμένο σημείο όπου εκινούντο οι ως άνω διάδικοι οδηγοί, είναι δρόμος μονής κατεύθυνσης, με συνολικό πλάτος δεκατέσσερα (14) μέτρα και τέσσερις (4) λωρίδες κυκλοφορίας, ανά κατεύθυνση, και ανώτατο όριο ταχύτητας τα 40 χλμ/ώρα. Κατά τον ως άνω χρόνο, η κατάσταση του οδοστρώματος ήταν ξηρά και σε καλή κατάσταση, ήταν νύχτα, αλλά υπήρχε επαρκής τεχνητός φωτισμός και η ορατότητα των οδηγών δεν περιοριζόταν, ενώ υπήρχε συχνή κυκλοφορία οχημάτων (βλ. τη σχετική από 3-11-2019 έκθεση αυτοψίας και το συνημμένο σε αυτή σχεδιάγραμμα). Ο δε εναγόμενος των από 19-6-2021 και από 26-10-2020 αγωγών και ενάγων της από 31-3-2021 αγωγής, οδηγός του υπ’ αριθμ. κυκλοφορίας ……….. οχήματος, κινούμενος επί της αριστερής λωρίδας της ως άνω οδού, αντιλήφθηκε το ανωτέρω ακινητοποιημένο όχημα, εγκαίρως, και δη, ήδη από απόσταση εκατό (100) περίπου μέτρων, όπως ο ίδιος σαφώς ανέφερε στην προανακριτική του κατάθεση, στην Τροχαία, λίγες ώρες μετά το ένδικο ατύχημα, καθώς και στο υπόμνημά του, ενώπιον του Α΄ Τμήματος της Τροχαίας Πειραιώς, και, ακολούθως, και στις νομίμως κατατεθείσες προτάσεις του, ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου. Πλην όμως, από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε και μπορούσε να επιδείξει, ως μέσος συνετός οδηγός, υπό τις επικρατούσες ως άνω συνθήκες, αντί να τροχοπεδήσει αμέσως, παράλειψη που αποδεικνύεται από τη μη ύπαρξη ιχνών τροχοπέδησης στο εν λόγω σημείο, ή, κάνοντας χρήση του δεξιού δείκτη αλλαγής κατεύθυνσης, να μετακινήσει σταδιακά το όχημά του στη μεσαία λωρίδα κυκλοφορίας, προσπερνώντας έγκαιρα και αφήνοντας αρκετό χώρο από το ακινητοποιημένο ως άνω όχημα, επιχείρησε αποφευκτικό ελιγμό, την τελευταία στιγμή, χωρίς να διατηρήσει απόσταση ασφαλείας από το ανωτέρω όχημα, με αποτέλεσμα να επιπέσει, με το εμπρόσθιο κυρίως αριστερό τμήμα του μετώπου του οχήματός του, στο οπίσθιο κυρίως δεξιό τμήμα του ετέρου οχήματος. Συνεπεία της ως άνω νοτιομετωπικής και έκκεντρης σύγκρουσης, το ανωτέρω ακινητοποιημένο όχημα περιστράφηκε, κατά 180 μοίρες, αριστερόστροφα, επέπεσε, με σφοδρότητα, επί του ρείθρου του πεζοδρομίου και μετατοπίσθηκε για περίπου έξι (6) μέτρα, παρασύροντας, ταυτόχρονα, τον …….. που είχε, ως προεκτέθη, αποβιβασθεί από το ακινητοποιημένο όχημα. Η δε ταχύτητα με την οποία κινείτο ο οδηγός του υπ’ αριθμ. κυκλοφορίας ………. οχήματος, ως άνω εναγόμενος, προσέγγιζε περίπου τα 100 χλμ/ώρα, σύμφωνα και με την από Μαΐου 2020 έκθεση διερεύνησης – ανάλυσης τροχαίου ατυχήματος του, διορισθέντος πραγματογνώμονος από το Α΄ Τμήμα Τροχαίας Πειραιώς, διπλωματούχου Μηχανολόγου – Ηλεκτρολόγου Μηχανικού ……….. και την από Σεπτεμβρίου 2023 τεχνική έκθεση των … ….. και ……………., ήτοι υπερέβαινε το επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας, στο σημείο της σύγκρουσης, το οποίο, ως προεκτέθηκε, ήταν 40 χλμ/ώρα. Η δε απόσταση των 100 μέτρων, δεδομένης της ως άνω ταχύτητάς του ήταν επαρκής, προκειμένου ο μέσος συνετός οδηγός να μπορέσει να τροχοπεδήσει το όχημά του και να προβεί σε ταχύ και σαφή αποφευκτικό ελιγμό, σύμφωνα και με τα σχετικά αναφερόμενα από τον εξετασθέντα πρωτοδίκως μάρτυρα της εναγομένης με την επωνυμία «……………» ασφαλιστικής εταιρίας. Άλλωστε, λαμβάνοντας υπόψιν ότι, κατά τη στιγμή της ένδικης σύγκρουσης, υπήρχε συχνή κυκλοφορία οχημάτων, στο συγκεκριμένο σημείο, ο ως άνω εναγόμενος οδηγός ήταν επιφορτισμένος, με την πρόσθετη και ιδιαίτερη ευθύνη επίδειξης σύνεσης και επιμέλειας, κατά την οδήγηση, δοθέντος ότι, κατά την κοινή πείρα, κατά την κυκλοφορία των οχημάτων στην οδό, παρουσιάζονται πάντοτε απρόοπτες καταστάσεις που επιβάλλουν την επιχείρηση άμεσης τροχοπέδησης ή και άλλων αποφευκτικών ελιγμών, χωρίς να είναι απαραίτητη η επέλευση τροχαίου ατυχήματος, αν και εφόσον ο οδηγός κινείται με την αναγκαία σύνεση και προσοχή και με την επιβαλλόμενη, κατά τις περιστάσεις, ταχύτητα. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων της από 26-10-2020 και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. ……………/2020 αγωγής – οδηγός του υπ’ αριθμ. κυκλοφορίας …….. Ι.Χ.Ε οχήματος, ο οποίος ακινητοποίησε το όχημά του στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας, αν και ενεργοποίησε άμεσα τα προειδοποιητικά φώτα έκτακτης ανάγκης, αμελώς φερόμενος, δεν ακινητοποίησε το όχημά του σε ασφαλή θέση. Και τούτο διότι ουδόλως αποδείχθηκε βλάβη στον κινητήρα του οχήματος, που να δικαιολογεί την άμεση και ακαριαία ακινητοποίηση αυτού, στο συγκεκριμένο σημείο, όπως αποδεικνύεται και από τα σχετικά διαλαμβανόμενα στην από 20-1-2020 τεχνική έκθεση του Μηχανολόγου Μηχανικού ……….., συμπέρασμα που επιβεβαιώνεται, μέσω μηνυμάτων ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, και από τον τεχνικό σύμβουλο της κατασκευάστριας εταιρίας του οχήματος ……….., σύμφωνα με τον οποίο «Σχετικά με τον έλεγχο του Smart For Two του πελάτη ………, στη διάγνωση που κάναμε στο όχημα, δεν βρέθηκε, κατά τη γνώμη μου κάποια βλάβη που να σχετίζεται με ακινητοποίηση, η βλάβη που βρέθηκε στον εγκέφαλο του κινητήρα με κωδ. ……….. έχει να κάνει με τον αισθητήρα θερμοκρασίας καυσαερίων, η οποία βλάβη δεν ακινητοποιεί το όχημα, απλά βγάζει μία προειδοποιητική ένδειξη στο καντράν για τον κινητήρα. Η άλλη βλάβη (στον ίδιο εγκέφαλο) με κωδ. ……….. έχει να κάνει με τον επιλογέα ταχυτήτων, η οποία ήταν αποθηκευμένη και απλά είχε καταγράψει κάποτε μία χαμηλή τάση. Και αυτή η βλάβη δεν ακινητοποιεί το όχημα». Μάλιστα, όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται, από τον ………., στην ανωτέρω έκθεσή του «Σημειώνεται ότι αν το όχημα είχε ακινητοποιηθεί από κάποιο πρόβλημα πριν από το ατύχημα, τότε κατά την αυτοψία και κατά τους ελέγχους που πραγματοποιήσαμε θα έπρεπε είτε να μη εκκινήσει καθόλου ο κινητήρας, ή αυτός να παρουσιάζει δυσκολία στη εκκίνηση και τη λειτουργία του, το οποίο, όμως, δεν συνέβη. Δηλαδή στις εκκινήσεις που πραγματοποιήσαμε στον κινητήρα αυτός ανταποκρίθηκε άμεσα και η εκκίνηση ήταν άμεση και στη συνέχεια ο κινητήρας λειτουργούσε κανονικά». Η ανωτέρω παραδοχή δεν αναιρείται από τη δήλωση του ………………, που διατηρεί επιχείρηση ηλεκτρικών ειδών αυτοκινήτου, σύμφωνα με την οποία το ανωτέρω όχημα ακινητοποιήθηκε, λόγω βλάβης στο δυναμό, καθώς ο εν λόγω μηχανικός, σε αντίθεση με το Μηχανολόγο Μηχανικό ………., αφενός δεν αναφέρει την επιστημονική του ιδιότητα, αφετέρου περιορίζεται στην παράθεση της ως άνω διαπίστωσής του, χωρίς οποιαδήποτε τεκμηριωμένη αναφορά επιστημονικών σχετικών επιχειρημάτων που τον οδήγησαν στο συγκεκριμένο συμπέρασμα. Ούτε δε και από την από 28-7-2023 απάντηση του ……… στο διατυπωθέν από τον ……….. (διορισθέντα, ως τεχνικό σύμβουλο, μαζί με τον …………., από τον ενάγοντα στην από 26-10-2020 και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. ………………./2020 αγωγή και κύριο του υπ’ αριθμ. κυκλ. ………….. SMART αυτοκινήτου  ………..) ερώτημα περί του εάν, στο συγκεκριμένο τύπο οχήματος μπορεί, κατά την κίνησή του, ο κινητήρας του, αιφνιδιαστικά να παρουσιάσει διακοπές, το όχημα να ακινητοποιηθεί και, ακολούθως, δίχως επισκευή ο κινητήρας να λειτουργήσει κανονικά, χωρίς να βρεθεί στον εγκέφαλο κάποια σχετική με την ακινητοποίηση βλάβη, σύμφωνα με την οποία «Τα οχήματα αυτής της κατασκευαστικής σειράς ναι μεν φέρουν πολλαπλούς εγκεφάλους με δυνατότητα καταγραφής, αλλά δεν έχουν τεχνικά την ίδια δυνατότητα όπως τα σημερινά οχήματα που είναι πιο εξελιγμένα. Πέραν αυτού, εξαρτήματα όπως για παράδειγμα η αντλία καυσίμου χαμηλής πιέσεως δεν καταγράφονται σε περίπτωση δυσλειτουργίας ως βλάβη από κάποιον εγκέφαλο. Στη συγκεκριμένη περίπτωση λοιπόν είναι πολύ πιθανό να παρουσίασε δυσλειτουργία/διακοπή παροχής η αντλία καυσίμου και λόγω σύγκρουσης ή όταν έπεσε η θερμοκρασία της αντλίας, μετά από ώρα να λειτούργησε κανονικά. Δεν είναι σπάνιο οι αντλίες καυσίμου χαμηλής πιέσεως, τόσο σε βενζινοκινητήρες, όσο και σε πετρελαιοκινητήρες να παρουσιάζουν αυτό το σύμπτωμα και μετά από ώρα να επανέρχονται σε κανονική λειτουργία, δυσκολεύοντας έτσι την ανεύρεση της βλάβης.», καθώς, από την απάντηση αυτή, ουδόλως συνάγεται με βεβαιότητα ότι τούτο συνέβη και εν προκειμένω, ενόψει και του ότι ο οδηγός του ως άνω οχήματος, υποστήριξε, αρχικά, ότι άκουσε θόρυβο στο εμπρόσθιο τμήμα του οχήματος του και πραγματοποίησε προσωρινή στάση (βλ. τη σχετική αναγραφή στην έκθεση αυτοψίας) και, ακολούθως, ότι το ως άνω όχημα άρχισε να κάνει διακοπές στην κίνησή του και να μειώνεται η ταχύτητά του, μέχρι που ακινητοποιήθηκε. Η  εν λόγω πλημμέλεια του ως άνω οδηγού-ενάγοντος στην από 26-10-2020 και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. ………………./2020 αγωγής ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει την ένδικη σύγκρουση, καθώς η στάθμευση του ανωτέρω οχήματος στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας εκθέτει σε άμεσο κίνδυνο τα πρόσωπα που κινούνται στην συγκεκριμένη οδό, δοθέντος ότι, σύμφωνα με τις κρατούσες συνθήκες οδήγησης, στην αριστερή λωρίδα αναπτύσσονται μεγαλύτερες ταχύτητες, σε σχέση με τις άλλες λωρίδες κυκλοφορίας. Επιπλέον, ο ως άνω οδηγός δεν είχε τοποθετήσει προειδοποιητικό τρίγωνο, σε απόσταση 50 μέτρων από το όχημά του, η μη τοποθέτηση, όμως, αυτή, δεν αποδίδεται σε υπαιτιότητα του, καθώς, από τη χρονική στιγμή της ακινητοποίησης του οχήματος έως τη στιγμή της ένδικης σύγκρουσης, όπως προκύπτει από τα διαλαμβανόμενα στην προσκομιζόμενη από 11-5-2020 έκθεση παρατήρησης οπτικού υλικού, μεσολάβησε χρονικό διάστημα μόλις 12 δευτερολέπτων, ήτοι χρόνος που δεν επαρκεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ώστε ο οδηγός ακινητοποιημένου οχήματος να λάβει όλα τα απαραίτητα, κατά νόμο, προστατευτικά μέτρα, μεταξύ των οποίων και τοποθέτηση του προβλεπόμενου τριγώνου, ενώ, σε κάθε περίπτωση, η παράλειψη αυτή δεν τελεί σε αιτιώδη συνάφεια για το επελθόν αποτέλεσμα, καθώς, ακόμη κι αν είχε τοποθετηθεί το τρίγωνο αυτό, δεν θα είχε αποτραπεί η σύγκρουση, δοθέντος ότι το ακινητοποιημένο ως άνω όχημα είχε γίνει εγκαίρως αντιληπτό από τον έτερο οδηγό, ως προεκτέθη, ήδη από απόσταση 100 μέτρων. Επιπροσθέτως, υπό τα προαναφερόμενα, υπήρχε επαρκής τεχνητός φωτισμός, στο ως άνω σημείο, χωρίς να εμποδίζεται η ορατότητα των διερχόμενων οδηγών, ενώ ο ανωτέρω οδηγός είχε αμέσως ενεργοποιήσει και τα φώτα έκτακτης ανάγκης. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι στον οργανισμό του οδηγού του ακινητοποιημένου οχήματος ανιχνεύτηκε η ουσία 11 – νορ – Δ9 – τετραυδροκανναβιόλη – 9 καρβολικό οξύ, που αποτελεί μεταβολίτη του δραστικού συστατικού της κάνναβης. Η ύπαρξη της ουσίας αυτής, όμως, δεν συνδέεται αιτιωδώς με το ένδικο ατύχημα, καθώς, ούτε από τις προσκομισθείσες ιατρικές εκθέσεις, ούτε από την κατάθεση, ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, της μάρτυρος Ιατροδικαστού ………… προέκυψε, με βεβαιότητα, ο ακριβής χρόνος λήψης της ανωτέρω ουσιών, ήτοι εάν αυτή είχε ληφθεί σε σύντομο διάστημα πριν από το ένδικο συμβάν, ενώ, σε κάθε περίπτωση, κατά το χρόνο της σύγκρουσης των ως άνω οχημάτων, ο εν λόγω οδηγός είχε ήδη ακινητοποιήσει και σταθμεύσει το όχημά του πριν από 12 δευτερόλεπτα, έχοντας ενεργοποιήσει τα φώτα έκτακτης ανάγκης αυτού, και ο συνεπιβάτης του, ………… είχε ήδη εξέλθει από το εν λόγω όχημα. Τέλος, δεν αποδείχθηκε ότι ο ως άνω οδηγός του ακινητοποιημένου οχήματος, κατά τη χρονική στιγμή της σύγκρουσης, προέβη σε  οπισθοπορεία, καταλαμβάνοντας μέρος έτερης λωρίδας του οδοστρώματος, εξαιτίας της οποίας και επήλθε η ένδικη σύγκρουση, καθώς ο τεχνικός σύμβουλος της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας «.,………..», παρόλο που κατά την εξέτασή στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο ανέφερε ότι ήταν πιθανόν ο ως άνω ενάγων να προέβη, κατά τη στιγμή της σύγκρουσης, σε κίνηση προς τα πίσω και να καταλάβει μέρος της δεύτερης από αριστερά λωρίδας, στην προσκομισθείσα έγγραφη έκθεση πραγματογνωμοσύνης του ανέφερε ότι το ατύχημα έλαβε χώρα στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας της Νέας Παραλιακής Λεωφόρου Ποσειδώνος και ότι το όχημα του οδηγού ενάγοντος στην από 26-10-2020 και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. ………………./2020 αγωγή ήταν σταθμευμένο. Άλλωστε, και η αυτόπτης μάρτυρας ………….., συνεπιβάτης στο υπ’ αριθμ. κυκλοφορίας ……….. αυτοκίνητο, που οδηγούσε ο εναγόμενος στις από 16-9-2021 και με αριθμ. εκθ. καταθ. ………../2021 και από 26-10-2020 και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. ……………./2020 αγωγές και ενάγων στην από 31-3-2021 και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. …………./2021 αγωγή, ανέφερε στην ένορκη προανακριτική κατάθεσή της, ότι ένα είδε ένα αμάξι σταματημένο με φώτα ασφαλείας, χωρίς να κάνει λόγο για οπισθοπορεία του. Τα ως άνω πραγματικά περιστατικά αναφορικά με τις συνθήκες του ατυχήματος αποδείχθηκαν, μεταξύ άλλων, και από την από 3-11-2019 έκθεση αυτοψίας του Τμήματος της Τροχαίας Πειραιά και το συνημμένο σε αυτήν πρόχειρο σχεδιάγραμμα, από τη σχηματισθείσα ποινική δικογραφία, στην οποία περιλαμβάνονται και οι ανωμοτί καταθέσεις των οδηγών των εμπλεκομένων οχημάτων και οι ένορκες καταθέσεις των αυτοπτών μαρτύρων, από το οπτικό υλικό, σε συνδυασμό με την από 11-5-2020 έκθεση παρατήρησης οπτικού υλικού, από τις προσκομισθείσες τεχνικές γνωμοδοτήσεις του πραγματογνώμονα ….. και των τεχνικών συμβούλων …….., από τις προσκομιζόμενες φωτογραφίες στον τόπο του ατυχήματος των συγκρουσθέντων οχημάτων, καθώς και από την από 20-1-2020 τεχνική έκθεση του διορισθέντος από το Α΄ Τμήμα Τροχαίας Πειραιά Μηχανολόγο – Μηχανικό ……… Με βάση τα ως άνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, η ένδικη σύγκρουση οφείλεται σε συγκλίνουσα αμέλεια αμφότερων των εμπλεκομένων στο ανωτέρω ατύχημα οδηγών, και δη, αφενός μεν του εναγομένου στις από 16-9-2021 και με αριθμ. εκθ. καταθ. ……………./2021 και από 26-10-2020 και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. ………………./2020 αγωγές και ενάγοντος στην από 31-3-2021 και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. ………………./2021 αγωγή, οδηγού, …….ο οποίος, κατά τα ανωτέρω, παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 12 παρ. 1, 17 παρ. 5, 19 παρ. 2 και 7, 20 παρ. 1 του νόμου 2696/1999, καθώς και τους κανόνες επιμέλειας που πρέπει και οφείλει να επιδεικνύει, κατά την οδήγηση, κάθε μέσος και συνετός οδηγός, αφετέρου δε του ενάγοντος στην από 26-10-2020 και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. ………/2020 αγωγή οδηγού, ……….., ο οποίος παραβίασε το άρθρο 34 του νόμου 2696/1999, καθώς και τους κανόνες επιμέλειας που πρέπει και οφείλει να επιδεικνύει κατά την οδήγηση κάθε μέσος και συνετός οδηγός. Ειδικότερα, ο πρώτος, από έλλειψη προσοχής την οποία όφειλε και μπορούσε να επιδείξει ως μέσος συνετός οδηγός, υπό τις επικρατούσες συνθήκες, δεν είχε ρυθμίσει αναλόγως την ταχύτητά του κατά τρόπο ώστε να είναι σε θέση ανά πάσα στιγμή να διακόψει την πορεία του με ασφάλεια μπροστά από κάποιο εμπόδιο, με συνέπεια, ενώ αντιλήφθηκε έγκαιρα, σε απόσταση 100 μέτρων, την ύπαρξη ακινητοποιημένου οχήματος, να μην τροχοπεδήσει αμέσως το όχημά του και να μην προβεί σε ασφαλή αποφευκτικό ελιγμό, κρατώντας επαρκή απόσταση από το ακινητοποιημένο όχημα που βρισκόταν μπροστά του, ο δε δεύτερος δεν ακινητοποίησε το όχημά του σε ασφαλή θέση, αλλά στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας, εκθέτοντας σε άμεσο κίνδυνο τον ίδιο και τον συνεπιβάτη του, αλλά και τους λοιπούς χρήστες της οδού, παραβάσεις που σύμφωνα με όσα   προαναφέρθηκαν, συνδέονται αιτιωδώς με την πρόκληση του ένδικου τροχαίου ατυχήματος. Η δε υπαιτιότητά τους επιμερίζεται σε ποσοστό 20% για τον τελευταίο, οδηγό του με αριθμ. κυκλοφορίας ………. Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου και σε ποσοστό 80% για τον οδηγό του με αριθμ. ………. κυκλοφορίας οχήματος, γενομένων εν μέρει δεκτών των προβαλλομένων στις από 26-10-2020 και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. ………………./2020 και από 31-3-2021 και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. ………………./2021 αγωγές συναφών ενστάσεων των εναγομένων. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που ήχθη στην αυτή κρίση, προσδιορίζοντας, κατά μερική αποδοχή των σχετικών ενστάσεων, τη συνυπαιτιότητα των ως άνω διαδίκων στα ανωτέρω ποσοστά, ορθά εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεως, απορριπτομένων των περί του αντιθέτου συναφών λόγων της από 5-11-2024 και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. ……/2024, ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. …../2024, ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, εφέσεως των εναγόντων …….. και ……….., της από 16-12-2024 και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. …………/2024, ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. ………………./2024, ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, εφέσεως του πρώτου εναγομένου …… και της από 29-4-2024 και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. ……./2024, ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. ……/2024, ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, εφέσεως της δεύτερης εναγομένης εταιρίας «……..» και της από 5-1-2025 και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. …………../2025, ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, αντεφέσεως της εναγομένης εταιρίας με την επωνυμία «…………», ως αβάσιμων. Αποτέλεσμα  της ανωτέρω σύγκρουσης ήταν να προκληθεί στον …….., ο  οποίος κατά την χρονική στιγμή της σύγκρουσης είχε αποβιβαστεί από το ανωτέρω ακινητοποιημένο όχημα και βρισκόταν έμπροσθεν και αριστερά του, βαρεία κρανιοεγκεφαλική κάκωση, από την οποία, ως μόνης ενεργού αιτίας επήλθε ο θάνατος του (βλ. την υπ’ αριθμ. πρωτ. …../366 ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας – νεκροτομής του Ιατροδικαστή ……….). Η ως άνω ακριβής θέση του θανόντος, κατά τη στιγμή της πρόσκρουσης προκύπτει από τη γνωμοδότηση του πραγματογνώμονα  ……………………….., στην οποία ρητά αναφέρεται ότι, κατά τη στιγμή της σύγκρουσης, ο θανών βρισκόταν σε κοντινή απόσταση από την εμπρόσθια αριστερή γωνία του οχήματος, δίχως να αναφέρεται ότι ο τελευταίος ευρίσκετο, κατά τον ανωτέρω χρόνο, επί του πεζοδρομίου, ως, άλλωστε, επιβεβαιώνεται και από τη γνωμοδότηση των τεχνικών συμβούλων της εναγομένης στις από 16-9-2021 και 26-10-2020 αγωγές, ασφαλιστικής εταιρίας, αλλά και από τη  προανακριτική κατάθεση της μάρτυρος …………., σύμφωνα με την οποία, η ίδια είδε έναν άνθρωπο να πετάγεται από τα αριστερά. Σε κάθε πάντως περίπτωση, η ακριβής θέση του θανόντος δεν τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με τον επελθόντα θάνατό του, καθώς, λόγω της αριστερής περιστροφής των οχημάτων και της ορμής με την οποία το υπ’ αριθμ. κυκλοφορίας ……… όχημα επέπεσε επί του ρείθρου του πεζοδρομίου, πλάτους 1,30 μέτρων, το αποτέλεσμα του θανάτου του ……… δεν θα είχε αποτραπεί, ακόμη και εάν ο τελευταίος ευρίσκετο πάνω στο πεζοδρόμιο. Επιπλέον, δεν αποδείχθηκε ότι ο θανών είχε λάβει τοξικές ουσίες που επέδρασαν στον θανάσιμο τραυματισμό του, ενώ η ένδικη σύγκρουση έλαβε χώρα σε χρόνο που το υπ’ αριθμ. …… κυκλοφορίας όχημα ήταν ακινητοποιημένο και ο ……. είχε αποβιβασθεί από αυτό, με αποτέλεσμα ουδεμία ευθύνη του τελευταίου να υφίσταται, λόγω επιβίβασής του σε αυτοκίνητο φίλου του που ενδέχετο να είχε λάβει τοξικές ουσίες, γεγονός το οποίο, εξάλλου, σε κάθε περίπτωση δεν αποδείχθηκε ότι ο θανών γνώριζε, ώστε να θεωρηθεί ότι έθεσε τον εαυτό του σε θέση διακινδύνευσης. Ως εκ τούτου, τυγχάνουν απορριπτέες οι προβληθείσες από τους εναγομένους στην από 16-9-2021 και με αριθμ, εκθ. καταθ. δικ. ……../2021 αγωγή εντάσεις συναυπαιτιότητας του θανόντος στην πρόκληση του θανάτου του. Το δε πρωτοβάθμιο δικαστήριο που απέρριψε τις ως άνω εντάσεις ορθά εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις, απορριπτομένων των περί του αντιθέτου λόγων των ανωτέρω εφέσεων του ………. και της εταιρίας «…….», ως αβάσιμων. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι οι ενάγουσες της από 16-9-2021 και με αριθμ, εκθ. καταθ. δικ. ……./2021 αγωγής, μητέρα η πρώτη και αδελφή του θανόντος η δεύτερη, συνδέονταν μαζί του με στενούς δεσμούς αγάπης και στοργής, με αποτέλεσμα να βιώσουν απέραντη θλίψη και οδύνη για το θάνατό του. Για την άμβλυνση δε της ως άνω ψυχικής οδύνης τους δικαιούνται χρηματική ικανοποίηση, το ύψος της οποίας, λαμβανομένων υπόψη του στενού συγγενικού δεσμού τους με τον αποβιώσαντα, την ηλικία του θανόντος (21 ετών), κατά το χρόνο θανάτου, σε συνδυασμό με την καλή κατάσταση της υγείας του, τις συνθήκες του ατυχήματος, τις επιπτώσεις του θανάτου στις ενάγουσες (εκ των οποίων η πρώτη, ηλικίας 51 ετών, κατά το χρόνο του θανάτου του υιού της, διαγνώσθηκε με μείζονα κατάθλιψη, συνεπεία του ενδίκου ατυχήματος και λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή, ενώ η δεύτερη ηλικίας τότε 19 ετών, είχε διαγνωσθεί με ιδιοπαθή επιληψία και παρακολουθεί συνεδρίες με ψυχολόγο για τη διαχείριση του πένθους της) και της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των διαδίκων (ο εναγόμενος είναι επαγγελματίας ιατρός, η πρώτη ενάγουσα τραπεζική υπάλληλος και η δεύτερη φοιτήτρια του Τμήματος Ιστορίας του ΕΚΠΑ), πλην της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας, της οποίας η ευθύνη είναι εγγυητική, ανέρχεται, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, στο εύλογο και ανάλογο ποσό των 120.000 ευρώ, για την πρώτη, και 50.000 ευρώ, για τη δεύτερη. Το πρωτοβάθμιο δε δικαστήριο, με την εκκαλουμένη απόφασή του, επεδίκασε στις ενάγουσες, ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω της ψυχικής οδύνης τους, ένεκα του επελθόντος, στο ως άνω τροχαίο ατύχημα, θανάτου του υιού και αδελφού τους, αντίστοιχα, ποσό 90.000 ευρώ στην πρώτη αυτών και 20.000 ευρώ, στη δεύτερη τούτων, λαμβανομένου μάλιστα υπόψιν, για τον προσδιορισμό των ανωτέρω ποσών, του, εκ ποσοστού 80%, βαθμού συνυπαιτιότητας του πρώτου εναγομένου στην πρόκληση του ως άνω ατυχήματος. Συνυπολογίζοντας το ως άνω ποσοστό, έσφαλε σχετικά με την εφαρμογή του νόμου, δοθέντος ότι, έναντι των εναγουσών, οι τυχόν συνυπαίτιοι ευθύνονται εις ολόκληρον (άρθρα 10 Ν. ΓΠΝ/1911, 914 και 926 επ. Α.Κ. – ΕΑ 5382/19, ΕΑ 4845/19, ΕΑ 1166/19, ΕΑ 303/19, ΕΑ 150/18, ΕΠειρ 444/16, ΕΠειρ 276/16, Κυρ. Γεωργίου, Η αστική ευθύνη από τροχαία ατυχήματα, 2012, σελ. 902 – 903, Αθ. Κρητικού, ό.π., παρ. 9, αρ. 11, σελ. 137, παρ. 12, αρ. 15, σελ. 172, πρβλ. ΑΠ 2131/14, ΑΠ 299/07 ΝοΒ 2008. 869, Α.Π. 1376/05 ΝοΒ 2006. 388, ΑΠ 1094/04, ΑΠ 486/01 ΕλλΔικ 2002. 385, κατά τις οποίες ο ισχυρισμός ενός από τους συνυπαπίους για συνδρομή συντρέχοντος πταίσματος του άλλου συνυπαιτίου είναι απορριπτέος, ως αλυσιτελής, ενώ, κατά την ΑΠ 119/99 ο σχετικός ισχυρισμός τυγχάνει απορριπτέος ως μη νόμιμος, ΜονΕΑ 3719/21, ΕΑ 312/19, ΝΟΜΟΣ). Ειδικότερα, με τη διάταξη του άρθρου 926 ΑΚ, καθορίζονται, στα πλαίσια της αδικοπρακτικής ευθύνης, oι κατηγορίες των περιπτώσεων στις οποίες αναγνωρίζεται από το νόμο ευθύνη περισσότερων προσώπων. Η πρώτη κατηγορία αφορά την περίπτωση της επέλευσης της ζημίας από κοινή πράξη περισσότερων προσώπων. Ως κοινή πράξη, κατά την έννοια της πιο πάνω διάταξης, νοείται κάθε μορφή συμμετοχής στην τέλεση της πράξης ή την επαγωγή της ζημίας, αδιάφορα από το αν οι ενέργειες (πράξεις ή παραλείψεις) των περισσότερων προσώπων έγιναν ταυτόχρονα, παράλληλα ή διαδοχικά. Αρκεί κάθε ενέργεια να συνδέεται αιτιωδώς με το αποτέλεσμα, δηλαδή την επαγωγή της ζημίας. Ο βαθμός δε της αιτιώδους συμβολής καθενός από τους περισσότερους δράστες δεν ενδιαφέρει για τη θεμελίωση της εις ολόκληρον ευθύνης, αλλά μόνο για την αναγωγή μεταξύ των συνοφειλετών κατ` άρθρο 927 ΑΚ (ΟλΑΠ 13/02 ΕλλΔικ 43. 694, ΑΠ 299/07, ΔΕΕ 2007. 1221, ΑΠ 1376/05 ΝοΒ 2006. 388, ΑΠ 1376/05 ΝοΒ 54. 388, ΑΠ 486/01 ΕλλΔικ 43. 385, ΑΠ 119/99 ΝοΒ 48. 479). Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρ. 4, 5, 6, 7, 10 του Ν. Γ.Π.Ν./1911, 300, 914 ΑΚ, 10 του Ν. 489/76 προκύπτει ότι επί συγκρούσεως αυτοκινήτων όπου η υπαιτιότης ερευνάται κατά τις κοινές διατάξεις του Αστικού Κώδικα, η ευθύνη του κυρίου και κατόχου έναντι του ζημιωθέντος προϋποθέτει υπαιτιότητα του οδηγού. Η προβολή δε από τον εναγόμενο οδηγό συντρέχοντας πταίσματος του άλλου οδηγού κατά του κυρίου προϋποθέτει, όπως ήδη έχει εκτεθεί, ευθύνη του οδηγού, άλλως, ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 300 ΑΚ. Εξάλλου, κατά το άρθρο 482 ΑΚ, σε περίπτωση οφειλής εις ολόκληρον, ο δανειστής έχει το δικαίωμα να απαιτήσει την παροχή κατά την προτίμηση του από οποιονδήποτε συνοφειλέτη, είτε ολικά είτε μερικά. Έως την καταβολή ολόκληρης της παροχής παραμένουν υπόχρεοι όλοι οι οφειλέτες. Στην περίπτωση υπάρξεως συνυπαιτιότητας αμφοτέρων των οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων ο επιβάτης του ενός εξ αυτών δικαιούται να αξιώσει πλήρη αποζημίωση από τον οδηγό του άλλου αυτοκινήτου, χωρίς να μπορεί να προβληθεί κατ` αυτού η ύπαρξη συνυπαιτιότητος του οδηγού του αυτοκινήτου στο οποίο επέβαινε, παρά μόνο η τυχόν συνυπαιτιότης του ιδίου (επιβαίνοντος) στην επέλευση του ατυχήματος ή την έκταση των συνεπειών αυτού (ΟλΑΠ 13/02, Α. Κρητικού Αποζημίωση από αυτοκινητικά ατυχήματα, έκδοση 2008, παρ. 9 και παρ. 12 αριθμ. 15). Επί της εις ολόκληρον ευθύνης περισσοτέρων προσώπων, όταν ο ζημιωθείς ενάγει μόνον τον ένα συνοφειλέτη, ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι συνυπαίτιος για το ατύχημα είναι και άλλο πρόσωπο είναι αλυσιτελής (ΑΠ 2131/14 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 299/07 ΝοΒ 2008. 869, ΑΠ 1376/05 ΝοΒ 2006. 388, ΑΠ 486/01 ο.π., ΜονΕΔωδ 65/16 ΝΟΜΟΣ). Η μεταξύ των εις ολόκληρον ενεχομένων σχέση αποτελεί αντικείμενο της δίκης που θα ανοίγει με την αγωγή για επιμερισμό της μεταξύ τους ευθύνης (ΑΠ 1032/98 ΕλλΔικ. 39. 1549, ΕΠατρ 1006/03, ΑΠ 486/01 ΝΟΜΟΣ, ΜονΕΘ 2672/14 ΝΟΜΟΣ). Επομένως, ο συναφής πρώτος λόγος εφέσεως των εναγουσών πρέπει να γίνει δεκτός, και ως ουσία βάσιμος. Επίσης, με το να επιδικάσει τα ως άνω ποσά των 90.000 και 20.000 ευρώ, για ψυχική οδύνη στην πρώτη και δεύτερη των ως άνω εναγουσών, αντίστοιχα, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας του άρθρου 25 παρ. 1 Σ και παρέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, δεδομένου ότι τα εν λόγω ποσά, κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και τη συνείδηση για το δίκαιο, υπολείπονται καταφανώς εκείνων που συνήθως επιδικάζονται σε παρόμοιες περιπτώσεις χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ψυχικής οδύνης, γενομένου δεκτού του συναφούς δευτέρου λόγου της εφέσεως των ως άνω εναγουσών, ως ουσία βάσιμου. Περαιτέρω, από τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι, εξαιτίας της ένδικης σύγκρουσης, προκλήθηκαν υλικές ζημίες στο υπ’ αριθμ. κυκλοφορίας ………… όχημα, κυριότητας του πρώτου ενάγοντος στην από 26-10-2020 και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. ……………./2020 αγωγή, …………, το κόστος επισκευής των οποίων ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 9.060 ευρώ (βλ. την από 10-1-2020 σχετική προσφορά του γενικού συνεργείου αυτοκινήτων ……….). Δοθέντος όμως ότι το ποσό αυτό υπερβαίνει την αγοραστική αξία του εν λόγω οχήματος, κατά το χρόνο της σύγκρουσης, ύψους 6.700 ευρώ, η επισκευή του καθίσταται οικονομικά ασύμφορη, ώστε να θεωρείται ότι έχει επέλθει από οικονομικής απόψεως, ολική καταστροφή αυτού, και, για το λόγο τούτο, ο πρώτος ως άνω ενάγων να δικαιούται, ως αποζημίωση, για τη θετική ως άνω ζημία του, την ανωτέρω αγοραστική αξία του εν λόγω οχήματος, αφαιρουμένου του ποσού που αντιστοιχεί στην αξία των υπολειμμάτων του, ύψους 200 ευρώ, ήτοι το ποσό των 6.500 (6.700 – 200) ευρώ. Στο σημείο αυτό, θα πρέπει να σημειωθεί ότι το ως άνω όχημα αποδείχθηκε ότι, σε προγενέστερο της σύγκρουσης, μη προσδιορισθέντα χρόνο, είχε εμπλακεί σε έτερο τροχαίο ατύχημα, πλην όμως, από κανένα αποδεικτικό μέσο, δεν δύναται να συναχθεί, με ασφάλεια, το συμπέρασμα ότι οι αναγραφόμενες στην προαναφερόμενη προσφορά του ως άνω συνεργείου ζημίες συνδέονται με το έτερο αυτό ατύχημα. Επίσης, ο ανωτέρω ενάγων, μετά το ατύχημα, κατέβαλε, για τη μεταφορά του ως άνω οχήματός του και τη φύλαξη αυτού, στην περιοχή του Αγίου Ιωάννη Ρέντη, το ποσό των 104,76 ευρώ (βλ. την προσκομισθείσα ΑΠΥ …………../3-11-2019), με αποτέλεσμα η συνολική, εκ της ως άνω ένδικης σύγκρουσης, ζημία του να ανέρχεται στο ποσό των 6.604,76 (6.500 + 104,76) ευρώ. Ωστόσο, το ανωτέρω ποσό θα πρέπει να περιορισθεί, κατά το ποσοστό του 20%, κατά το οποίο, ο δεύτερος ενάγων της ως άνω αγωγής, …….., προστηθείς από τον πρώτο ενάγοντα αυτής στην οδήγηση του οχήματός του (300, 330, 914, 922 ΑΚ), με συνέπεια το πταίσμα του να αντιτάσσεται και κατά το κυρίου του οχήματος, ως προστήσαντος, κρίθηκε συνυπαίτιος της πρόκλησης του ως άνω ατυχήματος και της προκληθείσας εξ αυτού ζημίας, ώστε ο πρώτος ως άνω ενάγων να δικαιούται, τελικώς, ως αποζημίωση, για τις προαναφερόμενες αιτίες, το συνολικό ποσό των 5.283,81 [6.604,76 – 1.320,95 (6.604,76 Χ 20%)] ευρώ. Επιπλέον δε, ο ως άνω ενάγων, λόγω της, κατά τα ανωτέρω, καταστροφής του οχήματός του, εξαιτίας του ενδίκου ατυχήματος, υπέστη ηθική βλάβη, για την αποκατάσταση της οποίας, δικαιούται χρηματικής ικανοποίησης, το ύψος της οποίας, λαμβανομένων υπόψιν των συνθηκών που έλαβε χώρα η σύγκρουση, του βαθμού υπαιτιότητας κάθε εμπλεκομένου οδηγού, του είδους και της έκτασης της βλάβης του ως άνω ενάγοντος και της οικονομικής και κοινωνικής κατάστασης των καθώς η ευθύνη της δεύτερης εναγομένης, ασφαλιστικής εταιρίας είναι εγγυητική, ανέρχεται στο εύλογο ποσό των 500 ευρώ. Συνεπώς, ο ανωτέρω, πρώτος ενάγων της από 26-10-2020 και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. ………………./2020 αγωγής δικαιούται ως αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση, λόγω της ηθικής του βλάβης, το ποσό των 5.783,81 (5.238,51 + 500) ευρώ, το οποίο υποχρεούνται να του καταβάλουν, εις ολόκληρον, οι εναγόμενοι της εν λόγω αγωγής, ………. και ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία «………….», ο μεν πρώτος με το νόμιμο τόκο επιδικίας, η δε δεύτερη, γενομένου δεκτού σχετικού αιτήματός της, με το νόμιμο τόκο υπερημερίας, από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής και μέχρι την εξόφληση. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που ήχθη, με την εκκαλουμένη απόφασή του στην αυτή ως άνω κρίση, επιδικάζοντας στον πρώτο ενάγοντα τα ως άνω ποσά ορθά εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις, ενώ, ουδόλως παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, κατά τον προσδιορισμό της ηθικής του ανωτέρω ενάγοντος βλάβης, απορριπτομένων των περί του αντιθέτου λόγων της από 5-11-2024 και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. ……../2024, ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. ……/2024, ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, εφέσεως των εναγόντων ………… και ………, της από 16-12-2024 και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. ………/2024, ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. ………………./2024, ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, εφέσεως του πρώτου εναγομένου ………… και της από 29-4-2024 και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. ………../2024, ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. ……………./2024, ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, εφέσεως της δεύτερης εναγομένης εταιρίας «………», ως αβάσιμων. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι, εξαιτίας της ανωτέρω σύγκρουσης, προκλήθηκαν υλικές ζημίες και στο υπ’ αριθμ. κυκλοφορίας ……….. Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, κυριότητας του ενάγοντος της από 31-3-2021 και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. ………………./2021 αγωγής, ……………, για την αποκατάσταση των οποίων, κατά τους ισχυρισμούς του τελευταίου, απαιτείται συνολική δαπάνη, ύψους 19.653,09 ευρώ, που δεν αμφισβητείται ειδικώς από την εναγομένη, που αρνείται γενικώς την αγωγή. Ωστόσο, η δαπάνη αυτή υπερβαίνει την αξία του ως άνω οχήματος, κατά το χρόνο της σύγκρουσης, που, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, ανέρχεται στο ποσό των 7.690 ευρώ, με αποτέλεσμα η επισκευή του να κρίνεται οικονομικά ασύμφορη και, για, το λόγο τούτο, να θεωρείται ότι έχει επέλθει, από οικονομικοτεχνική άποψη, ολική καταστροφή του. Ω εκ τούτου, ο ενάγων δικαιούται να αξιώσει, ως αποζημίωση, για τη θετική του ζημία, την ως άνω αξία του οχήματος, μειωμένη κατά το ποσό που αντιστοιχεί στην αξία των υπολειμμάτων του, η οποία ανέρχεται στο ποσό των 2.000 ευρώ, ως εκτιμήθηκε από την εναγομένη και δεν αμφισβητήθηκε ειδικώς, από τον ενάγοντα, πρωτοδίκως, με την προσθήκη του, ο οποίος, σε κάθε περίπτωση, ουδέν αποδεικτικό μέσο προσκομίζει προς απόδειξη του συναφούς λόγου εφέσεώς του, σύμφωνα με τον οποίο, το εν λόγω ποσό των 2.000 ευρώ είναι υπερβολικό, δοθέντος ότι επικαλείται, με τις προτάσεις του, το πρώτον, ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, ότι έχει παραχωρήσει το ως άνω αυτοκίνητό του στο μηχανικό …………, για ανταλλακτικά, με το αντίτιμο των 600 ευρώ, στο οποίο ανέρχεται και η αξία των υπολειμμάτων, προσκομίζοντας σχετικά την από 5-2-2025 υπεύθυνη δήλωση του άρθρου 8 του Ν. 1599/1986 του ιδίου, στην οποία, όμως, αναγράφεται ότι το αυτοκίνητο που αυτός παραχωρεί, μάρκας pοlo, φέρει στοιχεία (αριθμό κυκλοφορίας) …………, γεγονός από το οποίο συνάγεται ότι πρόκειται για άλλο όχημα και όχι για το εμπλεκόμενο στο ως άνω ατύχημα, το οποίο φέρει αριθμό κυκλοφορίας ……………….. Επομένως, ο ως άνω ενάγων δικαιούται, καταρχήν, για την ως άνω αιτία, ως αποζημίωση, το ποσό των 5.690 (7.690 – 2.000) ευρώ, μειούμενο, περαιτέρω, κατά το ποσοστό συνυπαιτιότητας αυτού στην πρόκληση του ως άνω ατυχήματος, ήτοι, κατά το ποσοστό του 80%, με αποτέλεσμα η τελικώς δικαιούμενη από τον ίδιο αποζημίωση να ανέρχεται στο ποσό των 1.138 [5.690 – 4.552 (5.690 Χ 80%)] ευρώ. Επιπροσθέτως, ο ως άνω ενάγων, δοθέντων των συνθηκών του ατυχήματος, του βαθμού συνυπαιτιότητάς του στην πρόκληση αυτού, του είδους και της έκτασης των ζημιών του ως άνω οχήματος και της στέρησης της χρήσης του, υπέστη ηθική βλάβη, για την αποκατάσταση της οποίας, δικαιούται χρηματικής ικανοποίησης, το ύψος της οποίας, λαμβανομένης υπόψιν και της κοινωνικής και οικονομικής θέσης αυτού (όχι δε και της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας, καθώς η ευθύνη της είναι εγγυητική), ανέρχεται στο εύλογο ποσό των 200 ευρώ. Συνεπώς, ο ανωτέρω ενάγων της από 31-3-2021 και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. ……../2021 αγωγής, δικαιούται ως αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση, λόγω της ηθικής του βλάβης, το συνολικό ποσό των 1.338 (1.138 + 200) ευρώ, το οποίο υποχρεούται να του καταβάλει η εναγομένη της εν λόγω αγωγής, ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία «…………..», με το νόμιμο τόκο υπερημερίας, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματός της, από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής και μέχρι την εξόφληση. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που, με την εκκαλουμένη απόφασή του, επεδίκασε στον ως άνω ενάγοντα τα ανωτέρω ποσά, ορθά εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις, ενώ, και κατά τον προσδιορισμό της ηθικής αυτού βλάβης, ουδόλως παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, απορριπτομένων των περί του αντιθέτου λόγων της από 16-12-2024 και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. …………/2024, ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. …………./2024, ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, εφέσεως του ενάγοντος, …………. και της από 5-1-2025 και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. ………./2025, ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, αντεφέσεως της εναγομένης εταιρίας με την επωνυμία «……….» ως αβάσιμων. Κατ’ ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, και αφού δεν υπάρχουν άλλοι λόγοι των ως άνω συνεκδικαζομένων εφέσεων προς έρευνα, πρέπει: α) η από 16-12-2024 και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. ………../2024, ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. ………/2024, ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, έφεση να απορριφθεί, ως ουσία αβάσιμη, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατιθέμενου από τον εκκαλούντα υπ’ αριθμ. ……../2024 e – παραβόλου εφέσεως στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 εδ. τελ. ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί ο εκκαλών, λόγω της ήττας του, στη δικαστική δαπάνη των εφεσιβλήτων, για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, (άρθρο 176, 183 ΚΠολΔ), σύμφωνα με τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό, β) η από 29-4-2024 και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. ………../2024, ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. ……../2024, ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, έφεση να απορριφθεί, ως ουσία αβάσιμη, να διαταχθεί η εισαγωγή του υπ’ αριθμ. ……… e – παραβόλου εφέσεως στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 εδ. τελ. ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί η εκκαλούσα, λόγω της ήττας της, στη δικαστική δαπάνη των εφεσιβλήτων, για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, (άρθρο 176, 183 ΚΠολΔ), σύμφωνα με τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό, γ) η από 5-11-2024 και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. ………/2024, ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. …………/2024, ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, έφεση να απορριφθεί, ως ουσία αβάσιμη, να διαταχθεί η εισαγωγή του υπ’ αριθμ. ………/2024 e – παραβόλου εφέσεως στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 εδ. τελ. ΚΠολΔ) και να καταδικασθούν οι εκκαλούντες, λόγω της ήττας τους, στη δικαστική δαπάνη των εφεσιβλήτων, για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, (άρθρο 176, 183 ΚΠολΔ), σύμφωνα με τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό και δ) η από 15-1-2025 και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. ………………./2025 αντέφεση να απορριφθεί, ως ουσία αβάσιμη, και να καταδικασθεί η αντεκκαλούσα, στη δικαστική δαπάνη του αντεφεσίβλητου, για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, λόγω της ήττας της (άρθρο 176, 183 ΚΠολΔ), σύμφωνα με τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό. Ακολούθως δε, μετά την εν μέρει εξαφάνιση της εκκαλουμένης, κατά τα ανωτέρω, και τη διακράτηση από το παρόν Δικαστήριο και εκδίκαση της από 16-9-2021 και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. ……………/2021 αγωγής, πρέπει να γίνει αυτή εν μέρει δεκτή, και ως ουσία βάσιμη, και να αναγνωρισθεί ότι οι εναγόμενοι υποχρεούνται να καταβάλουν, εις ολόκληρον έκαστος, στην πρώτη ενάγουσα το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ και στη δεύτερη ενάγουσα το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, ο μεν πρώτος εναγόμενος, με το νόμιμο τόκο επιδικίας (άρθρο 346 ΑΚ), η δε δεύτερη εναγομένη με το νόμιμο τόκο υπερημερίας (άρθρο 345 ΑΚ), από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής και έως την εξόφληση. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στις εκκαλούσες ενάγουσες του κατατιθέμενου από αυτές …………../2024 e – παραβόλου εφέσεως (άρθρο 495 παρ. 3 εδ. τελ. ΚΠολΔ) και να καταδικασθούν οι εφεσίβλητοι – εναγόμενοι, λόγω της μερικής ήττας τους, σε μέρος της δικαστικής δαπάνης των εκκαλουσών – εναγουσών, για αμφότερους τους βαθμούς δικαιοδοσίας (άρθρο 178, 183 ΚΠολΔ), σύμφωνα με όσα ειδικότερα ορίζονται στο διατακτικό της παρούσας.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

-ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΖΕΙ την από 5-11-2024 και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. …………/2024, ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. ………./2024, ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, έφεση, την από 16-12-2024 και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. ………../2024, ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. ………./2024, ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, έφεση, την από 29-4-2024 και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. ………/2024, ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. ……./2024, ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, έφεση, την από 5-11-2024 και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. ………/2024, ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. ………./2024, ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, έφεση και την από 15-1-2025 και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. ………./2025 αντέφεση, αντιμωλία των διαδίκων.-

-ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά και ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ κατ’ ουσίαν με την από 16-12-2024 και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. …………/2024, ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. ………/2024, ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, έφεση-.

-ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του υπ’ αριθμ. ……………./2024 e –  παραβόλου εφέσεως στο Δημόσιο Ταμείο.-

-ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον εκκαλούντα στη δικαστική δαπάνη των εφεσιβλήτων, για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, το ύψος της οποίας ορίζει, για τις μεν δύο πρώτες των εκκαλούντων, στο συνολικό ποσό των πεντακοσίων (500) ευρώ και, για έκαστο των λοιπών, στο ποσό των πεντακοσίων (500) ευρώ.-

-ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά και ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ κατ’ ουσίαν την από 29-4-2024 και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. …………../2024, ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. ………./2024, ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, έφεση.-

-ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του υπ’ αριθμ. ………../2024 e – παραβόλου εφέσεως στο Δημόσιο Ταμείο.-

-ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την εκκαλούσα στη δικαστική δαπάνη των εφεσιβλήτων, για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, το ύψος της οποίας ορίζει, για τις μεν δύο πρώτες των εκκαλούντων, στο συνολικό ποσό των πεντακοσίων (500) ευρώ και, για τον τρίτο εκκαλούντα, στο ποσό των πεντακοσίων (500) ευρώ.-

-ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά και ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ κατ’ ουσίαν την από 5-11-2024 και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. …../2024, ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. ……/2024, ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, έφεση.-

-ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του υπ’ αριθμ. …………../2024 e – παραβόλου εφέσεως στο Δημόσιο Ταμείο.-

-ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους εκκαλούντες στη δικαστική δαπάνη των εφεσιβλήτων, για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, το ύψος της οποίας ορίζει, για έκαστο αυτών, στο ποσό των πεντακοσίων (500) ευρώ.-

-ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά και ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ κατ’ ουσίαν την από 15-1-2025 και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. …………/2025 αντέφεση.-

-ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αντεκκαλούσα στη δικαστική δαπάνη του αντεφεσίβλητου, για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, το ύψος της οποίας ορίζει στο ποσό των πεντακοσίων (500) ευρώ.-

-ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά και εν μέρει κατ’ ουσίαν την από 5-11-2024 και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. …………./2024, ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. ……./2024, ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, έφεση-.

-ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επιστροφή του σχετικού υπ’ αριθμ. ………/2024 e – παραβόλου εφέσεως στις εκκαλούσες.-

-ΕΞΑΦΑΝΙΖΕΙ εν μέρει την, εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, υπ’ αριθμ. 3933/2022 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, και δη, ως προς τις διατάξεις της που αφορούν στην από 16-9-2021 και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. …………/2021 αγωγή.-

-ΚΡΑΤΕΙ και ΔΙΚΑΖΕΙ την από 16-9-2021 και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. …………/2021 αγωγή.-

-ΔΕΧΕΤΑΙ εν μέρει αυτή.-

-ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΕΙ ότι οι εναγόμενοι υποχρεούνται να καταβάλουν, εις ολόκληρον έκαστος, στην πρώτη ενάγουσα το ποσό των εκατό είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ και στη δεύτερη ενάγουσα το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, ο πρώτος εναγόμενος με το νόμιμο τόκο επιδικίας (άρθρο 346 ΑΚ) και η δεύτερη εναγομένη με το νόμιμο τόκο υπερημερίας (άρθρο 345 ΑΚ), από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής και έως την εξόφληση.- ΚΑΙ

-ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους εφεσίβλητους – εναγομένους σε μέρος της δικαστικής δαπάνης των εκκαλουσών – εναγουσών, για αμφότερους τους βαθμούς δικαιοδοσίας, το ύψος της οποίας ορίζει στο ποσό των οκτώ χιλιάδων πεντακοσίων (8.500) ευρώ.-

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στον Πειραιά, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, χωρίς να παρευρίσκονται οι διάδικοι και οι πληρεξούσιοι δικηγόροι τους, την 9.3.2026

Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ                                                                Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ