Μενού Κλείσιμο

Αριθμός απόφασης 201/2026

ΕΛΛΗΝΙΚΗ   ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ

 ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

Αριθμός  Απόφασης 201/2026

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

Τμήμα 4o

Αποτελούμενο από την Δικαστή Ελένη Πρέντζα, Εφέτη, η οποία ορίστηκε από την Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης του Εφετείου Πειραιά και από τη Γραμματέα Σ.Φ.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την ………………. για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της εκκαλούσας: ……………… που παραστάθηκε δια του πληρεξούσιου δικηγόρου, Ανδρέα Δαλιάνη [ΑΜ ΔΣΑ ……], ο οποίος κατέθεσε το με Νο ………../04.12.2025 γραμμάτιο προείσπραξης του ως άνω ΔΣ.

Της εφεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας, με την επωνυμία  «………………..» και τον διακριτικό τίτλο «………….», που εδρεύει στην …………. Αττικής, επί της ………., με Α.Φ.Μ. ………, με αριθμό ΓΕΜΗ ……………., νομίμως εκπροσωπούμενης και νομίμως αδειοδοτηθείσας από την τράπεζα της Ελλάδος (Απόφαση αριθμ. 207/1/29.11.2016 της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων της Τράπεζας της Ελλάδος), ως εταιρείας διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις, δυνάμει των διατάξεων του ν. 4354/2015 και της πράξης 118/19.05.2017 της εκτελεστικής επιτροπής της τράπεζας της Ελλάδος, όπως τροποποιήθηκε από την υπ΄ αριθμ. 153/08.01.2019 πράξη, υπό την ιδιότητά της ως νόμιμης διαχειρίστριας των απαιτήσεων της εταιρείας ειδικού σκοπού, με την επωνυμία «……………..” (……………..), με έδρα το ……….., Ιρλανδίας [………………], που εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία παραστάθηκε δια της πληρεξούσιας δικηγόρου, Φωτεινής Κλαδευτήρα [ΑΜ ΔΣ Καλαμάτας …….], κατέβαλε, δε, για λογαριασμό της ο δικηγόρος, Σπυρίδων Τσαφαράς [ΑΜ ……..] το με Νο ……../04.12.2025 γραμμάτιο προείσπραξης τού ως άνω ΔΣ.

Η εκκαλούσα ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς άσκησε σε βάρος της εφεσίβλητης την από 05.07.2024 ανακοπή {άρθ. 933 ΚΠολΔ}, με ΓΑΚ/ΕΑΚ στο Πρωτοδικείο Πειραιά …………../26.07.2024, επί της οποίας εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, η με αριθμό 4308/2024 οριστική απόφαση, που απέρριψε την ανακοπή και καταδίκασε την ανακόπτουσα στην δικαστική δαπάνη της καθ΄ ης η ανακοπή. Την απόφαση αυτή προσέβαλε η ηττηθείσα διάδικος – ανακόπτουσα και ήδη εκκαλούσα, με την από 21.01.2025 έφεση [που κατατέθηκε με ΓΑΚ/ΕΑΚ αντίστοιχα, στη Γραμματεία του εκδόσαντος την απόφαση Δικαστηρίου …………./22.01.2025]. Στο ίδιο δικόγραφο η εκκαλούσα σώρευσε αίτηση αναστολής  της επισπευδόμενης αναγκαστικής εκτέλεσης με αίτημα χορήγησης σημειώματος- προσωρινής διαταγής [ΓΑΚ/ΕΑΚ αντίστοιχα στην Γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου ………../22.01.2025], που έγινε δεκτή, ενώ, μετά την έκδοση της προσωρινής διαταγής από την Εφέτη – Πρόεδρο Υπηρεσίας του Εφετείου Πειραιώς, ορίστηκε δικάσιμος της έφεσης [ΓΑΚ/ΕΑΚ, αντίστοιχα, στη Γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου ………../22.01.2025] αρχικά η 03.04.2025 (αρ. πιν. ……) και κατόπιν αναβολής, η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας και γράφτηκε στο πινάκιο, με αριθμό ……  Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης και κατά την εκφώνησή της από την σειρά του οικείου πινακίου, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως αναφέρεται ανωτέρω και οι πληρεξούσιοι δικηγόροι, αναφέρθηκαν στις έγγραφες προτάσεις τους και ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται σε αυτές.

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η από 21.01.2025 έφεση (ΓΑΚ/ΕΑΚ αντίστοιχα, ένδικου μέσου στη Γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ……../22.01.2025 και ΓΑΚ/ΕΑΚ αντίστοιχα, στη Γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου για προσδιορισμό δικασίμου ………/22.01.2025] της ηττηθείσας ανακόπτουσας και ήδη εκκαλούσας κατά της υπ’ αριθμ. 4308/2024 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, ασκήθηκε εμπρόθεσμα (άρθρα 499, 518 παρ. 2 ΚΠολΔ) και κατά τις νόμιμες διατυπώσεις (άρθρο 495 παρ. 1 ΚΠολΔ), εφόσον από τα στοιχεία του φακέλου της δικογραφίας δεν προκύπτει επίδοση της εκκαλούμενης απόφασης, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται τέτοια επίδοση, από τη δημοσίευση, δε, αυτής [της εκκαλουμένης] την 30-12-2024 μέχρι την άσκηση της έφεσης, την 22-01-2025, δεν έχει παρέλθει διετία [άρθρα 495 επ., 511, 513 παρ. 1β, 516, 517, 518 παρ. 2, 520 ΚΠολΔ, {όπως τα άρθρα 495 και 518 ισχύουν, λόγω του χρόνου άσκησης της έφεσης, μετά την αντικατάστασή τους με το άρθρο τρίτο και τέταρτο του άρθρου 1 σε συνδ. με άρθρο 1  του ένατου άρθρου παρ. 4 του ν. 4335/2015}]. Επομένως η έφεση, η οποία αρμοδίως κατ’ άρθρο 19 περ.1 ΚΠολΔ εισάγεται ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου για να δικαστεί με την ίδια διαδικασία με την οποία εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση (άρθρο 533 παρ. 1 ΚΠολΔ) πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή (άρθ. 532 ΚΠολΔ) και να εξεταστεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της, δεδομένου ότι για το παραδεκτό της καταβλήθηκε, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, το υπ’ αριθ. ……………../2025 e – παράβολο, ποσού εκατό (100) ευρώ, που επισυνάπτεται στην ως άνω έκθεση κατάθεσης του ένδικου μέσου, σε συνδυασμό και με την βεβαίωση επιτυχούς πληρωμής του της τράπεζας Πειραιώς.  Η εκκαλούσα – ανακόπτουσα άσκησε την από 05.07.2024 ανακοπή {άρθ. 933 ΚΠολΔ}, [ΓΑΚ/ΕΑΚ αντίστοιχα στην Γραμματεία του Πρωτοδικείου Πειραιά …………./26.07.2024], κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, στην οποία ενσωμάτωσε αυτούσιο το κείμενο και της ασκηθείσας εκ μέρους της [και εκ μέρους της …………… και ……………] ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά ανακοπής εκ του άρθρου 632 ΚΠολΔ στρεφόμενη κατά της εφεσίβλητης και της ……/21.11.2023 διαταγής πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά –ακριβές αντίγραφο της οποίας {ανακοπής άρθ. 632 ΚΠολΔ}, με πράξη κατάθεσης και ορισμό δικασίμου δεν επικαλείται ούτε προσκομίζει η ανακόπτουσα -,   αιτούμενη να γίνουν δεκτοί όλοι οι λόγοι, αμφότερων των ανακοπών (933 και 632 ΚΠολΔ) και επιπλέον να ακυρωθεί η προσβαλλόμενη με την ανακοπή του άρθρου 933 ΚΠολΔ με αρ. ……./14.06.2024 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης ακίνητης περιουσίας, του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, …………., μέλους της αστικής εταιρείας δικαστικών επιμελητών, με την επωνυμία «…………..», που εδρεύει στην Αθήνα, η οποία της επιδόθηκε την 14.06.2024, δυνάμει της οποίας η καθ΄ ης η ανακοπή – ήδη εφεσίβλητη, με την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας ιδιότητά της, ως διαχειρίστριας των απαιτήσεων της αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία «……………” (…………….), με έδρα το ………, Ιρλανδίας [……………], που εκπροσωπείται νόμιμα (ως ειδικής διαδόχου της τραπεζικής ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «……………», με αριθμό Γ.Ε.ΜΗ. …….. και ΑΦΜ …………), επέβαλε αναγκαστική κατάσχεση, προς ικανοποίηση της μεταβιβασθείσας απαίτησης, πηγάζουσας από σύμβαση δανείου, επί του δικαιώματος πλήρους κυριότητας των σε αυτή αναφερομένων αυτοτελών οριζοντίων ιδιοκτησιών, ορίστηκε δε βάσει της ως άνω έκθεσης κατάσχεσης πλειστηριασμός με ηλεκτρονικά μέσα των εν λόγω ακινήτων στις 30 Ιανουαρίου 2025 ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών, ……………) και κάθε άλλης εκτελεστικής πράξης που θα ακολουθήσει, με σκοπό την ακύρωση της σε βάρος της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης δυνάμει της υπ΄ αριθμ. ……../2023 διαταγής πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς και της από 17.05.2024 επιταγής προς πληρωμή και να καταδικαστεί η καθ΄ ης στην δικαστική της δαπάνη. Επί της ως άνω ανακοπής εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών του άρθρου 614 ΚΠολΔ η εκκαλουμένη υπ’ αριθμ. 4308/2024 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, με την οποία απορρίφθηκε η ανακοπή. Ήδη η ανακόπτουσα – εκκαλούσα  με την κρινόμενη έφεσή της  διαμαρτύρεται  για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και ζητεί την εξαφάνιση της προσβαλλόμενης απόφασης, με σκοπό να γίνει  δεκτή η ανακοπή της.

Σύμφωνα με το άρθρο 935 ΚΠολΔ, λόγοι ανακοπής που είναι ήδη γεννημένοι και μπορούν να προταθούν στη δίκη της ανακοπής σύμφωνα με το άρθρο 933 είναι απαράδεκτοι όταν προταθούν σε οποιαδήποτε μεταγενέστερη δίκη όπου ανακύπτει ζήτημα κύρους της αυτής ή άλλης πράξης της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης (ΑΠ 856/2014 ΝοΒ 2014, 2141, ΕφΑιγ 1/2020 στην ΤΝΠ Νόμος), ανεξαρτήτως του εάν πρόκειται για άμεση ή έμμεση εκτέλεση (Γέσιου-Φαλτσή, Π., Δίκαιο Αναγκαστικής Εκτελέσεως, Γενικό Μέρος, 2017, σελ. 758, πλαγιαρ. 50.) ή εάν οι λόγοι αφορούν τυπικό ελάττωμα πράξης της εκτέλεσης ή την απαίτηση (ΑΠ 1660/2006, ΕλλΔνη 2008, σελ. 1410). Το άρθρο 935 ΚΠολΔ έλαβε τη σημερινή του μορφή μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 19 § 2 ν. 4055/2012, προκειμένου να περιοριστεί ο αριθμός των ανακοπών που ασκούνταν κατά πράξεων εκτέλεσης, με αποτέλεσμα την υπερβολική επιμήκυνση της εκτελεστικής διαδικασίας (Βλ. Αιτιολογική Έκθεση ν.4055/2012, άρθρο 19, σελ. 17, 18, όπου τονίζεται ότι με την προσθήκη στο τέλος του α’ εδαφίου του άρθρου 935 ΚΠολΔ επιχειρείται ο περιορισμός του αριθμού των ανακοπών από τον οφειλέτη με αποτέλεσμα όχι μόνο την ταχύτερη εκδίκασή τους αλλά και τη μέσα σε εύλογο χρόνο ολοκλήρωση της αναγκαστικής εκτέλεσης ώστε να μην παραμένει για μεγάλο χρονικό διάστημα εκκρεμές και αμφισβητούμενο το κύρος της εκτελεστικής διαδικασίας. Βλ. ακόμα Νικολόπουλο, Γ., Αναγκαστική Εκτέλεση, 2012, σελ. 203, 204). Υπό το πρίσμα αυτό είναι υποχρεωτική η σώρευση στο ίδιο δικόγραφο της ανακοπής, καθώς και στο δικόγραφο των πρόσθετων λόγων της, όλων των λόγων ανακοπής προς ακύρωση της ίδιας ή και διαφορετικής πράξης εκτέλεσης, ενώ αποκλείεται αφενός η άσκηση περισσότερων ανακοπών κατά της ίδιας πράξης εκτέλεσης, αφετέρου η άσκηση διαδοχικών ανακοπών με τις οποίες προβάλλονται περισσότεροι λόγοι (Σπυριδάκης, Ι., Αναγκαστική Εκτέλεση, 2018, σελ. 463), ίδιοι ή διαφορετικοί. Έτσι η παράλειψη προβολής τους στην αρχική δίκη ανακοπής καθιστά απαράδεκτη την προβολή τους σε μεταγενέστερη δίκη. Επιπρόσθετα, στη μεταγενέστερη δίκη είναι απαράδεκτη η επαναφορά προς συζήτηση λόγων που προβλήθηκαν ήδη με προγενέστερη ανακοπή και απορρίφθηκαν (Κεραμεύς/Κονδύλης/Νίκας (-Νικολόπουλος), ΕρμΚΠολΔ, τόμ. ΙΙ, άρθρο 933, αριθ. 1) ή ακόμα εκκρεμεί η συζήτηση αυτών ή η επ’ αυτών έκδοση απόφασης, εκτός εάν η άσκηση της νεότερης ανακοπής γίνεται κατά το άρθρο 69 § 1δ’ ΚΠολΔ, συντρεχόντων των όρων αυτού (Βλ. σχετ. ΑΠ 242/2001 ΕλλΔνη 2001, 1575, με την οποία απορρίφθηκε ως απαράδεκτος λόγος της ανακοπής που είχε ασκηθεί με προηγούμενη ανακοπή στο πλαίσιο της ίδιας εκτελεστικής διαδικασίας και επισημάνθηκε η μη άσκηση της ανακοπής υπό τους όρους του άρθρου 69 § 1δ’ ΚΠολΔ.). Συνεπώς, προταθέντες λόγοι ανακοπής κατά της ήδη προσβληθείσας πράξης εκτέλεσης δεν μπορούν να προταθούν με άλλη ανακοπή, έστω και αν υφίσταται προθεσμία κατ’ άρθρο 934 ΚΠολΔ (ΕφΑθ 2775/1991 ΕλλΔνη 1992, 886, με την οποία κρίθηκε ότι νέοι λόγοι της ανακοπής ή προταθέντες, κατά της ήδη προσβληθείσας πράξης δεν μπορούν να προταθούν με άλλη ανακοπή, έστω και αν υφίσταται προθεσμία κατ’ άρθρο 934 ΚΠολΔ). Τούτο δε διότι το κύρος οποιασδήποτε πράξης της εκτελεστικής διαδικασίας, κατά της οποίας ασκήθηκε ανακοπή, δεν μπορεί να αμφισβητηθεί εκ νέου από τον ίδιο ανακόπτοντα, κατά τα συναγόμενα από το άρθρο 935 ΚΠολΔ. Αυτό, άλλωστε, συνάγεται με σαφήνεια από τη διατύπωση του άρθρου 935 ΚΠολΔ, όπου γίνεται μνεία μόνο για λόγους ανακοπής “που είναι ήδη γεννημένοι και μπορούν να προταθούν στη δίκη της ανακοπής σύμφωνα με το άρθρο 933 ΚΠολΔ”, χωρίς να περιορίζεται μόνο σε εκείνους που δεν προτάθηκαν, αν και η προβολή τους ήταν δυνατή. Πρόκειται για εισαγωγή στη δίκη της ανακοπής του άρθρου 933 ΚΠολΔ του αξιώματος του «άνευ επικουρίας δικάζεσθαι», εφόσον η προσβολή των πράξεων της εκτέλεσης καθίσταται όχι απλώς σταδιακή αλλά υποχρεωτικώς σταδιακή. Με αυτή σκοπείται η συγκέντρωση των λόγων ανακοπής σε ορισμένο διαδικαστικό στάδιο και αυτών που δεν προβλήθηκαν εγκαίρως, προκειμένου να εξυπηρετηθεί η ταχεία εκκαθάριση των αντιρρήσεων κατά της εκτελεστικής δίκης [Κεραμεύς/Κονδύλης/Νίκας (-Νικολόπουλος), ΕρμΚΠολΔ, τόμ. ΙΙ, άρθρο 933, αριθ. 2. Βλ. και Παπαδοπούλου, Α., Η συγκέντρωση των λόγων ανακοπής στην αναγκαστική εκτέλεση, 2016, σελ. 36 και σελ. 86 όπου παρατίθεται η ιστορική ανδρομή της διατύπωσης της διάταξης του άρθρου 935 ΚΠολΔ]. Με βάση τα παραπάνω, ανακοπή κατά της κατάσχεσης δεν μπορεί να ασκηθεί, αν ασκήθηκε ήδη εμπρόθεσμα, μέσα στην προθεσμία των σαράντα πέντε ημερών του άρθρου 934 § 1α ΚΠολΔ, ανακοπή κατά της επιταγής προς πληρωμή, στην οποία πρέπει να προβληθούν και οι κατά αυτής γεννημένοι λόγοι [Κεραμεύς/Κονδύλης/Νίκας (-Μάζης), ΕρμΚΠολΔ, ΑνΕκτ, 2021, άρθρο 935, αριθ. 2.], εφόσον κατά τον χρόνο άσκησης της ανακοπής είχε επιβληθεί η κατάσχεση. Επακόλουθο όλων αυτών είναι η παραπληρωματική λειτουργία της αρχής τήρησης της προδικασίας και της αρχής συγκέντρωσης των λόγων ανακοπής. Έτσι, εάν ένας λόγος ανακοπής υφίσταται κατά τον χρόνο διεξαγωγής της αρχικής δίκης και μπορεί να προβληθεί από τον ανακόπτοντα αλλά δεν προβληθεί κατά αυτήν, αποκλείεται από κάθε επόμενη προβολή του και δεν μπορεί να οδηγήσει πλέον στην ακύρωση της πράξης αυτής ή οποιασδήποτε μεταγενέστερης πράξης. Εάν μάλιστα προβληθεί σε μεταγενέστερη δίκη απορρίπτεται ως απαράδεκτος. Το ίδιο βέβαια θα ισχύει και για τον λόγο που προβάλλεται με την αρχική ανακοπή και επαναπροβάλλεται με άλλη ανακοπή, όχι κατά της ίδιας προσβαλλόμενης πράξης, οπότε τίθεται ζήτημα εκκρεμοδικίας, αλλά κατά άλλης πράξης της ίδιας εκτελεστικής διαδικασίας. Έτσι, π.χ. εάν προσβληθεί με ανακοπή η επιταγή προς πληρωμή με λόγο που έχει γεννηθεί και αφορά την απαίτηση, ο ίδιος λόγος δεν μπορεί να προβληθεί με την ανακοπή κατά της κατάσχεσης, η οποία δεν είχε διενεργηθεί κατά τον χρόνο άσκησης της αρχικής ανακοπής. Το απαράδεκτο αυτό λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, γιατί αποβλέπει στην ασφάλεια των συναλλαγών που ενδιαφέρει και τους τρίτους (Μπρίνιας, Ι., Αναγκαστική Εκτέλεση, άρθρο 935, αριθ. 173 V). Για τον λόγο αυτό, τυχόν συμφωνία των διαδίκων για αποδέσμευσή τους από τη ρύθμιση του άρθρου 935 ΚΠολΔ δεν βρίσκει νομικό έρεισμα και δεν δεσμεύει το δικαστήριο, αφού πρόκειται για ζήτημα που εκφεύγει της εξουσίας διάθεσης της ιδιωτικής βούλησης των διαδίκων. Οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή της ανωτέρω ρύθμισης είναι οι εξής: α) η άσκηση της ανακοπής του άρθρου 933 ΚΠολΔ, β) οι λόγοι να έχουν γεννηθεί κατά τον χρόνο διεξαγωγής της αρχικής δίκης, γ) η δυνατότητα προβολής τους είτε με το κύριο δικόγραφο της ανακοπής είτε με δικόγραφο πρόσθετων λόγων, δ) η ύπαρξη μεταγενέστερης δίκης μεταξύ των ίδιων διαδίκων με αντικείμενο, κύριο ή προδικαστικό, το κύρος μίας πράξης εκτέλεσης (Α. Βαθρακοκοίλης, Η ανακοπή του άρθρου 933 ΚΠολΔ, 2022, σ. 242-245). Ιδίως, ωστόσο, πρέπει να επισημανθούν τα κατωτέρω: α) ως «άλλη πράξη» νοείται οποιαδήποτε πράξη η διενέργεια της οποίας προηγήθηκε (Μακρίδου/Απαλαγάκη /Διαμαντόπουλος, Πολιτική Δικονομία, 2018, σελ. 120, Διαμαντόπουλος, Γ., Ερανισμοί και ανταποδόσεις Θέμιδος, τόμ. ΙΙΙ, 2019, σελ. 400) ή έπεται της προσβαλλομένης με την πρώτη ανακοπή πράξης, αρκεί να εντάσσεται στην ίδια εκτελεστική διαδικασία. Επί παραδείγματι, εάν με την πρώτη ανακοπή ζητείται η ακύρωση της επιταγής προς εκτέλεση, το άρθρο 935 ΚΠολΔ θα εφαρμόζεται για τη δεύτερη ανακοπή, με την οποία προσβάλλεται η πράξη της κατάσχεσης αλλά και αντιστρόφως όταν με την πράξη της πρώτης ανακοπής προσβάλλεται η πράξη της κατάσχεσης, δεν μπορεί να προβληθεί λόγος κατά της επιταγής προς πληρωμή με δεύτερη ανακοπή, αφού θα έπρεπε να έχει προβληθεί με την πρώτη. Συνεπώς, η ρύθμιση του άρθρου 935 ΚΠολΔ επενεργεί ανεξαρτήτως του αιτήματος της πρώτης και της δεύτερης ανακοπής, εστιάζοντας στον λόγο της ανακοπής, ο οποίος προφανώς, εφόσον προβληθεί, θα επισύρει και την προβολή του αντίστοιχου αιτήματος. Τούτο συνάγεται σαφώς από τη διατύπωση του άρθρου 935 ΚΠολΔ, όπου γίνεται λόγος για “οποιαδήποτε μεταγενέστερη δίκη”, χωρίς περαιτέρω περιορισμούς για το περιεχόμενο αυτής. Τα ανωτέρω ισχύουν ανεξαρτήτως του αν υπάρχει η προθεσμία από το άρθρο 934 ΚΠολΔ για την εμπρόθεσμη προβολή τους (ΑΠ 1130/1994,  ΕλλΔνη 1996, σελ. 644, ΕφΑθ 2775/1991 ό.π., Βαθρακοκοίλης, Β., Τροποποιήσεις ν.4055/2012, άρθρο 935, αριθ. 1, Διαμαντόπουλος, Γ., Ερανισμοί και ανταποδόσεις Θέμιδος, τόμ. ΙΙΙ, 2019, σελ. 400), ώστε και αν ακόμα υπάρχει προθεσμία από το άρθρο 934 ΚΠολΔ, για την άσκηση νέας ανακοπής, δεν μπορούν να προταθούν οι λόγοι ανακοπής, που ήταν γεννημένοι και μπορούσαν να προταθούν με την προηγούμενη ανακοπή (ΑΠ 1660/2006 ΕλλΔνη 2008, 1410, ΑΠ 1130/1994 ΕλλΔνη 1996, 644, Ν. Νίκας, Δίκαιο Αναγκαστικής Εκτελέσεως, τόμ.1, 3η έκδ., 2023, § 29, σ. 690-694, Α. Βαθρακοκοίλης, Η ανακοπή του άρθρου 933 ΚΠολΔ, 2022, σ. 253-257, Βαθρακοκοίλης, Β., ΕρμΚΠολΔ, τόμ. Ε’, άρθρο 935, αριθ. 2.) [βλ. για τα ανωτέρω ΜονΕφΑνΚρ 182/2024 στην ΤΝΠ Νόμος].

Στην προκειμένη περίπτωση η ανακόπτουσα και ήδη εκκαλούσα σώρευσε στο ως άνω δικόγραφο της από 05.07.2024 ένδικης ανακοπής {άρθ. 933 ΚΠολΔ} τους λόγους που  είχε προβάλει με την ασκηθείσα εκ μέρους της [και εκ μέρους της ………… και ………………] ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά από 02.02.2024 ανακοπή του άρθρου 632 ΚΠολΔ κατά της εφεσίβλητης και της ……./21.11.2023 διαταγής πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, η οποία ασκήθηκε  προγενέστερα της επίδοσης της προσβαλλόμενης με την ένδικη ανακοπή (αρθ. 933 ΚΠολΔ) με αριθμό ……../14.06.2024 έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης ακίνητης περιουσίας του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, …………… και εκκρεμεί η έκδοση απόφασης επ΄ αυτής. Κατά συνέπεια, οι  ανωτέρω  λόγοι της υπό κρίση  ανακοπής (εκ του άρθρ. 933 ΚΠολΔ) κατά της έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης ακίνητης περιουσίας που ταυτίζονται με τους λόγους της προαναφερόμενης ανακοπής εκ του άρθρου 632 ΚΠολΔ ήταν γεννημένοι  και προτάθηκαν ως λόγοι  της προγενέστερης ανακοπής του άρθρου 632 ΚΠολΔ κατά της διαταγής πληρωμής και ως εκ τούτου  η προβολή τους στην ένδικη ανακοπή του άρθρου 933 ΚΠολΔ προσκρούει στο άρθρο 935 ΚΠολΔ που εισάγει την αρχή της συγκέντρωσης των λόγων της ανακοπής καθιερώνοντας ως κύρωση το απαράδεκτο (ΜΕφΛαμ 80/2022, ό.π, Μ. εφ. Πειραιά 330/2024, Μον. Εφετείο Πειραιά  223/2025). Συνεπώς, απαραδέκτως οι λόγοι αυτοί, κατ’ άρθρο 935 ΚΠολΔ, προβάλλονται εκ νέου, του δικονομικού αυτού απαραδέκτου λαμβανομένου υπόψιν και αυτεπαγγέλτως. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που κρίνοντας τους λόγους αυτούς τους απέρριψε είτε ως αόριστους, είτε ως μη νόμιμους, είτε ως ουσιαστικά αβάσιμους, έσφαλε ως προς την ερμηνεία και την εφαρμογή του νόμου και πρέπει να εξαφανιστεί ως προς τον απορριφθέντα δεύτερο λόγο της ανακοπής υπό IV έως ΙΧ καθόσον, παρά την ταυτότητα του αποτελέσματος στο διατακτικό με την παρούσα απόφαση, το παραγόμενο εξ εκείνης δεδικασμένο είναι εν πολλοίς διαφορετικό από εκείνο που δημιουργείται με την παρούσα κρίση του Δικαστηρίου αυτού, καθόσον η  απόρριψη του λόγου αυτού με τα επιμέρους σκέλη του ως απαράδεκτων είναι ευνοϊκότερη για την ανακόπτουσα, γιατί το Δικαστήριο δεν κρίνει τον σχετικό λόγο ως προς το περιεχόμενό του και δεν δύναται, συνεπώς, να χωρήσει απλή αντικατάσταση αιτιολογιών, κατ΄ άρθρο 534 ΚΠολΔ. Κατόπιν αυτών και αφού κρατηθεί ο λόγος αυτός που επαναφέρεται από το παρόν Δικαστήριο πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, κατ’ άρθρο 935 ΚΠολΔ (βλ. άρθρο 536 σε Κυριάκου Οικονόμου, Η έφεση, Νομική Βιβλιοθήκη 2017, Σ. Τσαντίνη, σελ. 380 που παραπέμπει σε ΑΠ 700/2008, ΑΠ 134/2008, ΑΠ 1914/2007, ΑΠ 1915/2007, ΕφΑθ 1716/2016 στην ΤΝΠ Νόμος).Ομοίως και οι 2ος, 3ος και 4ος λόγοι της έφεσης που επαναφέρουν τους ως άνω λόγους ανακοπής εκ του άρθρου 632 ΚΠολΔ πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι. Περαιτέρω, με τον πρώτο λόγο της έφεσης κατά το πρώτο σκέλος αυτού η εκκαλούσα ισχυρίζεται ότι η εφεσίβλητη δεν νομιμοποιείται ενεργητικά να επισπεύσει εκτέλεση ως διαχειρίστρια απαιτήσεων της ειδικής διαδόχου εταιρείας, διότι δεν τυγχάνει εφαρμογής ο νόμος 4354/2015 αλλά το νομοθετικό πλαίσιο δυνάμει του οποίου αποκτήθηκε η απαίτηση από την εταιρεία ειδικού σκοπού, δηλαδή ο ν. 3156/2003, o οποίος δεν προβλέπει δυνατότητα των εταιρειών διαχείρισης να προβαίνουν σε πράξεις αναγκαστικής εκτέλεσης. Επί του λόγου αυτού λεκτέα τα κάτωθι:

Από το άρθρο 216 παρ.1 περ. α ΚΠολΔ συνάγεται ότι ως νομιμοποίηση των διαδίκων νοείται η εξουσία διεξαγωγής ορισμένης δίκης για συγκεκριμένο δικαίωμα ή έννομη σχέση τους, δηλαδή για βιοτική σχέση αυτών με άλλο πρόσωπο ή αντικείμενο, η οποία καθορίζεται, κατά κανόνα, ως προς τους φορείς της και το αντικείμενό της, από το ουσιαστικό δίκαιο και έχει ως περιεχόμενο ή ως έννομη συνέπεια δικαίωμα ή υποχρέωση ή δέσμη δικαιωμάτων και υποχρεώσεων. Την εν λόγω εξουσία διεξαγωγής ορισμένης δίκης για συγκεκριμένο δικαίωμά του ή έννομη σχέση αυτού, έχει, κατά κανόνα ο φορέας της επίδικης ουσιαστικής έννομης σχέσης κατά το ουσιαστικό δίκαιο, ενώ σε συγκεκριμένες περιπτώσεις ο νόμος παρέχει την εξουσία διεξαγωγής της δίκης σε πρόσωπα, που δεν είναι φορείς της ουσιαστικής έννομης σχέσης (μη δικαιούχοι ή μη υπόχρεοι διάδικοι), όπως λ.χ. ο σύνδικος της πτώχευσης, ο εκτελεστής διαθήκης, ο εκκαθαριστής κληρονομίας και ο αναγκαστικός διαχειριστής. Για τη νομιμοποίηση των διαδίκων αρκεί ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι αυτός και ο εναγόμενος είναι υποκείμενα της επίδικης έννομης σχέσης και η παράθεση στην αγωγή των περιστατικών που θεμελιώνουν τον ισχυρισμό του. Εξάλλου, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 1 περ. γ’ του ν. 4354/2015 “Διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων….”, “τα δικαιώματα που απορρέουν από τις μεταβιβαζόμενες λόγω πώλησης απαιτήσεις δύνανται να ασκούνται μόνο μέσω των εταιριών διαχείρισης της παρούσας παραγράφου. Οι μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις από … και … λογίζονται ως τραπεζικές και μετά τη μεταβίβασή τους. Οι εταιρίες διαχείρισης απαιτήσεων ευθύνονται για όλες τις υποχρεώσεις απέναντι στο Δημόσιο και σε τρίτους, οι οποίες βαρύνουν τις εταιρίες απόκτησης απαιτήσεων και απορρέουν από τις μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις”. Επίσης, σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 4 του άρθρου 2 του άνω νόμου 4354/2015, “οι Εταιρίες Διαχείρισης νομιμοποιούνται, ως μη δικαιούχοι διάδικοι, να ασκήσουν κάθε ένδικο βοήθημα και να προβαίνουν σε κάθε άλλη δικαστική ενέργεια για την είσπραξη των υπό διαχείριση απαιτήσεων, καθώς και να κινούν, παρίστανται ή συμμετέχουν σε προπτωχευτικές διαδικασίες εξυγίανσης, πτωχευτικές διαδικασίες αφερεγγυότητας, διαδικασίες διευθέτησης οφειλών και ειδικής διαχείρισης των άρθρων 61 επ. του ν. 4307/2014 (Α’ 246). Εφόσον οι Εταιρίες συμμετέχουν σε οποιαδήποτε δίκη με την ιδιότητα του μη δικαιούχου διαδίκου το δεδικασμένο της απόφασης καταλαμβάνει και τον δικαιούχο της απαίτησης”. Τέλος κατά την παράλληλη και συνδυαστική εφαρμογή των Ν. 4354/2015 και Ν. 3156/2003, οι Εταιρείες Διαχείρισης Απαιτήσεων από … και … (Ε.Δ.Α.Δ.Π) έχουν την κατ` εξαίρεση νομιμοποίηση του άρθρου 2 παρ. 4 του Ν. 4354/2015, προς άσκηση κάθε ένδικου βοηθήματος και κάθε άλλης δικαστικής ενέργειας προς είσπραξη των υπό διαχείριση απαιτήσεων και όταν η μεταβίβαση των απαιτήσεων και η ανάθεση της διαχείρισής τους στις εν λόγω εταιρείες συντελείται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 10 του Ν. 3156/2003 για την τιτλοποίηση απαιτήσεων (ΟλΑΠ 1/2023 ΝΟΜΟΣ). Στην προκείμενη περίπτωση, από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης προκύπτουν τα εξής: Δυνάμει της από 30.4.2020 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων, του άρθρου 10 ν. 3156/2003, που καταρτίστηκε μεταξύ της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας, με την επωνυμία «………………..», με αριθμό Γ.Ε.ΜΗ. ……. και ΑΦΜ ……… και της αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού τιτλοποίησης, με την επωνυμία «………………..», η οποία καταχωρίστηκε νόμιμα με αριθμό πρωτοκόλλου ……./30.4.2020 στο δημόσιο βιβλίο του άρθρου 3 του ν. 2844/2000, του ενεχυροφυλακείου Αθηνών, με την σχετική πράξη καταχώρισης του εντύπου δημοσίευσης συμβάσεων του άρθρου 10 παρ. 8 του ν. 3156/2003, στον τόμο …… και αύξοντα αριθμό ……, η τελευταία απέκτησε δυνάμει πώλησης και εκχώρησης από την ως άνω τράπεζα όλες τις απαιτήσεις και τα δικαιώματά της (διαπλαστικά και μη) που απορρέουν από την ως άνω σύμβαση. Περαιτέρω, η αλλοδαπή εταιρία ειδικού σκοπού ανέθεσε τη διαχείριση των απαιτήσεων και των δικαιωμάτων που απορρέουν από την ως άνω σύμβαση και των προσωπικών και εμπράγματων εξασφαλίσεων αυτής στην τράπεζα, δυνάμει της από 30.4.2020 σύμβασης διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων, σύμφωνα με τα άρθρα 10 παρ. 14 και 16 του ν. 3156/2003, αντίγραφο της οποίας έχει καταχωρηθεί νομίμως στο Δημόσιο Βιβλίο του άρθρου 3 του ν. 2844/2020 του ενεχυροφυλακείου Αθηνών, με την υπ’ αριθμ. πρωτ. …../30-4-2020 πράξη καταχώρισης του εντύπου δημοσίευσης συμβάσεων του άρθρου 10 παρ. 8 του ν. 3156/2003 στον τόμο …. και με αύξοντα αριθμό …….. Στο πλαίσιο αυτό η τράπεζα ενεργούσε σύμφωνα με το άρθρο 10 παρ. 14 του ν. 3156/2003 ως διαχειρίστρια των απαιτήσεων στο όνομα και για λογαριασμό της εταιρείας ειδικού σκοπού, η οποία κατέστη κατά τα ανωτέρω ειδική διάδοχός της. Στις 16.4.2021 εγκρίθηκε και καταχωρήθηκε στο ΓΕΜΗ η διάσπαση της τράπεζας (καλούμενη και ως «διασπώμενη») με απόσχιση του κλάδου τραπεζικής δραστηριότητας και εισφοράς του στη νεοσυσταθείσα τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία «…………» και τον δ.τ. «…………..» (καλούμενη και ως «επωφελούμενη»), η, δε, τελευταία υποκαταστάθηκε, δυνάμει καθολικής διαδοχής, κατ’ εφαρμογή του νόμου στο σύνολο των περιουσιακών στοιχείων, εννόμων σχέσεων και εν γένει δικαιωμάτων και υποχρεώσεων της Διασπώμενης που εμπίπτουν στον κλάδο τραπεζικής δραστηριότητας και εισφέρθηκαν σε αυτήν και τα περιουσιακά στοιχεία, έννομες σχέσεις και εν γένει δικαιώματα που απέρρεαν από την από 30.4.2020 σύμβαση διαχείρισης απαιτήσεων. Η μεταβολή που επήλθε στα στοιχεία της διαχειρίστριας καταχωρήθηκε νόμιμα στο Δημόσιο Βιβλίο του άρθρου 3 του ν. 2844/2020 του ενεχυροφυλακείου Αθηνών, στον τόμο ….. και με αύξοντα αριθμό ……, με το υπ’ αριθμ. πρωτ. ……/20-4-2021 Έντυπο Δημοσίευσης Συμβάσεων, του άρθρου 10 παρ. 14 και 16 ν. 3156/2003. Περαιτέρω, δυνάμει του υπ’ αριθμ. …………../19-4-2021 πληρεξουσίου, του συμβολαιογράφου Αθηνών, ……….., η επωφελούμενη έχει εξουσιοδοτηθεί από την αλλοδαπή εταιρεία ειδικού σκοπού, όπως ασκεί στο όνομα και για λογαριασμό της ειδικής διαδόχου το δικαίωμα εκπροσώπησης σε κάθε βαθμό δικαιοδοσίας ενώπιον του Δικαστηρίων στις υπό διαχείριση απαιτήσεις αυτής, περιλαμβανομένης της απαίτηση που απορρέει από την ως άνω σύμβαση. Στη συνέχεια, η εφεσίβλητη, ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «…………», με έδρα την ………., Αττικής, επί της οδού ………., αριθμό ΓΕΜΗ …… και η οποία έχει νόμιμα αδειοδοτηθεί από την Τράπεζα της Ελλάδος [στο εξής ΤτΕ] [Απόφαση υπ’ αριθ. 505/20/28.06.2Ο24 της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων ΤτΕ (ΦΕΚ Β 3744/28-6-2024)], ως διαχειρίστρια πιστώσεων, δυνάμει των διατάξεων του ν. 5072/2023, όπως τροποποιήθηκε και ισχύει και της πράξης 225/1/30.01.2Ο24 της εκτελεστικής επιτροπής της Τράπεζας της Ελλάδος, όπως νόμιμα εκπροσωπείται, κατόπιν ανάθεσης, με την από 08.04.2021 μακροπρόθεσμη σύμβαση διαχείρισης, που καταρτίστηκε μεταξύ της εφεσίβλητης και της ως άνω αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού, ανέλαβε την παροχή υπηρεσιών διαχείρισης σχετικά με τα δάνεια, τις σχετικές εξασφαλίσεις ή τα παρεπόμενα δικαιώματα αυτών, που απέκτησε η εν λόγω εταιρεία ειδικού σκοπού σε συνέχεια μεταβίβασης, λόγω τιτλοποίησης, από την επωφελούμενη ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία «…………», η οποία πραγματοποιήθηκε την 30.4.2020 με σχετική εγγραφή στο ενεχυροφυλακείο Αθηνών. Αντίγραφο της από 08.04.2021 μακροπρόθεσμης σύμβασης διαχείρισης καταχωρήθηκε νόμιμα στο Δημόσιο Βιβλίο του άρθρου 3 του ν. 2844/2020 του ενεχυροφυλακείου Αθηνών και με αριθμό πρωτοκόλλου ……/22-6-2021, με την σχετική πράξη καταχώρισης του εντύπου δημοσίευσης συμβάσεων του άρθρου 10 παρ. 8 του ν. 3156/2003, στον τόμο ….. και με αύξοντα αριθμό ……. Ακολούθως, δυνάμει τής με αριθμό πρωτοκόλλου …../11.04.2023 περίληψης καταχώρισης στα δημόσια βιβλία του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών (τόμος …., αριθμός …….) τής από 10.04.2023 περίληψης της σύμβασης μακροπρόθεσμης διαχείρισης, η οποία συνήφθη μεταξύ της αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού και της εφεσίβλητης συμπληρώθηκε το κεφάλαιο 2 (Συμβατικοί όροι) του Εντύπου Δημοσίευσης Σύμβασης Διαχείρισης Επιχειρηματικών Απαιτήσεων (Άρθρο 10 παρ. 14 και 16 του ν. 3156/2003) που δημοσιεύτηκε στις 22.06.2021 με αριθμό πρωτοκόλλου …../22.06.2021 και καταχωρήθηκε στο βιβλίο του v. 2844/2000 στον τόμο …… και με αριθμό …… αναφορικά με την από 08.04.2021 Σύμβαση Μακροπρόθεσμης Διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων, σε συνέχεια της οποίας συνήφθη η από 18.06.2021 Περίληψη της Σύμβασης Μακροπρόθεσμης Διαχείρισης Επιχειρηματικών Απαιτήσεων και δυνάμει του υπ’ αριθμ. ……/15.06.2021 πληρεξουσίου του συμβολαιογράφου Αθηνών, …….., η εφεσίβλητη εξουσιοδοτήθηκε από την εν λόγω εταιρεία ειδικού σκοπού – ειδική διάδοχο της ως άνω δικαιοπαρόχου, ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας, όπως ασκεί στο όνομα και για λογαριασμό της το δικαίωμα εκπροσώπησης σε κάθε βαθμό δικαιοδοσίας ενώπιον των Δικαστηρίων στις υπό διαχείριση απαιτήσεις αυτής, περιλαμβανομένης της απαίτηση που απορρέει από την ανωτέρω σύμβαση. Ως εκ τούτου, η εφεσίβλητη αποδεικνύεται ότι κατέστη μοναδική δικαιούχος κατ’ άρθρα 455 επ. ΑΚ, τόσο της αξίωσης της δικαιοπαρόχου, όσο και του ουσιαστικού δικαιώματος για επίσπευση αναγκαστικής εκτέλεσης, δυνάμει του εκδοθέντος εκτελεστού τίτλου, κατά τα άρθρα 325 § 2 και 919 ΚΠολΔ, κατ’ εξαίρεση νομιμοποιούμενη, ως μη δικαιούχος διάδικος και ο λόγος αυτός της ανακοπής που επαναφέρεται με τον πρώτο λόγο της έφεσης πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που απέρριψε (ως μη νόμιμο) τον λόγο αυτόν της ανακοπής, ορθά κατά το διατακτικό της το νόμο εφάρμοσε, με αιτιολογία που συμπληρώνεται και από την παρούσα και ο λόγος αυτός της έφεσης κρίνεται αβάσιμος και απορριπτέος.

Με τον 1ο λόγο έφεσης κατά το 2ο σκέλος του η εκκαλούσα ισχυρίζεται ότι η εφεσίβλητη δεν νομιμοποιείται ενεργητικά να επισπεύσει εκτέλεση ως διαχειρίστρια απαιτήσεων της ειδικής διαδόχου εταιρείας, διότι δεν της έχει κοινοποιήσει, σύμφωνα με το άρθρο 925 ΚΠολΔ, κανένα νομιμοποιητικό της έγγραφο αλλά της επέδωσε την ανακοπτόμενη έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης ακίνητης περιουσίας χωρίς να αναφέρεται η σύμβαση από την οποία πηγάζει η απαίτηση, την οποία η εντολέας της εφεσίβλητης, (αλλοδαπή) εταιρεία ειδικού σκοπού, απέκτησε από τη δικαιοπάροχό της, ανώνυμη τραπεζική εταιρεία, με την επωνυμία «……………», και, ιδίως, χωρίς να αναφέρεται το εάν αυτή η απαίτηση μεταβιβάστηκε με βάση τον v. 4354/2015 ή τον ν. 3156/2003, η δε παράλειψη μνείας και κοινοποίησης των εγγράφων αυτών επιφέρει την ακυρότητα της προσβαλλόμενης πράξης της εκτελεστικής διαδικασίας. Ο λόγος αυτός της έφεσης, ως προς τον ισχυρισμό περί του ότι στην ανακοπτόμενη έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης ακίνητης περιουσίας θα έπρεπε να αναφέρεται η σύμβαση εκ της οποίας προέρχεται η απαίτηση για την οποία επιβλήθηκε η κατάσχεση, πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμος, διότι τέτοια μνεία δεν απαιτείται από τις σχετικές διατάξεις, ενώ, όσον αφορά την κοινοποίηση προς την εκκαλούσα των δικαιολογητικών που νομιμοποιούν την εφεσίβλητη για την έκδοση τής με αριθμό ……./2023 διαταγής πληρωμής της Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, από όλα τα προσκομιζόμενα και επικαλούμενα από τους διαδίκους έγγραφα τα οποία λήφθηκαν υπ’ όψιν, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, αποδεικνύονται τα εξής: Σύμφωνα με όσα βεβαιώνονται στο κείμενο της διαταγής πληρωμής προσκομίστηκαν και ελέγχθηκαν από την εκδόσασα αυτήν Δικαστή, τα ακόλουθα έγγραφα: (1) Η με αριθμό …………../10.1.2007 σύμβαση στεγαστικού δανείου, μετά των προσαρτημάτων Α και Β αυτής, (2) Επικυρωμένα αποσπάσματα των μηχανογραφικά τηρούμενων εμπορικών βιβλίων της τράπεζας, εξηγμένα από τα επίσημα εμπορικά βιβλία της, που αποτελούν, κατά ρητό όρο της σύμβασης, πλήρη απόδειξη της απαίτησης, (3) οι με αριθμούς …../26.5.202Ι, ……/26.5.2021 και …../26.05.2021 εκθέσεις επίδοσης της καταγγελίας της σύμβασης, του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Αθηνών, ………….., (4) Η με αριθμό πρωτοκόλλου …../30.04.2020 δημοσίευση στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών, στον τόμο ….. και με αριθμό ……, περίληψης τής από 30.04.2020 σύμβασης εκχώρησης τιτλοποιούμενων επιχειρηματικών απαιτήσεων του άρθρου 10 του ν. 3156/2003, (5) Η με αριθμό πρωτοκόλλου ……/30.04.2020 δημοσίευση στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών, στον τόμο ….., με αριθμό ….., περίληψης τής από 30.04.2020 σύμβασης διαχείρισης τιτλοποιούμενων επιχειρηματικών απαιτήσεων, (6) Ακριβές αντίγραφο από το Ενεχυροφυλακείο Αθηνών αποσπάσματος των στοιχείων των τιτλοποιούμενων απαιτήσεων που επισυνάφθηκαν ως παράρτημα στην με αριθμό πρωτοκόλλου …../30.04.2020 περίληψη, (7) Το με αριθμό …………/30.042020 ειδικό πληρεξούσιο του συμβολαιογράφου Αθηνών, ………., (8) Η με αριθμό 45.089/16-4-2021 απόφαση της Διεύθυνσης Εταιρειών του Υπουργείου Ανάπτυξης περί έγκρισης της διάσπασης της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «………..», με αριθμό Γ.Ε.Μ.Η. ……. (διασπώμενη) με απόσχιση του κλάδου τραπεζικής δραστηριότητάς της και την σύσταση νέας τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «…………..» (επωφελούμενη) καθώς και του καταστατικού της επωφελούμενης εταιρείας, (9) Η με αριθμό πρωτοκόλλου …………../16.04.2021 ανακοίνωση της Διεύθυνσης Εταιρειών του Υπουργείου Ανάπτυξης, περί καταχώρισης στο Γενικό Εμπορικό Μητρώο και δημοσίευσης στον διαδικτυακό τόπο του Γ.Ε.Μ.Η. στοιχείων της διασπώμενης ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας, (10) Η με αριθμό πρωτοκόλλου ……/16-4-2021 ανακοίνωση της Διεύθυνσης Εταιρειών του Υπουργείου Ανάπτυξης περί καταχώρισης στο Γενικό Εμπορικό Μητρώο και δημοσίευσης στο διαδικτυακό τόπο του Γ.Ε.ΜΗ. στοιχείων της επωφελούμενης ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας, (11) Η με αριθμό πρωτοκόλλου ……./2-10-2020 ανακοίνωση της Διεύθυνσης Εταιρειών του Υπουργείου Ανάπτυξης καταχώρισης στο Γ.Ε.ΜΗ. και δημοσίευσης στον διαδικτυακό τόπο του στοιχείων της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «…………….», (12) Η με αριθμό πρωτοκόλλου …../20-4-2021 δημοσίευση στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών, στον τόμο …., με αριθμό ….., τροποποίησης της παραγράφου Α) 1. (1) τού με αριθμό πρωτοκόλλου ……./30-4-2020 εντύπου δημοσίευσης συμβάσεων του άρθρου 10 παρ. 8 ν. 3156/03, (13) Η με αριθμό πρωτοκόλλου ……/20-4-2021 δημοσίευση στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών, στον τόμο ….., με αριθμό ……, τροποποίησης τής παραγράφου Β) 1.β του με αριθμό πρωτοκόλλου …../30-4-2020 εντύπου δημοσίευσης του άρθρου 10 παρ. 14 και 16 ν. 3156/2003, (14) Το με αριθμό ……./19-4-2021 πληρεξούσιο του συμβολαιογράφου Αθηνών, …………, (15) Το από 10-4-2023 ιδιωτικό συμφωνητικό διαχείρισης απαιτήσεων (περίληψη της σύμβασης μακροπρόθεσμης διαχείρισης) δια του οποίου η εταιρεία ειδικού σκοπού με την επωνυμία «………………….» ανέθεσε τη διαχείριση των απαιτήσεών της στην εφεσίβλητη εταιρεία διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις, (16) Η με αριθμό πρωτοκόλλου ……./11.04.2023 δημοσίευση στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών, στον τόμο ……, με αριθμό ….., περίληψης της μεταβολής στην με αριθμό πρωτοκόλλου ……/22-6-2021 δημοσίευση στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών, στον τόμο ….., με αριθμό ……., περίληψης της από 8-6-2021 σύμβασης διαχείρισης απαιτήσεων, (17) το με αριθμό …………./15-6-2021 ειδικό πληρεξούσιο, του συμβολαιογράφου Αθηνών, ……….. και (18) Το με         αριθμό 3931/1-7-2013 ΦΕΚ τ. ΑΕ-ΕΠΕ και Γ.Ε.ΜΗ.. Η ανωτέρω διαταγή πληρωμής επιδόθηκε από την εφεσίβλητη προς την εκκαλούσα το πρώτον την 15η- 1 -2024, όπως αποδεικνύεται από την με αριθμό ………/15.01.2024 έκθεση επίδοσης, του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, με έδρα στο Πρωτοδικείο Αθηνών, ………………, μαζί με την από 12-01-2024 επιταγή προς πληρωμή, με την οποία συνεπιδόθηκαν προς την εκκαλούσα, προκειμένου να λάβει γνώση, σύμφωνα με όσα βεβαιώνονται στην ίδια έκθεση επίδοσης τα, εκ των ανωτέρω, με αριθμούς 4 έως και 17 έγγραφα, καθώς και το με αριθμό ……./17.06.2021 πληρεξούσιο του συμβολαιογράφου Αθηνών ……………. Από τα ανωτέρω έγγραφα αποδεικνύονται όσα προαναφέρθηκαν κατά την απόρριψη του 1ου σκέλους του 1ου λόγου της έφεσης, δηλαδή η κατάρτιση της από 30-4-2020 σύμβασης μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων του άρθρου 10 του ν. 3156/2003, μεταξύ της αρχικής δανείστριας της εκκαλούσας και της δικαιοπαρόχου της εφεσίβλητης, αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού και η ανάθεση της διαχείρισης των απαιτήσεων και των δικαιωμάτων που απορρέουν από τις μεταβιβασθείσες στην τελευταία απαιτήσεις, δυνάμει της από 30-4-2020 σύμβασης διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων, στις 18-6-2021, δε, η εταιρεία ειδικού σκοπού ανέθεσε στην εφεσίβλητη την διαχείριση των ανωτέρω μεταβιβασθέντων σε αυτήν απαιτήσεων, δυνάμει τής από 10-4-2023 σύμβασης διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων. Επομένως, προσκομίστηκαν για την έκδοση της υπ΄ αριθμ. ……./2023 διαταγής πληρωμής και αφετέρου κοινοποιήθηκαν, στη συνέχεια, από την εφεσίβλητη προς την εκκαλούσα όλα τα έγγραφα τα οποία αποδεικνύουν την απόκτηση, από την εντολέα της, αλλοδαπή εταιρεία ειδικού σκοπού, της, προερχόμενης από την προαναφερόμενη δανειακή σύμβαση της εκκαλούσας, απαίτησης, με βάση τις διατάξεις του ν. 3156/2003, καθώς και τα έγγραφα που την νομιμοποιούν για την έκδοση στο όνομά της διαταγής πληρωμής και την επίσπευση αναγκαστικής εκτέλεσης. Τα ίδια κρίνοντας το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ορθά το νόμο εφάρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε και πρέπει να απορριφθεί και το 2ο σκέλος του 1ου λόγου της έφεσης.

Με τον 5ο λόγο έφεσης η εκκαλούσα επαναφέρει τον 3ο λόγο της ανακοπής της και διαμαρτύρεται για την απόρριψη από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ως ουσία αβάσιμου του ισχυρισμού της ότι η εκτέλεση είναι καταχρηστική εξαιτίας της ύπαρξης προφανούς δυσαναλογίας μεταξύ της αξίωσης της επισπεύδουσας για την οποία επισπεύδεται ο πλειστηριασμός και της πολλαπλάσιας αξίας του ακινήτου της. Όσον αφορά τον λόγο αυτόν της έφεσης λεκτέα τα ακόλουθα:

Λόγο της ανακοπής του άρθρου 933 ΠολΔ μπορεί να αποτελέσει και η αντίθεση της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεση στα αντικειμενικά όρια του άρθρου 281 ΑΚ και η εξ αυτού ακυρότητα της τελευταίας και όταν υφίσταται προφανής δυσαναλογία μεταξύ του χρησιμοποιούμενου μέσου και του επιδιωκόμενου σκοπού, ασκούμενου του σχετικού δικονομικού δικαιώματος με κακοβουλία, κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη ή την καλή πίστη ή όταν η άσκηση τη αντίστοιχης αξίωσης χωρεί κατά προφανή υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, ώστε οι επαχθείς συνέπειες που δημιουργούνται από την άσκηση να δημιουργούν για τον υπόχρεο έντονη εντύπωση αδικίας (ΟλΑΠ 12/2009, ΟλΑΠ 49/2005, ΑΠ 261/2017). Περαιτέρω, οι πράξεις κατάσχεσης και πλειστηριασμού περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη παραβιάζουν την αρχή της αναγκαιότητας ή του ηπιότερου μέσου, όταν η αξίωση του δανειστή είναι δυνατό να ικανοποιηθεί με άλλο μέσο, ηπιότερο για τον οφειλέτη, όπως με κατάσχεση άλλων περιουσιακών του στοιχείων, η αξία των οποίων είναι μικρότερη τού αρχικά κατασχεθέντος στοιχείου, αξία βέβαια που καλύπτει την αξίωση του δανειστή, οπότε η επιδίωξη ικανοποίησης αυτής με κατάσχεση περιουσιακού στοιχείου δυσανάλογης αξίας με την απαίτηση και με ζημία του οφειλέτη είναι άκυρη ως καταχρηστική. Επίσης, πράξεις κατάσχεσης και πλειστηριασμού περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη παραβιάζουν την αρχή της αναλογικότητας, υπό στενή έννοια, όταν εμφανίζονται ως μέτρα εξαιρετικής σκληρότητας για τον συγκεκριμένο οφειλέτη, τα οποία υπερβαίνουν τα ανεκτά όρια της θυσίας του, ενώ, ταυτόχρονα, η απαίτηση που εκτελείται είναι μικρής αξίας και, συνεπώς, έκδηλη η μεγάλη δυσαναλογία μεταξύ του μέσου εκτέλεσης και του σκοπού για τον οποίο αυτό επιβάλλεται. Το, δε, ζήτημα αν οι συνέπειες που συνεπάγεται η άσκηση του δικαιώματος είναι επαχθείς για τον υπόχρεο πρέπει να αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν σε βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της ικανοποίησης του δικαιώματός του. Η εκκαλούσα ισχυρίζεται με τον λόγο αυτό πως το δικαίωμα της εφεσίβλητης για την επίσπευση αναγκαστικής εκτέλεσης δια της προσβαλλόμενης πράξης της εκτελεστικής διαδικασίας ασκείται κατά προφανή υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος αυτού, καθώς υφίσταται προφανής δυσαναλογία ανάμεσα στην αξία των κατασχεμένων ακινήτων της, συνολικής αξίας 135.000,00 ευρώ, σύμφωνα με την εκτίμηση του πιστοποιημένου εκτιμητή της εφεσίβλητης και κατά πολύ μεγαλύτερης πραγματικής εμπορικής αξίας και του ποσού των πενήντα χιλιάδων (50.000,00) ευρώ, για το οποίο έχει επιβληθεί η κατάσχεση, καθώς μια τέτοια ενέργεια παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας και συνιστά μέτρο υπερβολικά επαχθές, συγκριτικά με τον σκοπό που επιδιώκεται. Από όλα τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα αποδείχθηκε ότι με την με αριθμό ……./2023 διαταγή πληρωμής της Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, η οποία εκδόθηκε κατόπιν αίτησης της εφεσίβλητης, υπό την προαναφερόμενη ιδιότητά της, διατάχθηκε η εκκαλούσα να καταβάλει, για την προερχόμενη από την με αριθμό ………./2007 σύμβαση στεγαστικού δανείου, που καταρτίστηκε μεταξύ αυτής, ως πρωτοφειλέτριας, των λοιπών ενεχομένων με τη διαταγή πληρωμής προσώπων, ως εγγυητών, και της δικαιοπαρόχου της προαναφερόμενης εταιρείας ειδικού σκοπού, ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «…………….», ενεχόμενη αλληλεγγύως και εις ολόκληρον με τους εγγυητές, το ποσό των εκατόν ενενήντα τριών χιλιάδων τετρακοσίων σαράντα έξι ευρώ και τριάντα λεπτών [193.446,30€], εντόκως, με επιτόκιο υπερημερίας το οποίο υπερβαίνει κατά 2,5 εκατοστιαίες μονάδες το ενήμερο συμβατικό επιτόκιο, από την 27n-5-2021, επομένη της ημερομηνίας επίδοσης της εξώδικης καταγγελίας της σύμβασης, καθώς και το ποσό των τεσσάρων χιλιάδων (4.000,00€) ευρώ για δικαστικά έξοδα. Εν συνεχεία με την προσβαλλόμενη έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης ακίνητης περιουσίας, επιβλήθηκε, επί των αναφερομένων σε αυτήν οριζοντίων ιδιοκτησιών της εκκαλούσασς κατάσχεση, για το μερικότερο του κεφαλαίου της επιδικασθείας απαίτησης ποσό των πενήντα χιλιάδων [50.000,00€] ευρώ, με ρητή αιτιολογία, εκ μέρους της επισπεύδουσας – εφεσίβλητης, τον περιορισμό και μόνο των εξόδων εκτέλεσης και, επιπλέον, με την ρητή επιφύλαξη της εφεσίβλητης – επισπεύδουσας για την είσπραξη της υπόλοιπης απαίτησής της. Η δε αξία  των ακινήτων εκτιμήθηκε, για το κατασχεθέν διαμέρισμα του Α’ ορόφου, στο ποσό των 133.000,00 ευρώ και για την Α1 αποθήκη, στο ποσό των 2.000,00 ευρώ συνολικά στο ποσό των εκατόν τριάντα πέντε χιλιάδων [135.000€] ευρώ. Ενόψει, δε, του ότι αφενός το ποσό της επιδικασθείσας απαίτησης, για το υπόλοιπο της οποίας η εφεσίβλητη επιφυλάχθηκε ρητά προκειμένου να αναγγελθεί στον πλειστηριασμό αυτόν, υπερβαίνει την αξία των κατασχεθέντων, η δε εκκαλούσα, μολονότι ισχυρίζεται ότι η τελευταία είναι κατά πολύ υπέρτερη της εκτιμηθείσας, ούτε προσδιορίζει την κατά την κρίση της μεγαλύτερη αξία τους, ούτε την αποδεικνύει δια των προσκομιζόμενων από αυτήν αποδεικτικών μέσων, δεν αποδεικνύεται ότι υφίσταται προφανής δυσαναλογία μεταξύ του χρησιμοποιούμενου μέσου, δηλαδή της κατάσχεσης για το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000€) ευρώ, που αποτελεί, όμως, μέρος μόνο του επιδικασθέντος τελεσίδικα με τον εκτελεστό τίτλο κεφαλαίου, και του επιδιωκόμενου σκοπού της ικανοποίησης της απαίτησης της δικαιούχου, η οποία, χωρίς καν τον υπολογισμό των τόκων και λοιπών εξόδων της, υπερβαίνει την αποδεικνυόμενη αξία των κατασχεθέντων, με συνέπεια, δεδομένου και του ότι η δυσαναλογία μέσου προς σκοπό κρίνεται με βάση το συνολικό ύψος της απαίτησης και όχι με βάση το ποσό για το οποίο επιβλήθηκε η κατάσχεση, να μην αποδεικνύεται ότι το ασκούμενο από την εφεσίβλητη δικαίωμα της κατάσχεσης των ανωτέρω ακινήτων της εκκαλούσας υπερβαίνει, και μάλιστα προφανώς, τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος και παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας. Τα ίδια κρίνοντας και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ορθά το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε και πρέπει να απορριφθεί και ο λόγος αυτός της έφεσης, ως ουσιαστικά αβάσιμος. Τέλος, λόγω της κατά τα παραπάνω εξαφάνισης της εκκαλουμένης πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στην εκκαλούσα του παραβόλου της έφεσης και να επιβληθεί σε βάρος της, λόγω της ήττας της η δικαστική δαπάνη της εφεσίβλητης, αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας (άρθρ. 176, 181, 183, 191 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό της παρούσας.

Τέλος, κατά το άρθρο 206 ΚΠολΔ, ο δικαστής μπορεί, ύστερα από αίτηση ενός διαδίκου ή και αυτεπαγγέλτως, να διατάξει να διαγραφούν από τα δικόγραφα ή τις προτάσεις των διαδίκων εξυβριστικές ή άλλες ανάρμοστες φράσεις. Με τη διάταξη αυτή, με την οποία επιδιώκεται η διασφάλιση της ευπρέπειας κατά τη διεξαγωγή του δικαστικού αγώνα, παρέχεται η εξουσία στο δικαστήριο να διατάσσει και αυτεπαγγέλτως, χωρίς να περιορίζεται προς τούτο χρονικά, να διαγραφούν από τα δικόγραφα ή τις προτάσεις διαδίκου εξυβριστικές ή άλλες ανάρμοστες φράσεις, οι οποίες, χωρίς να είναι αναγκαίες για την προσήκουσα υπεράσπιση των συμφερόντων των διαδίκων, αποβλέπουν σε ονειδισμό και περιφρόνηση του αντιδίκου ή του δικαστηρίου. Ανάρμοστες είναι γενικά και οι φράσεις που φανερώνουν καταφρόνηση προς τους δικαστές που εξέδωσαν τις προσβαλλόμενες αποφάσεις και προς τη δικαιοσύνη γενικότερα (ΑΠ 709/2025 ΝΟΜΟΣ). Αρμόδιο για τη διαγραφή είναι το δικαστήριο, ενώπιον του οποίου απευθύνεται το δικόγραφο ή οι προτάσεις του διαδίκου, όπου διαλαμβάνονται οι επίμαχες εξυβριστικές ή άλλες ανάρμοστες φράσεις. Η απόφαση για τη διαγραφή εξυβριστικών ή ανάρμοστων φράσεων δεν αφορά τη διάγνωση ιδιωτικού δικαιώματος ούτε συνιστά επιβολή πειθούς, κατά την τεχνική του όρου έννοια αλλά ηθική κύρωση της οποίας οι συνέπειες αντανακλούν στο πρόσωπο του πληρεξουσίου δικηγόρου, αφού εκείνος είναι ο συντάκτης του κειμένου, που οφείλει να γνωρίζει ότι η συμπεριφορά των διαδίκων οριοθετείται στα όρια της ευπρέπειας (ΑΠ 1264/2017 ΝΟΜΟΣ). Εν προκειμένω, η εκκαλούσα στο δικόγραφο της ένδικης έφεσης περιέλαβε, αναφερόμενη στην κρίση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, τις ακόλουθες, εντός εισαγωγικών, ανάρμοστες φράσεις, οι οποίες πρέπει να διαγραφούν: 1) Η εκκαλουμένη απόφαση «ερμηνεύοντας στρεβλά τον νόμο και ανακαλύπτοντας νέα είδη ερμηνείας (την «αντικειμενική» και την «λογική»)» (σελίδα 5 του δικογράφου της έφεσης), 2) «η εκκαλουμένη προβαίνει σε μία ερμηνευτική πρωτοτυπία…» (σελ. 13 του δικογράφου της έφεσης), 3) «η εκκαλουμένη προβαίνει σε μία ακόμα παραδοξότητα…» (σελ. 16 του δικογράφου της έφεσης), 4) το Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά απέρριψε…. «ερμηνεύοντας πρόχειρα τον νόμο» (σελ. 18 του δικογράφου της έφεσης) και 5) Η συγκεκριμένη κρίση…..οφείλεται «και σε μία πρόχειρη ανάγνωση του νόμου» (σελ. 23 του δικογράφου της έφεσης). Οι εν λόγω φράσεις που χρησιμοποιήθηκαν, πολλάκις μάλιστα, κατά την σύνταξη του δικογράφου της έφεσης προσβάλλει καταφανώς την Δικαστή που εξέδωσε την εκκαλουμένη απόφαση, καθώς ενέχει καταφρονητική διάθεση προς το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, του οποίου πλήττεται με τρόπο απαξιωτικό η μη αρεστή στην ανακόπτουσα – εκκαλούσα δικαιοδοτική του κρίση και παραβιάζει κατάφωρα την τήρηση της επιβαλλόμενης ευπρέπειας στη δίκη. Ενόψει τούτων, πρέπει να διαταχθεί αυτεπαγγέλτως η διαγραφή των ανάρμοστων φράσεων από το ως άνω δικόγραφο στο οποίο περιέχονται, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζει την έφεση αντιμωλία των διαδίκων.

Δέχεται τυπικά και ουσιαστικά την έφεση.

Διατάσσει την επιστροφή στην εκκαλούσα του με αριθ. …………./2025 e – παραβόλου της έφεσης, ποσού εκατό (100) ευρώ.

Εξαφανίζει την εκκαλουμένη.

Κρατεί και δικάζει την ανακοπή.

Απορρίπτει την ανακοπή.

Επιβάλλει τα δικαστικά έξοδα της εφεσίβλητης, αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας, σε βάρος της εκκαλούσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των επτακοσίων πενήντα (750,00) ευρώ.

Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στον Πειραιά, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξούσιων δικηγόρων τους, στις 26.3.2026

Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ                                               Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ