Μενού Κλείσιμο

Αριθμός απόφασης 109/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ   ΠΕΙΡΑΙΑ

Αριθμός  109/2026

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΑ

2ο  Τμήμα

Αποτελούμενο από τη Δικαστή Μαρία Ι. Παπαδοπούλου, Εφέτη, που όρισε το Τριμελές Συμβούλιο Διοίκησης του Εφετείου Πειραιά και τη Γραμματέα Ε.Δ.

 Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις   ……….., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της εκκαλούσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «……………»,  που εδρεύει στην ……. Αττικής επί της ……….., με ΑΦΜ ………….  και εκπροσωπείται νόμιμα,  νομίμως αδειοδοτηθείσας από την Τράπεζα της Ελλάδος (Απόφαση με αριθμό 505/20/28-06-2024 της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων ΤτΕ) ως εταιρία διαχείρισης πιστώσεων δυνάμει των διατάξεων των άρθρων 1-15 και 115 του Ν.5072/2023 και της πράξης 225/1/30-01-2024 της Εκτελεστικής Επιτροπής της Τράπεζας της Ελλάδος, η οποία ενεργεί με την ιδιότητά της ως μη δικαιούχος και μη υπόχρεος διάδικος και ως διαχειρίστρια απαιτήσεων της εταιρίας ειδικού σκοπού με την επωνυμία «……………», που εδρεύει στο …….. Ιρλανδίας (……………), και νομίμως εκπροσωπείται, δυνάμει της από 22-06-2021 σύμβασης διαχείρισης, νομίμως καταχωρησθείσας στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών, των οποίων (απαιτήσεων) αρχική διαχειρίστρια εταιρία ήταν η εταιρία με την επωνυμία «………….», και στην οποία (εταιρία ειδικού σκοπού) έχουν μεταβιβαστεί, στο πλαίσιο τιτλοποίησης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 10 του Ν.3156/2003, και δυνάμει της από 30-04-2020 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων, νομίμως καταχωρησθείσας στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών, απαιτήσεις από την ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία «……………., η οποία εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο κατά την εκδίκαση της υπόθεσης από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ανδρέα Ανδρικόπουλο (ΑΜ/ΔΣΑ …….), μέλος της δικηγορικής εταιρίας με την επωνυμία «Α.Κοντόπολος-Α.Μάντζιου Δικηγορική Εταιρεία» (ΑΜ/ΔΣΑ ………..).

Της εφεσίβλητης: ……………, η οποία  εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο κατά την εκδίκαση της υπόθεσης από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ευρυδίκη Κουρνέτα (ΑΜ/ΔΣΑ ….), με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.

Η   ανακόπτουσα και ήδη εφεσίβλητη άσκησε σε βάρος της καθ’ης η ανακοπή και ήδη εκκαλούσας, καθώς και της υπ’αριθμόν …../2023 Διαταγής Πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά και της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης που επισπεύθηκε σε βάρος της από την καθ’ης δυνάμει  της από 11-07-2023 επιταγής προς πληρωμή κάτωθι του αντιγράφου του α’  απογράφου εκτελεστού της προρρηθείσας διαταγής πληρωμής, την από 13-09-2023 (αριθμ.εκθ. καταθ…………/13-09-2023) ανακοπή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου     Πειραιά.

Το   Μονομελές   Πρωτοδικείο  Πειραιά,    αφού   δίκασε  αντιμωλία  των διαδίκων με την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών την ένδικη ανακοπή, με την  2801/2025  οριστική απόφασή του την έκανε δεκτή ως βάσιμη κατ’ουσίαν και ακύρωσε την ως άνω διαταγή πληρωμής και την από 11-07-2023 επιταγή προς πληρωμή.

Η καθ’ης η ανακοπή και ήδη εκκαλούσα με την από 16-07-2025 (αρ.εκθ. καταθ…………./07-08-2025)  έφεσή της,  η συζήτηση  της οποίας  προσδιορίστηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, προσέβαλε την απόφαση αυτή.

Η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο και συζητήθηκε αντιμωλία των διαδίκων. Ο πληρεξούσιος δικηγόρος της εκκαλούσας, ο οποίος  παραστάθηκε όπως μνημονεύεται ανωτέρω, κατέθεσε έγγραφες προτάσεις, στις οποίες αναφέρθηκε και ζήτησε όσα σε αυτές εκτίθενται, ενώ η πληρεξούσια δικηγόρος της εφεσίβλητης δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, αλλά προκατέθεσε  έγγραφες προτάσεις και με σχετική δήλωσή της, σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ, δήλωσε ότι συμφωνεί να συζητηθεί η έφεση χωρίς να παρασταθεί.

ΑΦΟΥ   ΜΕΛΕΤΗΣΕ  ΤΗ   ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ  ΣΥΜΦΩΝΑ  ΜΕ  ΤΟ  ΝΟΜΟ

Ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου αρμοδίως κατ’ άρθρο 19 του ΚΠολΔ, φέρεται προς συζήτηση  η από 16-07-2025 (αρ.εκθ.καταθ…………../07-08-2025) έφεση, κατά της  2801/2025 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, που δίκασε  με την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρα 614 επ. , 632 παρ.1 και 2, και 937 παρ.3 και 934 περ.α΄ του ΚΠολΔ, ως  ίσχυε κατά το χρόνο άσκησης της ένδικης ανακοπής, ήτοι μετά τις μεταβολές που  επέφερε η διάταξη του άρθρου 1 του Ν.4335/2015, που ισχύει από 1.1.2016 όταν η επίδοση της επιταγής προς εκτέλεση διενεργείται μετά την ανωτέρω ημεροχρονολογία) την από 13-09-2023 (αριθμ.εκθ. καταθ…………../13-09-2023) ανακοπή. Ακολούθως, η ένδικη έφεση έχει  ασκηθεί  νομοτύπως και εμπροθέσμως σύμφωνα με τα άρθρα 495, 511, 513 παρ. 1 εδ. β’, 516 παρ. 1, 517 εδ. α’, 518 παρ. 1α΄ σε συνδ. με άρθρα 144 επ., καθώς και 520 παρ. 1 του ΚΠολΔ, μέσα  στην τριακονθήμερη προθεσμία που προβλέπει το  άρθρο  518 παρ.1 α’  του ΚΠολΔ,   εφόσον η  εκκαλουμένη  απόφαση  επιδόθηκε  στην εκκαλούσα στις 15-07-2025  και η έφεση κατατέθηκε στη γραμματεία του εκδώσαντος    την   προσβαλλόμενη    απόφαση   Δικαστηρίου   στις   07-08-2025, ενώ, περαιτέρω, έχει καταβληθεί από την εκκαλούσα  το προσήκον e παράβολο του Δημοσίου, με αριθμό ……………/2025,  ποσού 100  ευρώ, κατ’ άρθρο 495 παρ. 3 Α  περ. β΄ του ΚΠολΔ, όπως το άρθρο αυτό ισχύει μετά την αντικατάστασή του: i] από το άρθρο 1  άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015 [ΦΕΚ Α΄87 /23-7-2015] που εφαρμόζεται για τα κατατεθειμένα από την 1-1-2016 ένδικα μέσα και ii] από τα άρθρα 35 παρ.2 και 45 του Ν. 4446/2016 [ΦΕΚ Α΄ 240/22-12-2016] με έναρξη ισχύος από 23-01-2017.  Πρέπει επομένως, η ένδικη έφεση να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί περαιτέρω κατ’ ουσίαν, ήτοι ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 533 παρ.1 του ΚΠολΔ), μέσα στα όρια που καθορίζονται με αυτούς (άρθρο 522 του ΚΠολΔ), κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών.

Η ανακόπτουσα και ήδη εφεσίβλητη άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά κατά της καθ’ης η ανακοπή και ήδη εκκαλούσας, καθώς και κατά της υπ’αριθμόν ………./2023 Διαταγής Πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά και της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης που επισπεύθηκε σε βάρος της από την καθ’ης δυνάμει  της από 11-07-2023 επιταγής προς πληρωμή κάτωθι του αντιγράφου του α’  απογράφου εκτελεστού της προρρηθείσας διαταγής πληρωμής,  τις ένδικες ανακοπές των άρθρων 632 και 933 του ΚΠολΔ  που σωρεύονται στο ίδιο δικόγραφο  ανακοπής και ζήτησε, για τους αναφερόμενους σ’αυτή λόγους, να γίνει δεκτή και να ακυρωθούν η υπ’αριθμόν ……../2023 Διαταγή Πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά και  η από 11-07-2023 επιταγή προς πληρωμή κάτωθι του αντιγράφου του α’  απογράφου εκτελεστού της προρρηθείσας διαταγής πληρωμής. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που δίκασε με την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών [άρθρα 614 επ. 632 παρ.1 και 2 και 937 παρ.3 του ΚΠολΔ], με την εκκαλουμένη απόφασή του, αφού ορθά έκρινε ότι οι ως άνω ανακοπές που σωρεύονται στο ίδιο δικόγραφο ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα [άρθρα 632 παρ.2 α΄, 933 παρ.1 και 934 παρ.1 περ.α εδ.α του ΚΠολΔ,], έκανε  δεκτή την ένδικη ανακοπή  ως βάσιμη κατ’ουσίαν και ακύρωσε την υπ’αριθμόν ……./2023 Διαταγή Πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά και  την από 11-07-2023 επιταγή προς πληρωμή κάτωθι του αντιγράφου του α’  απογράφου εκτελεστού της προρρηθείσας διαταγής πληρωμής. Κατά της απόφασης αυτής, παραπονείται τώρα η καθ’ης η ανακοπή και ήδη εκκαλούσα, με το μοναδικό λόγο που αναφέρεται στην έφεσή της,  ο οποίος ανάγεται σε εσφαλμένη  εφαρμογή του νόμου και εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ζητεί να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση,  προκειμένου ν’απορριφθεί εν όλω η ανακοπή της αντιδίκου της και να επικυρωθούν οι προσβαλλόμενες ως άνω διαταγή πληρωμής και επιταγή προς πληρωμή.

Από τα άρθρα 623 και 624 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι μπορεί να ζητηθεί η έκδοση διαταγής πληρωμής για χρηματικές απαιτήσεις, εφόσον η απαίτηση και το οφειλόμενο ποσό αποδεικνύεται με δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο, δεν εξαρτάται από αίρεση, προθεσμία, όρο ή αντιπαροχή και το ποσό των χρημάτων που οφείλεται είναι ορισμένο. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των παρ. 1 και 3 του άρθρου 626 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η αίτηση για την έκδοση διαταγής πληρωμής, που καταθέτει ο δικαιούχος στη γραμματεία του δικαστηρίου, πρέπει να περιέχει, εκτός άλλων στοιχείων, την απαίτηση και το ακριβές ποσό των χρημάτων με τους τυχόν οφειλομένους τόκους, των οποίων ζητείται η καταβολή και ότι σ’ αυτή πρέπει να επισυνάπτονται όλα τα έγγραφα από τα οποία προκύπτει η απαίτηση και το ποσό της, καθώς και το πρόσωπο του δικαιούχου και του οφειλέτη (ΑΠ 784/1994), στα οποία, σε περίπτωση ειδικής ή καθολικής διαδοχής στο πρόσωπο του αιτούντος ή του καθού η αίτηση, περιλαμβάνονται και τα απαιτούμενα προς τούτο νομιμοποιητικά έγγραφα. Αν δεν προσκομισθούν στον αρμόδιο δικαστή το αργότερο πριν την έκδοση της διαταγής πληρωμής τα ανωτέρω έγγραφα, ο τελευταίος οφείλει, κατ’ άρθρο 628 παρ.1α του ΚΠολΔ, να απορρίψει τη σχετική αίτηση ως απαράδεκτη. Εάν δε, παρά την έλλειψη της διαδικαστικής αυτής προϋπόθεσης εκδοθεί διαταγή πληρωμής, αυτή ακυρώνεται ύστερα από ανακοπή του καθ’ ού η διαταγή, κατά τα άρθρα 632 και 633 του ΚΠολΔ. Η ακύρωση της διαταγής πληρωμής στην περίπτωση αυτή απαγγέλλεται, λόγω διαδικαστικού απαραδέκτου, ανεξαρτήτως της ύπαρξης και της δυνατότητας απόδειξης της ουσιαστικής απαίτησης με τη βραδύτερη (μετά την έκδοση της διαταγής απόδοσης) προσαγωγή των ως άνω αποδεικτικών εγγράφων. Έτσι το δικαστήριο, που δικάζει την ανακοπή, εάν από τα έγγραφα, που προσκομίστηκαν μέχρι την ημέρα έκδοσης της διαταγής πληρωμής, δεν αποδεικνύεται η απαίτηση και το ποσό της, καθώς και η νομιμοποίηση του αιτούντος και του καθ’ ού η αίτηση σε περίπτωση διαδοχής, δεν μπορεί να διαγνώσει, στηριζόμενο σε άλλα στοιχεία, διαφορετικά από αυτά, που προσκομίστηκαν και υποβλήθηκαν στο δικαστή που εξέδωσε τη διαταγή και συγκεκριμένα σε έγγραφα προσκομιζόμενα το πρώτον στη δίκη της ανακοπής, αλλά οφείλει να δεχθεί το αίτημα της ανακοπής και να ακυρώσει τη διαταγή πληρωμής, λόγω διαδικαστικού απαραδέκτου, χωρίς όμως η απόφαση αυτή να παράγει δεδικασμένο ως προς την ύπαρξη της απαίτησης, η οποία δεν διαγνώσθηκε (ΟλΑΠ 10/1997, ΑΠ 434/2022, ΑΠ 914/2018). Το παραπάνω δικονομικό βάρος αποβλέ­πει στη διασφάλιση της έρευνας από τον δικαστή τυχόν έλλειψης της διαδικαστικής προϋπόθεσης της ενεργητικής νομιμοποί­ησης του αιτούντος. Η πρόβλεψη διαδικαστικού  απαράδεκτου  σε περίπτωση  που  τα σχετικά  έγγραφα  λείπουν  έως το χρόνο έκδοσης (ή μη) της διαταγής πληρωμής, στηρίζεται στη ματαίωση, στην περίπτω­ση αυτή, του αναγκαίου για τη μετέπειτα ορθή δικαστική «κρίση» όρου ότι ο αιτών έχει την εξουσία κίνησης της διαδικασίας που αποσκοπεί στην έκδοση διαταγής πληρωμής. Περαιτέρω, αντίθετα προς την έκδοση διαταγής πληρωμής, η άσκηση ανακοπής ανοίγει διαγνωστική δίκη για το κύρος της διαταγής πληρωμής. Οι λόγοι της ανακοπής μπορεί να συνίστανται σε άρνηση της συνδρομής των τυπικών προ­ϋποθέσεων για την έγκυρη έκδοση αυτής, οι οποίες προβλέπονται στα άρθρα 623- 630 του  ΚΠολΔ. Στις τυπικές προϋποθέσεις περιλαμβάνεται και η έλλειψη ενεργητικής νομιμοποίησης του αιτούντος, καθώς και αναφοράς στην αίτηση και προσκόμισης των εγγράφων που θεμελιώνουν την ενερ­γητική νομιμοποίηση αυτού (αιτούντος την έκδοση διαταγής πληρωμής) σε χρόνο πριν από την έκδοση αυτής, σε περίπτω­ση που χώρησε μεταβολή ή διαδοχή στο πρόσωπο του αρχικού φορέα της ουσια­στικής έννομης σχέσης (ΕφΛαρ 275/2018 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 10 παρ. 1 του Ν. 3156/2003 «Ομολογιακά δάνεια, Τιτλοποίηση απαιτήσεων από ακίνητα κλπ», τιτλοποίηση απαιτήσεων είναι η μεταβίβαση επιχειρηματικών απαιτήσεων λόγω πώλησης με σύμβαση που καταρτίζεται εγγράφως μεταξύ μεταβιβάζοντος και του αποκτώντος, σε συνδυασμό με την έκδοση και διάθεση, με ιδιωτική τοποθέτηση (διάθεση των ομολογιών σε περιορισμένο κύκλο προσώπων, που δεν μπορεί να υπερβαίνει τα εκατόν  πενήντα) μόνο,   ομολογιών οποιουδήποτε είδους ή μορφής,  η εξόφληση των οποίων πραγματοποιείται: α) από το προϊόν είσπραξης των επιχειρηματικών απαιτήσεων που μεταβιβάζονται ή β) από δάνεια, πιστώσεις ή συμβάσεις παραγώγων χρηματοοικονομικών μέσων. «Μεταβιβάζων», κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, μπορεί να είναι έμπορος με εγκατάσταση στην Ελλάδα και «αποκτών» μόνο νομικό πρόσωπο ανώνυμη εταιρεία με σκοπό την απόκτηση και την τιτλοποίηση των απαιτήσεων (Εταιρεία Ειδικού Σκοπού, σύμφωνα με την ορολογία που έχει επικρατήσει διεθνώς). Η εταιρεία καταβάλλει το τίμημα και «τιτλοποιεί» τις απαιτήσεις εκδίδοντας αξιόγραφα («ομολογίες»), ονομαστικής αξίας τουλάχιστον 100.000 ευρώ η κάθε μία (άρθρο 10 παρ. 5 του Ν. 3156/2003). Στην πιο απλή μορφή της, η τιτλοποίηση συνίσταται στην εκχώρηση (μεταβίβαση λόγω πώλησης) απαιτήσεων από έναν ή περισσότερους τομείς δραστηριότητας μίας εταιρείας προς μια άλλη εταιρεία, η οποία έχει ως ειδικό σκοπό την αγορά των εν λόγω απαιτήσεων έναντι τιμήματος. Το τίμημα καταβάλλεται από το προϊόν της διάθεσης σε επενδυτές ομολογιών, στο πλαίσιο ομολογιακού δανείου, το οποίο η λήπτρια εταιρεία εκδίδει για το σκοπό αυτό και το διαθέτει σε τρίτους (επενδυτές) και, στη συνέχεια, με το αντίτιμο των ομολόγων εξοφλεί το τίμημα της αγοράς. Η πώληση των μεταβιβαζόμενων απαιτήσεων διέπεται από τις διατάξεις των άρθρων 513 επ. του ΑΚ, η δε μεταβίβαση από τις διατάξεις των άρθρων 455 επ. του ΑΚ, εφόσον οι διατάξεις αυτές δεν αντίκεινται στις διατάξεις του νόμου αυτού (άρθρο 10 παρ. 6). H σύμβαση μεταβίβασης των τιτλοποιούμενων απαιτήσεων καταχωρίζεται σε περίληψη που περιέχει τα ουσιώδη στοιχεία αυτής, σύμφωνα με το άρθρο 3 του Ν. 2844/2000 (παρ. 8), από την καταχώρηση δε αυτή επέρχεται η μεταβίβαση των τιτλοποιούμενων απαιτήσεων, εκτός αν άλλως ορίζεται στους όρους της σύμβασης και η μεταβίβαση αναγγέλλεται  εγγράφως από τον μεταβιβάζοντα  ή την  εταιρεία ειδικού σκοπού στον οφειλέτη (παρ. 9). Ως αναγγελία λογίζεται η καταχώριση της σύμβασης στο δημόσιο βιβλίο του άρθρου 3 του Ν. 2844/2000, σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 8 του ιδίου άρθρου, ενώ πριν από την αναγγελία αυτή δεν αποκτώνται έναντι τρίτων δικαιώματα που απορρέουν από τη μεταβίβαση. Η ανωτέρω καταχώρηση γίνεται με δημοσίευση (κατάθεση εντύπου, η μορφή του οποίου καθορίστηκε με την υπ’ αριθμόν 161337/30-10-2003 – ΦΕΚ Β’ 1688/2003 υπουργική απόφαση και ήδη με την υπ’ αριθμ. 20783/09-11-2020 – ΦΕΚ Β’ 4944/09-11-2020 – απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης) στο Ενεχυροφυλακείο του τόπου της κατοικίας ή της έδρας του μεταβιβάζοντος, ως ενεχυροφυλακεία δε, έως την ίδρυσή τους με προεδρικό διάταγμα, ορίζονται τα κατά τόπους λειτουργούντα σήμερα υποθηκοφυλακεία ή κτηματολογικά γραφεία της έδρας των Πρωτοδικείων. Συνοπτικά, τα στοιχεία που περιέχονται στο άνω έντυπο με την προκαθορισμένη μορφή είναι: α) τα στοιχεία των συμβαλλόμενων, β) οι όροι της σύμβασης (λ.χ. νόμισμα και ποσό του τιμήματος της αγοράς), γ) ο τύπος των επιχειρηματικών απαιτήσεων, δ) το οφειλόμενο κεφάλαιο ανά επιχειρηματική απαίτηση και ανά σύνολο, ε) τα στοιχεία των οφειλετών και οι παρεπόμενες εμπράγματες και ενοχικές απαιτήσεις. Τα στοιχεία αυτά είναι αναγκαία προκειμένου να ταυτοποιείται ο άνω νόμος οφειλέτης, αλλά και η εκχωρηθείσα σύμβαση. Εξάλλου, ο ως προβλέπει ότι επί μιας τέτοιας μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων από Τράπεζα σε μία εταιρεία ειδικού σκοπού είναι δυνατό να ανατεθεί, με σύμβαση που συνάπτεται εγγράφως και σημειώνεται στο δημόσιο βιβλίο του άρθρου 3 του Ν. 2844/2000 (παρ. 16), η είσπραξη και εν γένει διαχείριση των μεταβιβαζόμενων απαιτήσεων σε πιστωτικό ή χρηματοδοτικό ίδρυμα που παρέχει νομίμως υπηρεσίες, σύμφωνα με το σκοπό του, στον Ευρωπαϊκό Χώρο, στον μεταβιβάζοντα ή και σε τρίτο, εφόσον το τελευταίος είτε είναι εγγυητής των μεταβιβαζόμενων απαιτήσεων είτε ήταν επιφορτισμένος με τη διαχείριση ή την είσπραξη των απαιτήσεων πριν τη μεταβίβασή τους στον αποκτώντα. Αν η εταιρεία ειδικού σκοπού (απόκτησης) δεν εδρεύει στην Ελλάδα και οι μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις είναι απαιτήσεις κατά καταναλωτών πληρωτέες στην Ελλάδα, τα πρόσωπα στα οποία ανατίθεται η διαχείριση πρέπει να έχουν εγκατάσταση στην Ελλάδα. Σε περίπτωση υποκατάστασης του διαχειριστή, ο υποκατάστατος ευθύνεται αλληλέγγυα και εις ολόκληρον με το διαχειριστή (παρ. 14). Εξάλλου, με τον Ν. 4354/2015 «Διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων κλπ», εισήχθησαν στην ελληνική έννομη τάξη δύο διακριτά εταιρικά σχήματα, οι «εταιρείες απόκτησης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις (EΑAΔΠ)» εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις (ΕΔΑΔΠ)», οι οποίες δραστηριοποιούνται υπό την εποπτεία της Τράπεζας της Ελλάδας, ενώ προβλέπονται δύο νέα συμβατικά μορφώματα, η σύμβαση πώλησης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις και η σύμβαση διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις. Αμφότερα τα συμβατικά μορφώματα υπόκεινται    σε   σοβαρούς   περιορισμούς,   ως  προς  τον  τύπο,   τα  πρόσωπα  που δικαιούνται να συμβληθούν και το περιεχόμενό τους, που προβλέπονται από τις διατάξεις των άρθρων 1 έως 3 του Ν. 4354/2015. Ειδικότερα, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 β’, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 Ν. 4643/2019, η μεταβίβαση απαιτήσεων από πιστώσεις και δάνεια, που έχουν χορηγήσει  ή χορηγούν πιστωτικά ή χρηματοδοτικά ιδρύματα, όπως και απαιτήσεων εταιρειών προμήθειας ηλεκτρικής ενέργειας, πλην της περίπτωσης δ’ του άρθρου 2 παρ. 5 Ν. 4261/2014, μπορεί να λάβει χώρα μόνο λόγω πώλησης, δυνάμει σχετικής έγγραφης συμφωνίας, σύμφωνα και με τα όσα προβλέπονται στο άρθρο 3, προς τους κατωτέρω, ως προς μεν τα πιστωτικά και χρηματοδοτικά ιδρύματα αποκλειστικά, ως προς δε τις εταιρείες προμήθειας ηλεκτρικής ενέργειας δυνητικά, ήτοι: αα) Ανώνυμες εταιρείες που σύμφωνα με το καταστατικό τους μπορούν να προβαίνουν σε απόκτηση απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις, εδρεύουν στην Ελλάδα και καταχωρίζονται στο Γενικό Εμπορικό Μητρώο (ΓΕΜΗ), ββ) Εταιρείες που έχουν έδρα στον Ευρωπαϊκό Χώρο, οι οποίες, σύμφωνα με το καταστατικό τους, μπορούν να προβαίνουν σε απόκτηση απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις, υπό την επιφύλαξη των διατάξεων της νομοθεσίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης και γγ) Εταιρείες που έχουν έδρα σε τρίτες χώρες, οι οποίες, σύμφωνα με το καταστατικό τους, μπορούν να προβαίνουν σε απόκτηση απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις, υπό την επιφύλαξη διατάξεων της ενωσιακής νομοθεσίας, και οι οποίες έχουν διακριτική ευχέρεια να εγκαθίστανται στην Ελλάδα μέσω υποκαταστήματος, υπό την προϋπόθεση ότι η έδρα τους δεν βρίσκεται σε κράτος που έχει προνομιακό φορολογικό καθεστώς ή είναι μη συνεργάσιμο. Συνεπώς, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 1 του Ν. 4354/2015, στη σύμβαση μεταβίβασης (πώλησης) απαιτήσεων από πιστώσεις και δάνεια που έχουν χορηγήσει πιστωτικά ή χρηματοδοτικά ιδρύματα, συμβαλλόμενα μέρη μπορούν να είναι, ως πωλητές μόνον πιστωτικά ή χρηματοδοτικά ιδρύματα και ως αγοραστές μόνον   ΕΑΑΔΠ   (Εταιρείες  απόκτησης  απαιτήσεων  από  δάνεια   και  πιστώσεις).

Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 1α του Ν. 4354/2015, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 12 παρ. 1 Ν. 4643/2019, η διαχείριση των απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις που χορηγούνται ή έχουν χορηγηθεί από πιστωτικά ή χρηματοδοτικά ιδρύματα, ανατίθεται στους αποκλειστικά: αα) σε ανώνυμες εταιρείες Διαχείρισης Απαιτήσεων   από  Δάνεια και  Πιστώσεις,  ειδικού  και  αποκλειστικού  σκοπού,  υπό

την επιφύλαξη της παρ. 20, που εδρεύουν στην Ελλάδα και ββ) σε εταιρείες που εδρεύουν σε κράτος – μέλος του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου, με την προϋπόθεση ότι έχουν εγκατασταθεί νόμιμα στην Ελλάδα μέσω υποκαταστήματος, με σκοπό τη διαχείριση απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις, με την επιφύλαξη των διατάξεων της Οδηγίας 2013/36 (EEL 176/338/27-6-2013), καθώς και της Οδηγίας 2004/39 (EEL 145/2004). Δηλαδή, στη σύμβαση διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις δύνανται να συμβάλλονται αφενός πιστωτικά ή χρηματοδοτικά ιδρύματα ή ΕΑΑΔΠ (Εταιρείες απόκτησης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις) και αφετέρου ΕΔΑΔΠ (Εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις). Εξάλλου, οι ΕΔΑΔΠ (Εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις) είναι ανώνυμες εταιρείες ειδικού και αποκλειστικού σκοπού, που αποτελούν χρηματοδοτικά ιδρύματα, λαμβάνουν ειδική άδεια λειτουργίας από την ΤτΕ, η οποία δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και εποπτεύονται, για τη συμμόρφωσή τους προς τις διατάξεις του ίδιου νόμου από την Τράπεζα της Ελλάδος (άρθρο 1 παρ. 1 περ. α’, όπως το δεύτερο εδάφιο της περ. α’ αντικαταστάθηκε με το άρθρο 69 παρ. 1 Ν. 4549/2018). Αντικείμενο της δραστηριότητάς τους ορίζεται η διαχείριση των απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις που χορηγούνται ή έχουν χορηγηθεί από πιστωτικά ή χρηματοδοτικά ιδρύματα (καθώς και απαιτήσεων εταιρειών προμήθειας ηλεκτρικής ενέργειας), οι οποίες (απαιτήσεις) μπορεί να είναι είτε καθυστερούμενες είτε ενήμερες. Περαιτέρω, το άρθρο 2 παρ. 1–3 του Ν. 4354/2015, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρ.ο70 παρ. 1 Ν. 4389/2016, προβλέπει ότι στις Εταιρείες Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις (Ε.Δ.Α.Δ.Π.) δύναται να ανατίθεται η διαχείριση απαιτήσεων από συμβάσεις δανείων ή και πιστώσεων που έχουν χορηγηθεί ή χορηγούνται από πιστωτικά ή χρηματοδοτικά ιδρύματα, πλην του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων (περίπτωση δ’ άρθρου  2 παρ. 5 Ν. 4261/2014). Η παραπάνω ρύθμιση εισάγει διττό περιορισμό ως προς το υποκειμενικό πεδίο εφαρμογής της, καθόσον, αφενός μεν εξουσιοδοτών (αναθέτων τη διαχείριση) μπορεί να είναι μόνον πιστωτικό ίδρυμα ή ΕΑΑΔΠ (Εταιρεία απόκτησης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις), αφετέρου δε διαχειριστής μπορεί να είναι μόνον ΕΔΑΔΠ (Εταιρεία διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις που έχει λάβει ειδική άδεια από την Τράπεζα της Ελλάδος (1 παρ. 1 α’ Ν. 4354/2015). Επίσης, η πώληση  και μεταβίβαση απαιτήσεων από συμβάσεις δανείων και πιστώσεων,  που έχουν χορηγηθεί από πιστωτικά ή χρηματοδοτικά ιδρύματα, ρυθμίζεται στο άρθρ. 3 Ν. 4354/2015, και μπορεί να γίνει μόνον προς αδειοδοτημένη ΕΑΑΔΠ (Εταιρεία απόκτησης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις) ή ανάλογη αλλοδαπή εταιρεία που έχει εγκατασταθεί νόμιμα στην Ελλάδα με τις προϋποθέσεις του άρθρου 1 παρ. 1 β’ περιπτ. ββ και γγ του Ν.4354/2015 και διέπονται (όπως και στις περιπτώσεις της μεταβίβασης απαιτήσεων με βάση τις διατάξεις του άρθρου 10 Ν. 3156/2003 για την τιτλοποίηση απαιτήσεων), η μεν πώληση από τις διατάξεις των άρθρων  513 επ. του  ΑΚ, η δε μεταβίβαση από τις διατάξεις των άρθρων 455 επ. του ΑΚ (άρθρο 3 παρ. 1). Σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 2 του Ν. 4354/2015, η σύμβαση ανάθεσης διαχείρισης απαιτήσεων από συμβάσεις δανείων ή και πιστώσεων προς τις Ε.Δ.Α.Δ.Π (Εταιρείες Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις) υπόκειται σε συστατικό έγγραφο τύπο και περιλαμβάνει, κατ’ ελάχιστο περιεχόμενο, τα ακόλουθα: (α) τις προς διαχείριση απαιτήσεις και το τυχόν στάδιο μη εξυπηρέτησης κάθε απαίτησης, (β) τις πράξεις της διαχείρισης, οι οποίες μπορεί να συνίστανται ιδίως στη νομική και λογιστική παρακολούθηση, την είσπραξη, τη διενέργεια διαπραγματεύσεων με τους οφειλέτες των προς διαχείριση απαιτήσεων και τη σύναψη συμβάσεων συμβιβασμού κατά την έννοια των άρθρων 871 – 872 του ΑΚ ή ρύθμισης και διακανονισμού οφειλών σύμφωνα με τον Κώδικα Δεοντολογίας, όπως έχει θεσπιστεί με την υπ’ αριθμόν 116/25.8.2014 απόφαση της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων της Τράπεζας της Ελλάδος κατ’ εφαρμογή του άρθρου 1 παρ. 2 του Ν. 4224/2013 και (γ) την καταβλητέα αμοιβή διαχείρισης που, σε κάθε περίπτωση, δεν μπορεί να μετακυλίεται στον υπόχρεο καταβολής της απαίτησης. Εξάλλου, κατ’ άρθρο 1 παρ. 1 περ. γ’ του Ν. 4354/2015, η πώληση των απαιτήσεων είναι ισχυρή, μόνο εφόσον έχει υπογραφεί συμφωνία ανάθεσης διαχείρισης μεταξύ εταιρείας απόκτησης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις και εταιρείας διαχείρισης απαιτήσεων, που αδειοδοτείται και εποπτεύεται από την Τράπεζα της Ελλάδος, τα δε δικαιώματα που απορρέουν από τις μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις δύνανται να ασκούνται μόνο μέσω των εταιρειών διαχείρισης της παρούσας παραγράφου. Οι μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις από δάνεια και πιστώσεις λογίζονται ως τραπεζικές και μετά τη μεταβίβασή τους. Οι εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων ευθύνονται για όλες τις υποχρεώσεις απέναντι στο Δημόσιο και σε τρίτους, οι οποίες βαρύνουν τις εταιρείες απόκτησης απαιτήσεων και απορρέουν από τις μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις. Επίσης, σύμφωνα   με   το  άρθρο   2  παρ.  4  του   Ν. 4354/2015,    οι   Εταιρείες   Διαχείρισης νομιμοποιούνται, ως μη δικαιούχοι διάδικοι, να ασκήσουν κάθε ένδικο βοήθημα και να προβαίνουν σε κάθε άλλη δικαστική ενέργεια για την είσπραξη των υπό διαχείριση απαιτήσεων, καθώς και να κινούν, παρίστανται ή συμμετέχουν σε προπτωχευτικές διαδικασίες εξυγίανσης, πτωχευτικές διαδικασίες αφερεγγυότητας, διαδικασίες διευθέτησης οφειλών και ειδικής διαχείρισης. Εφόσον οι Εταιρείες συμμετέχουν σε οποιαδήποτε δίκη με την ιδιότητα του μη δικαιούχου διαδίκου, το δεδικασμένο της απόφασης καταλαμβάνει και τον δικαιούχο της απαίτησης. Περαιτέρω, αμφότεροι οι νόμοι 3156/2003 και 4354/2015 έχουν παραπλήσιο αντικειμενικό πεδίο εφαρμογής, καθώς και οι δύο καθορίζουν τις προϋποθέσεις για τη μεταβίβαση – πώληση των απαιτήσεων (ειδικά δε στην περίπτωση του Ν. 4354/2015 των τραπεζικών) από τους φορείς τους προς τρίτους, με τη διαφοροποίηση ότι, στην περίπτωση του Ν. 3156/2003, μετά την πώληση ακολουθεί το στάδιο της έκδοσης ομολογιών (της τιτλοποίησης) και ρυθμίζουν τη διαχείριση και είσπραξη των απαιτήσεων αυτών από εταιρείες διαχείρισης, ωστόσο ο Ν. 4354/2015 περιέχει πληρέστερο ρυθμιστικό πλαίσιο για το καθεστώς λειτουργίας των εταιρειών διαχείρισης, τόσο στο πεδίο του ουσιαστικού, όσο και στο πεδίο του δικονομικού δικαίου. Οι εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων του Ν. 4354/2015 απολαμβάνουν την προβλεπόμενη από το νόμο αυτό εξαιρετική νομιμοποίηση ως μη δικαιούχοι διάδικοι και στην περίπτωση που τους έχει ανατεθεί η διαχείριση απαιτήσεων με το καθεστώς του Ν. 3156/2003, μολονότι τέτοια νομιμοποίηση δεν θεσπίζεται ρητά με το Ν. 3156/2003 (ΟλΑΠ 1/2023 και ΑΠ 1871/2022 Ιστοσελίδα Αρείου Πάγου). Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 925 παρ. 1 του ΚΠολΔ, ο καθολικός ή ειδικός διάδοχος του δικαιούχου οφείλει να κοινοποιήσει στον καθ’ ου η εκτέλεση επιταγή προς εκτέλεση και τα νομιμοποιούντα αυτόν έγγραφα. Η υποχρέωση αυτή επιβάλλεται τόσο για την έναρξη όσο και για τη συνέχιση της υπό του δικαιοπαρόχου αρξαμένης εκτέλεσης, είναι δε ανεξάρτητη και πρέπει να γίνεται ακόμα και όταν ο καθ’ ου η εκτέλεση έλαβε γνώση της διαδοχής με άλλον τρόπο. Ως νομιμοποιούντα το διάδοχο έγγραφα νοούνται αυτά που αποδεικνύουν τη διαδοχή και πρέπει να κοινοποιούνται είτε αυτά είναι δημόσια είτε ιδιωτικά. Τέλος, δεν αποκλείεται η κοινοποίηση των απαιτούμενων κατά το άρθρο 925 του ΚΠολΔ εγγράφων να προηγηθεί ή να επακολουθήσει της επιταγής (ΜΕφΑθ 832/2022 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, Βαθρακοκοίλης, ΚΠολΔ υπό άρθρο 925 αρ. 3). Περαιτέρω, γίνεται δεκτό ότι, ως προς την υποχρέωση συγκοινοποίησης στον καθ’ ου η εκτέλεση οφειλέτη, κατ’ άρθρο  925 παρ. 1 του ΚΠολΔ, των νομιμοποιητικών εγγράφων δικαιούχου τιτλοποιούμενων επιχειρηματικών τραπεζικών απαιτήσεων κατά τους ορισμούς των Ν. 4354/2015 και 3156/2003, με δεδομένη τη συνθετότητα και την έκταση των επιμέρους πράξεων, από τις οποίες απαρτίζεται η μεταβίβαση των απαιτήσεων και η ανάθεση της διαχείρισης αυτών, άρα και των αντίστοιχων εγγράφων, που τις πιστοποιούν, αυτή εκπληρώνεται, λόγω της αυτοδίκαιης επέλευσης των αποτελεσμάτων της μεταβίβασης έναντι τρίτων από την καταχώριση κάθε σύμβασης στο δημόσιο βιβλίο του άρθρου 3 του Ν. 2844/2000, με την κοινοποίηση των εγγράφων που πιστοποιούν την εν λόγω καταχώρηση, όλα δε τα προηγούμενα αυτών αποτελούν στοιχεία, που αφορούν στις εσωτερικές σχέσεις των εταιρειών. Τα έγγραφα που νομιμοποιούν, συνεπώς, την εταιρεία που ανέλαβε τη διαχείριση των μεταβιβασθεισών απαιτήσεων, είναι η καταχώρηση σε περίληψη που περιέχει τα ουσιώδη στοιχεία των συμβάσεων μεταβίβασης και ανάθεσης της διαχείρισης, σύμφωνα με το άρθρο 3 του Ν. 2844/2000, ήτοι η δημοσίευση του εντύπου που καθορίστηκε με την υπ’ αριθμόν 161337/2003 απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, στο Ενεχυροφυλακείο του τόπου της κατοικίας ή της έδρας του μεταβιβάζοντα, με το σχετικό απόσπασμα των μεταβιβαζόμενων απαιτήσεων, απ’ όπου θα φαίνεται η καταχώρηση της μεταβίβασης της βάρος του καθ’ ου η εκτέλεση απαίτησης. Η κοινοποίηση των εγγράφων αυτών είναι αρκετή και ανταποκρίνεται πλήρως στη νομοτυπική μορφή των εγγράφων που αξιώνει το άρθρο 925 παρ. 1 του  ΚΠολΔ (πρβλ. ΑΠ 345/2006 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ,  ΜΕφΑθ 832/2022 ό.π., ΜΕφΘεσ 948/2021 και ΜΕφΘεσ 1926/2021 αδημ.), με την προϋπόθεση, όμως, ότι από την κοινοποίηση των εγγράφων ταυτοποιείται πλήρως η επίδικη  απαίτηση. Η έλλειψη των παραπάνω στοιχείων δεν θεραπεύεται με τη μεταγενέστερη προσκόμιση αυτών στη δίκη της ανακοπής (ΑΠ 914/2018 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 782/1994 ΕλλΔ/νη 1995/838, ΕφΠειρ 125/2025 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ 1790/2022 ό.π., Κεραμεύς/Κονδύλης/Νίκας (-Ποδηματά) ΚΠολΔ II (2000) άρθρο 626 αρ. 3, σελ. 1169). [ΕφΠειρ 307/2024 στην ιστοσελίδα του Εφετείου Πειραιώς].

Με το μοναδικό λόγο εφέσεως η εκκαλούσα παραπονείται ότι κατ’εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου  η εκκαλουμένη απόφαση  έκανε δεκτό ως βάσιμο κατ’ουσίαν το λόγο ανακοπής που αφορούσε την ενεργητική νομιμοποίησή της και ακύρωσε τη βαλλόμενη διαταγή πληρωμής και την από 11-07-2023 επιταγή προς πληρωμή, καθώς για την έκδοση της βαλλόμενης διαταγής πληρωμής, προσκόμισε τις συμβάσεις πώλησης και διαχείρισης και το απόσπασμα του παραρτήματος των εκχωρημένων απαιτήσεων από το οποίο προκύπτει ότι μεταξύ των μεταβιβασθέντων είναι και η ένδικη απαίτηση, που ταυτοποιείται πλήρως με την αναγραφή του αριθμού της σύμβασης, χωρίς να απαιτείται η αναγραφή περαιτέρω στοιχείων.

Από  όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν, των οποίων δεν απαιτείται ειδική μνεία στην παρούσα (ΟλΑΠ 848/1981 ΝοΒ 30.441, ΟλΑΠ 8/1987 ΝοΒ 1988.75, ΑΠ 867/2011, ΑΠ 187/2010, ΑΠ 1697/2010 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), για μερικά από τα οποία γίνεται ειδική αναφορά κατωτέρω, χωρίς όμως να έχει παραληφθεί κανένα για την ουσιαστική διάγνωση της διαφοράς (ΑΠ 211/2006 ΝοΒ 54.849, ΑΠ 1659/2005 ΔΕΕ 2006.173, ΑΠ 250/2000 ΕλλΔ/νη 41.980) και τα οποία λαμβάνονται υπόψη είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε για να χρησιμεύσουν ως δικαστικά τεκμήρια, σε συνδυασμό με τα διδάγματα της κοινής πείρας, αποδείχθηκαν, στα πλαίσια των οριζόμενων στη διάταξη του άρθρου 240 του ΚΠολΔ, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Δυνάμει της υπ’αριθμόν …………./31-12-2004 σύμβασης στεγαστικού δανείου που συνάφθηκε στην Καλλιθέα Αττικής με συμβαλλόμενους την ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία «………….», τον ……….. ως πρωτοφειλέτη και τον ……….. εγγυητή και των από 31-12-2004, 06-04-2009 και 10-03-2014 πρόσθετων πράξεων αυτής μετά των παραρτημάτων της και της από 10-12-2010 σύμβασης εγγύησης, η ως άνω Τράπεζα χορήγησε στον …………. δάνειο ποσού 210.000 ευρώ, με σκοπό την κάλυψη των στεγαστικών αναγκών του και με την εγγύηση της ανακόπτουσας-ήδη εφεσίβλητης, ευθυνόμενης ως αυτοφειλέτριας, σύμφωνα με τους ειδικότερους όρους και συμφωνίες που περιλαμβάνονται στην ως άνω σύμβαση και τις πρόσθετες πράξεις αυτής. Ακολούθως, η ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία «………..», με την από 30-04-2020 σύμβαση πώλησης και μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων του άρθρου 10 παρ.8 του Ν. 3156/2003 μεταβίβασε τις απαιτήσεις της, μεταξύ των οποίων και την επίδικη στην εταιρία ειδικού σκοπού  με την επωνυμία «…………..»,  που εδρεύει στο …….. Ιρλανδίας, ενώ με την από 08-04-2021 σύμβαση μακροπρόθεσμης διαχείρισης απαιτήσεων, σε συνέχεια της οποίας συνήφθη η από 18-06-2021 περίληψη της σύμβασης μακροπρόθεσμης διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων του άρθρου 10 παρ.14 και 16 του Ν.3156/2003, η ως άνω εταιρία ειδικού σκοπού μεταβίβασε όλες τις υπηρεσίες είσπραξης και εν γένει διαχείρισης τιτλοποιούμενων απαιτήσεων από συμβάσεις στεγαστικών δανείων, όπως ενδεικτικά: καθορισμός επιτοκίου, ενημέρωση και εξυπηρέτηση πελατών, δικαστική επιδίωξη απαιτήσεων κ.α., σύμφωνα με το Παράρτημα 1 της από 08-04-2021 σύμβασης μακροπρόθεσμης διαχείρισης, στην καθ’ης η ανακοπή-ήδη εκκαλούσα. Περαιτέρω,  η ως άνω σύμβαση στεγαστικού δανείου δεν εξελίχθηκε ομαλά και η καθ’ης η ανακοπή την κατήγγειλε  με την από  23-03-2021 εξώδικη  καταγγελία της, ενώ με την από 02-06-2023 αίτησή της πέτυχε την έκδοση της προσβαλλόμενης με αριθμό ………/2023  Διαταγής Πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, δυνάμει της οποίας η ανακόπτουσα- εκεί καθ’ης η αίτηση, υποχρεώθηκε να καταβάλλει στην αιτούσα διαχειρίστρια εταιρία το συνολικό ποσό των 312.094,45 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από τις 31-05-2023 (επομένη της επίδοσης της καταγγελίας), με επιτόκιο υπερημερίας, που υπερβαίνει το εκάστοτε συμβατικό επιτόκιο κατά 2,5 εκατοστιαίες μονάδες και με εξαμηνιαίο ανατοκισμό των τόκων, μέχρι την ολοσχερή εξόφληση, καθώς και το ποσό των 4.500 ευρώ για δικαστικά έξοδα.  Στις 24-07-2023 η καθ’ης η ανακοπή επέδωσε στην ανακόπτουσα την από 11-07-2023 επιταγή προς πληρωμή κάτωθι του αντιγράφου του α’  απογράφου εκτελεστού της προρρηθείσας διαταγής πληρωμής.  Για την έκδοση της βαλλόμενης διαταγής πληρωμής προσκομίστηκαν μετ’επικλήσεως ενώπιον του εκδώσαντος αυτή Δικαστή και λήφθηκαν υπόψη, αναφορικά με την ενεργητική νομιμοποίηση της αιτούσας-ήδη εκκαλούσας, τα ακόλουθα έγγραφα: 1] Η με αρ.πρωτ……./17-10-2019 ανακοίνωση στοιχείων καταχώρησής της (αιτούσας) στο Γ.Ε.Μ.Η., 2] Η με αρ.πρωτ……/30-04-2020, τ…. α.α……, καταχώρηση στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών, της περίληψης της από 30-04-2020 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων, 3] Το με αρ…. ακριβές φωτοτυπικό αντίγραφο εκ του παραρτήματος με αρ.πρωτ…./30-04-2020, τ…. α.α….., 4] Η με αρ.πρωτ……/22-06-2021, τ…. α.α….. καταχώρηση στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών, της περίληψης της από 18-06-2021 σύμβασης διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων, 5] Η με αρ.πρωτ…../30-04-2020, τ…… α.α…., καταχώρηση στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών της περίληψης της από 30-04-2020 σύμβασης διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων και 6] Η με αρ.πρωτ…./11-04-2023, τ….. α.α….. καταχώρηση στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών της περίληψης της από 18-06-2021 σύμβασης διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων. Ωστόσο, ενώ για την έκδοση της βαλλόμενης διαταγής πληρωμής η εκκαλούσα-εκεί αιτούσα, προσκόμισε μετ’επικλήσεως την με αρ.πρωτ……../30-04-2020 περίληψη της σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων και απόσπασμα του συνοδευτικού αυτήν Παραρτήματος, το οποίο φέρει αρ.796, και από το οποίο αποδεικνύεται ότι η επίδικη απαίτηση μεταβιβάστηκε από την ως άνω ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία ««……………» στην προρρηθείσα εταιρία ειδικού σκοπού,  και εν συνεχεία προσκόμισε περίληψη της από 08-04-2021 σύμβασης μακροπρόθεσμης διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων, σε συνέχεια της οποίας συνήφθη η από 18-06-2021 περίληψη της σύμβασης μακροπρόθεσμης διαχείρισης απαιτήσεων, με αρ.πρωτ………/22-06-2021, στην οποία αναφέρονται τα ονόματα των συμβαλλομένων μερών (εταιρίας ειδικού σκοπού και διαχειρίστριας εταιρίας), το ποσό της αμοιβής διαχείρισης, όπως αυτό προσδιορίζεται στο άρθρο 12 της σύμβασης, η ημερομηνία υπογραφής της σύμβασης, καθώς και όρος σύμφωνα με τον οποίο   οι εξουσίες του διαχειριστή απαιτήσεων περιλαμβάνει όλες τις υπηρεσίες είσπραξης και εν γένει διαχείρισης τιτλοποιούμενων απαιτήσεων από συμβάσεις στεγαστικών και άλλων δανείων, σύμφωνα με το Παράρτημα 1 της από 08-04-2021 σύμβασης μακροπρόθεσμης διαχείρισης, ουδόλως η αιτούσα-ήδη εκκαλούσα προσκόμισε ενώπιον του αρμόδιου Δικαστή, απόσπασμα του  Παραρτήματος 1 της από 08-04-2021 σύμβασης μακροπρόθεσμης διαχείρισης, προκειμένου να αποδειχθεί ότι μεταξύ των απαιτήσεων, των οποίων την εξουσία διαχείρισης έχει η εκκαλούσα, περιλαμβάνεται και η ένδικη απαίτηση, δεδομένου ότι στην ως άνω περίληψη της σύμβασης διαχείρισης δεν γίνεται αναφορά στην προαναφερόμενη από 30-04-2021 σύμβαση πώλησης και μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων, ούτε και στο συνοδευτικό της σύμβασης αυτής ως άνω παράρτημα με τις μεταβιβασθείσες απαιτήσεις. Επομένως, δεν μπορεί να καλυφθεί η εκ του νόμου προβλεπόμενη δημοσιότητα ως προς τις απαιτήσεις που τίθενται υπό τη διαχείριση της εκκαλούσας εταιρείας  διαχείρισης  απαιτήσεων από  δάνεια και πιστώσεις.  Θα έπρεπε  να γίνεται έστω αναφορά στη σχετική περίληψη της σύμβασης διαχείρισης, ότι η διαχείριση αφορά στις απαιτήσεις που μεταβιβάστηκαν από την  ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία ««………………..» στην ως άνω αλλοδαπή εταιρεία ειδικού σκοπού με την από 30-04-2020 σύμβαση πώλησης και μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων ή έστω ότι αφορά σε όλες τις απαιτήσεις που έχουν μεταβιβαστεί μέχρι σήμερα από την παραπάνω ανώνυμη τραπεζική εταιρεία στην ανωτέρω αλλοδαπή εταιρεία ειδικού σκοπού, πλην όμως ουδέν τέτοιο αναφέρεται στην με αρ.πρωτ……./22-06-2021 περίληψη της σύμβασης διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων, ώστε να μπορεί η ανακόπτουσα-ήδη εφεσίβλητη να λάβει ασφαλή γνώση για την ενεργητική νομιμοποίηση της παραπάνω ΕΔΑΔΠ να εκδώσει τη βαλλόμενη διαταγή πληρωμής. Ούτε οι δύο περιλήψεις των συμβάσεων πώλησης και μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων και διαχείρισης αυτών, αποτελούν ενιαίο κείμενο ώστε να μπορεί να συναχθεί η νοηματική τους συνέχεια και ακολούθως από το γεγονός ότι στην περίληψη  διαχείρισης χρησιμοποιείται ως τίτλος «Β) Σύμβαση Διαχείρισης Επιχειρηματικών Απαιτήσεων» δεν μπορεί να εξαχθεί συμπέρασμα ότι η από 08-04-2021 σύμβαση διαχείρισης απαιτήσεων  αφορά  όλες τις απαιτήσεις που αναφέρονται στην από 30-04-2020 σύμβαση πώλησης απαιτήσεων από την  ……. Τράπεζα στην προαναφερόμενη αλλοδαπή εταιρεία ειδικού σκοπού. Περαιτέρω, από την υπ’αριθμόν …………/24-07-2023 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, ……., που προσκόμισε μετ’επικλήσεως η εκκαλούσα, από την οποία αποδεικνύεται ότι η τελευταία επέδωσε στην εφεσίβλητη την από 11-07-2023 επιταγή προς πληρωμή κάτωθι του αντιγράφου του α’  απογράφου εκτελεστού της προρρηθείσας διαταγής πληρωμής, προκύπτει ότι δεν  συγκοινοποιήθηκαν με την κοινοποίηση της ένδικης επιταγής προς πληρωμή,  και τα νομιμοποιητικά  έγγραφα που θα αποδείκνυαν ότι η καθ’ης η ανακοπή είναι η διαχειρίστρια της ένδικης απαίτησης, ώστε να δύναται η ανακόπτουσα-ήδη εφεσίβλητη να λάβει ασφαλή γνώση για την ενεργητική νομιμοποίηση της παραπάνω ΕΔΑΔΠ να ξεκινήσει εις βάρος της τη διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης, ως μη δικαιούχος και μη υπόχρεος διάδικος και ως διαχειρίστρια μεταξύ άλλων της ένδικης απαίτησης που μεταβιβάστηκε στην αλλοδαπή εταιρεία ειδικού σκοπού  «………………». Μόνη δε η αναφορά στην από 11-07-2023 επιταγή προς πληρωμή, που κοινοποιήθηκε ως ελέχθη ανωτέρω στην ανακόπτουσα στις 24-07-2023, ότι η καθ’ης είναι διαχειρίστρια των απαιτήσεων της ως άνω εταιρίας ειδικού σκοπού με την από 22-06-2021 σύμβαση διαχείρισης που έχει καταχωρηθεί νόμιμα στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών, ότι αρχική διαχειρίστρια υπήρξε η ……………. Τράπεζα, σύμφωνα με την από 30-04-2020 σύμβαση διαχείρισης απαιτήσεων που έχει καταχωρηθεί νόμιμα στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών, και ότι οι προς διαχείριση απαιτήσεις μεταβιβάστηκαν στην εταιρία ειδικού σκοπού με την από 30-04-2020 σύμβαση πώλησης και μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων που έχει καταχωρηθεί νόμιμα στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών, χωρίς τη συγκοινοποίηση όλων των ανωτέρω εγγράφων, δεν καλύπτει την εκ του νόμου προβλεπόμενη δημοσιότητα ως προς τις απαιτήσεις που τίθενται υπό τη διαχείριση της εκκαλούσας εταιρείας διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στην πιο πάνω νομική σκέψη. Ως εκ τούτου, η εκκαλούσα δεν απέδειξε την ενεργητική της νομιμοποίηση ως μη δικαιούχου και μη υπόχρεου διαδίκου, και ως διαχειρίστριας της  επίδικης απαίτησης, ώστε να μπορεί αφενός να εκδώσει τη βαλλόμενη υπ’αριθμόν ……./2923 διαταγή πληρωμής αφετέρου να ξεκινήσει την αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος της εφεσίβλητης ανακόπτουσας με βάση την ως άνω  διαταγή πληρωμής. Επομένως, η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής είναι άκυρη, ως εκδοθείσα παρά την έλλειψη της απαιτούμενης διαδικαστικής προϋπόθεσης της έγγραφης απόδειξης της ενεργητικής νομιμοποίησης  της αιτούσας  την έκδοσή της-ήδη εκκαλούσας, όπως άκυρη είναι και η από 11-07-2023 επιταγή προς πληρωμή, εκδοθείσα χωρίς την συγκοινοποίηση από την καθ’ης η ανακοπή-ήδη εκκαλούσα στην ανακόπτουσα-ήδη εφεσίβλητη των αποδεικτικών της ενεργητικής νομιμοποίησής της εγγράφων. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφασή του  δέχθηκε  τα  ίδια  και  έκανε δεκτό ως βάσιμο  κατ’ουσίαν το τέταρτο και πρώτο λόγους ανακοπών που σωρεύονται στο ίδιο δικόγραφο ανακοπής και ακύρωσε τη βαλλόμενη υπ’αριθμόν 392/2023 διαταγή πληρωμής και την από 11-07-2023 επιταγή προς πληρωμή κάτωθι του αντιγράφου του α’  απογράφου εκτελεστού της προρρηθείσας διαταγής πληρωμής, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις, έστω και με  ελλιπείς αιτιολογίες, οι οποίες πρέπει να συμπληρωθούν με τις ως άνω παρατεθείσες (άρθρο 534 του ΚΠολΔικ), τα δε περί του αντιθέτου υποστηριζόμενα από την καθ’ης η ανακοπή και ήδη  εκκαλούσα  με το μοναδικό λόγο της  υπό κρίση έφεσής της, κρίνονται  αβάσιμα  και απορριπτέα. Κατόπιν τούτων και επειδή δεν υπάρχει άλλος λόγος έφεσης προς έρευνα πρέπει να απορριφθεί η έφεση κατ’ουσίαν. Τα δικαστικά  έξοδα  της εφεσίβλητης για τον παρόντα  βαθμό  δικαιοδοσίας, κατά ουσιαστική παραδοχή του σχετικού νόμιμου αιτήματός της (άρθρο 106 του ΚΠολΔ), πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της εκκαλούσας λόγω της ήττας της (άρθρα 176,183 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από την  εκκαλούσα  κατά  την άσκηση  της  έφεσης  e παραβόλου στο δημόσιο ταμείο, λόγω της ήττας της στη δίκη (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔικ), όπως επίσης ορίζεται στο διατακτικό της παρούσας.

ΓΙΑ  ΤΟΥΣ  ΛΟΓΟΥΣ  ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων την από 16-07-2025 (αρ.εκθ. καταθ……………./07-08-2025)  έφεση κατά της 2801/2025 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά.

Δέχεται την ως άνω έφεση τυπικά και την απορρίπτει κατ’ουσίαν.

Διατάσσει την εισαγωγή του με κωδικό αριθμό ……………../2025 e παραβόλου του Δημοσίου, που κατατέθηκε από την εκκαλούσα κατά την άσκηση της έφεσης, στο δημόσιο ταμείο.

Καταδικάζει την εκκαλούσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της εφεσίβλητης για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει στο ποσό των οκτακοσίων [800] ευρώ.

Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύθηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στον Πειραιά και στο ακροατήριό του, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξούσιων δικηγόρων τους,  παρουσία  και  της  Γραμματέως  στις  12.2.2026.         

Η   ΔΙΚΑΣΤΗΣ                                   Η   ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ