Μενού Κλείσιμο

Αριθμός απόφασης 110/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ   ΠΕΙΡΑΙΑ

Αριθμός  110/2026

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΑ

2ο  Τμήμα

Αποτελούμενο από τη Δικαστή Μαρία Ι. Παπαδοπούλου, Εφέτη, που όρισε το Τριμελές Συμβούλιο Διοίκησης του Εφετείου Πειραιά και τη Γραμματέα Ε.Δ

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις   …………., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του καλούντος- εφεσίβλητου:  ……….., ο οποίος εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο κατά την εκδίκαση της υπόθεσης από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ευαγγελία Αποστολίδου (ΑΜ/ΔΣΠ …….).

Του καθ’ου η κλήση-εκκαλούντος: ………….., με ΑΦΜ ….., ο οποίος παραστάθηκε στο ακροατήριο κατά την εκδίκαση της υπόθεσης, με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Σπανορρήγα (ΑΜ/ΔΣΑ ….).

Ο καλών-εφεσίβλητος άσκησε κατά του καθ`ου η κλήση-εκκαλούντος ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά την από 11-04-2014 (αρ.εκθ. καταθ……………/29-04-2014) αγωγή του, επί της οποίας εκδόθηκε ερήμην του  εναγόμενου-ήδη καθ’ου η κλήση η 3128/2020 οριστική απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου (τακτική διαδικασία), η οποία, κατά το μέρος που την έκρινε παραδεκτή και νόμιμη την έκανε δεκτή ως βάσιμη κατ’ουσίαν. Την απόφαση αυτή προσέβαλε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου ο εναγόμενος-ήδη καθ’ου η κλήση-ανακόπτων  με την από 20-11-2020 (αρ.εκθ.καταθ…………/04-12-2020) έφεσή του,  επί της οποίας εκδόθηκε η 71/2022 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, συζητήσεως γενομένης ερήμην του εκκαλούντος, που απέρριψε την έφεση. Κατά της ως άνω εφετειακής αποφάσεως ο εκκαλών άσκησε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου την από 01-03-2022 (αρ.εκθ.καταθ…………../08-03-2022) ανακοπή ερημοδικίας, επί της οποίας εκδόθηκε η 105/2023 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου, η οποία, αφού δίκασε την εν λόγω ανακοπή ερημοδικίας αντιμωλία των διαδίκων, την απέρριψε ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας του μοναδικού λόγου αυτής. Κατά της ανωτέρω οριστικής απόφασης του παρόντος Δικαστηρίου,   άσκησε,    ενώπιον  του    Αρείου   Πάγου, ο  καθ’ου η κλήση-ανακόπτων-εκκαλών  την από 13-03-2023 (αρ. εκθ.καταθ…………../20-03-2023) αίτηση αναίρεσης, επί της οποίας εκδόθηκε η  1064/2025 απόφαση του Αρείου Πάγου (Α3 Πολιτικό Τμήμα), η οποία αναίρεσε την 105/2023 οριστική απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου και παρέπεμψε σ’ αυτό το Δικαστήριο την υπόθεση, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή (εκτός εκείνου που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση), προς περαιτέρω εκδίκαση.

Ο καλών-καθ’ου η ανακοπή ερημοδικίας-εφεσίβλητος επανέφερε προς συζήτηση την υπόθεση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου με την από 03-09-2025 (αρ.εκθ.καταθ……………/11-09-2025) κλήση του, η συζήτηση της οποίας προσδιορίστηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και γράφτηκε στο πινάκιο.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων παραστάθηκαν στο ακροατήριο του Δικαστηρίου όπως ανωτέρω μνημονεύεται,  κατέθεσαν έγγραφες προτάσεις στις οποίες αναφέρθηκαν και ζήτησαν όσα σε αυτές εκτίθενται. 

ΑΦΟΥ   ΜΕΛΕΤΗΣΕ  ΤΗ   ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ  ΣΥΜΦΩΝΑ  ΜΕ  ΤΟ  ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 579 παρ. 1 του ΚΠολΔ «αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε και η διαδικασία πριν από την απόφαση αυτή ακυρώνεται μόνον εφόσον στηρίζεται στην παράβαση για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση». Κατά δε τις διατάξεις των παρ. 1 και 2 του άρθρου 581 του ίδιου Κώδικα «στο δικαστήριο της παραπομπής η υπόθεση εισάγεται με κλήση. Η υπόθεση συζητείται μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση και αφού κατατεθούν προτάσεις κατά το άρθρο 237». Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι με την αναίρεση της αποφάσεως οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την συζήτηση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση που αναιρέθηκε, δηλαδή αναβιώνει η αίτηση παροχής έννομης προστασίας (έφεση, αγωγή κλπ.). Η απόφαση αναιρείται κατά το μέτρο παραδοχής της αιτήσεως αναιρέσεως, ήτοι κατά τα πληγέντα κεφάλαιά της (αιτήσεις παροχής έννομης προστασίας), τα οποία αφορά ο λόγος αναιρέσεως που έγινε δεκτός και όχι ως προς άλλα, εκτός αν τα τελευταία συνδέονται αρρήκτως προς τα αναιρεθέντα, οπότε και αυτά συναναιρούνται (ΑΠ 808/2017 ΤΝΠ ΔΣΑ, ΑΠ 479/2009 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 707/2008 ΝοΒ 56.2190, ΑΠ 1717/2002 ΕλλΔ/νη 44.1563). Στο Δικαστήριο της παραπομπής η υπόθεση συζητείται μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση, τα όρια δε αυτά δεν προσδιορίζονται μόνον από το διατακτικό της αναιρετικής αποφάσεως, αλλά, κυρίως, από το αιτιολογικό της (ΑΠ 570/2005,ΑΠ 129 2004 ΤΝΠ ΔΣΑ).    Με βάση τις προαναφερθείσες διατάξεις, αν η απόφαση αναιρεθεί στο σύνολό της αποβάλλει πλήρως την ισχύ της, δεν παράγει δεδικασμένο επί οποιουδήποτε ζητήματος έκρινε και οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση  που  υπήρχε  πριν από τη συζήτηση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση που αναιρέθηκε. Η επάνοδος των διαδίκων στην κατάσταση πριν από την αναιρεθείσα απόφαση, περιορίζεται, κατ’ αρχήν, μεταξύ εκείνων των διαδίκων που μετείχαν στην αναιρετική δίκη, ως προς τους οποίους αναιρέθηκε η απόφαση, και μεταξύ των οποίων διεξάγεται κατά παραπομπή η νέα δίκη ενώπιον του Εφετείου, και, συνεπώς, δεν θίγεται η ισχύς της αποφάσεως για εκείνους του διαδίκους που δεν μετείχαν στην αναιρετική δίκη, ως προς τους οποίους δεν αναιρέθηκε, εκτός αν πρόκειται για αδιαίρετα δίκαια. Στο σύνολό της θεωρείται ότι αναιρείται η απόφαση όταν η αναιρετική κατά το διατακτικό της, δεν περιορίζει με σχετική διάταξη την αναίρεση σε ορισμένο ή ορισμένα κεφάλαια της όλης δίκης ή ως προς μερικούς μόνον από τους διαδίκους (ΟλΑΠ 27/2007 ΕλλΔ/νη 48.1012, .ΑΠ 1145/2005 ΤΝΠ NΟΜΟΣ, ΑΠ 43/2005 ΕλλΔ/νη 2005.1402, ΑΠ1308 2004 ΤΝΠ NΟΜΟΣ, ΑΠ 380/1999 ΝοΒ 2000.949), ή, ακόμη, όταν ο γενόμενος δεκτός λόγος αναιρέσεως πλήττει -κατά νομική ακολουθία- το κύρος της όλης αποφάσεως, κατά το διατακτικό της αναιρετικής, σε συνδυασμό όμως και με το αιτιολογικό της (ΟλΑΠ 27/2007, ΑΠ 84/2017, ΑΠ 359/2017, ΑΠ 493/2011). Κατά την έννοια, τέλος, της διατάξεως του άρθρου 579 του ΚΠολΔ, μετά την αναίρεση της αποφάσεως καταργείται κατά την αυτή έκταση και η συζήτηση κατά την οποία είχε εκδοθεί η αναιρεθείσα απόφαση. Ως εκ τούτου οι προτάσεις που υποβλήθηκαν κατ` αυτήν, όταν ανάγονται σε διατάξεις για τις οποίες εχώρησε η αναίρεση, δεν λαμβάνονται υπόψη από το δικάζον την έφεση δικαστήριο και αν ακόμη γίνεται νόμιμη επίκλησή τους κατά το άρθρο 240 του ΚΠολΔ. Κατά τα λοιπά, οι διάδικοι ενώπιον του Δικαστηρίου της παραπομπής προτείνουν όποιους ισχυρισμούς μπορούσαν να προτείνουν και κατά τη συζήτηση   στην  οποία  εκδόθηκε  η  αναιρεθείσα  απόφαση  (ΑΠ 852/1987 ΝοΒ36.1576).

Στην προκειμένη περίπτωση, ο ενάγων-ήδη καλών- καθ’ου η ανακοπή ερημοδικίας- εφεσίβλητος, στην ένδικη αγωγή του εξέθετε ότι από το έτος 1964 μέχρι τις αρχές του έτους 2006 εργαζόταν στην επιχείρηση επεξεργασίας και εμπορίας βάμβακος του ……………., με τον οποίο ανέκαθεν διατηρούσε άριστες σχέσεις. Ότι περί τα μέσα του έτους 2005 διαπίστωσε ότι δεν του είχαν επικολληθεί συντάξιμα ένσημα ετών 1971-1980, προφανώς από αβλεψία των λογιστών του ανωτέρω εργοδότη του, ο οποίος αμέσως υποσχέθηκε να αποκαταστήσει την σε βάρος του ζημία και για το λόγο αυτό του μεταβίβασε το 1/8 εξ αδιαιρέτου ενός οικοπέδου ευρισκόμενου στον ……. μετά της επ’αυτού ισογείου οικοδομής, ενώ επιπλέον, το θέρος του έτους 2005, έδωσε εντολή στον εναγόμενο-ήδη καθ’ου η κλήση-ανακόπτοντα-εκκαλούντα να προβεί στην πώληση έτερου ακινήτου του ευρισκόμενου επίσης στον ………….., και από το τίμημα της αγοραπωλησίας να του καταβάλλει το ποσό των 110.000 ευρώ. Ότι ο εναγόμενος αποδεχόμενος την ως εντολή υποσχέθηκε να του αποδώσει το ανωτέρω ποσό. Ότι πράγματι ο εναγόμενος πώλησε το ως άνω ακίνητο αντί του ποσού των 260.000 ευρώ και ο αγοραστής παρέδωσε στον εναγόμενο τις αναφερόμενες εκεί (αγωγή) τραπεζικές επιταγές που εισπράχθηκαν από τον τελευταίο, πλην της υπ’αριθμόν ……….. επιταγής, ποσού 40.000 ευρώ, την οποία ο εναγόμενος τη μεταβίβασε σε αυτόν (ενάγοντα).  Ότι τον Δεκέμβριο του έτους 2005  του κατέβαλε το ποσό των 20.000 ευρώ, ενώ έκτοτε αρνείται να του καταβάλλει το υπόλοιπο ποσό των 50.000 ευρώ. Ότι ο εναγόμενος επανειλημμένα αναγνώρισε την άνω οφειλή του, ενώ τον Μάιο του 2006, στα Καμίνια Πειραιά, του υποσχέθηκε να του καταβάλλει το ως άνω ποσό εντός μηνός, το οποίο δεν έπραξε παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις του. Με βάση αυτά τα πραγματικά περιστατικά ζητούσε α] να αναγνωριστεί ότι είναι κύριος του ποσού των 50.000 ευρώ, αφού ο …………… του το μεταβίβασε κατά κυριότητα, δίνοντας εντολή στον εναγόμενο να το λάβει προσωρινά στην κατοχή του προκειμένου στη συνέχεια να το αποδώσει σε αυτόν (ενάγοντα), β] να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να το καταβάλλει το ποσό των 50.000 ευρώ, με τις διατάξεις περί αναγνώρισης χρέους, άλλως με τις διατάξεις περί προστασίας της κυριότητας, άλλως με τις διατάξεις της σύμβασης υπέρ τρίτου, άλλως με τις διατάξεις περί αδικοπραξιών, άλλως με τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού, με το νόμιμο τόκο από τα τέλη Νοεμβρίου 2005, οπότε και εισέπραξε το υπόλοιπο του τιμήματος της πώλησης, άλλως από την επίδοση της αγωγής μέχρι την ολοσχερή εξόφληση. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, αφού δίκασε την αγωγή ερήμην του εναγόμενου, με την τακτική διαδικασία, κατά το μέρος που την έκρινε παραδεκτή και νόμιμη, την έκανε δεκτή ως βάσιμη κατ’ουσίαν. Ακολούθως, ο εναγόμενος προσέβαλε την απόφαση αυτή με την από 20-11-2020 (αρ.εκθ.καταθ…………./04-12-2020) έφεσή του,  επί της οποίας εκδόθηκε η 71/2022 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, συζητήσεως γενομένης ερήμην του εκκαλούντος, ο οποίος είχε καταθέσει δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ, που απέρριψε την έφεση ως αβάσιμη κατ’ουσίαν. Κατά της ως άνω εφετειακής αποφάσεως ο εναγόμενος- εκκαλών άσκησε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου την από 01-03-2022 (αρ.εκθ.καταθ………../08-03-2022) ανακοπή ερημοδικίας, επί της οποίας εκδόθηκε η 105/2023 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου, η οποία, αφού δίκασε την εν λόγω ανακοπή ερημοδικίας αντιμωλία των διαδίκων, την απέρριψε ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας του μοναδικού λόγου αυτής. Κατά της ανωτέρω οριστικής απόφασης του παρόντος Δικαστηρίου,   άσκησε,  ενώπιον  του    Αρείου   Πάγου, ο ανακόπτων-ήδη καθ’ου η κλήση-εκκαλών την από 13-03-2023 (αρ.εκθ. καταθ……../20-03-2023) αίτηση αναίρεσης, επί της οποίας εκδόθηκε η  1064/2025 απόφαση του Αρείου Πάγου (Α3 Πολιτικό Τμήμα), η οποία αναίρεσε την 105/2023 οριστική απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου και παρέπεμψε σ’ αυτό το Δικαστήριο την υπόθεση, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή (εκτός εκείνου που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση), προς περαιτέρω εκδίκαση.

Ήδη ο καλών-εφεσίβλητος επανέφερε προς συζήτηση  ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου με την από 03-09-2025 (αρ.εκθ.καταθ………../11-09-2025) κλήση του, την από 01-03-2022 (αρ.εκθ.καταθ…../08-03-2022) ανακοπή ερημοδικίας κατά της 71/2022 απόφασης αυτού του Δικαστηρίου, που εκδόθηκε ερήμην του ανακόπτοντος (εκκαλούντος),  η οποία ασκήθηκε νομότυπα, με την κατάθεση του σχετικού δικογράφου στη γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου, που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση,  κατ’άρθρο 495 παρ.1 του ΚΠολΔ και εμπρόθεσμα, ήτοι προ πάσης επιδόσεως της ανακοπτόμενης αποφάσεως, καθόσον από τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα δεν προκύπτει το αντίθετο (άρθρα 19, 501, 502, 503 παρ.1 του ΚΠολΔ), ενώ επιπλέον για το παραδεκτό της προκατατέθηκε από τον ανακόπτοντα, το νόμιμο, σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 505 του ΚΠολΔ, e παράβολο του Δημοσίου με κωδικό αριθμό …………../2022, ποσού 250 ευρώ, που ορίσθηκε με την ως άνω ανακοπτόμενη ερήμην απόφαση. Επομένως, η υπό κρίση ανακοπή ερημοδικίας, εφόσον παραδεκτά φέρεται προς συζήτηση ενώπιον του παρόντος δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου (άρθρα 495 παρ. 1 και 2, 498, 501, 502 παρ. 1, 505 παρ. 1 και 2, και 509 του ΚΠολΔ), πρέπει να γίνει τυπικώς δεκτή και να εξετασθεί περαιτέρω ως προς τη νομική και ουσιαστική βασιμότητά της.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 501 του ΚΠολΔ, ανακοπή κατά απόφασης που έχει εκδοθεί ερήμην επιτρέπεται, αν εκείνος που δικάσθηκε ερήμην δεν κλητεύθηκε καθόλου ή δεν κλητεύθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα ή αν συντρέχει λόγος ανωτέρας βίας. Ως ανώτερη βία νοείται κάθε απρόβλεπτο και εξαιρετικό γεγονός, είτε αντικειμενικό, είτε σχετικό με το πρόσωπο του διαδίκου που ερημοδικάστηκε ή του πληρεξουσίου του δικηγόρου, το οποίο στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν μπορεί να αποτραπεί, ούτε με μέτρα εξαιρετικής επιμέλειας και σύνεσης (ΟλΑΠ 29/1992, ΑΠ 1964/2025, ΑΠ 905/2024). Ειδικότερα, η εν λόγω δικονομική ανώτερη βία είναι έννοια ταυτιζόμενη, κατά τον πυρήνα της, προς την ομώνυμη έννοια του ουσιαστικού δικαίου, διαφοροποιούμενη έναντι της τελευταίας μόνον κατά τις συνέπειες, ως συνεπαγόμενη τη δυνατότητα επαναφοράς των πραγμάτων στην πρότερη κατάσταση, με ανατροπή της κύρωσης από την παράβαση του δικονομικού βάρους, ενώ κατά το ουσιαστικό δίκαιο λειτουργεί ως λόγος απαλλαγής του οφειλέτη,   εμφανιζόμενη  ως   στενότερη   έννοια   έναντι    του  τυχηρού,   το οποίο δημιουργεί ευθύνη του οφειλέτη [ ΟλΑΠ 29/1992, ΑΠ 1964/2025, ΑΠ 905/2024, ΑΠ 1260/2010, ΑΠ 1793/2009, ΑΠ 1562/2008].  Κατά το περιεχόμενό της, επομένως, η δικονομική ανώτερη βία είναι η κατάσταση της, παρά την καταβολή εξειδιασμένης προσοχής και επιμέλειας εκ μέρους του διαδίκου και του πληρεξουσίου του, αδυναμίας αυτού να ανταποκριθεί σε δικονομικό βάρος του, συνεπεία της οποίας η διαδικαστική πράξη πάσχει ακυρότητας ή απαραδέκτου (ΑΠ 2/2022, ΑΠ 121/2021, ΑΠ 1343/2021, ΑΠ 559/2020). Το γεγονός θα πρέπει να είναι ανυπαίτιο και εντελώς εξαιρετικής φύσεως, μη αναμενόμενο και μη δυνάμενο να προληφθεί ή να αποτραπεί από τον διάδικο ούτε με μέτρα άκρας επιμέλειας και σύνεσης (ΑΠ 1253/2018, ΑΠ 219/2016, ΑΠ 1506/2013), ανεξάρτητα αν το γεγονός είναι εσωτερικό ή όχι (ΑΠ 219/2016, ΑΠ 1506/2013). Τέτοια γεγονότα ανωτέρας βίας είναι δυνατό να θεωρηθούν, μεταξύ άλλων, η αιφνίδια ασθένεια ή τυχόν ατύχημα του διαδίκου (ΑΠ 224/2013, ΕφΠειρ 2018/2024, ΕφΠειρ 208/2024, ΕφΠειρ 419/2020) ή στενού συγγενικού του προσώπου και η εξαιτίας αυτής αδυναμία παραστάσεώς του και νομιμοποιήσεως του πληρεξουσίου δικηγόρου του, εκτός εάν μπορεί να παραστεί δια του τελευταίου (ΑΠ 224/2013, ΕφΠειρ 2018/2024, ΕφΔωδ 272/2018), ή όσον αφορά στον πληρεξούσιο δικηγόρο του, τέτοιο γεγονός συνιστά η απρόβλεπτη, αιφνίδια και βαριά σωματική ή πνευματική νόσος, λόγω της οποίας αυτός δεν μπόρεσε να παραστεί ενώπιον του δικαστηρίου κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή να ειδοποιήσει τον εντολέα του ή άλλο δικηγόρο για την αντικατάστασή του (ΕφΠειρ 218/2024, ΕφΠειρ 19/2021, ΕφΠειρ 341/2021), εφόσον τα γεγονότα αυτά συνέβαλαν στην επέλευση της ερημοδικίας (ΑΠ 1964/2025, ΑΠ 1699/2024, ΑΠ 194/2023, ΑΠ1778/2013). Σε περίπτωση συνδρομής ανωτέρας βίας, ως λόγου ανακοπής, αν η ανώτερη βία συνίσταται σε ασθένεια του πληρεξουσίου δικηγόρου του διαδίκου, πρέπει να προσδιορίζεται το είδος και η διάρκειά της, ώστε να μπορεί το δικαστήριο να κρίνει αν αποτέλεσε ανυπέρβλητο κώλυμα για τη μη εμφάνιση του δικηγόρου στο δικαστήριο, εάν ήταν αιφνίδια και ικανή να τον εμποδίσει να παραστεί στο δικαστήριο και αν τον εμπόδισε να ενεργήσει με άλλον δικηγόρο, έστω και μη συνεργάτη του (ΑΠ 316/2015, ΑΠ 546/2011, ΑΠ 42/2004, ΕφΠειρ 208/2024, ΕφΛαρ 52/2019). Στην έννοια αυτή δεν υπάγονται οι συνήθεις αδιαθεσίες, που απλώς δυσχεραίνουν, χωρίς να εξαφανίζουν, τη φυσική δυνατότητα εργασίας του ασθενούντος δικηγόρου ή ειδοποίησης άλλου συναδέλφου του, προκειμένου  να  εκπροσωπήσει  τον  διάδικο   στη   δίκη.   Το  πταίσμα  επίσης  του δικηγόρου κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως γεγονός ανώτερης βίας (ΑΠ 544/2016, ΑΠ 1778/2013, ΑΠ 1506/2013, ΑΠ 1347/2012, ΑΠ 6/2012, ΕφΠειρ 218/2024, Κεραμέως-Κονδύλη-Νίκα, ΕρμΚΠολΔ, υπ’ άρθρο 501 αρ. 4). Στην έννοια της ανώτερης βίας εκτός από την ασθένεια εμπίπτει και κάθε άλλο περιστατικό, που καθιστά παντελώς αδύνατη-και όχι απλώς δυσχερή ή δαπανηρή την αυτοπρόσωπη ή με πληρεξούσιο δικηγόρο επιχείρηση διαδικαστικής πράξης, όπως επίσης αδύνατη θα πρέπει να καθίσταται η παράσταση του δικηγόρου στο δικαστήριο ή η ειδοποίηση του εντολέα, για να προβεί εγκαίρως στην αντικατάστασή του, όταν πρόκειται για αιφνίδια και βαριά ασθένεια του πληρεξουσίου δικηγόρου (ΑΠ 778/2013, ΑΠ 1506/2013, ΑΠ 1347/2012, Εφ Αθ148/2025, ΕφΠειρ 218/2024, ΕφΠειρ208/2024, ΕφΑθ892/2023, ΕφΠειρ10/2023, ΕφΑθ243/2022  ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, Κεραμέως-Κονδύλη-Νίκα, ΕρμΚΠολΔ, υπ’ άρθρο 501 αρ.4). Σημειωτέον, ότι, όταν η ανωτέρα βία αφορά στο πρόσωπο του πληρεξουσίου δικηγόρου του διαδίκου, για να διαπιστωθεί εάν το σχετικό γεγονός συνιστά ανώτερη βία, πρέπει να χρησιμοποιηθούν όχι μόνον υποκειμενικά κριτήρια, όπως είναι εύλογο για το διάδικο, αλλά αντικειμενικά κριτήρια, αφού το λειτούργημα που ο δικηγόρος ασκεί, απαιτεί την προσήκουσα εκπλήρωση των ανειλημμένων υποχρεώσεών του ακόμη και από το μέσο νομικό παραστάτη (ΕφΠειρ 218/2024, ΕφΠειρ 208/2024, ΕφΠειρ 19/2021, ΕφΠειρ 341/2021). Το πταίσμα όμως του δικαστικού πληρεξουσίου εξισούται με το πταίσμα του διαδίκου, συνεπώς, δεν αποτελεί λόγο ανώτερης βίας, καθόσον η δραστηριότητα του δικαστικού πληρεξουσίου του διαδίκου δεν θα πρέπει να αποβαίνει εις βάρος του αντιδίκου του (ΑΠ 1133/2024, ΑΠ 2/2022, ΑΠ 559/2020, ΑΠ 816/2020, ΑΠ 67/2015). Εξάλλου, κατά το άρθρο 505 § 1 του ΚΠολΔ, το δικόγραφο της ανακοπής πρέπει να περιέχει τα στοιχεία που απαιτούνται κατά τα άρθρα 118 έως 120 του ΚΠολΔ και τους λόγους της ανακοπής. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η ανακοπή ερημοδικίας πρέπει να περιέχει ένα τουλάχιστον σαφή και ορισμένο λόγο από εκείνους που ορίζονται στο άρθρο 501 του ΚΠολΔ, δηλαδή τη μη κλήτευση ή τη μη νόμιμη ή μη εμπρόθεσμη κλήτευση ή τη συνδρομή λόγου ανώτερης βίας για τη μη εμφάνιση του ανακόπτοντος στην ερήμην αυτού συζήτηση της υποθέσεως, επί της οποίας στηρίχτηκε η προσβαλλόμενη ερήμην απόφαση (ΑΠ 1537/2008). Αν η ανακοπή ασκήθηκε εμπροθέσμως και σύμφωνα με τις νόμιμες διατυπώσεις (άρθρα 503 § 1 και 505 § 1 του ΚΠολΔ)   και  αν  πιθανολογείται  ότι είναι βάσιμος  ο λόγος που προτάθηκε, τότε το Δικαστήριο εξαφανίζει την ερήμην απόφαση, διατάσσει να επιστραφεί το παράβολο (άρθρο 505 § 2 του ΚΠολΔ) και αμέσως προχωρεί στην εξέταση της διαφοράς, αφού οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που εξαφανίστηκε. Άλλως, αν, δηλαδή, δεν πιθανολογηθεί η βασιμότητα κάποιου από τους λόγους της ανακοπής, το Δικαστήριο απορρίπτει την ανακοπή και διατάσσει να εισαχθεί το παράβολο στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 509 του ΚΠολΔ). Από τις ως άνω διατάξεις προκύπτει ότι το Δικαστήριο αποφαίνεται για την ουσιαστική βασιμότητα του λόγου της ανακοπής ερημοδικίας αμέσως, με την ίδια απόφαση, με την οποία θα κρίνει και το τύποις παραδεκτό και νόμω βάσιμο της ανακοπής, αρκούμενο σε πιθανολόγηση ως προς τη βασιμότητα των λόγων της (ΕφΑθ148/2025, ΕφΠειρ 354/2025, ΕφΠειρ 218/2024, ΕφΠειρ 208/2024, ΕφΑΘ 892/2023, ΕφΠειρ 10/2023, ΕφΠειρ 19/2021, ΕφΠειρ 341/2021) .

Στην προκείμενη περίπτωση, ο ανακόπτων ζητεί με την υπό κρίση ανακοπή ερημοδικίας να εξαφανιστεί η 71/2022 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, που εκδόθηκε ερήμην του και απέρριψε ως αβάσιμη κατ’ουσίαν την από 20-11-2020 (αρ.εκθ.καταθ……./04-12-2020) έφεσή του κατά της 3128/2020 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά (τακτική διαδικασία), η οποία, αφού δίκασε ερήμην του (εναγόμενου-ήδη ανακόπτοντος) την από 11-04-2014 (αρ.εκθ. καταθ………/29-04-2014) αγωγή του ενάγοντος-ήδη καθ’ου η ανακοπή ερημοδικίας,  κατά το μέρος που την έκρινε παραδεκτή και νόμιμη, την έκανε δεκτή ως βάσιμη κατ’ουσίαν,  επικαλούμενος ότι ο πληρεξούσιος δικηγόρος του,  ο οποίος είχε εκ παραδρομής καταθέσει  δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ, πλην όμως  προτίθετο να παρασταθεί αυτοπροσώπως εκπροσωπώντας τον κατά τη συζήτηση της ανωτέρω εφέσεως, κατά την ημέρα της δικασίμου της 13ης-01-2022, οπότε και θα ανακαλούσε την ανωτέρω δήλωσή του,  προκειμένου να γίνει δεκτή ως βάσιμη η ως άνω έφεσή του,  ασθένησε  αιφνιδίως,  ήτοι εμφάνισε οξεία λαβυρινθική συνδρομή με πλήρη αδυναμία βάδισης και ομιλίας, με έντονους εμετούς, εφίδρωση και περιστροφή αντικειμένων, ενώ και η σύζυγός του, δικηγόρος και συνεργάτης του γραφείου του, ευρίσκετο σε καραντίνα κατ’οίκον λόγω νόσησης από κορονοϊό, ο δε προσωπικός του ιατρός του συνέστησε να παραμείνει κλινήρης και του χορήγησε φαρμακευτική αγωγή, με συνέπεια  να καταστεί ανίκανος αφενός να παρασταθεί στο ακροατήριο για να τον εκπροσωπήσει, αφετέρου να επικοινωνήσει με άλλο συνάδελφό του δικηγόρο και να του δώσει εξουσιοδότηση εντός ουσιαστικά μόνο μιας ώρας από την έναρξη του δικαστηρίου, και ο ίδιος (ανακόπτων) να ερημοδικαστεί. Ο ως άνω ισχυρισμός αποτελεί ορισμένο και νόμιμο λόγο ανακοπής ερημοδικίας, όπως κρίθηκε αμετάκλητα με την 1064/2025 απόφαση του Αρείου Πάγου (Α3΄Πολιτικό Τμήμα). Αναφορικά με τη βασιμότητά του, από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που οι διάδικοι νομίμως προσκομίζουν και επικαλούνται, για να ληφθούν υπόψη ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα, είτε ως δικαστικά τεκμήρια, πιθανολογούνται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:   Με την 3128/2020 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, που εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία, ερήμην του εναγόμενου-ήδη ανακόπτοντος, υποχρεώθηκε ο τελευταίος να καταβάλλει στον ενάγοντα το ποσό των [50.000] ευρώ, νομιμότοκα από την επίδοση της αγωγής μέχρι την πλήρη εξόφληση. Την απόφαση αυτή προσέβαλε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου ο εναγόμενος με την από 20-11-2020 (αρ.εκθ. καταθ…………./04-12-2020) έφεσή του,  επί της οποίας εκδόθηκε η 71/2022 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, που απέρριψε την έφεση ως αβάσιμη κατ’ουσίαν, λόγω της μη προσήκουσας παράστασης του πληρεξούσιου δικηγόρου του, ο οποίος είχε καταθέσει δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ, με την οποία συμφώνησε να συζητηθεί η υπόθεση χωρίς να παρασταθεί, παρά το γεγονός ότι η προφορική συζήτηση της υπόθεσης ήταν υποχρεωτική, λόγω της ερημοδικίας του εναγόμενου στον πρώτο βαθμό, με συνέπεια να θεωρηθεί δικονομικά απών ο εντολέας του-εκκαλών και η έφεση να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ’ουσίαν.  Κατά της ως άνω εφετειακής αποφάσεως ο εκκαλών άσκησε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου την από 01-03-2022 (αρ.εκθ.καταθ…………../08-03-2022) ανακοπή ερημοδικίας, επί της οποίας εκδόθηκε η 105/2023 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου, η οποία, αφού δίκασε την εν λόγω ανακοπή ερημοδικίας αντιμωλία των διαδίκων, την απέρριψε ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας του μοναδικού λόγου αυτής. Κατά της ανωτέρω οριστικής απόφασης του παρόντος Δικαστηρίου,   άσκησε,    ενώπιον  του    Αρείου   Πάγου, ο ανακόπτων-ήδη καθ’ου η κλήση-εκκαλών  την από 13-03-2023 (αρ.εκθ.καταθ…………/20-03-2023) αίτηση αναίρεσης, επί της οποίας εκδόθηκε η  1064/2025 απόφαση του Αρείου Πάγου (Α3 Πολιτικό Τμήμα), η οποία αναίρεσε την 105/2023 οριστική απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου και παρέπεμψε σ’ αυτό το Δικαστήριο την υπόθεση, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή (εκτός εκείνου που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση), προς περαιτέρω  εκδίκαση.   Με την  ανωτέρω απόφασή του   ο Άρειος Πάγος   έκρινε επί λέξει τα ακόλουθα: «…Όμως, έτσι που έκρινε το Εφετείο, απορρίπτοντας την ένδικη ανακοπή ερημοδικίας του αναιρεσείοντος ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας του μόνου λόγου αυτής, απαίτησε για το ορισμένο του τελευταίου στοιχεία που ανέφερε ότι δεν περιέχονται στο δικόγραφο της ανακοπής, παρά την επαρκή έκθεσή τους, υποπίπτοντας στην από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ήτοι της παρά το νόμο μη κήρυξης ακυρότητας. Επομένως, ο σχετικός λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη με αριθμό 105/2023 απόφαση του Εφετείου την πλημμέλεια αυτή, είναι βάσιμος…». Ωστόσο, δεν πιθανολογείται η βασιμότητα του προβαλλόμενου λόγου ανακοπής, καθώς δεν πιθανολογείται ότι υφίστατο ανωτέρα βία κατά τον κρίσιμο χρόνο της δικασίμου την 13η-01-2022, σύμφωνα με την έννοια που προεκτέθηκε στη νομική σκέψη της παρούσας, αφού ο ανακόπτων δεν προσκόμισε μετ’επικλήσεως οποιοδήποτε αποδεικτικό μέσο και κυρίως σχετική ιατρική γνωμάτευση που να συντάχθηκε κατά την ως άνω ημέρα (13-01-2022) και να πιστοποιεί την επικαλούμενη αιφνίδια ασθένειά του, ήτοι  ότι εμφάνισε οξεία λαβυρινθική συνδρομή με πλήρη αδυναμία βάδισης και ομιλίας, με έντονους εμετούς, εφίδρωση και περιστροφή αντικειμένων. Ο ανακόπτων  στις προτάσεις του ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου αναφέρει επί λέξει ότι «Ο συγκεκριμένος λόγος ανωτέρας βίας διατυπώθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο μου κατά τρόπον ορισμένο και σαφή, προσκομίζοντας μάλιστα και σχετική βεβαίωση του θεράποντος ιατρού του για αιφνίδια ασθένεια του το πρωί του Δικαστηρίου και συγκεκριμένα για λαβυρινθική συνδρομή με πλήρη αδυναμία βάδισης, ομιλίας και στήριξης με έντονους εμετούς, εφίδρωση και περιστροφή αντικειμένων. Το Μον.Εφ.Πειραιώς με την υπ’αριθ.105/2023 απόφαση του απέρριψε τον σχετικό προβληθέντα ισχυρισμό μου για ύπαρξη λόγου ανωτέρας βίας στο πρόσωπο του πληρεξουσίου μου δικηγόρου με τις αναφερόμενες σε αυτήν αιτιολογίες», ήτοι αορίστως αναφέρεται σε ιατρική βεβαίωση, χωρίς να την προσκομίζει μετ’επικλήσεως ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, την οποία οπωσδήποτε θα κατείχε εφόσον ισχυρίζεται ότι αυθημερόν ειδοποιήθηκε ο προσωπικός του ιατρός, ο οποίος τον εξέτασε και του συνέστησε φαρμακευτική αγωγή.  Επίσης, ο ανακόπτων αναφέρει στο μοναδικό λόγο ανακοπής του ότι και η σύζυγός του, η οποία είναι δικηγόρος και συνεργάτης του γραφείου του, βρισκόταν στην οικία τους λόγω νόσησης από τον κορονοϊό, ασθένεια που επίσης δεν πιθανολογείται από τα προσκομιζόμενα μετ’επικλήσεως αποδεικτικά μέσα, συνεπώς, ακόμη και αν υποτεθεί ότι ο ίδιος πράγματι νοσούσε από την επικαλούμενη ασθένεια και βρισκόταν σε κατάσταση πλήρους αδυναμίας ομιλίας, ηδύνατο η σύζυγός του να ειδοποιήσει εγκαίρως τηλεφωνικά ή μέσω email ή μέσω γραπτού μηνύματος πριν την ορισθείσα συζήτηση της εφέσεως στις 11.00 π.μ., αφού διέθετε τον απαραίτητο προς τούτο χρόνο [δεδομένου ότι σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, το πρόβλημα παρουσιάστηκε τουλάχιστον μία ώρα πριν το Δικαστήριο],  συνεργάτη του   ή κάποιον άλλον συνάδελφό του και επικαλούμενος το πρόβλημα υγείας του να του ζητήσει να παραστεί αντ`αυτού για να ζητήσει αναβολή της υπόθεσης σε συνεννόηση με την πληρεξούσια δικηγόρο του καθ’ου η ανακοπή ερημοδικίας-εφεσίβλητου, την οποία γνώριζε αφού ήταν αυτή που είχε εκπροσωπήσει τον τελευταίο στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, την οποία ωστόσο δεν ειδοποίησε, ούτε επικαλέστηκε ότι αυτός (πληρεξούσιος δικηγόρος) ή η σύζυγος του τελευταίου-δικηγόρος και συνεργάτης του, δεν μπορούσε να ενημερώσει απευθείας την πληρεξούσια δικηγόρο του καθ’ου η ανακοπή για το αιφνίδιο πρόβλημα υγείας του και να της ζητήσει είτε να συναινέσει σε αναβολή της συζήτησης της ένδικης εφέσεως είτε να «κρατήσει» την υπόθεση προκειμένου να προσέλθει και να παρασταθεί συνεργάτης του για να συζητήσει την υπόθεση, δηλώνοντας μόνο την παράσταση του ανακοπτόντος, καθώς οι προτάσεις είχαν προκατατεθεί, αφού ο πληρεξούσιος δικηγόρος του είχε υποβάλει τη δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ, ενόψει του ότι επρόκειτο στη συγκεκριμένη περίπτωση για μία διόλου χρονοβόρα δικηγορική πράξη, χωρίς καμία ιδιαίτερη δυσχέρεια, ενέργειες που ήταν αναμενόμενες από το μέσο συνετό δικηγόρο, στις οποίες, όμως, εκείνος δεν προέβη. Εάν όμως, ο προαναφερόμενος πληρεξούσιος δικηγόρος έδειχνε τη συνήθη επιμέλεια, πολύ περισσότερο δε την επιβαλλόμενη άκρα επιμέλεια του μέσου συνετού δικηγόρου, θα μπορούσε να είχε αποτρέψει την ερημοδικία του εντολέα του-εκκαλούντος, κατά τα ανωτέρω αναφερόμενα. Συνεπώς, δεν πιθανολογήθηκε ότι η ερημοδικία του ανακόπτοντος-εκκαλούντος οφείλεται σε ανωτέρα βία, ήτοι σε ανυπαίτιο γεγονός εξαιρετικής φύσεως που δεν αναμενόταν και δεν μπορούσε να αποτραπεί από αυτόν και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του ούτε με μέτρα άκρας επιμέλειας συνετού ανθρώπου, με αποτέλεσμα ο εκκαλών να ερημοδικασθεί και να απορριφθεί η έφεσή του ως αβάσιμη κατ’ουσίαν, αφού δεν πιθανολογήθηκε αιφνίδια ασθένεια του πληρεξούσιου δικηγόρου του. Κατ’ακολουθίαν όλων των ανωτέρω,  δεν  πιθανολογήθηκε  η  βασιμότητα  του  μοναδικού  λόγου  της  ένδικης  ανακοπής ερημοδικίας και πρέπει αυτή να απορριφθεί ως  αβάσιμη κατ’ουσίαν. Περαιτέρω, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του σχετικού παράβολου, που ο ανακόπτων προκατέβαλε κατά την κατάθεση της ανακοπής του (άρθρο 509 παρ. 1 εδ. β` του ΚΠολΔ). Τέλος,  τα δικαστικά έξοδα του καθ’ου η ανακοπή ερημοδικίας, πρέπει, κατόπιν σχετικού νόμιμου αιτήματός του, να επιβληθούν σε βάρος του ηττηθέντος ως προς το εξεταζόμενο ένδικο μέσο ανακόπτοντος (άρθρα 106, 176, 183, 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ) .

ΓΙΑ   ΤΟΥΣ   ΛΟΓΟΥΣ   ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων την από 01-03-2022 (αρ.εκθ.καταθ…………./08-03-2022) ανακοπή ερημοδικίας,  κατά της 71/2022 απόφασης του Δικαστηρίου τούτου.

Δέχεται τυπικά  την ανακοπή ερημοδικίας και την απορρίπτει κατ’ ουσίαν.

Διατάσσει την εισαγωγή του με κωδικό αριθμό ………../ 2022 e παράβολου του Δημοσίου, που κατατέθηκε από τον ανακόπτοντα κατά την κατάθεση της ένδικης ανακοπής ερημοδικίας, στο δημόσιο ταμείο.

Επιβάλλει σε βάρος του ανακόπτοντος τα δικαστικά έξοδα του καθ’ου η ανακοπή, τα οποία ορίζει στο ποσό των επτακοσίων [700] ευρώ.

Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύθηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στον Πειραιά και στο ακροατήριό του, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξούσιων δικηγόρων τους,  παρουσία  και  της γραμματέως  στις   12.2.2026

        Η   ΔΙΚΑΣΤΗΣ                                   Η   ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ