Μενού Κλείσιμο

Αριθμός απόφασης 174/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

ΤΜΗΜΑ ΝΑΥΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ

Αριθμός Απόφασης    174/2026

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

Αποτελούμενο από τη Δικαστή Γεωργία Παναγιωτοπούλου, Εφέτη, την οποία όρισε η Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης του Εφετείου Πειραιώς και τη Γραμματέα Σ.Φ.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στον Πειραιά, στις …………….., για να δικάσει τις υποθέσεις μεταξύ:

Α) Της εκκαλούσας: Της εταιρείας με την επωνυμία «……………», η οποία εδρεύει επί της οδού …………………. στερούμενης ΑΦΜ στην Ελλάδα, όπως νόμιμα εκπροσωπείται, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Της εφεσίβλητης: Της εταιρείας με την επωνυμία «…………..» και το διακριτικό τίτλο «…………», η οποία εδρεύει στον Πειραιά Αττικής, επί της οδού …………., με ΑΦΜ 095543890, όπως νόμιμα εκπροσωπείται, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Γεώργιο Ιατρίδη – Ραμαντάνη (ΑΜ ΔΣΠ …….. ΔΕ ΛΑΓΚΑΔΙΑΝΟΣ ΙΑΤΡΙΔΗΣ ΚΑΤΣΑΜΠΑΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΜ ΔΣΠ ……), ο οποίος κατέθεσε την από 7.1.2026 έγγραφη δήλωση (άρθρ. 242 παρ.2 ΚΠολΔ).

Β) Της εκκαλούσας: Της νομίμως εκπροσωπουμένης ημεδαπής ειδικής ανώνυμης ναυτικής εταιρείας πλοιοκτησίας ελληνικού ποντοπόρου εμπορικού πλοίου με την επωνυμία ………………, που εδρεύει στον Πειραιά Ελλάδος, ………….., με ΑΦΜ ………… ΔΟΥ ΠΛΟΙΩΝ, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Εμμανουήλ Ανδρεουλάκη (ΑΜ ΔΣΠ …………………).

Των εφεσιβλήτων: 1) Της ημεδαπής ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «………….» και το διακριτικό τίτλο «…………..», η οποία εδρεύει στον Πειραιά (………………), όπως νόμιμα εκπροσωπείται, με ΑΦΜ ……, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Γεώργιο Ιατρίδη – Ραμαντάνη (ΑΜ ΔΣΠ ……. ΔΕ ΛΑΓΚΑΔΙΑΝΟΣ ΙΑΤΡΙΔΗΣ ΚΑΤΣΑΜΠΑΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΜ ΔΣΠ ….), ο οποίος κατέθεσε την από 7.1.2026 έγγραφη δήλωση (άρθρ. 242 παρ.2 ΚΠολΔ) και 2) Της εταιρείας με την επωνυμία …………….., που έχει συσταθεί ως νομικό πρόσωπο των ……………… […………………..] σύμφωνα με το νόμο περί Επιχειρήσεων του 2004, όπως νόμιμα εκπροσωπείται, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Η ενάγουσα, εταιρεία με την επωνυμία «…………….», ήδη εφεσίβλητη των ανωτέρω εφέσεων, άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς την από 7.3.2023 (με γεν.αριθ.καταθ……/2023 και ειδ.αριθ.καταθ……./2023) αγωγή κατά των εκκαλουσών, με την οποία ζήτησε να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται σε αυτήν.

Το Δικαστήριο εκείνο δικάζοντας αντιμωλία των διαδίκων, εξέδωσε την υπ’αριθ. 1624/2024 οριστική απόφαση, με την οποία έκανε την αγωγή δεκτή εν μέρει ως προς την πρώτη εναγομένη, εταιρεία με την επωνυμία …………. και καθ’ολοκληρίαν ως προς τη δεύτερη εναγομένη, εταιρεία με την επωνυμία ………………, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό και επέβαλε μέρος των δικαστικών εξόδων της ενάγουσας σε βάρων των εναγομένων.

Την απόφαση αυτή προσέβαλαν α) η εν μέρει ηττηθείσα πρώτη εναγομένη, με την από 18.7.2024, στο εκδόν δικαστήριο με γεν.αριθ.καταθ. …../19.7.2024 και ειδ. αριθ.καταθ. …../19.7.2024 και προσδιορισμού στο Εφετείο με γεν.αριθ.καταθ. …./11.4.2025 και ειδ.αριθ.καταθ. …../11.4.2025 έφεση και β) η εν όλω ηττηθείσα δεύτερη εναγομένη, με την από 30.5.2024, στο εκδόν δικαστήριο με γεν.αριθ.καταθ……/30.5.2024 και ειδ.αριθ.καταθ……/30.5.2024 και προσδιορισμού στο Εφετείο με γεν.αριθ.καταθ…../11.4.2025 και ειδ.αριθ.καταθ…../11.4.2025 έφεση, οι οποίες προσδιορίστηκαν προς συζήτηση για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και γράφτηκαν στο πινάκιο.

Οι ανωτέρω υποθέσεις εκφωνήθηκαν στη σειρά τους από το οικείο πινάκιο και συζητήθηκαν ερήμην της εκκαλούσας της υπό στοιχ Α έφεσης – δεύτερης εφεσίβλητης της υπό στοιχ Β έφεσης και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων.

Κατά τη συζήτηση των υποθέσεων, ο πληρεξούσιος δικηγόρος της εκκαλούσας της υπό στοιχ Β έφεσης, αφού έλαβε το λόγο από τη Δικαστή, αναφέρθηκε στις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσε, ενώ ο πληρεξούσιος δικηγόρος της εφεσίβλητης αμφοτέρων των εφέσεων, ο οποίος παραστάθηκε με δήλωση ενώπιον του Δικαστηρίου, ανέπτυξε τις απόψεις του με τις έγγραφες προτάσεις που προκατέθεσε.

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Εισάγονται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου α) η από 18.7.2024 (με αριθ.καταθ. ………../2025) έφεση της εκκαλούσας εταιρείας «………………» εν μέρει ηττηθείσας στο πρώτο βαθμό, κατά της εταιρείας «…………….» και β) η από 30.5.2024 (με αριθ.καταθ. …………./2025) έφεση της εκκαλούσας εταιρείας «………….», εν όλω ηττηθείσας στον πρώτο βαθμό, κατά της εταιρείας «…………..» και της εταιρείας «…………..», οι οποίες πρέπει να ενωθούν και να συνεκδικασθούν, λόγω της προδήλου μεταξύ τους συνάφειας, καθ’ όσον βάλλουν κατά της αυτής οριστικής αποφάσεως, υπάγονται στην αυτή διαδικασία και με την ένωση και συνεκδίκασή τους επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης και αποτρέπεται το ενδεχόμενο εκδόσεως αντιφατικών αποφάσεων (άρθρα 246 και 524παρ.1 ΚΠολΔ, ΕφΑθ4299/2006 ΕλλΔνη 47 1508).

Ι. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 524 παρ. 3 εδ. α` του ΚΠολΔ, όπως ανπκαταστάθηκε από το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015 κι ακολούθως τροποποιήθηκε με το άρθρο 28 του ν. 4842/2021, με έναρξη ισχύος, κατ` άρθρο 120 εδ. β` αυτού, από την 1-1-2022, εφαρμοζόμενου και επί εκκρεμών ένδικων μέσων (άρθρο 116 παρ. 2 β` αυτού), «Σε περίπτωση ερημοδικίας του εκκαλούντος η έφεση απορρίπτεται, εφόσον είναι παραδεκτή». Όπως ίσχυε και πριν την ανωτέρω τροποποίηση, η απόρριψη της έφεσης λόγω της ερημοδικίας του εκκαλούντος γίνεται κατ` ουσίαν και όχι κατά τύπους. Γιατί, παρόλο που στην πραγματικότητα οι λόγοι της έφεσης δεν εξετάζονται ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητά τους, θεωρείται, κατά πλάσμα του νόμου, ότι είναι αβάσιμοι και για την αιτία αυτή πάντοτε απορριπτέοι, αφού δεν δίδεται στο δικαστήριο η δυνατότητα έκδοσης αντίθετης απόφασης περί παραδοχής τους (ΟλΑΠ 16/1990 ΝοΒ 1990.1337, ΑΠ 53/2021, ΑΠ 635/2020, ΑΠ 1478/2019, ΑΠ 268/2016 δημοσιευμένες στην ΤΝΠ Νόμος). Εξάλλου, ο εκκαλών με την απουσία του ή τη μη προσήκουσα παράστασή του τεκμαίρεται, ότι παραιτείται από την έφεση και αποδέχεται την πρωτόδικη απόφαση (ΑΠ 476/2017 ΑΠ 268/2016 δημοσιευμένες στην ΤΝΠ Νόμος). Όμως, της απόρριψης της έφεσης κατ` ουσίαν προηγείται η εξέταση του παραδεκτού της. Με τη συμπλήρωση του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 3 του άρθρου 524 διευκρινίζεται με τον πλέον σαφή τρόπο, ότι η απόρριψη της έφεσης ως ανυποστήρικτης είναι απόρριψη επί της ουσίας, άρα δογματικώς προϋποθέτει παραδεκτή άσκησή της. Επομένως, εάν η έφεση είναι για οποιονδήποτε λόγο απαράδεκτη, ιδίως εκπρόθεσμη ή λόγω μη καταβολής του παράβολου του άρθρου 495 ΚΠολΔ, ή λόγω έλλειψης άλλων διαδικαστικών προϋποθέσεων, πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτη και όχι ως ανυποστήρικτη, δηλαδή επί της ουσίας. Εξάλλου, το άρθρο 532 ΚΠολΔ ορίζει την εξέταση του παραδεκτού της έφεσης ανεξαρτήτως του εάν ο εκκαλών παρίσταται ή όχι στη δίκη (I. Κατράς, Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας, 3η έκδ., 2021, σ. 667, sakkoulas-online). Ειδικότερα από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 524 παρ. 1, 3 ΚΠολΔ, όπως ισχύει σήμερα, συνάγεται, ότι επί ερημοδικίας του εκκαλούντος στην κατ` έφεση δίκη η έφεση απορρίπτεται ως ανυποστήρικτη, εφόσον είναι παραδεκτή. Το ίδιο ισχύει σε περίπτωση ερημοδικίας του εφεσιβλήτου ως προς την αντέφεση (άρθρα 524 παρ.1, 3 ΚΠολΔ). Όλα τα παραπάνω προϋποθέτουν ότι το δικαστήριο θα ερευνήσει ποιος από τους διαδίκους επισπεύδει τη συζήτηση της έφεσης. Αν το γεγονός αυτό δεν διευκρινίζεται, τότε η συζήτηση της έφεσης κηρύσσεται απαράδεκτη γιατί λείπει η απαιτούμενη προδικασία της κλήσης προς συζήτηση (ΕφΑθ 1535/2001 ΑρχΝ 52.563), ενώ εάν αυτή επισπεύδεται από τον απόντα εκκαλούντα και το υποδεικνύει ο παριστάμενος εφεσίβλητος, προσκομίζοντας επικυρωμένο αντίγραφο της εφέσεως, που του έχει επιδοθεί με πράξη προσδιορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση (άρθρα 139 παρ. 3, 498 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ), απορρίπτεται η έφεση, χωρίς την περαιτέρω ερευνά της διότι, τεκμαίρεται παραίτηση του εκκαλούντος από την έφεση και αποδοχή της πρωτόδικης απόφασης (ΑΠ 476/2017, ΑΠ 268/2016 δημοσιευμένες στην ΤΝΠ Νόμος). Το ίδιο αποφασίζει το Εφετείο και όταν τη συζήτηση της έφεσης επισπεύδει ο εφεσίβλητος και το αποδεικνύει, προσκομίζοντας έκθεση επίδοσης αντιγράφου της έφεσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση (άρθρα 139 παρ. 1 και 2, 498 ΚΠολΔ, βλ. ΜονΕφΑθ 849/2025, δημ.ΝΟΜΟΣ με αναφορά σε ΟλΑΠ 16/1990 ΕλλΔνη 31.804,).

Από την υπ’αριθ. …………/28.4.2025 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Πειραιά, με έδρα στο Πρωτοδικείο Πειραιά, …………., την οποία προσκομίζει μετ’ επικλήσεως η εφεσίβλητη, προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της από 18.7.2024 (με αριθ.καταθ. …………/11.4.2025) έφεσης (υπό στοιχ Α), με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας απόφασης, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, με επιμέλεια της εφεσίβλητης εταιρείας με την επωνυμία «……………….» που επισπεύδει τη συζήτηση της έφεσης, στον …………….., πληρεξούσιο δικηγόρο της εκκαλούσας ο οποίος εκπροσώπησε αυτήν κατά την συζήτηση ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, όπως προκύπτει από το εισαγωγικό μέρος της εκκαλουμένης απόφασης και έχει υπογράψει το δικόγραφο της έφεσης (άρθρο 143 παρ. 1,3 ΚΠολΔ). Την ημερομηνία αυτή (8.1.2026) κατά την οποία συζητήθηκε η υπόθεση, η εκκαλούσα, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου, δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατέθεσε έγγραφη δήλωση κατ’άρθρο 242 περ.2 ΚΠολΔ, ότι επιθυμεί να συζητηθεί η υπόθεση χωρις την εμφάνισή της στο ακροατήριο, προκαταθέτοντας έγγραφες προτάσεις. Πρέπει συνεπώς, σύμφωνα με την προεκτεθείσα νομική σκέψη, η εκκαλούσα, που κλήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στη σημερινή δικάσιμο, εφόσον δεν παραστάθηκε, να δικαστεί ερήμην, στη συνέχεια δε να απορριφθεί η κρινόμενη έφεσή της ως ανυποστήρικτη, χωρίς να ακολουθήσει περαιτέρω έρευνα των λόγων της. Ωστόσο προ της κατ’ουσίαν απόρριψης της εφέσεως για το λόγο αυτό, θα πρέπει, κατά τα προεκτεθέντα, να προηγηθεί η εξέταση του παραδεκτού της.

Η κρινόμενη από 18.7.2024 έφεση (υπό στοιχ Α) κατά της υπ’αριθ. 1624/2024 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία, κατ’αντιμωλία των διαδίκων, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα κατ’ άρθρα 495, 511, 513, 516 § 1, 517 εδαφ. α, 518 § 2 και 520 § 1 ΚΠολΔ, με κατάθεση του δικογράφου της στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου στις 19.7.2024 δεδομένου ότι από τα έγγραφα της δικογραφίας δεν προκύπτει επίδοση της εκκαλουμένης αποφάσεως (η εκκαλούσα επικαλείται στην έφεσή της ότι η εκκαλουμένη απόφαση της επιδόθηκε την 23.5.2024 ωστόσο λόγω της ερημοδικίας της δεν προσκομίζει αντίγραφο αυτής με την επί του σώματος επισημείωση του δικαστικού επιμελητή, ούτε η εφεσίβλητη προσκομίζει σχετική έκθεση επιδόσεως) και δεν παρήλθε η νόμιμη καταχρηστική προθεσμία από την δημοσίευσή της, την 20.5.2024, ενώ για το παραδεκτό αυτής έχει κατατεθεί από την εκκαλούσα το προβλεπόμενο από το άρθρο 495 ΚΠολΔ παράβολο Δημοσίου, που μνημονεύεται ρητά στη συνταχθείσα από το Γραμματέα του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου με αριθμό ……………./19.7.2024 έκθεση καταθέσεως ενδίκου μέσου. Μετά ταύτα, εφόσον η έφεση είναι παραδεκτή και η εκκαλούσα δεν εμφανίστηκε στη δικάσιμο αυτή, η έφεσή της πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και ακολούθως να απορριφθεί στην ουσία της ως ανυποστήρικτη, χωρίς να ακολουθήσει περαιτέρω έρευνά της, λόγω δε της ήττας της εκκαλούσας, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παράβολου της έφεσης στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ), ενώ αυτή (εκκαλούσα) πρέπει να καταδικασθεί στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της εφεσίβλητης για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας (άρθρα 176,183,184 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ). Επίσης πρέπει να ορισθεί το νόμιμο παράβολο για την περίπτωση άσκησης ανακοπής ερημοδικίας κατά της παρούσας απόφασης από την εκκαλούσα (άρθρα 501, 502 παρ.1 και 505 παρ. 2 του ΚΠολΔ), κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας.

ΙΙ. Κατά το άρθρο 516 ΚΠολΔ, δικαίωμα έφεσης έχουν, εφόσον νικήθηκαν ολικά ή εν μέρει στην πρωτόδικη δίκη, ο ενάγων, ο εναγόμενος, εκείνοι που άσκησαν κύρια ή πρόσθετη παρέμβαση, οι καθολικοί διάδοχοι της, οι ειδικοί διάδοχοι τους, εφόσον απέκτησαν την ιδιότητα αυτή μετά την άσκηση της αγωγής και οι εισαγγελείς πρωτοδικών, αν ήταν διάδικοι, κατά δε το άρθρο 517 του ίδιου Κώδικα, η έφεση απευθύνεται κατά εκείνων που ήταν διάδικοι στην πρωτόδικη δίκη ή των καθολικών διαδόχων ή των κληροδόχων τους. Διάδικοι είναι όσοι από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι δικάσθηκαν από αυτήν ως αντίδικοι του εκκαλούντος. Αν υπάρχει αναγκαστική ομοδικία, η έφεση πρέπει να απευθύνεται κατά όλων των ομοδίκων, αλλιώς απορρίπτεται ως απαράδεκτη. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι, σε περίπτωση απλής ομοδικίας, δεν είναι αναγκαίο να απευθύνεται η έφεση κατά όλων των διαδίκων, εκτός εάν η εκκαλούμενη απόφαση περιέχει επιβλαβή διάταξη για κάποιον από τους ομοδίκους και υπέρ άλλου ή απέρριψε την αίτηση που υπέβαλε κάποιος ομόδικος κατ`άλλου ομοδίκου (ΑΠ 1467/09, ΑΠ 1352/08, ΑΠ 642/07, ΑΠ 1355/05, ΑΠ 1355/05 ΕλλΔικ 46. 1448, ΕΠειρ 372/10, ΕΛαρ 426/07 ΝΟΜΟΣ, Μ.Μαργαρίτη στην ΕρμΚΠολΔ Κεραμέα/Κονδύλη/Νίκα άρθ. 517 αριθ. 5). Εξάλλου, η έφεση του ενός των ομοδίκων, αφενός μεν δεν μπορεί να απευθύνεται και κατά του άλλου ομοδίκου αφού το συμφέρον του εκκαλούντος εξαντλείται στην απόρριψη της αγωγής ως προς αυτόν, αφετέρου δε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν μπορεί να περιλάβει στην απόφασή του διάταξη που να μεταβάλει ως προς τον εφεσίβλητο ομόδικο του εκκαλούντος τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά με την εκκαλουμένη [ΑΠ 645/1986 Δ 18/911, ΕφΠατρ 87/2009 ΑχαΝομ 2010/568, ΕΑ 5795/2008 Δνη 2010/823, Σαμουήλ, Η έφεση 3η έκδοση (1986) παρ. 22Β`]. Περαιτέρω, για την άσκηση έφεσης, απαιτείται έννομο συμφέρον. Τούτο, όπως και οι λοιπές προϋποθέσεις του παραδεκτού της έφεσης, κρίνεται κατά το χρόνο της κατάθεσης του δικογράφου στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου. ‘Εννομο συμφέρον υπάρχει, όταν ο διάδικος ηττάται με το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης ή αντίθετα γίνονται δεκτές οι αιτήσεις ή προτάσεις του αντιδίκου του (βλ Σ. Σαμουήλ «Η έφεση» , παρ. 303 και 313 επ. όπου και παραπομπές στη νομολογία).

Στην προκειμένη περίπτωση, η από 30.5.2024 (με αριθ.καταθ……………/11.4.2025) έφεση (υπό στοιχ Β), κατά το μέρος που, με αυτή, ζητείται η εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης, προκειμένου να απορριφθεί στο σύνολό της η από 7.3.2023 και με αριθ.καταθ. ……………../2023 αγωγή της πρώτης εφεσίβλητης, εταιρείας με την επωνυμία «…………….» κατά της εκκαλούσας, τυγχάνει απαράδεκτη και, συνακόλουθα, απορριπτέα, ως προς την δεύτερη εφεσίβλητη, εταιρεία με την επωνυμία «…………….», ομοδίκου της εκκαλούσας στην πρωτοβάθμια δίκη, διότι, υπό τα προεκτιθέμενα, το συμφέρον της εκκαλούσας εξαντλείται στην απόρριψη της αγωγής ως προς αυτήν, ενώ η εκκαλουμένη απόφαση δεν περιέχει επιβλαβή σε βάρος της (εκκαλούσας) διάταξη υπέρ της ομοδίκου της (δεύτερης εφεσίβλητης), αφού η αγωγή έγινε κατ’ουσίαν δεκτή ως προς αμφότερες, ούτε απέρριψε αίτηση που υπέβαλε η εκκαλούσα κατά της ομοδίκου της που να αφορά την κρινόμενη με την από 7.3.2023 αγωγή υπόθεση, με αποτέλεσμα η εκκαλούσα, σύμφωνα και με τα διαλαμβανόμενα στην ως άνω νομική σκέψη, να μην έχει σχετικό, αναφορικά με την άσκηση του ανωτέρω ενδίκου μέσου, κατά της διαδίκου αυτής (δεύτερης εφεσίβλητης) έννομο συμφέρον. Κατά τα λοιπά η ένδικη από 30.5.2024 (με αριθ.καταθ…………./11.4.2025) έφεση κατά το μέρος αυτής που στρέφεται κατά της πρώτης εφεσίβλητης – ενάγουσας, έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα, με κατάθεση του δικογράφου της, στις 30.5.2024 στη Γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, που εξέδωσε την εκκαλουμένη απόφαση, εντός της γνήσιας προθεσμίας των τριάντα [30] ημερών, η οποία άρχεται από την επομένη της επίδοσης της εκκαλουμένης [άρθρα 511, 513 παρ. 1 περ. β΄, 516 παρ. 1, 517, 518 παρ. 1 ΚΠολΔ, όπως το άρθρο 518 ισχύει, λόγω του χρόνου άσκησής της, μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο τρίτο και τέταρτο του άρθρου 1 σε συνδ. με άρθρο 1 του ένατου άρθρου παρ. 4 του Ν. 4335/2015], καθόσον, όπως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου της δικογραφίας η ενάγουσα ήδη εφεσίβλητη, επέδωσε την εκκαλουμένη απόφαση στην δεύτερη εναγομένη, ήδη εκκαλούσα της από 30.5.2024 έφεσης, στις 23.5.2024 (βλ. σχετική σημείωση του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Πειραιώς …………….., επί του σώματος της εκκαλουμένης). Πρέπει συνεπώς η έφεση να γίνει τυπικά δεκτή (άρθρ. 532 ΚΠολΔ) και να ερευνηθεί περαιτέρω από το παρόν Δικαστήριο, κατά την ίδια ως άνω τακτική διαδικασία, κατά την οποία εκδόθηκε και η εκκαλουμένη απόφαση, ως προς το παραδεκτό και τη νομική και ουσιαστική βασιμότητα των προβαλλόμενων λόγων της, μέσα στα όρια που καθορίζονται από αυτήν (άρθρ. 522, 524 και 533 παρ.1 ΚΠολΔ), δεδομένου ότι για το παραδεκτό αυτής έχει κατατεθεί από την εκκαλούσα, το προβλεπόμενο από το άρθρο 495 ΚΠολΔ παράβολο Δημοσίου, ποσού εκατό (100,00) ευρώ, που μνημονεύεται ρητά στη συνταχθείσα από το Γραμματέα του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, με αριθμό ……………/2024, έκθεση καταθέσεως ενδίκου μέσου.

Με την από από 7.3.2023 αγωγή, όπως αυτή παραδεκτά διορθώθηκε με τις νομίμως κατατεθείσες προτάσεις της ενάγουσας (άρθρ. 224 εδ.β’ ΚΠολΔ) και με το δικόγραφο της οποίας αυτή παραιτήθηκε από το δικόγραφο της από 30.12.2022 και με αριθ.εκθ.καταθ. ………………./2022 αγωγής που είχε ασκήσει σε βάρος των εναγομένων [με συνέπεια αυτή να θεωρείται πως δεν ασκήθηκε (άρθρ. 294, 295 και 297 ΚΠολΔ)], η ενάγουσα εξέθετε ότι δραστηριοποιείται στην παροχή υπηρεσιών προστασίας περιβάλλοντος, ασχολούμενη, μεταξύ άλλων, με την υποδοχή, συλλογή και διαχείριση πετρελαϊκών αποβλήτων πλοίων που καταπλέουν σε ελληνικούς λιμένες. Οτι η πρώτη εναγομένη, κατά το επίδικο διάστημα παροχής των υπηρεσιών εκ μέρους της ενάγουσας, ήταν κυρία του υπό ελληνική σημαία πλοίου «Π» με αριθμό νηολογίου Πειραιώς ……….., το οποίο από την 24.8.2017 είχε εκναυλώσει, δυνάμει σχετικής ναύλωσης γυμνού πλοίου, για χρονική περίοδο 96 μηνών, στη δεύτερη εναγομένη, η οποία έκτοτε ασκούσε ως γυμνή ναυλώτρια τον εφοπλισμό επί του πλοίου, έχοντας τη ναυτική και εμπορική διεύθυνσή του, εκμεταλλευόμενη αυτό ιδίω ονόματι και για δικό της λογαριασμό, με σκοπό το κέρδος. Οτι κατόπιν σχετικών παραγγελιών που έλαβε από τη μη διάδικο εταιρεία με την επωνυμία «……………………», η οποία ενεργούσε ως διαχειρίστρια κατ’εντολή και για λογαριασμό της δεύτερης εναγομένης, συνήψε με αυτήν, κατά το χρονικό διάστημα από 31.12.2020 έως 31.8.2021, άτυπες συμβάσεις, δυνάμει των οποίων παρείχε υπηρεσίες υποδοχής, συλλογής και αποκομιδής αποβλήτων από το παραπάνω πλοίο κατά τον κατάπλου και την παραμονή του στο λιμένα του Πειραιά, όπως αυτές περιγράφονται αναλυτικά κατ’είδος, ποσότητα και τιμή μονάδος στα επισυναπτόμενα στο δικόγραφο της αγωγής τιμολόγια που εξέδωσε η ενάγουσα και ήταν πληρωτέα εντός 15 ημερών από την ημερομηνία έκδοσής τους. Οτι η δεύτερη εναγομένη, μολονότι παρέλαβε ανεπιφύλακτα τις υπηρεσίες της, εντούτοις, παρά τις επανελειμμένες οχλήσεις της, δεν της κατέβαλε τη συμφωνηθείσα αμοιβή της, η οποία ανέρχεται συνολικά στο ποσό των 55.648,74 ευρώ. Οτι παράλληλα υπεύθυνη για την ως άνω απαίτηση της ενάγουσας που προήλθε από τον εφοπλισμό της δεύτερης εναγομένης, είναι, σύμφωνα με το άρθρο 106 ΚΙΝΔ, η πρώτη εναγομένη, ως κυρία του πλοίου, η οποία ευθύνεται δια του τελευταίου και μέχρι της αξίας του. Οτι επικουρικά, σε περίπτωση που κριθεί ότι η πρώτη εναγομένη ήταν πλοιοκτήτρια του πλοίου κατά τον επίδικο χρόνο, λόγω μη καταχώρησης της δήλωσης εφοπλισμού στη μερίδα του πλοίου στο νηολόγιο Πειραιώς, θα πρέπει και πάλι να υποχρεωθεί να καταβάλει στην ενάγουσα το οφειλόμενο ποσό των 55.648,74 ευρώ, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 105 εδ.γ ΚΙΝΔ. Οτι επικουρικότερα, η πρώτη εναγομένη κατέστη, για τους ανωτέρω λόγους, πλουσιότερη χωρίς νόμιμη αιτία σε βάρος της ενάγουσας και με ζημία της και πρέπει να υποχρεωθεί να της καταβάλει το ανωτέρω ποσό κατά τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού. Με βάση το ιστορικό αυτό η ενάγουσα ζητούσε, κατά την κύρια βάση της αγωγής, να υποχρεωθούν οι εναγόμενες να της καταβάλουν, από κοινού και εις ολόκληρον, ευθυνόμενη η μεν πρώτη ως κυρία του πλοίου, δι’αυτού και μέχρι της αξίας του, ανερχόμενης τουλάχιστον σε 10.000.000 δολ.ΗΠΑ, η δε δεύτερη ως εφοπλίστρια αυτού με το σύνολο της περιουσίας της, το ποσό των 55.648,74 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της άπρακτης παρόδου της δήλης ημέρας εξόφλησης κάθε τιμολογίου, άλλως επικουρικά από την επίδοση της αγωγής. Επικουρικά δε ζητούσε, με βάση τη διάταξη του άρθρου 105 εδ.γ’ ΚΙΝΔ, άλλως με τις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις να υποχρεωθεί η πρώτη εναγομένη να της καταβάλει το παραπάνω ποσό, πλέον τόκων. Τέλος ζητούσε να καταδικασθούν οι εναγόμενες στη δικαστική της δαπάνη. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την εκκαλουμένη απόφαση, έκρινε ότι έχει διεθνή δικαιοδοσία για την εκδίκαση της εισαχθείσας ενώπιόν του αγωγής, ερειδόμενη α) ως προς την πρώτη εναγομένη που εδρεύει εκτός ΕΕ, στη διάταξη του άρθρου 37 παρ.1 ΚΠολΔ, λόγω της έδρας της ομοδίκου της, δεύτερης των εναγομένων, στην ημεδαπή αλλά και κατά τεκμήριο από τη νόμιμη παράστασή της στο Δικαστήριο, με την νομότυπη κατάθεση προτάσεων χωρίς να προβάλει ένσταση έλλειψης διεθνούς δικαιοδοσίας και β) ως προς την εδρεύουσα στην Ελλάδα, δεύτερη εναγομένη, στη διάταξη του άρθρου 4 παρ.1 σε συνδ. με τα άρθρ. 63 παρ.1 και 66 παρ.1 του Κανονισμού (ΕΕ) 1215/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 12ης Δεκεμβρίου 2012 «για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις», δέχθηκε ως εφαρμοστέο δίκαιο, που διέπει την φερόμενη ενώπιόν του ιδιωτική διαφορά με στοιχεία αλλοδαπότητας, το ελληνικό ουσιαστικό δίκαιο και περαιτέρω έκρινε την αγωγή κατά την κύρια βάση της ορισμένη και νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 211, 216, 217, 340, 341, 345, 346, 361, 481, 681 επ, 694 ΑΚ, 84, 105, 106εδ.β, 107 επ ΚΙΝΔ, 176, 218 και 219 ΚΠολΔ, ενώ απέρριψε τις επικουρικές βάσεις της αγωγής, τη μεν θεμελιούμενη στη διάταξη του άρθρου 105εδ.γ ΚΙΝΔ ως μη νόμιμη, τη δε δεύτερη επικουρική βάση υπό τον αδικαιολόγητο πλουτισμό (άρθρ. 904Επ ΑΚ), σωρευόμενη στο δικόγραφο της αγωγής κατά δικονομική επικουρικότητα και υπό την ενδοδιαδικαστική αίρεση της απόρριψης της κύριας βάσης αυτής από τη σύμβαση, ως αόριστη. Ακολούθως έκανε την αγωγή εν μέρει δεκτή ως προς την πρώτη εναγομένη και καθ’ολοκληρίαν δεκτή ως προς τη δεύτερη εναγομένη, υποχρεώνοντας αμφότερες τις εναγόμενες (την πρώτη περιορισμένα και δη δια του πλοίου της και έως την αξία αυτού) να καταβάλουν εις ολόκληρον στην ενάγουσα το ποσό των 51.187,76 ευρώ και τη δεύτερη εναγομένη να καταβάλει επιπλέον στην ενάγουσα το ποσό των 4.460,98 ευρώ, με το νόμιμο τόκο υπερημερίας για κάθε επιμέρους ποσό των τιμολογίων παροχής υπηρεσιών, από την επομένη της άπρακτης παρόδου της δήλης ημέρας εξόφλησης κάθε τιμολογίου και επέβαλε σε βάρος των εναγομένων εις ολόκληρον, μέρος των δικαστικών εξόδων της ενάγουσας και σε βάρος της δεύτερης εναγομένης το υπόλοιπο μέρος των δικαστικών εξόδων της ενάγουσας. Κατά της απόφασης αυτής παραπονείται η δεύτερη εναγομένη, με την κρινόμενη έφεση και με τον διαλαμβανόμενο σε αυτήν λόγο που ανάγεται, κατ’ορθή εκτίμηση του περιεχομένου του, σε εσφαλμένη εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων, ζητεί να ανακληθεί και να μεταρρυθμιστεί η εκκαλουμένη απόφαση ως προς το διατακτικό της που αφορά την ίδια (εκκαλούσα), ώστε ακολούθως να απορριφθεί ως προς αυτήν, άλλως στο σύνολό της, η από 7.3.2023 (με αριθ.εκθ.καταθ…………/2023) αγωγή και να καταδικαστεί η εφεσίβλητη στην εν γένει δικαστική της δαπάνη αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας. Σημειώνεται ότι ο λόγος έφεσης που προβάλει η εκκαλούσα είναι αρκούντως ορισμένος, παρά τις περί του αντιθέτου αιτιάσεις της εφεσίβλητης, καθόσον το σφάλμα της εκκαλουμένης αποφάσεως ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων δεν είναι αναγκαίο να εξειδικεύεται αλλά αρκεί να μνημονεύεται ότι από το σφάλμα αυτό το δικαστήριο κατέληξε σε εσφαλμένο πόρισμα και διατακτικό, αφού το εφετείο, λόγω του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της εφέσεως (αρθ.522 ΚΠολΔ), είναι υποχρεωμένο να κρίνει την ορθότητα του διατακτικού της πρωτόδικης απόφασης μετά από καθολική επανεκτίμηση της ουσίας της υπόθεσης (βλ. Σαμουήλ «Η έφεση» έκδοση Στ’ (2009) σελ. 227, με αναφορά σε νομολογία).

Από την επανεκτίμηση της υπ’αριθ. ……./19.10.2023 ένορκης βεβαίωσης του ……………, ενώπιον της συμβολαιογράφου Πειραιώς ……………., που λήφθηκε με πρωτοβουλία της πρώτης εφεσίβλητης – ενάγουσας, μετά από νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση της εκκαλούσας – δεύτερης εναγομένης (βλ. σχετ. …………./16.10.2023 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Πειραιά ……………., νομίμως προσκομιζόμενη από την πρώτη εφεσίβλητη) και όλων ανεξαιρέτως των εγγράφων, που η πρώτη εφεσίβλητη νομίμως προσκομίζει και επικαλείται είτε για να ληφθούν υπόψη ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα, είτε ως δικαστικά τεκμήρια, ενώ τα έγγραφα που προσκομίζει η εκκαλούσα δεν πρέπει να ληφθούν υπόψη, γιατί, κατά το σχετικό βάσιμο ισχυρισμό της πρώτης εφεσίβλητης, που εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως, η προσκόμιση τους δεν είναι νόμιμη, αφού με τις προτάσεις, που κατέθεσε αυτή (εκκαλούσα) ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, δεν προέβη σε σαφή και ορισμένη επίκληση κάποιου αποδεικτικού εγγράφου, ούτε επανέφερε νόμιμα, τις πρωτόδικες προτάσεις της αφού δεν προσκόμισε αντίγραφο αυτών και συνακόλουθα δεν επανέφερε νόμιμα τους σε αυτές περιεχόμενους ισχυρισμούς της (άρθρο 240 ΚΠολΔ, αναλογικώς εφαρμοζόμενο, βλ. ΑΠ 1686/2011 ΕΦΑΔ 2012 404, ΑΠ 1209/2011 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 476/2011 ΝΟΜΟΣ, ΜονΕφΠειρ 147, 2014 δημ.ΝΟΜΟΣ), αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η ενάγουσα είναι ανώνυμη ναυτιλιακή εταιρεία, η οποία δραστηριοποιείται στην παροχή υπηρεσιών προστασίας περιβάλλοντος, μεταξύ των οποίων είναι η περισυλλογή, διαχείριση και επεξεργασία απορριμμάτων και αποβλήτων πλοίων που καταπλέουν σε ελληνικούς λιμένες, επικίνδυνων ή μη καθώς και με την απολύμανση των δεξαμενών τους. Η πρώτη εναγομένη, η οποία είναι θυγατρική της εταιρείας με την επωνυμία «………………» (…………), στον όμιλο της οποίας εντάσσεται, δραστηριοποιούμενη στον τομέα των διεθνών ναυτιλιακών επενδύσεων, χρηματοδοτήσεων και εκμισθώσεων, ήταν, κατά τον κρίσιμο χρόνο, πλοιοκτήτρια του υπό ελληνική σημαία δεξαμενόπλοιου «Π» με αριθμό νηολογίου Πειραιώς …., ΔΔΣ ….. και ΙΜΟ ….. Ειδικότερα, η πρώτη εναγομένη συνεστήθη το έτος 2017 προκειμένου να αποτελέσει μέρος χρηματοδοτικού σχήματος μέσω του οποίου η εταιρεία …. θα χρηματοδοτούσε τον όμιλο της «…………………..», στον οποίο ανήκει η δεύτερη εναγομένη, με τη μορφή της πώλησης και επαναμίσθωσης (sale and leaseback) τεσσάρων, υπό ελληνική σημαία δεξαμενόπλοιων, ήτοι των «Π» (ένδικο πλοίο με αριθμό νηολογίου Πειραιώς …., ΙΜΟ …, ΔΔΣ ……), «Α» (με αριθμό νηολογίου Πειραιώς …., ΙΜΟ …., ΔΔΣ ….), «Σ» (με αριθμό νηολογίου Πειραιώς ……, ΙΜΟ …. ΔΔΣ …) και «Δ» (με αριθμό νηολογίου Πειραιώς …., ΙΜΟ …, ΔΔΣ …), τα οποία μέχρι τότε ανήκαν σε πλοιοκτήτριες εταιρείες του εν λόγω ομίλου. Κατά το περιεχόμενο της ανωτέρω σύμβασης χρηματοδότησης μέσω πωλήσεων και επαναμισθώσεων, η μητρική εταιρεία της πρώτης εναγομένης θα προέβαινε στη σύσταση τεσσάρων εταιρειών ειδικού σκοπού, οι οποίες προορίζονταν να αποκτήσουν την κυριότητα των ανωτέρω δεξαμενόπλοιων με αγορά από τις (τότε) πλοιοκτήτριες, αντί συνολικού τιμήματος 65.550.000 δολ.ΗΠΑ. Μετά τη σύναψη των συμβάσεων αγοραπωλησίας των πλοίων και τη μεταβίβαση της κυριότητάς τους στις εταιρείες ειδικού σκοπού του δανειστή ομίλου, οι τελευταίες θα προέβαιναν στην εκναύλωση των πλοίων στις πρώην πλοιοκτήτριες εταιρείες του ομίλου «………», δυνάμει σχετικών συμβάσεων ναύλωσης «γυμνού πλοίου» (bareboat charter agreements) για περίοδο ενενήντα έξι (96) μηνών (ήτοι 8 ετών), στο πλαίσιο των οποίων οι ναυλώτριες θα αναλάμβαναν την υποχρέωση να καταβάλουν μηνιαίους ναύλους στις αγοράστριες – εκναυλώτριες, διατηρώντας οι ίδιες τη ναυτική και εμπορική διεύθυνση και κατοχή των πλοίων, τα οποία θα εκμεταλλεύονταν ιδίω ονόματι και για δικό τους λογαριασμό για όλη τη συμφωνηθείσα περίοδο των ναυλώσεων. Τη διαχείριση των ανωτέρω πλοίων θα διατηρούσε κατά τη διάρκεια της ναύλωσης ο όμιλος «……..» δια της εταιρείας «………………», η οποία διατηρεί νόμιμη εγκατάσταση στην Ελλάδα κατά τις διατάξεις των Α.Ν. 378/1968 και Ν. 27/1975. Ειδικότερα, αναφορικά με το δεξαμενόπλοιο «Π» αποδείχθηκε ότι καταρτίστηκε μεταξύ της πρώτης και της δεύτερης εναγομένης, το από 24.8.2017 προσύμφωνο αγοραπωλησίας (memorandum of agreement), με το οποίο συμφωνήθηκε η πώληση και μεταβίβαση της κυριότητας του πλοίου στην πρώτη εναγομένη – αγοράστρια, αντί συνολικού τιμήματος 20.750.000 δολ.ΗΠΑ και με το από 4.9.2017 συμφωνητικό μεταβίβασης/πώλησης (bill of sale), μεταβιβάστηκε στην πρώτη εναγομένη η κυριότητα του πλοίου και παραδόθηκε σε αυτήν η νομή και κατοχή του. Πέραν της άνω σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης, καταρτίστηκε, μεταξύ της πρώτης εναγομένης ως κυρίας πλέον και εκναυλώτριας του πλοίου και της δεύτερης εναγομένης εταιρείας, ως γυμνής ναυλώτριας, η από 24.8.2017 σύμβαση ναύλωσης γυμνού πλοίου τύπου «BARECON 2001», δυνάμει της οποίας η μεν πρώτη εναγομένη παραχώρησε στη δεύτερη εναγομένη τη χρήση του πλοίου «Π» γυμνού, η δε δεύτερη εναγομένη ανέλαβε για τη συμφωνηθείσα περίοδο της ναύλωσης (96 μήνες) την εμπορική και ναυτική διεύθυνση του ως άνω πλοίου, ασκώντας για δικό της λογαριασμό την επιχειρηματική διοίκηση και εκμετάλλευση του πλοίου, καθιστάμενη ως εκ τούτου εφοπλίστρια αυτού. Περαιτέρω, δυνάμει της από 8.9.2017 σύμβασης διαχείρισης, που καταρτίστηκε μεταξύ της δεύτερης εναγομένης ως εφοπλίστριας του πλοίου και της εταιρείας «……………………», ως διαχειρίστριας, συμφωνήθηκε η ανάληψη από την τελευταία, της εμπορικής και τεχνικής διαχείρισης του ένδικου πλοίου, ενεργώντας κατ’εντολή και για λογαριασμό της ναυλώτριας εταιρείας, ως αντιπρόσωπος αυτής. Οπως αποδείχθηκε περαιτέρω, η ανωτέρω σύμβαση γυμνής ναύλωσης καταγγέλθηκε από την πρώτη εναγομένη, με την από 14.3.2021 έγγραφη γνωστοποίηση καταγγελίας, επειδή η ναυλώτρια, από τον Ιανουάριο του έτους 2021 κατέστη υπερήμερη ως προς την καταβολή των οφειλόμενων ναύλων. Ειδικότερα, η πρώτη εναγομένη, με την ως άνω γνωστοποίηση καταγγελίας, ζήτησε από την δεύτερη εναγομένη να προβεί έως την 15.3.2021 και ώρα 20.00 (τοπική ώρα Πεκίνου) στην καταβολή του τιμήματος εξαγοράς του πλοίου λόγω καταγγελίας, με την επισήμανση ότι σε αντίθετη περίπτωση, η σύμβαση ναύλωσης θα θεωρείται καταγγελθείσα και η ναυλώτρια θα πρέπει να σταματήσει αμέσως την εκμετάλλευση του πλοίου και να παραδώσει αυτό στην πρώτη εναγομένη σε κατάλληλο και ασφαλές λιμάνι που θα υποδείξει η τελευταία. Αποδείχθηκε ότι η ανωτέρω προθεσμία παρήλθε άπρακτη και συνεπώς, από την 15.3.2021 η σύμβαση γυμνής ναύλωσης θεωρείται λυθείσα λόγω καταγγελίας. Ακολούθως, την 21.3.2021 και δυνάμει σχετικού δικαιώματός της, απορρέοντος από το άρθρο 3.7 της από 8.9.2017 επιστολής ανάληψης υποχρέωσης διαχειριστή που εστάλη από την εταιρεία «………….» προς την πρώτη εναγομένη, η τελευταία έπαυσε το διορισμό της εταιρείας «……………..», ως διαχειρίστριας του πλοίου με σχετική επιστολή που της απηύθυνε, ενημερώνοντάς την ταυτόχρονα ότι τη διαχείριση του ένδικου πλοίου αναλάμβανε εφεξής η εταιρεία «………….». Επειδή τόσο η ναυλώτρια (δεύτερη εναγομένη) όσο και η διαχειρίστρια εταιρεία «EC», αρνήθηκαν να παραδώσουν το πλοίο «Π» στην πρώτη εναγομένη, η τελευταία προσέφυγε στην προβλεπόμενη από τη σύμβαση ναύλωσης (όρος 30) και τη σύμβαση διαχείρισης (όρος 9) διαιτητική διαδικασία στο Λονδίνο, ενώ κατέθεσε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς την από 23.8.2021 αίτηση κατά των ανωτέρω εταιρειών για τη θέση του δεξαμενόπλοιου υπό δικαστική μεσεγγύηση, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ’αριθ. 1338/2021 απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων) που δέχθηκε την αίτηση, διέταξε τη δικαστική μεσεγγύηση του πλοίου «Π», διόρισε ως μεσεγγυούχο την εταιρεία «…………» και διέταξε τις ανωτέρω εταιρείες να παραδώσουν σε αυτήν το πλοίο. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι κατά το χρονικό διάστημα από 31.12.2020 έως 31.8.2021, η ενάγουσα συνήψε με τη διαχειρίστρια εταιρεία «EC» διαδοχικές άτυπες συμβάσεις στο πλαίσιο των οποίων η ενάγουσα παρείχε υπηρεσίες υποδοχής, συλλογής και αποκομιδής αποβλήτων από το πλοίο «Π» κατά τον κατάπλου και την παραμονή του στο λιμένα Πειραιώς, έναντι συμφωνηθείσας αμοιβής κατά μονάδα εργασίας, για την οποία κάθε φορά η ενάγουσα εξέδιδε στο όνομα της διαχειρίστριας εταιρείας αντίστοιχο τιμολόγιο στο οποίο αναγράφονταν το είδος και η ποσότητα της παρασχεθείσας εργασίας, η τιμή μονάδας και η συνολική αξία και το οποίο ήταν πληρωτέο εντός δεκαπέντε (15) ημερών από την έκδοσή του. Ειδικότερα για υπηρεσίες περισυλλογής οικιακών απορριμάτων, λειτουργικών αποβλήτων και πετρελαϊκών καταλοίπων επικίνδυνων ή μη, διαχείριση αποβλήτων, μίσθωση φορτηγίδων (και αυτοκινούμενων) που παρείχε η ενάγουσα στο πλοίο «Π» κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα, εξέδωσε τα ακόλουθα τιμολόγια: 1) το υπ’αριθ. ΣΤ ……./31.12.2020 τιμολόγιο ποσού 19.928,90 ευρώ, επ’ονόματι της διαχειρίστριας εταιρείας, πληρωτέο έως την 15.1.2021, 2) το υπ’αριθ. ΣΤ ……./31.12.2020 τιμολόγιο ποσού 396,50 ευρώ, επ’ονόματι της διαχειρίστριας εταιρείας, πληρωτέο έως την 15.1.2021, 3) το υπ’αριθ. ΣΤ ……/31.12.2020 τιμολόγιο ποσού 6.460,03 ευρώ, επ’ονόματι της διαχειρίστριας εταιρείας, πληρωτέο έως την 15.1.2021, 4) το υπ’αριθ. ΣΤ …../31.12.2020 τιμολόγιο ποσού 1.212,50 ευρώ, επ’ονόματι της διαχειρίστριας εταιρείας, πληρωτέο έως την 15.1.2021, 5) το υπ’αριθ. ΣΤ …./31.1.2021 τιμολόγιο ποσού 4.944,90 ευρώ, επ’ονόματι της διαχειρίστριας εταιρείας, πληρωτέο έως την 15.2.2021, 6) το υπ’αριθ. ΣΤ …./31.1.2021 τιμολόγιο ποσού 342,00 ευρώ, επ’ονόματι της διαχειρίστριας εταιρείας, πληρωτέο έως την 15.2.2021, 7) το υπ’αριθ. ΣΤ …./31.1.2021 τιμολόγιο ποσού 432,00 ευρώ, επ’ονόματι της διαχειρίστριας εταιρείας, πληρωτέο έως την 15.2.2021, 8) το υπ’αριθ. ΣΤ …./31.1.2021 τιμολόγιο ποσού 1.282,27 ευρώ, επ’ονόματι της διαχειρίστριας εταιρείας, πληρωτέο έως την 15.2.2021, 9) το υπ’αριθ. ΣΤ …./31.1.2021 τιμολόγιο ποσού 4.645,50 ευρώ, επ’ονόματι της διαχειρίστριας εταιρείας, πληρωτέο έως την 15.2.2021, 10) το υπ’αριθ. ΣΤ ……/28.2.2021 τιμολόγιο ποσού 3.037,66 ευρώ, επ’ονόματι της διαχειρίστριας εταιρείας, πληρωτέο έως την 15.3.2021, 11) το υπ’αριθ. …/28.2.2021 τιμολόγιο ποσού 4.500,50 ευρώ, επ’ονόματι της διαχειρίστριας εταιρείας, πληρωτέο έως την 15.3.2021, 12) το υπ’αριθ. ΣΤ …../28.2.2021 τιμολόγιο ποσού 4.005,00 ευρώ, επ’ονόματι της διαχειρίστριας εταιρείας, πληρωτέο έως την 15.3.2021, 13) το υπ’αριθ. ΣΤ …../23.3.2021 τιμολόγιο ποσού 961,56 ευρώ, επ’ονόματι της διαχειρίστριας εταιρείας, πληρωτέο έως την 7.4.2021, 14) το υπ’αριθ. ΣΤ …../30.4.2021 τιμολόγιο ποσού 920,86 ευρώ, επ’ονόματι της διαχειρίστριας εταιρείας, πληρωτέο έως την 15.5.2021, 15) το υπ’αριθ. ΣΤ ……/30.4.2021 τιμολόγιο ποσού 94,00 ευρώ, επ’ονόματι της διαχειρίστριας εταιρείας, πληρωτέο έως την 15.5.2021, 16) το υπ’αριθ. ΣΤ ……./31.5.2021 τιμολόγιο ποσού 955,66 ευρώ, επ’ονόματι της εταιρείας …………………., πληρωτέο έως την 15.6.2021, 17) το υπ’αριθ. ΣΤ ……/31.5.2021 τιμολόγιο ποσού 528,75 ευρώ, επ’ονόματι της εταιρείας …………….. , πληρωτέο έως την 15.6.2021, 18) το υπ’αριθ. ΣΤ …./31.8.2021 τιμολόγιο ποσού 799,15 ευρώ, επ’ονόματι της εταιρείας ………………., πληρωτέο έως την 15.9.2021 και 19) το υπ’αριθ. ΣΤ ……/31.8.2021 τιμολόγιο ποσού 201,00 ευρώ, επ’ονόματι της εταιρείας ……………….. , πληρωτέο έως την 15.9.2021. Σημειώνεται ότι στα τιμολόγια υπ’αριθ. 16 έως και 19 αντικαταστάθηκαν τα στοιχεία του φορέα τιμολόγησης, κατόπιν αιτήματος της διαχειρίστριας εταιρείας, που ως πρακτική είναι συνήθης στις ναυτιλιακές συναλλαγές. Οι συνολικές αξιώσεις της ενάγουσας από την ανωτέρω αιτία ανέρχονται στο ποσό των 55.648,74 ευρώ, το οποίο δεν έχει εισέτι εξοφληθεί και το οποίο υποχρεούται να της καταβάλει η δεύτερη εναγομένη, γυμνή ναυλώτρια – εφοπλίστρια του ένδικου πλοίου, στο όνομα και για λογαριασμό της οποίας ενήργησε η διαχειρίστρια εταιρεία EC κατά τη σύναψη των επιδίκων συμβάσεων παροχής υπηρεσιών περισυλλογής και αποκομιδής αποβλήτων, καθόσον η ως άνω εταιρεία (δεύτερη εναγομένη) εκμεταλλευόταν ιδίω ονόματι και με σκοπό το κέρδος το πλοίο «Π» για όλο το χρονικό διάστημα της σύμβασης ναύλωσης, έως και την καταγγελία αυτής που επήλθε κατά τα ανωτέρω την 15.3.2021. Αποδείχθηκε όμως ότι και μετά την καταγγελία της σύμβασης γυμνής ναύλωσης, η δεύτερη εναγομένη εξακολούθησε να έχει στην κατοχή της και να εκμεταλλεύεται εν τοις πράγμασι, στο όνομά της και για δικό της λογαριασμό το ένδικο πλοίο, έχοντας τη ναυτική και εμπορική διεύθυνση αυτού, επιδιώκοντας την επίτευξη κέρδους και επωμιζόμενη τον οικονομικό κίνδυνο από την εκμετάλλευσή του, συνάπτοντας με τρίτους συναλλαγές που αφορούσαν τη συντήρηση, τη λειτουργία και τη χρήση του πλοίου, έως την 5.11.2021, οπότε με την υπ’αριθ. ……./5.11.2021 έκθεση του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Πειραιά, με έδρα το Πρωτοδικείο Πειραιά, …………, εκτελέστηκε η υπ’αριθ. 1338/2021 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων), με την αφαίρεση της κατοχής του ένδικου πλοίου από τη δεύτερη εναγομένη και από την διαχειρίστρια εταιρεία «EC» και την παράδοσή του στη διορισμένη δικαστική μεσεγγυούχο εταιρεία με την επωνυμία «……………». Η παραπάνω κρίση του Δικαστηρίου, ότι η δεύτερη εναγομένη εκμεταλλευόταν το ένδικο πλοίο ακόμη και μετά την καταγγελία της σύμβασης γυμνής ναύλωσης, στην οποία στηριζόταν ο εφοπλισμός της, ενισχύεται και από το γεγονός ότι ο πλοίαρχος, που ενεργούσε στο όνομα και για λογαριασμό της γυμνής ναυλώτριας, λαμβάνοντας και εκτελώντας τις εντολές της, εξακολούθησε και μετά την 15.3.2021 να παραδίδει στην ενάγουσα, στερεά μη επικίνδυνα απόβλητα του πλοίου και να υπογράφει τις αντίστοιχες αποδείξεις παραλαβής που εξέδιδε η τελευταία (βλ. σχετ. αποδείξεις παραλαβής ειδικών αποβλήτων πλοίων σειρά ΟΒ …../28.4.2021, σειρά ΖΒ …./28.4.2021, σειρά ΟΒ …../27.5.2021, σειρά ΖΒ …../27.5.2021, σειρά ΟΒ …/25.8.2021 και σειρά ΖΒ …../25.8.2021). Κατά συνέπεια, η δεύτερη εναγομένη ευθύνεται για τις ένδικες απαιτήσεις της ενάγουσας προσωπικά και απεριόριστα, ενώ η πρώτη εναγομένη, κυρία του πλοίου, ευθύνεται σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 106 εδ.β ΚΙΝΔ από κοινού με την εφοπλίστρια (δεύτερη εναγομένη) μόνο για τις απορρέουσες εκ του εφοπλισμού απαιτήσεις που γεννήθηκαν έως την 15.3.2021 οπότε κατήγγειλε τη σύμβαση γυμνής ναύλωσης και περιορισμένα, ήτοι μόνο δια του συγκεκριμένου (ένδικου) πλοίου και έως της αξίας αυτού. Τούτο διότι, μετά την καταγγελία της σύμβασης γυμνής ναύλωσης (15.3.2021) η πρώτη εναγομένη έπαυσε να απολαμβάνει την οικονομική ωφέλεια από την εκναύλωση του πλοίου της στη δεύτερη εναγομένη και συνεπώς εξέλιπε ο λόγος για τον οποίο αυτή, ως κυρία του πλοίου, ευθύνεται κατά τη διάταξη του άρθρου 106 εδ.β ΚΠολΔ, με τον κίνδυνο αφερεγγυότητας της εφοπλίστριας. Κατόπιν των ανωτέρω, οι εναγόμενες ευθύνονται εις ολόκληρον για την καταβολή του ποσού των (19.928,90 + 396,50 + 6.460,03 + 1.212,50 + 4.944,90 + 342 + 432 + 1.282,27 + 4.645,50 + 3.037,66 + 4.500,50 + 4.005,00 =) 51.187,56 ευρώ που αντιστοιχεί στις υπηρεσίες που παρείχε η ενάγουσα στο ένδικο πλοίο έως την 15.3.2021 και για τις οποίες έχει εκδώσει τα ανωτέρω υπ’αριθ. 1 έως και 12 τιμολόγια, ενώ για την καταβολή του υπολοίπου ποσού των (961,56 + 920,86 + 94 + 955,66 + 528,75 + 799,15 + 201=) 4.460,98 ευρώ, που αντιστοιχεί στις υπηρεσίες που παρείχε η ενάγουσα στο πλοίο, μετά την καταγγελία της σύμβασης γυμνής ναύλωσης και για τις οποίες έχει εκδώσει τα υπ’αριθ. 13 έως και 19 των ως άνω τιμολογίων, ευθύνεται μόνο η δεύτερη εναγομένη. Εξάλλου, το υποβληθέν από την δεύτερη εναγομένη, με τις προτάσεις της ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, αίτημα περί διορισμού δικαστικού μεσεγγυούχου του ένδικου δεξαμενόπλοιου «Π», στον οποίο να δοθεί περαιτέρω η άδεια να ενεργεί πράξεις διαχείρισης και εκμετάλλευσης του πλοίου, τυγχάνει απαράδεκτο, καθόσον υποβλήθηκε σε μη αρμόδιο Δικαστήριο. Ειδικότερα, όπως ορθά έκρινε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, τούτο συνιστά αίτημα περί μεταρρύθμισης, κατ’άρθρο 697 ΚΠολΔ, της υπ’αριθ. 1338/2021 απόφασης ασφαλιστικών μέτρων, με την οποία διορίστηκε μεσεγγυούχος του πλοίου η εταιρεία «…………………» και έπρεπε να εισαχθεί στο αρμόδιο Δικαστήριο για την εκδίκαση της κύριας δίκης, δηλαδή στο Δικαστήριο το οποίο θα κρίνει το ουσιαστικό δικαίωμα της νομής, κατοχής και διαχείρισης του ένδικου πλοίου, για την εξασφάλιση του οποίου διατάχθηκε το ως άνω ασφαλιστικό μέτρο και δη στο διαιτητικό Δικαστήριο του Λονδίνου στο οποίο προσέφυγε η πρώτη εναγομένη με την από 9.7.2021 προσφυγή της κατά της δεύτερης εναγομένης και την από 14.7.2021 προσφυγή της κατά της διαχειρίστριας εταιρείας του πλοίου «EC σύμφωνα με την από 8.9.2017 ανάληψης υποχρέωσης διαχειριστή. Με την ίδια ορθή αιτιολογία το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε και το επικουρικό αίτημα της δεύτερης εναγομένης, περί απαγόρευσης μεταβολής της νομικής και πραγματικής κατάστασης του ένδικου πλοίου. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφαση έκανε δεκτή την αγωγή, εν μέρει ως προς την πρώτη εναγομένη και καθ’ολοκληρίαν ως προς την δεύτερη εναγομένη, τις οποίες υποχρέωσε να καταβάλουν το επιδικασθέν ποσό, με τις διακρίσεις που αναφέρονται στο διατακτικό της εκκαλουμένης, δεν έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, ούτε κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προμνημονευόμενες διατάξεις, συνεκτιμώντας και αξιολογώντας επιμελώς όλα ανεξαιρέτως τα μετ’ επικλήσεως προσκομιζόμενα από τους διαδίκους με τις έγγραφες προτάσεις τους αποδεικτικά μέσα, μη υποπίπτοντας σε καμία πλημμέλεια σχετικά με τις αποδείξεις και, κατά συνέπεια, όσα αντίθετα υποστηρίζει η δεύτερη εναγομένη – εκκαλούσα με τον μοναδικό λόγο της από 30.5.2024 έφεσής της (υπό στοιχ Β), κατά τα σχετικά ειδικότερα σκέλη αυτού, κρίνονται απορριπτέα στο σύνολό τους ως ουσιαστικά αβάσιμα. Κατόπιν τούτου πρέπει η κρινόμενη, από 30.5.2024, έφεση κατά το μέρος που στρέφεται κατά της πρώτης εφεσίβλητης, να απορριφθεί ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη και να διαταχθεί η εισαγωγή του υπ’ αριθ. ……………./2024 ηλεκτρονικού παραβόλου της έφεσης στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως η αρχική παρ. 4 προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 Ν. 4055/2012 και αναριθμήθηκε σε παρ. 3 με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο Ν. 4335/2015, ισχύοντος από 1.1.2016, και εν συνεχεία τροποποιήθηκε από το άρθρο 35 παρ. 2 Ν. 4446/2016). Τα δικαστικά έξοδα της πρώτης εφεσίβλητης του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της ηττηθείσας εκκαλούσας (άρθρα 191 παρ. 2, 176 εδ.α’, 183, 189 παρ. 1ΚΠολΔικ, ) κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό, ενώ δεν θα επιδικασθούν δικαστικά έξοδα στην δεύτερη εφεσίβλητη, διότι λόγω της ερημοδικίας της δεν υποβλήθηκε σε τέτοια. Τέλος, πρέπει να οριστεί το νόμιμο παράβολο για την περίπτωση άσκησης ανακοπής ερημοδικίας εκ μέρους της δεύτερης εφεσίβλητης, κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό (άρθρα 501, 502 παρ.1, 505 παρ.2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Συνεκδικάζει την από 18.7.2024 (με αριθ.καταθ. ……………./2025) έφεση και την από 30.5.2024 (με αριθ.καταθ. ………./2025) έφεση, ερήμην της εκκαλούσας της από 18.7.2024 έφεσης και της δεύτερης εφεσίβλητης της από 30.5.2024 έφεσης και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων.

Α) Ως προς την από 18.7.2024 (με αριθ.καταθ ……………/2025) έφεση.

Ορίζει το παράβολο για την περίπτωση άσκησης ανακοπής ερημοδικίας από την εκκαλούσα, στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.

Δέχεται τυπικά την έφεση.

Απορρίπτει κατ’ουσίαν την έφεση.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο ταμείο του καταβληθέντος από την εκκαλούσα ………………/2024 παράβολου άσκησης έφεσης.

Επιβάλλει σε βάρος της εκκαλούσας τα δικαστικά έξοδα της εφεσίβλητης του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ.

Β) Ως προς την από 30.5.2024 (με αριθ.καταθ ………/2025) έφεση.

Ορίζει το παράβολο για την περίπτωση άσκησης ανακοπής ερημοδικίας από την δεύτερη εφεσίβληση, στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.

Δέχεται τυπικά την έφεση.

Απορρίπτει κατ’ουσίαν την έφεση.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο ταμείο του καταβληθέντος από την εκκαλούσα …………../2024 παράβολου άσκησης έφεσης.

Επιβάλλει σε βάρος της εκκαλούσας τα δικαστικά έξοδα της πρώτης εφεσίβλητης του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ.

Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύθηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στον Πειραιά, στις 12 Μαρτίου 2026, χωρίς να παρίστανται οι διάδικοι και οι πληρεξούσιοι Δικηγόροι τους.

Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ                                                Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ