Μενού Κλείσιμο

Αριθμός απόφασης 103/2026

Αριθμός    103/2026

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

Τμήμα  2ο

Αποτελούμενο από τη Δικαστή Χρυσή Φυντριλάκη, Εφέτη, η οποία ορίσθηκε από την Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διευθύνσεως του Εφετείου Πειραιώς, και από τη Γραμματέα  Κ.Σ.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις  …………..,  για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ των :

ΕΚΚΑΛΟΥΣΑΣ: Ιδιωτικής Κεφαλαιουχικής Εταιρείας με την επωνυμία «………….» με ΑΦΜ …….., που εδρεύει στο …….. Αττικής (οδός …………….) και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό της Δικηγόρο Γεώργιο Ακρίβο (με δήλωση κατ’  άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).

ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΗΣ: ………….., υπό την ιδιότητά της ως εταίρου της εταιρείας «………..», κατοίκου ……… Αττικής (οδός ……………), με ΑΦΜ ……….., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό της Δικηγόρο Στέφανο Απέργη (με δήλωση κατ’  άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).

Η εκκαλούσα άσκησε ενώπιον του  Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς την από 25.10.2022 (ΓΑΚ/ΕΑΚ ………../2022) αγωγή, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ΄ αριθμ. 506/2024 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, που απέρριψε την αγωγή.

Την απόφαση αυτή προσέβαλε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα με την από 3.4.2024 (ΓΑΚ/ΕΑΚ ΠΡΩΤ …………./2024 -ΓΑΚ/ΕΑΚ ΕΦΕΤ ………/2025) έφεσή της, της οποίας δικάσιμος ορίσθηκε η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης.

Η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο και συζητήθηκε.

Οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων, οι οποίοι παραστάθηκαν με δήλωση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους με τις έγγραφες προτάσεις που προκατέθεσαν.

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΚΑΙ ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η  με  αριθμό κατάθεσης στην γραμματεία του  Εφετείου Πειραιώς   …………../2024  έφεση  κατά της υπ΄αριθμόν  506/2024  οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς που εκδόθηκε κατά την τακτική   διαδικασία,  αντιμωλία των διαδίκων,  έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα  καθώς η εκκαλουμένη απόφαση  δημοσιεύτηκε  στις  15-2-2024, επιδόθηκε στις 6-3-2024 (βλ επισημείωση επί του σώματος της εκκαλουμένης  του δικαστικού επιμελητή  ……………..) και η έφεση κατατέθηκε στη γραμματεία του  Πρωτοδικείου Πειραιά  στις  4-4-2024 (άρθρα  495,  511,  513,  516  παρ 1, 517 εδαφ  α,  518  παρ 1  και 147 ΚΠολΔ). Συνεπώς, πρέπει να γινει τυπικά δεκτή  και να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής  κατά την  αυτή  διαδικασία  δοθέντος ότι έχει καταβληθεί και το προβλεπόμενο από την διάταξη του άρθρου 495 παρ 3 ΚΠολΔ παράβολο άσκησης έφεσης (βλ. με κωδικό   ………………../2024 e- παράβολο).

Α. Από τις διατάξεις των άρθρων 298, 299, 330 εδ. β`, 914 και 932 ΑΚ προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση ή (και) προς ικανοποίηση της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση περιουσιακής ζημίας ή (και) ηθικής βλάβης και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της, περιουσιακού ή μη χαρακτήρα, ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος  ή συμπεριφορά αντίθετη στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου και στις επιταγές της έννομης τάξεως, η συμπεριφορά δε αυτή μπορεί να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας (ΑΠ 876/2022, ΑΠ 78/2020). Εξάλλου, χρηματική ικανοποίηση δικαιούνται και τα νομικά πρόσωπα, εφόσον προσβλήθηκε η εμπορική τους πίστη, η επαγγελματική τους υπόληψη ή το εμπορικό τους μέλλον ή η φήμη τους. Επομένως το νομικό πρόσωπο πρέπει να επικαλείται, και στη συνέχεια να αποδεικνύει, τη συνδρομή των περιπτώσεων αυτών με τα αντίστοιχα θεμελιωτικά πραγματικά περιστατικά, ώστε να είναι ορισμένη η αγωγή του, διότι η ηθική βλάβη στα νομικά πρόσωπα δεν αναφέρεται σε ενδιάθετο συναίσθημα αναγόμενο στον εσωτερικό κόσμο και κρινόμενο με τα δεδομένα της ανθρώπινης λογικής, όπως συμβαίνει στα φυσικά πρόσωπα, αλλά σε συγκεκριμένη βλάβη που έχει υλική υπόσταση, διαφορετικά η αγωγή δεν περιέχει τα στοιχεία που επιβάλλονται από το άρθρο 216 § 1 ΚΠολΔ και είναι αόριστη (Α.Π.594/2025, Α.Π. 1765/2023, Α.Π. 691/2023, Α.Π. 876/2022, Α.Π. 382/2011).Β. Εξάλλου, κατά το άρθρο 522 ΚΠολΔ με την άσκηση της έφεσης, η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους. Περαιτέρω, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, για να αποφασίσει αν πρέπει ή όχι να εξαφανίσει την εκκαλούμενη απόφαση, είναι υποχρεωμένο να περιοριστεί στην έρευνα μόνο των παραπόνων που διατυπώνονται με τους λόγους της έφεσης ή τους πρόσθετους λόγους και των ισχυρισμών που, ως υπεράσπιση κατά των λόγων αυτών, προβάλλει, σύμφωνά με το άρθρο 527 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, ο εφεσίβλητος, καθώς και εκείνων των ζητημάτων, η έρευνα των οποίων προηγείται, ως αναγκαίο προαπαιτούμενο για να ληφθεί απόφαση σε σχέση με τα παράπονα που διατυπώνονται με τους λόγους έφεσης και τα οποία κατά νόμο εξετάζει αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο, όπως είναι το ορισμένο ή η νομική βασιμότητα της αγωγής ή της ένστασης, που αυτεπαγγέλτως τα εξετάζει το εφετείο στην περίπτωση που με την έφεση διατυπώνονται παράπονα μόνον για την κρίση ως προς την ουσιαστική βασιμότητα αυτών (ΑΠ 194/2021, ΑΠ 782/2019, ΑΠ 226/2016, ΑΠ 845/2011, ΑΠ 279/2010).

Στην προκειμένη περίπτωση  με την  αγωγή επί της οποίας εξεδόθη η εκκαλουμένη απόφαση η ενάγουσα   εταιρεία  η οποία  ιδρύθηκε μέσα του έτους 2013  με σκοπό την λειτουργία ιδιωτικού κέντρου τεχνικού ελέγχου οχημάτων και δικύκλων (Ι.Κ.Τ.Ε.Ο)   έχοντας αρχικά πέντε μετόχους μεταξύ  των οποίων   και  η εναγομένη με ποσοστό συμμετοχής  30%, ενώ   από τα μέσα του 2017 τέσσερις μετόχους  καθώς αποχώρησε ένας εξ αυτών και μεταβίβασε το μερίδιό του στα τρία τέκνα του – αρχικούς μετόχους,   ιστορούσε ότι   η εναγομένη  μετά την γενική συνέλευση  της 20-9-2015  με την οποία αποφασίστηκε η καταβολή αμοιβής στους παρέχοντες  εργασία εταίρους  και την γενική συνέλευση  της   27-12-2015 με την οποία  ορίσθηκαν οι αμοιβές  των εταίρων  για το χρονικό διάστημα  από  το έτος 2015 και εντεύθεν  εναντιώθηκε στην καταβολή  αμοιβής στους εταίρους  μολονότι η μισθοδοσία δεν θα άρχιζε από την  έναρξη   λειτουργίας  της  εταιρείας που έλαβε χώρα  στις 8-7-2014  και  επιδόθηκε σε  ανηλεή δικαστικό αγώνα εναντίον της εταιρείας και των συνεταίρων της αρνούμενη αρχικά να συμμετάσχει στις γενικές συνελεύσεις και προσβάλλοντας, στη συνέχεια,  ενώπιον των Δικαστηρίων τις ληφθείσες αποφάσεις  ως άκυρες  ασκώντας συνολικά   16 αιτήσεις ακύρωσης  ενώ ενεργούσε και  αντίθετα με τα συμφέροντα της εταιρείας. Ειδικότερα,  ενώ  προσκλήθηκε    στις 15-12-2015, στις 5-10-2017, στις 23-11-2017, στις 8-3-2018, στις 1-9-2019, στις 19-11-2019, στις 1-9-2020, στις 21-12-2020, στις 20-10-2021 και  στις 12-12-2021 να  συμμετάσχει στις συνελεύσεις που επρόκειτο να πραγματοποιηθούν  η εναγόμενη αρνήθηκε  να το πράξει  επικαλούμενη άλλοτε έλλειψη επείγοντα χαρακτήρα των θεμάτων, άλλοτε  έλλειψη νόμιμης απαρτίας   λόγω μη νόμιμης  συμμετοχής των τέκνων του  εταίρου  στα οποία ο τελευταίος είχε μεταβιβάσει τα μερίδιά του και άλλοτε παράβαση δήθεν του νόμου και του καταστατικού,  ενώ   ματαίωσε  με προσχηματικό λόγο και  την γενική συνέλευση της  28-3-2016  την οποία η  ίδια  είχε  ζητήσει. Τις αποφάσεις δε που λαμβάνονταν   προσέβαλε  στην πορεία  ως άκυρες  ενώπιον των δικαστηρίων.  Πέραν των ανωτέρω, η εναγόμενη στις 1-3-2016 απέστειλε  από κοινού με τον πατέρα της, …………………,  στον τότε διαχειριστή της εταιρείας …………………  εξώδικο έγγραφο με συκοφαντικό περιεχόμενο σε βάρος όλων των εταίρων με συνέπεια να υποχρεωθεί ο ανωτέρω διαχειριστής  να καταθέσει έγκληση   την οποία στη συνέχεια ανακάλεσε   λόγω  της δηλωθείσας συγγνώμης από μέρους των κατηγορουμένων  στο ακροατήριο του Δικαστηρίου με επακόλουθο την διακοπή της ποινικής διαδικασίας  εκδοθείσας της υπ΄αριθμόν 1278/2020 απόφασης του Ι Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Επιπρόσθετα, στις 18-5-2016 η   εναγόμενη κατέθεσε  έγκληση  για πλαστογραφία κατά παντός  υπευθύνου σχετικά  με τροποποίηση του καταστατικού της ενάγουσας  μετά την διερεύνηση  της οποίας και την εξέταση του ιδρυτή και διαχειριστή της εταιρείας …………….. και των λοιπών εταίρων η υπόθεση    τέθηκε  στο αρχείο. Λίγους μήνες αργότερα και συγκεκριμένα στις  24-9-2016 η εναγόμενη  παραβίασε την υποχρέωσης  πίστη προς την ενάγουσα αναθέτοντας τον έλεγχο του οχήματός της  σε ανταγωνίστρια εταιρεία και συγκεκριμένα  στην εταιρεία με την επωνυμια «…………»  που βρίσκεται  στο ……… Αττικής και  απέχει μολις 300 μέτρα από την έδρα της εναγόμενης  κλονίζοντας κατ΄αυτόν τον τρόπο την επιχειρηματική πίστη προς την εναγομένη και την συναλλακτική της φερεγγυότητα. Επίσης, στις  8-3-2018 που είχε κληθεί να συμμετάσχει  στη γενική συνέλευση  με θέμα την υπογραφή της σύμβασης χρήσης του συστήματος ηλεκτρονικής  τραπεζικής «winbank» με την  «………………»   και την  παροχή εξουσιοδοτήσεων για την διενέργεια συναλλαγών μέσω του συστήματος αυτού  η εναγόμενη με σκοπό δυσφήμησης της ενάγουσας  και  παρεμπόδισης  της σκοπούμενης συνεργασίας  κοινοποίησε στην ανωτέρω τράπεζα την αρνητική της απάντηση  περί συμμετοχή της στην συνέλευση  στην οποία έκανε αναφορά  σε μη νόμιμη εκπροσώπηση της εταιρείας από τον  διαχειριστή …………. λόγω μη νόμιμης σύνθεσης των εταίρων εξαιτίας της  συμμετοχής των τέκνων αρχικού εταίρου στα οποία ο τελευταίος είχε μεταβιβάσει τα μερίδιά  του. Ακολούθως,  η εναγόμενη  άσκησε αίτηση ακύρωσης   από την οποία, στην συνέχεια,  παραιτήθηκε. Επίσης, με υπόδειξη της εναγομένης ο πατέρας της, ………….  ο οποίος είχε  αναλάβει ευθύνη εγγυητή της ενάγουσας  έναντι της «………….»  κατά την δανειοδότηση  της πρώτης  με  την υπ΄αριθμόν …………….. σύμβαση δανείου, αρνήθηκε να προσκομίσει  επικαιροποιημένα οικονομικά στοιχεία στην δανείστρια Τράπεζα με συνέπεια  ν΄αρνηθεί  η τελευταία  την ανανέωση της χρηματοδότησής   της  ενάγουσας,  η οποία είχε αποφασιστεί από την συνέλευση των εταίρων που  έλαβε χώρα  στις  27-12-2015  και  στην  οποία αρνήθηκε να μετάσχει η εναγόμενη  επικαλούμενη  έλλειψη κατεπείγοντος. Η παράλειψη αυτή είχε ως αποτέλεσμα    την ακύρωση   της  εταιρικής  πιστωτικής  κάρτας  «Business Mastercard», την μείωση του χρηματοδοτικού ορίου της εταιρείας  και  την  σημείωση   δυσμενών οικονομικών στοιχείων  για την εταιρεία  που δεν οφείλονταν στην πορεία της, ενώ εξέθεσε και την εταιρεία και σε κίνδυνο καταγγελίας της συναφθείσας σύμβασης δανείου. Πέραν των ανωτέρω η εναγόμενη συνεργάστηκε με τον οικονομικό της σύμβουλο, ………….  στην από μέρους του τελευταίου κατάθεση στις 4-2-2020 ενώπιον του Συνηγόρου του Καταναλωτή ανυπόστατης καταγγελίας σε βάρος της ενάγουσας  σχετικά με το  ότι η  τελευταία  δήθεν εξαπατούσε  το καταναλωτικό κοινό, η οποία (καταγγελία) αφού διερευνήθηκε τέθηκε  στο αρχείο.   Στη συνέχεια, η ενάγουσα κατέθεσε στα μέσα του 2020 σε βάρος  του ανωτέρω  καταγγέλλοντος την με ημερομηνία 29-6-2020  αγωγή  ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά για διάδοση συκοφαντικών ισχυρισμών σε βάρος της καθώς  ο καταγγέλλων είχε αρνηθεί  ν΄ανακαλέσει, την  υποβληθείσα  ψευδή  καταγγελία. Επίσης, η εναγόμενη κατέθεσε από κοινού με τον οικονομικό της σύμβουλο …………. έγκληση σε βάρος του ως άνω  ιδρυτή και διαχειριστή της εταιρείας για το λόγο ότι είχε δήθεν πλαστογραφήσει τα ισοζύγια της εταιρείας, η οποία απερρίφθη   με την υπ΄αριθμόν ………. ΑΒΜ: ………… εισαγγελική  διάταξη  με την οποία έγινε δεκτό ότι ο  εγκαλούμενος ως διαχειριστής της εταιρείας  ενήργησε νομίμως καταγράφοντας ορθά στα λογιστικά έγγραφα  τις αληθινές συναλλαγές  της δεύτερης εγκαλούσας (ήδη ενάγουσας)  με την εταιρεία συνολικού ποσού 30.000 ευρώ, αλλα και ότι ήταν πιθανον οι εγκαλούντες να  νόθευσαν τα ισοζύγια των μηνών Σεπτεμβρίου και Νοεμβρίου 2015 που τους παρέδωσε ο εγκαλούμενος διαγράφοντας από τον κωδικό 53.14.01  την πραγματική πίστωση των 30.000 ευρώ  της εναγομένης προς την εταιρεία. Κατά της απορριπτικής αυτης διατάξεως προσέφυγαν οι τελευταίοι ενώπιον του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών ο οποίος απέρριψε την προσφυγή δεχόμενος ότι  ο εγκαλούμενος ως διαχειριστής της εταιρείας ενήργησε νομιμως καταγράφοντας ορθά στα λογιστικά έγγραφα τις αληθινές συναλλαγές της ήδη εναγομένης με την εταιρεία συνολικού ποσού 30.000 ευρώ  και στο χρόνο που πράγματι αυτές έγιναν  καθώς και ότι αυτός αληθώς ισχυρίστηκε με την από 1-4-2019 έγκλησή του σε βάρος των εγκαλούντων ότι  αυτοί είχαν νοθεύσει τα ισοζύγια των μηνών Σεπτεμβρίου και Νοεμβρίου 2015 που τους είχεπαραδώσει διαγράφοντας απ΄αυτά την εγγεγραμμένη πίστωση των 30.000 ευρώ. Επίσης, προσέβαλε ως άκυρες τις αποφάσεις των συνεταίρων της στη συνέλευση που πραγματοποιήθηκε  χωρίς την παρουσία της   αν και είχε κληθεί στις 20-10-2021, ισχυριζόμενη ότι κατά παράβαση του καταστατικού εξελέγησαν δύο διαχειριστές της εταιρείας σε αντικατάσταση του παραιτηθέντος  εταίρου, καθώς κατά το καταστατικό  έπρεπε να εκλεγεί  ένας  μόνο  διαχειριστής. Επί της αιτήσεως ακυρώσεως εξεδόθη η υπ΄αριθμόν 721/2022 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών με την οποία απορρίφθηκε η κατατεθείσα   αίτηση περί ακυρότητας.  Τέλος, στις  12-12-2021 προσκλήθηκε η εναγόμενη να συμμετάσχει  στη   συνέλευση πλην όμως και πάλι αρνήθηκε επικαλούμενη  μη νόμιμη απαρτία και σχηματισμό μη νόμιμης πλειοψηφίας προς λήψη αποφάσεων.

Περαιτέρω, η ενάγουσα εκθέτει  ότι ως  προς τον ισχυρισμό της εναγόμενης περί μη νόμιμης μεταβίβασης από τον εταίρο …………. των μεριδίων του στα   τέκνα του και αρχικούς εταίρους τον οποίο προέβαλε ως λόγο ακυρότητας των αποφάσεων που λαμβάνονταν επικαλούμενη μη νόμιμη συνθεση της συνέλευσης  εξεδόθη η υπ΄αριθμόν 1484/2018  απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών με την οποία κρίθηκε  νόμιμη η μεταβίβαση αυτή και σύμφωνη με τους όρους του καταστατικού ενώ κατόπιν ασκήσεως εφέσεως από την ήδη εναγόμενη εξεδόθη η  υπ΄αριθμόν  4312/2021 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με την οποία απορρίφθηκε η ασκηθείσα από την τελευταία αίτηση λόγω έλλειψης ενεργητικής νομιμοποιήσεως αυτής  καθώς κρίθηκε ότι  η ακυρότητα της εν λόγω μεταβίβασης είναι σχετική υπέρ της …….. η οποία και μόνο νομιμοποιείται ν΄αξιώσει την αναγνώρισή της. Επιπλέον με την υπ΄αριθμόν 1485/2018 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών κρίθηκε ότι  οι αποφάσεις  της γενικής συνέλευσης περί μεταβολής του προσώπου των εταίρων και των εταιρικών μεριδίων  είναι σύμφωνες με το καταστατικό και ελήφθησαν με τη νόμιμη απαρτία κατά τις επιταγές των άρθρων 12 και 72 του ν 4072/2012 ενώ η έφεση  που άσκησε η ήδη εναγόμενη απερρίφθη με την υπ΄αριθμόν 4313/2021 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Εξάλλου και η ψευδής καταμήνυση που είχε καταθέσει  η εναγομένη  σε βάρος των συνεταίρων της για απάτη επικαλούμενη μη νόμιμη  εταιρική σύνθεση και μη  νόμιμη διαχείριση της εταιρείας  λόγω  του ότι ο  ………  είχε μεταβιβάσει   τα μερίδιά του  ως   γονική παροχή  στα τέκνα του και αρχικούς εταίρους, …………, ……………. και ……….. τέθηκε, εν τέλει, στο αρχείο. Οι ανωτέρω  ενέργειες της εναγομένης   στόχευαν   στον κλονισμό της εμπορικής πίστης της εταιρείας στο καταναλωτικό κοινό  την οποία και πέτυχαν  και  οδήγησαν σε de facto αποκλεισμό  της ενάγουσας από το χρηματοπιστωτικό σύστημα καθώς έχει διαρραγεί με αποκλειστική ευθύνη της εναγομένης η εμπιστοσύνη του τραπεζικού συστήματος στο νομικό πρόσωπο της  ενάγουσας  εταιρείας. Αποτέλεσμα δε, του τραπεζικού αποκλεισμού της ενάγουσας είναι η αδυναμία ανάπτυξης των εργασιών της  γεγονός που με βεβαιότητα θα οδηγήσει  στην αδυναμία επίτευξης του εταιρικού σκοπού. Συνεπεία δε, των πράξεων αυτών της εναγόμενης η ενάγουσα υπέστη  ηθική βλάβη  καθώς   προσβλήθηκε η εμπορική της  πίστη  και η φήμη της, η αποκατάσταση της οποίας επερχεται με την καταβολή  χρηματικής ικανοποιήσεως ύψους 25.000 ευρώ. Ζήτησε δε, να υποχρεωθεί η εναγόμενη να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό αυτό με το νόμιμο τόκο από της επιδόσεως της αγωγής μέχρις εξοφλήσεως καθώς επίσης και να καταδικαστεί η εναγόμενη  στα δικαστικά της έξοδα.  Επί της αγωγής αυτής εξεδόθη η υπ΄αριθμόν 506/2024 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή. Ειδικότερα,  το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο  απέρριψε με την εκκαλουμένη την αγωγή: 1) ως αόριστη  κατά το μέρος που αναφερόταν  α) στην συνεργασία της εναγομένης με τρίτο πρόσωπο για την υποβολή ψευδούς καταγγελίας σε βάρος της ενάγουσας,  β) στην επιλογή της εναγομένης ν΄απευθυνθεί σε ανταγωνιστική εταιρεία για έκδοση πιστοποιητικού καλής κατάστασης του οχήματός της  γ) στην  τέλεση από μέρους της εναγομένης των εγκλημάτων της πλαστογραφίας, της απάτης, της ψευδούς καταμήνυσης, της συκοφαντικής δυσφήμησης και της απόπειρας απάτης  στο δικαστήριο η αγωγή 2)ως μη νόμιμη κατά  το μέρος  που  αναφερόταν σε αβάσιμες εγκλήσεις  σε βάρος των διαχειριστών και των λοιπών εταίρων 3) ως αβάσιμη κατ΄ουσίαν κατά το υπόλοιπο μέρος  καθώς δέχτηκε  ότι α)  ότι οι δεκαέξ (16) αιτήσεις ακύρωσης των αποφάσεων γενικής συνέλευσης που άσκησε η εναγόμενη ασκηθηκαν προς προάσπιση των συμφερόντων της εναγομένης και της ιδίας της ενάγουσας  και όχι κατά παράβαση της υποχρέωσης πίστης προς την ενάγουσα  β) ότι η εναγόμενη δεν απέκλεισε την ενάγουσα από την χρηματοδότησή της από την «………………….»  γ) ότι η εναγομένη  δεν κοινοποίησε  στην «…………….» την επιστολή της με την οποία είχε αρνηθεί να συμμετέχει στην συνέλευση για λήψη απόφασης για  σύναψη σύμβασης χρήσης του συστήματος ηλεκτρονικής τραπεζικής winbank  με την «…………………» και σε κάθε περίπτωση ότι δεν αποδείχθηκε ότι συνεπεία της αρνητικής αυτής απάντησης  ματαιώθηκε η σύναψη της  σύμβασης  αυτής  ή  επηρεάστηκε  καθ΄οιονδήποτε  τρόπο  η συνεργασία  της ενάγουσας με την τραπεζική αυτή εταιρεία. δ) ότι ουδόλως  προέκυψε ότι  η παράλειψη του πατέρα της εναγομένης  να προσκομίσει στην «………………» των επικαιροποιημένων οικονομικών στοιχείων  αυτού οδήγησε στην ματαίωση της  ανανέωσης  της χρηματοδότησης  της ενάγουσας από μερους της  τραπεζικής αυτής εταιρείας  ή στη μείωση του χρηματοδοτικού της ορίου ή στην ακύρωση της εκδοθείσας επιχειρηματικής κάρτας  ή  ακόμη  στην έκθεση της ενάγουσας στον κίνδυνο καταγγελίας της συναφθείσας σύμβασης  δανείου.

Ήδη, κατά της απόφασης αυτής βάλλει η ενάγουσα  παραπονούμενη για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων και ζητεί την εξαφάνιση  της εκκαλουμένης  και την καθ ΄ολοκληρίαν   παραδοχή της αγωγής της.

Με  το ανωτέρω  περιεχόμενο και αίτημα η αγωγή  είναι αόριστη καθόσον εκ των εκτεθέντων στην αγωγή  προκύπτει ότι η  έχουσα υλική υπόσταση  βλάβη που υπέστη η ενάγουσα,  η οποία απατείται για την στοιχειοθέτηση ηθικής βλάβης νομικού προσώπου λόγω προσβολής της εμπορικής πίστης, της φήμης  και της επαγγελματικής υπόληψης αυτού, κατά τα αναφερόμενα στην υπο στοιχείο Α  μείζονα σκέψη, συνίσταται στον αποκλεισμό της ενάγουσας από το χρηματοπιστωτικό σύστημα με επακόλουθο την αδυναμία ανάπτυξης των εργασιών της  και εντεύθεν  την αδυναμία επίτευξης  του εταιρικού σκοπού.  Ο αποκλεισμός, όμως , αυτός οφείλεται  κατά τα εκτεθέντα στην αγωγή, στην    άρνηση του πατέρα της εναγομένης, ο οποίος είχε συνυπογράψει την σύμβαση δανειοδότησης  της ενάγουσας ως εγγυητής,  να προσκομίσει στην δανειστρια τραπεζική εταιρεία  τα   οικονομικά  του στοιχεία επικαιροποιημένα  με επακόλουθο  αφενός μεν την αδυναμία  της τελευταίας να ανανεώσει την χρηματοδότηση της ενάγουσας αφετέρου δε την ακύρωση της εταιρικής πιστωτικής κάρτας  με την οποία είχε εφοδιάσει την ενάγουσα, αλλά  και την μείωση του χρηματοδοτικού ορίου της ενάγουσας. Ουδόλως δε, η βλάβη αυτή   συνδέεται με τις συνεχείς αρνήσεις της εναγομένης να συμμετάσχει στις συνελεύσεις των συνεταίρων της, ή  με τις αλλεπάλληλες αιτήσεις της ενώπιον των Δικαστηρίων για ακύρωση των αποφάσεων των συνελεύσεων, ή  με τις εκατέρωθεν αγωγές  και εγκλήσεις μεταξύ της ενάγουσας και της εναγομένης ή  μεταξύ της εναγόμενης  και  των λοιπών εταίρων. Ωστόσο, η επιλογή του πατέρα της ενάγουσας, έστω και με υπόδειξη της τελευταίας, να μην αναδεχθεί, μέσω της μη προσκόμισης επικαιροποιημένων οικονομικών στοιχείων στην δανείστρια τράπεζα, ευθύνη ως εγγυητής για περαιτέρω χρηματοδότηση της ενάγουσας, δεν αποτελεί αδικοπρακτική   συμπεριφορά, ούτε συμπεριφορά αντίθετη με την καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη, αλλά  ανάγεται στις γενικές ελευθερίες του ατόμου  και  επομένως,  δεν δύναται  να στοιχειοθετήσει  αξίωση χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης   κατ΄άρθρο 932 ΑΚ.  Επιπρόσθετα, ούτε το γεγονός  ότι η εναγόμενη κοινοποίησε με σκοπό δυσφήμησης της ενάγουσας  και  παρεμπόδισης  της σκοπούμενης συνεργασίας,  στην  «………………..»  με την οποία επρόκειτο να συνάψει η ενάγουσα  σύμβαση  χρήσης του συστήματος ηλεκτρονικής  τραπεζικής «winbank»,  την αρνητική της απάντηση  περί συμμετοχής της στην συνέλευση για την λήψη απόφασης για την σύμβαση αυτή,  στην οποία έκανε αναφορά   σε μη νόμιμη εκπροσώπηση της εταιρείας από τον τότε  διαχειριστή  λόγω μη νόμιμης σύνθεσης των εταίρων εξαιτίας της  συμμετοχής των τέκνων του αρχικού εταίρου στα οποία ο τελευταίος είχε μεταβιβάσει τα μερίδιά  του, συνδέεται με έχουσα υλική υπόσταση βλάβη της ενάγουσας αφού δεν αναφέρεται στην αγωγή ότι  η «………»  επηρεάστηκε  καθ΄οιονδήποτε τρόπο  από την αρνητική απάντηση της εναγόμενης  και αρνήθηκε την σύναψη της σχετικής συμβάσεως ή προχώρησε σε έτερα δυσμενή μέτρα ή αποφάσεις  σε βάρος της ενάγουσας. Αντιθέτως, αφήνεται να πιθανολογηθεί  ότι η ανωτέρω τράπεζα δεν επηρεάστηκε από την (αρνητική) απάντηση της εναγόμενης και προχώρησε στη σύναψη της σχετικής συμβάσεως. Κατόπιν αυτών, η αγωγή πρεπει ν΄απορριφθεί ως απαράδεκτη  λόγω αοριστίας  καθόσον δεν αναφέρεται  σ΄αυτήν η έχουσα υλική υπόσταση συγκεκριμένη  βλάβη που υπέστη η ενάγουσα  από τις  αναφερόμενες σ΄αυτήν είτε εν συνόλω, είτε μεμονωμένα, πράξεις και παραλείψεις της εναγομένης,  στοιχείο  αναγκαίο, κατά την διάταξη του άρθρου 216 παρ 1 ΚΠολΔ σύμφωνα με  τα αναφερόμενα στην υπό στοιχείο Α μείζονα σκέψη, για την σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκησή της κατά της εναγομένης και για την ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που απέρριψε την αγωγή  κατά ένα μέρος ως αόριστη, κατ΄άλλο μέρος ως μη νόμιμη και κατά το υπόλοιπο ως αβάσιμη κατ΄ουσίαν εσφαλμένα ερμήνευσε και  εφάρμοσε  το νόμο. Συνακόλουθα, πρέπει να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη, να κρατηθεί η υπόθεση από το παρόν Δικαστήριο και ν΄απορριφθεί η αγωγή ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας  καθόσον το Δικαστήριο δύναται να εξετάσει αυτεπαγγέλτως το ορισμένο της αγωγής  στην περίπτωση που με την έφεση διατυπώνονται παράπονα  για την κρίση ως προς την ουσιαστική βασιμότητα της αγωγής κατά τα αναφερόμενα στην υπό στοιχείο Β μείζονα σκέψη. Τα δικαστικά έξοδα αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας της εναγομένης  πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της ενάγουσας λόγω της ήττας αυτής (άρθρα 176,183, 191 παρ 2 ΚΠολΔ), κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό. Πρέπει, επίσης, να διαταχθεί και  η  επιστροφή  του κατατεθέντος παραβόλου άσκησης  έφεσης  στην εκκαλούσα  λόγω της  παραδοχής της εφέσεως   (άρθρο 495 παρ 3 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΕΙ  αντιμωλία των διαδίκων

ΔΕΧΕΤΑΙ     έφεση

ΕΞΑΦΑΝΙΖΕΙ   την υπ΄αριθμόν   506/2024 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά

ΚΡΑΤΕΙ  και ΔΙΚΑΖΕΙ   την με  γενικό αριθμό καταθ. ……/2022 και ειδικό αριθμό καταθ. ……../2022  αγωγή που ασκήθηκε  ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ   την  αγωγή

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την εκκαλούσα  στα δικαστικά έξοδα  αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας  της  εφεσίβλητης,   τα   οποία  ορίζει   στο ποσό των  χιλίων   (1000) ευρώ

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ  την  επιστροφή του  κατατεθέντος παραβόλου άσκησης έφεσης   στην εκκαλούσα.

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στον Πειραιά σε έκτακτη, δημόσια στο ακροατήριό του συνεδρίαση, στις   9 Φεβρουαρίου  2026,  χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων τους δικηγόρων.

Η    ΔΙΚΑΣΤΗΣ                                              Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ