Αριθμός 159/2026
ΤΟ ΤΡΙΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
Τμήμα 3o
Αποτελούμενο από τους Δικαστές Θεώνη Μπούρη, Πρόεδρο Εφετών, Ευαγγελία Πανταζή, Εφέτη-Εισηγήτρια και Χριστίνα Λίμουρα, Εφέτη και από τη Γραμματέα Δ.Π..
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του την ……………, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ των:
ΚΑΛΟΥΝΤΟΣ – ΕΚΚΑΛΟΥΝΤΟΣ: ………………, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του δικηγόρο, Γρηγόριο ΜΠΛΑΒΕΡΗ.
ΚΑΘ’ ΟΥ Η ΚΛΗΣΗ- ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΟΥ: 1) Ο.Τ.Α Β’ Βαθμού με την επωνυμία «Περιφέρεια Αττικής- Περιφερειακή Ενότητα Πειραιώς», ως καθολικής διαδόχου, δυνάμει του Ν.3852/2010, της τέως «ΕΝΙΑΙΑΣ ΝΟΜΑΡΧΙΑΚΗΣ ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗΣ ΑΘΗΝΩΝ – ΠΕΙΡΑΙΩΣ/ ΝΟΜΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΑΜΕΡΙΣΜΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ» που εδρεύει στον Πειραιά και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά της δικηγόρο, Αικατερίνη ΦΩΤΙΟΥ (με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.) 2) ΚΑΘ’ ΟΥ Η ΚΛΗΣΗ: Ο.ΤΑ Α’ Βαθμού με την επωνυμία «Δήμος Κορυδαλλού», ως οιονεί καθολικού διαδόχου, δυνάμει του Ν.3852 2010 καιΝ.3941/2011, της τέως «ΕΝΙΑΙΑΣ ΝΟΜΑΡΧΙΑΚΗΣ ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗΣ ΑΘΗΝΩΝ – ΠΕΙΡΑΙΩΣ/ ΝΟΜΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΑΜΕΡΙΣΜΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ» στις μισθώσεις ακινήτων για τη στέγαση δημοσίων σχολικών μονάδων, που εδρεύει στον Κορυδαλλό και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιούς του δικηγόρους Κωνσταντίνο ΠΕΝΤΑΓΙΩΤΗ και Γρηγόριο ΚΑΛΑΠΟΘΑΡΑΚΟ 3) ΚΑΘ’ ΗΣ Η ΚΛΗΣΗ- ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΗΣ: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «…………….., ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «…………….» που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό της δικηγόρο, Ηρακλή ΒΑΛΒΗ (με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).
Ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς άσκησαν α) οι …………. και ………… την με αριθ. εκθ. καταθ. …………../2005 αγωγή, β) το ΝΠΔΔ με την επωνυμία «ΕΝΙΑΙΑ ΝΟΜΑΡΧΙΑΚΗ ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗ ΑΘΗΝΩΝ-ΠΕΙΡΑΙΩΣ-ΝΟΜΑΡΧΙΑΚΌ ΔΙΑΜΕΡΙΣΜΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ» την με αριθ εκθ καταθ ……/2006 προσεπίκληση-ανακοίνωση δίκης και γ) τη ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «………….» (………) την με αριθ εκθ καταθ ……………/2006 πρόσθετη παρέμβαση. Επί των παραπάνω, εκδόθηκε η υπ΄ αριθ 135/2007 απόφαση του προαναφερόμενου Δικαστηρίου, που απέρριψε την αγωγή και δέχθηκε την ανακοίνωση δίκης-προσεπίκληση και την πρόσθετη παρέμβαση.
Την απόφαση αυτή προσέβαλαν ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου οι ως άνω ενάγοντες -καθ΄ ων η πρόσθετη παρέμβαση ……….. και ……………… με την από 5.1.2010 (αριθμ εκθ καταθ ……/2010) έφεσή τους, της οποίας δικάσιμος ορίσθηκε αρχικά η 4η.4.2019, οπότε ματαιώθηκε η συζήτηση αυτής. Με την από 29.10.2020 (αριθμ εκθ καταθ …………../2020) κλήση του εκ των εναγόντων ……………., η υπόθεση επανεισήχθη προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου στη δικάσιμο της 10ης .10.2021 και μετά από αναβολή στη δικάσιμος της 19ης.5.2022, οπότε, συζητήσεως γενομένης, εκδόθηκε η υπ΄ αριθμ 362/2022 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, που κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της υπό κρίση έφεσης.
Με την κατατεθείσα ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου από 9.2.2023 (ΓΑΚ/ΕΑΚ …………../2023) κλήση του ………….., ο οποίος είναι κατά δήλωσή του ο μοναδικός κληρονόμος και καθολικός διάδοχος της αποβιωσάσης μητέρας του (2ης εκ των εναγόντων-καθ΄ ων η πρόσθετη παρέμβαση-εκκαλούντων) ……….., η προκειμένη υπόθεση επανεισήχθη προς εκδίκαση ενώπιον τούτου του Δικαστηρίου αρχικά στη δικάσιμο της 11ης.5.2023, μετά δε από αναβολή, στη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας απόφασης.
Η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο και συζητήθηκε.
Οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων, οι οποίοι παραστάθηκαν ως ανωτέρω, ανέπτυξαν και αναφέρθηκαν στις απόψεις τους με τις έγγραφες προτάσεις που προκατέθεσαν και κατέθεσαν αντίστοιχα.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΚΑΙ ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Νόμιμα, εισάγεται ενώπιον του δικαστηρίου τούτου, με την από 9-2-2023, με αριθμ.κατάθ…………./2023 κλήση του πρώτου εκ των αρχικώς εκκαλούντων, ………….., μετά την έκδοση της υπ’αριθμ.362/2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, το οποίο λόγω καθ’ύλην αναρμοδιότητάς του, κήρυξε απαράδεκτη την συζήτηση της από 5-1-2010 (υπ’αύξ.αριθμ.έκθ.κατάθ…………./7-1-2010) έφεσης του ……….. και θανούσας μητέρας του, …………, που άσκησαν σε βάρος 1)του Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία «ΕΝΙΑΙΑ ΝΟΜΑΡΧΙΑΚΗ ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗ ΑΘΗΝΩΝ-ΠΕΙΡΑΙΩΣ/ΝΟΜΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΑΜΕΡΙΣΜΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ» και 2) της εδρεύουσας στην Αθήνα και νόμιμα εκπροσωπούμενης ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «…………..» και κατά της υπ’αριθμ.135/2007 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, έφεση, που, μετά την ματαίωση της συζήτησής της, κατά την αρχικά ορισθείσα δικάσιμο της 4-4-2019, είχε επανεισαχθεί ενώπιόν του ως άνω αναρμόδιου δικαστηρίου προς συζήτηση, με την από 29-10-2020 (υπ’αύξ.αριθμ.έκθ.κατάθ…………../29-10-2020) κλήση του πρώτου από τους εκκαλούντες.
΄Ηδη, ο πρώτος από τους εκκαλούντες, με την ως άνω, από 9-2-2023 κλήση του, που στρέφεται κατά των 1)Ο.Τ.Α. Β΄ βαθμού με την επωνυμία Περιφέρεια Αττικής-Περιφερειακή Ενότητα Πειραιώς, ως καθολικής διαδόχου, δυνάμει του ν.3852/2010, της τέως «ΕΝΙΑΙΑΣ ΝΟΜΑΡΧΙΑΚΗΣ ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗΣ ΑΘΗΝΩΝ- ΠΕΙΡΑΙΩΣ-ΝΟΜΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΑΜΕΡΙΣΜΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ», 2) Ο.Τ.Α. Α΄ βαθμού, με την επωνυμία «Δήμος Κορυδαλλού», ως οιονεί καθολικού διαδόχου, δυνάμει των ν.3852/2010 και 3941/2011, της αρχικής εναγόμενης, τέως «ΕΝΙΑΙΑΣ ΝΟΜΑΡΧΙΑΚΗΣ ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗΣ ΑΘΗΝΩΝ-ΠΕΙΡΑΙΩΣ-ΝΟΜΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΑΜΕΡΙΣΜΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ», στις μισθώσεις ακινήτων για τη στέγαση δημοσίων σχολικών μονάδων, του Δήμου Κορυδαλλού, ως νέου εφεσιβλήτου, παραδεκτά, ωστόσο, καθώς η κλήση αυτή για πρώτη φορά ως εφεσιβλήτου του εν λόγω Δήμου, εφ’όσον αυτός υπεισήλθε στη θέση του αρχικού διαδίκου, δηλαδή, της τέως «ΕΝΙΑΙΑΣ ΝΟΜΑΡΧΙΑΚΗΣ ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗΣ ΑΘΗΝΩΝ- ΠΕΙΡΑΙΩΣ-ΝΟΜΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΑΜΕΡΙΣΜΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ», γίνεται παραδεκτά και χωρίς να υπάρχει έλλειψη προδικασίας, στα πλαίσια εξέλιξης της ίδιας εκκρεμούς δίκης και 3)της εδρεύουσας στην Αθήνα και νόμιμα εκπροσωπούμενης ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «……………», ως οιονεί καθολικής διαδόχου της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «………….», επανεισάγει προς συζήτηση την ως άνω έφεση αυτού(………) και της ήδη,θανούσας μητέρας του (βλ.με αριθμ………./2017 ληξιαρχική πράξη θανάτου της Ληξιάρχου του Δήμου Νίκαιας-Αγίου Ιωάνννη Ρέντη), ………….., της οποίας ο καλών, υιός της, είναι ο μοναδικός κληρονόμος και καθολικός της διάδοχος (βλ. με αριθμ.πρωτ……./10-7-2017 πιστοποιητικό πλησιεστέρων συγγενών του Δημάρχου Κορυδαλλού και με αριθμ……./2022 πιστοποιητικό περί μη δημοσίευσης διαθήκης της Γραμματέα του Ειρηνοδικείου Νίκαιας), έφεση, που στρέφεται κατά της υπ’ αριθμ. 135/2007 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 647επ.ΚΠολΔ και, μετά από συνεκδίκαση α) της από 4-10-2005 και με αριθμ.κατάθ…………/05 αγωγής των ……….. και ……….. κατά του ΝΠΔΔ με την επωνυμία «ΕΝΙΑΙΑ ΝΟΜΑΡΧΙΑΚΗ ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗ ΑΘΗΝΩΝ- ΠΕΙΡΑΙΩΣ- ΝΟΜΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΑΜΕΡΙΣΜΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ», με αίτημα την καταβολή ετησίως αναπροσαρμοσθέντων μισθωμάτων επί μισθώσεως ακινήτου που χρησιμοποιείτο για τη στέγαση Δημοτικού σχολείου β) της από 23-2-2006 και με αριθμ.κατάθ…………../06 ανακοίνωσης δίκης-προσεπίκλησης σε αναγκαστική παρέμβαση του ΝΠΔΔ με την επωνυμία «ΕΝΙΑΙΑ ΝΟΜΑΡΧΙΑΚΗ ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗ ΑΘΗΝΩΝ-ΠΕΙΡΑΙΩΣ-ΝΟΜΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΑΜΕΡΙΣΜΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ» κατά της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «……….» και γ)της με αριθμ.κατάθ……../2006 πρόσθετης παρέμβασης της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «. ………….» κατά των ………… και ……….., απέρριψε την αγωγή ως αόριστη και έκανε δεκτές την προσεπίκληση και την πρόσθετη παρέμβαση.
Επειδή στη δίκη, η οποία δημιουργείται από τη μίσθωση και αφορά απαίτηση καταβολής μισθώματος, διάδικοι είναι ο εκμισθωτής, ως ενάγων και ο μισθωτής, ως εναγόμενος. Περαιτέρω, στις περιπτώσεις της αποκαλούμενης οιονεί καθολικής διαδοχής, με την οποία επέρχεται αυτοδίκαιη μεταφορά της έννομης ενοχικής σχέσης της μίσθωσης, ως συνόλου δικαιωμάτων και υποχρεώσεων και υποκατάσταση του παλιού υπόχρεου ως προς την καταβολή του μισθώματος, μισθωτή, από άλλον, ο δικαιούχος εκμισθωτής συνεχίζει τη δίκη κατά του νέου υπόχρεου μισθωτή, χωρίς καμμία διατύπωση, αφού δεν επέρχεται βίαιη διακοπή της δίκης, καθ’όσον ο υποκατασταθείς στη θέση του αρχικού μισθωτή, κατά τη διάρκεια της δίκης, λόγω οιονεί καθολικής του διαδοχής, στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της μίσθωσης, νέος μισθωτής είναι πλέον αυτός, με τη συντέλεση της οιονεί καθολικής του διαδοχής, το υποκείμενο του μισθωτή της συγκεκριμένης έννομης σχέσης της δίκης απαίτησης μισθωμάτων της επίδικης μίσθωσης από τον ενάγοντα εκμισθωτή αυτής. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη της παρ.4 του άρθρου 94 του ν.3852/2010(ΦΕΚ87 Α/7.6.2010) «περί Νέας Αρχιτεκτονικής της Αυτοδιοίκησης και της Αποκεντρωμένης Διοίκησης- Πρόγραμμα Καλλικράτης», στο άρθρο 75 παρ.1 του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων, υπό τον τομέα στ΄(«Παιδείας Πολιτισμού και Αθλητισμού), στις δημοτικές και κοινοτικές αρχές προστίθενται οι ακόλουθες αρμοδιότητες…,16)Η μίσθωση ακινήτων για τη στέγαση δημόσιων σχολικών μονάδων, η στέγαση και συστέγαση αυτών και σε περίπτωση συστέγασης, ο καθορισμός της αποκλειστικής χρήσης ορισμένων χώρων του διδακτηρίου, από κάθε σχολική μονάδα, καθώς και της κοινής χρήσης των υπολοίπων χώρων και των ωρών λειτουργίας της κάθε συστεγαζόμενης σχολικής μονάδας. Περαιτέρω, στη διάταξη της περ.α΄της παρ.1 του άρθρου 95 του ν.3852/2010 ορίζεται ότι «Ασκηση πρόσθετων αρμοδιοτήτων από τους δήμους 1.α)Από 1ης Ιανουαρίου 2011 ασκούνται, από τους δήμους οι πρόσθετες αρμοδιότητες που τους απονέμονται, σύμφωνα με τις παραγράφους 1(υπ’αριθμούς 11 έως και 26), 2(υπ’αριθμούς 15 έως και 28), 3(υπ’αριθμούς Β7 έως και 25), 4) 5(υπ’αριθμούς 1 έως και 7) και 6 του προηγούμενου άρθρου. Κατ’εξαίρεση ως χρόνος έναρξης άσκησης από τους δήμους της αρμοδιότητας της παρ.4 υπ’αριθμ.18 του προηγούμενου άρθρου, η οποία περιλαμβάνει και τα μουσικά και καλλιτεχνικά γυμνάσια και λύκεια, ορίζεται η 1η Ιουλίου 2011».Κατά, δε, την ακροτελεύτια διάταξη του άρθρου 286 του ν.3852/2010, η έναρξη ισχύος των ανωτέρω διατάξεών του αρχίζει από 1.1.2011.Τέλος, κατά τη διάταξη της παρ.2 του άρθρου 283 του ίδιου Νόμου ορίζεται ότι «Από την έναρξη λειτουργίας των περιφερειών καταργούνται οι ενιαίες νομαρχιακές αυτοδιοικήσεις, οι νομαρχιακές αυτοδιοικήσεις και τα νομαρχιακά διαμερίσματα. Οι περιφέρειες υπεισέρχονται αυτοδικαίως, μετά την έναρξη ασκήσεως των αρμοδιοτήτων τους, σε όλα τα δικαιώματα, περιλαμβανομένων και των εμπραγμάτων, καθώς και στις υποχρεώσεις των Νομαρχιακών Αυτοδιοικήσεων. Οι εκκρεμείς κατά την έναρξη ασκήσεως των αρμοδιοτήτων τους, δίκες των Νομαρχιακών Αυτοδιοικήσεων, συνεχίζονται αυτοδικαίως από τις ιδρυόμενες περιφέρειες, χωρίς να διακόπτονται και χωρίς να απαιτείται ειδική διαδικαστική πράξη συνέχισης για την κάθε μία από αυτές». Από τη συνδυασμένη ερμηνεία και εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων του ν.3852/2010, σαφώς συνάγεται ότι η αρμοδιότητα της μίσθωσης κτιρίων για τη στέγαση δημόσιων σχολικών μονάδων, η οποία σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 8 του π.δ.30/1996 «περί Κώδικα Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Αθηνών- Πειραιώς, ως οιονεί καθολικής διαδόχου του Δημοσίου, στο χρονικό διάστημα από 11-5-1995 μέχρι 31-12-2010 (ΕφΑθ 92/2003ΕλΔ2003, 850), κατ’άρθρ. 94 παρ.4 και 95 παρ.1 περ.α΄, 286 και 283 παρ.2 του ν.3852/2010, ανατίθεται πλέον, από 1-1-2011, στους οικείους Δήμους, ως οιονεί καθολικούς διαδόχους, όσον αφορά την αρμοδιότητα αυτή, των καταργούμενων Νομαρχιακών Αυτοδιοικήσεων, ως προς την οποία δεν υποκαθίστανται στη θέση των καταργούμενων Νομαρχιακών Αυτοδιοικήσεων οι με το ν.3852/2010 ιδρυόμενες Περιφέρειες, που υποκαθίστανται, λόγω οιονεί καθολικής διαδοχής, στη θέση των καταργούμενων Νομαρχιακών Αυτοδιοικήσεων και συνεχίζουν τις εκκρεμείς δίκες, μόνον ως προς τις αρμοδιότητες και τις εκκρεμείς δίκες, που αφορούν τις αρμοδιότητες των καταργούμενων Νομαρχιακών Αυτοδιοικήσεων, οι οποίες με το ν.3852/2010 διατηρούνται στις, με το νόμο αυτό ιδρυόμενες Περιφέρειες (ΕφΠειρ186/2016, αδημ.).Κατόπιν αυτών, ως προς τις ήδη συναφθείσες συμβάσεις μισθώσεως με το ως άνω αντικείμενο επέρχεται εφεξής διαδοχή ex lege ως προς το πρόσωπο του μισθωτή, ο οποίος πλέον είναι ο ΟΤΑ Α` βαθμού, στην περιφέρεια του οποίου κείται το ακίνητο, το οποίο στεγάζει σχολική μονάδα και ως προς τις ήδη γεγεννημένες αξιώσεις επέρχεται ex lege αναδοχή χρέους από το Δήμο, με την έννοια του άρθρου 471 ΑΚ.
Στην προκείμενη περίπτωση, που με την από 9-2-2023 κλήση του, ο ενάγων και ήδη, εκκαλών στρέφεται κατά του πρώτου καθ’ου η κλήση, Ο.Τ.Α. Β΄ βαθμού με την επωνυμία Περιφέρεια Αττικής-Περιφερειακή Ενότητα Πειραιώς, ως καθολικής διαδόχου, δυνάμει του ν.3852/2010, της τέως «ΕΝΙΑΙΑΣ ΝΟΜΑΡΧΙΑΚΗΣ ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗΣ ΑΘΗΝΩΝ- ΠΕΙΡΑΙΩΣ-ΝΟΜΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΑΜΕΡΙΣΜΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ», επαναφέροντας προς συζήτηση την από 5-1-2010 και στρεφόμενη κατά της οιονεί καθολικής διαδόχου του Δημοσίου, κατά το χρονικό διάστημα από 11-5-1995 έως 31-12-2010, Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Αθηνών-Πειραιώς, έφεση, αναρμοδίως, ήδη, στρέφεται κατά της με το ν.3852/2010, από 1-1-2011 ιδρυθείσας Περιφέρειας, με την ένδικη κλήση, καθώς σύμφωνα με όσα εκτίθενται στην ως άνω νομική σκέψη, από 1-1-2011 η αρμοδιότητα των καταργούμενων Νομαρχιακών Αυτοδιοικήσεων αναφορικά με μισθώσεις κτιρίων για τη στέγαση δημόσιων σχολικών μονάδων, όπως η ιστορούμενη στην από 4-10-2005 μισθωτική αγωγή επί της οποίας εκδόθηκε η εκκαλούμενη απόφαση, από 1-1-2011 ρητώς ανατέθηκε με το ν.3852/2010, στους Δήμους, χωρίς να έχουν υποκατασταθεί στην θέση των καταργηθέντων Νομαρχιακών Αυτοδιοικήσεων, ως προς την αρμοδιότητα αυτή και οι με το ν.3852/2010 ιδρυθείσες περιφέρειες. Επομένως, ενόψει του ότι μόνον και αποκλειστικά ο δεύτερος καθ’ου κλήση, Ο.Τ.Α. Α΄Βαθμού, με την επωνυμία «Δήμος Κορυδαλλού» νομιμοποιείται παθητικά, με βάση την επικαλούμενη μισθωτική σύμβαση για τη στέγαση του αναφερόμενου στην αγωγή δημοτικού σχολείου, ευθυνόμενος, με βάση στερητική αναδοχή χρέους, ως οιονεί καθολικός διάδοχος της καταργηθείσας Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης, πρέπει η κλήση ως προς τον πρώτο καθ’ου Ο.Τ.Α. Β΄ βαθμού, με την επωνυμία «Περιφέρεια Αττικής-Περιφερειακή Ενότητα Πειραιώς», όπως και η ένδικη έφεση, ως προς τον συγκεκριμένο Ο.Τ.Α. Β΄βαθμού, λόγω έλλειψης παθητικής του νομιμοποίησης, να απορριφθεί.
Η ένδικη έφεση ασκήθηκε από τους εκκαλούντες νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 495 παρ. 1, 2, 499, 511, 513 παρ. 1β, 516 παρ. 1, 517 και 518 παρ. 2 του ΚΠολΔ), αρμοδίως, δε, φέρεται προς εκδίκαση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (άρθρο 19 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με το άρθρο 4 παρ.2 του Ν.3994/2011, ενόψει της άσκησης της έφεσης, προ της 27-7-2011). Πρέπει, επομένως, η έφεση αυτή να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί, περαιτέρω, κατά την ίδια ως άνω διαδικασία, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 533 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Επειδή οι μισθώσεις ακινήτων, οι οποίες συνάπτονται για εγκατάσταση γενικώς εκπαιδευτηρίων και παιδικών σταθμών υπάγονται στις διατάξεις του π.δ.34/1995 «Κωδικοποίηση διατάξεων νόμων περί εμπορικών μισθώσεων» (ΦΕΚ 30 Α΄/10-2-1995), κατά τη διάταξη του άρθρου 1 παρ.1β του ως άνω προεδρικού διατάγματος(ΑΠ349/1996ΕλΔ37, 1591). Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 7 του π.δ.34/1995 «1.Το μίσθωμα κατά τη σύναψη της σύμβασης καθορίζεται ελεύθερα από τους συμβαλλόμενους και αναπροσαρμόζεται κατά τα χρονικά διαστήματα και το ύψος που ορίζεται στη σύμβαση….2.Σε περίπτωση που δεν υπάρχει συμφωνία αναπροσαρμογής του μισθώματος ή αυτή έχει εξαρτηθεί από άκυρη ρήτρα, η αναπροσαρμογή γίνεται μετά διετία από την έναρξη της σύμβασης και καθορίζεται σε ποσοστό ετησίως, όχι κατώτερο του έξι τοις εκατό(6%) της αντικειμενικής αξίας του μισθίου και για τους ακάλυπτους χώρους του τέσσερα τοις εκατό (4%) και στις περιοχές που δεν ισχύει το σύστημα αυτό, της αγοραίας αξίας τους, εκτός αν συντρέχουν εξαιρετικοί λόγοι που επιβάλλουν διαφορετική ρύθμιση και οι οποίοι πρέπει να μνημονεύονται στη σύμβαση. Η αληθινή έννοια του προηγούμενου εδαφίου είναι ότι είναι ισχυρή η τιμαριθμική ρήτρα αναπροσαρμογής μισθώματος, η οποία περιέχεται στην μισθωτική σύμβαση, έστω και αν αυτή συμφωνήθηκε πριν από την 1η Μαΐου 1992. 3. Περαιτέρω αναπροσαρμογή του οριζόμενου κατά τις διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου μισθώματος γίνεται κάθε έτος και ανέρχεται σε ποσοστό εβδομήντα πέντε τοις εκατό(75%) του τιμαρίθμου του κόστους ζωής, όπως αυτό έχει καθορισθεί από την Τράπεζα της Ελλάδος για τους αμέσως προηγούμενους δώδεκα(12)μήνες. Η αληθινή έννοια του προηγούμενου εδαφίου είναι ότι αυτό εφαρμόζεται και σε περίπτωση που το συμφωνημένο μίσθωμα υπερβαίνει το έξι τοις εκατό (6%) της αντικειμενικής αξίας του μισθίου ή της αγοραίας αξίας, όπου δεν ισχύει το σύστημα αυτό.4.Σε κάθε περίπτωση μπορεί να ζητηθεί αναπροσαρμογή του μισθώματος με τη συνδρομή του άρθρου 388 του Αστικού Κώδικα.5.Το εκάστοτε αναπροσαρμοζόμενο μίσθωμα καθίσταται απαιτητό από την κοινοποίηση της έγγραφης όχλησης του εκμισθωτή». Από τη διάταξη του άρθρ.7 παρ.1 του ως άνω π.δ/τος προκύπτει ότι ο νόμος δίδει προβάδισμα στην ιδιωτική βούληση και ότι οι συμβαλλόμενοι έχουν πλήρη ελευθερία ως προς το χρόνο σύναψης της συμφωνίας, ως προς το περιεχόμενό της και το ύψος του μισθώματος, αφού λειτουργεί πλήρως η αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων (ΑΠ996/2011, ΜΕφΑθ2979/2022αδημ.). Η διάταξη του άρθρ.7 του ως άνω π.δ/τος έχει εφαρμογή τόσο στις παλιές όσο και στις νέες μισθώσεις, που συνάπτονται μετά την ισχύ του ν.4242/2014. Αν υπάρχει συμφωνία για τον τρόπο αναπροσαρμογής του μισθώματος, δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρ.7-10 του ως άνω διατάγματος, τα οποία καθορίζουν τον τρόπο αναπροσαρμογής μόνο σε περίπτωση που δεν υπάρχει σχετική συμφωνία ή η συμφωνία αυτή είναι άκυρη (βλ.άρθρ.7 παρ.2 π.δ.34/1995, ΑΠ736/2012ΕλΔ2012, 1019, ΑΠ177/2003 ΕλΔ2003, 1345).΄Ετσι, όταν υπάρχει συμφωνία για σταδιακή αναπροσαρμογή, δεν απαιτείται κοινοποίηση έγγραφης όχλησης του εκμισθωτή προκειμένου να καταστεί απαιτητό το εκάστοτε αναπροσαρμοζόμενο μίσθωμα, όπως επιτάσσει η διάταξη της παρ.5 του άρθρ.7 του ως άνω π.δ., για τις περιπτώσεις που δεν υπάρχει συμφωνία των μερών για την αναπροσαρμογή του μισθώματος (ΑΠ736/2012ό.π.).Μετά το ν.2041/1992 προβλέπεται έτσι, πλέον, νομοθετική αναπροσαρμογή του μισθώματος μόνο:α) αν δεν έχει προβλεφθεί συμβατική αναπροσαρμογή, β)αν η αναπροσαρμογή εξαρτήθηκε από άκυρη ρήτρα. Σ’αυτές τις περιπτώσεις το άρθρ.7 π.δ.34/1995 (5 παρ.2 εδ.α΄ν.813/1978 όπως αντικ. από το άρθρ.1 ν.2041/1992) προβλέπει δύο διαδικασίες αναπροσαρμογής του μισθώματος; α)την πρώτη αναπροσαρμογή μετά πάροδο διετίας και β) τις μεταγενέστερες ετήσιες αναπροσαρμογές. Αν το μίσθωμα είναι ήδη μεγαλύτερο του 6%, τότε ο εκμισθωτής δεν δικαιούται αναπροσαρμογή για το τρίτο έτος παρά μόνο με βάση τα άρθρ.288, 388 ΑΚ. Για τα επόμενα από την τριετία στάδια, το μίσθωμα αναπροσαρμόζεται με βάση το 75% του τιμαρίθμου (άρθρ.7 παρ.3 εδ.β΄π.δ.34/1995, 2 παρ.28 ν.2235/1994). Αναπροσαρμογή με βάση το 75% του τιμαρίθμου, μπορεί να ζητηθεί και σε περίπτωση που το μίσθωμα έχει καθορισθεί με δικαστική απόφαση (ΕφΠειρ37/1996ΕλΔ1996,703). Στην περίπτωση της πρώτης αναπροσαρμογής του άρθρου 7 παρ.2 π.δ.34/1995(δηλ. σε ποσοστό 6% ή 4%, αντίστοιχα επί των άνω προσδιοριζόμενων αξιών), το μίσθωμα που θα προκύψει κατ’εφαρμογή των στοιχείων εξειδίκευσης, που εισάγει το άρθρ.8 του ν.2041/1992, γίνεται απαιτητό από την κοινοποίηση σχετικής έγγραφης όχλησης του εκμισθωτή(άρθρ.7 παρ.5 π.δ.34/1995), ο οποίος αν βραδύνει να τη γνωστοποιήσει στον μισθωτή, υφίσταται την οικονομική απώλεια, που αντιστοιχεί στον χρόνο της καθυστέρησής του. Εντεύθεν έπεται ότι το μίσθωμα αναπροσαρμόζεται από τις παραπάνω χρονικές στιγμές και ότι ο εκμισθωτής με την έγγραφη όχληση μπορεί να ζητήσει το μίσθωμα στο ύψος που έχει αναπροσαρμοστεί αυτομάτως και στη συνέχεια με τις ετήσιες αυξήσεις στο 75% του τιμαρίθμου ( ΑΠ99-100/2022). Το αυτόματα αναπροσαρμοζόμενο μίσθωμα γίνεται απαιτητό μόνο από την κοινοποίηση έγγραφης όχλησης του εκμισθωτή, σύμφωνα με το άρθρο 7 παρ.5 π.δ.34/1995 και αρχίζει να οφείλεται από την περιέλευσή της στον μισθωτή (ΕφΑθ 7952/2006 ΝοΒ 55,134, ΕφΑθ11853/1995ΕΔΠ1997,89), η οποία επιδίδεται σ’αυτόν με δικαστικό επιμελητή (ΕφΑθ6222/1994ΕλΔ1995, 1617, ΕφΑθ6904/1993αδημ.). Το ληξιπρόθεσμο του μισθώματος εξαρτάται από τον χρόνο που, κατά το άρθρ.595ΑΚ, έχει συμφωνηθεί για την καταβολή του (ΑΠ804/1997ΕλΔ1998, 116). Το έγγραφο και η επίδοσή του αποτελούν συστατικό τύπο, η μη τήρηση του οποίου δεν επιφέρει το οριζόμενο στο νόμο αποτέλεσμα (βλ.Ι.Κατρά, «Αστικές και Νέες Εμπορικές Μισθώσεις», Δ΄έκδ. παρ.54 , σ.741).΄Οχληση αποτελεί και η επίδοση της σχετικής αγωγής, με την οποία δεν μπορεί να ζητηθεί αναπροσαρμογή για διάστημα προγενέστερο της επίδοσης της αγωγής (ΕφΑθ7952/2006 ό.π.). Η αναπροσαρμογή του μισθώματος συντελείται αυτοδικαίως μετά διετία από την έναρξη της μίσθωσης (ΕφΑθ 6489/01ΕΔΠ 2003,176), ανεξάρτητα από οποιαδήποτε όχληση ή προηγούμενη αναπροσαρμογή. Όμως το αναπροσαρμοσμένο μίσθωμα καθίσταται ληξιπρόθεσμο και απαιτητό από την επίδοση έγγραφης όχλησης του εκμισθωτή, με συνέπεια, αν δεν προηγηθεί αυτή να υπάρχει απλώς απώλεια για τον εκμισθωτή του αναπροσαρμοσμένου μισθώματος μόνο για τον χρόνο που δεν προηγήθηκε η όχληση (ΑΠ1256/2007, ΑΠ349/2006ΕλΔ, ΕφΑθ6489/2001 ΕΔΠ2003,176).΄Ετσι, τυχόν αγωγή για αναπροσαρμογή του μισθώματος με βάση το άρθρ.7 π.δ.34/1995, δεν είναι διαπλαστική αλλά είναι αναγνωριστική ή ενδεχομένως καταψηφιστική (ΑΠ871/2003ΕλΔ2003, 1623, ΑΠ915/2000ΕλΔ2001, 146, ΕφΑθ 8846/2006 ΕλΔ2007, 921). Για να είναι ορισμένη και παραδεκτή κατά τύπους, η αγωγή αναπροσαρμογής του μισθώματος με βάση το άρθρο 7 παρ.2 π.δ.34/1995, πρέπει στο δικόγραφο αυτής, εκτός των άλλων, να αναφέρονται α)η ύπαρξη έγκυρης σύμβασης μίσθωσης και η πάροδος διετίας από την έναρξή της, β) η μη ύπαρξη συμφωνίας αναπροσαρμογής του μισθώματος, γ) η αντικειμενική ή αγοραία, ανάλογα αξία του μισθίου ακινήτου, δ)το μίσθωμα που προκύπτει με βάση το ποσοστό 6% της αξίας του μισθίου (ΑΠ 615/2000 ΕλΔ2001, 145) και ο τρόπος υπολογισμού του (ΑΠ 1675.2001ΕλΔ2004, 161) με βάση τον τύπο και τους συντελεστές του άρθρ.8 π.δ.34/1995(επιφάνεια μισθίου, τιμή ζώνης, συντελεστές παλαιότητας, ορόφου, εμπορικότητας κλπ και ε)αίτημα να αναγνωρισθεί το ύψος του μισθώματος. To ως άνω, πρώτο εδάφιο της παραγράφου 3 του άρθρου 7 του π.δ.34/1995 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 7 παρ.10 ν.2741/1999 (ΦΕΚ Α΄199/28-9-1999) ως εξής:: «Περαιτέρω αναπροσαρμογή του οριζόμενου κατά τις διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου μισθώματος γίνεται κάθε έτος και ανέρχεται σε ποσοστό εβδομήντα πέντε τοις εκατό(75%) της μεταβολής του Δείκτη Τιμών Καταναλωτή του μήνα της αναπροσαρμογής σε σχέση με τον αντίστοιχο μήνα του προηγούμενου έτους (απλή δωδεκάμηνη μεταβολή), όπως αυτή υπολογίζεται από την Εθνική Στατιστική Υπηρεσία της Ελλάδος (Ε.Σ.Υ.Ε.)». Μετά την πάροδο έτους από την πρώτη αναπροσαρμογή της διετίας η αναπροσαρμογή γίνεται αυτόματα με τη συμπλήρωση κάθε έτους από την προηγούμενη αναπροσαρμογή (ΑΠ 923/1998ΕλΔ1998, 1593), ανεξάρτητα από οποιαδήποτε όχληση. Το κατ’έτος, ωστόσο, αναπροσαρμοζόμενο μίσθωμα καθίσταται ληξιπρόθεσμο και απαιτητό με την όχληση του εκμισθωτή κατά το άρθρ.7 παρ.5 π.δ.34/1995 που καθιστά τον μισθωτή υπερήμερο, ως προς την καταβολή του (ΑΠ 106/1996 ΕλΔ1996,1079). Οι επόμενες ετήσιες αναπροσαρμογές θα γίνονται από τότε που λήγει η προηγούμενη ετήσια αναπροσαρμογή, ανεξάρτητα από το αν άσκησε ο εκμισθωτής για τον προηγούμενο χρόνο εγκαίρως ή όχι τα δικαιώματά του (ΕφΑθ 2242/1998ΕλΔ1998, 1391). Η αναπροσαρμογή θα υπολογισθεί επί μισθώματος τουλάχιστον 6% της αξίας του μισθίου (ΑΠ 280/1999 Ελδ1999,1352). ΄Ετσι, αν το καταβαλλόμενο μίσθωμα είναι μικρότερο από 6% ενώ δεν συντρέχουν προς τούτο εξαιρετικοί λόγοι, ο εκμισθωτής μπορεί να ζητήσει τη διαφορά του μισθώματος μέχρι το 6%, καθώς και την αύξηση του 75% του τιμαρίθμου. Αν το μίσθωμα είναι μεγαλύτερο από το 6% της αντικειμενικής αξίας η αναπροσαρμογή υπολογίζεται επί του μισθώματος αυτού και όχι επί του μισθώματος που αντιστοιχεί στο 6%. Αυτό καθορίστηκε ρητά και με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ.28 ν.2235/1994 (άρθρ. 7 παρ.3 εδ.β΄π.δ. 34/1995) που όρισε ότι η αληθινή έννοια του νόμου είναι ότι η ετήσια αναπροσαρμογή επέρχεται και σε περίπτωση που το μίσθωμα υπερβαίνει το 6% της αντικειμενικής αξίας. Αν κάποιο μισθωτικό έτος ο εκμισθωτής δεν ζητήσει την αναπροσαρμογή του 75% του τιμαρίθμου, μπορεί την επόμενη χρονιά να υπολογίσει την αναπροσαρμογή και με βάση την αύξηση που δεν ζήτησε την προηγούμενη χρονιά (ΕφΑθ2242/1998 ό.π.). Αν ο εκμισθωτής βραδύνει να προβεί σε όχληση, υφίσταται οικονομική απώλεια, που αντιστοιχεί στον χρόνο της καθυστέρησής του. Επομένως, καθίσταται σαφές ότι το μίσθωμα αναπροσαρμόζεται αυτόματα και ότι ο εκμισθωτής με την όχλησή του μπορεί να ζητήσει το μίσθωμα στο ύψος που έχει αυτομάτως αναπροσαρμοσθεί. ΄Ετσι, αν ο εκμισθωτής αμέλησε επί 5ετία να προβεί σε όχληση του μισθωτή μπορεί να ζητήσει το μίσθωμα όπως αυτό έχει ήδη διαμορφωθεί με βάση τις ετήσιες αναπροσαρμογές της 5ετίας. Είναι συνεπώς εσφαλμένη η άποψη ότι για να ζητηθεί η αύξηση του 75% πρέπει προηγουμένως να ζητηθεί η αύξηση του 6% και να παρέλθει έτος από αυτή. Η νόμιμη αναπροσαρμογή λόγω παρόδου έτους εφαρμόζεται και σε περίπτωση που λήξει η συμφωνία αναπροσαρμογής.΄Ετσι αν το μίσθωμα με νεότερη συμφωνία αυξήθηκε, χωρίς όμως να ορισθεί διάρκεια του νέου μισθώματος, τότε μετά την πάροδο έτους από τη νεότερη συμφωνία, ο εκμισθωτής μπορεί να ζητήσει αναπροσαρμογή με βάση το 75% του τιμαρίθμου, η οποία θα υπολογισθεί επί του τελευταίου συμφωνηθέντος μισθώματος (βλ. Ι. Κατρά «ΑΣΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΝΕΕΣ ΕΜΠΟΡΙΚΕΣ ΜΙΣΘΩΣΕΙΣ», έκδ.Δ΄, σελ.746).
Στην προκείμενη περίπτωση, με την από 4-10-2005 (υπ’ αριθμ. κατάθ………/2005) αγωγή που άσκησαν οι ενάγοντες, ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, αρχικά κατά του ΝΠΔΔ με την επωνυμία «ΕΝΙΑΙΑ ΝΟΜΑΡΧΙΑΚΗ ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗ ΑΘΗΝΩΝ-ΠΕΙΡΑΙΩΣ-ΝΟΜΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΑΜΕΡΙΣΜΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ» και κατ’ορθή εκτίμηση του δικογράφου της, ιστορούσαν ότι ήταν εκμισθωτές με αρχικό μισθωτή το Ελληνικό Δημόσιο, των δύο περιγραφόμενων ακινήτων, που βρίσκονται αμφότερα στον ….. Αττικής, στα οποία στεγάζεται το ….. Δημοτικό Σχολείο ……. και συγκεκριμένα, 1) ενός ισογείου κτιρίου, με προαύλιο χώρο, το οποίο είχε εκμισθωθεί το 1940 από τον πατέρα του πρώτου και σύζυγο της δεύτερης, για στέγαση δημοσίου διδακτηρίου(σχολείου) και για χρονικό διάστημα πέντε ετών και αρχικό μίσθωμα 4.500 δραχμών, μηνιαίως, ενώ μετά το θάνατο του δικαιοπαρόχου τους, το 1969, οι ίδιοι συνέχισαν ως εκμισθωτές τη μισθωτική σχέση, και 2) του πρώτου ορόφου του ως άνω ισογείου, αρχικού μισθίου, τον οποίο ανέγειραν το 1970, επί τη βάσει του από 22-10-1970 μισθωτηρίου, για την κατ’επέκταση στέγαση του ίδιου σχολείου, μέχρι τη λήξη της πρώτης ως άνω κύριας μίσθωσης, αντί αρχικού μηνιαίου μισθώματος 4.400 δραχμών.΄Ότι την πλήρη κυριότητα και νομή επί όλου του μισθίου απόκτησαν εξ αδιαιρέτου, οι ενάγοντες, ο πρώτος κατά 75% και η δεύτερη κατά 25%, εκ κληρονομίας του δικαιοπαρόχου τους, …………, με βάση την αναφερόμενη συμβολαιογραφική πράξη αποδοχής, που μεταγράφηκε νόμιμα. Ότι στη θέση του αρχικού μισθωτού, Ελληνικού Δημοσίου, υπεισήλθε αυτοδικαίως η εναγόμενη, Νομαρχία Πειραιώς, ως διάδοχός του, ότι οι μισθώσεις αυτές παρατάθηκαν αυτοδικαίως και συνεχίζονταν μέχρι το χρόνο άσκησης της αγωγής, αφού δεν καταγγέλθηκαν από κάποιο από τα συμβαλλόμενα μέρη και ότι η Νομαρχία, μέχρι το χρόνο άσκησης της αγωγής, χρησιμοποιούσε τα μίσθια ανελλιπώς. Ότι τα ως άνω μισθώματα αναπροσαρμόστηκαν κατ’επανάληψη και, την 1-1-1991, με την υπ’αριθμ. 823/92 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, το μίσθωμα καθορίστηκε στο ποσό των 147.514 δραχμών για το πρώτο και 142.290 δραχμών για το δεύτερο, πλέον 36.936 δραχμών, για το προαύλιο και ότι, έκτοτε καταβαλόταν το 75% του τιμαρίθμου. Ότι από 1-6-1997 με νεότερη συμφωνία, το μίσθωμα αναπροσαρμόστηκε και καθορίστηκε συνολικά και ενιαία και για τα δύο μίσθια κτίρια μαζί με τον προαύλιο χώρο, στο ποσό των 473.972 δραχμών, μίσθωμα το οποίο έκτοτε δεν αναπροσαρμόστηκε. Ότι, περαιτέρω, με την 10421119/2792/0010/6-5-1997 κοινή υπουργική απόφαση, κηρύχθηκε αναγκαστική απαλλοτρίωση υπέρ και με δαπάνες του …………, για ανέγερση διδακτηρίου δημοσίου εκπαιδευτηρίου, που αφορούσε ολόκληρο το οικόπεδο μετά των υπερκειμένων μισθίων κτιρίων.΄Οτι με την 3248/25-5-2000 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς καθορίστηκε προσωρινή τιμή μονάδας αποζημίωσης για οικόπεδο και κτίσματα, η οποία και παρακατατέθηκε στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων και, η παρακατάθεση δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ. Ότι με τη συντέλεση της απαλλοτρίωσης έπαυσε από 1-10-2001 και η καταβολή μισθωμάτων, ενώ ούτε την αποζημίωση αυτή εισέπραξαν ποτέ, παρά το ότι είχαν αναγνωριστεί δικαστικά, ως δικαιούχοι της, διότι εκκρεμούσε στο Συμβούλιο της Επικρατείας αίτηση ακύρωσης κατά της απαλλοτρίωσης, που είχε εκδικαστεί στις 28-11-2000. Ότι με την 2485/2003 απόφαση του ΣτΕ ακυρώθηκε η απαλλοτρίωση, ως μη νόμιμη και, συνεπώς επανήλθαν τα πράγματα στην προηγούμενη της απαλλοτρίωσης κατάσταση και αναβίωσε αναδρομικά η μισθωτική σχέση. ΄Ότι, μόλις έλαβαν γνώση της απόφασης, με την με αριθμ.πρωτ………/2004 αίτησή τους ζήτησαν από την εναγόμενη Νομαρχία όλα τα μισθώματα, που τους είχαν περικοπεί, καθώς και τα μελλοντικά, περαιτέρω, δε, και την νόμιμη προσαύξηση των μισθωμάτων με το 75% του ετήσιου τιμαρίθμου από 1.7.1998, που συμπληρώθηκε έτος από τον τελευταίο καθορισμό μισθώματος και εφεξής, αίτημα που επανέλαβαν, χωρίς να λάβουν απάντηση. Με βάση το ιστορικό αυτό και μετά από παραδεκτή διευκρίνιση-περιορισμό των αιτημάτων της αγωγής τους(άρθρ.223, 294, 295 παρ.1, 297 και 591 παρ.1 ΚΠολΔ), οι ενάγοντες ζητούσαν 1)Διαφορές από τη νόμιμη αναπροσαρμογή του 75% του τιμαρίθμου του κόστους ζωής, για το διάστημα που τους είχε καταβληθεί ολόκληρο το τελευταίο, καθορισμένο από 1.7.1997 μίσθωμα των 473.792 δραχμών, το οποίο ουδέποτε, έκτοτε, αναπροσαρμόστηκε, ως εξής: Για τα χρονικά διαστήματα α) από 1.7.1998 μέχρι 30.6.1999 (που συμπληρώθηκε έτος από τον χρόνο καθορισμού του μισθώματος) με ετήσια αύξηση τιμαρίθμου 5,1% ( σε σχέση με τον αντίστοιχο μήνα του προηγούμενου έτους) τη συνολική διαφορά των 217.471δρχ. (=638,21ευρώ).β)Από 1.7.1999 μέχρι 30.6.2000, με ετήσια μεταβολή τιμαρίθμου 2,1%, τη συνολική διαφορά των 92.976δρχ. (=272,85ευρώ).γ) Από 1.7.2000 μέχρι 30.6.2001, με ετήσια μεταβολή τιμαρίθμου 2,7%, τη συνολική διαφορά των 121.416 δρχ. (=356,31ευρώ).δ) Από 1.7.2001 μέχρι 30.9.2001, με ετήσια μεταβολή τιμαρίθμου 3,9%, τη συνολική διαφορά των 44.733 δρχ. (= 131,27ευρώ) και συνολικά, ως διαφορές μισθωμάτων, μετά τον υπολογισμό της ετήσιας τιμαριθμικής αναπροσαρμογής, για το χρονικό διάστημα από 1.7.1998 μέχρι 30.9.2001, οι ενάγοντες ζητούσαν το ποσό των 476.596 δρχ.(=1.398,67 ευρώ). 2)Για το διάστημα από 1.10.2001 μέχρι 30.6.2006, χρονικό διάστημα, κατά το οποίο ιστορούσαν ότι δεν καταβλήθηκε οποιοδήποτε ποσό, ζητούσαν για οφειλόμενα πλήρη μισθώματα, ως ακολούθως: α)Από 1.10.01 μέχρι 31.10.2001, ζητούσαν, ως μηνιαίο μίσθωμα, το ποσό των 417.667 δρχ., ισόποσο σε ευρώ1.225,73, καθώς δεν υπολογίζονται δύο αίθουσες, που λόγω ζημιών από σεισμό είχαν δοθεί προς επισκευή. Από 1.11.2001 μέχρι 30.6.2002, ως μηνιαίο μίσθωμα, ως άνω, για όλο το μίσθιο, 524.692 δρχ.(=1.539,82 ευρώ) και συνολικά, για Νοέμβριο 2001 μέχρι 30.6.2002 το ποσό των 12.318,56 ευρώ. β)Από 1.7.2002 μέχρι 30.6.2003, με ετήσια αύξηση τιμαρίθμου 3,3%, νόμιμη προσαύξηση 2,475%, επί του διαμορφωθέντος μισθώματος των 1.539,82 ευρώ=38,11ευρώ μηνιαία διαφορά και νέο μίσθωμα 1.577,93 ευρώ, το συνολικό ποσό των 18.935,16 ευρώ. γ) Από 1.7.2003 μέχρι 30.6.2004, με ετήσια αύξηση τιμαρίθμου 3,6%, νόμιμη προσαύξηση 2,7% επί του διαμορφωθέντος μισθώματος των 1.577,93 ευρώ=42,60 ευρώ μηνιαία διαφορά και νέο μίσθωμα 1.620,53 ευρώ, το συνολικό ποσό των 19.446,36 ευρώ. δ)Από 1.7.2004 μέχρι 30.6.2005, με ετήσια αύξηση τιμαρίθμου 2,9% νόμιμη προσαύξηση μισθώματος 2,175% επί του διαμορφωθέντος μισθώματος των 1.620,53 ευρώ=35,25 ευρώ μηνιαία διαφορά και νέο μίσθωμα 1.655,78 ευρώ, το συνολικό ποσό των 19.869,36 ευρώ.ε) Από 1.7.2005 μέχρι 30.6.2006, με ετήσια αύξηση τιμαρίθμου 3,9% και νόμιμη προσαύξηση 2,925 % επί του διαμορφωθέντος μισθώματος των 1.655,78 ευρώ=48,43 ευρώ μηνιαία διαφορά και νέο μίσθωμα 1.704,21 ευρώ, το συνολικό ποσό των 20.450,52 ευρώ και συνολικά, για τα μη καταβληθέντα μισθώματα του διαστήματος από 1.10.2001 μέχρι 30.6.2006, το ποσό των 92.215,69 ευρώ, πλέον των διαφορών από την οφειλόμενη νόμιμη αναπροσαρμογή του διαστήματος από 1.7.1998 μέχρι 30.9.2001 (1.398,67ευρώ) και ως εκ τούτου συνολικά, εζητείτο το ποσό των 93.644,36 ευρώ, κατά την αναλογία συνιδιοκτησίας κάθε ενάγοντος(75% και 25%) επί του μισθίου, άλλως και στην περίπτωση της μη ισχύουσας μισθωτικής σχέσης, κατά το χρόνο που είχε συντελεσθεί η απαλλοτρίωση, έστω και αν αυτή ακυρώθηκε εκ των υστέρων, ζητούν το ποσό αυτό, κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, δοθέντος ότι το εναγόμενο χρησιμοποίησε το ακίνητό τους για εξυπηρέτηση των σκοπών του, χωρίς να καταβάλει οποιοδήποτε ποσό, που θα κατέβαλε με έγκυρη μισθωτική σχέση για ομοειδές ακίνητο, σε βάρος της περιουσίας τους, το ποσό, δε, αυτό ζητούσαν να τους επιδικασθεί με τους νόμιμους τόκους υπερημερίας, συντρέχοντος για την καταβολή του ως άνω συνολικού ποσού, σπουδαίου λόγου, αφού τα μισθώματα αυτά ήταν απολύτως αναγκαία για τη συντήρησή τους και, τέλος, ζητούσαν να καταδικαστεί το εναγόμενο στα δικαστικά τους έξοδα.
Με την από 23-2-2006 ανακοίνωση δίκης-προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση, που κατατέθηκε ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με αριθμ. ……./2006, το εναγόμενο, ανακοινώνον τη δίκη και προσεπικαλούν σε πρόσθετη παρέμβαση, νπδδ με την επωνυμία «ΕΝΙΑΙΑ ΝΟΜΑΡΧΙΑΚΗ ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗ ΑΘΗΝΩΝ-ΠΕΙΡΑΙΩΣ-ΝΟΜΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΑΜΕΡΙΣΜΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ» ιστορούσε ότι η εταιρεία με την επωνυμία «………….», υπέρ και με δαπάνες της οποίας κηρύχθηκε η αναφερόμενη στην αγωγή αναγκαστική απαλλοτρίωση για ανέγερση δημόσιου εκπαιδευτηρίου, που αφορούσε ολόκληρο το οικόπεδο μετά των υπερκείμενων μίσθιων κτιρίων και η οποία με το αναφερόμενο από 13-12-2001 έγγραφό της γνωστοποιούσε στην προσεπικαλούσα Νομαρχία ότι από 18-10-2001 και εφ’εξής η τελευταία απαλλασσόταν από οποιαδήποτε καταβολή μισθωμάτων στον πρώην ιδιοκτήτη, καθ’όσον η έκταση στην οποία ήταν το ακίνητο ήταν πλέον ιδιοκτησίας της.΄ Ότι εν συνεχεία η …… στις 25-12-2004 με έγγραφό της, την ενημέρωνε ότι η απαλλοτρίωση δεν έγινε δεκτή και να συγκληθεί εκ νέου επιτροπή για εξεύρεση άλλου σχολείου, όμως η προσεπικαλούσα είχε με το από 16-3-2001 πρωτόκολλο παράδοσης και παραλαβής προβεί στην παράδοση του κτιρίου προς τους ιδιοκτήτες, ζητούσε, δε, να υποχρεωθεί η …………… να μετάσχει στη δίκη, ασκώντας πρόσθετη παρέμβαση, άλλως να στερηθεί του δικαιώματος να ασκήσει τριτανακοπή κατά της απόφασης που θα εκδιδόταν.
Με την από 22-3-2006 πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της «ΕΝΙΑΙΑΣ ΝΟΜΑΡΧΙΑΚΗΣ ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗΣ ΑΘΗΝΩΝ-ΠΕΙΡΑΙΩΣ-ΝΟΜΑΡΧΙΑΚΟΥ ΔΙΑΜΕΡΙΣΜΑΤΟΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ», η προσθέτως παρεμβαίνουσα, «……………..», για τους αναφερόμενους λόγους ζήτησε την απόρριψη της αγωγής.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με την εκκαλούμενη απόφαση, αφού συνεκδίκασε την από 4-1-2005 αγωγή, την από 23-2-2006 ανακοίνωση της δίκης με προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση και την από 23-2-2006 πρόσθετη παρέμβαση, απέρριψε την αγωγή ως αόριστη και έκανε δεκτές την ανακοίνωση της δίκης με προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση και την πρόσθετη παρέμβαση.
Με την υπό κρίση έφεση και για τους σ’αυτήν αναφερόμενους λόγους, που βάλλουν κατά του κεφαλαίου της εκκαλούμενης απόφασης, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή ως αόριστη, ζητούν να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη και να γίνει δεκτή η αγωγή τους και απορριφθούν η ανακοίνωση της δίκης με προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση και η πρόσθετη παρέμβαση.
Με βάση το περιεχόμενο της αγωγής, όπως αυτό συμπληρώθηκε-διευκρινίστηκε με τις προτάσεις των εναγόντων, οι τελευταίοι δεν επικαλούνται ότι είχε προβλεφθεί συμβατική αναπροσαρμογή του μισθώματος, αλλά ότι μετά τη δικαστική αναπροσαρμογή από 1-1-1991 του μισθώματος, με την με αριθμ. 823/1992 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, ελάμβανε χώρα ετήσια αναπροσαρμογή με το 75% του τιμαρίθμου και καταβολή του κατ’έτος αναπροσαρμοζόμενου ποσού και ότι από 1-6-1997 το συνολικά καταβαλλόμενο, μετά την νόμιμη ετήσια αναπροσαρμογή μίσθωμα είχε καθοριστεί ενιαίως και για τα δύο μίσθια κτίρια και ανερχόταν στο ποσό των δραχμών 473.792, ισόποσο σε ευρώ 1.390,43, που έκτοτε δεν είχε αναπροσαρμοστεί, με τις προτάσεις του, δε, ο ενάγων συμπλήρωσε-διευκρίνισε ότι στην ανωτέρω δικαστική απόφαση το μίσθωμα είχε καθορισθεί από τα μισθώματα των επιμέρους χώρων, με βάση το 6% της αντικειμενικής αξίας, κατ’άρθρ.2.Ν.1962/91 και άρθρα 8,7 Ν.2041/92, αναφέροντας αναλυτικά τα στοιχεία, που είχε δεχθεί η εν λόγω απόφαση (τιμή ζώνης, συντελεστής παλαιότητας, συντελεστής εμπορικότητας, συντελεστής ισογείου, συντελεστής ορόφου, μισθωτική αξία κλπ), χωρίς, ωστόσο, να χρειάζεται κατά νόμον να αποτελέσουν τα στοιχεία αυτά περιεχόμενο της νυν αγωγής, με την οποία δεν ζητείται αναπροσαρμογή του μισθώματος με βάση το 6% της αντικειμενικής αξίας των μισθίων κτιρίων, κατ’άρθρ.7 παρ.2 του π.δ.34/1995, αλλά, ζητούνται, κατ’άρθρ. 574 ΑΚ και 7 παρ.3 του π.δ.34/1995, όπως το πρώτο εδάφιο της παραγράφου αυτής αντικαταστάθηκε με το άρθρ. 7 παρ.10 ν.2741/1999, α)οι διαφορές των κατ’έτος αναπροσαρμοζόμενων μισθωμάτων, για το χρονικό διάστημα από 1-7-1998, οπότε συμπληρώθηκε έτος από την τελευταία κατ’έτος αναπροσαρμογή του μισθώματος, με βάση το 75% του τιμαρίθμου, έως 30-6-1999, από 1-7-2000 μέχρι 30-6-2001, από 1-7-2001 μέχρι 30-9-2001 και ολόκληρα τα μηνιαία μισθώματα, για το χρονικό διάστημα από 1-10-2001 έως 31-10-2001, από 1-11-2001 έως 30-6-2002, από 1-7-2002 έως 30-6-2003, από 1-7-2003 έως 30-6-2004, από 1-7-2004 έως 30-6-2005 και από 1-7-2005 έως 30-6-2006, η, δε, αναπροσαρμογή του 75% ετησίως δίδεται ακόμη κι αν το συμφωνημένο μίσθωμα υπερβαίνει το 6% της αντικειμενικής αξίας του μισθίου. Άρα, με βάση το περιεχόμενό της αυτό, η αγωγή παρίσταται ως πλήρως ορισμένη. Εσφαλμένα, επομένως, η αγωγή απορρίφθηκε ως αόριστη, γενομένου δεκτού ως κατ’ουσίαν βάσιμου του σχετικού πρώτου λόγου της έφεσης. Πρέπει, επομένως, μετά ταύτα, να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση, να κρατηθεί η υπόθεση και να δικαστεί η υπόθεση στην ουσία της, κατ’άρθρ. 535 παρ.1 ΚΠολΔ.
To δικόγραφο της ένδικης αγωγής επιδόθηκε στην εναγόμενη Ν.Α., στις 11-10-2005 (βλ. με αριθμ…………΄/11-10-2005 έκθεση επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθήνας, ……………). Ενόψει του ότι από το περιεχόμενο της αγωγής προκύπτει ότι δεν υπήρχε συμφωνία των διαδίκων για σταδιακή αναπροσαρμογή του μισθώματος, ώστε να μην απαιτείται όχληση, απαιτείτο, προκειμένου να καταστεί απαιτητό το κατ’ έτος αναπροσαρμοζόμενο μίσθωμα (άρθρ. 7 παρ. 3 π.δ.34/1995), είτε, για το διάστημα από 1-7-1998 έως 30-9-2001, ως ζητούμενες διαφορές από τη νόμιμη αναπροσαρμογή του 75% του τιμαρίθμου, είτε για το διάστημα από 1-10-2001 έως 30-6-2006, ως ολόκληρα ζητούμενα, τα κατ’έτος αναπροσαρμοζόμενα μηνιαία μισθώματα, κοινοποίηση έγγραφης όχλησης εκ μέρους των εκμισθωτών (άρθρ. 7 παρ.5 του ίδιου π.δ/τος), τέτοια, δε, όχληση αποτελεί η επίδοση, στις 11-10-2005, της ένδικης αγωγής και συνεπώς, η αγωγή ως προς το σκέλος της, με το οποίο ζητείται η καταβολή α)των κατ’έτος διαφορών από τη νόμιμη αναπροσαρμογή του 75% του, για το χρονικό διάστημα από 1-7-1998 μέχρι 30-9-2001 και β) ολόκληρων των κατ’έτος αναπροσαρμοζόμενων μισθωμάτων από 1-10-2001 έως την επίδοση της αγωγής, στις 11-10-2005, παρίσταται ως μη νόμιμη και συνεπώς, εν μέρει απορριπτέα, ενώ για το χρονικό διάστημα από την επομένη της επίδοσης της αγωγής, ήτοι, την 12-10-2005 έως 30-6-2006, παρίσταται ως νόμω βάσιμη, στηριζόμενη στις προεκτεθείσες διατάξεις του άρθρου 7 παρ. 3 και παρ.5 του ως άνω π.δ/τος. Για το ζητούμενο, ωστόσο, διάστημα, από 1-10-2001 έως 11-10-2005, η αγωγή κρίνεται επαρκώς ορισμένη και νόμιμη ως αγωγή καταβολής των μηνιαίων μισθωμάτων, χωρίς την κατ’έτος αναπροσαρμογή, ως στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 περ. β΄ π.δ. 34/1995, 574 και 345 ΑΚ και 28 παρ.1 π.δ.19-11-1932 και πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω, κατ’ουσίαν, αφού για τη θεμελίωση και το ορισμένο της αγωγής, με την οποία ο εκμισθωτής ζητεί από το μισθωτή την καταβολή του μισθώματος (άρθρα 574 και 595 του ΑΚ), πρέπει στο δικόγραφό της, να αναφέρονται α) η ύπαρξη έγκυρης σύμβασης μίσθωσης πράγματος, ο χρόνος κατάρτισης αυτής και η διάρκειά της, β) η ιδιότητα του ενάγοντος ως εκμισθωτή και του εναγομένου ως μισθωτή, γ) η περιγραφή του μισθίου και ο τόπος, στον οποίο βρίσκεται, δ) το ποσό του καταβαλλόμενου μισθώματος και ο χρόνος της καταβολής του, ε) η γενόμενη από το μισθωτή χρήση του μισθίου, στ) η υπερημερία του μισθωτή σχετικά με την καταβολή του μισθώματος και ζ) αίτημα για την καταβολή συγκεκριμένου ποσού οφειλομένων μισθωμάτων (ΕφΑθ1277/2021, ΜΕφΠειρ 108/2016, ΜΕφΑθ 44/2019, ΜΕφΑιγ 14/2020, δημοσιευμένες στην Τράπεζα Νομικών Πληροφορικών ΝΟΜΟΣ), περαιτέρω, δε, για το καταψηφιστικό αίτημα της αγωγής έχει καταβληθεί το απαιτούμενο τέλος δικαστικού ενσήμου.
Από την εκτίμηση της ένορκης κατάθεσης του μάρτυρος των εναγόντων και ήδη, μετά το θάνατο της δεύτερης ενάγουσας, πρώτου ενάγοντος και ήδη, εκκαλούντος, που εξετάσθηκε ενόρκως ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και περιέχεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη απόφαση πρακτικά, από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι και από όσα συνομολογούνται από τους διαδίκους, καθώς και από τα διδάγματα της κοινής πείρας, που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως (336 ΚΠολΔ), αποδεικνύονται, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, τα ακόλουθα περιστατικά: Μετά το θάνατο στις 16-12-1968, του ………., πατέρα του πρώτου απ’τους ενάγοντες, ………… και συζύγου της δεύτερης απ’αυτούς και ήδη, θανούσας, ………….., οι δύο ενάγοντες, κληρονόμοι του, κατέστησαν εκμισθωτές, με αρχικό μισθωτή, το Ελληνικό Δημόσιο των εξής δύο ακινήτων, κειμένων στον …………. Αττικής και επί της οδού ……………, στα οποία στεγάζεται το ………. Δημοτικό Σχολείο ………….: 1) ενός ισογείου κτιρίου, εσωτερικής ωφέλιμης επιφάνειας 157τ.μ., που αποτελείται από τρεις αίθουσες διδασκαλίας και λοιπούς βοηθητικούς χώρους, μετά προαυλίου 500τ.μ., το οποίο είχε εκμισθωθεί, το 1940, από τον …………… στο Ελληνικό Δημόσιο, για στέγαση δημοσίου διδακτηρίου(σχολείου) και για χρονικό διάστημα πέντε ετών, αντί αρχικού μισθώματος 4.500 δραχμών(23,20€), μηνιαίως. 2)Του ανεγερθέντος το 1970, πρώτου ορόφου του ως άνω ισογείου αρχικού μισθίου, με βάση το από 22-10-1970 μισθωτήριο, για την κατ’επέκταση στέγαση του ίδιου σχολείου, εμβαδού καθαρού 136,20τ.μ., αποτελούμενου από τρείς αίθουσες διδασκαλίας και λοιπούς βοηθητικούς χώρους, μέχρι τη λήξη της πρώτης ως άνω κύριας μίσθωσης, αντί αρχικού μηνιαίου μισθώματος 4.400 δραχμών(12,91€). Την πλήρη κυριότητα και νομή επί όλου του μισθίου απόκτησαν εξ αδιαιρέτου, οι ενάγοντες, ο πρώτος κατά 75% και η δεύτερη κατά 25%, εκ κληρονομίας του δικαιοπαρόχου τους, …………., με βάση την με αριθμ. …………/70 Πράξη αποδοχής κληρονομίας του Συμβολαιογράφου Πειραιώς, ………., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Πειραιώς, στον τόμο …. και με αριθμ. …., σε συνδυασμό με την υπ’αριθμ. …./1975 όμοια πράξη του Συμβολαιογράφου Αθηνών ……….., που μεταγράφηκε νόμιμα στα ίδια βιβλία μεταγραφών, στον τόμο …. και με αριθμ……… Στη θέση του αρχικού μισθωτή, Ελληνικού Δημοσίου, υπεισήλθε από 1-1-1995, αυτοδικαίως (ν. 2218/1994), η εναγόμενη, Νομαρχία Πειραιώς, ως διάδοχός του, οι μισθώσεις, δε, αυτές παρατάθηκαν αυτοδικαίως και συνεχίζονταν μέχρι το χρόνο άσκησης της αγωγής, αφού δεν καταγγέλθηκαν από οποιοδήποτε από τα συμβαλλόμενα μέρη. Τα ως άνω μισθώματα αναπροσαρμόστηκαν κατ’επανάληψη και, την 1-1-1991, με την υπ’αριθμ. 823/92 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, το μίσθωμα καθορίστηκε στο ποσό των 147.514 δραχμών (432,90€) για το πρώτο και 142.290 δραχμών (417,57€) για το δεύτερο ακίνητο, πλέον 36.936 δραχμών (108,39€), για το προαύλιο και, έκτοτε, καταβαλόταν το 75% του τιμαρίθμου. ΄Ετσι, από 1-6-1997 το κατ’ έτος αναπροσαρμοζόμενο μηνιαίο μίσθωμα, που με νεότερη συμφωνία είχε καθοριστεί ενιαία και για τα δύο μίσθια κτίρια μαζί με τον προαύλιο χώρο, είχε ανέλθει στο ποσό των 473.792 δραχμών (1.390,43€)(βλ.με αριθμ.4994/1999 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά). Περαιτέρω, με την με αριθμ. 10421119/2792/0010/6-5-1997 κοινή υπουργική απόφαση, κηρύχθηκε αναγκαστική απαλλοτρίωση υπέρ και με δαπάνες του ………………, για ανέγερση διδακτηρίου δημοσίου εκπαιδευτηρίου, που αφορούσε ολόκληρο το οικόπεδο μετά των υπερκειμένων μισθίων κτιρίων. Με την με αριθμ. 3248/25-5-2000 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς καθορίστηκε προσωρινή τιμή μονάδας αποζημίωσης για οικόπεδο και κτίσματα, η οποία και παρακατατέθηκε στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων στις 18-10-2001, ακολούθησε η με αριθμ. 979/25-10-2001 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς, με την οποία καθορίστηκε οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης μικρότερη της προσωρινής και στους ιδιοκτήτες του μείζονος τμήματος της συνολικά απαλλοτριούμενης έκτασης (ιδιοκτησία με α.α. 1, εμβαδού 859,58τ.μ., δηλαδή, στην αρχικώς δεύτερη ενάγουσα, ……………(ποσοστό 25%, αναγνωριστική δικαιούχων απόφαση 4805/2001 Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς) και στον πρώτο ενάγοντα, …………. (ποσοστό 75% αναγνωριστική δικαιούχων απόφαση 2100/2002 Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς) δόθηκε στις 27-9-2002 σημείωμα υπολογισμού για το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων. Ωστόσο, οι ενάγοντες, δικαιούχοι της αποζημίωσης, ουδέποτε εισέπραξαν την αποζημίωση αυτή, καθώς από το 1998, εκκρεμούσε στο Συμβούλιο της Επικρατείας αίτησή τους περί ακύρωσης της κοινής υπουργικής απόφασης, που κήρυξε την απαλλοτρίωση, η αίτησή τους, δε, είχε, ήδη, εκδικαστεί στις 28-11-2000 και, τελικώς, με την με αριθμ. 2485/2003 απόφαση του ΣτΕ, η μη εισέτι συντελεσμένη απαλλοτρίωση ακυρώθηκε λόγω ανεπαρκούς αιτιολογίας, της κηρύττουσας αυτήν κοινής υπουργικής απόφασης, ακύρωση, που, ανάγεται σε έλλειψη ουσιώδους τύπου και επιφέρει την νόμιμη κατάργηση της εν λόγω υπουργικής απόφασης έναντι όλων, κατ’άρθρ. 50 παρ. 1 του Π.Δ. 18/1989, η ακύρωσή της, δε, αυτή την εξαφάνισε αναδρομικά από το χρόνο έκδοσής της (ex tunc), καθώς θεωρείται ότι δεν είχε ποτέ νόμιμη βάση(ΣτΕ 2244/2017, ΣτΕ 1034/2025). ΄Ετσι, την 25-2-2004, η ………… ζήτησε από το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων και έλαβε πίσω το ποσό, που είχε παρακατατεθεί, με αποτέλεσμα ουδέποτε να έχει επέλθει μεταβολή στο υποκείμενο της κυριότητας του μίσθιου ακινήτου, ούτε συνακόλουθα αποσβέσθηκαν τα δικαιώματα των δύο συνιδιοκτητών εκμισθωτών πάνω στο μίσθιο, αφού ουδέποτε επήλθε, λόγω της απαλλοτρίωσης και προκειμένου να πραγματοποιηθεί ο σκοπός της, η λύση της μισθωτικής σύμβασης (ΑΠ 888/2008 ΕλΔ 2009,105, ΑΠ 508/2004 ΕλΔ2006, 447, Ι. Κατρά «ΑΣΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΝΕΕΣ ΕΜΠΟΡΙΚΕΣ ΜΙΣΘΩΣΕΙΣ», σελ.594). Συνεπώς, ουδεμία σχέση συνδέει την ………., υπέρ και με δαπάνες της οποίας κηρύχθηκε η ex tunc ακυρωθείσα απαλλοτρίωση και ήδη, τις ……….., ως οιονεί καθολική της διάδοχο(άρθρ.132 Ν.4199/2013), με την επίδικη μισθωτική σχέση, αφού ουδέποτε έγινε ιδιοκτήτρια του μίσθιου ακινήτου, όπως αβάσιμα επικαλέστηκε η …………… με το με αριθμ.ΕΓ ………../13-12-2001 έγγραφό της, με το οποίο γνωστοποίησε στην αρχικώς εναγόμενη Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση ότι το μίσθιο ακίνητο ήταν πλέον ιδιοκτησίας της, ούτε, σε κάθε περίπτωση αποδείχθηκε ότι η ………. υπεισήλθε στην από την χρήση του μίσθιου σχολικού κτιρίου απορρέουσα υποχρέωση της τελευταίας να καταβάλει τις ζητούμενες διαφορές αναπροσαρμογών και τα αναπροσαρμοσμένα μισθώματα για το ζητούμενο με την αγωγή χρονικό διάστημα από 1-7-1998 έως 30-6-2006 και πρέπει, η εκ μέρους της αρχικώς εναγόμενης Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης και στηριζόμενη στη διάταξη του άρθρου 88 ΚΠολΔ, προσεπίκληση ως δικονομικής εγγυήτριας της ……………., ως αβάσιμη να απορριφθεί, όπως και η πρόσθετη παρέμβαση, που άσκησε η …….. υπέρ της προσεπικαλούσας αυτήν και κατά των εναγόντων, λόγω της έλλειψης στο πρόσωπο της «…………», ήδη, «…………» έννομου συμφέροντος, ενόψει του ότι η έκβαση της δίκης, μετά τα παραπάνω, δεν μπορεί να επηρεάσει δυσμενώς τις έννομες σχέσεις της ……… και ήδη …………….., ως τρίτης, όπως συμβαίνει, όταν η απόφαση που πρόκειται να εκδοθεί θα αποτελούσε δεδικασμένο ή θα ήταν εκτελεστή κατ’αυτής ή θα είχε ως προς αυτήν αντανακλαστικές συνέπειες (ΑΠ 860/98ΕλΔ40, 96).
΄Οταν οι ενάγοντες έλαβαν γνώση της ανωτέρω ακυρωτικής απόφασης του ΣτΕ, με την από 19-4-2004 αίτησή τους προς την Νομαρχία, που έλαβε αριθμ. πρωτ. ………./14-5-2004 της ανέφεραν ότι με την ως άνω απόφαση του ΣτΕ, ακυρώθηκε η απαλλοτρίωση ως μη νόμιμη, με αποτέλεσμα αυτή να θεωρείται ως μηδέποτε κηρυχθείσα και, ότι συνεπώς οι ίδιοι εξακολουθούσαν να είναι εκμισθωτές. ΄Ότι, περαιτέρω, λόγω της απαλλοτρίωσης, η εναγόμενη είχε παύσει εντελώς την καταβολή των μισθωμάτων (δρχ.473.792 ή ευρώ 1.390,44, μηνιαίως), από 1-1-2002 και εφ’εξής, ενώ σε προγενέστερο διάστημα, δηλαδή, από 1-4-2001 μέχρι 31-12-2001, είχε περικόψει αυθαίρετα το ως άνω συμφωνημένο μίσθωμα και της το είχε καταβάλει σημαντικά μειωμένο, ζητούσαν, δε, να τους καταβάλει τις διαφορές μισθωμάτων από 1-4-2001, τις οποίες δεν προσδιόρισε, καθώς και τα μισθώματα από 1-1-2001 μέχρι το χρόνο υποβολής της αίτησης (14-5-2004) και να αναπροσαρμοστεί εφεξής το μίσθωμα των 1.390,44 ευρώ, μηνιαίως, στο ύψος των 5.000 ευρώ, μηνιαίως και να τους καταβάλει όλα τα μελλοντικά μισθώματα, με την αναπροσαρμογή τους. Ακολούθησε η από 10-5-2005 αίτηση των εναγόντων προς την αρχικώς εναγόμενη μισθώτρια, Νομαρχία, με την οποία ζήτησαν και πάλι τα μισθώματα από 1-4-2001 μέχρι το χρόνο υποβολής της δεύτερης αυτής αίτησης, που συνεχιζόταν η μίσθωση, αφού αυτή δεν είχε λυθεί με οποιονδήποτε νόμιμο τρόπο. Επίσης, ζήτησαν να τους καταβάλει την ελάχιστη νόμιμη ετήσια αναπροσαρμογή του μισθώματος(75% του τιμαρίθμου) αναδρομικά από 1-6-1998, που συμπληρώθηκε έτος από τον χρόνο καθορισμού του τελευταίου μισθώματος των 1.390,44 ευρώ, μηνιαίως) και εφ’εξής, μέχρι το χρόνο υποβολής της αίτησης και κάθε 1η Ιουνίου εκάστου έτους. Επίσης, με την από 3-8-2006 εξώδικη διαμαρτυρία-πρόσκληση ενώπιον παντός αρμοδίου Δικαστηρίου και πάσης Αρχής, που επιδόθηκε νόμιμα στον Νομάρχη Πειραιώς (βλ. με αριθμ………΄22-8-2006 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών, …………….), οι ενάγοντες ανέφεραν και πάλι ότι η Νομαρχία τους είχε καταβάλει μισθώματα για ολόκληρο το μίσθιο (δρχ.473.792 μηνιαίως) μέχρι 31-3-2001, ενώ από 1-4-2001 μέχρι 30-9-2001, περιόρισε το μίσθωμα στο ύψος των 288.000 δραχμών, λόγω της προσωρινής παράδοσης στους ενάγοντες της χρήσης των δύο αιθουσών. Ανέφεραν ακόμη, ότι από 1-10-2001 έπαυσε παντελώς η καταβολή οποιουδήποτε μισθώματος, ζητούσαν, δε, να δώσει ο Νομάρχης εντολή για καταβολή των οφειλόμενων πλήρων μισθωμάτων, ήτοι 473.792 δραχμών, μηνιαίως, μετά των νομίμων αναπροσαρμογών του τιμαρίθμου από 1-10-2001 και τις διαφορές από 1-4-2001 μέχρι 30-9-2001 και 2) να δώσει εντολή στις αρμόδιες Υπηρεσίες της Νομαρχίας να τους γνωρίσουν ρητά αν η Νομαρχία θα συνέχιζε τη σύμβαση, στεγάζοντας σχολείο ή οποιαδήποτε άλλη Υπηρεσία, σε αρνητική, δε, περίπτωση, να εκδώσει απόφαση για λύση της μίσθωσης, ώστε να παύσει η ανασφάλειά τους και η ομηρία του δεσμευμένου ουσιαστικά ακινήτου τους. Ωστόσο, η αρχικώς εναγόμενη Νομαρχία, ουδέποτε απάντησε, είτε στις δύο διαδοχικές αιτήσεις των ετών 2004 και 2005, είτε στην εξώδικη διαμαρτυρία-πρόσκληση του έτους 2006, συνομολογώντας σιωπηρά την ουσιαστική βασιμότητα των ισχυρισμών των εναγόντων, ενώ μέχρι και το χρόνο άσκησης της αγωγής, ουδέποτε κατήγγειλε τη μισθωτική σύμβαση, ούτε της απέδωσε τη χρήση του μίσθιου ακινήτου, καθώς δεν προσκομίζεται οποιοδήποτε πρωτόκολλο παράδοσης-παραλαβής του μισθίου.
Κατά το άρθρο 595 εδ. α` ΑΚ το μίσθωμα καταβάλλεται στις συμφωνημένες ή στις συνηθισμένες προθεσμίες, ενώ κατά το άρθρο 597 παρ. 1 ΑΚ αν ο μισθωτής καθυστερεί το μίσθωμα ολικά ή μερικά ο εκμισθωτής δικαιούται να καταγγείλει τη μίσθωση και να ζητήσει την καταβολή των οφειλόμενων μισθωμάτων. Από τις ανωτέρω διατάξεις σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 340 και 341 ΑΚ που εφαρμόζονται και στις εμπορικές μισθώσεις, (άρθρο 15 του π.δ. 34/ 1995), προκύπτει ότι ο μισθωτής καθίσταται υπερήμερος ως προς την καταβολή του οφειλόμενου μισθώματος, η οποία, όταν το μίσθωμα είναι καταβλητέο σε ορισμένη ημέρα τεκμαίρεται με μόνη την παρέλευση της καθορισμένης, (δήλης), αυτής μέρας πληρωμής του και χωρίς όχληση του εκμισθωτή (ΑΠ 850/2004 ΕλΔ 45.1657, ΑΠ 1684/1997 ΕΔΠ 1999.346,), αίρεται δε κατά τις διατάξεις του άρθρου 342 ΑΚ μόνο αν ο μισθωτής επικαλεστεί και αποδείξει, (κατ` ένσταση), ότι η καθυστέρηση πληρωμής του μισθώματος οφείλεται σε γεγονός για το οποίο δεν υπέχει ευθύνη (ΑΠ 159/2015, 1080/2001 δημ.ΝΟΜΟΣ). Τέτοιο γεγονός είναι κάθε εύλογη αιτία, εξαιτίας της οποίας δικαιολογείται η καθυστέρηση στην καταβολή των μισθωμάτων(ΑΠ850/2014δημ.ΝΟΜΟΣ).Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 574 επ., 584 επ. και 591 § 1 εδ. α` του ΑΚ, προκύπτει ότι ο εκμισθωτής έχει την υποχρέωση να παραδώσει στο μισθωτή το μίσθιο κατάλληλο για τη συμφωνημένη χρήση και να το διατηρεί κατάλληλο σε όλη τη διάρκεια της μίσθωσης (ΑΠ 509/2020, ΑΠ 269/2019, ΑΠ 1222/2015 δημ. ΤΝΠ «ΝΟΜΟΣ»). Έτσι, αν κατά τον χρόνο της παράδοσης του μισθίου στον μισθωτή το μίσθιο έχει ελάττωμα που εμποδίζει ολικά ή μερικά τη συμφωνημένη χρήση (πραγματικό ελάττωμα)-ή αν κατά τη διάρκεια της μίσθωσης εμφανίστηκε τέτοιο ελάττωμα- ο μισθωτής έχει δικαίωμα μη καταβολής ή μείωσης του μισθώματος, κατ’άρθρο 576 του ΑΚ (ΑΠ 1011/2018, ΑΠ 28/2014 δημ. ΤΝΠ «ΝΟΜΟΣ», ΕφΛαρ 398/2014, ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ 2016.440). Ειδικώς, δικαίωμα μείωσης του μισθώματος παρέχεται σε περίπτωση μερικής παρακώλυσης, ανάλογη με το βαθμό της ελάττωσης της χρήσης, έστω και αν δεν υπάρχει ολική αποβολή αυτού από το μίσθιο, εφόσον εξαιτίας του πραγματικού ελαττώματος, αναιρείται η δυνατότητα να κάνει χρήση ελεύθερη και ανενόχλητη, κατά τους όρους της σύμβασης, με αποτέλεσμα να καθίσταται χωρίς περιεχόμενο το δικαίωμά του και να αναιρείται και η γενόμενη παράδοση της χρήσης (ΑΠ 835/2021, δημ. ΤΝΠ «ΝΟΜΟΣ», ΑΠ 1011/2018 ό.π). Επομένως, αν από την ύπαρξη πραγματικού ελαττώματος εμποδίστηκε ολικά η συμφωνημένη χρήση, ο μισθωτής έχει δικαίωμα, προβαλλόμενο και κατ΄ ένσταση, προς απόκρουση αγωγής του εκμισθωτή για καταβολή των μισθωμάτων, να μη καταβάλλει το μίσθωμα όσο διάστημα διαρκεί η παρεμπόδιση της χρήσης του μισθίου από το ελάττωμα [ΟλΑΠ 50/2005, ΕλλΔνη 2006.84, ΑΠ 1469/2013, ΕφΑιγ (Μον) 122/2021, ΕφΠειρ(Μον) 112/2021 δημ. ΤΝΠ «ΝΟΜΟΣ»]. Η ύπαρξη δε τέτοιου ελαττώματος στοιχειοθετεί έλλειψη υπαιτιότητας στην καθυστέρηση καταβολής του μισθώματος, η οποία, προβαλλόμενη και αποδεικνυόμενη από τον μισθωτή, αίρει την υπερημερία του και αποκλείει το δικαίωμα του εκμισθωτή να καταγγείλει τη μίσθωση για καθυστέρηση του μισθώματος. Η άσκηση του δικαιώματος αυτού του μισθωτή δεν προαπαιτεί καμία υπαιτιότητα ή γνώση του εκμισθωτή σχετικά με την ύπαρξη του ελαττώματος στο μίσθιο [ΑΠ 1011/2018, ό.π, ΕφΑθ (Μον) 1277/2021, ΕφΑιγ(Μον) 95/2019 δημ. ΤΝΠ «ΝΟΜΟΣ»]. Για τη συγκρότηση δε του ελαττώματος δεν αρκεί οποιαδήποτε δυσμενής κατάσταση της υλικής υπόστασης του μισθίου, αλλά απαιτείται κατάσταση τέτοια που επηρεάζει την προσφορότητα για λειτουργική χρήση αυτού και κάθε απόκλιση από την, κατά τη σύμβαση, προσδοκώμενη κατάστασή του, που εμποδίζει ολικά ή μερικά τη συμφωνημένη (ή τη συνηθισμένη) χρήση του (ΑΠ 1469/2013 δημ. ΤΝΠ «ΝΟΜΟΣ») Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 583 εδ. α΄ του ΑΚ, αν εξαιτίας κάποιου δικαιώματος τρίτου αφαιρεθεί από τον μισθωτή ολικά ή μερικά η συμφωνημένη χρήση του μισθίου (νομικό ελάττωμα), εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις των άρθρων 576 έως 579 και 582. Ενόψει δε του ότι, κατ’ άρθρο 574 του ΑΚ, ο εκμισθωτής είναι υποχρεωμένος μόνο να παραχωρήσει στο μισθωτή τη συμφωνημένη χρήση του μισθίου, για την ύπαρξη νομικού ελαττώματος δεν αρκεί απλώς η ύπαρξη πάνω στο μίσθιο κάποιου δικαιώματος τρίτου, το οποίο είναι αδιάφορο αν γεννήθηκε πριν ή μετά την παραχώρηση της χρήσης, αλλ’ απαιτείται, εξαιτίας ακριβώς αυτού του δικαιώματος, είτε να μη παραχωρήθηκε είτε να αφαιρέθηκε ολικά ή μερικά από τον μισθωτή η συμφωνημένη χρήση. Αν εξαιτίας νομικού ελαττώματος στο μίσθιο αφαιρέθηκε από τον μισθωτή ολικά ή μερικά η συμφωνημένη χρήση του, ο μισθωτής έχει δικαίωμα μείωσης ή μη καταβολής του μισθώματος. Ο βαθμός της μείωσης του μισθώματος ή η ολοσχερής μη καταβολή αυτού εξαρτάται απ’ τον βαθμό ελαττωματικότητας της χρήσης του μισθίου και διαρκεί όσο χρόνο υπάρχει η έλλειψη της συμφωνημένης ιδιότητας ή διατηρείται το πραγματικό ή νομικό ελάττωμα (ΑΠ 35/2015, ΧΡΙΔ 2015.429, ΕφΛαρ 85/2017 ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ 2018.443). Αν δε παρά την ύπαρξη του πραγματικού η νομικού ελαττώματος έγινε η συμφωνημένη χρήση από τον μισθωτή, ο τελευταίος δεν απαλλάσσεται από την υποχρέωση καταβολής του μισθώματος, το οποίο οφείλεται ως αντάλλαγμα για τη γενόμενη χρήση του μισθίου (ΕφΛαρ 85/2017 ό.π). Ειδικότερα, ως προς το δικαίωμα του μισθωτή για μείωση του μισθώματος λόγω πραγματικού ελαττώματος, αυτό προϋποθέτει όχι απλώς την ύπαρξη ελαττώματος αλλά και την ελάττωση της χρήσης του μισθίου συνεπεία του ελαττώματος, το ποσό δε μείωσης του μισθώματος συναρτάται από το βαθμό παρακώλυσης της συμφωνημένης χρήσης του μισθίου. Για την εξεύρεση της μείωσης αυτής το δικαστήριο εκτιμά, κατά τον ίδιο χρόνο και με το ίδιο κόστος ζωής, τη μισθωτική αξία του μισθίου με το ελάττωμα και χωρίς το ελάττωμα και διαπιστώνει την υφισταμένη αναλογία μεταξύ των δύο αυτών εκτιμήσεων, κατά την οποία θα μειωθεί το μίσθωμα (ΑΠ 605/2001). Από το συνδυασμό των προαναφερθεισών διατάξεων προκύπτει ότι για τη θεμελίωση και το ορισμένο της αγωγής ή της ένστασης, με την οποία ζητείται η μείωση του μισθώματος λόγω πραγματικού ελαττώματος που εμφανίστηκε κατά τη διάρκεια της μίσθωσης και εμποδίζει μερικά τη συμφωνημένη χρήση, πρέπει να αναφέρονται στο δικόγραφό της, κατ` άρθρο 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ, ή στην ένσταση, εκτός από τα στοιχεία της μίσθωσης και το εμφανισθέν ελάττωμα, η μισθωτική αξία του μισθίου με το ελάττωμα και χωρίς το ελάττωμα, καθόσον από τη μεταξύ των δύο αυτών μεγεθών αναλογία προκύπτει το ποσό μείωσης του συμβατικού μισθώματος.
Την 16-3-2001 παραδόθηκε προσωρινά στους ενάγοντες η χρήση δύο εκ των έξι αιθουσών, μία στο ισόγειο και μία στον πρώτο όροφο, προκειμένου να γίνουν σ’αυτές ορισμένες εργασίες επισκευής, λόγω ζημιών, που είχαν υποστεί εξαιτίας των σεισμών του 1999. Οι υπόλοιπες τέσσερεις αίθουσες, οι βοηθητικοί χώροι και το προαύλιο συνέχισαν να χρησιμοποιούνται για τη στέγαση του σχολείου και με τη χρήση του σχολικού έτους 2001-2002 συνεχίστηκε η χρήση και των δύο αυτών αιθουσών, αφού από 1-11-2001 είχαν ήδη, επισκευασθεί και παραδοθεί στο σχολείο, αποκτώντας και πάλι πλήρη λειτουργική ενότητα με το υπόλοιπο κτίριο. Δεν υπεγράφη πρακτικό παράδοσης, γιατί όπως πληροφορήθηκαν, όταν μετέβησαν στο μίσθιο σχολείο, οι ενάγοντες, από 18-10-2001, είχε ήδη, συντελεστεί η απαλλοτρίωση, ενώ η εναγόμενη Νομαρχία είχε, ήδη, παύσει από 1-10-2001, να καταβάλει μισθώματα, γενικώς, για ολόκληρο το μίσθιο. Για το χρονικό διάστημα από 1-10-2001 έως 31-10-2001, που οι δύο αίθουσες δεν είχαν ακόμη επισκευασθεί και συνεπώς, το πραγματικό ελάττωμα των ρωγμών από τους σεισμούς, εμπόδιζε, κατ’άρθρ.576ΑΚ, μερικά την συμφωνημένη χρήση, η εναγόμενη Νομαρχία είχε δικαίωμα μείωσης ή μη καταβολής του μισθώματος, το οποίο δεν προϋποθέτει ύπαρξη πταίσματος των εκμισθωτών (ΑΠ 879/2006 ΕλΔν2009, 163, ΕφΑθ 218/2005 ΕλΔ2005, 592, ΕφΑθ3879/1994 ΕλΔ36, 1607). Ενόψει του ότι η Νομαρχία, παρά την ύπαρξη των ελαττωμάτων, που παρακώλυαν εν μέρει τη συμφωνηθείσα χρήση, έκανε μερική χρήση του μισθίου, οι ενάγοντες δικαιούνταν μόνο σε μείωση του μισθώματος και όχι στην μη καταβολή αυτού και ειδικότερα, η μισθώτρια ήταν υποχρεωμένη να καταβάλλει το κατά τις απόψεις της οφειλόμενο μέρος του μισθώματος, κατά τις αρχές της καλής πίστης (ΑΠ1529/1998ΕΔΠ1998, 349). Στην προκείμενη περίπτωση, η αρχικώς, εναγόμενη Νομαρχία και ήδη, ο οιονεί καθολικός της διάδοχος, Δήμος Κορυδαλλού, σε απάντηση της ένδικης αγωγής καταβολής μισθωμάτων, μπορούσε να προτείνει κατ’ένσταση το δικαίωμά της για μείωση του μισθώματος, (ΟλΑΠ 50/2005ΕλΔ2006, 84, ΑΠ 725/2013, ΑΠ 74/2008, ΑΠ 995/2006ΕλΔ2007, 1419), για το ορισμένο, δε, της ένστασης αυτής μείωσης του μισθώματος, κατ’άρθρ.262ΚΠολΔ, θα έπρεπε, σε κάθε περίπτωση, να αναφέρεται απ’αυτήν, η μισθωτική αξία του μισθίου, χωρίς το ελάττωμα και εκείνη με το ελάττωμα (ΑΠ605/2001ΕλΔ2002, 141, ΕφΑθ3566/2006) και δεν αποτελούν τα παραπάνω, στοιχεία του ορισμένου της ένδικης αγωγής, απορριπτομένων των περί αοριστίας και για το λόγο αυτό της αγωγής, σχετικών ισχυρισμών της εναγόμενης.
Με βάση τα παραπάνω, οι ενάγοντες διατηρούν σε βάρος της αρχικώς, εναγόμενης Νομαρχίας Πειραιά και ήδη, σε βάρος του Δήμου Κορυδαλλού τις παρακάτω αξιώσεις: Των μη καταβληθέντων μηνιαίων μισθωμάτων, χωρίς τις ετήσιες αναπροσαρμογές, του χρονικού διαστήματος από 1-10-2001 έως την επίδοση της αγωγής, στις 11-10-2005, ύψους 473.792 δρχ. το μήνα, ισόποσο σε ευρώ 1.390,43 ευρώ, όπως το μίσθωμα αυτό είχε καθοριστεί στο ποσό αυτό, ετησίως αναπροσαρμοσμένο και καταβληθέν ολόκληρο, από 1-7-1997 έως 30-6-1998. ΄Ετσι, οφείλονται τα εξής ποσά: Για το χρονικό διάστημα από 1-10-2001 έως 31-10-2001 , ενόψει του ότι το κανονικά οφειλόμενο ποσό του μηνιαίου μισθώματος ανέρχεται σε 1.390,43 ευρώ, ζητείται, όμως, από τους ενάγοντες μειωμένο το μίσθωμα για τον μήνα αυτόν, λόγω των επικαλούμενων ελαττωμάτων των δύο αιθουσών και συγκεκριμένα, ζητείται το ποσό των 377.150δρχ., ισόποσο σε ευρώ 1.106,82€, πρέπει, αντί του ποσού των 1.390,43 ευρώ, να επιδικαστεί το ποσό των 1.106,82 ευρώ, με βάση την αρχή της διάθεσης (άρθρ. 106 ΚΠολΔ). Για το χρονικό διάστημα από 1-11-2001 έως 31-12-2001, το ποσό των (1.390,43€Χ2=) 2.780,86 ευρώ και συνολικά, για το διάστημα από 1-10-2001 έως 31-12-2001, το ποσό των (1.106,82+2.780,86=) 3.887,68 ευρώ. Για το χρονικό διάστημα από 1-1-2002 έως 31-12-2002, το ποσό των (1.390,43 Χ 12=) 16.685,16 ευρώ. Για το διάστημα από 1-1-2003 έως 31-12-2003, το ποσό των 16.685,16 ευρώ. Για το διάστημα από 1-1-2004 έως 31-12-2004, το ποσό των 16.685,16 ευρώ. Για το διάστημα από 1-1-2005 έως 11-10-2005, ημερομηνία επίδοσης της αγωγής και όχλησης της εναγόμενης, το ποσό των {(1.390,43€ Χ9 μήνες=)12.513,87+ (1.31ημέρες = 44,85€ Χ 11 ημέρες =) 493,38 € =}13.007,25 ευρώ. Συνεπώς, για το χρονικό διάστημα από 1-10-2001 έως 11-10-2005 οφείλεται για απλά, μη αναπροσαρμοσθέντα μισθώματα, το συνολικό ποσό των (3.887,68 +16.685,16 +16.685,15 +16.685,16 +13.007,25=) 66.950,41 ευρώ.
Για το χρονικό διάστημα από την επίδοση της αγωγής, στις 11-10-2005 έως 30-6-2006, με δεδομένο ότι τα ετησίως αναπροσαρμοσθέντα μισθώματα, από 1-7-1998, με βάση το 75% της μεταβολής του δείκτη τιμών καταναλωτή του μήνα της αναπροσαρμογής σε σχέση με τον αντίστοιχο μήνα του προηγούμενου έτους ανέρχονται α)Από 1-7-1998 (που συμπληρώθηκε έτος από τον χρόνο καθορισμού του μισθώματος) μέχρι 30-6-1999: Ετήσια μεταβολή δείκτη τιμών καταναλωτή 5,1%(σε σχέση με τον αντίστοιχο μήνα του προηγούμενου έτους). Συνεπώς, 3,825% (5,1 Χ 0,75) Χ 473.792δρχ.=18.123δρχ. μηνιαία διαφορά και νέο, αναπροσαρμοσμένο μίσθωμα 491.915 δρχ. β) Από 1-7-1999 μέχρι 30-6-2000: Ετήσια μεταβολή δείκτη τιμών καταναλωτή 2,1%. Συνεπώς, 1,575% (2,1 Χ 0,75) Χ 491.915 δρχ. =7.748δρχ. μηνιαία διαφορά και νέο, αναπροσαρμοσμένο μίσθωμα 499.663δρχ. γ)Από 1-7-2000 μέχρι 30-6-2001: Ετήσια μεταβολή δείκτη τιμών καταναλωτή 2,7%. Συνεπώς, 2,025% (2,7 Χ 0,75) Χ 499.663 δρχ. = 10.118δρχ. μηνιαία διαφορά και νέο, αναπροσαρμοσμένο μίσθωμα 509.781 δρχ. δ) Από 1-7-2001 μέχρι 30-6-2002: Ετήσια μεταβολή δείκτη τιμών καταναλωτή 3,9%. Συνεπώς, 2,925% (3,9 Χ 0,75) Χ 509.781 δρχ. = 14.911δρχ. μηνιαία διαφορά και νέο, αναπροσαρμοσμένο μίσθωμα 524.692 δρχ., ισόποσο σε ευρώ 1.539,81€. ε)Από 1-7-2002 μέχρι 30-6-2003: Ετήσια μεταβολή δείκτη τιμών καταναλωτή 3,3%. Συνεπώς, 2,475% (3,3 Χ 0,75) Χ 1.539,81= 38,11 ευρώ μηνιαία διαφορά και νέο, αναπροσαρμοσμένο μίσθωμα 1.577,93€. στ) Από 1-7-2003 μέχρι 30-6-2004: Ετήσια μεταβολή δείκτη τιμών καταναλωτή 3,6%. Συνεπώς, 2,7% (3,6 Χ 0,75) Χ 1.577,93= 42,60 ευρώ μηνιαία διαφορά και νέο, αναπροσαρμοσμένο μίσθωμα 1.620,53 ευρώ. ζ) Από 1-7-2004 μέχρι 30-6-2005: Ετήσια μεταβολή δείκτη τιμών καταναλωτή 2,9%. Συνεπώς, 2,175% (2,9 Χ 0,75) Χ 1.620,53 = 35,25 ευρώ, μηνιαία διαφορά και νέο, αναπροσαρμοσμένο μίσθωμα 1.655,78 ευρώ. η) Από 1-7-2005 μέχρι 30-6-2006: Ετήσια μεταβολή δείκτη τιμών καταναλωτή 3,9%. Συνεπώς, 2,925% (3,9 Χ 0,75) Χ 1.655,78 = 48,43 ευρώ, μηνιαία διαφορά και νέο, αναπροσαρμοσμένο μίσθωμα 1.704,21 ευρώ.΄Ετσι, ενόψει αυτών, οι ενάγοντες, για το χρονικό διάστημα από την όχληση της εναγόμενης με την ένδικη αγωγή, στις 11-10-2005 έως 30-6-2006, δικαιούνται για τα κατ’έτος αναπροσαρμοσθέντα μισθώματα, τα παρακάτω ποσά: Για το χρονικό διάστημα από την επομένη της επίδοσης, δηλαδή, την 12-10-2005 έως 31-10-2005 το ποσό των ( 1.704,21€ :31ημέρες= 54,97€ την ημέρα Χ 20 ημέρες=)1.099,4 ευρώ. Από 1-11-2005 έως 30-11-2005, το ποσό των 1.704,21 ευρώ. Από 1-12-2005 έως 31-12-2005, το ποσό των 1.704,21 ευρώ, από 1-1-2006 έως 31-1-2006, το ποσό των 1.704,21 ευρώ, από 1-2-2006 έως 28-2-2006, το ποσό των 1.704,21 ευρώ, από 1-3-2006 έως 31-3-2006, το ποσό των 1.704,21 ευρώ, από 1-4-2006 έως 30-4-2006, το ποσό των 1.704,21 ευρώ, από 1-5-2006 έως 31-5-2006, το ποσό των 1.704,21 ευρώ, από 1-6-2006 έως 30-6-2006, το ποσό των 1.704,21 ευρώ και συνολικά, για το χρονικό διάστημα από 12-10-2005 έως 30-6-2006, το ποσό των {1.099,4+(1.704,21Χ8=)13.633,68=} 14.733,08 ευρώ.
Με βάση τη μισθωτική σύμβαση τα μισθώματα καταβάλλονταν σε δήλη ημέρα, ήτοι, 31η Μαρτίου κάθε έτους για τα μισθώματα των μηνών Ιανουαρίου, Φεβρουαρίου, Μαρτίου, την 30η Ιουνίου κάθε έτους για τα μισθώματα των μηνών Απριλίου, Μαϊου, Ιουνίου, την 30η Σεπτεμβρίου κάθε έτους, για τα μισθώματα Ιουλίου, Αυγούστου, Σεπτεμβρίου και την 31η Δεκεμβρίου κάθε έτους, για τα μισθώματα Οκτωβρίου, Νοεμβρίου και Δεκεμβρίου.
΄Όπως, ήδη, προεκτέθηκε, η ………….. με το με αριθμ. ΕΓ ………../13-12-2001 έγγραφό της, γνωστοποίησε στην αρχικώς εναγόμενη Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση ότι το μίσθιο ακίνητο, λόγω της απαλλοτρίωσης, ήταν πλέον ιδιοκτησίας της. Στη συνέχεια, στις 14-5-2004, η εναγόμενη Νομαρχία πληροφορήθηκε, με την από 19-4-2004 έγγραφη αίτηση των εναγόντων προς αυτήν, ότι με την ως άνω απόφαση του ΣτΕ, η απαλλοτρίωση ακυρώθηκε, ως μη νόμιμη, με αποτέλεσμα αυτή να θεωρείται ως μηδέποτε κηρυχθείσα και, ότι οι ίδιοι εξακολουθούσαν να είναι εκμισθωτές. Συνεπώς, η μη καταβολή των μισθωμάτων, ανά τριμηνία, όπως είχε συμφωνηθεί, εκ μέρους της εναγόμενης, αρχής γενομένης από 31-12-2001, για τα μισθώματα Οκτωβρίου, Νοεμβρίου και Δεκεμβρίου 2001, 31-3-2002, για τα μισθώματα Ιανουαρίου, Φεβρουαρίου και Μαρτίου 2002, 30-6-2002, για τα μισθώματα Απριλίου, Μαϊου και Ιουνίου 2002, 30-9-2002, για τα μισθώματα Ιουλίου, Αυγούστου και Σεπτεμβρίου 2002, 31-12-2002, για τα μισθώματα Οκτωβρίου, Νοεμβρίου και Δεκεμβρίου 2002, 31-3-2003, για τα μισθώματα Ιανουαρίου, Φεβρουαρίου και Μαρτίου 2003, 30-6-2003, για τα μισθώματα Απριλίου, Μαϊου και Ιουνίου 2003, 30-9-2003, για τα μισθώματα Ιουλίου, Αυγούστου και Σεπτεμβρίου 2003, 31-12-2003, για τα μισθώματα Οκτωβρίου, Νοεμβρίου και Δεκεμβρίου 2003, 31-3-2004, για τα μισθώματα Ιανουαρίου, Φεβρουαρίου και Μαρτίου 2004.Επομένως, ως προς την μη καταβολή των μισθωμάτων αυτών, παρά την παρέλευση της κατά τα παραπάνω τριμηνίας, η εναγόμενη δεν κατέστη υπερήμερη, επειδή δικαιολογημένα πίστευε ότι το πρόσωπο του ιδιοκτήτη και εκμισθωτή του μίσθιου ακινήτου, είχε αλλάξει και ότι οι ενάγοντες δεν ήταν πλέον ιδιοκτήτες και εκμισθωτές του μισθίου και άρα, οφείλεται σε γεγονός για το οποίο η εναγόμενη δεν υπείχε ευθύνη (ΑΠ 159/2015, 1080/2001 δημ. ΝΟΜΟΣ). Ως προς τα μισθώματα των μηνών Απριλίου, Μαϊου και Ιουνίου 2004, που ήταν απαιτητά την 30-6-2004, τα μισθώματα των μηνών Ιουλίου, Αυγούστου και Σεπτεμβρίου 2004, που ήταν απαιτητά την 30-9-2004, τα μισθώματα των μηνών Οκτωβρίου, Νοεμβρίου και Δεκεμβρίου 2004, που ήταν απαιτητά την 31-12-2004, τα μισθώματα των μηνών Ιανουαρίου, Φεβρουαρίου και Μαρτίου 2005, που ήταν απαιτητά την 31-3-2005 και τα μισθώματα των μηνών Απριλίου, Μαϊου και Ιουνίου 2005, που ήταν απαιτητά την 30-6-2005, η παρέλευση της συμφωνημένης δήλης ημέρας, χωρίς να καταβληθούν τα μισθώματα αυτά, κατέστησε την εναγόμενη υπερήμερη της μη καταβολής τους.
Επειδή ο Ν. 2362/1995 (Δημόσιο Λογιστικό), ο οποίος καταργήθηκε από τον, από 1-1-2015 ισχύοντα Ν. 4270/2014 (Αρχές δημοσιονομικής διαχείρισης -εποπτείας – Δημόσιο Λογιστικό) όριζε με τις διατάξεις των άρθρων 90 § 1 και 91 εδ. α` (όμοιες των οποίων εισήχθησαν και με τα άρθρα 140 § 1, 141 Ν. 4270/2014) τα ακόλουθα: α) Το άρθρο 90 § 1: “Οποιαδήποτε απαίτηση κατά του Δημοσίου παραγράφεται μετά πενταετία, εφόσον από άλλη γενική ή ειδική διάταξη δεν ορίζεται βραχύτερος χρόνος παραγραφής αυτής” και β) το άρθρο 91 εδ. α`: “Επιφυλασσομένης κάθε άλλης ειδικής διατάξεως του παρόντος, η παραγραφή οποιασδήποτε απαιτήσεως κατά του Δημοσίου αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτής”. Όσον αφορά την παραγραφή των αξιώσεων κατά των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοικήσεως τόσον το προϊσχύσαν ΠΔ 410/1995 (Δημοτικός και Κοινοτικός Κώδικας), όσον και ο ισχύων Ν. 3463/2006 (Κώδικας Δήμων και Κοινοτήτων) αντιστοίχως στα άρθρα 304 εδ. α`, β` και 276 § 2 ορίζουν με ίδιες διατάξεις, ότι “Για την παραγραφή των αξιώσεων κατά των ΟΤΑ εφαρμόζονται οι διατάξεις που διέπουν την παραγραφή των αξιώσεων κατά του Δημοσίου. Κάθε άλλη διάταξη που ορίζει μεγαλύτερο χρόνο παραγραφής των αξιώσεων κατά των ΟΤΑ καταργείται”. Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει, ότι εφόσον από άλλη γενική ή ειδική διάταξη δεν ορίζεται βραχύτερος χρόνος παραγραφής, οποιαδήποτε απαίτηση κατά των Δήμων παραγράφεται μετά από την πάροδο πενταετίας, η οποία αρχίζει, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά από άλλη ειδική διάταξη του νόμου περί Δημοσίου Λογιστικού, από το τέλος του οικονομικού έτους, εντός του οποίου γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη της απαιτήσεως (ΑΠ125/2020, ΑΠ 303/2016 δημ. ΝΟΜΟΣ). Η ΑΚ 261 όπως τροποποιήθηκε με την παρ.1 του άρθρου 101 του ν. 4139/2013 σύμφωνα με την οποία «Tην παραγραφή διακόπτει η άσκηση της αγωγής. Η παραγραφή που διακόπηκε με τον τρόπο αυτόν αρχίζει και πάλι από την έκδοση τελεσίδικης απόφασης ή την κατ’άλλο τρόπο περάτωση της δίκης. Στην περίπτωση που οι διάδικοι δεν επισπεύδουν την πρόοδο της δίκης και εφόσον δεν προβλέπεται άλλη προθεσμία για την διενέργεια διαδικαστικών πράξεων από αυτούς, η παραγραφή αρχίζει και πάλι έξι μήνες, μετά την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του δικαστηρίου. Στις περιπτώσεις αυτές, η παραγραφή διακόπτεται εκ νέου, εφόσον κάποιος διάδικος επισπεύδει την πρόοδο της δίκης. Η παρούσα διάταξη εφαρμόζεται και στις εκκρεμείς υποθέσεις εφόσον δεν έχει εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση», δεν εφαρμόζεται επί παραγραφής αξιώσεων κατά του Δημοσίου και των ΝΠΔΔ, καθόσον η παραγραφή σ’αυτές τις περιπτώσεις διέπεται από ειδικές διατάξεις. ΄Ετσι, σύμφωνα με τα άρθρα 143 περ.α΄ν.4270/2014, 51 περ.α΄ν.δ.496/1974 και 137 περ. Β, παρ.3 ν.3655/2008, η παραγραφή των χρηματικών απαιτήσεων κατά των δημοσίων αυτών νομικών προσώπων διακόπτεται με την υποβολή της υπόθεσης στο δικαστήριο ή σε διαιτητές, αλλά η παραγραφή αρχίζει εκ νέου από την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων, του δικαστηρίου ή των διαιτητών (ΑΠ593/2015ΕλΔνη2015, 1053). Η παραγραφή, που διακόπτεται επαναρχίζει ευθύς αμέσως μετά τη διακοπή (ΑΠ900/1988ΕλΔ32,324). Η παραγραφή διακόπτεται και σε περίπτωση που ο εκμισθωτής υποβάλει στη δημόσια αρχή αίτηση για πληρωμή του μισθώματος (άρθρ. 93 ν. 2362/1995, 143 ν. 4270/2014 και 51 εδ. α΄ ν.δ. 496/1974), οπότε η παραγραφή αρχίζει εκ νέου από της χρονολογίας, την οποίαν φέρει η έγγραφη απάντηση της αρμόδιας για την αναγνώριση ή την πληρωμή της απαίτησης, Αρχής. Σε περίπτωση μη απάντησης η παραγραφή αρχίζει μετά πάροδον εξαμήνου από της χρονολογίας υποβολής της αίτησης. Παραίτηση από τη συμπληρωμένη παραγραφή δεν επιτρέπεται, η, δε, παραγραφή λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο (άρθ.94 ν.2362/1995, 144 ν.4270/2014 και 52 ν.δ.496/1974). Από τις προπαρατεθείσες διατάξεις του Ν. 2362/1995, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 261 του ΑΚ (όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 101 παρ. 1 Ν. 4139/2013 – ΦΕΚ Α` 74/20-3-2013), 106 και 262 του ΚΠολΔ, συνάγεται σαφώς, ότι η παραγραφή αξιώσεως κατά του Δημοσίου λαμβάνεται υπόψη και αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο της ουσίας, ενώ η διακοπή της παραγραφής αυτής, που συντελείται με έναν από τους αναφερόμενους στο άνω άρθρο 93 του Ν. 2362/1995 τρόπους, μεταξύ των οποίων και η υποβολή της υπόθεσης στο δικαστήριο, όπως και η υποβολή στην αρμόδια δημόσια αρχή αίτησης για την πληρωμή της απαίτησης, οπότε η παραγραφή αρχίζει εκ νέου από τη χρονολογία που φέρει, συνιστά αντένσταση, την οποία πρέπει να προτείνει, παραδεκτώς και νομίμως, ο διάδικος που αποκρούει την παραγραφή και δεν μπορεί να λάβει υπόψη του αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο(ΑΠ 198/2021, ΑΠ 52/2021, ΑΠ 15/2020, ΑΠ 533/2018). Η τελευταία (αντένσταση διακοπής της παραγραφής), για να είναι παραδεκτή, πρέπει κατά το άρθρο 262 του ΚΠολΔ, να περιέχει σαφώς το διακοπτικό της παραγραφής γεγονός και να καταλήγει σε συγκεκριμένο αίτημα για απόρριψη της ένστασης παραγραφής (ΟλΑΠ 472/1983ΑΠ 212/2019, ΑΠ 1785/2013, ΑΠ 1372/2010, ΑΠ 624/2003).H αυτεπάγγελτη, κατ` άρθρο 94 εδάφ. δ` του Ν. 2362/1995, λήψη υπόψη από το δικαστήριο της παραγραφής των κατά του Δημοσίου αξιώσεων, ρύθμιση (αυτεπαγγέλτου λήψεως) η οποία δεν ισχύει για τη διακοπή της παραγραφής, δεν αντίκειται στην συνταγματική αρχή της ισότητας, ούτε στις διατάξεις των άρθρων 20 του Συντάγματος, 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και 110 παρ. 1 του ΚΠολΔ, (και) για το λόγο ότι η διασφαλιζόμενη με τις διατάξεις αυτές δικαστική προστασία δεν έχει σχέση με την αυτεπάγγελτη εξέταση και λήψη υπόψη της παραγραφής από τα δικαστήρια, αφού η αυτεπάγγελτη αυτή ενέργεια του δικαστηρίου δεν στερεί τους αντιδίκους του Δημοσίου από τη δυνατότητα να προβάλλουν (ακόμη και καθ` υποφοράν, ενόψει του εκ του νόμου γνωστού σ` αυτούς αυτεπαγγέλτου της λήψεως υπόψη της παραγραφής) όλες τις αντενστάσεις που τους παρέχει το ουσιαστικό και δικονομικό δίκαιο για την απόκρουση της παραγραφής (Ολ.ΑΠ 11/2003, ΑΠ593/2015, ΑΠ 766/2010, ΑΠ 1270/2003).
Στην προκείμενη περίπτωση, για τις αξιώσεις των οφειλόμενων κατά τα παραπάνω μισθωμάτων του έτους 2001, δηλαδή, για τα μισθώματα του Οκτωβρίου, Νοεμβρίου και Δεκεμβρίου 2001, η πενταετής παραγραφή ξεκίνησε την 1-1-2002. Για τα μισθώματα του χρονικού διαστήματος από 1-1-2002 έως 31-12-2002, η ίδια παραγραφή ξεκίνησε την 1-1-2003, για τα μισθώματα του χρονικού διαστήματος από 1-1-2003 έως 31-12-2003, η ίδια παραγραφή ξεκίνησε την 1-1-2004, για τα μισθώματα του χρονικού διαστήματος από 1-1-2004 έως 31-12-2004, η ίδια παραγραφή ξεκίνησε την 1-1-2005, για τα μισθώματα του χρονικού διαστήματος από 1-1-2005 έως 31-12-2005, η ίδια παραγραφή ξεκίνησε την 1-1-2006 και για τα μισθώματα του χρονικού διαστήματος από 1-1-2006 έως 30-6-2006, η ίδια, πενταετής παραγραφή ξεκίνησε την 1-1-2007.Με τα δεδομένα αυτά οι αξιώσεις του ενάγοντος για την καταβολή μισθωμάτων, απλών και αναπροσαρμοσμένων, αρχόμενες από 1-1-2002, 1-1-2003, 1-1-2004, 1-1-2005, 1-1-2006 και 1-1-2007 έχουν υποπέσει στην πενταετή παραγραφή, αφού αυτές έπρεπε να έχουν ασκηθεί μέχρι το τέλος των ετών 31-12-2007, 31.12.2008, 31-12-2009, 31-12-2010, 31-12-2011 και 31-1-2012, οπότε, αντίστοιχα, συμπληρώθηκε πενταετία από τη γέννηση των εν λόγω αξιώσεων, η παραγραφή, δε, αυτή λαμβάνεται αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο, ενώ δεν προβλήθηκε από τον ενάγοντα, ούτε με τις προτάσεις του κατά την πρώτη συζήτηση ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ούτε κατά τη συζήτηση της αγωγής ενώπιον του δευτεροβάθμιου τούτου δικαστηρίου, ισχυρισμός περί διακοπής αυτής, αφού η αυτεπάγγελτη κατά το άρθρο 94 εδ. 4 του ν. 2362/1995, λήψη υπόψη από το δικαστήριο της παραγραφής των κατά του Δημοσίου ή των Ο.Τ.Α. αξιώσεων, δεν ισχύει για την διακοπή της παραγραφής για κάποιον από τους προβλεπόμενους στο άρθρο 93 του ν.2362/1995 περί διακοπής της παραγραφής, λόγους, αφού ο σχετικός περί διακοπής ισχυρισμός, ο οποίος, ως πραγματικός ισχυρισμός, αποτελεί αντένσταση, δεν μπορεί να ληφθεί υπόψιν, αυτεπαγγέλτως, από το δικαστήριο.Κατ’ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει η αγωγή να απορριφθεί, ως κατ’ουσίαν αβάσιμη και να συμψηφιστούν τα δικαστικά έξοδα του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας, μεταξύ των διαδίκων, επειδή η ερμηνεία των κανόνων δικαίου, που εφαρμόσθηκαν ήταν ιδιαίτερα δυσχερής(άρθρ.179 και 183ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΔΙΚΑΖΕΙ με παρόντες τους διαδίκους την έφεση κατά της υπ’αριθμ.135/2007 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την έφεση ως προς την πρώτη των καθ’ων η κλήση Ο.Τ.Α. Β΄ βαθμού.
ΔΕΧΕΤΑΙ ως προς τους λοιπούς τυπικά και κατ’ουσίαν την έφεση.
ΕΞΑΦΑΝΙΖΕΙ την εκκαλούμενη απόφαση.
ΚΡΑΤΕΙ την υπόθεση και δικάζει κατ’ουσίαν την αγωγή.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την αγωγή.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την προσεπίκληση και την πρόσθετη παρέμβαση.
ΣΥΜΨΗΦΙΖΕΙ τα δικαστικά έξοδα του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας μεταξύ των διαδίκων.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στον Πειραιά την 2 Οκτωβρίου 2025 και δημοσιεύθηκε στις 9 Μαρτίου 2026 σε έκτακτη και δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του Δικαστηρίου αυτού με απόντες τους διαδίκους και τους πληρεξούσιους αυτών δικηγόρους.
Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ