Μενού Κλείσιμο

Αριθμός απόφασης 165/2026

Αριθμός    165/2026

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

Τμήμα  3ο  

Αποτελούμενο από τη Δικαστή Ευαγγελία  Πανταζή, Εφέτη, η οποία ορίσθηκε από την Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διευθύνσεως του Εφετείου Πειραιώς, και από τη Γραμματέα  Δ.Π..

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις  ………….., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ των :

ΚΑΛΟΥΣΑΣ -ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΗΣ: …………., η οποία παραστάθηκε μετά της πληρεξουσίας της δικηγόρου Αναστασίας ΚΟΥΡΡΗ.

ΚΑΘ’ ΩΝ Η ΚΛΗΣΗ- ΕΚΚΑΛΟΥΝΤΩΝ: 1) …………., 2) ……………., ατομικώς και ως καθολικών εκ διαθήκης κληρονόμων της αποβιωσάσης την 5-3-2022 ……………….., αρχικής συνεναγομένης και συνεκκαλούσης στην υπό κρίσην δίκη 3) Εταιρείας με την επωνυμία «……………» (Μ.ΕΠΕ), που εδρεύει στον Πειραιά και εκπροσωπείται νόμιμα, 4) …………., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιό τους δικηγόρο Γεώργιο ΚΙΑΟΥΛΙΑ.

Η ……….. (καλούσα-εφεσίβλητη) άσκησε ενώπιον του  Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς την από 27.6.2016 (ΓΑΚ/ΕΑΚ …………../2016) αγωγή, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ΄ αριθ.  374/2018 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, που δέχθηκε την αγωγή.

Την απόφαση αυτή προσέβαλαν ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου οι  (1) …………….., ήδη αποβιώσασα, (2) …………., (3) ……………, (ήδη ατομικώς και ως καθολικοί εκ διαθήκης κληρονόμοι της αποβιωσάσης την 5-3-2022 …………….-1ης εκ των εκκαλούντων), (4) εταιρεία με την επωνυμία «……………» και (5) ………. με την από  28.3.2018 (ΓΑΚ/ΕΑΚ ΠΡΩΤ  …………./2018-ΓΑΚ/ΕΑΚ ΕΦΕΤ ……../2018) έφεσή τους, της οποίας δικάσιμος ορίσθηκε αρχικά η 9η.5.2019, κατά την οποία η συζήτηση αυτής ματαιώθηκε.

Με την κατατεθείσα ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου από  5.11.2021 (ΓΑΚ/ΕΑΚ  …………/2021) κλήση της καλούσας-εφεσίβλητης η προκειμένη υπόθεση επανεισήχθη προς συζητήση ενώπιον αυτού αρχικά στη δικάσιμο της 19ης.5.2022, μετά δε από διαδοχικές αναβολές στη δικάσιμο της 6ης.4.2023 και σε αυτήν που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας απόφασης.

Η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο και συζητήθηκε.

Οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των παρασταθέντων διαδίκων, αφού έλαβαν διαδοχικά τον λόγο από την Πρόεδρο, αναφέρθηκαν στις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσαν.

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΚΑΙ ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

 Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 286, 287, 288, 289, 290, 291 και 292 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η πολιτική δίκη διακόπτεται και με το θάνατο ενός των διαδίκων, με αποτέλεσμα την ακυρότητα κάθε διαδικαστικής πράξης που ενεργείται μετά απ’αυτήν και πριν την επανάληψή της, εκτός αν την ενεργήσει ο διάδικος υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή. Επέρχεται δε η διακοπή από τη γνωστοποίηση του λόγου της διακοπής προς τον αντίδικο με επίδοση δικογράφου ή με τις προτάσεις ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός του ακροατηρίου κατά την επιχείρηση της διαδικαστικής πράξης, από εκείνον που έχει το δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη ή και από εκείνον που μέχρι την επέλευση του θανάτου ήταν πληρεξούσιος του θανόντος. Ως διάδικος, υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης, στην περίπτωση θανάτου του αρχικού διαδίκου, νοείται ο καθολικός του διάδοχος (κληρονόμος του), ο οποίος υπεισέρχεται αυτοδικαίως στην έννομη σχέση της δίκης (ΑΠ 891/2023, ΑΠ 1281/2021, ΑΠ 1181/2021, ΑΠ 1251/2021, δημοσιευμένες σε ΤΝΠ Νόμος). Η επανάληψη της δίκης που έχει διακοπεί, λόγω θανάτου κάποιου διαδίκου, μπορεί να γίνει εκούσια, με ρητή ή σιωπηρή δήλωση των προσώπων τα οποία, ως κληρονόμοι εκείνου, υπεισέρχονται στην δικονομική του θέση. Εφόσον αποδεικνύεται ή συνομολογείται από τον αντίδικο, έστω και σιωπηρά, η νόμιμη δυνατότητα του προσώπου να διεξάγει τη δίκη στη θέση του διαδίκου, στον οποίο αφορούσε το διακοπτικό γεγονός, δεν απαιτείται ιδιαίτερη συζήτηση περί της επανάληψης και η δίκη συνεχίζεται κανονικά (ΑΠ 14/2023, ΕφΠειρ151/2024, δημοσ. ΤΝΠ).

Νόμιμα επαναφέρεται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού, με την από 5-11-2021 κλήση της ……………….., η από 28-3-2018 έφεση (με αριθμ.κατάθ………/3-4-2018 και …………/4-4-2018) κατά της υπ’ αριθμ. 374/2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που εκδόθηκε κατά την διαδικασία των περιουσιακών – μισθωτικών διαφορών (ΚΠολΔ 614 αριθμ. 1 ΚΠολΔ), μετά την ματαίωση της συζήτησης της έφεσης κατά την αρχικώς προσδιορισμένη δικάσιμο της 9-5-2019.Οι εκ των εκκαλούντων, …………. και ……………, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης κατά την μετά από δύο αναβολές ορισθείσα δικάσιμο, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, με τις έγγραφες προτάσεις τους, νόμιμα, κατ’άρθρ.287 παρ.1 ΚΠολΔ, γνωστοποίησαν ότι η εκ των εκκαλούντων ……………. απεβίωσε την 5-3-2022 (βλ.προσκομιζόμενη, υπ’αριθμ……../8-3-2022 ληξιαρχική πράξη θανάτου του Ληξιαρχείου Κερατσινίου-Δραπετσώνας Αττικής), με την γνωστοποίησή τους, δε, αυτή επέρχεται διακοπή της δίκης, λόγω θανάτου της προαναφερόμενης εκκαλούσας και δηλώνουν, νόμιμα, κατ’άρθρ. 290ΚΠολΔ, ότι ως από διαθήκη κληρονόμοι αυτής,  με βάση την ήδη προσκομιζόμενη, από 25-1-2020 ιδιόγραφη διαθήκη της, που, ήδη, έχει δημοσιευθεί με το από 31-5-2023 πρακτικό του Ειρηνοδικείου Πειραιώς και με την υπ’αριθμ.535/2023 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, έχει κηρυχθεί κυρία,  επαναλαμβάνουν τη δίκη, που διακόπηκε για τον παραπάνω λόγο.

Η έφεση έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (ΚΠολΔ 518 παρ. 2), δηλαδή, εντός της νόμιμης διετούς προθεσμίας  από τη δημοσίευση της εκκαλουμένης, δεδομένου ότι στην προκείμενη περίπτωση, ενόψει του ότι δεν προκύπτει επίδοση της εκκαλουμένης, η έφεση κατατέθηκε στην γραμματεία του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου την 3-4-2018, με ημερομηνία δημοσίευσης της εκκαλουμένης την 18-1-2018 και για το παραδεκτό της έχει καταβληθεί και το νόμιμο παράβολο (υπ΄αριθμ…………….. e-παράβολο). Πρέπει, επομένως, η έφεση να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της, κατά την ίδια ως άνω, ειδική διαδικασία.

Η ενάγουσα, με την υπό κρίση, από 27-6-2016 (αριθμ.έκθ.κατάθ. …………./2016) αγωγή της, ιστορούσε ότι είναι συγκυρία του 40% εξ αδιαιρέτου, ενώ εκκρεμεί αίτηση ερμηνείας διαθήκης για τον προσδιορισμό των ποσοστών συγκυριότητας επί του περιγραφόμενου στην αγωγή  πενταόροφου ξενοδοχείου, που βρίσκεται στον Πειραιά, επικαλούμενη την σύμβαση μίσθωσης ξενοδοχείου, που ανέφερε στην αγωγή της, ζητούσε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να της καταβάλουν το ποσό των 55.115,2 ευρώ, που αντιστοιχούσε σε 43.512 ευρώ των ήδη ληξιπρόθεσμων κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής, μηνών, που αντιστοιχούσαν στους μήνες από τον μήνα Απρίλιο του έτους 2015 έως και Δεκέμβριο του έτους 2015 και από το μήνα Ιανουάριο του έτους 2016 έως και το μήνα Ιούνιο του έτους 2016, ήτοι 15 μηνών και το ποσό των 11.603,20 ευρώ, για τα επόμενα τέσσερα μισθώματα, ήτοι από τον μήνα Ιούλιο του έτους 2016 έως και το μήνα Οκτώβριο του έτους 2016, που θα καθίσταντο ληξιπρόθεσμα και απαιτητά μέχρι τη συζήτηση της αγωγής, με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από τότε που έκαστο μίσθωμα κατέστη απαιτητό, άλλως από την επίδοση της αγωγής, μέχρι την εξόφληση.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την εκκαλούμενη απόφαση, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών-μισθωτικών διαφορών, έκανε δεκτή την αγωγή και επιδίκασε στην ενάγουσα, για τα αιτούμενα μισθώματα, ποσό ύψους 55.115,2 ευρώ.

Με την ένδικη έφεσή τους, οι εναγόμενοι και ήδη, εκκαλούντες στρέφονται κατά της ως άνω εκκαλούμενης απόφασης και ζητούν, για τους αναφερόμενους λόγους, που ανάγονται σε εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων, να εξαφανιστεί αυτή και να απορριφθεί η αγωγή.

Μίσθωση προσοδοφόρου αντικειμένου είναι η σύμβαση, με την οποία ο ένας συμβαλλόμενος (εκμισθωτής) αναλαμβάνει την υποχρέωση να παραχωρήσει στον άλλον (μισθωτή) έναντι ανταλλάγματος (μίσθωμα), τη χρήση και την κάρπωση, κατά τους κανόνες της τακτικής εκμετάλλευσης, πράγματος ή δικαιώματος (άρθρο 638 ΑΚ). Κατά τα δεκτά γενόμενα από τη θεωρία και τη νομολογία (βλ. ενδεικτικώς Καυκά, Ενοχικόν Δίκαιον, Ειδικόν μέρος, τεύχ. Α έκδ. 1974, σελ. 446, Φίλιο, Επαγγελματική μίσθωση, έκδ. 1986, σελ. 52, 53 και αυτόθι παρατιθέμενη αναλυτική Νομολογία), το άνω άρθρο ρυθμίζει μισθώσεις, που έχουν αντικείμενο άλλο πράγμα ή δικαίωμα, μη έχον πάντως τον χαρακτήρα του αγροτικού τοιούτου, δηλαδή δύναται να έχει αντικείμενο ενσώματο πράγμα κινητό ή ακίνητο, ή δικαίωμα, αρκεί μόνον, τόσον το πράγμα όσον και το δικαίωμα να είναι προσοδοφόρα, διότι δεν εκμισθώνεται μόνον η χρήση αυτών, αλλά και η κατά τους κανόνες της τακτικής εκμεταλλεύσεως κάρπωση κατά τον προορισμό τους, ήτοι, η απόληψη των εξ αυτών παραγομένων καρπών ή άλλων ωφελημάτων. ΄Ετσι, η μίσθωση προσοδοφόρου διαφέρει από τη μίσθωση ακινήτου με απλό εξοπλισμό για επαγγελματική δραστηριότητα. Στη μίσθωση προσοδοφόρου πρέπει το ακίνητο να έχει δομή και κατασκευάσματα ή εξοπλισμό(έπιπλα και σκεύη), που επιτρέπουν την άμεση άσκηση δραστηριότητας από το μισθωτή και να αποτελεί την καθαυτό πηγή της προσόδου και όχι να είναι απλώς το μέσο για να ασκηθεί μία δραστηριότητα (π.ΦίλιοςΕνοχΔΕιδΜερ2005 παρ.61.Β.1, βλ. ΑΠ 1281/1979, ΕφΑΘ 8319/1981, Γνωμ ΝΣΚ 670 199). Σύμφωνα με την κρατούσα άποψη (ΑΠ 913/1996, ΕλλΔνη 1997, 104, ΑΠ289/1992) οι μισθώσεις των ακινήτων αυτών αποτελούν επαγγελματικές μισθώσεις, εφόσον αυτά χρησιμοποιούνται για την άσκηση εμπορικών πράξεων και οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στη χρήση και κάρπωσή τους. Έτσι, κριτήρια αποτελούν τόσο το αντικείμενο της μίσθωσης, όσο και η συνομολογούμενη χρήση του. Ουσιαστικά για να είναι το ακίνητο δεκτικό κάρπωσης και να είναι δυνατή η άμεση άντληση ωφελημάτων, πρέπει να εκμισθώνεται όχι μόνο το ακίνητο, αλλά και η υφιστάμενη και σε λειτουργία ευρισκόμενη επιχείρηση εκμετάλλευσής του. Κατά συνέπεια διαπιστώνεται ότι η εμπορική μίσθωση μπορεί να εμφανιστεί και ως ειδική μορφή μίσθωσης προσοδοφόρου αντικειμένου, όταν πρόκειται για μίσθωση προσοδοφόρου για προστατευόμενη δραστηριότητα, στην οποία προέχει η χρήση και η κάρπωση ακινήτου (ΜΕφΑθ2095/2022αδημ.).

Το ζήτημα του νομικού χαρακτηρισμού της συμβάσεως συνάπτεται με το τί ακριβώς συμφώνησαν τα μέρη και με την εφαρμογή των ερμηνευτικών κανόνων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, σύμφωνα με τα οποία κατά την ερμηνεία των δηλώσεων βουλήσεως που εμπεριέχονται στη σύμβαση αναζητείται η αληθινή βούληση των συμβαλλομένων χωρίς προσήλωση στις λέξεις, οι, δε, συμβάσεις ερμηνεύονται όπως απαιτεί η καλή πίστη λαμβανομένων υπόψη και των συναλλακτικών ηθών (ΑΠ 10-2015 ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 743-1971, ΝοΒ 20. 330, ΕφΑθ 8902-1982, ΝοΒ 31. 236, ΕφΠειρ 38-1995 στη ΝΟΜΟΣ). Το Δικαστήριο αυτεπαγγέλτως χαρακτηρίζει την καταρτισθείσα σύμβαση βάσει του δεκτού γενομένου περιεχομένου της, υπάγοντας αυτό στην έννοια μιας ρυθμισμένης από το Νόμο συμβάσεως (ΑΠ 79/1996, ΑΠ 128/1979, ΕφΘεσ 444/1995, ΕλλΔνη37,1350). Συνάγεται, λοιπόν, ότι η επίκληση συγκεκριμένου κανόνος δικαίου δεν είναι στοιχείο της αγωγής ή της ένστασης και δεν δεσμεύει το δικαστήριο ο νομικός χαρακτηρισμός που δίδεται από τους διαδίκους, αφού αυτό (δικαστήριο) εφαρμόζει αυτεπαγγέλτως το Νόμο, προσδίδει στα επικαλούμενα προς θεμελίωση του οικείου ισχυρισμού περιστατικά τον – κατά την κρίση του – προσήκοντα νομικό χαρακτηρισμό και υπάγει τον ισχυρισμό, ήτοι, τα επικαλούμενα ή (και) αποδεικνυόμενα πραγματικά περιστατικά, στον προσήκοντα κανόνα δικαίου, λαμβάνοντας υπόψη την ιστορική βάση και το υποβαλλόμενο αίτημα (ΑΠ 539/2010, ΕφΛαρ 398/2014 στη ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω, οι διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ αποσκοπούν στην ερμηνεία της δήλωσης βουλήσεως και η κάθε μία από αυτές συμπληρώνει την άλλη. Η πρώτη εξαίρει το υποκειμενικό στοιχείο της δήλωσης, δηλαδή την άποψη του δηλούντος και απαιτεί η ερμηνεία να μην προσκολλάται στις λέξεις της δήλωσης, αλλά να αναζητεί την αληθινή βούληση, η δε δεύτερη εξαίρει το αντικειμενικό στοιχείο, δηλαδή την άποψη των συναλλαγών και επιβάλλει η δήλωση να ερμηνεύεται, όπως απαιτεί η καλή πίστη, για τον προσδιορισμό της οποίας και μόνο θα πρέπει να ληφθούν υπόψη τα συναλλακτικά ήθη. Καλή πίστη είναι η συμπεριφορά που επιβάλλεται στις συναλλαγές, κατά την κρίση του χρηστού και εχέφρονα ανθρώπου και νοείται αντικειμενικά, ενώ συναλλακτικά ήθη είναι οι συνηθισμένοι στις συναλλαγές τρόποι ενέργειας. Για τη διαμόρφωση της σχετικής κρίσης, το δικαστήριο της ουσίας λαμβάνει υπόψη με διαφορετική κατά περίπτωση βαρύτητα, τα συμφέροντα των μερών και κυρίως εκείνου από αυτά που αποβλέπει να προστατεύσει ο ερμηνευόμενος όρος, το δικαιοπρακτικό σκοπό, τις συνήθειες και τις λοιπές τοπικές, χρονικές και άλλες συνθήκες, υπό τις οποίες έγιναν οι δηλώσεις βουλήσεως των συμβαλλομένων καθώς και τη φύση της συμβάσεως. Το δικαστήριο της ουσίας, όταν ερμηνεύει, κατά τις αρχές της καλής πίστης, λαμβάνοντας υπόψη του και τα συναλλακτικά ήθη, τη δήλωση βούλησης, δεν δεσμεύεται στην κρίση του από τους ισχυρισμούς των διαδίκων, μπορεί δε να αντλήσει και στοιχεία εκτός της σύμβασης (ΑΠ 819/2012, ΑΠ 1345/20Ι2, ΑΠ 226/2014).

Κατά το άρθρο 254 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στη διαδικασία της δευτεροβάθμιας δίκης (άρθρο 524 παρ. 1ΚΠολΔ), το Δικαστήριο μπορεί να διατάξει την επανάληψη της συζήτησης στο ακροατήριο, η οποία έχει κηρυχθεί περατωμένη, όταν κατά τη μελέτη της υπόθεσης ή την διάσκεψη παρουσιάζονται κενά ή αμφίβολα σημεία, που χρειάζονται συμπλήρωση ή επεξήγηση. Στα πλαίσια της διάταξης αυτής το Δικαστήριο, αξιοποιώντας και την δυνατότητα που του παρέχει η διάταξη του άρθρου 245 παρ. 1 του ιδίου Κώδικα, μπορεί να διατάξει οτιδήποτε θα ήταν πρόσφορο να συντελέσει στην διάγνωση της διαφοράς και ιδιαίτερα την αυτοπρόσωπη εμφάνιση των διαδίκων ή των νόμιμων αντιπροσώπων τους στο ακροατήριο για την υποβολή ερωτήσεων και την παροχή διασαφήσεων σχετικά με την υπόθεση. Η αυτοπρόσωπη, δε, εμφάνιση των διαδίκων δεν αποτελεί αποδεικτικό μέσο από τα αναφερόμενα στο άρθρο 339 ΚΠολΔ όπως, αντίθετα, η εξέταση των διαδίκων, η οποία και αναφέρεται ρητώς στην εν λόγω διάταξη. Εξάλλου, σύμφωνα με το, κατ’ άρθρο 522ΚΠολΔ, μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της έφεσης, το Εφετείο προβαίνει στα τα πιο πάνω διατασσόμενα, για να μπορέσει να μορφώσει κρίση για το βάσιμο ή μη της έφεσης, χωρίς προηγουμένως να προβεί στην εξαφάνιση της προσβαλλομένης απόφασης (Α.Π. 1088/2018, Α.Π. 117/2016, Α.Π. 44/2010, Εφ.Αθ. 18/2014, Εφ.Πειρ. 313/2011, Εφ.Πειρ. 296/2010, Εφ.Πειρ. 510/2009 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

Στην προκείμενη περίπτωση, προκειμένου να διαγνωστεί το αμφισβητούμενο ζήτημα εάν  η επίδικη από  16-7-2012 επαγγελματική μίσθωση πενταόροφου ξενοδοχείου ήταν μίσθωση προσοδοφόρου αντικειμένου, θα πρέπει να  καταφαθεί ότι το μισθωθέν ξενοδοχείο είχε δομή, κατασκευάσματα και εξοπλισμό(έπιπλα και σκεύη), που παρέμεναν στο μίσθιο, ιδίως μετά την αποχώρηση του ……. και την εκ μέρους του επικαλούμενη από τους εκκαλούντες-εναγόμενους απογύμνωση του ξενοδοχείου από τα κινητά πράγματα του εξοπλισμού του, ώστε σε καταφατική περίπτωση, να υπήρχε η δυνατότητα άμεσης άσκησης  δραστηριότητας από τον μισθωτή και ότι τα κατασκευάσματα και ο εξοπλισμός με έπιπλα και σκεύη αποτελούσαν την καθαυτό πηγή της προσόδου και ότι εκμισθώθηκε όχι μόνο το ακίνητο, αλλά και η υφιστάμενη και σε λειτουργία ευρισκόμενη επιχείρηση εκμετάλλευσής του, καθώς το δικαστήριο, προκειμένου να προβεί στην απαιτούμενη ερμηνεία των δηλώσεων βούλησης των συμβληθέντων στη επίδικη μισθωτική σύμβαση μερών, λαμβάνοντας υπ’όψιν, μεταξύ άλλων, τα συμφέροντα των μερών και τον δικαιοπρακτικό τους σκοπό, πρέπει, λόγω των κενών και αμφίβολων σημείων, που διαπιστώθηκαν κατά την μελέτη της υπόθεσης, αναφορικά με το ζήτημα αυτό, που είναι κρίσιμο, προκειμένου να καθορισθεί, περαιτέρω η αναλογία στο όλο μίσθωμα, για μεν το ακίνητο στο αιτούμενο από  τους εκκαλούντες-εναγόμενους ποσοστό 70%, για, δε, τον εξοπλισμό, φήμη και πελατεία, στο αιτούμενo ποσοστό 30% ή σε μεγαλύτερα ή μικρότερα εκατέρωθεν ποσοστά και να δυνηθεί περαιτέρω, το δικαστήριο να προσδιορίσει το ύψος του πρόσθετου μισθώματος για τον εξοπλισμό, κατ’άρθρ.10 τουΠ.Δ.34/1995  και εν γένει να αναπροσαρμόσει το μίσθωμα, κατ’άρθρ.288ΑΚ, όπως απαιτεί η καλή πίστη, λαμβανομένων υπ’όψιν και των συναλλακτικών ηθών ή/και κατ’άρθρ. 388ΑΚ, λόγω απρόοπτης μεταβολής των συνθηκών, όπως επικαλούνται οι εκκαλούντες-εναγόμενοι, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 245 παρ. 1ΚΠολΔ, να διαταχθεί η αυτοπρόσωπη εμφάνιση των διαδίκων ή των νόμιμων αντιπροσώπων τους στο ακροατήριο για την υποβολή ερωτήσεων και την παροχή διασαφήσεων σχετικά με  τα παραπάνω κρίσιμα για την ουσιαστική διερεύνηση των λόγων της έφεσης ερειζομένων ζητημάτων.   Πρέπει, επομένως, να διαταχθεί η επανάληψη της συζήτησης χωρίς να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση, προκειμένου να  εμφανισθούν αυτοπροσώπως οι διάδικοι, για την υποβολή ερωτήσεων και την παροχή διασαφήσεων σχετικά με την υπόθεση Δικαστικά έξοδα δεν επιδικάζονται καθώς η παρούσα απόφαση είναι μη οριστική.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΕΙ την έφεση κατά της υπ’αριθμ.374/2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με παρόντες τους διαδίκους, πλην της εκ των εκκαλούντων ……………., που απεβίωσε την 5-3-2022 και η για το λόγο αυτό διακοπείσα δίκη επαναλαμβάνεται  από τις από διαθήκη κληρονόμους της, ……………. και …………………

ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά την έφεση.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επανάληψη της συζήτησης προκειμένου να εμφανιστούν αυτοπροσώπως οι διάδικοι για την υποβολή ερωτήσεων και την παροχή διασαφήσεων, κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό της παρούσας.

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στον Πειραιά σε έκτακτη, δημόσια στο ακροατήριό του συνεδρίαση, στις 9 Μαρτίου  2026,  χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων όσων εξ αυτών παραστάθηκαν.

Η    ΔΙΚΑΣΤΗΣ                                              Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ