Μενού Κλείσιμο

Αριθμός απόφασης 192/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

Αριθμός απόφασης 192/2026

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

ΤΜΗΜΑ 2ο

Αποτελούμενο από την Δικαστή Ιωάννα Μάμαλη, Εφέτη και από την Γραμματέα Ε.Δ.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στον Πειραιά, στις ……………., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του εκκαλούντος – ενάγοντος………………, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξανδρο-Χρήστο Μίντζια (ΑΜ ………….. Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών).

Του εφεσίβλητου – εναγόμενου: …………., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Γεωργόπουλο (ΑΜ ………… Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών).

Ο ενάγων ζήτησε να γίνει δεκτή η από 01.02.2020 και με αριθμό κατάθεσης γενικό …../2020 και ειδικό ……/2020 αγωγή του, τακτικής διαδικασίας, την οποία άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς. Το ως άνω Δικαστήριο με την υπ’ αριθ. 3300/2024 απόφασή του απέρριψε την αγωγή. Ήδη ο εκκαλών – ενάγων προσβάλλει την απόφαση αυτή με την από 05.11.2024 έφεσή του που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς με αριθμό γενικό …../10.11.2024 και ειδικό …./10.11.2024 και προσδιορίστηκε ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς με αριθμό κατάθεσης γενικό …../13.03.2025 και ειδικό …../13.03.2025, για την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο και γράφτηκε στο πινάκιο.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ο πληρεξούσιος δικηγόρος του εκκαλούντος – ενάγοντος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, αλλά προκατέθεσε δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ και έγγραφες προτάσεις, ζητώντας να γίνουν δεκτά όσα σ’ αυτές αναφέρονται, ενώ ο πληρεξούσιος δικηγόρος του εφεσίβλητου – εναγόμενου αναφέρθηκε στις προτάσεις που κατέθεσε και ζήτησε να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται σε αυτές.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η υπό κρίση έφεση κατά της υπ’ αριθ. 3300/2024 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, και με την οποία απορρίφθηκε η από 01.02.2020 και με αριθμό κατάθεσης γενικό ……./2020 και ειδικό …./2020 αγωγή του εκκαλούντος – ενάγοντος, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495 παρ. 1-2, 498, 511, 513 παρ. 1 β’, 516 παρ.1, 517 και 518 παρ. 1 του ΚΠολΔ, όπως ισχύουν μετά την τροποποίησή τους με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015, καθόσον η έφεση ασκήθηκε μετά την 01.01.2016), δεδομένου ότι η εκκαλουμένη απόφαση επιδόθηκε στον πληρεξούσιο δικηγόρο του εκκαλούντος – ενάγοντος την 10.10.2024 (βλ. Την υπ’ αριθ. …../10.10.2024 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Αθηνών ……………..), η δε κρινόμενη από 05.11.2024 έφεση κατατέθηκε στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου εντός της προθεσμίας των τριάντα ημερών από την επίδοση της εκκαλουμένης απόφασης, όπως προκύπτει από την πράξη κατάθεσης έφεσης με αριθμό γενικό ……./10.11.2024 και ειδικό ……../10.11.2024 της γραμματέως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς που έχει επισυναφθεί στην ένδικη έφεση. Επομένως, πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξεταστεί στη συνέχεια, κατά την ίδια ως άνω τακτική διαδικασία, το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της, δεδομένου ότι για το παραδεκτό της έφεσης έχει κατατεθεί από τον εκκαλούντα – ενάγοντα το παράβολο των 100,00 ευρώ που προβλέπεται από την παράγραφο 3 του άρθρου 495 του ΚΠολΔ.

Ο ενάγων στην από 01.02.2020 και με αριθμό κατάθεσης γενικό ……./2020 και ειδικό …./2020 αγωγή του, τακτικής διαδικασίας, την οποία άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς εξέθετε ότι δυνάμει της από 17.01.2013 σύμβασης έργου που καταρτίσθηκε μεταξύ της εργοδότριας ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «……………………», της οποίας διευθύνων σύμβουλος και βασικός μέτοχος είναι ο εναγόμενος και της εργολάβου ιδιωτικής κεφαλαιουχικής εταιρείας με την επωνυμία «……………….», η οποία προήλθε από μετατροπή της ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία «…………………» και της οποίας εταίροι είναι ο ενάγων κατά ποσοστό 40% και ο αδελφός του ………….. κατά ποσοστό 60%, συμφωνήθηκε η κατασκευή υπαίθριου φωτοβολταϊκού σταθμού, ισχύος 999,24 Kw, στη στέγη ακινήτου ιδιοκτησίας της εργοδότριας που βρίσκεται στη ….. Αττικής, ………………, αντί συμφωνηθείσας αμοιβής ανερχόμενης σε 790.000,00 ευρώ, πλέον Φ.Π.Α., λόγω δε μερικής έκπτωσης του αναλογούντος Φ.Π.Α., ανερχόμενης σε 845.750,00 ευρώ, ότι λόγω της οικονομικής αδυναμίας του εναγόμενου να εξασφαλίσει τα χρήματα για την ίδια συμμετοχή της εκπροσωπούμενης από αυτόν ανώνυμης εταιρείας κατά την πραγματοποίηση του έργου, κατόπιν αύξησης του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας κατά το αντίστοιχο ποσό, ώστε να λάβει τραπεζική χρηματοδότηση με τη χορήγηση σχετικού δανείου, καθώς και να υπαχθεί στις διατάξεις του ισχύοντος αναπτυξιακού νόμου με την επιχορήγηση ποσοστού έως 45% επί της αξίας της επένδυσης, καταρτίσθηκε μεταξύ των διαδίκων η από 17.01.2013 άτυπη (προφορική) σύμβαση δανείου, δυνάμει της οποίας ο ενάγων μεταβίβασε προς τον εναγόμενο κατά κυριότητα, το συνολικό ποσό των 343.000,00 ευρώ, κατά το χρονικό διάστημα από την 21.02.2013 έως την 11.04.2013, με τις αναφερόμενες στην αγωγή μεταφορές επιμέρους χρηματικών ποσών με την αιτιολογία «Δάνειο» ή «Δάνειο ………» από τον τηρούμενο στην Τράπεζα …………….. υπ’ αριθ. ………. ατομικό λογαριασμό του ενάγοντος, στον τηρούμενο στην Τράπεζα …………….. υπ’ αριθ. ……………. ατομικό λογαριασμό του εναγόμενου, ότι ο εναγόμενος ανέλαβε την υποχρέωση να του αποδώσει το εν λόγω ποσό μόλις εκταμιευθεί το δάνειο από την …….. Τράπεζα, άλλως το αργότερο έως την 31.12.2013, ότι ο εναγόμενος κάνοντας χρήση του ανωτέρω ποσού του δανείου, προέβη, την 15.04.2013, κατόπιν απόφασης της Γενικής Συνέλευσης των μετόχων της εκπροσωπούμενης από αυτόν ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «……………» στην αύξηση του μετοχικού της κεφαλαίου, κατά το ποσό των 450.001,12 ευρώ, σύμφωνα με τη σχετική υπ’ αριθ. πρωτ. ……./23.12.2013 ανακοίνωση καταχώρησης στο Γ.Ε.ΜΗ., ότι σε εκτέλεση της από 17.01.2013 σύμβασης έργου, παραδόθηκε το συμφωνηθέν έργο την 18.02.2013 και παραλήφθηκε ανεπιφύλακτα από την εργοδότρια ανώνυμη εταιρεία, συνταχθέντος του σχετικού πρωτοκόλλου παράδοσης – παραλαβής, στη συνέχεια δε η εργολάβος ιδιωτική κεφαλαιουχική εταιρεία εξέδωσε τα υπ’ αριθ. …../28.06.2013 και ……./28.06.2013 τιμολόγια της εργολαβικής της αμοιβής, τα οποία εξοφλήθηκαν ολοσχερώς, ότι αν και ζήτησε επανειλημμένως από τον εναγόμενο την απόδοση του δανεισθέντος ως άνω ποσού, ο τελευταίος αρνήθηκε την επιστροφή του, ενώ προέβη σε μερική εξόφληση της οφειλής του με την καταβολή του ποσού των 130.000,00 ευρώ και εξακολουθεί να του οφείλει το υπόλοιπο ποσό των 213.000,00 ευρώ. Με βάση αυτό το ιστορικό ζήτησε, μετά από παραδεκτό κατ’ άρθρα 223, 295, 297 του ΚΠολΔ, μερικό περιορισμό του καταψηφιστικού αιτήματος σε έντοκο αναγνωριστικό, με τις προτάσεις του ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, κυρίως με βάση τις διατάξεις περί σύμβασης δανείου και περί αδικοπραξιών, επικουρικώς δε με βάση τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού, επικαλούμενος ότι ο εναγόμενος κατέστη πλουσιότερος, χωρίς νόμιμη αιτία, σε βάρος της δικής του περιουσίας κατά το δανεισθέν ως άνω ποσό, να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να του καταβάλει το ποσό των 100.000,00 ευρώ και να αναγνωρισθεί η υποχρέωση του εναγόμενου να του καταβάλει το ποσό των 113.000,00 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την 01.01.2015 που το δάνειο κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό, άλλως από την επίδοση της αγωγής, άλλως από την πάροδο ενός μηνός από την επίδοση της αγωγής, με την οποία προέβη σε καταγγελία της ένδικης σύμβασης δανείου, καθώς και να αναγνωρισθεί η υποχρέωση του εναγόμενου να του καταβάλει ως αποζημίωση το ποσό των 10.000,00 ευρώ και ως χρηματική ικανοποίηση το ποσό των 10.000,00 ευρώ, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη εξαιτίας της υπαίτιας και αντισυμβατικής συμπεριφοράς του εναγόμενου που συνιστά και αδικοπραξία σε βάρος του, επιπλέον να διαταχθεί η επίδειξη των κάτωθι εγγράφων που βρίσκονται στην κατοχή του εναγόμενου, ήτοι (α) των αναλυτικών κινήσεων του τηρούμενου στην Τράπεζα …………….. υπ’ αριθ. ……. ατομικού λογαριασμού του εναγόμενου, κατά το χρονικό διάστημα από την 21.02.2013 έως την 11.04.2013, ώστε να προκύψουν οι αναφερόμενες στην αγωγή μεταφορές επιμέρους χρηματικών ποσών με την αιτιολογία «Δάνειο» ή «Δάνειο ….» από τον τηρούμενο στην Τράπεζα …………….. υπ’ αριθ. …….. ατομικό λογαριασμό του ενάγοντος, (β) των αναλυτικών κινήσεων του τηρούμενου στην Τράπεζα …………….. υπ’ αριθ. ………… λογαριασμού της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «……………….», για την 22.02.2013, ώστε να προκύψει η αναφερόμενη στην αγωγή μεταφορά του ποσού των 38.000,00 ευρώ από τον τηρούμενο στην Τράπεζα …………….. υπ’ αριθ. ……………… ατομικό λογαριασμό του ενάγοντος, (γ) επικυρωμένου αντιγράφου του πρακτικού της Γενικής Συνέλευσης των μετόχων της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «………………..» την 15.04.2013, δυνάμει της οποίας αποφασίσθηκε η αύξηση του μετοχικού της κεφαλαίου, (δ) όλων των μηνυμάτων ηλεκτρονικού ταχυδρομείου που έλαβε και απέστειλε ο εναγόμενος από τις αναφερόμενες στην αγωγή διευθύνσεις ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προς τις αναφερόμενες στην αγωγή διευθύνσεις ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, κατά το χρονικό διάστημα από την 01.12.2013 έως την 31.12.2014, που αφορούν στο συμφωνηθέν έργο της κατασκευής υπαίθριου φωτοβολταϊκού σταθμού, να διαταχθεί, ως μέσο εκτέλεσης της απόφασης που θα εκδοθεί, η επιβολή χρηματικής ποινής 1.000,00 ευρώ για κάθε ημέρα άρνησης συμμόρφωσης του εναγόμενου με την απόφαση, να απαγγελθεί κατά του εναγόμενου προσωπική κράτηση διάρκειας ενός έτους, ως μέσο εκτέλεσης της απόφασης που θα εκδοθεί, να κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή η απόφαση που θα εκδοθεί και να καταδικασθεί ο εναγόμενος στην καταβολή της δικαστικής του δαπάνης. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την υπ’ αριθ. 3300/2024 οριστική απόφασή του, αφού έκρινε την αγωγή ορισμένη και νόμιμη κατά την κύρια βάση της περί σύμβασης δανείου, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 340, 341, 345, 346, 361, 806-809 του ΑΚ και των άρθρων 176, 191 παρ. 2, 216 παρ. 1, 907-908 του ΚΠολΔ και αφού έκρινε την αγωγή απαράδεκτη και απορριπτέα λόγω αοριστίας κατά την σωρευόμενη κύρια βάση της από την αδικοπραξία και τα συνδεόμενα με αυτήν αιτήματα καταβολής αποζημίωσης ύψους 10.000,00 ευρώ, χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης ύψους 10.000,00 ευρώ και προσωπικής κράτησης, καθώς και απαράδεκτη και απορριπτέα λόγω αοριστίας κατά το αίτημα επίδειξης εγγράφων, και μη νόμιμη και απορριπτέα κατά το παρεπόμενο αίτημα να διαταχθεί, ως μέσο εκτέλεσης της απόφασης που θα εκδοθεί, η επιβολή χρηματικής ποινής 1.000,00 ευρώ για κάθε ημέρα άρνησης συμμόρφωσης του εναγόμενου με την απόφαση, στη συνέχεια απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη, κατά το μέρος που κρίθηκε νόμιμη, και συμψήφισε τα δικαστικά έξοδα, στο σύνολό τους, μεταξύ των διαδίκων. Κατά της απόφασης αυτής παραπονείται ο εκκαλών – ενάγων με την κρινόμενη από 05.11.2024 έφεσή του για τους περιεχόμενους σε αυτήν λόγους, που ανάγονται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και σε πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων και ζητεί την εξαφάνισή της προκειμένου να γίνει δεκτή η αγωγή του στο σύνολό της.

Κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 361, 806-809 του ΑΚ και 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ  προκύπτει ότι ουσιώδη στοιχεία της συμβάσεως δανείου, τα οποία πρέπει να αναφέρονται στο δικόγραφο της αγωγής περί αποδόσεώς του για το ορισμένο αυτής, είναι α) μεταβίβαση της κυριότητος χρημάτων ή άλλων αντικαταστατών πραγμάτων από τον δανειστή στον οφειλέτη, με αποκλειστικό σκοπό την χρησιμοποίησή τους και μάλιστα την ανάλωσή τους από τον δεύτερο και β) συμφωνία των ανωτέρω περί αποδόσεως άλλων πραγμάτων της ιδίας ποιότητας και ποσότητας. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 807 του ΑΚ, αν δεν ορίσθηκε χρόνος για την απόδοση του δανείου, ούτε συνάγεται αυτός από τις περιστάσεις, το δάνειο αποδίδεται αφού περάσει ένας μήνας από την καταγγελία του δανειστή ή του οφειλέτη. Για το ορισμένο της αγωγής αποδόσεως του δανείου δεν απαιτείται να αναφέρεται σε αυτήν εάν το δάνειο είναι έντοκο ή άτοκο, ορισμένου ή αορίστου χρόνου (ΑΠ 402/2012 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 992/2010 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 847/2009 ΝΟΜΟΣ). Τα άνω στοιχεία και μόνο είναι αναγκαία για τη στήριξη της αγωγής προς απόδοση του δανείου. Ο σκοπός χρησιμοποιήσεως του δανείσματος και δη με εξουσία αναλώσεώς του από τον δανειζόμενο, αποτελεί ουσιώδες στοιχείο της έννοιας του δανείου, νοείται όμως γενικά και αφηρημένα και όχι ως ο σκοπός για τον οποίο ο δανειζόμενος στη συγκεκριμένη περίπτωση πρόκειται να χρησιμοποιήσει το δάνεισμα. Ο τελευταίος αυτός σκοπός, όχι μόνο δεν είναι ουσιώδες στοιχείο του δανείου αλλά, κατά κανόνα, δεν έχει καμία νομική σημασία (ΑΠ 1802/2007 ΝΟΜΟΣ). Δεν είναι δε αναγκαία στοιχεία της αγωγής αυτής: 1) ο χρόνος κατάρτισης της σύμβασης δανείου, εφόσον δεν εξαρτάται από αυτόν το αγωγικό δικαίωμα, 2) ο χρόνος απόδοσης των δανεισθέντων χρημάτων, αφού η επίδοση της αγωγής δείχνει πρόθεση να επιστραφεί το δάνειο και αποτελεί καταγγελία μετά παρέλευση μηνός από την οποία πρέπει να αποδοθεί αυτό, Ο τρόπος απόδοσης, ήτοι αν η απόδοση θα γίνει με ολοσχερή ή με τμηματικές καταβολές, αφού, δεδομένου ότι ο νόμος δεν διακρίνει, η απόδοση γίνεται εφάπαξ, 3) άλλα στοιχεία που αναφέρονται σε περιστάσεις που συνοδεύουν την κατάρτιση της σύμβασης δανείου, αλλά δεν αποτελούν αναγκαία στοιχεία αυτής, όπως ο χρόνος παράδοσης, το ποσό και άλλα στοιχεία τραπεζικών επιταγών που τυχόν παραδόθηκαν στον δανειστή προς εξασφάλισή του (ΑΠ 889/2010 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 663/2010 ΝΟΜΟΣ, ΕφΘεσ 2253/2014 ΝΟΜΟΣ, ΜονΕφΠειρ 430/2016 ΝΟΜΟΣ). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 393 παρ. 1 του ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο δεύτερο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015, δεν επιτρέπεται να αποδειχθούν με μάρτυρες συμβάσεις και συλλογικές πράξεις, όταν η αξία του αντικειμένου τους υπερβαίνει τις τριάντα χιλιάδες (30.000) ευρώ. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 394 παρ. 1 περ. α’ του ίδιου Κώδικα, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο δεύτερο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015, εξαιρετικά επιτρέπεται η απόδειξη με μάρτυρες, εάν υπάρχει αρχή έγγραφης απόδειξης που πηγάζει από έγγραφο που έχει αποδεικτική δύναμη. Για την ύπαρξη αρχής έγγραφης απόδειξης από έγγραφο απαιτείται αυτό να πιθανολογεί, δηλαδή να καθιστά πιθανό το αμφισβητούμενο γεγονός. Τούτο συμβαίνει, όταν από το έγγραφο δεν αποδεικνύεται πλήρως το αμφισβητούμενο γεγονός, αλλά αναφέρονται σε αυτό περιστατικά, από τα οποία με πιθανότητα μπορεί να εξαχθεί συμπέρασμα για την ύπαρξη του αμφισβητούμενου γεγονότος. Πότε δε το έγγραφο καθιστά πιθανό το αποδεικτέο γεγονός είναι ζήτημα πραγματικό. Αν το δικαστήριο, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά εκτίμηση του περιεχομένου του εγγράφου, κρίνει ότι υπάρχει πιθανολόγηση για το αποδεικτέο γεγονός δέχεται τη συνδρομή της αρχής έγγραφης απόδειξης και επιτρέπει βάσει αυτής τη μαρτυρική απόδειξη. Όταν υπάρχει αρχή έγγραφης απόδειξης από επικαλούμενο και νόμιμα προσκομιζόμενο έγγραφο, το δικαστήριο επιτρέπει τη μαρτυρική απόδειξη, έστω και αν δεν προταθεί από το διάδικο ότι το έγγραφο αυτό αποτελεί αρχή έγγραφης απόδειξης, καθόσον η αναγκαιότητα της πρότασης αυτής δεν προκύπτει από την πιο πάνω διάταξη, ούτε και από άλλη διάταξη (ΑΠ 230/2014 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 219/2007 ΝΟΜΟΣ, ΕφΘεσ 2253/2014 ΝΟΜΟΣ, ΜονΕφΠειρ 47/2021 ΝΟΜΟΣ). Εξάλλου, η υπαίτια (από δόλο ή αμέλεια) και ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη, με την οποία παραβιάζεται μία σύμβαση και γεννάται ενδοσυμβατική ευθύνη του οφειλέτη, μπορεί, πέρα από την αξίωση που πηγάζει από τη σύμβαση, να θεμελιώσει ευθύνη και από αδικοπραξία, αν και χωρίς τη προϋπάρχουσα συμβατική σχέση διαπραττόμενη, θα ήταν καθαυτή παράνομη, ως αντικείμενη στο γενικό καθήκον που επιβάλλει το άρθρο 914 του ΑΚ, να μην προκαλεί κάποιος σε άλλον υπαιτίως ζημία, στην έννοια της οποίας περιλαμβάνεται και κάθε προσβολή του προσώπου ή των προστατευόμενων έννομων αγαθών (υλικών ή ηθικών) του άλλου. Η ευθύνη από την αδικοπραξία θα κριθεί κατά τους γενικούς περί αδικοπραξιών όρους. Κατά συνέπεια, όταν το πταίσμα, το οποίο επέφερε τη ζημία, ταυτίζεται κατά το πραγματικό αυτού περιεχόμενο προς την παραβίαση της σύμβασης και τη δημιουργία της παρανομίας, δεν δύνανται να τύχουν εφαρμογής οι διατάξεις περί αδικοπραξιών (ΟλΑΠ 967/1973 ΝοΒ 1974. 505, ΑΠ 319/2022 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1144/2021 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 587/2020 ΝΟΜΟΣ). Εξάλλου, κατά το άρθρο 904 εδ. α’ του ΑΚ, όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια, ενώ κατά το εδ. β’ της ίδιας διάταξης, η υποχρέωση αυτή γεννιέται ιδίως σε περίπτωση παροχής αχρεώστητης ή παροχής για αιτία που δεν επακολούθησε ή έληξε και που δεν μπορεί να στηριχθεί σε ισχυρή σύμβαση, δικαιολογούσα τον πλουτισμό, ούτε σε νόμιμη υποχρέωση. Κατά την ως άνω διάταξη, προϋποθέσεις αξίωσης αδικαιολόγητου πλουτισμού είναι: α) ο πλουτισμός του υπόχρεου, β) η επέλευση του πλουτισμού από την περιουσία ή με ζημία του άλλου, γ) αιτιώδης συνάφεια μεταξύ πλουτισμού και ζημίας και δ) η έλλειψη νόμιμης αιτίας. Από την ίδια διάταξη του άρθρου 904 του ΑΚ προκύπτει ότι η αγωγή του αδικαιολόγητου πλουτισμού, τόσο από ουσιαστική, όσο και από δικονομική άποψη, είναι επιβοηθητικής ουσιαστικά φύσης και μπορεί να ασκηθεί μόνο όταν λείπουν οι προϋποθέσεις της αγωγής από τη σύμβαση ή την αδικοπραξία, εκτός εάν θεμελιώνεται σε πραγματικά περιστατικά διαφορετικά ή πρόσθετα από εκείνα στα οποία στηρίζεται η αγωγή από τη σύμβαση ή την αδικοπραξία και υπό την ενδοδιαδικαστική αίρεση (επικουρικώς), κατ’ άρθρο 219 του ΚΠολΔ, της απόρριψης της κύριας βάσης της αγωγής από τη σύμβαση ή την αδικοπραξία. Έτσι, λόγω του ως άνω επιβοηθητικού χαρακτήρα της αγωγής του αδικαιολογήτου πλουτισμού, αν αυτή στηρίζεται στα ίδια περιστατικά, στα οποία θεμελιώνεται η αγωγή από σύμβαση ή αδικοπραξία, είναι νομικά αβάσιμη. Τούτο δε διότι, εφόσον υπάρχει σύμβαση ή αδικοπραξία, ο ενάγων δύναται να θεμελιώσει τις αξιώσεις του σ’ αυτές και δεν μπορεί να προσφύγει στην επικουρική βάση του αδικαιολογήτου πλουτισμού (ΑΠ 174/2024 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 2019/2007 ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω, όταν η αξίωση του αδικαιολόγητου πλουτισμού ασκείται υπό την ενδοδιαδικαστική αίρεση της απόρριψης της κύριας βάσης από τη σύμβαση ή την αδικοπραξία, αρκεί για την νομική πληρότητα της ως άνω επικουρικής βάσης να γίνεται επίκληση απλή των προαναφερθεισών τεσσάρων προϋποθέσεων με στοιχεία α’ έως δ’ για τη θεμελίωση της αντίστοιχης αξίωσης στη διάταξη του άρθρου 904 εδ. α’ του ΑΚ, δηλαδή ότι μεσολάβησε παροχή (καταβολή) εκ μέρους του ενάγοντος για την εκπλήρωση οφειλής (αιτίας) ανύπαρκτης, χωρίς να είναι αναγκαία, στη δικονομικώς αυτή ενιαία εκδίκαση της επικουρικής βάσης της αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, η επίκληση εκ μέρους του ενάγοντος των προϋποθέσεων ανυπαρξίας των με την κύρια βάση της αγωγής ασκουμένων αξιώσεων από σύμβαση ή αδικοπραξία, αφού αυτές οι προϋποθέσεις θα διαγνωσθούν δικαστικά στην ίδια δίκη, και θα είναι δεδομένες κατά την επακολουθούσα εξέταση της επικουρικής βάσης από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό. Είναι, όμως, αναγκαία στην περίπτωση αυτή να γίνεται στο αγωγικό δικόγραφο απλή, έστω και έμμεση, επίκληση της ακυρότητας της σύμβασης ή της ανυπαρξίας των με την κύρια βάση της αγωγής ασκουμένων αξιώσεων από αδικοπραξία, χωρίς να απαιτείται και έκθεση των γεγονότων στα οποία οφείλεται, αφού στην εν λόγω περίπτωση η επικουρική βάση, όπως προεκτέθηκε, θα εξετασθεί μόνο αν η κυρία βάση απορριφθεί λόγω ακυρότητας της σύμβασης ή ανυπαρξίας των με την κύρια βάση της αγωγής ασκουμένων αξιώσεων από αδικοπραξία, η οποία, συνεπώς, θα είναι δεδομένη, καθόσον πληρούται έτσι και ο σκοπός της διάταξης του άρθρου 216 του ΚΠολΔ, η οποία απαιτεί τη σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν την αγωγή (ΟλΑΠ 2/2019 ΝΟΜΟΣ,  ΑΠ 174/2024 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1325/2019 ΝΟΜΟΣ). Στην προκείμενη περίπτωση, η υπό κρίση αγωγή κατά τη σωρευόμενη βάση της, που επιχειρείται να θεμελιωθεί στις διατάξεις περί αδικοπραξιών, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας, διότι δεν εκτίθενται σ’ αυτήν πραγματικά περιστατικά, τα οποία να δύνανται καθ’ εαυτά να θεμελιώσουν αδικοπρακτική ευθύνη του εναγόμενου και αντίστοιχο δικαίωμα του ενάγοντος για αποζημίωση, προς αποκατάσταση της υλικής του ζημίας, η οποία, επίσης, ουδόλως εκτίθεται στην αγωγή, αφού αυτός αιτείται αορίστως αποζημίωση, ύψους 10.000,00 ευρώ, χωρίς κανένα ειδικότερο προσδιορισμό, καθόσον η πράξη που αποδίδεται στον εναγόμενο, ήτοι η υπαίτια και αντισυμβατική συμπεριφορά του, δεν θα μπορούσε να διαπραχθεί, χωρίς την επικαλούμενη συμβατική σχέση μεταξύ των διαδίκων από την ένδικη σύμβαση δανείου, ενώ δεν γίνεται επίκληση περιστατικών διαφορετικών εκείνων, επί των οποίων επιχειρείται να θεμελιωθεί η δικαιοπρακτική βάση της αγωγής από τη σύμβαση δανείου. Επιπλέον, η αγωγή κατά την επικουρική βάση της, που επιχειρείται να θεμελιωθεί στις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας, σύμφωνα και με όσα προαναφέρθηκαν στη μείζονα σκέψη, αφού γίνεται μεν επίκληση ότι μεσολάβησε παροχή (καταβολή) εκ μέρους του ενάγοντος για την εκπλήρωση οφειλής χωρίς νόμιμη αιτία, ενώ δεν γίνεται, έστω απλή, επίκληση της ακυρότητας της δανειακής σύμβασης ή της ανυπαρξίας των με την κύρια βάση της αγωγής ασκουμένων αξιώσεων από αδικοπραξία. Επομένως, τα αντίθετα υποστηριζόμενα από τον εκκαλούντα – ενάγοντα με τον τρίτο λόγο της υπό κρίση έφεσης, με τον οποίο παραπονείται ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε σιγή την επικουρική βάση της αγωγής του περί αδικαιολόγητου πλουτισμού, κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα.

Από τις διατάξεις των άρθρων 450 παρ. 2 και 451 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι κάθε διάδικος υποχρεούται να επιδείξει τα έγγραφα, τα οποία κατέχει και μπορούν να χρησιμεύουν για απόδειξη, ο δε αντίδικος του κατέχοντος το έγγραφο, εφόσον δικαιολογεί έννομο συμφέρον, μπορεί να ζητήσει την επίδειξη του εγγράφου με τις προτάσεις του, ακόμη και για πρώτη φορά ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου. Η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να αποφανθεί στην αίτηση για επίδειξη εγγράφων θεμελιώνει τον από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, υπό την προϋπόθεση ότι η αίτηση αυτή ήταν παραδεκτή και σύννομη, τουτέστιν να γίνεται επίκληση της κατοχής του εγγράφου από τον αντίδικο, να προσδιορίζεται σαφώς το έγγραφο και το περιεχόμενό του και να εκτίθενται περιστατικά από τα οποία προκύπτει το έννομο συμφέρον του αιτούντος, δηλαδή ότι το έγγραφο είναι πρόσφορο προς άμεση ή έμμεση απόδειξη λυσιτελούς ισχυρισμού του αιτούντος ή προς ανταπόδειξη τέτοιου ισχυρισμού του αντιδίκου του (ΑΠ 383/2025 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 567/2021 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 917/2020 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 2095/2009 ΝΟΜΟΣ). Έτσι, αν το δικαστήριο της ουσίας παραλείψει να αποφανθεί επί αόριστης ή μη νόμιμης αίτησης για επίδειξη εγγράφου δεν υποπίπτει στην προβλεπόμενη από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 9 περ. γ’ του ΚΠολΔ πλημμέλεια, ήτοι δεν αφήνει αίτηση αδίκαστη (ΑΠ 414/2016 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1625/2014 ΝΟΜΟΣ). Εξάλλου, η ανάγκη σαφούς προσδιορισμού των προς επίδειξη εγγράφων επιβάλλεται (α) από τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ, που αξιώνει τον ακριβή προσδιορισμό του αντικειμένου και του αιτήματος της αγωγής, (β) από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 του ίδιου Κώδικα, οι οποίες καθιστούν αντικείμενο αποδείξεως μόνο τα πραγματικά γεγονότα, δηλαδή συγκεκριμένα περιστατικά και (γ) από τη διάταξη του άρθρου 916 του ΚΠολΔ, που ορίζει ότι αναγκαστική εκτέλεση δεν μπορεί να γίνει, αν δεν προκύπτει από τον εκτελεστό τίτλο η ποσότητα και η ποιότητα της παροχής. Πάντως, είναι αόριστη και ως εκ τούτου απορριπτέα αγωγή με την οποία ζητείται η επίδειξη: α) όσων και όποιων εγγράφων κατέχει ο εναγόμενος σχετικά με κάποια έννομη σχέση (ΕφΘεσ 1150/2001 ΝΟΜΟΣ), β) βιβλίων με τις αναγραφόμενες σ’ αυτά καταχωρήσεις, χωρίς άλλο προσδιορισμό (ΕφΠειρ 1157/1996 ΝΟΜΟΣ), γ) συγκεκριμένος φάκελος με τα περιεχόμενα σ’ αυτόν έγγραφα, χωρίς ακριβή προσδιορισμό των εν λόγω εγγράφων (ΕφΑθ 11203/1986 ΕλλΔνη 1988. 141), δ) αόριστος και ακαθόριστος αριθμός εγγράφων που εκδόθηκαν από τον εναγόμενο σε ορισμένη χρονική περίοδο, όπως στελέχη αποδείξεων αποθήκης κ.λπ. (ΕφΑθ 420/2024 ΝΟΜΟΣ). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της υπό κρίση έφεσης, ο εκκαλών – ενάγων παραπονείται διότι η εκκαλουμένη απόφαση απέρριψε ως αόριστο το υποβληθέν αίτημα επίδειξης των εγγράφων που βρίσκονται στην κατοχή του εναγόμενου, ήτοι (α) των αναλυτικών κινήσεων του τηρούμενου στην Τράπεζα …………….. υπ’ αριθ. ……….. ατομικού λογαριασμού του εναγόμενου, κατά το χρονικό διάστημα από την 21.02.2013 έως την 11.04.2013, ώστε να προκύψουν οι αναφερόμενες στην αγωγή μεταφορές επιμέρους χρηματικών ποσών με την αιτιολογία «Δάνειο» ή «Δάνειο …………..» από τον τηρούμενο στην Τράπεζα …………….. υπ’ αριθ. …………. ατομικό λογαριασμό του ενάγοντος, (β) των αναλυτικών κινήσεων του τηρούμενου στην Τράπεζα …………….. υπ’ αριθ. ………….. λογαριασμού της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «…………..», για την 22.02.2013, ώστε να προκύψει η αναφερόμενη στην αγωγή μεταφορά του ποσού των 38.000,00 ευρώ από τον τηρούμενο στην Τράπεζα …………….. υπ’ αριθ. ………………. ατομικό λογαριασμό του ενάγοντος, (γ) επικυρωμένου αντιγράφου του πρακτικού της Γενικής Συνέλευσης των μετόχων της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «……………….» την 15.04.2013, δυνάμει της οποίας αποφασίσθηκε η αύξηση του μετοχικού της κεφαλαίου, (δ) όλων των μηνυμάτων ηλεκτρονικού ταχυδρομείου που έλαβε και απέστειλε ο εναγόμενος από τις αναφερόμενες στην αγωγή διευθύνσεις ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προς τις αναφερόμενες στην αγωγή διευθύνσεις ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, κατά το χρονικό διάστημα από την 01.12.2013 έως την 31.12.2014, που αφορούν στο συμφωνηθέν έργο της κατασκευής υπαίθριου φωτοβολταϊκού σταθμού, εγγράφων. Ωστόσο, το εν λόγω αίτημα είναι απορριπτέο ως απαράδεκτο λόγω αοριστίας, διότι αφενός ως προς τα έγγραφα υπό στοιχείο (δ) ελλείπει η εξειδικευμένη περιγραφή των προς επίδειξη εγγράφων, αφού δεν προσδιορίζονται επακριβώς τα προς επίδειξη έγγραφα, ούτε εξατομικεύονται αυτά, αλλά προσδιορίζονται με γενική και αόριστη αναφορά σε «όλα τα μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου που έλαβε και απέστειλε ο εναγόμενος» από τις αναφερόμενες στην αγωγή διευθύνσεις ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προς τις αναφερόμενες στην αγωγή διευθύνσεις ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, αφετέρου ως προς τα έγγραφα υπό στοιχεία (α) και (β) δεν εκτίθενται τα περιστατικά από τα οποία προκύπτει το έννομο συμφέρον του αιτούντος – ενάγοντος, δηλαδή ότι τα έγγραφα αυτά είναι πρόσφορα προς άμεση ή έμμεση απόδειξη λυσιτελούς ισχυρισμού του, λαμβανομένου, μάλιστα, υπόψη, ότι γίνεται ρητή αναφορά και περιλαμβάνεται στην αγωγή η κίνηση του τηρούμενου στην Τράπεζα …………….. υπ’ αριθ. ….. ατομικού λογαριασμού του ενάγοντος, στην οποία περιέχονται οι επίδικες μεταφορές επιμέρους χρηματικών ποσών με την αιτιολογία «Δάνειο» ή «Δάνειο …….» προς τον τηρούμενο στην Τράπεζα …………….. υπ’ αριθ. …… ατομικό λογαριασμό του εναγόμενου και προς τον τηρούμενο στην Τράπεζα …………….. υπ’ αριθ. …… λογαριασμό της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «………………….», επιπλέον δε ως προς το έγγραφο υπό στοιχείο (γ) γίνεται ρητή αναφορά στην αγωγή της από 15.04.2013 απόφασης της Γενικής Συνέλευσης των μετόχων της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «……………….» σχετικά με την αύξηση του μετοχικού της κεφαλαίου, κατά το ποσό των 450.001,12 ευρώ, και της σχετικής υπ’ αριθ. πρωτ. ………/23.12.2013 ανακοίνωσης καταχώρησης στο Γ.Ε.ΜΗ. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο απέρριψε το υποβληθέν αίτημα επίδειξης των εγγράφων ως αόριστο, έστω και με συνοπτική αιτιολογία, η οποία αντικαθίσταται από αυτήν της παρούσας (άρθρο 534 του ΚΠολΔ), δεν έσφαλε ως προς την ερμηνεία και την εφαρμογή του νόμου, απορριπτομένου ως αβάσιμου του δεύτερου λόγου της υπό κρίση έφεσης.

Με τους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ, αίρονται οι ασάφειες ή καλύπτονται τα κενά που διαπιστώνονται στις δικαιοπρακτικές δηλώσεις βουλήσεως των μερών. Οι ερμηνευτικοί αυτοί κανόνες εφαρμόζονται, όταν το δικαστήριο της ουσίας διαπιστώνει ότι υφίσταται κενό στη σύμβαση ή ότι γεννιέται αμφιβολία για την έννοια των δηλώσεων βουλήσεως. Με την εφαρμογή των διατάξεων αυτών θα ανευρεθεί και θα κατανοηθεί το πραγματικό περιεχόμενο μιας δικαιοπραξίας, κατά τρόπο, ώστε τούτο να ανταποκρίνεται στην πραγματική θέληση των δικαιοπρακτούντων (ΑΠ 1324/2018 ΝΟΜΟΣ). Οι ανωτέρω διατάξεις αποσκοπούν στην ερμηνεία της δήλωσης βούλησης και καθεμία από αυτές συμπληρώνει την άλλη. Η πρώτη εξαιρεί το υποκειμενικό στοιχείο της δήλωσης, δηλαδή, την άποψη του δηλούντος και απαιτεί η ερμηνεία να μην προσκολλάται στις λέξεις της δήλωσης, αλλά να αναζητεί την αληθινή βούληση του δηλούντος, η δε δεύτερη εξαιρεί το αντικειμενικό στοιχείο, δηλαδή, την άποψη των συναλλαγών και επιβάλλει η δήλωση να ερμηνεύεται, όπως απαιτεί η καλή πίστη, για τον προσδιορισμό της οποίας και μόνο θα πρέπει να ληφθούν υπόψη τα συναλλακτικά ήθη. Καλή πίστη είναι η συμπεριφορά που επιβάλλεται στις συναλλαγές, κατά την κρίση χρηστού και εχέφρονος ανθρώπου και νοείται αντικειμενικά, ενώ συναλλακτικά ήθη είναι οι συνηθισμένοι στις συναλλαγές τρόποι ενέργειας. Για τη διαμόρφωση της σχετικής κρίσης, το δικαστήριο της ουσίας λαμβάνει υπόψη και σταθμίζει, με διαφορετική, κατά περίπτωση, βαρύτητα, πλην άλλων, τα συμφέροντα των μερών και, κυρίως, εκείνου από αυτά, το οποίο αποβλέπει να προστατεύσει ο ερμηνευόμενος όρος, το δικαιοπρακτικό σκοπό, τις συνήθειες και τις λοιπές τοπικές, χρονικές και άλλες συνήθειες, υπό τις οποίες έγιναν οι δηλώσεις βουλήσεως των συμβαλλομένων, τη φύση της σύμβασης, τις διαπραγματεύσεις που είχαν προηγηθεί, καθώς και την προηγούμενη συμπεριφορά των μερών (ΑΠ 1360/2017 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 220/2016 ΝΟΜΟΣ). Η διαπίστωση αυτή του δικαστηρίου της ουσίας για την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας στη δήλωση βουλήσεως μπορεί είτε να αναφέρεται στην απόφαση ρητά, είτε να προκύπτει από αυτήν έμμεσα, όταν, παρά τη μη ρητή αναφορά της, ή ακόμη και παρά τη ρητή διαβεβαίωση της ανυπαρξίας της, από το περιεχόμενο της απόφασης προκύπτει ότι το δικαστήριο, αναζητώντας την αληθινή βούληση των συμβαλλομένων, προβαίνει σε ερμηνεία της σύμβασης, η οποία (ερμηνεία) αποκαλύπτει ότι το δικαστήριο βρέθηκε μπροστά σε κενό ή αμφιβολία, σχετικά με τη δήλωση της βούλησης των συμβαλλομένων, τα οποία ακριβώς δημιούργησαν την ανάγκη να καταφύγει τελικά στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ (ΑΠ 1431/2022 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1531/2017 ΝΟΜΟΣ). Έμμεση διαπίστωση υπάρχει και όταν το δικαστήριο προβαίνει σε ερμηνεία της σύμβασης, στο συσχετισμό των όρων της, καταφεύγοντας, για το σχηματισμό της κρίσης του, για τη μορφή και το περιεχόμενο της, σε έγγραφα και λοιπά στοιχεία εκτός αυτής ή αντλεί επιχειρήματα από το σκοπό της (ΑΠ 252/2016 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 4417/2015 ΝΟΜΟΣ). Το δικαστήριο, όταν ερμηνεύει, κατά τα άνω, τη δήλωση βούλησης, δεν είναι ανάγκη να αναλύσει και να εξειδικεύσει τις αρχές αυτές, δεν δεσμεύεται από τους ισχυρισμούς των διαδίκων και δεν είναι υποχρεωμένο να αρκεστεί μόνο στο περιεχόμενο της σύμβασης, αλλά μπορεί να αρκεστεί και σε στοιχεία εκτός της σύμβασης, που θα προταθούν από τους διαδίκους (ΑΠ 315/2016 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 934/2014 ΝΟΜΟΣ). Η κρίση του δικαστηρίου για την ύπαρξη ή μη κενού ή αμφιβολίας στη δήλωση βούλησης ή ασάφειας στη διατύπωσή της, έστω και έμμεσα εκφερόμενη, ανάγεται στην ουσία και δεν υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 738/2018 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1597/2017 ΝΟΜΟΣ), εκτός αν, από όσα το δικαστήριο της ουσίας δέχεται, δεν διευκρινίζεται η θέση του στο ζήτημα, αν υπάρχει ή όχι κενό ή ασάφεια στη δήλωση βούλησης, αφού από την καταφατική ή αποφατική απάντηση στο ζήτημα αυτό, εξαρτάται αν θα εφαρμοστούν ή όχι οι παραπάνω ερμηνευτικές διατάξεις. Όταν η ελεγχόμενη δήλωση βούλησης είναι πλήρης και σαφής και δεν καταλείπει αμφιβολία για το περιεχόμενο της, τότε δεν υφίσταται περίπτωση προσφυγής στους προαναφερόμενους κανόνες (ΑΠ 46/2023 QUALEX, ΑΠ 45/2019 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 366/2018 ΝΟΜΟΣ). Εξάλλου, κατά το άρθρο 520 παρ. 1 του ΚΠολΔ το έγγραφο της έφεσης πρέπει να περιέχει τα στοιχεία που απαιτούνται κατά τα άρθρα 118 έως 120 και τους λόγους της έφεσης. Οι τελευταίοι συνίστανται σε ορισμένες αιτιάσεις κατά της εκκαλούμενης απόφασης, αναφερόμενες είτε σε παραλείψεις του εκκαλούντος, είτε σε νομικά ή πραγματικά σφάλματα της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (ΑΠ 343/2023 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1509/2021 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1054/2021 ΝΟΜΟΣ). Από την ως άνω διάταξη συνάγεται, ότι οι λόγοι της έφεσης, εκτός από σαφείς και ορισμένοι, απαιτείται να είναι και λυσιτελείς, δηλαδή, σε περίπτωση βασιμότητάς τους, να επέρχεται ως αποτέλεσμα η εξαφάνιση της εκκαλούμενης απόφασης (ΑΠ 343/2023 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1509/2021 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 248/2020 ΝΟΜΟΣ), άλλως ο σχετικός λόγος έφεσης είναι απορριπτέος, ως προτεινόμενος άνευ εννόμου συμφέροντος, σύμφωνα με το άρθρο 68 του ΚΠολΔ (ΑΠ 343/2023 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 122/2014 ΝΟΜΟΣ, ΜονΕφΑθ 1098/2024 ΝΟΜΟΣ). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο της υπό κρίση έφεσης ο εκκαλών – ενάγων ισχυρίζεται ότι σύμφωνα με την κρίση της εκκαλουμένης απόφασης, δεν αποδείχθηκε ότι καταρτίσθηκε σύμβαση δανείου μεταξύ των διαδίκων και συνεπώς ότι, αν και δέχθηκε η εκκαλουμένη απόφαση την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας στη σύμβαση, εντούτοις παρέλειψε να προσφύγει στους κανόνες της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών προς ανεύρεση της αληθούς έννοιας της βούλησης των συμβαλλομένων, με αποτέλεσμα να στοιχειοθετείται παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Με αυτό περιεχόμενο ο τέταρτος λόγος της ένδικης έφεσης πρέπει να απορριφθεί ως αλυσιτελής, διότι, σύμφωνα και με όσα προεκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, δεν οδηγεί οποιοδήποτε σφάλμα του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου στην παραδοχή του λόγου έφεσης ως παραδεκτού και βάσιμου, κατ’ άρθρο 520 του ΚΠολΔ, αλλά μόνο εκείνα τα σφάλματα του δικαστηρίου πάνω στα οποία θεμελιώνεται το διατακτικό της απόφασης, του οποίου η εξαφάνιση διώκεται με την έφεση, στην προκειμένη δε περίπτωση η επικαλούμενη πλημμέλεια της εκκαλουμένης απόφασης δεν άγει σε εξαφάνιση αυτής, αφού δεν προσδιορίζεται η επίδραση, που ασκεί στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, ενώ σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός εδράζεται επί του εσφαλμένου ισχυρισμού του εκκαλούντος – ενάγοντος ότι η εκκαλουμένη απόφαση δέχθηκε την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας στη σύμβαση, ενώ από την απλή επισκόπηση της εκκαλουμένης προκύπτει ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ουδόλως διέλαβε τέτοια παραδοχή, ούτε στο αιτιολογικό, ούτε στο διατακτικό της εκκαλουμένης απόφασης.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 454 του ΑΚ, όταν ο δανειστής συμφωνήσει με τον οφειλέτη την άφεση του χρέους ή με σύμβαση μαζί του αναγνωρίσει ότι δεν υπάρχει χρέος, επέρχεται απόσβεση της ενοχής. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η σύμβαση άφεσης χρέους που αφορά παραίτηση από ενοχικό και μόνο δικαίωμα, δηλαδή από απαίτηση, προϋποθέτει υπάρξαν ή υπαρκτό, κατά τον χρόνο της σύναψής της, χρέος και όχι μελλοντικό, αόριστο ή εντελώς άγνωστο. Αν η σύμβαση αφορά χρέος που έχει αποσβεστεί ή δεν έχει συσταθεί ποτέ, τότε πρόκειται για δικαιοπραξία βεβαιωτική της απόσβεσης ή για αρνητική αναγνωριστική σύμβαση αντίστοιχα, ενώ αν αφορά απαίτηση υπό αίρεση ή ακόμη μη γεννηθείσα, αλλά μέλλουσα, τότε πρόκειται για συμφωνία εκ των προτέρων προσδιοριστική της έκτασης της ενοχής (ΟλΑΠ 6/2019 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1251/2024 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1548/2022 ΝΟΜΟΣ). Ειδικότερα, στο δεύτερο εδάφιο της διάταξης του άρθρου 454 του ΑΚ προβλέπεται συμβατική παραίτηση από δικαίωμα, η οποία, εφόσον εκδηλώθηκε ως μετατροπή της υπάρχουσας απαίτησης σε ανύπαρκτη για το μέλλον, συνιστά αρνητική αναγνωριστική σύμβαση. Η σύμβαση αυτή συνάπτεται σε δύο περιπτώσεις: α) όταν πραγματικά δεν υπάρχει χρέος, είτε διότι δεν υπήρξε ποτέ, είτε διότι υπήρξε μεν, αλλά έχει αποσβεστεί από άλλη αιτία και οι συμβαλλόμενοι απλώς διαπιστώνουν την ανυπαρξία του χρέους με τη σύμβασή τους και β) όταν το χρέος υπάρχει ακόμη κατά τη σύναψη της σύμβασης, αλλά οι συμβαλλόμενοι δανειστής και οφειλέτης συμφωνούν ότι δεν υφίσταται. Η δεύτερη περίπτωση αφορά τη γνήσια αρνητική αναγνωριστική σύμβαση που αποτελεί το αντικείμενο ρύθμισης του άρθρου 454 εδ. β’ του ΑΚ, η οποία προσδίδει στη σύμβαση αυτή ενέργεια όμοια με εκείνη της άφεσης χρέους, από την οποία η μόνη διαφορά είναι ότι, ενώ στην άφεση χρέους οι συμβαλλόμενοι δέχονται την ύπαρξη του χρέους, στην αρνητική αναγνωριστική σύμβαση την αρνούνται. Η αρνητική αναγνωριστική σύμβαση είναι αναιτιώδης και άτυπη σύμβαση, για το κύρος της οποίας καταρχήν δεν απαιτείται η τήρηση τύπου για την κατάρτισή της (ΑΠ 1910/2025 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 172/2015 ΝΟΜΟΣ). Εξάλλου, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 281 του ΑΚ, που εφαρμόζεται σε όλα τα δικαιώματα του ιδιωτικού δικαίου, είτε πηγάζουν άμεσα από το νόμο, είτε από δικαιοπραξία, είτε προέρχονται από κανόνες ενδοτικού δικαίου, είτε από κανόνες δημόσιας τάξης, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε, κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, δεν καθιστούν ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου για το δίκαιο και την ηθική, αφού τείνει στην ανατροπή κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο. Απαιτείται, δηλαδή, για να χαρακτηριστεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από τη συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με τη δική του (υπόχρεου) συμπεριφορά, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του (ΑΠ 1165/2019 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 529/2017 ΝΟΜΟΣ). Από τις ίδιες διατάξεις του άρθρου 281 του ΑΚ, σε συνδυασμό προς εκείνη του άρθρου 262 παρ. 1 του ΚΠολΔ, συνάγεται ότι για το παραδεκτό της ένστασης περί καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος από την άποψη χρόνου προβολής της, πρέπει, κατά την πρώτη πρωτοβάθμια συζήτηση της υπόθεσης, να προβάλλονται τα περιστατικά που συγκροτούν την κατάχρηση δικαιώματος από το διάδικο κατά του οποίου ασκείται το δικαίωμα, συγχρόνως δε, να γίνεται επίκληση από τον ενιστάμενο του γεγονότος ότι τα περιστατικά αυτά καθιστούν καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος και να διατυπώνεται αίτημα απόρριψης της αγωγής για την αιτία αυτή, διαφορετικά η ένσταση είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη (ΑΠ 1215/2021 ΝΟΜΟΣ, ΜονΕφΑθ 4264/2022 ΝΟΜΟΣ). Στην προκειμένη περίπτωση, ο εναγόμενος και ήδη εφεσίβλητος με τις έγγραφες προτάσεις του ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου παραδεκτώς, κατ’ άρθρο 240 του ΚΠολΔ, επανυπέβαλε τις ενστάσεις που είχε προτείνει με τις από 15.10.2020 έγγραφες προτάσεις του ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, αναπτύσσοντας διεξοδικά αυτές, και επιπλέον προσκόμισε και τις από 15.10.2020 κατατεθείσες ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου προτάσεις του. Ειδικότερα, ο εφεσίβλητος – εναγόμενος επανυπέβαλε την υποβληθείσα και πρωτοδίκως ένστασή του περί άφεσης χρέους εκ μέρους του εκκαλούντος – ενάγοντος, λόγω της καταρτισθείσας μεταξύ αφενός της ιδιωτικής κεφαλαιουχικής εταιρείας με την επωνυμία «……………….», η οποία προήλθε από μετατροπή της ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία «……………….» και του εκκαλούντος – ενάγοντος, αφετέρου της εκπροσωπούμενης από τον εφεσίβλητο – εναγόμενο ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «……………..», από 17.02.2015 αρνητικής αναννωριστικής σύμβασης περί μη ύπαρξης χρέους, στο άρθρο 2 της οποίας οι συμβαλλόμενοι δήλωσαν ρητώς ότι ουδεμία του λοιπού απαίτηση ή αξίωση έχουν ή διατηρούν εκατέρωθεν από την ανωτέρω αιτία, ήτοι την υπ’ αριθ. ………. επιταγή της Τράπεζας …………….., ποσού 45.700,00 ευρώ, που εκδόθηκε στη ……………. Αττικής, την 30.01.2015, από την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «……. ……….» σε διαταγή της ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία «……………..» που την μεταβίβασε με οπισθογράφηση στον εκκαλούντα – ενάγοντα που την εμφάνισε εμπροθέσμως προς πληρωμή την 30.01.2015, πλην όμως δεν πληρώθηκε, λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων, ή από οποιαδήποτε άλλη αιτία, και συνεπώς ότι συνήφθη αρνητική αναγνωριστική σύμβαση περί μη ύπαρξης χρέους του εφεσίβλητου – εναγόμενου και έτσι επήλθε άφεση του χρέους του. Η ένσταση αυτή είναι μη νόμιμη και απορριπτέα, αφού, υπό τα εκτιθέμενα στις έγγραφες προτάσεις του εφεσίβλητου – εναγόμενου, η επικαλούμενη από 17.02.2015 αρνητική αναγνωριστική σύμβαση περί μη ύπαρξης χρέους, δεν καταρτίσθηκε μεταξύ των διαδίκων, αλλά μεταξύ τρίτων προσώπων, και συγκεκριμένα μεταξύ αφενός της ιδιωτικής κεφαλαιουχικής εταιρείας με την επωνυμία «……………….», η οποία προήλθε από μετατροπή της ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία «……………….» και του εκκαλούντος – ενάγοντος, αφετέρου της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «………………», ως προς την οποία και μόνο αναγνωρίσθηκε ότι δεν υφίσταται απαίτηση ή αξίωση των αντισυμβαλλόμενών της από την ανωτέρω αιτία ή από οποιαδήποτε άλλη αιτία. Περαιτέρω, ο εφεσίβλητος – εναγόμενος επανυπέβαλε την υποβληθείσα και πρωτοδίκως ένστασή του περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος του εκκαλούντος – ενάγοντος επικαλούμενος ότι αυτός προέβη στην άσκηση της κρινόμενης αγωγής δύο ημέρες πριν τη δικάσιμο της 19.02.2020, κατά την οποία έλαβε χώρα η εκδίκαση της κατηγορίας εναντίον του αδελφού του ……….., ενώπιον του ΣΤ’ Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, για το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφήμησης σε βάρος του …………, λογιστή της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «…………..», και ότι ο εκκαλών – ενάγων τον εμπλέκει στις διαφορές του με τον …………….., ενώ γνωρίζει ότι ουδεμία οικονομική εκκρεμότητα υφίσταται μεταξύ τους για οποιαδήποτε αιτία, φρονώντας ότι ο ίδιος δύναται να πείσει τον ……………… να αποσύρει την έγκλησή του κατά του αδελφού του εκκαλούντος – ενάγοντος. Ο ισχυρισμός αυτός είναι μη νόμιμος και απορριπτέος, καθόσον τα περιεχόμενα σε αυτόν πραγματικά περιστατικά, και αληθή υποτιθέμενα, δεν δύναται να συγκροτήσουν το πραγματικό της διάταξης του άρθρου 281 του ΑΚ, καθόσον δεν είναι ικανά να θεμελιώσουν καταχρηστική άσκηση του ενδίκου δικαιώματος, ούτε καθιστούν μη ανεκτή, κατά τις αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου για το δίκαιο και την ηθική, την έγερση της ένδικης αξίωσης του εκκαλούντος – ενάγοντος. Ειδικότερα, ο εφεσίβλητος – εναγόμενος δεν επικαλείται συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά από τα οποία να προκύπτει ότι η συμπεριφορά του εκκαλούντος – ενάγοντος που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε, κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε μέχρι την άσκηση της κρινόμενης αγωγής, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκηση της ένδικης αξίωσής του, αφού τείνουν στην ανατροπή κατάστασης που δημιουργήθηκε και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγονται επαχθείς συνέπειες για τον ίδιο. Αντιθέτως δε επικαλείται μόνο την εκκρεμή σε βάρος του αδελφού του εκκαλούντος – ενάγοντος …………… ποινική δίκη για το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφήμησης σε βάρος του ……………, λογιστή της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «………………», περιστατικό, όμως, που δεν κρίνεται επαρκές ώστε να καταστήσει καταχρηστική την άσκηση του ένδικου δικαιώματος του εκκαλούντος – ενάγοντος.

Από την επανεκτίμηση της υπ’ αριθ. ………../14.10.2020 ένορκης βεβαίωσης ενώπιον της Ειρηνοδίκη Χαλανδρίου του μάρτυρος . ………….. και της υπ’ αριθ. πρωτ. καταθ. ΔΣΑ ΕΒ ……………./14.10.2020 ένορκης βεβαίωσης ενώπιον του δικηγόρου Αθηνών ………… του μάρτυρος ………….., οι οποίες λήφθηκαν με επιμέλεια του ενάγοντος, κατόπιν νομότυπης και εμπρόθεσμης κλήτευσης του εναγόμενου (βλ. την υπ’ αριθ. ……………/08.10.2020 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Πειραιώς ………….), των εγγράφων που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, τα οποία λαμβάνονται υπόψη όλα ανεξαιρέτως, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, σε συνδυασμό και με τα νέα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά προσκομίζονται το πρώτον ενώπιον του παρόντος δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου κατ’ άρθρο 529 παρ. 1 του ΚΠολΔ, και λαμβάνονται υπόψη, αφού δεν συντρέχουν εν προκειμένω οι κατά την παρ. 2 του άρθρου 529 του ΚΠολΔ λόγοι απόκρουσής τους, καθώς και από τα διδάγματα της κοινής πείρας που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο (άρθρο 336 παρ. 4 του ΚΠολΔ βλ. ΑΠ 48/2009 ΝΟΜΟΣ), αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο ενάγων και ο αδελφός του …………. είναι μοναδικοί εταίροι, κατά ποσοστό 40% ο ενάγων και κατά ποσοστό 60% ο αδελφός του, της ιδιωτικής κεφαλαιουχικής εταιρείας με την επωνυμία «………………», η οποία προήλθε από μετατροπή της ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία «…………..» και εδρεύει στο ………. Αττικής, επί της οδού …………….., και η οποία δραστηριοποιείται, μεταξύ άλλων, στις μελέτες και κατασκευές μονάδων παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας (φωτοβολταϊκών σταθμών) από Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας. Ο εναγόμενος είναι διευθύνων σύμβουλος και βασικός μέτοχος της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «………………..», η οποία εδρεύει στη …………. Αττικής, στο ……………, και έχει ως καταστατικό σκοπό, μεταξύ άλλων, την παραγωγή και πώληση ηλεκτρικής ενέργειας από Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας, είχε δε συνάψει σύμβαση πώλησης ηλεκτρικής ενέργειας με τον ΛΑΓΗΕ, με αντικείμενο την πώληση ηλεκτρικής ενέργειας παραγόμενης από φωτοβολταϊκό σταθμό επί ενός μισθωμένου αγροτεμαχίου που βρίσκεται στη …………. Αττικής, στο …………. Για το σκοπό αυτό της κατασκευής φωτοβολταϊκού σταθμού στο εν λόγω ακίνητο, καταρτίσθηκε μεταξύ της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «……………….», ως εργοδότριας, και της ιδιωτικής κεφαλαιουχικής εταιρείας με την επωνυμία «………………..», η οποία προήλθε από μετατροπή της ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία «…………», ως εργολάβου, η προσκομιζόμενη από 17.01.2013 σύμβαση έργου, με την οποία συμφωνήθηκε η κατασκευή ενός υπαίθριου φωτοβολταϊκού σταθμού, του οποίου τα εγκατεστημένα φωτοβολταϊκά στοιχεία θα έχουν ονομαστική ισχύ 999,24 Kw, στην οποία (κατασκευή) περιλαμβάνονταν η προμήθεια καλωδίων–πινάκων και η ηλεκτρολογική εγκατάσταση – τοποθέτηση inverter, πλαισίων, καλωδίων, πινάκων, έτσι ώστε ο σταθμός να είναι κατάλληλος για χρήση και λειτουργία, συνδεδεμένος με το δίκτυο του φορέα (Δ.Ε.Η.), αντί συμφωνηθείσας αμοιβής της εργολάβου εταιρείας, ανερχόμενης σε 790.000,00 ευρώ, πλέον του αναλογούντος Φ.Π.Α. που θα βαρύνει την εργοδότρια εταιρεία. Με τον όρο 7 της από 17.01.2013 σύμβασης έργου, συμφωνήθηκε ότι οι καταβολές έναντι της συμφωνηθείσας ως άνω αμοιβής της εργολάβου εταιρείας, θα πραγματοποιηθούν, όπως ορίζει η σύμβαση με την Τράπεζα, η δε συμμετοχή της εργοδότριας εταιρείας θα πρέπει να καταβληθεί το αργότερο έως την προηγούμενη ημέρα της πληρωμής της εγγυητικής επιστολής, ενώ σε περίπτωση ταμειακής δυσκολίας, είτε επειδή η Τράπεζα δεν θα χορηγήσει το δάνειο, είτε για οποιονδήποτε λόγο, η εργοδότρια εταιρεία θα υποχρεούται να καταβάλει το ποσό αυτό στην εργολάβο εταιρεία εξ ιδίων χρημάτων, είτε από το αντίτιμο που θα εισπράττει από τον φορέα δικτύου (Δ.Ε.Η./Δ.Ε.Σ.Μ.Η.Ε.) λόγω της πώλησης ηλεκτρικής ενέργειας, δυνάμει της μεταξύ τους σύμβασης, είτε από άλλους πόρους, μη αποκλειομένων άλλων δικαιωμάτων της εργολάβου εταιρείας, συμπεριλαμβανομένου του δικαιώματος να ζητήσει την αποκατάσταση κάθε θετικής ή αποθετικής ζημίας, άμεσης ή έμμεσης ή παρεπόμενης. Σε εκτέλεση της από 17.01.2013 σύμβασης έργου, το συμφωνηθέν έργο ολοκληρώθηκε και παραδόθηκε σε σύντομο χρονικό διάστημα, την 18.02.2013, ενώ παραλήφθηκε ανεπιφύλακτα από την εργοδότρια ανώνυμη εταιρεία, συνταχθέντος του προσκομιζόμενου από 18.02.2013 πρωτοκόλλου παράδοσης – παραλαβής έργου. Το μήνα Ιούνιο του έτους 2013, μετά την εκταμίευση του δανείου, το οποίο έλαβε η εργοδότρια εταιρεία από την …….. Τράπεζα και από το οποίο είχε συμφωνηθεί ότι θα πληρωνόταν η ως άνω αμοιβή της εργολάβου εταιρείας, κατά τον προαναφερθέντα όρο 7 της από 17.01.2013 σύμβασης έργου, η τελευταία εξέδωσε τα προσκομιζόμενα υπ’ αριθ. …../28.06.2013 και ……/28.06.2013 τιμολόγια της εργολαβικής της αμοιβής, συνολικού ποσού 845.750,00 ευρώ, λόγω μερικής απαλλαγής της εργοδότριας εταιρείας από τον Φ.Π.Α., τα οποία εξοφλήθηκαν ολοσχερώς, όπως συνομολογείται από τους διαδίκους. Εξάλλου, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι η εκπροσωπούμενη από τον εναγόμενο ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «…………………» είχε οικονομική αδυναμία να εξασφαλίσει τα χρήματα που απαιτούνταν για την ίδια συμμετοχή της κατά την πραγματοποίηση του έργου της κατασκευής φωτοβολταϊκού σταθμού, κατόπιν αύξησης του μετοχικού της κεφαλαίου, κατά το αντίστοιχο ποσό των 450.001,12 ευρώ, ώστε να λάβει στη συνέχεια την ανωτέρω τραπεζική χρηματοδότηση με τη χορήγηση του σχετικού δανείου, και να υπαχθεί στις διατάξεις του ισχύοντος αναπτυξιακού νόμου με την επιχορήγηση ποσοστού έως 45% επί της αξίας της επένδυσης. Για τον λόγο αυτό συμφωνήθηκε μεταξύ του ενάγοντος και του αδελφού του, ως εταίρων και νομίμων εκπροσώπων της εργολάβου εταιρείας, και του εναγόμενου, ως νομίμου εκπροσώπου της εργοδότριας εταιρείας, να μεταφερθούν από τους ατομικούς τραπεζικούς λογαριασμούς του ενάγοντος και του αδελφού του, στον ατομικό τραπεζικό λογαριασμό του εναγόμενου, και στη συνέχεια στον εταιρικό τραπεζικό λογαριασμό της εργοδότριας εταιρείας, το συνολικό ποσό των 450.000,00 ευρώ, ώστε να εμφαίνονται ισόποσες καταθέσεις χρημάτων εξ ιδίων κεφαλαίων του εναγόμενου προς το ταμείο της εργοδότριας εταιρείας, προκειμένου να δύναται αυτή να προβεί σε αύξηση του μετοχικού της κεφαλαίου, κατά το ποσό των 450.001,12 ευρώ, στη συνέχεια δε αυτό το συνολικό ποσό των 450.000,00 ευρώ θα μεταφέρονταν από τον εταιρικό τραπεζικό λογαριασμό της εργοδότριας εταιρείας στον εταιρικό τραπεζικό λογαριασμό της εργολάβου εταιρείας και θα εμφαίνονταν ότι χρησιμοποιούνταν για την εξόφληση έναντι της συμφωνηθείσας ως άνω αμοιβής της εργολάβου εταιρείας για τη σύμβαση κατασκευής φωτοβολταϊκού σταθμού. Σε εκτέλεση αυτής της συμφωνίας μεταξύ του ενάγοντος και του αδελφού του, ως νομίμων εκπροσώπων της εργολάβου εταιρείας, και του εναγόμενου, ως νομίμου εκπροσώπου της εργοδότριας εταιρείας, ο ενάγων προέβη στις ακόλουθες μεταφορές χρηματικών ποσών, συνολικού ύψους 305.000,00 ευρώ, κατά το χρονικό διάστημα από την 21.02.2013 έως την 11.04.2013, όλες με αιτιολογία συναλλαγής «Δάνειο» ή «Δάνειο ……………» από τον τηρούμενο στην Τράπεζα …………….. υπ’ αριθ. ……….. ατομικό λογαριασμό του ενάγοντος, στον τηρούμενο στην Τράπεζα …………….. υπ’ αριθ. ……………. ατομικό λογαριασμό του εναγόμενου, και συγκεκριμένα την 21.02.2013 μετέφερε το ποσό των 12.000,00 ευρώ, την 22.02.2013 μετέφερε το ποσό των 38.000,00 ευρώ, την 01.03.2013 μετέφερε το ποσό των 41.000,00 ευρώ, την 03.04.2013 μετέφερε το ποσό των 25.000,00 ευρώ, την 04.04.2013 μετέφερε το ποσό των 22.000,00 ευρώ, την 08.04.2013 μετέφερε το ποσό των 25.000,00 ευρώ, την 08.04.2013 μετέφερε το ποσό των 24.906,00 ευρώ, την 08.04.2013 μετέφερε το ποσό των 25.000,00 ευρώ, την 09.04.2013 μετέφερε το ποσό των 25.000,00 ευρώ, την 10.04.2013 μετέφερε το ποσό των 25.000,00 ευρώ, την 10.04.2013 μετέφερε το ποσό των 17.094,00 ευρώ και την 11.04.2013 μετέφερε το ποσό των 25.000,00 ευρώ. Επιπλέον, σε εκτέλεση αυτής της συμφωνίας, ο αδελφός του ενάγοντος ……………. προέβη στις ακόλουθες μεταφορές χρηματικών ποσών, συνολικού ύψους 145.000,00 ευρώ, κατά το χρονικό διάστημα από την 03.04.2013 έως την 09.04.2013, από τον τηρούμενο στην Τράπεζα …………….. υπ’ αριθ. …………….. ατομικό λογαριασμό του αδελφού του ενάγοντος, στον τηρούμενο στην Τράπεζα …………….. υπ’ αριθ. ……………. ατομικό λογαριασμό του εναγόμενου, και συγκεκριμένα την 03.04.2013 μετέφερε το ποσό των 40.000,00 ευρώ, την 03.04.2013 μετέφερε το ποσό των 40.000,00 ευρώ, την 05.04.2013 μετέφερε το ποσό των 40.000,00 ευρώ και την 09.04.2013 μετέφερε το ποσό των 25.000,00 ευρώ. Αποδείχθηκε επίσης ότι σε σύντομο χρονικό διάστημα μετά την 11.04.2013, που έλαβε χώρα η τελευταία μεταφορά χρηματικών ποσών, συνολικού ύψους 450.000,00 ευρώ, από τους ανωτέρω ατομικούς λογαριασμούς του ενάγοντος και του αδελφού του στον ανωτέρω ατομικό λογαριασμό του εναγόμενου, η εκπροσωπούμενη από αυτόν ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «…………………», προέβη την 15.04.2013, κατόπιν απόφασης της Γενικής Συνέλευσης των μετόχων της, σε αύξηση του μετοχικού της κεφαλαίου, κατά το ποσό των 450.001,12 ευρώ, σε μετρητά με νέες εισφορές των μετόχων, εκδίδοντας 153.584 νέες μετοχές, ονομαστικής αξίας εκάστης 2,93 ευρώ, και έτσι το μετοχικό της κεφάλαιο ανήλθε σε 1.999.540,41 ευρώ, διαιρούμενο σε 682.437 ονομαστικές μετοχές, ονομαστικής αξίας εκάστης 2,93 ευρώ, όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες υπ’ αριθ. πρωτ. …../20.05.2013 και …/23.12.2013 ανακοινώσεις καταχώρησης στο Γ.Ε.ΜΗ. των στοιχείων της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «…………………». Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι κατά το χρονικό διάστημα από την 25.02.2013 έως την 10.04.2013, η εκπροσωπούμενη από τον εναγόμενο ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «…………….» προέβη στις ακόλουθες μεταφορές χρηματικών ποσών, συνολικού ύψους 450.000,00 ευρώ, από τον τηρούμενο στην Τράπεζα …………….. υπ’ αριθ. ………… εταιρικό λογαριασμό της, στον τηρούμενο στην Τράπεζα …………….. υπ’ αριθ. …………….. εταιρικό λογαριασμό της ιδιωτικής κεφαλαιουχικής εταιρείας με την επωνυμία «…………..», η οποία προήλθε από μετατροπή της ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία «……………», όλες με αιτιολογία συναλλαγής «………….», πλην μίας με αιτιολογία συναλλαγής «………….», και συγκεκριμένα την 25.02.2013 μετέφερε το ποσό των 50.000,00 ευρώ, την 01.03.2013 μετέφερε το ποσό των 36.000,00 ευρώ, την 05.03.2013 μετέφερε το ποσό των 5.000,00 ευρώ, την 03.04.2013 μετέφερε το ποσό των 40.000,00 ευρώ, την 03.04.2013 μετέφερε το ποσό των 40.000,00 ευρώ, την 04.04.2013 μετέφερε το ποσό των 25.000,00 ευρώ, την 04.04.2013 μετέφερε το ποσό των 22.000,00 ευρώ, την 04.04.2013 μετέφερε το ποσό των 40.000,00 ευρώ, την 05.04.2013 μετέφερε το ποσό των 25.000,00 ευρώ, την 06.04.2013 μετέφερε το ποσό των 25.000,00 ευρώ, την 08.04.2013 μετέφερε το ποσό των 24.906,00 ευρώ, την 09.04.2013 μετέφερε το ποσό των 25.000,00 ευρώ, την 09.04.2013 μετέφερε το ποσό των 25.000,00 ευρώ, την 09.04.2013 μετέφερε το ποσό των 25.000,00 ευρώ, την 10.04.2013 μετέφερε το ποσό των 17.094,00 ευρώ και την 10.04.2013 μετέφερε το ποσό των 25.000,00 ευρώ, όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα από αμφότερους τους διαδίκους τραπεζικά παραστατικά μεταφορών χρηματικών ποσών. Κατόπιν τούτων, αποδείχθηκε ότι το σύνολο των χρηματικών ποσών που μεταφέρθηκαν από τους ανωτέρω ατομικούς λογαριασμούς του ενάγοντος και του αδελφού του, στον ανωτέρω ατομικό λογαριασμό του εναγόμενου, και στη συνέχεια μεταφέρθηκαν από τον τελευταίο στον εταιρικό λογαριασμό της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «………………..», ώστε να εμφαίνονται ως καταθέσεις μετρητών με νέες εισφορές των μετόχων και να δύναται αυτή να προβεί σε αύξηση του μετοχικού της κεφαλαίου, κατά το ποσό των 450.001,12 ευρώ, τελικώς μεταφέρθηκαν από τον ανωτέρω εταιρικό λογαριασμό της εργοδότριας ανώνυμης εταιρείας στον ανωτέρω εταιρικό λογαριασμό της εργολάβου ιδιωτικής κεφαλαιουχικής εταιρείας, ώστε να εμφαίνονται ως καταθέσεις προς εξόφληση έναντι της συμφωνηθείσας ως άνω αμοιβής της εργολάβου εταιρείας για τη σύμβαση κατασκευής φωτοβολταϊκού σταθμού, από αυτόν δε τον εταιρικό λογαριασμό τα ανέλαβαν ο ενάγων και ο αδελφός του, ως μοναδικοί εταίροι της εργολάβου εταιρείας και δικαιούχοι αυτών των χρηματικών ποσών. Συνεπώς, από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχθηκε ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι καταρτίσθηκε μεταξύ των διαδίκων η από 17.01.2013 άτυπη (προφορική) σύμβαση δανείου, δυνάμει της οποίας ο ενάγων μεταβίβασε προς τον εναγόμενο το συνολικό ποσό των 305.000,00 ευρώ, κατά το χρονικό διάστημα από την 21.02.2013 έως την 11.04.2013, με τις ανωτέρω μεταφορές χρηματικών ποσών με την αιτιολογία «Δάνειο» ή «Δάνειο ……..» από τον τηρούμενο στην Τράπεζα …………….. υπ’ αριθ. ……….. ατομικό λογαριασμό του ενάγοντος, στον τηρούμενο στην Τράπεζα …………….. υπ’ αριθ. …………. ατομικό λογαριασμό του εναγόμενου, πλέον του ποσού των 38.000,00 ευρώ που μεταφέρθηκε από τον ίδιο ως άνω ατομικό λογαριασμό του ενάγοντος, στον τηρούμενο στην Τράπεζα …………….. υπ’ αριθ. ………… εταιρικό λογαριασμό της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «……………..». Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου ότι δεν καταρτίσθηκε μεταξύ των διαδίκων δανειακή σύμβαση, αλλά αντιθέτως ότι καταρτίσθηκε η ανωτέρω συμφωνία, δυνάμει της οποίας μεταφέρθηκε το συνολικό ποσό των 450.000,00 ευρώ, αρχικώς από τους ατομικούς λογαριασμούς του ενάγοντος και του αδελφού του στον ατομικό λογαριασμό του εναγόμενου, και στη συνέχεια στον εταιρικό λογαριασμό της εργοδότριας ανώνυμης εταιρείας, ώστε να δύναται αυτή να προβεί σε αύξηση του μετοχικού της κεφαλαίου, κατά το ποσό των 450.001,12 ευρώ, και τελικώς μεταφέρθηκε στον εταιρικό λογαριασμό της εργολάβου ιδιωτικής κεφαλαιουχικής εταιρείας, ενισχύεται και από προσκομιζόμενα από τους διαδίκους μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου. Ειδικότερα, σύμφωνα με το προσκομιζόμενο από 19.01.2013 μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου του . ……….., ηλεκτρολόγου μηχανικού, υπαλλήλου της εργολάβου εταιρείας και υπεύθυνου του έργου της κατασκευής φωτοβολταϊκού σταθμού, ζητήθηκε η σύναψη ιδιωτικού συμφωνητικού που να αναφέρει ότι η εργολάβος εταιρεία θα χρησιμοποιήσει δικά της κεφάλαια για να μπορέσει η εργοδότρια εταιρεία να κάνει αύξηση μετοχικού κεφαλαίου, σε απάντηση δε, με το προσκομιζόμενο υπό την ίδια ημερομηνία μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, ο ……………, οικονομικός διευθυντής, υπάλληλος της εργοδότριας εταιρείας, συμφώνησε στη σύνταξη του εν λόγω συμφωνητικού και πρόσθεσε ότι «μετά την κατάθεση κάθε ποσού θα σας το επιστρέφουμε ως έναντι λογαριασμού για το κλείσιμο της ψαλίδας». Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο έκρινε ομοίως ότι δεν αποδείχθηκε η σύναψη της από 17.01.2013 άτυπης σύμβασης δανείου μεταξύ των διαδίκων και στη συνέχεια απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη, κατά το μέρος που κρίθηκε νόμιμη, δεν έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, απορριπτομένου ως αβάσιμου του σχετικού πρώτου λόγου της υπό κρίση έφεσης.

Ενόψει αυτών και δεδομένου ότι δεν υπάρχει άλλος λόγος έφεσης προς έρευνα, πρέπει η κρινόμενη έφεση να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ’ ουσίαν, ενώ πρέπει να εισαχθεί στο Δημόσιο Ταμείο, κατ’ άρθρο 495 του ΚΠολΔ, το παράβολο για το παραδεκτό της έφεσης που προκατέβαλε ο εκκαλών – ενάγων, λόγω της ήττας του. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα του εφεσίβλητου – εναγόμενου, για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του εκκαλούντος – ενάγοντος, λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων την από 05.11.2024 έφεση κατά της υπ’ αριθ. 3300/2024 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία.

Δέχεται τυπικά και απορρίπτει κατ’ ουσίαν την έφεση.

Διατάσσει την εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου υπέρ Δημοσίου υπ’ αριθ. ……………../2024 ηλεκτρονικό παράβολο, ποσού εκατό (100,00) ευρώ που προκατέβαλε ο εκκαλών – ενάγων.

Επιβάλλει σε βάρος του εκκαλούντος – ενάγοντος τα δικαστικά έξοδα του εφεσίβλητου–εναγόμενου, για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει σε τετρακόσια (400,00) ευρώ.

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου, στον Πειραιά, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση, στις 18.03.2026, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων τους δικηγόρων.

Η  ΠΡΟΕΔΡΟΣ                                              Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ