Αριθμός 193/2026
ΤΟ ΤΡΙΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
Τμήμα 2o
Αποτελούμενο από τους Δικαστές Βασίλειο Παπανικόλα, Πρόεδρο Εφετών, Ευαγγελία Πανταζή, Εφέτη-Εισηγήτρια και Ιωάννα Μάμαλη, Εφέτη και από τη Γραμματέα Κ.Σ.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του την ………………., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ των:
ΚΑΛΟΥΣΑΣ-ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΗΣ-ΑΝΤΕΚΚΑΛΟΥΣΑΣ: ………………. η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά της δικηγόρο, Πηνελόπη Τέκου [Γεώργιος Κοζανίδης-Πηνελόπη Τέκου Δικηγορική Εταιρεία](με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).
ΚΑΘ’ΩΝ Η ΚΛΗΣΗ-ΕΚΚΑΛΟΥΝΤΩΝ-ΑΝΤΕΦΕΣΙΒΛΗΤΩΝ: 1) ………………….. 2) ……………….. 3) ……………., 4) …………… και 5) ……………, απάντων κατοίκων ……., εκ των οποίων η πρώτη παραστάθηκε μετά του πληρεξούσιού της δικηγόρου, Αιμίλιου Χαρλαύτη, οι δε λοιποί εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο ως άνω δικηγόρο.
Η καλούσα-εφεσίβλητη-αντεκκαλούσα άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς την με αριθ καταθ ……../2012 αγωγή της κατά των α) ……………. και β) ………….. Διαρκούσης της δίκης στον πρώτο βαθμό απεβίωσε ο υπό στοιχ β ως άνω εναγόμενος και στη δικονομική του θέση υπεισήλθαν οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του, τα τέκνα του, ……………… Επί της προαναφερόμενης αγωγής το ως ανω Δικαστήριο εξέδωσε την υπ΄ αριθμ 3611/2018 απόφασή του, με την οποία έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή.
Την απόφαση αυτή προσέβαλαν ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου α) η ……………… ατομικώς και ως ασκούσα τη γονική μέριμνα των τότε ανήλικων τέκνων της …………… και ……………. και ο …………….. με την από 4.11.2018 (ΓΑΚ/ΕΑΚ ΠΡΩΤ …………./2018- ΓΑΚ/ΕΑΚ ΕΦΕΤ ………../2018) έφεσή τους και β) η Μαρίνα Πατεράκη με την από 17.3.2019 (ΓΑΚ/ΕΑΚ ………./2019) αντέφεσή της. Επί των ως άνω εφέσεως και αντεφέσεως, εκδόθηκε η υπ΄ αριθ 367/2020 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, που απέρριψε ως απαράδεκτη την αντέφεση και δέχθηκε την έφεση τυπικά και κατ΄ ουσίαν, απέρριψε δε την κρινόμενη αγωγή.
Κατά της ως άνω εφετειακής έφεσης η ………… άσκησε ενώπιον του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου την από 13.7.2020 (αριθ εκθ καταθ …../2020) αίτηση αναίρεσης, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ΄ αριθμ 359/2023 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, που αναίρεσε την με αριθ 367/2020 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος και παράπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο αυτό Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές.
Ήδη με την κατατεθείσα ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου από 6.9.2023 (ΓΑΚ/ΕΑΚ ……../2023) κλήση της καλούσας-εφεσίβλητης-αντεκκαλούσας η προκειμένη υπόθεση επανεισήχθη προς συζήτηση ενώπιον αυτού, στη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας απόφασης.
Η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο και συζητήθηκε.
Η πληρεξούσια δικηγόρος της καλούσας-εφεσιβλητης-αντεκκαλούσας, η οποία παραστάθηκε με δήλωση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, ανέπτυξε τις απόψεις της με τις έγγραφες προτάσεις που προκατέθεσε και ο πληρεξούσιος δικηγόρος των καθ΄ ων η κλήση-εκκαλούντων-αντεφεσιβλήτων, αφού έλαβε τον λόγο από τον Πρόεδρο, αναφέρθηκε στις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσε.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΚΑΙ ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 579 παρ. 1 ΚΠολΔ, αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε και η διαδικασία πριν από την απόφαση αυτή ακυρώνεται, μόνον εφόσον στηρίζεται στην παράβαση, για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση, ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 581 παρ. 2 του ίδιου κώδικα, στο δικαστήριο της παραπομπής η υπόθεση συζητείται μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ, αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παρ. 1 και 2 (δηλαδή για υπέρβαση δικαιοδοσίας ή παράβαση των διατάξεων, των σχετικών με την αρμοδιότητα), παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση σε άλλο δικαστήριο ισόβαθμο και ομοειδές προς εκείνο, το οποίο εξέδωσε την απόφαση που αναιρέθηκε ή και στο ίδιο, αν είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές. Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι η αναίρεση της απόφασης και επομένως και η εξαφάνισή της μπορεί να είναι ολική ή μερική. Αυτό θα εξαρτηθεί από το κατά πόσο έχουν προσβληθεί όλα ή κάποιο από τα περισσότερα κεφάλαια αυτής (ΑΠ 975/2000 ΕλΔ 42.81). Ειδικότερα, η απόφαση αναιρείται κατά το μέτρο παραδοχής της αναιρέσεως, δηλαδή κατά τα κεφάλαια (αιτήσεις παροχής έννομης προστασίας), τα οποία αφορά ο δεκτός γενόμενος λόγος αναιρέσεως, καθώς και εκείνα που συνάπτονται αρρήκτως προς τα αναιρεθέντα. Η έκταση αυτή της αναιρέσεως προκύπτει από το συγκεκριμένο περιεχόμενο της αναιρετικής αποφάσεως, κατισχύει κάθε αντίθετης γενικής διατυπώσεως αυτής και μάλιστα του τυχόν χαρακτηρισμού της από αυτήν της εκτάσεως της αναιρέσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως ως ολικής (ΑΠ 570/2005 Ηλεκτρονική Συλλογή «ΝΟΜΟΣ», ΑΠ 1308/2004 ΕλΔ 46.84). Επομένως, στο δικαστήριο της παραπομπής η υπόθεση συζητείται μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση, μετά από κλήση και αφού κατατεθούν προτάσεις κατά το άρθρο 524 παρ. 1 εδάφιο β ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 7/2007 ΝοΒ 2007.1830, ΑΠ 43/2005 ΕλΔ 46.1402 ΑΠ 137/2004 Ηλεκτρονική Συλλογή «ΝΟΜΟΣ», ΕφΘεσ 2518/2000 Αρμ 2001.46), ενώ οι προτάσεις που υποβλήθηκαν κατά τη συζήτηση αυτή, όταν ανάγονται σε διατάξεις για τις οποίες εχώρησε η αναίρεση, δεν λαμβάνονται υπόψη από το εφετείο. Οι διάδικοι κατά τη συζήτηση στο δικαστήριο της παραπομπής μπορούν να προτείνουν τους πραγματικούς ισχυρισμούς που θα μπορούσαν να προταθούν παραδεκτά κατά τη συζήτηση που εκδόθηκε η απόφαση που αναιρέθηκε (ΑΠ 707/2006 Ηλεκτρονική Συλλογή «ΝΟΜΟΣ»), ειδικότερα, δε, ο ενάγων, ως εφεσίβλητος, μπορεί να προτείνει με τις προτάσεις του της νέας, μετά την αναίρεση, συζητήσεως της εφέσεως νέους πραγματικούς ισχυρισμούς, που δεν είχαν προταθεί πρωτοδίκως, υπό τους περιορισμούς των άρθρων 527 ΚΠολΔ (ΑΠ 1220/2007 Ηλεκτρονική Συλλογή «ΝΟΜΟΣ») και υπό τους ορισμούς του άρθρου 240 ΚΠολΔ. Αν η απόφαση αναιρεθεί μερικώς, ως προς ορισμένα κεφάλαια της όλης δίκης, τότε μόνο ως προς αυτά εξαφανίζεται η απόφαση και η εξουσία του δικαστηρίου της παραπομπής δεν εκτείνεται στα άλλα κεφάλαια, ως προς τα οποία διατηρείται το δεδικασμένο της απόφασης, το οποίο λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο (ΑΠ 659/1988 ΕλΔ 30.310, ΑΠ 1279/1983 Δ 15.421, ΑΠ 1042/1975 ΝοΒ 24.387, ΕφΠειρ 68/1994 ΕλλΔνη 35.1385), εκτός από τα κεφάλαια που συνδέονται αρρήκτως με τα αναιρεθέντα, οπότε συναναιρούνται (ΑΠ 1717/2002 ΕλΔ 44.1563). Συνεπώς, αν η απόφαση αναιρεθεί μερικώς ως προς κάποιο μόνο κεφάλαιο της όλης δίκης, το δικαστήριο της παραπομπής δεν μπορεί να εξετάσει λόγους εφέσεως που αναφέρονται στα λοιπά κεφάλαια, ως προς τα οποία δεν αναιρέθηκε η απόφαση, διότι διαφορετικά θα προσέβαλε το δεδικασμένο, το οποίο, κατά το άρθρο 322 ΑΚ, λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, αν, δε, αναιρεθεί στο σύνολό της, αποβάλλει την ισχύ της, οι διάδικοι επανέρχονται στην πριν από αυτήν κατάσταση. Στο σύνολό της θεωρείται ότι αναιρείται μια απόφαση όταν η αναιρούσα αυτήν απόφαση δεν περιορίζει με σχετική διάταξη την αναίρεση σε ορισμένο ή ορισμένα κεφάλαια της όλης δίκης ή ως προς μερικούς από τους διαδίκους (ΟλΑΠ 7/2007 ο.π, ΑΠ 845/2010 Ηλεκτρονική Συλλογή «ΝΟΜΟΣ», ΑΠ 43/2005 ΕλΔ 46,1401, ΑΠ 380/1999 ΝοΒ 2000.949, ΑΠ 674/1998 ΝοΒ 1999.1415). Ειδικότερα, ως προς ολόκληρο το αναιρεθέν κεφάλαιο η απόφαση αποβάλλει την ισχύ της και παύει να αποτελεί δεδικασμένο (ΑΠ 1899/2005 Ηλεκτρονική Συλλογή «ΝΟΜΟΣ»), ενώ ως προς τα μη αναιρεθέντα κεφάλαια της απόφασης διατηρείται το δεδικασμένο της (ΕφΘεσ 2518/2000 Αρμ 2001.46, ΕφΘεσ 1287/1999 ΕπισκΕΔ 1999.1177). Με την αναίρεση της απόφασης, κατά το μέτρο παραδοχής της αντίστοιχης αίτησης, κατά το σύνολο του ενός ενιαίου κεφαλαίου ή των πλειόνων κεφαλαίων, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από τη συζήτηση επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεθείσα, δηλαδή αναβιώνει η αίτηση παροχής έννομης προστασίας, έφεση, αγωγή κ.λπ. Έτσι, αν αναιρεθεί η απόφαση του εφετείου, και δεν πρόκειται για τις περιπτώσεις του άρθρου 580 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ, δηλαδή για υπέρβαση δικαιοδοσίας ή παράβαση των διατάξεων, των σχετικών με την αρμοδιότητα, αναβιώνει η πρωτόδικη απόφαση και η κατ’ αυτής έφεση, που θα κριθεί πάλι από το εφετείο. (ΑΠ 778/2009, ΑΠ 434/2009, ΑΠ 352/2004). Το δικαστήριο της παραπομπής δεσμεύεται μόνο ως προς το νομικό ζήτημα που έλυσε η παραπεμπτική απόφαση και όχι από τις διαπιστώσεις της απόφασης που αναιρέθηκε ως προς τα πραγματικά γεγονότα, δυνάμενο να εκτιμήσει διαφορετικά τις αποδείξεις, εφ’όσον δεν εθίγησαν με την αναίρεση (ΑΠ129/2004ΕΕργΔ2005,150).Επίσης, δεν δεσμεύεται ως προς την ουσία της διαφοράς, αφού άλλωστε η σχετική κρίση είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (ΑΠ1613/2007Δ38, 1234).
Στην προκείμενη περίπτωση, επαναφέρονται προς συζήτηση ενώπιον του δικαστηρίου τούτου, με την από 6-9-2023 και με αριθμό κατάθεσης ……../2023 κλήση της καλούσας – ενάγουσας, ……………., α)η από 4-11-2018 και με αριθμό κατάθεσης …………./2018 έφεση των καθ’ων η κλήση-εναγομένων, στη θέση του δεύτερου από τους οποίους, ………………., μετά το θάνατό του, υπεισήλθαν ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του οι 1)΄……………., 2)………… και 3) …………, αρχικά ανήλικοι και ήδη, ενήλικοι, πλην του …………, ακόμη, ανήλικου, για τον οποίο, ως ασκούσα τη γονική του μέριμνα παρίσταται η πρώτη εναγόμενη μητέρα του και 4)…………, ενήλικη θυγατέρα του θανόντος δεύτερου εναγόμενου και εξ αδιαθέτου ομοίως, κληρονόμος του και β)η από 17-3-2019 με αριθμό κατάθεσης ………./2019 αντέφεση της καλούσας-ενάγουσας, της έφεσης και της αντέφεσης στρεφομένων κατά της υπ’αριθμ.3611/2018 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς. Αμφότερες, η έφεση και η αντέφεση επαναφέρονται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, μετά την έκδοση της υπ’αριθμ. 359/2023 απόφασης του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε μερικά η υπ’αριθμ.367/2020 αναιρεσιβληθείσα και επί της ως άνω έφεσης και αντέφεσης εκδοθείσα απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς και παραπέμφθηκε η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλον Δικαστή, εκτός εκείνου που δίκασε προηγουμένως.
Φέρεται, έτσι, προς συζήτηση η από 4-11-2018 και με αριθμό κατάθεσης …………./2018 έφεση των 1)…………, ατομικώς και ως ασκούσης την γονική μέριμνα των ανηλίκων τέκνων της, …………………… και 2)……………, ως εν μέρει ηττηθέντων διαδίκων, κατά της υπ’αριθμ. 3611/2018 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία, επί της υπ’αριθμ.κατάθ……../2012 αγωγής της Μαρίνας Πατεράκη.
Η υπό κρίση έφεση ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρα 495, 499, 511, 513 παρ. 1. εδάφ.β’, 516 παρ. 1, 517, 518 παρ. 1 και 520 § 1 του ΚΠολΔ, ενώ επιπροσθέτως έχει καταβληθεί από τους εκκαλούντες κατά την κατάθεσή της, το προβλεπόμενο από τη διάταξη του άρθρου 495 παρ.4 του ΚΠολΔ παράβολο. Πρέπει, επομένως, να γίνει τυπικά δεκτή και να διερευνηθεί περαιτέρω ως προς τη βασιμότητα των λόγων της (άρθρα 522 και 533 παρ.1 του ΚΠολΔ), συζητουμένης της υπόθεσης μέσα στα όρια, που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση, συνεκδικαζόμενη με την με αριθμ.κατάθ. 359/2019 ασκηθείσα μετά την παρέλευση της προθεσμίας της έφεσης, αντέφεση, που κοινοποιήθηκε στους εκκαλούντες, νόμιμα και εμπρόθεσμα(ΚΠολΔ 523 παρ.2), κατά την ίδια διαδικασία, κατά την οποία εκδόθηκε η εκκαλούμενη απόφαση.
Από την διερεύνηση από το δικαστήριο τούτο του φακέλου της δικογραφίας και την αναζήτηση του δικογράφου της με αριθμ.κατάθ. 5108/2012 αγωγής, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ’αριθμ. 3611/2018 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς και στη συνέχεια, μετά την άσκηση κατ’αυτής έφεσης και αντέφεσης, εκδόθηκε η ήδη, αναιρεθείσα υπ’αριθμ. 367/2020 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς, διαπιστώθηκε ότι ουδείς από τους διαδίκους, όπως αμφότεροι έχουν την υποχρέωση, προσκομίζει κυρωμένο αντίγραφο της ως άνω αγωγής, η εκκρεμοδικία της οποίας ανεβίωσε μετά την αναίρεση και οι διάδικοι επανήλθαν στην κατάσταση, που υπήρχε πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης (άρθρ.579 παρ.1ΚΠολΔ). Πρέπει, επομένως, το δευτεροβάθμιο τούτο δικαστήριο της παραπομπής να απόσχει από τη συζήτηση της έφεσης και αντέφεσης, μέχρι να προσκομιστεί από τους διαδίκους εκκαλούντες-αντεφεσίβλητους και εφεσίβλητη-αντεκκαλούσα κυρωμένο αντίγραφο της με αριθμ.κατάθ……./2012 αγωγής και να ακολουθήσει η συζήτηση της έφεσης και της συνεκδικαζόμενης αντέφεσης, μέσα στα όρια που διαγράφονται από την αναιρετική απόφαση.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΔΙΚΑΖΕΙ με παρόντες τους διαδίκους.
ΑΠΕΧΕΙ από την συζήτηση της έφεσης και της συνεκδικαζόμενης αντέφεσης κατά της υπ’αριθμ. 3611/2018 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, μετά την αναίρεση της υπ’αριθμ. 367/2020 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς, δυνάμει της υπ’αριθμ. 359/2023 απόφασης του Αρείου Πάγου, μέχρι να προσκομιστεί από τον καθέναν από τους διαδίκους κυρωμένο αντίγραφο της υπ’αριθμ. κατάθ. ……./2012 αγωγής της εφεσίβλητης-αντεκκαλούσας και να ακολουθήσει η συζήτηση της έφεσης και της συνεκδικαζόμενης αντέφεσης, μέσα στα όρια που διαγράφονται από την αναιρετική απόφαση.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στον Πειραιά την 19η Φεβρουαρίου 2026 και δημοσιεύθηκε στις 18 Μαρτίου 2026 σε έκτακτη και δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του Δικαστηρίου αυτού με απόντες τους διαδίκους και τους πληρεξούσιους αυτών δικηγόρους.
Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ