ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
Αριθμός απόφασης 205/2026
ΤΟ ΤΡΙΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
ΤΜΗΜΑ 2ο
Αποτελούμενο από τους Δικαστές Βασίλειο Παπανικόλα, Πρόεδρο Εφετών, Ευαγγελία Πανταζή – Εφέτη και Ιωάννα Μάμαλη, Εφέτη – Εισηγήτρια, και από την Γραμματέα Ε.Δ.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στον Πειραιά, στις …………., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της εκκαλούσας – εναγόμενης: ………….., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Κλεοπάτρα Μαυρομμάτη (ΑΜ ……. Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών).
Του εφεσίβλητου – ενάγοντος: ………….. ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Δήμητρα Πρεβέντη (ΑΜ …….. Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών).
Ο ενάγων ζήτησε να γίνει δεκτή η από 20.07.2023 και με αριθμό κατάθεσης γενικό ………./2023 και ειδικό ………./2023 αγωγή του, τακτικής διαδικασίας, την οποία άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς. Το ως άνω Δικαστήριο με την υπ’ αριθ. 4049/2024 απόφασή του, αφού διέταξε το χωρισμό της σωρευόμενης αγωγής του άρθρου 947 παρ. 1 του ΚΠολΔ, κήρυξε εαυτό αναρμόδιο καθ’ ύλην προς εκδίκασή της και παρέπεμψε αυτή προς εκδίκαση ενώπιον του αρμοδίου καθ’ ύλην και κατά τόπο Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, έκανε εν μέρει δεκτή την σωρευόμενη αγωγή προσβολής προσωπικότητας. Η εκκαλούσα – εναγόμενη προσέβαλε την απόφαση αυτή με την από 16.01.2025 έφεσή της που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς με αριθμό γενικό ………./17.01.2025 και ειδικό ………./17.01.2025, προσδιορίστηκε ενώπιον του Εφετείου Πειραιώς με αριθμό κατάθεσης γενικό ………./02.05.2025 και ειδικό …………/02.05.2025, για τη δικάσιμο που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας και γράφτηκε στο πινάκιο.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο και την εκφώνησή της από τη σειρά του οικείου πινακίου, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο, αλλά προκατέθεσαν δηλώσεις κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ και έγγραφες προτάσεις, ζητώντας να γίνουν δεκτά όσα σ’ αυτές αναφέρονται.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση από 16.01.2025 έφεση κατά της υπ’ αριθ. 4049/2024 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία και με την οποία αφού διέταξε το χωρισμό της σωρευόμενης αγωγής του άρθρου 947 παρ. 1 του ΚΠολΔ με αίτημα την απειλή χρηματικής ποινής και προσωπικής κράτησης σε βάρος της εναγόμενης για κάθε παραβίαση του διατακτικού της υπ’ αριθ. 552/2016 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, κήρυξε εαυτό αναρμόδιο καθ’ ύλην προς εκδίκασή της και παρέπεμψε αυτή προς εκδίκαση ενώπιον του αρμοδίου καθ’ ύλην και κατά τόπο Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, στη συνέχεια έκανε εν μέρει δεκτή την σωρευόμενη από 20.07.2023 και με αριθμό κατάθεσης γενικό …../2023 και ειδικό ……./2023 αγωγή προσβολής προσωπικότητας, έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 495 παρ. 1-2, 498, 511, 513 παρ. 1 β’, 516 παρ.1, 517 και 518 παρ. 1 του ΚΠολΔ, όπως ισχύουν μετά την τροποποίησή τους με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015, καθόσον η έφεση ασκήθηκε μετά την 01.01.2016), δεδομένου ότι η εκκαλουμένη απόφαση επιδόθηκε στην εκκαλούσα – εναγόμενη την 18.12.2024, όπως συνομολογείται από τους διαδίκους, η δε κρινόμενη από 16.01.2025 έφεση κατατέθηκε στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου εντός της προθεσμίας των τριάντα ημερών από την επίδοση της εκκαλουμένης απόφασης, ήτοι την 17.01.2025, όπως προκύπτει από την πράξη κατάθεσης έφεσης με αριθμό γενικό ……./17.01.2025 και ειδικό …./17.01.2025 της γραμματέως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς που έχει επισυναφθεί στην ένδικη έφεση. Επομένως, πρέπει η ένδικη από 16.01.2025 έφεση να γίνει τυπικά δεκτή και να εξεταστεί στη συνέχεια το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της, κατά την ίδια διαδικασία που εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση (άρθρο 533 του ΚΠολΔ), δεδομένου ότι για το παραδεκτό της έφεσης έχει κατατεθεί από την εκκαλούσα – εναγόμενη το παράβολο των 150,00 ευρώ, που προβλέπεται από την παράγραφο 3 του άρθρου 495 του ΚΠολΔ.
Ο ενάγων στην από 20.07.2023 και με αριθμό κατάθεσης γενικό ……/2023 και ειδικό …./2023 αγωγή του, τακτικής διαδικασίας, την οποία άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, εξέθετε ότι η εναγόμενη, εν διαστάσει σύζυγός του, προσέβαλε παρανόμως και υπαιτίως το δικαίωμα στην προσωπικότητά του, με αδικοπρακτική συμπεριφορά που συνίσταται στην τέλεση σε βάρος του των αξιόποινων πράξεων της παραβίασης δικαστικών αποφάσεων και της εξύβρισης, και ειδικότερα ότι από τις αρχές του έτους 2021, περιορίσθηκε σημαντικά η επικοινωνία του με το ανήλικο τέκνο των διαδίκων, ……………… που γεννήθηκε την 14.05.2013, η οποία είχε ρυθμιστεί με την υπ’ αριθ. 552/2016 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, κατά τον αναλυτικώς περιγραφόμενο στην αγωγή τρόπο, καθόσον το ανήλικο τέκνο δίσταζε να τον ακολουθήσει κατά τις ημέρες και ώρες της επικοινωνίας του στην οικία του ή σε εξωτερικούς χώρους, με αποτέλεσμα να εξαναγκάζεται να επικοινωνεί με αυτό μόνο για λίγες ώρες στο κλιμακοστάσιο έξωθεν του διαμερίσματος της πολυκατοικίας όπου το τέκνο διαμένει με την εναγόμενη και επιπλέον αρνείτο να διανυκτερεύσει στην οικία του, αποζητώντας έντονα την εναγόμενη μητέρα του, η οποία όχι μόνο παρέμενε αμέτοχη και δεν κατέβαλλε οποιαδήποτε προσπάθεια ώστε να διευκολύνει την επικοινωνία τους, αλλά αντιθέτως υπέσκαπτε με μεθοδικότητα τη σχέση τους, καλλιεργώντας στο ανήλικο τέκνο φοβίες και αρνητικά για τον ίδιο συναισθήματα, παρεμποδίζοντας με αυτό τον τρόπο τη μεταξύ τους επικοινωνία και επιδιώκοντας την πλήρη αποξένωσή τους, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στην αγωγή, ότι επιπλέον κατά τις συναντήσεις τους, στα πλαίσια της προσπάθειάς του να επικοινωνήσει με το ανήλικο τέκνο του, η εναγόμενη τον αντιμετώπιζε απαξιωτικά, απευθυνόμενη προς αυτόν με εξυβριστικές και προσβλητικές φράσεις, και μάλιστα ενώπιον του ανηλίκου τέκνου τους, ότι εξαιτίας της ανωτέρω παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς της εναγόμενης, προσβλήθηκε η προσωπικότητά του ως ατόμου και ως πατέρα, και ακολούθως υπέστη ηθική βλάβη, προς αποκατάσταση της οποίας δικαιούται χρηματική ικανοποίηση. Με βάση τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά και κατόπιν παραδεκτού, με τις προτάσεις του ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, μερικού περιορισμού του αποτιμητού σε χρήμα αιτήματος της αγωγής, ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγόμενη να άρει την προσβολή της προσωπικότητάς του και να παραλείπει αυτή στο μέλλον, υποχρεούμενη αφενός να του επιτρέπει ανεμπόδιστα την επικοινωνία του με το ανήλικο τέκνο, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην υπ’ αριθ. 552/2016 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς ή τυχόν εκδοθησομένη απόφαση περί μεταρρύθμισης της ως άνω απόφασης, αφετέρου να παραλείπει τις σε βάρος του εξυβριστικές και προσβλητικές φράσεις, ιδίως ενώπιον του ανηλίκου τέκνου τους, να υποχρεωθεί η εναγόμενη να του καταβάλει το ποσό των 15.000,00 ευρώ ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής του βλάβης, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση, να απειληθεί σε βάρος της εναγόμενης χρηματική ποινή ύψους 3.000,00 ευρώ και προσωπική κράτηση τριών μηνών, για κάθε παραβίαση του διατακτικού της υπ’ αριθ. 552/2016 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, να κηρυχθεί προσωρινώς εκτελεστή η απόφαση που θα εκδοθεί και να καταδικασθεί η εναγόμενη στη δικαστική του δαπάνη. Το ως άνω Δικαστήριο με την υπ’ αριθ. 4049/2024 οριστική απόφασή του, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, αφού διέταξε το χωρισμό της σωρευόμενης αγωγής του άρθρου 947 παρ. 1 του ΚΠολΔ με αίτημα την απειλή χρηματικής ποινής και προσωπικής κράτησης σε βάρος της εναγόμενης για κάθε παραβίαση του διατακτικού της υπ’ αριθ. 552/2016 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, κήρυξε εαυτό αναρμόδιο καθ’ ύλην προς εκδίκασή της και παρέπεμψε αυτή προς εκδίκαση ενώπιον του αρμοδίου καθ’ ύλην και κατά τόπο Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, στη συνέχεια έκρινε την σωρευόμενη αγωγή προσβολής προσωπικότητας επαρκώς ορισμένη και νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 299, 340, 345, 346, 914, 932, 1520 του ΑΚ, 361, 169Α του ΠΚ και 176, 191 παρ. 2, 907, 908 παρ. 1δ του ΚΠολΔ, πλην του αιτήματος περί άρσης της προσβολής της προσωπικότητας του ενάγοντος που κρίθηκε μη νόμιμο και απορριπτέο, καθώς και του αιτήματος περί παράλειψης της προσβολής της προσωπικότητας του ενάγοντος στο μέλλον που κρίθηκε απορριπτέο ως προώρως ασκηθέν κατά το επικουρικό σκέλος του, με το οποίο ζητήθηκε να υποχρεωθεί η εναγόμενη να επιτρέπει την επικοινωνία του ενάγοντος με το ανήλικο τέκνο τους σύμφωνα με τα οριζόμενα σε τυχόν εκδοθησομένη απόφαση περί μεταρρύθμισης της υπ’ αριθ. 552/2016 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, στη συνέχεια έκανε εν μέρει δεκτή την σωρευόμενη αγωγή προσβολής προσωπικότητας ως και ουσιαστικά βάσιμη και υποχρέωσε την εναγόμενη να παραλείπει στο μέλλον την παρεμπόδιση της ρυθμισθείσας με την υπ’ αριθ. 552/2016 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς επικοινωνίας του ενάγοντος με το ανήλικο τέκνο τους και υποχρέωσε την εναγόμενη να καταβάλει στον ενάγοντα, ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση, το ποσό των δύο χιλιάδων (2.000,00) ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής, ήτοι από την 26.07.2023, έως την εξόφληση, κήρυξε την απόφαση προσωρινά εκτελεστή και συμψήφισε τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων, λόγω της συζυγικής τους σχέσης. Κατά της απόφασης αυτής παραπονείται η ηττηθείσα πρωτοδίκως εκκαλούσα – εναγόμενη με την από 16.01.2025 έφεσή της για τους περιεχόμενους σε αυτήν λόγους, που ανάγονται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και σε πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων και ζητεί την εξαφάνισή της, με σκοπό να απορριφθεί η εναντίον της αγωγή.
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 57 εδ. α’ και γ’ του ΑΚ «Όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον… Αξίωση αποζημίωσης σύμφωνα με τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες δεν αποκλείεται». Ως προσβολή της προσωπικότητας θεωρείται κάθε διατάραξη από πράξεις τρίτων των επιμέρους εκφάνσεων αυτής, όπως είναι η εικόνα του προσώπου, η τιμή, η υπόληψη, το απόρρητο της ιδιωτικής ζωής, η πίστη, το επάγγελμα, η ελευθερία αναπτύξεως επαγγελματικής, οικονομικής, επιστημονικής δραστηριότητας (ΑΠ 726/2015 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 69/2013 ΝΟΜΟΣ). Παράνομη είναι η προσβολή της προσωπικότητας, όταν η βλαπτική συμπεριφορά του τρίτου αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος προστατεύει δικαίωμα ή συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, δύναται δε να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή παράλειψη οφειλόμενης ενεργείας από διάταξη νόμου ή από προηγουμένη συμπεριφορά του δράστη ή από υπάρχουσα έννομη σχέση μεταξύ αυτών ή από την καλή πίστη κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη, το δε στοιχείο του παρανόμου υφίσταται και όταν ο δράστης ασκεί δικαίωμα, το οποίο όμως είναι ελάσσονος σημασίας από πλευράς εννόμου τάξεως ή ασκείται υπό περιστάσεις, οι οποίες καθιστούν καταχρηστική την άσκησή του (ΑΠ 129/2020 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1587/2017 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1354/2015 ΝΟΜΟΣ, ΕφΠειρ 33/2021 ΝΟΜΟΣ). Η αξίωση άρσεως της προσβολής και της παραλείψεως αυτής στο μέλλον δεν προϋποθέτει υπαιτιότητα του προσβολέα (αντικειμενική ευθύνη). Εάν όμως ζητείται η ικανοποίηση της προκληθείσας ηθικής βλάβης, η επίκληση και απόδειξη παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς, επαγομένης προσβολή της προσωπικότητας, είναι απαραίτητη, τούτο δε ρητώς προβλέπεται όχι μόνο στην προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 57 εδ. γ’ του ΑΚ, η οποία παραπέμπει στις περί αδικοπραξιών διατάξεις, αλλά και στη διάταξη του άρθρου 59 του ΑΚ, η οποία ορίζει ότι «Στις περιπτώσεις των δύο προηγουμένων άρθρων το δικαστήριο με απόφασή του, ύστερα από αίτηση αυτού που έχει προσβληθεί και αφού λάβει υπόψη το είδος της προσβολής, μπορεί επιπλέον να καταδικάσει τον υπαίτιο να ικανοποιήσει την ηθική βλάβη αυτού που έχει προσβληθεί. Η ικανοποίηση συνίσταται σε πληρωμή χρηματικού ποσού, σε δημοσίευμα, ή σε οτιδήποτε επιβάλλεται από τις περιστάσεις», και η οποία, κατά την κρατούσα στη νομολογία άποψη, ομοίως απαιτεί πταίσμα (ΑΠ 158/2020 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 149/2020 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 718/2017 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 8/2008 ΧρΙδΔ 2008. 509, ΑΠ 408/2007 ΕλλΔνη 49. 201, ΑΠ 1987/2007 ΕλλΔνη 48. 500). Η επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως προϋποθέτει σημαντική προσβολή. Ο Δικαστής οφείλει να συνεκτιμήσει όλα τα συνοδά περιστατικά και ιδίως την έκφανση της προσβληθείσας προσωπικότητας, τη βαρύτητα της προσβολής, την υπαιτιότητα και το βαθμό της, τον τόπο, χρόνο και διάρκεια της προσβολής, το επάγγελμα, την περιουσιακή κατάσταση και τις συνθήκες ζωής των μερών, την τυχόν δημοσιότητα κλπ. Η χρηματική ικανοποίηση πρέπει να είναι εύλογη και να λαμβάνεται υπόψη κατά τον υπολογισμό της και η αρχή της αναλογικότητας, η οποία ως γενική αρχή συνάγεται από τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1 και 25 του Συντάγματος, και επιβάλλει η απαγγελλόμενη έννομη συνέπεια να τελεί σε σχέση ανεκτής αναλογίας προς το πραγματικό του οικείου κανόνα δικαίου, ήτοι η σχετική κρίση να μην υπερβαίνει τα ακραία ανεκτά όρια κατά την κοινή περί δικαίου συνείδηση σε ορισμένο τόπο και χρόνο (ΟλΑΠ 9/2015 ΧρΙδΔ 2015. 575, ΑΠ 548/2021 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 368/2021 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 184/2021 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 298/2019 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 90/2017 ΝΟΜΟΣ). Εξάλλου, προστατευόμενα αγαθά είναι, μεταξύ άλλων, η τιμή και η υπόληψη κάθε ανθρώπου, είναι δε τιμή η εκτίμηση που απολαμβάνει το άτομο στην κοινωνία με βάση την ηθική αξία που έχει λόγω της συμμόρφωσής του με τις νομικές και ηθικές του υποχρεώσεις, ενώ υπόληψη είναι η εκτίμηση που απολαμβάνει το άτομο στην κοινωνία, με βάση την κοινωνική του αξία, συνεπεία των ιδιοτήτων και ικανοτήτων του για την εκπλήρωση των ιδιαίτερων κοινωνικών του έργων ή του επαγγέλματός του. Προϋποθέσεις για την προστασία της προσωπικότητας, της οποίας η παράνομη και συγχρόνως υπαίτια προσβολή συνιστά ειδικότερη μορφή αδικοπραξίας, οπότε συνδυαστικά εφαρμόζονται και οι διατάξεις των άρθρων 914, 919, 920, 932 του ΑΚ, είναι, σύμφωνα με τις διατάξεις των παραπάνω άρθρων, (α) η ύπαρξη προσβολής της προσωπικότητας με πράξη ή παράλειψη άλλου, που διαταράσσει μια ή περισσότερες εκδηλώσεις της σωματικής, ψυχικής, πνευματικής και κοινωνικής ατομικότητας του βλαπτόμενου κατά τη στιγμή της προσβολής, (β) η προσβολή να είναι παράνομη, που συμβαίνει όταν γίνεται χωρίς δικαίωμα ή με βάση δικαίωμα, το οποίο, όμως, είτε είναι μικρότερης σπουδαιότητας στο πλαίσιο της έννομης τάξης, είτε ασκείται υπό περιστάσεις που καθιστούν την άσκηση του καταχρηστική, κατά την έννοια των άρθρων 281 του ΑΚ και 25 παρ. 3 του Συντάγματος, (γ) υπαιτιότητα (πταίσμα) του προσβολέα, όταν πρόκειται ειδικότερα για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης, εξαιτίας της παράνομης προσβολής της προσωπικότητας (ΟλΑΠ 2/2008 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 292/2020 ΝΟΜΟΣ), εκδηλούμενη, είτε με τη μορφή του δόλου, είτε με τη μορφή της αμέλειας, η οποία υπάρχει, όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια, που απαιτείται στις συναλλαγές (άρθρο 330 παρ. 2 του ΑΚ) και (δ) επέλευση ηθικής βλάβης στον προσβληθέντα, τελούσα σε αιτιώδη σύνδεσμο με την παράνομη και υπαίτια προσβολή. Η προσωπικότητα του ανθρώπου μπορεί να προσβληθεί σε οποιαδήποτε έκφανση ή εκδήλωσή της (σωματική, πνευματική, ηθική, τιμή κλπ.). Έτσι, η απόδοση σε κάποιον πράξεων που η κοινωνία αποδοκιμάζει, διότι ενέχουν απαξία, εμπίπτει στα όρια της προσβολής της προσωπικότητας. Τέτοιες δε πράξεις, διαταρακτικές της κοινωνικής προσωπικότητας του ανθρώπου, είναι και εκείνες που εμπεριέχουν ονειδισμό ή αμφισβήτηση της προσωπικής ή επαγγελματικής εντιμότητας του προσώπου, ενώ αδιάφορη για το χαρακτήρα της προσβολής ως παράνομης είναι η φύση της διάταξης, η οποία ενδέχεται, με την προσβολή, να παραβιάζεται και η οποία μπορεί να ανήκει σε οποιοδήποτε κλάδο ή τμήμα του δικαίου. Συνεπώς, παράνομη προσβολή της προσωπικότητας δημιουργείται και από ποινικά κολάσιμη πράξη, όπως συμβαίνει, όταν το άτομο προσβάλλεται στην τιμή και στην υπόληψη του με εξυβριστικές εκδηλώσεις ή με ισχυρισμούς δυσφημιστικούς ή πολύ περισσότερο συκοφαντικούς, κατά την έννοια των άρθρων 361-363 του ΠΚ (ΑΠ 86/2025 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 512/2023 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1017/2022 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 292/2020 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1116/2019 ΝΟΜΟΣ). Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 1510, 1511, 1518, 1520 του ΑΚ προκύπτει ότι σκοπός του απολύτως προσωπικού δικαιώματος και καθήκοντος επικοινωνίας μεταξύ γονέα και τέκνου είναι η διατήρηση του ψυχικού τους δεσμού και η δυνατότητα άμεσης γνώσης από το γονέα, με τον οποίο δεν διαμένει το τέκνο, για την ανάπτυξη της προσωπικότητας, την πνευματική ανάπτυξη και την παρακολούθηση της εν γένει κατάστασης αυτού. Η άσκηση δε της επικοινωνίας μεταξύ γονέα και τέκνου που απορρέει από το φυσικό δεσμό αίματος αυτών, ως αμοιβαία έκφραση αισθημάτων αγάπης, συμπάθειας, ενδιαφέροντος και στοργής, αμβλύνει τις δυσμενείς συνέπειες της ανώμαλης εξέλιξης της έγγαμης συμβίωσης και συντελεί στην πνευματική και ηθική ανάπτυξη, τη συναισθηματική ολοκλήρωση και ψυχική ισορροπία και των δύο, αποβλέποντας ιδίως στο καλώς εννοούμενο συμφέρον του τέκνου. Στα πλαίσια αυτά οι γονείς πρέπει να αποφεύγουν κάθε ενέργεια που δεν ανταποκρίνεται στο πραγματικό συμφέρον του τέκνου και να μεριμνούν, ώστε αυτό να παραμείνει αλώβητο, εκτός του πεδίου των προσωπικών τους εντάσεων. Πολύ περισσότερο ο ασκών τη γονική μέριμνα, στη θετική συνδρομή του οποίου απόκειται η ουσιαστική πραγματοποίηση της επικοινωνίας, υποχρεούται να απέχει από κάθε ενέργεια, που μπορεί άμεσα ή έμμεσα να οδηγήσει στην παρεμπόδιση της, και οι δύο δε οφείλουν αμοιβαίο σεβασμό και συνεργασία μεταξύ τους, προκειμένου να μη θίγονται με τη συμπεριφορά του καθενός από αυτούς τα δικαιώματα του άλλου (ΕφΘεσ 1324/2001 ΝΟΜΟΣ). Η παρεμπόδιση δε της επικοινωνίας του γονέα με το τέκνο θα μπορεί κατά περίπτωση να εκτιμηθεί και ως προσβολή της προσωπικότητας του πρώτου (Απ. Γεωργιάδη, ΣΕΑΚ, τομ. ΙΙ, άρθρο 1520, αριθ. 11 με τις εκεί παραπομπές), καθόσον η επικοινωνία του γονέα με το τέκνο του ασκεί ευεργετική επίδραση στο συναισθηματικό του κόσμο, ο οποίος, κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα, αποτελεί στοιχείο της προσωπικότητας του ατόμου, έτσι ώστε η παρεμπόδιση της ασκήσεως του δικαιώματος αυτού να συνιστά προσβολή του απόλυτου δικαιώματος στην προσωπικότητα, η οποία γεννά αξίωση άρσης της προσβολής και παράλειψης της στο μέλλον, καθώς και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, κατά τα προεκτεθέντα (ΕφΑθ 2797/2024 ΝΟΜΟΣ). Εξάλλου, κατά το άρθρο 169Α του νέου Ποινικού Κώδικα, με τίτλο «Παραβίαση δικαστικών αποφάσεων», «Όποιος δεν συμμορφώθηκε σε προσωρινή διαταγή ή διάταξη δικαστικής ή εισαγγελικής απόφασης σχετική με τη ρύθμιση της νομής ή της κατοχής, την άσκηση της γονικής μέριμνας, την επικοινωνία με το τέκνο και τη ρύθμιση της χρήσης της οικογενειακής στέγης και της κατανομής των κινητών μεταξύ συζύγων, τιμωρείται με φυλάκιση έως ένα έτος ή χρηματική ποινή», ενώ μετά την τροποποίησή της με το άρθρο 3 του Ν. 4637/18.11.2019 τιμωρείται «με φυλάκιση έως τρία έτη ή χρηματική ποινή». Ήδη δε, η ως άνω διάταξη, μετά την τροποποίησή της με το άρθρο 34 του Ν. 4855/12.11.2021, διαμορφώνεται ως εξής: Άρθρο 169Α με τίτλο «Παραβίαση δικαστικών αποφάσεων και συμφωνιών που επικυρώθηκαν από συμβολαιογράφο» «Όποιος δεν συμμορφώθηκε σε προσωρινή διαταγή ή διάταξη δικαστικής απόφασης πολιτικού δικαστηρίου ή σε εισαγγελική διάταξη, που αφορούν τη ρύθμιση της νομής ή της κατοχής, την άσκηση της γονικής μέριμνας, την επικοινωνία με το τέκνο και τη ρύθμιση της χρήσης της οικογενειακής στέγης και της κατανομής των κινητών μεταξύ συζύγων ή την απαγόρευση προσέγγισης και επικοινωνίας μεταξύ προσώπων, τιμωρείται με φυλάκιση έως τρία έτη ή χρηματική ποινή». Από την αντιπαραβολή της παλαιάς και νέας διάταξης του ανωτέρω άρθρου, σαφώς προκύπτει ότι η τελευταία είναι ευμενέστερη για τον κατηγορούμενο, αφού απαλείφθηκε από αυτήν η περίπτωση της εκ προθέσεως μη συμμόρφωσης σε προσωρινή διαταγή δικαστή ή δικαστηρίου ή σε διάταξη δικαστικής απόφασης, με την οποία υποχρεώθηκε ο κατηγορούμενος σε παράλειψη ή σε ανοχή ή σε πράξη που δεν μπορεί να γίνει από τρίτο πρόσωπο και η επιχείρηση της εξαρτάται αποκλειστικά από τη βούλησή του, η οποία (πράξη) δεν είναι πλέον αξιόποινη, ενόψει του ότι ήδη τιμωρείται μόνο όποιος δεν συμμορφώνεται σε προσωρινή διαταγή ή διάταξη δικαστικής ή εισαγγελικής απόφασης σχετικής με τη ρύθμιση της νομής ή της κατοχής, την άσκηση της γονικής μέριμνας, την επικοινωνία με το τέκνο και τη ρύθμιση της χρήσης της οικογενειακής στέγης και της κατανομής των κινητών μεταξύ συζύγων (ΑΠ 27/2023 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 588/2020 ΝΟΜΟΣ). Από την ανωτέρω διάταξη προκύπτει ότι για την πλήρωση της ποινικής υπόστασης του προβλεπόμενου από αυτήν εγκλήματος απαιτείται, αντικειμενικά μεν, μεταξύ άλλων, η μη συμμόρφωση του δράστη σε διάταξη δικαστικής απόφασης, με την οποία αυτός υποχρεώθηκε σε πράξη και υποκειμενικά δόλος, που συνίσταται στη γνώση και στη θέληση παραβίασης της διάταξης της απόφασης. Ειδικότερα, η δικαστική απόφαση, που ρυθμίζει το δικαίωμα επικοινωνίας του γονέα με το ανήλικο τέκνο, είναι μεν διαπλαστική και όχι καταψηφιστική, πλην όμως για την πλήρωση της αντικειμενικής και της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος τούτου, δεν απαιτείται η παραβιαζόμενη αυτή απόφαση να διαλαμβάνει εξαναγκαστικά μέτρα (άρθρα 946, 947 του ΚΠολΔ) ή να έχει επισπευσθεί αναγκαστική εκτέλεση της κατά τον ΚΠολΔ, ούτε απαιτείται τυπική επίδοση της απόφασης, αλλά αρκεί ο υπόχρεος προς συμμόρφωση να έλαβε με οποιονδήποτε τρόπο γνώση αυτής (ΑΠ (ΠΟΙΝ) 881/2024 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 549/2023 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 779/2022 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 897/2019 ΝΟΜΟΣ).
Από την επανεκτίμηση των υπ’ αριθ. ………./15.12.2023 και ………../15.12.2023 ενόρκων βεβαιώσεων ενώπιον της Ειρηνοδίκη Αθηνών των μαρτύρων ……….. και ………., αντίστοιχα, που λήφθηκαν με επιμέλεια του ενάγοντος, κατόπιν νομότυπης και εμπρόθεσμης κλήτευσης της εναγόμενης κατ’ άρθρο 422 παρ. 1 του ΚΠολΔ (βλ. την υπ’ αριθ. ………/25.07.2023 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών ……….), της υπ’ αριθ. ……../15.12.2023 ένορκης βεβαίωσης ενώπιον της Ειρηνοδίκη Πειραιώς της μάρτυρος ………. και της υπ’ αριθ. ………../15.12.2023 ένορκης βεβαίωσης ενώπιον της συμβολαιογράφου Πειραιώς ……… της μάρτυρος ………., οι οποίες λήφθηκαν με επιμέλεια της εναγόμενης κατόπιν νομότυπης και εμπρόθεσμης κλήτευσης του ενάγοντος κατ’ άρθρο 422 παρ. 1 του ΚΠολΔ (βλ. την υπ’ αριθ. …………./12.12.2023 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Αθηνών ………..), από όλα τα έγγραφα που προσκομίζονται μετ’ επικλήσεως από τους διαδίκους και λαμβάνονται υπόψη είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, για ορισμένα εκ των οποίων γίνεται κατωτέρω μνεία, χωρίς να παραλείπεται κανένα από την εκτίμηση της ουσίας της διαφοράς, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και τα έγγραφα των ποινικών δικογραφιών, τα οποία εκτιμώνται ελευθέρως στην προκειμένη δίκη ως δικαστικά τεκμήρια (βλ. ΑΠ 681/2021 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1656/2017 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1396/2015 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 325/2009 ΝΟΜΟΣ), και, τέλος, από τα διδάγματα της κοινής πείρας που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Οι διάδικοι τέλεσαν νόμιμο γάμο στο Δημαρχείο Κερατσινίου, την 11.01.2005, από τον οποίο απέκτησαν ένα ανήλικο θήλυ τέκνο, την . …………….., που γεννήθηκε την 14.05.2013. Η έγγαμη συμβίωση τους δεν εξελίχθηκε ομαλά και διασπάσθηκε οριστικά τον Σεπτέμβριο του έτους 2013, λίγους μήνες μετά τη γέννηση του ανηλίκου τέκνου τους, οπότε η εναγόμενη αποχώρησε από τη συζυγική οικία μαζί με το ανήλικο τέκνο και εγκαταστάθηκαν σε διαμέρισμα ιδιοκτησίας της μητέρας της …………, στην πολυκατοικία που βρίσκεται στο Κερατσίνι Αττικής, επί της οδού ……….., έκτοτε δε συνοικούν σε αυτό μαζί με τη μητέρα της εναγόμενης. Στη συνέχεια, ο ενάγων άσκησε την από 03.12.2014 και με αριθμό κατάθεσης γενικό ………/2014 και ειδικό …………/2014 αγωγή του κατά της εναγόμενης, με την οποία ζητούσε να καθορισθεί η επικοινωνία του με το ανήλικο, αβάπτιστο τότε, τέκνο των διαδίκων, ενώ η εναγόμενη άσκησε την από 05.12.2014 και με αριθμό κατάθεσης γενικό …………/2014 και ειδικό ……./2014 αγωγή της κατά του ενάγοντος, με την οποία ζητούσε να ανατεθεί σ’ αυτήν οριστικά η επιμέλεια του προσώπου του ανηλίκου τέκνου των διαδίκων και να υποχρεωθεί ο ενάγων να της καταβάλει, υπό την ιδιότητά της ως ασκούσας την επιμέλεια του ανηλίκου τέκνου, τακτική σε χρήμα διατροφή ύψους 300,00 ευρώ μηνιαίως, την πρώτη ημέρα κάθε μήνα και για χρονικό διάστημα δύο ετών από το Νοέμβριο του έτους 2015, με το νόμιμο τόκο από την καθυστέρηση πληρωμής κάθε μηνιαίας δόσης. Οι ανωτέρω αγωγές συνεκδικάσθηκαν και εκδόθηκε η προσκομιζόμενη υπ’ αριθ. 552/2016 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με την οποία έγινε δεκτή η από 05.12.2014 αγωγή της εναγόμενης κατά το σκέλος της που αφορούσε στην αξίωση διατροφής του ανηλίκου τέκνου των διαδίκων, κατόπιν της κοινής συμφωνίας τους, η οποία καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα με την ανωτέρω απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου, και με την οποία αυτοί αποδέχθηκαν τις εναντίον τους ασκηθείσες αγωγές, όπως περιορίσθηκαν, και υποχρεώθηκε ο ενάγων να καταβάλει στην εναγόμενη, υπό την ιδιότητά της ως ασκούσας την επιμέλεια του ανηλίκου τέκνου, τακτική σε χρήμα διατροφή, ύψους 300,00 ευρώ μηνιαίως, την πρώτη ημέρα κάθε μήνα και για χρονικό διάστημα δύο ετών από το Νοέμβριο του έτους 2015, με το νόμιμο τόκο από την καθυστέρηση πληρωμής κάθε μηνιαίας δόσης, ενώ ανατέθηκε οριστικά στην εναγόμενη η επιμέλεια του προσώπου του ανηλίκου τέκνου των διαδίκων, αφού κρίθηκε ότι η ανωτέρω κοινή συμφωνία των διαδίκων, με την οποία ο ενάγων δήλωσε ότι συμφωνεί να ανατεθεί στην εναγόμενη η άσκηση της επιμέλειας του προσώπου αυτού, εξυπηρετούσε απολύτως το συμφέρον του ανηλίκου τέκνου. Επιπλέον, με την προσκομιζόμενη υπ’ αριθ. 552/2016 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, έγινε δεκτή η από 03.12.2014 αγωγή του ενάγοντος και ρυθμίσθηκε το δικαίωμα επικοινωνίας του με το ανήλικο τέκνο των διαδίκων, ως ακολούθως: α) κάθε δεύτερο και τέταρτο Σαββατοκύριακο εκάστου μηνός, από ώρα 10.00 π.μ. του Σαββάτου έως ώρα 19.00 μ.μ. της Κυριακής και κατά τους θερινούς μήνες έως ώρα 20.00 μ.μ. της Κυριακής, β) τις εβδομάδες που ο ενάγων θα επικοινωνεί το Σαββατοκύριακο, κάθε Πέμπτη από ώρα 16.00 μ.μ. έως ώρα 20.00 μ.μ. της ίδιας ημέρας, γ) τις εβδομάδες που δεν θα επικοινωνεί το Σαββατοκύριακο, κάθε Πέμπτη από ώρα 10.00 π.μ. έως ώρα 19.00 μ.μ. της ίδιας ημέρας, κατά δε τους θερινούς μήνες έως ώρα 20.00 μ.μ. της ίδιας ημέρας, δ) κατά τις εορτές των Χριστουγέννων και Νέου Έτους, κατά μεν τα έτη που λήγουν σε άρτιο αριθμό από ώρα 10.00 π.μ. της 30ης Δεκεμβρίου έως ώρα 17.00 μ.μ. της 6ης Ιανουάριου του επόμενου έτους, κατά δε τα έτη που λήγουν σε περιττό αριθμό από ώρα 10.00 π.μ. της 23ης Δεκεμβρίου έως ώρα 17.00 μ.μ. της 30ης Δεκεμβρίου, ε) κατά τις εορτές του Πάσχα, κατά μεν τα έτη που λήγουν σε άρτιο αριθμό από ώρα 10.00 π.μ. της Δευτέρας του Πάσχα έως ώρα;20.00 μ.μ. της Κυριακής του Θωμά, κατά δε τα έτη που λήγουν σε περιττό αριθμό από ώρα 10.00 π.μ. της Μεγάλης Τρίτης έως ώρα 20.00 μ.μ. της Δευτέρας του Πάσχα, στ) κατά την περίοδο των θερινών διακοπών εναλλάξ κάθε χρόνο, κατά μεν τα έτη που λήγουν σε άρτιο αριθμό από ώρα 10.00 π.μ. της 10ης Αυγούστου έως ώρα 20.00 μ.μ. της 31ης Αυγούστου, κατά τα δε τα έτη που λήγουν σε περιττό αριθμό από ώρα 10.00 π.μ. της 10ης Ιούλιου έως ώρα 20.00 μ.μ. της 31ης Ιουλίου και ζ) την 14η Μαΐου, ημέρα γενεθλίων του ανηλίκου, κατά τα έτη που λήγουν σε ζυγό αριθμό από ώρα 10.00 π.μ. έως ώρα 20.00 μ.μ. Το δικαίωμα επικοινωνίας του ενάγοντος πατέρα με το ανήλικο τέκνο του θα αναστέλλεται κατά τη διάρκεια των χειμερινών και θερινών διακοπών του τέκνου με την εναγόμενη μητέρα του ως εξής: α) κατά την περίοδο των διακοπών των Χριστουγέννων και Νέου Έτους, εναλλάξ κάθε χρόνο, κατά μεν τα έτη που λήγουν σε άρτιο αριθμό από την 23η Δεκεμβρίου έως την 29η Δεκεμβρίου, κατά δε τα έτη που λήγουν σε περιττό αριθμό από την 31η Δεκεμβρίου έως την 6η Ιανουάριου, β) κατά την περίοδο των διακοπών του Πάσχα, εναλλάξ κάθε χρόνο, κατά μεν τα έτη που λήγουν σε άρτιο αριθμό από τη Μεγάλη Τρίτη έως τη Δευτέρα του Πάσχα, κατά δε τα έτη που λήγουν σε περιττό αριθμό από την Τρίτη του Πάσχα έως και την Κυριακή του Θωμά και γ) κατά την περίοδο των θερινών διακοπών, εναλλάξ κάθε χρόνο, κατά μεν τα έτη που λήγουν σε άρτιο αριθμό από την 15η Ιουλίου έως και την 9η Αυγούστου, κατά δε τα έτη που λήγουν σε περιττό αριθμό από την 1η Αυγούστου έως την 31η Αυγούστου, με παράλληλη δυνατότητα επίσκεψης του ενάγοντος. Σημειωτέον ότι η διαπλαστική υπ’ αριθ. 552/2016 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς επιδόθηκε στην εναγόμενη την 26.07.2022 (βλ. την προσκομιζόμενη υπ’ αριθ. …………../26.07.2022 έκθεση επίδοση του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών ………..), πλην όμως, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη νομική σκέψη, για την πλήρωση της αντικειμενικής και της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της παραβίασης δικαστικών αποφάσεων, δεν απαιτείται τυπική επίδοση της παραβιαζόμενης απόφασης, αλλά αρκεί η εναγόμενη – υπόχρεη προς συμμόρφωση να έλαβε με οποιονδήποτε τρόπο γνώση αυτής, επιπλέον δε η απόφαση αυτή δεν απαιτείται να διαλαμβάνει εξαναγκαστικά μέτρα, κατ’ άρθρα 946, 947 του ΚΠολΔ, ούτε να έχει επισπευσθεί αναγκαστική εκτέλεση αυτής, κατά τον ΚΠολΔ. Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι μέχρι και τις αρχές του έτους 2021, ο ενάγων επικοινωνούσε τακτικά με το ανήλικο τέκνο των διαδίκων, κατά τις ορισθείσες ως άνω ημέρες και ώρες, με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί μεταξύ τους ισχυρός ψυχικός και συναισθηματικός δεσμός. Κατά τις διακοπές των Χριστουγέννων και Νέου Έτους 2021, το ανήλικο τέκνο των διαδίκων, ηλικίας τότε 7 ετών, παρέμεινε με τον ενάγοντα πατέρα του, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ως άνω απόφαση, κατά το χρονικό διάστημα από την 30.12.2020 έως και την 06.01.2021, κατά το οποίο φιλοξενήθηκε στην οικία αυτού για δύο ημέρες και η μόνιμη τότε σύντροφός του, με την οποία ο ενάγων συνδεόταν ήδη επί ένα έτος, και την οποία το ανήλικο τέκνο είχε ήδη γνωρίσει, έχοντας αναπτύξει θετικά συναισθήματα γι’ αυτήν. Το γεγονός αυτό, που περιήλθε σε γνώση της εναγόμενης, μέσω του ανηλίκου τέκνου, προκάλεσε την έντονη δυσαρέσκειά της, αφού η ίδια δεν είχε προχωρήσει στην προσωπική της ζωή με τη σύναψη σχέσης, όντας πλήρως αφοσιωμένη στην επίβλεψη και στην φροντίδα του ανηλίκου τέκνου των διαδίκων. Την εν λόγω δυσαρέσκειά της, εξέφρασε η εναγόμενη τόσο στον ενάγοντα, όσο και στους γονείς του, κατά τη διάρκεια τηλεφωνικής τους επικοινωνίας την 19.04.2021, ενώ την ίδια ημέρα όταν ο ενάγων μετέβη στην οικία της εναγόμενης, προκειμένου να παραλάβει το ανήλικο τέκνο για την καθορισθείσα επικοινωνία τους, αυτό αρνήθηκε να τον ακολουθήσει. Αποδείχθηκε ότι έκτοτε, χωρίς να λάβει χώρα οποιοδήποτε άλλο γεγονός, ικανό να διαταράξει τις σχέσεις του ενάγοντος με το ανήλικο τέκνο των διαδίκων, το τελευταίο άρχισε σταδιακά να μεταβάλλει τη συμπεριφορά του απέναντι στον πατέρα του και να απομακρύνεται από αυτόν, εκφράζοντας αρχικά απροθυμία να διανυκτερεύσει στην οικία του και στη συνέχεια δισταγμό και άρνηση να επικοινωνήσει μαζί του οπουδήποτε, είτε στην οικία του, είτε σε άλλους χώρους, κατά τις ημέρες και ώρες επικοινωνίας, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην υπ’ αριθ. 552/2016 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς. Αποδείχθηκε ειδικότερα ότι την 23.01.2021, όταν ο ενάγων μετέβη στην οικία της εναγόμενης προκειμένου να παραλάβει το ανήλικο τέκνο για την καθορισθείσα επικοινωνία τους, το τελευταίο αρνήθηκε να τον ακολουθήσει, ο δε ενάγων απευθύνθηκε στα αρμόδια αστυνομικά όργανα, καταγγέλλοντας ότι η εναγόμενη αρνείται να του παραδώσει το ανήλικο τέκνο, όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο υπ’ αριθ. πρωτ. ……………/02.02.2021 αντίγραφο από το ημερήσιο δελτίο του ………….. οχήματος της 23.01.2021 που υπογράφεται από τον Αν. Διοικητή του Α.Τ. Κερατσινίου – Δραπετσώνας. Ομοίως το τέκνο αρνήθηκε να ακολουθήσει τον πατέρα του την 26.01.2021 και την 28.01.2021, ενώ κατά το ίδιο ως άνω χρονικό διάστημα ο ενάγων ενημερώθηκε τηλεφωνικώς από το σχολείο της ανήλικης θυγατέρας του, αλλά και από την εναγόμενη, ότι η ανήλικη εξέφραζε απροθυμία να μεταβεί στο σχολείο και ότι είτε δεν μετέβαινε καθόλου, είτε επέστρεφε νωρίτερα στο σπίτι, επικαλούμενη διάφορους προσχηματικούς λόγους, όπως ασθένεια – πόνο στο στομάχι, κρύο, συνοδεία από τη γιαγιά της, αντί τη μητέρα της. Για τους λόγους αυτούς, ο ενάγων πρότεινε στην εναγόμενη να απευθυνθούν σε κάποιο ψυχολόγο κοινής αποδοχής, πλην όμως αυτή αρνήθηκε, και ακολούθως ο ενάγων, με την προσκομιζόμενη από 02.02.2021 καταγγελία – αίτησή του προς την Εισαγγελέα Ανηλίκων Πειραιώς, ζήτησε να διαταχθεί η ψυχολογική αξιολόγηση του ανηλίκου τέκνου, καθώς και των διαδίκων – γονέων του και της γιαγιάς του ………………., με την οποία το τέκνο συνοικούσε, κατά τα προαναφερθέντα. Κατόπιν συνάντησης των διαδίκων με την Εισαγγελέα Ανηλίκων Πειραιώς, την 31.05.2021, η τελευταία τους παρέπεμψε στο Παιδοψυχιατρικό Τμήμα του Γενικού Νοσοκομείου «ΤΖΑΝΕΙΟ», προς ψυχολογική αξιολόγηση του ανηλίκου τέκνου. Ακολούθως, ο ενάγων κλήθηκε από την αρμόδια κοινωνική λειτουργό και προσήλθε την 27.08.2021, οπότε ενημερώθηκε ότι αν και όφειλε, σύμφωνα με το ακολουθούμενο πρωτόκολλο, να έχει προηγηθεί συνάντηση με την εναγόμενη-μητέρα, αυτό δεν είχε καταστεί εφικτό διότι η τελευταία βρισκόταν σε διακοπές. Έτσι η συνάντηση των διαδίκων-γονέων και του ανηλίκου τέκνου τους με την κοινωνική λειτουργό ορίσθηκε για την 21.10.2021, πλην όμως η εναγόμενη και το ανήλικο τέκνο δεν προσήλθαν, επικαλούμενη η εναγόμενη την απροθυμία του τέκνου να παραστεί κατά την ορισθείσα συνάντηση. Η μη προσέλευση της εναγόμενης και του ανηλίκου τέκνου των διαδίκων επαναλήφθηκε και κατά την επόμενη ορισθείσα συνάντηση την 16.11.2021, ενώ το τέκνο τελικώς εξετάσθηκε την 09.12.2021, από τον παιδοψυχίατρο ………… του Γενικού Νοσοκομείου «ΤΖΑΝΕΙΟ», ο οποίος διέγνωσε ότι πάσχει από μικτή αγχώδη και καταθλιπτική διαταραχή και παρέπεμψε το τέκνο σε παιδοψυχολόγο προκειμένου να υποβληθεί σε ατομικές ψυχοθεραπείες, οκτώ μηνιαίως, από την 10.12.2021 έως την 09.12.2022, με μηδενική συμμετοχή, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη από 12.12.2021 υπ’ αριθ. ………./2021 Γνωμάτευση Παροχών ΕΚΠΥ, σε συνδυασμό με την προσκομιζόμενη από 12.12.2021 υπ’ αριθ. …………./2021 Απόφαση ΕΑ ΕΟΠΥΥ. Η εναγόμενη δεν προσήλθε στο Γενικό Νοσοκομείο «ΤΖΑΝΕΙΟ» προκειμένου να παραλάβει την ήδη εκδοθείσα από την 13.12.2021 ως άνω Γνωμάτευση Παροχών ΕΚΠΥ, και για τον λόγο αυτό την παρέλαβε ο ενάγων την 11.01.2022. Ακολούθως, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη από 24.04.2025 Έκθεση Ψυχολογικής Αξιολόγησης & Προόδου του ……………, ψυχολόγου και επιστημονικού υπεύθυνου του Κέντρου ψυχικής υγείας με την επωνυμία «……………….», από τον Φεβρουάριο του έτους 2022 μέχρι και τον Απρίλιο του έτους 2025, το ανήλικο τέκνο των διαδίκων υποβάλλεται σε ατομικές ψυχοθεραπείες, μία φορά ανά εβδομάδα, στο ως άνω ιδιωτικό κέντρο ψυχικής υγείας, το οποίο επέλεξε η εναγόμενη και το οποίο δεν υποδείχθηκε από την Εισαγγελία Ανηλίκων Πειραιώς. Σύμφωνα δε με τις προσκομιζόμενες από 17.10.2022 και από 28.12.2022 Εκθέσεις Ψυχολογικής Αξιολόγησης & Προόδου της …………., ψυχολόγου του Κέντρου ψυχικής υγείας με την επωνυμία «……………..», «το ανήλικο τέκνο των διαδίκων, ηλικίας τότε εννέα ετών που φοιτούσε στην Δ’ Δημοτικού, στην πρώτη συνεδρία αξιολόγησης ήταν πολύ φοβισμένο και έκλαιγε πάρα πολύ, ήταν δε τόσο αναστατωμένο που κλήθηκαν και οι γονείς του να έρθουν μαζί του, οι οποίοι σταδιακά αποχώρησαν, αλλά χρειάστηκε να παραμείνει ανοικτή η πόρτα του χώρου της συνεδρίας, διότι το ανήλικο τέκνο ήθελε να ελέγχει διαρκώς αν ήταν έξω η μητέρα του, ενώ στη δεύτερη συνεδρία ήρθε αρχικά και η μητέρα του τέκνου, στη συνέχεια, όμως, αποχώρησε από το χώρο της συνεδρίας, αλλά χρειάστηκε να παραμείνει ανοικτή η πόρτα. Μετά τις πρώτες συνεδρίες, κατά τις οποίες το ανήλικο τέκνο δυσκολεύθηκε να αποχωριστεί τη μητέρα του, ερχόταν μόνο του στο χώρο της συνεδρίας, χωρίς δυσκολία και αυτή η αλλαγή ήταν θεαματική. Ως προς τις κοινωνικές δεξιότητες του ανηλίκου τέκνου των διαδίκων, διαπιστώθηκε ότι αρχικά εμφάνιζε μία έντονη προσκόλληση στη μητέρα του, η οποία, ωστόσο, δεν το απέκλειε οριστικά από το να συνδέεται με άλλα πρόσωπα, αν και ως μοναχοπαίδι εμφάνιζε δυσκολίες στην επαφή με τους συνομηλίκους του, ενώ αναφορικά με τη συναισθηματική του κατάσταση και την ψυχική του υγεία, διαπιστώθηκε ότι αρχικά φαινόταν να έχει μεγάλη ένταση και αναστάτωση, αλλά τελικά ξεπερνούσε το αρχικό σοκ και χαμογελούσε, ενώ σε άλλες στιγμές έχανε το χαμόγελό του και έδειχνε ξανά πολύ θλιμμένο, ταυτόχρονα δε παρουσίαζε πολύ έντονη δυσκολία αποχωρισμού από αμφότερους τους γονείς του και ιδίως από τη μητέρα του». Επιπλέον, σύμφωνα με τις προσκομιζόμενες από 29.07.2023 και από 12.12.2023 Εκθέσεις Ψυχολογικής Αξιολόγησης & Προόδου της ανωτέρω ψυχολόγου του Κέντρου ψυχικής υγείας με την επωνυμία «…………….», «η ανήλικη θυγατέρα των διαδίκων εμφανίζει ιδιαίτερη προσκόλληση με τη μητέρα της και μία αμφιθυμία ως προς τη σχέση της με τον πατέρα της, τον οποίο άλλοτε θέλει να ακολουθεί και άλλοτε όχι, ενώ αναφέρει ότι φοβάται το σκοτάδι και το θάνατο, ότι επιθυμεί να κοιμάται στο ίδιο δωμάτιο με τη μητέρα της και ότι δεν θέλει να κοιμάται αλλού χωρίς την παρουσία της μητέρας της, όπως στο σπίτι μιας φίλης ή στον πατέρα της. Εκφράζει κάποιες φορές θυμό και απογοήτευση για τον πατέρα της και φαίνεται ότι υπάρχουν αρκετά θέματα και «μπλοκαρίσματα» στη σχέση τους και ότι δεν έχει επιτευχθεί ροή και αμεσότητα στη μεταξύ τους επικοινωνία, ενώ η ανήλικη εμφανίζει άγχος αποχωρισμού τόσο από τη μητέρα της, όσο και από τον πατέρα της. Εκφράζει δυσκολία και δυσφορία για το σχολείο και τα μαθήματα, θα ήθελε όλη την ημέρα να κάθεται στο σπίτι και να βλέπει τηλεόραση, ενώ δεν πηγαίνει στις σχολικές εκδρομές και αναφέρει μεγάλο άγχος σε σχέση με τις εξετάσεις και τις παραστάσεις στο πιάνο. Συνολικά επισημαίνεται ότι το διαζύγιο και οι αντιδικίες των γονέων δυσκολεύουν πολύ το ανήλικο τέκνο και το γεμίζουν άγχος και τύψεις, καθώς συχνά νιώθει ότι πρέπει να διαλέξει στρατόπεδο, και κατά συνέπεια αυτό μπλοκάρει τις σχέσεις του τόσο με τη μητέρα του, όσο και με τον πατέρα του, μιας και η επιλογή του ενός θα το γεμίσει με ενοχές προδοσίας απέναντι στον άλλον. Ως αποτέλεσμα φαίνεται ότι αποσύρεται από το σχολείο, από ορισμένες δραστηριότητες και από τους συνομηλίκους του και προτιμάει να κλείνεται στη μοναξιά του και στην τηλεόραση, ενώ ταυτόχρονα εκφράζει δυσφορία για τον ίδιο του τον εαυτό. Η ασταθής κατάσταση αναφορικά με το διαζύγιο και τις σχέσεις των γονέων ανακινεί στο ανήλικο τέκνο φόβους και ανασφάλειες που μπλοκάρουν την υγιή του ανάπτυξη». Τέλος, σύμφωνα με την προσκομιζόμενη από 24.04.2025 Έκθεση Ψυχολογικής Αξιολόγησης & Προόδου του …………, ψυχολόγου και επιστημονικού υπεύθυνου του Κέντρου ψυχικής υγείας με την επωνυμία «……………….», «το ανήλικο τέκνο των διαδίκων, ηλικίας τότε 12 ετών που φοιτούσε στη ΣΤ’ Δημοτικού, εμφάνιζε τα ίδια ως άνω χαρακτηριστικά αναφορικά με τις κοινωνικές του δεξιότητες, τη συναισθηματική του κατάσταση και την ψυχική του υγεία, ενώ ως προς τη σχέση του με τον πατέρα του, παρά την προσπάθεια από μέρους των ψυχολόγων να «δουλευτεί» το συγκεκριμένο ζήτημα, σε συνεργασία με τους γονείς του ανηλίκου, το ανήλικο τέκνο δείχνει πολύ κατηγορηματικό, όλα τα χρόνια της θεραπείας του, ότι δεν επιθυμεί να πηγαίνει καθόλου στον πατέρα του και ότι δεν νιώθει καλά εκεί, η δε μητέρα έλαβε από την αρχή κατευθυντήριες γραμμές να μην παρεμβαίνει καθόλου στην άρνηση του παιδιού, να το αφήσει να ωριμάσει, να βρουν μαζί με τον πατέρα του ένα τρόπο για να έρθουν πιο κοντά και να μην το πιέζει εάν δεν επιθυμεί να επικοινωνήσει μαζί του. Συμπερασματικά διαπιστώνεται ότι η ασταθής κατάσταση αναφορικά με το διαζύγιο και τις σχέσεις των γονέων ανακινεί στο ανήλικο τέκνο φόβους και ανασφάλειες που μπλοκάρουν την υγιή του ανάπτυξη, ενώ σε αυτό συντελεί και η κλήση αστυνομικών από τον πατέρα, κάτι που εξαρχής τέθηκε υπόψιν των γονέων ώστε να αποφεύγεται». Εξάλλου, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα προέκυψε ότι καθ’ όλο το ανωτέρω χρονικό διάστημα, η ανήλικη θυγατέρα των διαδίκων αρνείτο με επιμονή να ακολουθήσει τον ενάγοντα στην οικία του, κατά τις ορισθείσες ως άνω ημέρες και ώρες επικοινωνίας τους, εκφράζοντας την επιθυμία της να επικοινωνούν μόνο πλησίον της οικίας της εναγόμενης, με αποτέλεσμα να ασκείται το δικαίωμα επικοινωνίας του ενάγοντος για λίγες μόνο ώρες, έξωθεν του διαμερίσματος της εναγόμενης, στο κλιμακοστάσιο της πολυκατοικίας, όπου η ανήλικη μετέφερε άλλοτε τα βιβλία της και άλλοτε τα παιχνίδια της, προκειμένου να διαβάσει ή να παίξει, αντίστοιχα, με τον ενάγοντα. Κατά τη διάρκεια της επικοινωνίας του ενάγοντος με το ανήλικο τέκνο, υπό αυτές τις ακραίες συνθήκες, η εναγόμενη παρέμενε εντός του διαμερίσματος της, με ελαφρώς ανοιχτή την εξώπορτα, επιδεικνύοντας αδιαφορία για την πολύωρη παραμονή του ενάγοντος και του ανήλικου τέκνου στο κλιμακοστάσιο της πολυκατοικίας, χωρίς ποτέ να τους προσκαλέσει να εισέλθουν στο διαμέρισμά της, ώστε να επικοινωνήσουν υπό φυσιολογικές συνθήκες, περιοριζόμενοι, έστω, εντός του παιδικού δωματίου του ανήλικου. Κατόπιν τούτων, αποδείχθηκε ότι η άρνηση της ανήλικης θυγατέρας των διαδίκων να ακολουθήσει τον ενάγοντα στην οικία του δεν οφειλόταν σε απροθυμία της να επικοινωνήσει μαζί του, αλλά σε εμφανή δυσκολία της να απομακρυνθεί από το οικείο γι’ αυτήν περιβάλλον της εναγόμενης, αλλά και από την ίδια την εναγόμενη, λόγω της διαπιστωμένης και από τους ψυχολόγους του Κέντρου ψυχικής υγείας με την επωνυμία «…………….», ιδιαίτερης προσκόλλησης της ανήλικης με τη μητέρα της και το επακόλουθο άγχος αποχωρισμού από αυτήν. Ειδικότερα αποδείχθηκε ότι κατά τις διακοπές των Χριστουγέννων και Νέου Έτους 2022, αν και ο ενάγων είχε το δικαίωμα να επικοινωνήσει με την ανήλικη θυγατέρα του από την 23.12.2021 έως και την 30.12.2021, η εναγόμενη προγραμμάτισε να φιλοξενήσει στην οικία της, από την 26.12.2021 έως και την 06.01.2022, τα ξαδέρφια της ανήλικης από τη Σάμο, γνωρίζοντας ότι η τελευταία, η οποία συνδεόταν με αυτά με ισχυρούς συγγενικούς και φιλικούς δεσμούς, θα προτιμούσε μετά βεβαιότητας να περάσει τις διακοπές μαζί τους, παρά με τον ενάγοντα. Ακολούθως, η ανήλικη αρνήθηκε να επικοινωνήσει τον πατέρα της κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα και να παραμείνει στην οικία του, ενώ δέχθηκε να τον επισκεφτεί μόνο την 25.12.2021, χωρίς, ωστόσο, να διανυκτερεύσει στην οικία του, αφού την επομένη ημέρα επρόκειτο να έλθουν τα ξαδέρφια της και να φιλοξενηθούν στην οικία της εναγόμενης, η δε ανήλικη προτίμησε να παραμείνει μαζί τους. Την 22.01.2022, ημέρα επικοινωνίας του ενάγοντος με την ανήλικη θυγατέρα του, ο τελευταίος μετέβη να την παραλάβει μετά από μάθημα μπαλέτου, προκειμένου να ψυχαγωγηθούν με περίπατο στα χιόνια, όπως είχαν συμφωνήσει τηλεφωνικώς την προηγούμενη ημέρα, πλην όμως την ίδια ώρα εμφανίσθηκε η εναγόμενη και παρέλαβε την ανήλικη από το μάθημά της. Όταν ο ενάγων προσκάλεσε την ανήλικη να τον ακολουθήσει, η εναγόμενη, απευθυνόμενη σ’ αυτήν με έντονο ύφος, της είπε: «Έλα …., πάμε» και ακολούθως της είπε επιτακτικά «………! Ή θα πας με τον μπαμπά, ή μπες μέσα (εννοώντας, στο αυτοκίνητό της), τελείωνε όμως για να φύγουμε», ασκώντας με αυτόν τον τρόπο ψυχολογική πίεση στην ανήλικη και αξιώνοντας ανεπίτρεπτα από αυτή να επιλέξει ανάμεσα στους δύο γονείς της, καίτοι ήταν ημέρα επικοινωνίας του ενάγοντος και η εναγόμενη γνώριζε πόσο δύσκολο ήταν για την ανήλικη να την αποχωρισθεί, προκαλώντας της, κατ’ αυτόν τον τρόπο, αισθήματα ενοχής απέναντι της. Ακολούθως, η ανήλικη προτίμησε να επιστρέψει στην οικία της μαζί με την εναγόμενη μητέρα της και να επικοινωνήσει με τον ενάγοντα για λίγη μόνο ώρα, στο κλιμακοστάσιο της πολυκατοικίας, έξωθεν του διαμερίσματος της εναγόμενης. Την 29.01.2022, ο εναγών μετέβη στην οικία της εναγόμενης προκειμένου να παραλάβει την ανήλικη για την ορισθείσα επικοινωνία τους, πλην όμως η τελευταία αρνήθηκε να τον ακολουθήσει, ενώ δεν είχε διάθεση ούτε καν να εξέλθει από το διαμέρισμα της εναγόμενης μητέρας της. Όταν ο ενάγων απευθυνόμενος προς την ανήλικη από τη μισάνοιχτη πόρτα του διαμερίσματος, κατάφερε τελικώς να την μεταπείσει και η ανήλικη βγήκε στον κοινόχρηστο χώρο της πολυκατοικίας, η εναγόμενη, η οποία παρέμενε αμέτοχη, χωρίς να καταβάλει καμία προσπάθεια να μεταπείσει την ανήλικη ώστε να επικοινωνήσει με τον πατέρα της, άρχισε να την καλεί επιτακτικά με σκοπό να εισέλθει και πάλι εντός του διαμερίσματός της, παρεμποδίζοντας έστω και την ολιγόλεπτη επικοινωνία του ενάγοντος με την ανήλικη, στο κλιμακοστάσιο της πολυκατοικίας, έξωθεν του διαμερίσματος της εναγόμενης. Την 01.02.2022, ο ενάγων επικοινώνησε με την ανήλικη για λίγη ώρα στο κλιμακοστάσιο της πολυκατοικίας, περιοριζόμενος σε περίπατο μέσα στον περιβάλλοντα χώρο αυτής. Όταν επέστρεψαν στο διαμέρισμα της εναγόμενης, η τελευταία άνοιξε την πόρτα και ζήτησε επιτακτικά από τον ενάγοντα, με έντονο ύφος, τα χρήματα της διατροφής του ανηλίκου τέκνου των διαδίκων. Ο ενάγων διαμαρτυρήθηκε για το ύφος της εναγόμενης και ακολούθησε μεταξύ τους διαπληκτισμός, κατά τον οποίο η εναγόμενη απευθύνθηκε σ’ αυτόν, ενώπιον του ανηλίκου τέκνου τους, με τις φράσεις «Κλέφτη, απατεώνα, παλιάνθρωπε», σε ένδειξη καταφρόνησης προς το πρόσωπό του, προσβάλλοντας έτσι την τιμή και την υπόληψη του ενάγοντος ως κοινωνικού ατόμου και ως πατέρα του ανηλίκου τέκνου. Πρέπει δε να σημειωθεί ότι από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχθηκε ο ισχυρισμός της εναγόμενης ότι ο ενάγων δεν ήταν συνεπής στην καταβολή της μηνιαίας διατροφής του ανηλίκου τέκνου, που ορίσθηκε με την υπ’ αριθ. 552/2016 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, αντιθέτως δε αποδείχθηκε ότι ο ενάγων κατέβαλε την ορισθείσα μηνιαία διατροφή, εντός των πρώτων ημερών κάθε ημερολογιακού μήνα. Αποδείχθηκε επίσης ότι την 22.02.2022, ο ενάγων μετέβη στο διαμέρισμα της εναγόμενης προκειμένου να παραλάβει την ανήλικη θυγατέρα του, όπως είχαν συμφωνήσει από την προηγούμενη ημέρα, πλην όμως η εναγόμενη σκοπίμως παρέλειψε να ετοιμάσει τα πράγματα που θα έπαιρνε μαζί της η ανήλικη, η οποία προσπάθησε μόνη της να συγκεντρώσει τα πράγματά της, χωρίς τη βοήθεια της εναγόμενης, ο δε ενάγων, αφού ανέμεινε γι’ αρκετή ώρα έξωθεν του διαμερίσματος, ζήτησε από την ανήλικη να επισπεύσει, αλλά αυτή έκλεισε τη πόρτα και αρνήθηκε να τον ακολουθήσει. Την 09.04.2022, ημέρα επικοινωνίας του ενάγοντος με την ανήλικη, η εναγόμενη προγραμμάτισε μετάβαση σε θεατρική παράσταση, ματαιώνοντας έτσι την επικοινωνία της ανήλικης με τον ενάγοντα, αφού η ανήλικη, υπό την επιβολή της εναγόμενης μητέρας της, προτίμησε να παρακολουθήσει την θεατρική παράσταση. Ομοίως, την 10.04.2022, ημέρα επικοινωνίας του ενάγοντος με την ανήλικη, η εναγόμενη του ζήτησε να μην προσέλθει να την παραλάβει, διότι είχε προγραμματισμένη εκδήλωση στο σχολείο της, όταν δε ο ενάγων της δήλωσε ότι θα έρθει και αυτός στο σχολείο, η εναγόμενη του ζήτησε να μην ακολουθήσει, αφού είχε κανονίσει να μεταβεί με μια φίλη της. Κατά τις διακοπές του Πάσχα του έτους 2022, ο ενάγων μετέβη στην οικία της εναγόμενης προκειμένου να παραλάβει την ανήλικη για την ορισθείσα μεταξύ τους επικοινωνία, πλην όμως η εναγόμενη δεν είχε ετοιμάσει τα πράγματά της, η δε ανήλικη αρνήθηκε τελικώς να ακολουθήσει τον ενάγοντα. Την 13.05.2022, ημέρα γενεθλίων της ανήλικης και ταυτόχρονα επικοινωνίας αυτής με τον ενάγοντα, ο τελευταίος την παρέλαβε από το μάθημα μπαλέτου και πήγαν μαζί στο νονό της, προκειμένου να γιορτάσουν τα γενέθλια της. Η ανήλικη, κατά τις προηγούμενες ημέρες, είχε εκφράσει την επιθυμία της στους γονείς της να γιορτάσουν όλοι μαζί τα γενέθλιά της, πλην όμως η εναγόμενη επέδειξε αρνητική στάση, με αποτέλεσμα το απόγευμα της ίδιας ημέρας να ζητήσει η ανήλικη από τον ενάγοντα να την επιστρέψει στην οικία της, προκειμένου να συμμετάσχει σε γιορτή γενεθλίων που είχε οργανώσει η εναγόμενη στην κατοικία της έτερης νονάς της. Ανάλογα περιστατικά λάμβαναν χώρα κάθε φορά που ο ενάγων μετέβαινε στην οικία της εναγόμενης προκειμένου να παραλάβει την ανήλικη θυγατέρα του. Συγκεκριμένα, η εναγόμενη δεν φρόντιζε να προετοιμάσει τα πράγματα της ανήλικης, αν και τούτο ήταν επιβεβλημένο λόγω της νεαρής της ηλικίας, όταν δε η ανήλικη προσπαθούσε να ετοιμάσει μόνη της τα πράγματά της, η εναγόμενη ουδέποτε τη συνέδραμε και όταν η ανήλικη εκδήλωνε απροθυμία να ακολουθήσει τον πατέρα της, η εναγόμενη παρέμενε απαθής και αδρανής, αποφεύγοντας να συνεργασθεί με τον ενάγοντα, προκειμένου να ενθαρρύνει την επικοινωνία τους. Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι καθ’ όλο το ανωτέρω χρονικό διάστημα, η εναγόμενη είχε περιορίσει σημαντικά και την τηλεφωνική επικοινωνία του ενάγοντος με το ανήλικο τέκνο των διαδίκων, αφού αφενός δεν επέτρεπε την επικοινωνία τους με ψηφιακά μέσα, αφετέρου δεν απαντούσε στις τηλεφωνικές κλήσεις του ενάγοντος και όταν απαντούσε σε αυτές, αξίωνε η επικοινωνία τους να γίνεται με ανοικτή ακρόαση, παρεμποδίζοντας έτσι την ιδιωτικότητα της συνομιλίας τους και δημιουργώντας προσκόμματα στην ελεύθερη έκφραση της ανήλικης. Για τους λόγους αυτούς ο ενάγων προέβη σε καταγγελίες προς την αστυνομία και ακολούθως ασκήθηκε ποινική δίωξη σε βάρος της εναγόμενης για την αξιόποινη πράξη της παραβίασης δικαστικής απόφασης, διότι από πρόθεση δεν συμμορφώθηκε με την ανωτέρω υπ’ αριθ. 552/2016 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς που ρύθμιζε την επικοινωνία του ενάγοντος με το ανήλικο τέκνο του, και συγκεκριμένα διότι αφενός κατά την 25.06.2022, την 30.06.2022 και την 10.08.2022, με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, αφετέρου κατά την 30.12.2022 και κατά την 11.04.2023, αντίστοιχα, αρνήθηκε αναιτιολόγητα να παραδώσει το ανήλικο τέκνο προς επικοινωνία με τον ενάγοντα. Δυνάμει της προσκομιζόμενης υπ’ αριθ. 2130/2025 απόφασης του Β’ Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, η εναγόμενη κρίθηκε ένοχη για την αξιόποινη πράξη της παραβίασης δικαστικής απόφασης, διότι στο Κερατσίνι, την 11.04.2023, με πρόθεση δεν συμμορφώθηκε με την υπ’ αριθ. 552/2016 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς που ρύθμιζε την επικοινωνία του ενάγοντος με το ανήλικο τέκνο του, αφού δεν επέτρεψε την επικοινωνία αυτού με το ανήλικο τέκνο του κατά την εορταστική περίοδο του Πάσχα του έτους 2023, παραβιάζοντας το διατακτικό της ανωτέρω απόφασης και καταδικάσθηκε σε ποινή φυλάκισης έξι μηνών. Κατόπιν των αποδειχθέντων ως άνω πραγματικών περιστατικών προέκυψε ότι κατά το χρονικό διάστημα από αρχές του έτους 2021 έως την άσκηση της υπό κρίση αγωγής το έτος 2023, η εναγόμενη, καίτοι είχε ιδιαίτερη εκ του νόμου υποχρέωση (άρθρο 1520 του ΑΚ), ως γονέας που διαμένει με το ανήλικο τέκνο, να διευκολύνει και να προωθεί την επικοινωνία του ενάγοντος με αυτό, αρχικώς όταν διαπίστωσε την αιφνίδια μεταστροφή στη συμπεριφορά του τέκνου προς τον ενάγοντα, όχι μόνο αρνήθηκε να συμβάλει θετικά, αλλά αντιθέτως προσπάθησε με κάθε τρόπο να επιτείνει την αρνητική στάση του ανηλίκου προς τον ενάγοντα, στη συνέχεια δε όταν ενημερώθηκε από τους ψυχολόγους του Κέντρου ψυχικής υγείας με την επωνυμία «……………» για την ιδιαίτερη προσκόλληση του ανήλικου με την ίδια και για το επακόλουθο άγχος αποχωρισμού, που αυτό εμφάνιζε, όχι μόνο δεν κατέβαλε οποιαδήποτε προσπάθεια να αμβλύνει τις επιφυλάξεις του τέκνου, ενθαρρύνοντας την επικοινωνία του με τον ενάγοντα, αλλά αντιθέτως έθετε εμπόδια, είτε παραλείποντας να το προετοιμάσει πρακτικά και ψυχολογικά προκειμένου να τον ακολουθήσει, κατά τις ορισθείσες ημέρες και ώρες της επικοινωνίας, είτε απαγορεύοντας την ελεύθερη τηλεφωνική τους επικοινωνία, είτε ασκώντας ψυχολογική πίεση στο ανήλικο, καλώντας το να επιλέξει μεταξύ αυτής και του ενάγοντος, καλλιεργώντας στο ανήλικο τέκνο αισθήματα ενοχής και προκαλώντας σ’ αυτό συναισθηματική σύγχυση. Έτσι, με την ανωτέρω συστηματική και επαναλαμβανόμενη συμπεριφορά της, η εναγόμενη παρεμπόδιζε αναιτιολόγητα την επικοινωνία του ενάγοντος με το ανήλικο τέκνο των διαδίκων, παραβιάζοντας την υπ’ αριθ. 552/2016 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, και αποστερώντας τον ενάγοντα από το δικαίωμά του να συμμετέχει ενεργά στη φυσική και πνευματική ανάπτυξη του ανηλίκου τέκνου, αυτή δε η συμμετοχή του ενάγοντος, με βάση και τα διδάγματα της κοινής πείρας, μόνο θετικά αποτελέσματα θα μπορούσε να έχει για την ομαλή και ισορροπημένη ψυχοσωματική ωρίμανση, καθώς και την κοινωνική και την συναισθηματική ανάπτυξη του ανηλίκου τέκνου των διαδίκων, και τη δημιουργία ενός σταθερού δεσμού με τον ενάγοντα πατέρα του, ο οποίος αποδείχθηκε ότι το αγαπάει και ότι ενδιαφέρεται πραγματικά γι’ αυτό. Εξάλλου, από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχθηκε ο ισχυρισμός της εναγόμενης ότι η ίδια δεν παρεμποδίζει την επικοινωνία του ενάγοντος με το ανήλικο τέκνο και ότι αυτή ματαιώνεται λόγω της σθεναρής άρνησης του ανηλίκου τέκνου να επικοινωνήσει με τον πατέρα του. Αντιθέτως αποδείχθηκε, κατά τα προαναφερθέντα, ότι η άρνηση του ανηλίκου τέκνου να επικοινωνήσει με τον ενάγοντα δεν ανταποκρινόταν στην πραγματική βούληση του ανηλίκου, λαμβανομένου, μάλιστα, υπόψη ότι λόγω του νεαρού της ηλικίας του, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, στερείτο της απαιτούμενης ωριμότητας ώστε να λάβει μια τέτοια απόφαση, αντιθέτως δε οφειλόταν στην αρνητική στάση και διάθεση της εναγόμενης, η οποία, εκμεταλλευόμενη την ευαίσθητη ψυχοσύνθεση και την διαγνωσθείσα αγχώδη διαταραχή του ανηλίκου τέκνου, το εξωθούσε, με την ανωτέρω στάση της, να αποφεύγει την επικοινωνία με τον πατέρα του, αποσκοπώντας στη φαλκίδευση και στη ματαίωσή της. Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου ότι το ανήλικο τέκνο των διαδίκων, καθ’ όλο το ανωτέρω χρονικό διάστημα, είχε εκδηλώσει έμπρακτα τη βούλησή του να επικοινωνεί με τον ενάγοντα πατέρα του, ενισχύεται και από το γεγονός ότι το ανήλικο τέκνο επέλεγε να περνάει χρόνο μαζί του, έστω και υπό τις ανωτέρω δυσμενείς συνθήκες στο κλιμακοστάσιο της πολυκατοικίας έξωθεν του διαμερίσματος της εναγόμενης, συνεπεία των οποίων υποβιβάζονταν ο ρόλος του ενάγοντος ως πατέρα και προσβάλλονταν ο ίδιος στην προσωπικότητά του, αφού εμφανιζόταν εμμέσως στο ανήλικο τέκνο του ως ανεπιθύμητο πρόσωπο, που δεν τυγχάνει της αποδοχής της εναγόμενης, και γι’ αυτό δεν του επέτρεπε την επικοινωνία εντός της οικίας της. Ομοίως από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχθηκε ο ισχυρισμός της εναγόμενης ότι η ίδια ανεχόταν την επικοινωνία του ενάγοντος με το ανήλικο τέκνο, υπό τις ανωτέρω μη ομαλές συνθήκες, διότι είχε λάβει οδηγία από τους παιδοψυχολόγους που παρακολουθούσαν το ανήλικο τέκνο να μην του ασκεί οποιαδήποτε πίεση, εφόσον ήταν επιθυμία του να μην επικοινωνεί με τον ενάγοντα, να μην παρεμβαίνει καθόλου στην άρνησή του και να το αφήσει να ωριμάσει και να βρουν μαζί με τον ενάγοντα τρόπο να έρθουν πιο κοντά. Αντιθέτως αποδείχθηκε, κατά τα προαναφερθέντα, ότι η εναγόμενη επεδίωκε αυτή την επικοινωνία του ενάγοντος με το ανήλικο τέκνο τους, υπό τις ανωτέρω μη ομαλές συνθήκες, εκμεταλλευόμενη την ιδιαίτερη προσκόλληση του ανήλικου στην ίδια και την δυσκολία αυτού να απομακρυνθεί από το προσφιλές περιβάλλον της οικίας της. Κατ’ αυτόν τον τρόπο επέτυχε να μεταφέρει στην ανήλικη τα δικά της αρνητικά συναισθήματα προς τον ενάγοντα, και αντί να ενθαρρύνει τη μεταξύ τους επικοινωνία, σκοπίμως επέλεξε να παραμείνει ουδέτερη και να μην αναλάβει πρωτοβουλίες, ώστε να βοηθήσει στην αποκατάσταση του δεσμού της ανήλικης με τον πατέρα της, διότι γνώριζε καλώς ότι με τη δική της θετική στάση θα μπορούσε να κάμψει τους δισταγμούς της ανήλικης, λόγω και της ιδιαίτερα στενής της σχέσης με αυτή. Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου ότι η ομαλή και ουσιαστική επικοινωνία του ανήλικου τέκνου με τον ενάγοντα εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την καλή διάθεση και τη συνεργασία της εναγόμενης, επιβεβαιώνεται και από το γεγονός ότι όταν η εναγόμενη προσφέρθηκε την 25.05.2021 και την 04.06.2021, αντίστοιχα, μετά την άρνηση του ανήλικου να ακολουθήσει τον ενάγοντα, να τους συνοδεύσει και η ίδια, η άρνηση του τέκνου κάμφθηκε και ακολούθησε τους γονείς του με καλή διάθεση. Εξάλλου, η ανωτέρω παράνομη και υπαίτια παρεμπόδιση εκ μέρους της εναγόμενης, της επικοινωνίας του ενάγοντος με το ανήλικο τέκνο των διαδίκων, συνιστά ταυτόχρονα παράνομη και υπαίτια προσβολή της προσωπικότητάς του, καθόσον, εξαιτίας αυτής, ο ενάγων έχει αποξενωθεί από το ανήλικό τέκνο του, με αποτέλεσμα να βιώνει έντονη θλίψη και στεναχώρια, με ιδιαιτέρως αρνητικές συνέπειες στην ψυχολογία και στην προσωπική και κοινωνική εν γένει ζωή του. Λόγω δε της ανωτέρω παράνομης και υπαίτιας παρεμπόδισης της επικοινωνίας του ενάγοντος με το ανήλικο τέκνο του εκ μέρους της εναγόμενης, καθώς και της παράνομης και υπαίτιας προσβολής της τιμής και της υπόληψής του, μέσω των ανωτέρω υβριστικών χαρακτηρισμών που του απηύθυνε η εναγόμενη την 01.02.2022, ο ενάγων υπέστη ηθική βλάβη, για την αποκατάσταση της οποίας δικαιούται χρηματική ικανοποίηση ύψους δύο χιλιάδων (2.000,00) ευρώ, ποσό το οποίο κρίνεται εύλογο, λαμβάνοντας υπόψη τις συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα η αδικοπρακτική συμπεριφορά της εναγόμενης, την ένταση του δόλου της εναγόμενης, τα κίνητρα αυτής, το είδος και την έκταση της προσβολής της προσωπικότητας του ενάγοντος, τις συνέπειες που αυτή είχε στην προσωπική, οικογενειακή και κοινωνική του ζωή. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφαση δέχθηκε την ύπαρξη παράνομης και υπαίτιας προσβολής του δικαιώματος του ενάγοντος στην προσωπικότητά του και στη συνέχεια έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή ως και ουσιαστικά βάσιμη, και υποχρέωσε την εναγόμενη να παραλείπει στο μέλλον την παρεμπόδιση της ρυθμισθείσας με την υπ’ αριθ. 552/2016 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς επικοινωνίας του ενάγοντος με το ανήλικο τέκνο των διαδίκων και υποχρέωσε την εναγόμενη να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των δύο χιλιάδων (2.000,00) ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση προς αποκατάσταση της ηθικής του βλάβης, δεν προέβη σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, ούτε σε πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά αντιθέτως έκρινε ορθά. Συνακόλουθα, οι περί του αντιθέτου ισχυρισμοί της εκκαλούσας – εναγόμενης που διαλαμβάνονται στον πρώτο, στον δεύτερο και στον τρίτο λόγο της υπό κρίση έφεσης, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος έφεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η από 16.01.2025 έφεση κατ’ ουσίαν, τα δε δικαστικά έξοδα των διαδίκων, για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, πρέπει να συμψηφισθούν στο σύνολό τους, λόγω της συζυγικής τους σχέσης (άρθρα 179, 183 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), ενώ πρέπει να εισαχθεί στο Δημόσιο Ταμείο κατ’ άρθρο 495 του ΚΠολΔ το παράβολο για το παραδεκτό της έφεσης που προκατέβαλε η εκκαλούσα – εναγόμενη, λόγω της ήττας της.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων την από 16.01.2025 έφεση κατά της υπ’ αριθ. 4049/2024 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία.
Δέχεται τυπικά και απορρίπτει κατ’ ουσίαν την έφεση.
Διατάσσει την εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου υπέρ Δημοσίου υπ’ αριθ. ………………/2025 ηλεκτρονικό παράβολο, συνολικού ποσού εκατόν πενήντα (150,00) ευρώ που προκατέβαλε η εκκαλούσα – εναγόμενη.
Συμψηφίζει στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων, για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στον Πειραιά στις 19.02.2026 και δημοσιεύθηκε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση, στις 31.03.2026, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων τους δικηγόρων.
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ