Μενού Κλείσιμο

Αριθμός απόφασης 207/2026

ΕΛΛΗΝΙΚΗ   ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ

 ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

Αριθμός  Απόφασης 207/2026

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

Τμήμα 4o

Αποτελούμενο από την Δικαστή Ελένη Πρέντζα, Εφέτη, η οποία ορίστηκε από την Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης του Εφετείου Πειραιά και από τη Γραμματέα Σ.Φ.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την …………. για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των εκκαλούντων: 1) ……………. και 2) ……………, κατοίκων Πειραιά (………………..) εκ των οποίων ο μεν πρώτος παραστάθηκε δια του πληρεξούσιου δικηγόρου του, Αναστάσιου Γκότση (ΑΜ ΔΣΑ …………..), ο οποίος προσκόμισε το με Νο ……………../03.12.2025 γραμμάτιο προκαταβολής εισφορών του Δικηγορικού Συλλόγου Πειραιώς, η δε δεύτερη δεν εμφανίστηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από το πινάκιο.

Της εφεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας, με την επωνυμία  «…………….», με διακριτικό τίτλο «………….», πρώην με την επωνυμία «……………….» και διακριτικό τίτλο «………………” (υπ΄ αριθμ. ………………/10-06-2020 Ανακοίνωση ΓΕΜΗ), η οποία εδρεύει στο ………. Αττικής, επί της οδού …………, με ΑΦΜ ………… Δ.Ο.Υ ΦΑΕ Πειραιά με αρ. ΓΕΜΗ ………….., όπως εκπροσωπείται νόμιμα, αδειοδοτηθείσα από την Τράπεζα της Ελλάδος σύμφωνα με το Νόμο 4354/2015, δυνάμει της με αριθμ. 220/1/13-03-2017 Απόφασης της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων [υπ’ αριθμ. 880/16-03-2017 ΦΕΚ (τ.B’)], ως μη δικαιούχου διαδίκου και ως διαχειρίστριας των απαιτήσεων της αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία «………..), που εδρεύει στο …………… Ιρλανδίας (……………), με αριθμό καταχώρησης στο μητρώο εταιρειών της Ιρλανδίας (lrish Companies Registry Office) ………….., όπως νόμιμα εκπροσωπείται, δυνάμει τής από 25-05-2021 σύμβασης διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων, περίληψη της οποίας καταχωρήθηκε νόμιμα την 25.5.2021 στα δημόσια βιβλία του άρθρου 3 του N. 2844/2000 του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών και έλαβε αρ. πρωτ. …../25-05-2021 στον Τόμο …. και με αυξ. αριθμ. ….. και η οποία κατέστη ειδική διάδοχος της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας υπό την επωνυμία «……………..» και τον διακριτικό τίτλο «…..», που εδρεύει στην Αθήνα, επί της οδού …………….., με ΑΦM ….. Δ.Ο.Υ ΦΑΕ Αθηνών και με αρ.ΓΕΜΗ ……, κατόπιν μεταβίβασης στο πλαίσιο τιτλοποίησης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις της ανωτέρω ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας, μεταξύ των οποίων και της επιδικασθείσας απαίτησης, σύμφωνα με τις διατάξεις N.3156/2003 δυνάμει της από 25-05-2021 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων, περίληψη της οποίας καταχωρήθηκε νόμιμα αυθημερόν στα δημόσια βιβλία του άρθρου 3 του N. 2844/2000 του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών και έλαβε αρ.πρωτ. …../25-05-2021 στον Τόμο ….., με αυξ. αριθμ. …….. Η ανώνυμη τραπεζική εταιρεία υπό την επωνυμία «…………..” και τον διακριτικό τίτλο «…….», που εδρεύει στην Αθήνα, επί της οδού …………., με ΑΦΜ. ………….. Δ.Ο.Υ ΦΑΕ Αθηνών και με αρ.ΓΕΜΗ ………, στο πλαίσιο τιτλοποίησης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις, σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 3156/2003 δυνάμει της από 13 Απριλίου 2021 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης απαιτήσεων, περίληψη της οποίας καταχωρήθηκε νόμιμα αυθημερόν στα δημόσια βιβλία του άρθρου 3 του N. 2844/2000 του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών και έλαβε αρ. πρωτ. …../13-04-2021 στον τόμο ….., με αυξ. αριθμό ……., μεταξύ άλλων απέκτησε και την επιδικασθείσα απαίτηση από την εταιρεία ειδικού σκοπού με την επωνυμία «…….» (……………..), που εδρεύει στο …………. Ιρλανδίας (οδός ……………..), με αριθμό καταχώρησης στο μητρώο εταιρειών …………., όπως   νόμιμα εκπροσωπείται. Η «………………..» (……….), είχε καταστεί ειδική διάδοχος της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας υπό την  επωνυμία «……….» και τον διακριτικό τίτλο «…………….», που εδρεύει στην Αθήνα, επί της οδού ………., με Α.Φ.Μ. ………… Δ.Ο.Υ ΦΑΕ Αθηνών και με αρ.ΓΕΜΗ …………, κατόπιν μεταβίβασης στο πλαίσιο τιτλοποίησης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις, μεταξύ των οποίων και της επιδικασθείσας απαίτησης, σύμφωνα με τις διατάξεις N. 3156/2003 δυνάμει της από 13 Ιουλίου 2020 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης απαιτήσεων, περίληψη της οποίας καταχωρήθηκε νόμιμα στα δημόσια βιβλία του άρθρου 3 του ν. 2844/2000 του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών, αρχικά με αρ.πρωτ. …./14-07-2020, στον τόμο …., με αυξ. αριθμ. …. και στη συνέχεια ως ορθή επανάληψη, με αρ.πρωτ. …./21-07-2020, στον Τόμο …., με αυξ. αρ. ……. Προηγουμένως, η άνω τραπεζική εταιρεία, με την επωνυμία « …………..» και τον διακριτικό τίτλο «……………..» νόμιμα εκπροσωπούμενη, υποκαταστάθηκε στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις, συμπεριλαμβανομένης και της επιδικασθείσας απαίτησης, της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «…………….» (Α.Φ.Μ. …………./Δ.Ο.Υ ΦΑΕ Αθηνών και με αρ. ΓΕΜΗ ………….), ως καθολική διάδοχος αυτής-λόγω διάσπασης αυτής και απόσχισης του κλάδου της τραπεζικής δραστηριότητας με σύσταση νέας εταιρείας, ήτοι της «…………….»- σύμφωνα με τις διατάξεις των Νόμων 4601/2019 (άρθρα 57 και 59-74) και 2515/1997 (άρθρο 16) και τις Ανακοινώσεις για καταχώρηση στο ΓΕΜΗ  υπ΄αρ. ….. και ……/20.03.2020, που παραστάθηκε στο ακροατήριο δια της πληρεξούσιας δικηγόρου, Μαρίνας Σούλα (ΑΜΔΣΑ ….), μέλους της δικηγορικής εταιρίας (ΔΕ), με την επωνυμία «ΒΑΣΙΛΟΓΕΩΡΓΗΣ – ΠΑΡΣΑΝΟΣ – ΑΣΗΜΑΚΟΠΟΥΛΟΥ – ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ, με ΑΜ ………,η οποία (ΔΕ) κατέθεσε για λογαριασμό της το με Νο ……./27.11.2025 γραμμάτιο προκαταβολής εισφορών του Δικηγορικού Συλλόγου Πειραιώς. Οι εκκαλούντες ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς άσκησαν σε βάρος της εφεσίβλητης την από 06.07.2022 ανακοπή {άρθ. 933 ΚΠολΔ}, με ΓΑΚ/ΕΑΚ στο Πρωτοδικείο Πειραιά ……………./06.07.2022, επί της οποίας εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, η με αριθμό 3949/2022 οριστική απόφαση, που απέρριψε την ανακοπή και καταδίκασε τους ανακόπτοντες στην δικαστική δαπάνη της καθ΄ ης η ανακοπή. Την απόφαση αυτή προσέβαλαν οι ηττηθέντες διάδικοι – ανακόπτοντες, με την από 21.09.2023 έφεση [που κατατέθηκε με ΓΑΚ/ΕΑΚ αντίστοιχα, στη Γραμματεία του εκδόσαντος την απόφαση Δικαστηρίου ………./22.09.2023], ορίστηκε, δε, δικάσιμος της έφεσης [ΓΑΚ/ΕΑΚ, αντίστοιχα, στη Γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου ……………/22.09.2023] αρχικά η 10.10.2024 (αρ. πιν. …………) και κατόπιν αναβολής, η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας και γράφτηκε στο πινάκιο, με αριθμό …….  Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης και κατά την εκφώνησή της από την σειρά του οικείου πινακίου, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως αναφέρεται ανωτέρω και οι πληρεξούσιοι δικηγόροι, αναφέρθηκαν στις έγγραφες προτάσεις τους και ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται σε αυτές.

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η από 21.09.2023 έφεση (ΓΑΚ/ΕΑΚ αντίστοιχα, ένδικου μέσου στη Γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου …………./22.09.2023 και ΓΑΚ/ΕΑΚ αντίστοιχα, στη Γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου για προσδιορισμό δικασίμου ……………/22.09.2023] των ηττηθέντων ανακοπτόντων και ήδη εκκαλούντων κατά της υπ’ αριθμ. 3949/30.12.2022 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, ασκήθηκε εμπρόθεσμα (άρθρα 499, 518 παρ. 2 ΚΠολΔ) και κατά τις νόμιμες διατυπώσεις (άρθρο 495 παρ. 1 ΚΠολΔ), εφόσον από τα στοιχεία του φακέλου της δικογραφίας δεν προκύπτει επίδοση της εκκαλούμενης απόφασης, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται τέτοια επίδοση, από τη δημοσίευση, δε, αυτής [της εκκαλουμένης] την 30-12-2022 μέχρι την άσκηση της έφεσης, την 22-09-2023, δεν έχει παρέλθει διετία [άρθρα 495 επ., 511, 513 παρ. 1β, 516, 517, 518 παρ. 2, 520 ΚΠολΔ, {όπως τα άρθρα 495 και 518 ισχύουν, λόγω του χρόνου άσκησης της έφεσης, μετά την αντικατάστασή τους με το άρθρο τρίτο και τέταρτο του άρθρου 1 σε συνδ. με άρθρο 1  του ένατου άρθρου παρ. 4 του ν. 4335/2015}]. Επομένως η έφεση, η οποία αρμοδίως κατ’ άρθρο 19 περ.1 ΚΠολΔ εισάγεται ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου για να δικαστεί με την ίδια διαδικασία με την οποία εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση (άρθρο 533 παρ. 1 ΚΠολΔ) πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή (άρθ. 532 ΚΠολΔ) και να εξεταστεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της, δεδομένου ότι για το παραδεκτό της καταβλήθηκε, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, το υπ’ αριθ. ………………./2023 e – παράβολο, ποσού εκατό (100) ευρώ, που επισυνάπτεται στην ως άνω έκθεση κατάθεσης του ένδικου μέσου, σε συνδυασμό και με την βεβαίωση επιτυχούς πληρωμής του της τράπεζας Πειραιώς.  Οι εκκαλούντες – ανακόπτοντες άσκησαν την από 06.07.2022 ανακοπή {άρθ. 933 ΚΠολΔ}, [ΓΑΚ/ΕΑΚ αντίστοιχα στην Γραμματεία του Πρωτοδικείου Πειραιά ……………./06.07.2022], κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, επί της οποίας εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, η με αριθμό 3949/2022 οριστική απόφαση, που απέρριψε την ανακοπή και καταδίκασε τους ανακόπτοντες στην δικαστική δαπάνη της καθ΄ ης η ανακοπή. Την απόφαση αυτή προσέβαλαν οι ηττηθέντες διάδικοι – ανακόπτοντες, με την από 21.09.2023 έφεση, για την οποία ορίστηκε αρχικά δικάσιμος η 10.10.2024 (αρ. πιν. ……..) και κατόπιν αναβολής, η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας και γράφτηκε στο πινάκιο, με αριθμό 10.

Από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ. α, 287, 290, 291 και 292 ΚΠολΔ που εφαρμόζονται κατά το άρθρο 524 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα και στην κατ’ έφεση δίκη, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 1846 και 1847 ΑΚ συνάγεται ότι η δίκη διακόπτεται και όταν μετά την άσκηση της έφεσης και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Εφετείου, αποβιώσει κάποιος διάδικος. Η διακοπή επέρχεται από την γνωστοποίηση του λόγου της διακοπής προς τον αντίδικο, με επίδοση δικογράφου ή με τις προτάσεις ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός ακροατηρίου, κατά την επιχείρηση διαδικαστικής πράξεως, από εκείνον που έχει το δικαίωμα να επαναλάβει την δίκη ή και από εκείνον που μέχρι την επέλευση του θανάτου ήταν πληρεξούσιος του θανόντος. Ως διάδικος, υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης στην περίπτωση θανάτου του αρχικού διαδίκου, νοείται ο καθολικός του διάδοχος (κληρονόμος του). Η επανάληψη της δίκης που έχει διακοπεί, λόγω θανάτου κάποιου διαδίκου, μπορεί να γίνει εκούσια, με ρητή ή σιωπηρή δήλωση των προσώπων τα οποία, ως κληρονόμοι εκείνου, υπεισέρχονται στην δικονομική του θέση. Εφόσον αποδεικνύεται ή συνομολογείται από τον αντίδικο, έστω και σιωπηρά, η νόμιμη δυνατότητα του προσώπου να διεξάγει τη δίκη στη θέση του διαδίκου, στον οποίο αφορούσε το διακοπτικό γεγονός, δεν απαιτείται ιδιαίτερη συζήτηση περί της επαναλήψεως και η δίκη συνεχίζεται κανονικά (ΑΠ 14/2023 ΝΟΜΟΣ). Στην προκειμένη περίπτωση, ο πληρεξούσιος δικηγόρος του πρώτου εκκαλούντος, με προφορική δήλωση στο ακροατήριο, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, που καταχωρίστηκε στα πρακτικά, γνωστοποίησε τον θάνατο της δεύτερης εκκαλούσας, την οποία, όπως ο ίδιος δήλωσε, εκπροσωπούσε ως πληρεξούσιος δικηγόρος της έως τον θάνατό της, προσκομίζοντας, ταυτόχρονα, το με αρ. πρωτ. ΔΥ/14.05.2024 απόσπασμα ληξιαρχικής πράξης θανάτου, του ληξιαρχείου Πειραιώς, από το οποίο προκύπτει ότι ο θάνατός της έλαβε χώρα στις 14-05-2024. Περαιτέρω, αν και ο ως άνω πληρεξούσιος δικηγόρος αμφοτέρων των εκκαλούντων δεν δήλωσε ποιός συνεχίζει την δίκη στο όνομα της αποβιώσασας 2ης εκκαλούσας, ενόψει του ότι αφενός ο πρώτος εκκαλών είναι ο νόμιμος κληρονόμος της, ως γιος της, όπως αποδεικνύεται και από το δικόγραφο της έφεσης, στο οποίο αναγράφονται τα στοιχεία των εκκαλούντων, γιού – μητέρας, αντίστοιχα, και αφετέρου ο πρώτος εκκαλών στις 26.11.2025 δηλαδή μετά τον θάνατο της 2ης εκκαλούσας επέσπευσε την συζήτηση της ένδικης έφεσης επιδίδοντας στην εφεσίβλητη ακριβές αντίγραφό της καθώς και του πρακτικού αναβολής για την σημερινή δικάσιμο, καλώντας την να παρασταθεί, όπως αποδεικνύεται από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από τον ίδιο [1ο εκκαλούντα] υπ΄ αριθμ. …… /26.11.2025 έκθεση επίδοσης  της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, ……………. Κατόπιν αυτών και σύμφωνα με όσα λέχθηκαν παραπάνω στην μείζονα πρόταση της παρούσας συνάγεται ότι ο πρώτος εκκαλών δηλώνει σιωπηρά την συνέχιση της δίκης, ως μοναδικός εκ διαθήκης κληρονόμος της 2ης εκκαλούσας και αναγκαίας ομοδίκου του στην δίκη της ανακοπής (εκ του άρθ. 933 ΚΠολΔ) και επομένως η συζήτηση της έφεσης χωρεί νόμιμα με τον ανωτέρω 1ο εκκαλούντα και ως κληρονόμο της 2ης εκκαλούσας, ο οποίος συνεχίζει την δίκη αντ` αυτής, ενώ τα παραπάνω δεν αμφισβητούνται από την εφεσίβλητη.

Με τον 1ο λόγο έφεσης οι εκκαλούντες επαναφέρουν τους 1ο και 2ο λόγους της ανακοπής και διαμαρτύρονται για την απόρριψή τους από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο. Ειδικότερα ισχυρίζονται [2ος λόγος ανακοπής: «έλλειψη ενεργητικής νομιμοποίησης της εταιρείας διαχείρισης και είσπραξης απαιτήσεων»] ότι η εφεσίβλητη δεν απέδειξε ότι νομιμοποιείται ενεργητικά να επισπεύσει εκτέλεση ως διαχειρίστρια απαιτήσεων της ειδικής διαδόχου εταιρείας, διότι κατά την προς αυτούς επίδοση της προσβαλλόμενης από 07.10.2021 επιταγής προς εκτέλεση δεν τους συγκοινοποίησε ταυτόχρονα και σύμφωνα με τους ορισμούς του άρθρου 925 ΚΠολΔ έγγραφο από το οποίο να αποδεικνύεται ότι της έχει ανατεθεί η διαχείριση της συγκεκριμένης επίδικης απαίτησης, ενώ από τα κοινοποιηθέντα σε αυτούς αποσπάσματα των συμβάσεων ανάθεσης της διαχείρισης στην εφεσίβλητη δεν αναφέρεται ότι της ανατέθηκε η διαχείριση του συνόλου των τιτλοποιούμενων απαιτήσεων που απέκτησε η αλλοδαπή εταιρεία. Ότι αν και από τα συγκοινοποιηθέντα έγγραφα αποδεικνύεται ότι οι επιχειρηματικές απαιτήσεις μεταβιβάστηκαν με την από 25.05.2021 σύμβαση πώλησης που καταρτίστηκε μεταξύ της αρχικής δανείστριας – τράπεζας ………… και της αλλοδαπής εταιρίας ειδικού σκοπού «…..……….», δεν αποδεικνύεται ότι η εφεσίβλητη ανέλαβε την διαχείριση αυτών και άρα δεν νομιμοποιείται ενεργητικά να επισπεύσει σε βάρος τους αναγκαστική εκτέλεση, καθώς αυτή [1ος λόγος ανακοπής: ένσταση ακυρότητας της από 07.10.2021 επιταγής προς πληρωμή λόγω ελλιπούς νομιμοποίησης της εφεσίβλητης εξαιτίας μη νόμιμης εφαρμογής του άρθρου 925 ΚΠολΔ) όφειλε να τους κοινοποιήσει  όχι αποσπάσματα αλλά ολόκληρο το σώμα της σύμβασης ανάθεσης διαχείρισης, ώστε να αποδείξει ότι έχει εξουσία διαχείρισης και δικαστικής επιδίωξης της επίδικης απαίτησης.

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 925 παρ. 1 ΚΠολΔ, o καθολικός ή ειδικός διάδοχος του δικαιούχου οφείλει να κοινοποιήσει στον καθ` ου η εκτέλεση επιταγή προς εκτέλεση και τα νομιμοποιούντα αυτόν έγγραφα. Η υποχρέωση αυτή επιβάλλεται τόσο για την έναρξη, όσο και για τη συνέχιση της υπό του δικαιοπαρόχου αρξάμενης εκτέλεσης, είναι δε ανεξάρτητη και πρέπει να γίνεται ακόμα και όταν o καθ` ου η εκτέλεση έλαβε με άλλο τρόπο γνώση της διαδοχής. Ως νομιμοποιούντα τo διάδοχο έγγραφα νοούνται τα αποδεικνύοντα τη διαδοχή και πρέπει να κοινοποιούνται, είτε αυτά είναι δημόσια είτε ιδιωτικά. Η παράβαση του άρθρου 925 παρ. 1 ΚΠολΔ συνεπάγεται ακυρότητα της εκτέλεσης ανεξαρτήτως βλάβης, δεδομένου ότι η φράση του νόμου “δεν δύναται να αρχίσει ή να συνεχίσει την αναγκαστική εκτέλεση” είναι ισοδύναμη με την απειλή ακυρότητας. Ως προς την υποχρέωση ειδικότερα συγκοινοποίησης των νομιμοποιητικών εγγράφων και στην περίπτωση της καθολικής διαδοχής, με δεδομένη τη συνθετότητα και την ποικιλία των επιμέρους πράξεων, από τις οποίες απαρτίζεται αυτή, άρα και των αντιστοίχων εγγράφων, που την πιστοποιούν, η απαίτηση συγκοινοποίησης στον καθ` ου η εκτέλεση οφειλέτη, στο πλαίσιο της ρύθμισης του άρθρου 925 παρ. 1 ΚΠολΔ, όλων των εγγράφων που απαιτεί ο νόμος για τη συντέλεσή της, εκτός του ότι δεν συμπορεύεται με το πνεύμα της ρύθμισης του ανωτέρω άρθρου 925 παρ. 1 ΚΠολΔ, είναι και ιδιαιτέρως πολυτελής, εξόχως δαπανηρή αλλά και παρεμβάλλει σοβαρά εμπόδια, δυσχεραίνοντας αδικαιολογήτως την πρόσβαση των δανειστών στην εκτελεστική διαδικασία. Η αναγκαστική εκτέλεση βάζει μεν συνήθως τον τύπο πριν από την ουσία, όχι, όμως, σε βαθμό που εγγίζει τα όρια της κατάχρησης. Κατ` ανάγκη λοιπόν, όπως άλλωστε υποδεικνύει η ίδια η ρύθμιση του νόμου, πρέπει να επιλεγούν εκείνα μόνο τα έγγραφα, που αποδεικνύουν την συντέλεση της καθολικής διαδοχής και συνεπώς στοιχειοθετούν τη νομιμοποίηση του καθολικού διαδόχου (πρβλ επί καθολικής διαδοχής σε περίπτωση συγχώνευσης ανωνύμων εταιρειών ΑΠ 1343/2022, ΑΠ 345/2006). Αντίστοιχα στην ανωτέρω περίπτωση ειδικής διαδοχής του δικαιούχου τιτλοποιούμενης απαίτησης με σύμβαση μεταβίβασης αυτής από την μεταβιβάζουσα επιχείρηση στην αποκτώσα εταιρεία ειδικού σκοπού, κατά τους ορισμούς του άρθρου 10 του Ν. 3156/2003, εφόσον τα αποτελέσματα της μεταβίβασης επέρχονται αυτοδικαίως εκ του νόμου και χωρίς άλλη διατύπωση και έναντι τρίτων και ιδίως του οφειλέτη της απαίτησης, από την καταχώριση της σύμβασης μεταβίβασης σε περίληψη στο δημόσιο βιβλίο του άρθρου 3 του ν. 2844/2000, με το ειδικότερο περιεχόμενο, που καθορίζεται στην υπ’ αρ. 161338/2003 ΥΑ του Υπουργού Δικαιοσύνης, είναι προφανές ότι, αφενός η νομιμοποίηση της αποκτώσας εταιρίας αρχίζει ακριβώς από τότε, όπως από την καταχώρηση στο ίδιο αυτό βιβλίο της σύμβασης ανάθεσης της διαχείρισης των μεταβιβασθεισών απαιτήσεων σε Εταιρεία Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις (Ε.Δ.Α.Δ.Π), που προβλέπεται στον Ν. 4354/2015, αρχίζει και η νομιμοποίηση της τελευταίας να αρχίσει ή να συνεχίσει την αναγκαστική εκτέλεση ως διαχειρίστρια της αποκτηθείσας από την εταιρεία ειδικού σκοπού απαίτησης και αφετέρου ότι τα έγγραφα, που πιστοποιούν τις ανωτέρω πράξεις και ολοκληρώνουν τη μεταβίβαση και την ανάθεση της διαχείρισης, είναι τα μόνα κρίσιμα, τα οποία θα πρέπει να συγκοινοποιούνται στον οφειλέτη με την επιταγή εκτέλεσης, η δε κοινοποίηση των εγγράφων αυτών είναι αρκετή και ανταποκρίνεται πλήρως στη νομοτυπική μορφή των εγγράφων που αξιώνει το άρθρο 925 παρ. 1 ΚΠολΔ [ΑΠ 739/ 2024 ΝΟΜΟΣ]. Όλα τα υπόλοιπα σχετικά έγγραφα, στα οποία περιλαμβάνεται και η ίδια η σύμβαση μεταβίβασης της τιτλοποιούμενης απαίτησης, όση σπουδαιότητα και σοβαρότητα και αν παρουσιάζουν για τη διαδικασία της μεταβίβασης καθ` εαυτήν, δεν αποτελούν αναγκαία έγγραφα για την απόδειξη της νομιμοποίησης της επισπεύδουσας την αναγκαστική εκτέλεση (πρβλ για το συναφές ζήτημα επί αιτήσεως για την έκδοση διαταγής πληρωμής ΑΠ 434/2022, ΑΠ 909/2021).

Με τέτοιο περιεχόμενο ο πρώτος λόγος της ανακοπής που επαναφέρεται με τον 1ο λόγο της έφεσης πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμος, διότι, σύμφωνα με όσα λέχθηκαν στη μείζονα σκέψη, σε περίπτωση ειδικής διαδοχής που έλαβε χώρα μετά την έκδοση του εκτελεστού τίτλου, λόγω τιτλοποίησης απαιτήσεων με βάση τον Ν. 3156/2003 και ανάθεσης της διαχείρισής τους σε εταιρία διαχείρισης απαιτήσεων, -περίπτωση που συντρέχει εν προκειμένω, με βάση τα ιστορούμενα στο δικόγραφο-, αρκεί και ανταποκρίνεται στην πρόβλεψη του άρθρου 925 παρ. 1 ΚΠολΔ η συγκοινοποίηση με την επιταγή προς πληρωμή δημοσιεύσεων σε περίληψη των συμβάσεων μεταβίβασης και ανάθεσης της διαχείρισης, με το σχετικό απόσπασμα από το παράρτημα της σύμβασης πώλησης, από το οποίο προκύπτει η μεταβίβαση της επίδικης απαίτησης σε βάρος του καθ’ ου η εκτέλεση, χωρίς να απαιτείται η συγκοινοποίηση του πλήρους κειμένου της σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης και της σύμβασης διαχείρισης, όπως εσφαλμένα ισχυρίζονται οι εκκαλούντες. Ο δε δεύτερος λόγος της ανακοπής, που επαναφέρεται με τον 1ο λόγο της έφεσης είναι νόμιμος, ερειδόμενος στις διατάξεις των άρθρων 325 αριθ. 1, 904 παρ. 1 – 2 στοιχ. ε’, 919 αριθ. 2 ΚΠολΔ, πλην, όμως, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος, διότι από την επισκόπηση των εγγράφων που προσάγονται με επίκληση από τους διαδίκους, τα οποία συγκοινοποιήθηκαν στους εκκαλούντες με την από 07.10.2021 επιταγή προς πληρωμή και ιδίως από: α) Την υπ’ αριθ. πρωτ. ……./25.05.2021 δημοσίευση σε περίληψη στον τόμο …. με αριθμό ….. των βιβλίων του ενεχυροφυλακείου Αθηνών της από 25.05.2021 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων, που καταρτίστηκε μεταξύ της αρχικής δανείστριας – τράπεζας …… και της αλλοδαπής εταιρίας ειδικού σκοπού «……………..», β) Το απόσπασμα από το παράρτημα της παραπάνω σύμβασης (σελ. 5816), από το οποίο προκύπτει ότι μεταξύ των απαιτήσεων που μεταβιβάστηκαν στην αλλοδαπή εταιρία περιλαμβάνεται και η επίδικη και γ) Την υπ’ αριθ. πρωτ. ……/25.05.2Ο21 δημοσίευση σε περίληψη στον τόμο …. με αριθμό ….. των βιβλίων του ενεχυροφυλακείου Αθηνών της από 25.05.2021 σύμβασης διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων, δυνάμει της οποίας η αλλοδαπή εταιρία ανέθεσε στην εφεσίβλητη την διαχείριση των τιτλοποιούμενων απαιτήσεων που της μεταβιβάστηκαν, αποδεικνύεται η ενεργητική νομιμοποίηση της εφεσίβλητης να επισπεύσει εκτέλεση σε βάρος των εκκαλούντων, με την ιδιότητα της διαχειρίστριας απαιτήσεων της «……………..», χωρίς να απαιτείται οποιοδήποτε επιπλέον έγγραφο σε σχέση με την ανάθεση της διαχείρισης, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι εκκαλούντες, αφού η διαχείριση, ως εκ της φύσης της, λαμβάνει χώρα με μία πράξη που αφορά στο σύνολο των απαιτήσεων που μεταβιβάστηκαν. Τα ίδια κρίνοντας και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ορθά το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε και πρέπει να απορριφθεί ο 1ος λόγος της έφεσης.

Με τον 2ο λόγο έφεσης οι εκκαλούντες επαναφέρουν τον 5ο λόγο της ανακοπής και διαμαρτύρονται για την απόρριψή του από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο. Ειδικότερα, με το 1ο σκέλος του λόγου αυτού της έφεσης ισχυρίζονται ότι δεν νομιμοποιείται ενεργητικά η εφεσίβλητη προς διενέργεια τής σε βάρος τους αναγκαστικής εκτέλεσης διότι δεν έχει την ιδιότητα της «μη δικαιούχου» διαδίκου, αφού η απαίτηση δεν μεταβιβάστηκε δυνάμει των διατάξεων του ν. 4354/2015, που απονέμει ρητά στις εταιρίες διαχείρισης την ιδιότητα τού κατ΄ εξαίρεση νομιμοποιούμενου διαδίκου (μη δικαιούχου) αλλά εκείνων του ν. 3156/2003. Κατά, δε, το 2ο σκέλος του 2ου λόγου της έφεσης οι εκκαλούντες  ισχυρίζονται ότι, σε κάθε περίπτωση, η εφεσίβλητη δεν απέδειξε, από τα συγκοινοποιηθέντα σε αυτούς με την από 07.10.2021 επιταγή προς πληρωμή έγγραφα, την ιδιότητά της αυτή [της μη δικαιούχου διαδίκου], ενώ και από την επισκόπηση του αποσπάσματος (περίληψης) των συμβάσεων διαχείρισης που προσκομίστηκε και ορίζει τις εξουσίες του διαχειριστή δεν αναγράφεται πουθενά η εν λόγω κατ΄ εξαίρεση νομιμοποίηση της διαχειρίστριας εταιρείας ως μη δικαιούχου διαδίκου. Ο λόγος αυτός, κατά το 1ο σκέλος του πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμος διότι οι εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων, όπως είναι και η εφεσίβλητη, που διαχειρίζεται τα δάνεια της …………….., διατηρεί την κατ’ εξαίρεση νομιμοποίηση να προβαίνει σε όλες τις δικαστικές ενέργειες (συμπεριλαμβανομένης της αναγκαστικής εκτέλεσης) ως «μη δικαιούχος διάδικος»  ακόμη και όταν η τιτλοποίηση γίνεται με τις διατάξεις του Ν. 3156/2003 και όχι αποκλειστικά με τον Ν. 4354/2015, όπως εσφαλμένα ισχυρίζονται οι εκκαλούντες [βλ. ΟλΑΠ 1/2023 ΝΟΜΟΣ]. Τα ίδια κρίνοντας το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με αιτιολογία που αντικαθίσταται από την παρούσα ορθά το νόμο εφάρμοσε και ερμήνευσε και τις αποδείξεις εκτίμησε και πρέπει να απορριφθεί το  1ο σκέλος του λόγου αυτού της έφεσης. Το δε 2ο σκέλος του λόγου αυτού πρέπει να απορριφθεί πρωτίστως ως αόριστο, διότι δεν αναφέρεται ποιά είναι τα συγκοινοποιηθέντα στους εκκαλούντες με την από 07.10.2021 επιταγή προς πληρωμή έγγραφα, ώστε το Δικαστήριο να δύναται να κρίνει την νομική και ουσιαστική βασιμότητα του λόγου αυτού. Με τον 3ο λόγο έφεσης οι εκκαλούντες διαμαρτύρονται για την απόρριψη από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο του 4ου λόγου της ανακοπής τους, με τον οποίο ισχυρίστηκαν ότι η προσβαλλόμενη έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης είναι άκυρη, ελλείψει ενεργητικής νομιμοποίησης της εφεσίβλητης, εξαιτίας του ότι η από 25.05.2021 σύμβαση πώλησης και μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων που καταρτίστηκε μεταξύ της αρχικής δανείστριας – ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «……………….» και της αλλοδαπής εταιρίας ειδικού σκοπού με την επωνυμία «………………» και καταχωρήθηκε σε περίληψη με αριθμό πρωτοκόλλου ……./25.05.2021 στα βιβλία του ενεχυροφυλακείου Αθηνών δεν είναι ισχυρή, διότι αυτή προηγήθηκε χρονικά της από 25.05.2021 σύμβασης διαχείρισης που καταρτίστηκε μεταξύ της ως άνω αλλοδαπής εταιρίας και της εφεσίβλητης – καθ’ ης, όπως τούτο προκύπτει από το γεγονός ότι καταχωρήθηκε σε περίληψη στα βιβλία του ενεχυροφυλακείου Αθηνών, με αριθμό πρωτοκόλλου ……../25.05.2021. Με τέτοιο περιεχόμενο ο λόγος αυτός της έφεσης είναι απορριπτέος ως μη νόμιμος, διότι το γεγονός ότι η σύμβαση διαχείρισης καταχωρήθηκε σε περίληψη στα βιβλία του ενεχυροφυλακείου Αθηνών αμέσως μετά την καταχώριση σε περίληψη της σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων, δεν συνεπάγεται και την κατάρτισή της σε χρόνο μεταγενέστερο από τον χρόνο κατάρτισης της σύμβασης πώλησης, ενόψει μάλιστα του ότι με βάση τα ιστορούμενα οι δύο συμβάσεις καταρτίστηκαν την ίδια ημέρα (25.05.2021). Σε κάθε, όμως περίπτωση, στο νόμο δεν τίθεται ως προϋπόθεση της εγκυρότητας της σύμβασης πώλησης να προηγηθεί χρονικά η κατάρτιση της σύμβασης διαχείρισης. Τα ίδια κρίνοντας το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ορθά το νόμο εφάρμοσε και ερμήνευσε και τις αποδείξεις εκτίμησε και πρέπει να απορριφθεί ο 3ος λόγος της έφεσης.

Σύμφωνα με το άρθρο 935 ΚΠολΔ, λόγοι ανακοπής που είναι ήδη γεννημένοι και μπορούν να προταθούν στη δίκη της ανακοπής σύμφωνα με το άρθρο 933 είναι απαράδεκτοι όταν προταθούν σε οποιαδήποτε μεταγενέστερη δίκη όπου ανακύπτει ζήτημα κύρους της αυτής ή άλλης πράξης της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης (ΑΠ 856/2014 ΝοΒ 2014, 2141, ΕφΑιγ 1/2020 στην ΤΝΠ Νόμος), ανεξαρτήτως του εάν πρόκειται για άμεση ή έμμεση εκτέλεση (Γέσιου-Φαλτσή, Π., Δίκαιο Αναγκαστικής Εκτελέσεως, Γενικό Μέρος, 2017, σελ. 758, πλαγιαρ. 50.) ή εάν οι λόγοι αφορούν τυπικό ελάττωμα πράξης της εκτέλεσης ή την απαίτηση (ΑΠ 1660/2006, ΕλλΔνη 2008, σελ. 1410). Το άρθρο 935 ΚΠολΔ έλαβε τη σημερινή του μορφή μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 19 § 2 ν. 4055/2012, προκειμένου να περιοριστεί ο αριθμός των ανακοπών που ασκούνταν κατά πράξεων εκτέλεσης, με αποτέλεσμα την υπερβολική επιμήκυνση της εκτελεστικής διαδικασίας (Βλ. Αιτιολογική Έκθεση ν.4055/2012, άρθρο 19, σελ. 17, 18, όπου τονίζεται ότι με την προσθήκη στο τέλος του α’ εδαφίου του άρθρου 935 ΚΠολΔ επιχειρείται ο περιορισμός του αριθμού των ανακοπών από τον οφειλέτη με αποτέλεσμα όχι μόνο την ταχύτερη εκδίκασή τους αλλά και τη μέσα σε εύλογο χρόνο ολοκλήρωση της αναγκαστικής εκτέλεσης ώστε να μην παραμένει για μεγάλο χρονικό διάστημα εκκρεμές και αμφισβητούμενο το κύρος της εκτελεστικής διαδικασίας. Βλ. ακόμα Νικολόπουλο, Γ., Αναγκαστική Εκτέλεση, 2012, σελ. 203, 204). Υπό το πρίσμα αυτό είναι υποχρεωτική η σώρευση στο ίδιο δικόγραφο της ανακοπής, καθώς και στο δικόγραφο των πρόσθετων λόγων της, όλων των λόγων ανακοπής προς ακύρωση της ίδιας ή και διαφορετικής πράξης εκτέλεσης, ενώ αποκλείεται αφενός η άσκηση περισσότερων ανακοπών κατά της ίδιας πράξης εκτέλεσης, αφετέρου η άσκηση διαδοχικών ανακοπών με τις οποίες προβάλλονται περισσότεροι λόγοι (Σπυριδάκης, Ι., Αναγκαστική Εκτέλεση, 2018, σελ. 463), ίδιοι ή διαφορετικοί. Έτσι η παράλειψη προβολής τους στην αρχική δίκη ανακοπής καθιστά απαράδεκτη την προβολή τους σε μεταγενέστερη δίκη. Επιπρόσθετα, στη μεταγενέστερη δίκη είναι απαράδεκτη η επαναφορά προς συζήτηση λόγων που προβλήθηκαν ήδη με προγενέστερη ανακοπή και απορρίφθηκαν (Κεραμεύς/Κονδύλης/Νίκας (-Νικολόπουλος), ΕρμΚΠολΔ, τόμ. ΙΙ, άρθρο 933, αριθ. 1) ή ακόμα εκκρεμεί η συζήτηση αυτών ή η επ’ αυτών έκδοση απόφασης, εκτός εάν η άσκηση της νεότερης ανακοπής γίνεται κατά το άρθρο 69 § 1δ’ ΚΠολΔ, συντρεχόντων των όρων αυτού (Βλ. σχετ. ΑΠ 242/2001 ΕλλΔνη 2001, 1575, με την οποία απορρίφθηκε ως απαράδεκτος λόγος της ανακοπής που είχε ασκηθεί με προηγούμενη ανακοπή στο πλαίσιο της ίδιας εκτελεστικής διαδικασίας και επισημάνθηκε η μη άσκηση της ανακοπής υπό τους όρους του άρθρου 69 § 1δ’ ΚΠολΔ.). Συνεπώς, προταθέντες λόγοι ανακοπής κατά της ήδη προσβληθείσας πράξης εκτέλεσης δεν μπορούν να προταθούν με άλλη ανακοπή, έστω και αν υφίσταται προθεσμία κατ’ άρθρο 934 ΚΠολΔ. Τούτο δε διότι το κύρος οποιασδήποτε πράξης της εκτελεστικής διαδικασίας, κατά της οποίας ασκήθηκε ανακοπή, δεν μπορεί να αμφισβητηθεί εκ νέου από τον ίδιο ανακόπτοντα, κατά τα συναγόμενα από το άρθρο 935 ΚΠολΔ. Αυτό, άλλωστε, συνάγεται με σαφήνεια από τη διατύπωση του άρθρου 935 ΚΠολΔ, όπου γίνεται μνεία μόνο για λόγους ανακοπής “που είναι ήδη γεννημένοι και μπορούν να προταθούν στη δίκη της ανακοπής σύμφωνα με το άρθρο 933 ΚΠολΔ”, χωρίς να περιορίζεται μόνο σε εκείνους που δεν προτάθηκαν, αν και η προβολή τους ήταν δυνατή. Πρόκειται για εισαγωγή στη δίκη της ανακοπής του άρθρου 933 ΚΠολΔ του αξιώματος του «άνευ επικουρίας δικάζεσθαι», εφόσον η προσβολή των πράξεων της εκτέλεσης καθίσταται όχι απλώς σταδιακή αλλά υποχρεωτικώς σταδιακή. Με αυτή σκοπείται η συγκέντρωση των λόγων ανακοπής σε ορισμένο διαδικαστικό στάδιο και αυτών που δεν προβλήθηκαν εγκαίρως, προκειμένου να εξυπηρετηθεί η ταχεία εκκαθάριση των αντιρρήσεων κατά της εκτελεστικής δίκης [Κεραμεύς/Κονδύλης/Νίκας (-Νικολόπουλος), ΕρμΚΠολΔ, τόμ. ΙΙ, άρθρο 933, αριθ. 2. Βλ. και Παπαδοπούλου, Α., Η συγκέντρωση των λόγων ανακοπής στην αναγκαστική εκτέλεση, 2016, σελ. 36 και σελ. 86 όπου παρατίθεται η ιστορική ανδρομή της διατύπωσης της διάταξης του άρθρου 935 ΚΠολΔ]. Με βάση τα παραπάνω, ανακοπή κατά της κατάσχεσης δεν μπορεί να ασκηθεί, αν ασκήθηκε ήδη εμπρόθεσμα, μέσα στην προθεσμία των σαράντα πέντε ημερών του άρθρου 934 § 1α ΚΠολΔ, ανακοπή κατά της επιταγής προς πληρωμή, στην οποία πρέπει να προβληθούν και οι κατά αυτής γεννημένοι λόγοι [Κεραμεύς/Κονδύλης/Νίκας (-Μάζης), ΕρμΚΠολΔ, ΑνΕκτ, 2021, άρθρο 935, αριθ. 2.], εφόσον κατά τον χρόνο άσκησης της ανακοπής είχε επιβληθεί η κατάσχεση. Επακόλουθο όλων αυτών είναι η παραπληρωματική λειτουργία της αρχής τήρησης της προδικασίας και της αρχής συγκέντρωσης των λόγων ανακοπής. Έτσι, εάν ένας λόγος ανακοπής υφίσταται κατά τον χρόνο διεξαγωγής της αρχικής δίκης και μπορεί να προβληθεί από τον ανακόπτοντα αλλά δεν προβληθεί κατά αυτήν, αποκλείεται από κάθε επόμενη προβολή του και δεν μπορεί να οδηγήσει πλέον στην ακύρωση της πράξης αυτής ή οποιασδήποτε μεταγενέστερης πράξης. Εάν μάλιστα προβληθεί σε μεταγενέστερη δίκη απορρίπτεται ως απαράδεκτος. Το ίδιο βέβαια θα ισχύει και για τον λόγο που προβάλλεται με την αρχική ανακοπή και επαναπροβάλλεται με άλλη ανακοπή, όχι κατά της ίδιας προσβαλλόμενης πράξης, οπότε τίθεται ζήτημα εκκρεμοδικίας, αλλά κατά άλλης πράξης της ίδιας εκτελεστικής διαδικασίας. Έτσι, π.χ. εάν προσβληθεί με ανακοπή η επιταγή προς πληρωμή με λόγο που έχει γεννηθεί και αφορά την απαίτηση, ο ίδιος λόγος δεν μπορεί να προβληθεί με την ανακοπή κατά της κατάσχεσης, η οποία δεν είχε διενεργηθεί κατά τον χρόνο άσκησης της αρχικής ανακοπής. Το απαράδεκτο αυτό λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, γιατί αποβλέπει στην ασφάλεια των συναλλαγών που ενδιαφέρει και τους τρίτους (Μπρίνιας, Ι., Αναγκαστική Εκτέλεση, άρθρο 935, αριθ. 173 V). Για τον λόγο αυτό, τυχόν συμφωνία των διαδίκων για αποδέσμευσή τους από τη ρύθμιση του άρθρου 935 ΚΠολΔ δεν βρίσκει νομικό έρεισμα και δεν δεσμεύει το δικαστήριο, αφού πρόκειται για ζήτημα που εκφεύγει της εξουσίας διάθεσης της ιδιωτικής βούλησης των διαδίκων. Οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή της ανωτέρω ρύθμισης είναι οι εξής: α) η άσκηση της ανακοπής του άρθρου 933 ΚΠολΔ, β) οι λόγοι να έχουν γεννηθεί κατά τον χρόνο διεξαγωγής της αρχικής δίκης, γ) η δυνατότητα προβολής τους είτε με το κύριο δικόγραφο της ανακοπής είτε με δικόγραφο πρόσθετων λόγων, δ) η ύπαρξη μεταγενέστερης δίκης μεταξύ των ίδιων διαδίκων με αντικείμενο, κύριο ή προδικαστικό, το κύρος μίας πράξης εκτέλεσης (Α. Βαθρακοκοίλης, Η ανακοπή του άρθρου 933 ΚΠολΔ, 2022, σ. 242-245). Ιδίως, ωστόσο, πρέπει να επισημανθούν τα κατωτέρω: α) ως «άλλη πράξη» νοείται οποιαδήποτε πράξη η διενέργεια της οποίας προηγήθηκε (Μακρίδου/Απαλαγάκη /Διαμαντόπουλος, Πολιτική Δικονομία, 2018, σελ. 120, Διαμαντόπουλος, Γ., Ερανισμοί και ανταποδόσεις Θέμιδος, τόμ. ΙΙΙ, 2019, σελ. 400) ή έπεται της προσβαλλομένης με την πρώτη ανακοπή πράξης, αρκεί να εντάσσεται στην ίδια εκτελεστική διαδικασία. Επί παραδείγματι, εάν με την πρώτη ανακοπή ζητείται η ακύρωση της επιταγής προς εκτέλεση, το άρθρο 935 ΚΠολΔ θα εφαρμόζεται για τη δεύτερη ανακοπή, με την οποία προσβάλλεται η πράξη της κατάσχεσης αλλά και αντιστρόφως όταν με την πράξη της πρώτης ανακοπής προσβάλλεται η πράξη της κατάσχεσης, δεν μπορεί να προβληθεί λόγος κατά της επιταγής προς πληρωμή με δεύτερη ανακοπή, αφού θα έπρεπε να έχει προβληθεί με την πρώτη. Συνεπώς, η ρύθμιση του άρθρου 935 ΚΠολΔ επενεργεί ανεξαρτήτως του αιτήματος της πρώτης και της δεύτερης ανακοπής, εστιάζοντας στον λόγο της ανακοπής, ο οποίος προφανώς, εφόσον προβληθεί, θα επισύρει και την προβολή του αντίστοιχου αιτήματος. Τούτο συνάγεται σαφώς από τη διατύπωση του άρθρου 935 ΚΠολΔ, όπου γίνεται λόγος για “οποιαδήποτε μεταγενέστερη δίκη”, χωρίς περαιτέρω περιορισμούς για το περιεχόμενο αυτής. Τα ανωτέρω ισχύουν ανεξαρτήτως του αν υπάρχει η προθεσμία από το άρθρο 934 ΚΠολΔ για την εμπρόθεσμη προβολή τους (ΑΠ 1130/1994,  ΕλλΔνη 1996, σελ. 644, ΕφΑθ 2775/1991 ό.π., Βαθρακοκοίλης, Β., Τροποποιήσεις ν.4055/2012, άρθρο 935, αριθ. 1, Διαμαντόπουλος, Γ., Ερανισμοί και ανταποδόσεις Θέμιδος, τόμ. ΙΙΙ, 2019, σελ. 400), ώστε και αν ακόμα υπάρχει προθεσμία από το άρθρο 934 ΚΠολΔ, για την άσκηση νέας ανακοπής, δεν μπορούν να προταθούν οι λόγοι ανακοπής, που ήταν γεννημένοι και μπορούσαν να προταθούν με την προηγούμενη ανακοπή (ΑΠ 1660/2006 ΕλλΔνη 2008, 1410, ΑΠ 1130/1994 ΕλλΔνη 1996, 644, Ν. Νίκας, Δίκαιο Αναγκαστικής Εκτελέσεως, τόμ.1, 3η έκδ., 2023, § 29, σ. 690-694, Α. Βαθρακοκοίλης, Η ανακοπή του άρθρου 933 ΚΠολΔ, 2022, σ. 253-257, Βαθρακοκοίλης, Β., ΕρμΚΠολΔ, τόμ. Ε’, άρθρο 935, αριθ. 2.) [βλ. για τα ανωτέρω ΜονΕφΑνΚρ 182/2024 στην ΤΝΠ Νόμος].

Με τον 4ο λόγο έφεσης οι εκκαλούντες διαμαρτύρονται για την απόρριψη από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο των 6ου έως 11ου λόγων της ανακοπής τους. Ειδικότερα: 1) Με τον 6ο λόγο της ανακοπής οι εκκαλούντες ισχυρίζονται ότι η απαίτηση, ποσού 64.875,77 ευρώ, για την οποία εκδόθηκε σε βάρος τους η υπ’ αριθ. ……./2019 διαταγή πληρωμής, που αποτελεί τον εκτελεστό τίτλο για την επισπευδόμενη σε βάρος τους εκτέλεση, δεν είναι ορισμένη και βέβαιη, ούτε είναι εκκαθαρισμένη, διότι πηγάζει από δανειακή σύμβαση στην οποία έχουν ενσωματωθεί άκυροι ως καταχρηστικοί ΓΟΣ, η ύπαρξη των οποίων επηρέασε την εν γένει εξέλιξη της σύμβασης, καθώς και τη διαμόρφωση του ύψους της απαίτησης, 2)Με τον 7ο λόγο της ανακοπής οι εκκαλούντες επικαλούνται την αοριστία και την καταχρηστικότητα του επιτοκίου της σύμβασης και του επιτοκίου υπερημερίας, 3)Με τον 8ο λόγο της ανακοπής οι εκκαλούντες επικαλούνται ότι η απαίτηση είναι ανεκκαθάριστη και για τον λόγο ότι στα αποσπάσματα των εμπορικών βιβλίων της τράπεζας ……. που ζήτησε την έκδοση της υπ΄αριθμ. ……./2019 διαταγής πληρωμής , είτε στην αίτηση προς έκδοση αυτής (ΔΠ) ή στις κινήσεις των λογαριασμών είτε στην ίδια την διαταγή πληρωμής δεν αναφέρεται ούτε το επιτόκιο ενήμερης οφειλής, ούτε αυτό της υπερημερίας και άρα τυγχάνει άκυρη η διαταγή πληρωμής, 4)Με τον 9ο λόγο   της ανακοπής οι εκκαλούντες επικαλούνται ότι είναι παράνομη η μετακύλιση, η κεφαλαιοποίηση, η τοκογονία και ο ανατοκισμός της εισφοράς του ν. 128/1975 και ότι εξαιτίας της ακυρότητας των επιμέρους αυτών ποσών λείπει η απαίτηση του νόμου για την έγγραφη απόδειξη της απαίτησης και το εκκαθαρισμένο αυτής, 5) Με τον 10ο λόγο της ανακοπής οι εκκαλούντες επικαλούνται την εκ του άρθρου 181 ΑΚ ένσταση ακυρότητας μέρους που επιφέρει την ακυρότητα ολόκληρης της επίδικης σύμβασης για την οποία εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής και συνακόλουθα η προσβαλλόμενη πράξη εκτέλεσης, 6)Τέλος, με τον 11ο λόγο της ανακοπής οι εκκαλούντες ισχυρίζονται το μη βέβαιο και μη ορισμένο της απαίτησης κατ΄ άρθρο 624 ΚΠολΔ, καθώς στις κινήσεις των λογαριασμών με βάση τους οποίους στηρίχθηκε η αίτηση για την έκδοση της διαταγής πληρωμής περιλαμβάνονται πλείστες αδικαιολόγητες και ανεξήγητες χρεώσεις, εξαιτίας των οποίων δημιουργείται αμφιβολία ως προς το ύψος της τελικής οφειλής τους και επιπλέον και για τον λόγο ότι στην αίτηση προς έκδοση της διαταγής πληρωμής δεν αναφέρεται η διακύμανση του ετήσιου συμβατικού επιτοκίου της μεταξύ των εκκαλούντων και της δανείστριας τράπεζας δανειακής σύμβασης. Οι εκκαλούντες, όμως, όπως αναγράφουν στην ένδικη ανακοπή τους (σελ. 5 αυτής) κατά της επίδικης υπ’ αριθμόν ……./2019 Διαταγής Πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά και της από 18-11-2019 επιταγής προς πληρωμή, μετά την επίδοσή τους σε αυτούς για πρώτη φορά την 26-11-2019, άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά την από 16-12-2019 ανακοπή τους, εκ του άρθρου 632 ΚΠολΔ, με γενικό αριθμό κατάθεσης δικογράφου ……/2019 και ειδικό αριθμό κατάθεσης ……../2019, η συζήτηση της οποίας έλαβε χώρα την 04-03-2022 και εκδόθηκε η με αρ. 2716/2022 οριστική απόφαση, που προσκομίζεται από την εφεσίβλητη, η οποία απέρριψε την ανακοπή και επικύρωσε την διαταγή πληρωμής. Εναντίον της απόφασης αυτής δεν αναφέρουν οι εκκαλούντες εάν άσκησαν έφεση. Σε κάθε περίπτωση, όμως οι εκκαλούντες σώρευσαν στο ως άνω δικόγραφο της ένδικης εκ του άρθρου 933 ΚΠολΔ ανακοπής τους, τους λόγους που  είχαν ήδη προβάλει με την ασκηθείσα εκ μέρους τους ως άνω ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά ανακοπή τους εκ του άρθρου 632 ΚΠολΔ κατά της υπ΄ αριθμ. ……/2019 διαταγής πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, στρεφόμενης κατά της αρχικής δανείστριας τράπεζας, με την επωνυμία «…………….», η οποία (ανακοπή εκ του άρθρου 632 ΚΠολΔ) συνεκδικάστηκε με την ασκηθείσα εκ μέρους της νυν εφεσίβλητης αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης και η οποία (ανακοπή εκ του άρθρου 632 ΚΠολΔ) ασκήθηκε  προγενέστερα της επίδοσης των προσβαλλόμενων με την ένδικη ανακοπή (αρθ. 933 ΚΠολΔ) πράξεων εκτέλεσης, ήτοι της με αριθμό …./24.05.2022 έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης ακίνητης περιουσίας της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, ………. και του με αρ. …./02.06.2022 αποσπάσματος της ως άνω με αριθμό ……/2022 έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης. Κατά συνέπεια, οι  ανωτέρω  λόγοι της υπό κρίση  ανακοπής (εκ του άρθρ. 933 ΚΠολΔ) κατά της έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης ακίνητης περιουσίας που ταυτίζονται με τους λόγους της προαναφερόμενης ανακοπής εκ του άρθρου 632 ΚΠολΔ ήταν γεννημένοι  και προτάθηκαν από τους εκκαλούντες ως λόγοι  της προγενέστερης ανακοπής τους εκ του άρθρου 632 ΚΠολΔ κατά της με αρ. ……/2019 διαταγής πληρωμής του ΜονΠρωτΠειραιά και ως εκ τούτου  η (επανα)προβολή τους στην ένδικη ανακοπή του άρθρου 933 ΚΠολΔ προσκρούει στο άρθρο 935 ΚΠολΔ που εισάγει την αρχή της συγκέντρωσης των λόγων της ανακοπής καθιερώνοντας ως κύρωση το απαράδεκτο (ΜΕφΛαμ 80/2022, ΜΕφΠειραιά 330/2024, Μον. Εφετείο Πειραιά  223/2025 ΝΟΜΟΣ). Επομένως, απαραδέκτως οι λόγοι αυτοί, κατ’ άρθρο 935 ΚΠολΔ, προβάλλονται εκ νέου, του δικονομικού αυτού απαραδέκτου λαμβανομένου υπόψιν και αυτεπαγγέλτως. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που κρίνοντας τους λόγους αυτούς τους απέρριψε έσφαλε ως προς την ερμηνεία και την εφαρμογή του νόμου και πρέπει να εξαφανιστεί ως προς τους απορριφθέντες 6ο έως 11ο  λόγους της ένδικης ανακοπής, καθόσον, παρά την ταυτότητα του αποτελέσματος στο διατακτικό με την παρούσα απόφαση, το παραγόμενο εξ εκείνης δεδικασμένο είναι εν πολλοίς διαφορετικό από εκείνο που δημιουργείται με την παρούσα κρίση του Δικαστηρίου αυτού, καθόσον η  απόρριψη των λόγων αυτών ως απαράδεκτων είναι ευνοϊκότερη για τους ανακόπτοντες, γιατί το Δικαστήριο δεν κρίνει τους σχετικούς λόγους ως προς το περιεχόμενό τους και δεν δύναται, συνεπώς, να χωρήσει απλή αντικατάσταση αιτιολογιών, κατ΄ άρθρο 534 ΚΠολΔ. Κατόπιν αυτών και αφού κρατηθεί ο 4ος λόγος της έφεσης που επαναφέρει τους ως άνω λόγους ανακοπής εκ του άρθρου 632 ΚΠολΔ πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, κατ’ άρθρο 935 ΚΠολΔ. Ομοίως, εξαφανιζομένης της εκκαλουμένης απόφασης, και ο 5ος λόγος της έφεσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, κατ’ άρθρο 935 ΚΠολΔ, ο οποίος επαναφέρει τους ήδη υποβαλλόμενους με την προγενέστερα ασκηθείσα ανακοπή εκ του άρθρου 632 ΚΠολΔ λόγους, περί ακυρότητας της διαταγής πληρωμής λόγω μη απόδειξης της απαίτησης από τα αποσπάσματα που προσκόμισε η αρχική δανείστρια τράπεζα, της μη αναφοράς του επιτοκίου ενήμερης οφειλής και αυτού της υπερημερίας και της επίκλησης καταχρηστικών ΓΟΣ στην σύμβαση δανείου, με αποτέλεσμα να τυγχάνει άκυρη η διαταγή πληρωμής. Με τον 6ο και τελευταίο λόγο της έφεσης οι εκκαλούντες διαμαρτύρονται γιατί το πρωτοβάθμιο δικαστήριο κατ’ εσφαλμένη εφαρμογή των πραγματικών περιστατικών κατέληξε στο αυθαίρετο συμπέρασμα πως τα αποσπάσματα που προσκόμισε η αιτούσα την έκδοση της διαταγής πληρωμής, ανώνυμη τραπεζική εταιρεία “………….” είναι τα πρωτότυπα και δεν χρειαζόταν επικύρωση από δικηγόρο, απορρίπτοντας το δεύτερο σκέλος του ενδέκατου λόγου της ανακοπής τους. Ότι, ειδικότερα, στην προκειμένη περίπτωση τα αντίγραφα των αποσπασμάτων κίνησης, τα οποία προσκόμισε η “……………….” για την έκδοση της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής, δεν έχουν αποδεικτική δύναμη, για τον λόγο ότι ο δικηγόρος που τα εξέδωσε δεν βεβαίωσε ότι είχε στην κατοχή του, έστω και προσωρινά, τα αντίστοιχα πρωτότυπα (επίσημα εμπορικά βιβλία της αιτούσας την έκδοση διαταγής πληρωμής) κατά το χρόνο έκδοσης των αντιγράφων αυτών, ούτε προκύπτει ότι τα αντίστοιχα πρωτότυπα (επίσημα εμπορικά βιβλία πιστοδότριας τράπεζας) περιήλθαν, έστω και προσωρινά, στην κατοχή του δικηγόρου και, επομένως, τα αντίγραφα αυτά δεν έχουν την από το άρθρο 449 παρ. 2 ΚΠολΔ αποδεικτική ισχύ και δεν αποδεικνύουν την  ύπαρξη της απαίτησης και δεν έπρεπε να ληφθούν υπόψη από τον Δικαστή, ως νόμιμα αποδεικτικά για την έκδοση της διαταγής πληρωμής. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί πρωτίστως ως απαραδέκτως προβαλλόμενος, διότι από την επισκόπηση της ένδικης ανακοπής και δη του δεύτερου σκέλους του ενδέκατου λόγου της ανακοπής τους, τον οποίο ισχυρίζονται οι εκκαλούντες ότι επαναφέρουν, προκύπτει ότι τέτοιος λόγος ουδέποτε αποτέλεσε λόγο της ένδικης ανακοπής τους, ούτε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, εξάλλου, έκρινε επί σχετικού τέτοιου λόγου ανακοπής, όπως εσφαλμένα ισχυρίζεται ο εκκαλών. Κατόπιν αυτών και αφού εξαφανιστεί κατά τα παραπάνω η εκκαλουμένη απόφαση, πρέπει να κρατηθεί η ανακοπή που είναι ορισμένη και νόμιμη και να απορριφθεί στο σύνολό της κατ΄ ουσίαν, να διαταχθεί, δε η επιστροφή στους εκκαλούντες του παραβόλου της έφεσης και να επιβληθεί σε βάρος τους, λόγω της ήττας τους η δικαστική δαπάνη της εφεσίβλητης, αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας (άρθρ. 176, 181, 183, 191 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό της παρούσας.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζει την έφεση αντιμωλία των διαδίκων.

Δέχεται τυπικά και ουσιαστικά την έφεση.

Διατάσσει την επιστροφή στους εκκαλούντες τού με αριθ. ……………../2023 e – παραβόλου της έφεσης, ποσού εκατό (100) ευρώ.

Εξαφανίζει την εκκαλουμένη.

Κρατεί και δικάζει την ανακοπή.

Απορρίπτει την ανακοπή.

Επιβάλλει τα δικαστικά έξοδα της εφεσίβλητης, αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας, σε βάρος των εκκαλούντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των επτακοσίων πενήντα (750,00) ευρώ.

Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στον Πειραιά, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξούσιων δικηγόρων τους, στις 1.4.2026

Η   ΔΙΚΑΣΤΗΣ                                                 Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ