Μενού Κλείσιμο

Αριθμός απόφασης 208/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ                          

Αριθμός Απόφασης     208/2026

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

Τμήμα 4ο

Αποτελούμενο από τη Δικαστή Αγγελική Καγιούλη, Εφέτη, η οποία ορίσθηκε από το Τριμελές Συμβούλιο Διοίκησης του Εφετείου Πειραιώς και από τη Γραμματέα Ε.Δ.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις …………….. για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της εκκαλούσας: ………………….., ατομικά και ως προσωρινώς ασκούσας την αποκλειστική επιμέλεια των ανήλικων τέκνων της και για λογαριασμό αυτών, ……………. και ………………, η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Ψάλτη.

Του εφεσίβλητου: ……………… ατομικά και ως συνασκούντος τη γονική μέριμνα των ανηλίκων τέκνων του, ο οποίος παραστάθηκε δια δηλώσεως, κατ’ άρθρ. 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, του  πληρεξούσιου δικηγόρου του, Αλέξιου Μαυραειδή, ο οποίος προκατέθεσε προτάσεις.

Ο ενάγων-εφεσίβλητος με την από 8/11/2023 (αριθμ. εκθ. καταθ. …………/8-11-2023) αγωγή του περί διαζυγίου, απευθυνόμενη ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, ζήτησε τα όσα σε αυτή αναφέρονται. Η ενάγουσα- εκκαλούσα με την από 11/1/2024 (αριθμ. εκθ. …………./15-1-2024) αγωγή της (περί διαζυγίου, επιμέλειας, διατροφής), απευθυνόμενη ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, ζήτησε τα όσα σε αυτή αναφέρονται. Οι ως άνω αγωγές συνεκδικάσθηκαν και επί αυτών εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 3890/2024 απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου, η οποία έκανε δεκτή την αγωγή του ενάγοντος ως ουσιαστικά βάσιμη και εν μέρει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη την αγωγή της ενάγουσας. Την απόφαση αυτή προσέβαλε η ενάγουσα-εκκαλούσα με την υπό κρίση από 10/1/2025 έφεση, που κατατέθηκε στην Γραμματεία του Πρωτοδικείου Πειραιώς με αριθμό κατάθεσης ………./2025 και ορίστηκε δικάσιμος αυτής με την υπ’ αριθμ. …………./2025 πράξη του Γραμματέα του Δικαστηρίου τούτου η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας και γράφτηκε στο πινάκιο.

Κατά  τη  συζήτηση της υπόθεσης ο πληρεξούσιος δικηγόρος της εκκαλούσας, αφού ανέπτυξε τους ισχυρισμούς του, ζήτησε να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στις έγγραφες προτάσεις του, ο δε πληρεξούσιος δικηγόρος του εφεσίβλητου, κατόπιν δήλωσής του, που έγινε σύμφωνα με τη διάταξη του  άρθρου  242  παρ.  2  του  ΚΠολΔ,  δεν  παραστάθηκε  στο  ακροατήριο του  Δικαστηρίου,  αλλά προκατέθεσε προτάσεις.

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η από 10/1/2025 και με αριθμό κατάθεσης δικογράφου ……………./2025 έφεση της ενάγουσας και ήδη εκκαλούσας κατά της υπ` αριθ. 3890/2024 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την  διαδικασία διαφορών από την οικογένεια, τον γάμο και την ελεύθερη συμβίωση, έχει ασκηθεί νομότυπα, με κατάθεση του δικογράφου της στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου κατ’ άρθρο 495 παρ.1 ΚΠολΔ στις 15/1/2025 και εμπρόθεσμα, προ πάσης επιδόσεως (καθώς από τα έγγραφα της δικογραφίας δεν προκύπτει η επίδοση της εκκαλουμένης), κατ’ άρθρο 518 παρ.2 ΚΠολΔ, δεδομένου ότι η εκκαλούμενη απόφαση δημοσιεύθηκε στις 29/11/2024, η δε κατ’ αυτής έφεση ασκήθηκε πριν την πάροδο διετίας από την ως άνω δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης. Επομένως, η έφεση, η οποία αρμοδίως κατ’ άρθρο 19 περ.1 ΚΠολΔ, εισάγεται ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου για να συζητηθεί με την ίδια ως πρωτοδίκως ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, κατ’ άρθρο 591 παρ.7 ΚΠολΔ, πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξετασθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της κατ’ άρθρο 533 παρ.1 ΚΠολΔ, δεδομένου ότι για το παραδεκτό αυτής δεν απαιτείται η καταβολή παραβόλου, σύμφωνα με το τελ.εδάφιο της περ. Γ της παραγράφου 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ.

Ο ενάγων-εφεσίβλητος με την από 8/11/2023 (αριθμ. εκθ. καταθ. …………./2023) αγωγή του, ζητεί να απαγγελθεί η λύση του γάμου του με την εναγόμενη, ένεκα ισχυρού κλονισμού, αναγομένου σε λόγους που αναφέρονται στο πρόσωπο της τελευταίας, όπως ειδικότερα εκτίθενται στο αγωγικό δικόγραφο και να καταδικασθεί η εναγομένη στην καταβολή των δικαστικών του εξόδων. Η ενάγουσα-εκκαλούσα με την από 11/1/2024 (αριθμ. εκθ. καταθ. ……………/2024) αγωγή της ζητεί α) να απαγγελθεί η λύση του γάμου της με τον εναγόμενο, ένεκα ισχυρού κλονισμού, αναγομένου σε λόγους που αναφέρονται στο πρόσωπο του εναγομένου, όπως ειδικότερα εκτίθενται στο αγωγικό δικόγραφο, β) να της ανατεθεί η επιμέλεια των ανηλίκων τέκνων που έχουν αποκτήσει οι διάδικοι από το γάμο αυτό, γ) επικαλούμενη ότι τα ανήλικα τέκνα τους αδυνατούν να εξασφαλίσουν τη διατροφή τους με τις δικές τους δυνάμεις, να υποχρεωθεί σ εναγόμενος να της καταβάλλει για λογαριασμό τους, εντός του πρώτου πενθημέρου κάθε μήνα, το ποσό των 470 ευρώ για κάθε τέκνο και συνολικά το ποσό των 940 ευρώ, ως συνεισφορά του στην αποτιμώμενη σε χρήμα διατροφή των τελευταίων, από την επίδοση της αγωγής και για μία διετία, με το νόμιμο τόκο από την καθυστέρηση καταβολής κάθε περιοδικής παροχής και μέχρι την ολοσχερή εξόφληση, δ) να κηρυχθεί η απόφαση προσωρινά εκτελεστή, να απειληθεί σε βάρος του εναγομένου προσωπική κράτηση έξι μηνών και χρηματική ποινή 500 ευρώ για κάθε παράβαση αυτής και να καταδικασθεί ο ενάγων στην καταβολή των δικαστικών εξόδων της. Επί των ανωτέρω αγωγών, που συνεκδικάσθηκαν, εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων η εκκαλουμένη υπ’ αριθμ. 3890/2024 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη την αγωγή του ενάγοντος και εν μέρει ως ουσιαστικά βάσιμη της αγωγή της ενάγουσας και α) απήγγειλε τη λύση του γάμου που τελέσθηκε μεταξύ των διαδίκων, β) ανέθεσε την άσκηση της επιμέλειας των ανηλίκων τέκνων των διαδίκων, από κοινού και εξίσου και στους δυο διαδίκους-γονείς τους, γ) όρισε ως τόπο κατοικίας των ανωτέρω ανηλίκων τον τόπο κατοικίας της εναγόμενης- ενάγουσας- μητέρας τους, δ) υποχρέωσε τον ενάγοντα-εναγόμενο να καταβάλλει στην εναγόμενη – ενάγουσα για λογαριασμό των ανηλίκων τέκνων των διαδίκων το ποσό των 300 ευρώ για τον …… και των 250 ευρώ για τον …….., εντός του πρώτου πενθημέρου εκάστου μηνός, για το διάστημα από την επίδοση της αγωγής και για μία διετία, με το νόμιμο τόκο από την καθυστέρηση καταβολής κάθε περιοδικής παροχής και μέχρι την ολοσχερή εξόφληση, δ) κήρυξε την απόφαση ως προς την καταψηφιστική της διάταξη, προσωρινώς εκτελεστή, στο σύνολό της και συμψήφισε τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων. Η εκκαλούσα με την ένδικη έφεσή της προσβάλλει την απόφαση αυτή και παραπονείται για τους αναφερόμενους σε αυτή λόγους, που ανάγονται σε εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων, ζητώντας να εξαφανιστεί η απόφαση ώστε να γίνει καθ’ ολοκληρία δεκτή η αγωγή της και να καταδικαστεί ο εφεσίβλητος στα δικαστικά της έξοδα και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας.

Κατά τις διατάξεις των άρθρων 68, 73, 516 παρ. 2 και 556 παρ. 2 ΚΠολΔ, το έννομο συμφέρον αποτελεί προϋπόθεση του παραδεκτού της άσκησης του ένδικου μέσου, η έλλειψη του οποίου ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο και πρέπει να προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, πρέπει, δηλαδή, να κρίνεται πρωταρχικά αν ο διάδικος, που ασκεί την έφεση ή την αναίρεση, έχει ηττηθεί εν όλω ή εν μέρει ή έχει νικήσει με την προσβαλλόμενη απόφαση και αν στην τελευταία περίπτωση βλάπτεται από τις αιτιολογίες της απόφασης, από τις οποίες δημιουργείται δεδικασμένο σε βάρος του για άλλη δίκη, υπό τις προϋποθέσεις των άρθρων 322, 324, 325 ΚΠολΔ, συνεπάγεται δε την απόρριψη του ένδικου μέσου ως απαράδεκτου (άρθρα 532 και 577 ΚΠολΔ). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 1439 παρ. 1 ΑΚ, καθένας από τους συζύγους μπορεί να ζητήσει διαζύγιο, όταν οι μεταξύ τους σχέσεις έχουν κλονιστεί τόσο ισχυρά, από λόγο που αφορά στο πρόσωπο του εναγόμενου ή και των δύο συζύγων, ώστε βάσιμα η εξακολούθηση της έγγαμης συμβίωσης να είναι αφόρητη για τον ενάγοντα. Με τη διάταξη αυτή καθιερώνεται ως λόγος διαζυγίου ο αντικειμενικός κλονισμός της έγγαμης σχέσης, χωρίς να απαιτείται το στοιχείο της υπαιτιότητας για να μπορεί να ζητηθεί το διαζύγιο. Έτσι ο ενάγων, για τη θεμελίωση και παραδοχή της αγωγής του, θα πρέπει να επικαλεστεί και αποδείξει ότι ο γάμος έχει κλονιστεί από ορισμένα γεγονότα που αναφέρονται στο πρόσωπο του εναγόμενου ή και των δύο συζύγων και υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος ανάμεσα στα αντικειμενικά πρόσφορα κλονιστικά της έγγαμης σχέσης γεγονότα και στον κλονισμό, ο οποίος είναι τόσο ισχυρός, ώστε βάσιμα η εξακολούθηση της έγγαμης συμβίωσης έχει καταστεί γι’ αυτόν αφόρητη. Αν το κλονιστικό γεγονός αφορά και στους δύο συζύγους, το προς διάζευξη δικαίωμα γεννάται ανεξαρτήτως από το ποιον από τους δύο βαρύνει περισσότερο η ύπαρξη και η δημιουργία του ή από το αν υπάρχει υπαιτιότητα στο πρόσωπο του ενός μόνο. Αν συνδέεται αποκλειστικά με το πρόσωπο του ενάγοντος, δεν γεννάται υπέρ αυτού δικαίωμα διάζευξης με βάση την πιο πάνω διάταξη του άρθρου 1439 παρ. 1 ΑΚ. Το ότι για τη λύση του γάμου είναι πλέον αδιάφορο αν ο κλονισμός οφείλεται σε υπαίτιο ή ανυπαίτιο κλονιστικό γεγονός σημαίνει ότι στη δίκη διαζυγίου δεν δικαιολογείται σε καμία πλευρά έννομο συμφέρον για την έρευνα της υπαιτιότητας, το δε δεδικασμένο της διαπλαστικής απόφασης του διαζυγίου δεν εκτείνεται σε ζητήματα υπαιτιότητας σε καμία περίπτωση, ούτε και σε τυχόν δίκη διατροφής που ακολουθεί, όπως προβλέπει το άρθρο 1442 ΑΚ, ενόψει και της διάταξης του άρθρου 1444 παρ. 1 ΑΚ. Αντικείμενο, εξάλλου, της δίκης διαζυγίου είναι όχι η δικαστική διάγνωση του λόγου διαζυγίου, που δικαιολογεί την απαγγελία αυτού, αλλά το διαπλαστικό αποτέλεσμα της λύσης του γάμου. Συνακόλουθα, αν ασκηθούν δύο αντίθετες αγωγές, με τις οποίες ο καθένας από τους συζύγους ζητεί τη λύση του γάμου για ισχυρό κλονισμό της έγγαμης σχέσης από λόγο που αφορά στο πρόσωπο του άλλου συζύγου, και το δικαστήριο έκανε δεκτές και τις δύο, διότι έκρινε ότι ο κλονισμός αφορά στο πρόσωπο και των δύο συζύγων, τότε ενόψει του, κατά τα προεκτεθέντα, αντικειμένου της δίκης περί διαζυγίου και του δεδικασμένου που παράγεται από την απόφαση αυτή, καθένας από τους συζύγους θεωρείται ότι νίκησε, διότι με την παραδοχή και των δύο αγωγών, επήλθε η έννομη συνέπεια, την οποία επιδίωκαν αμφότεροι οι διάδικοι με το αίτημα των αγωγών τους. Το γεγονός ότι η απόφαση περιέχει αιτιολογίες δυσμενείς για τον καθένα διάδικο, δηλαδή δέχεται ότι ο κλονισμός της έγγαμης σχέσης επήλθε εξαιτίας γεγονότων που αφορούν και στο πρόσωπό του, δεν ασκεί καμία δυσμενή επιρροή στις έννομες σχέσεις του, αφού, όπως προαναφέρθηκε, από τις αιτιολογίες αυτές, που δεν έχουν στοιχεία διατακτικού, δεν παράγεται δεδικασμένο για ζητήματα υπαιτιότητας σε άλλη δίκη. Συνεπώς, κανένας από τους διαδίκους συζύγους, δεν έχει στην περίπτωση αυτή, διότι νίκησε, έννομο συμφέρον να ασκήσει το ένδικο μέσο της έφεσης ή της αναίρεσης. Για τον ίδιο λόγο, δεν υφίσταται έννομο συμφέρον για την άσκηση έφεσης από τον ένα μόνο διάδικο κατά της απόφασης του πρωτοδικείου και δη κατά το μέρος που δέχθηκε την αγωγή του αντιδίκου του, αφού, με την παραδοχή της δικής του αγωγής, εφόσον καταστεί αμετάκλητη η απόφαση, επέρχεται και ως προς την αγωγή του, το διαπλαστικό αποτέλεσμα της λύσης του γάμου και δεν υπάρχει πλέον το αντικείμενο της δίκης. Επίσης, δεν υφίσταται έννομο συμφέρον για άσκηση έφεσης, όταν το δικαστήριο απέρριψε την κύρια βάση της αγωγής περί ισχυρού κλονισμού οφειλόμενου στο πρόσωπο του εναγόμενου και έκανε δεκτή την επικουρική βάση λόγω διετούς διάστασης, ούτε και στην περίπτωση αντίθετων αγωγών διαζυγίου, με τις οποίες καθένας από τους συζύγους ζητεί τη λύση του γάμου για ισχυρό κλονισμό της έγγαμης σχέσης από λόγο που αφορά στο πρόσωπο του άλλου συζύγου ή λόγω υπερδιετούς διάστασης, αν η μία από αυτές γίνει δεκτή και η άλλη απορριφθεί. Και στις περιπτώσεις αυτές, ο διάδικος, του οποίου η αγωγή απορρίφθηκε, δεν έχει έννομο συμφέρον, κατά τα άρθρα 68, 516 παρ. 2 και 556 παρ. 2 ΚΠολΔ, να ασκήσει έφεση κατά της πρωτόδικης ή αναίρεση κατά της απόφασης του εφετείου και να ζητήσει την εξαφάνιση ή αναίρεσή της με σκοπό να απορριφθεί η αγωγή του αντιδίκου του και να γίνει δεκτή η δική του αγωγή, καθόσον η έννομη συνέπεια που και αυτός επιδίωξε με την αγωγή του, δηλαδή η λύση του γάμου, στην οποία εμμένει, έχει ήδη επέλθει, και ως εκ τούτου το εκατέρωθεν υποβληθέν αίτημα δικαστικής διάπλασης έχει ικανοποιηθεί με την απαγγελία διαζυγίου, έστω και με βάση διάφορα περιστατικά, που συγκροτούν, όμως, τον ίδιο λόγο, ήτοι τον αντικειμενικό κλονισμό του γάμου (AΠ 670/2025, ΑΠ 1559/2021, ΑΠ 1471/2019, ΑΠ 1205/2019, ΑΠ 1568/2018, ΑΠ 921/2018, ΑΠ 599/2015, ΑΠ 50/2013, ΑΠ 1242/2011, ΤριμΕφΠειρ 208/2016, ΜΕφΑθ 2756/2024, ΜΕφΑθ 2556/2024, ΜΕφΑθ 467/2018, ΜΕφΘεσ 354/2019, ΜΕφΘεσ 6/2019, ΜΕφΔωδ 49/2021, ΜΕφΑιγ 111/2019, ΜΕφΔωδ 52/2025, ΜΕφΔωδ 2/2017 δημοσιευμένες σε ΤΝΠ Nomos). Στην προκείμενη περίπτωση, ο ενάγων με την ανωτέρω αγωγή του, απευθυνόμενη ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, ζήτησε τη λύση του γάμου του με την εναγόμενη σύζυγό του, ήδη εκκαλούσα, εξαιτίας ισχυρού κλονισμού της έγγαμης σχέσης τους από λόγους που αφορούν αποκλειστικά στο πρόσωπο της εναγόμενης. Επίσης,  η ενάγουσα, ήδη εκκαλούσα, με την ανωτέρω αντίθετη αγωγή της, απευθυνόμενη ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, ζήτησε να λυθεί ο μεταξύ αυτής και του εναγόμενου συζύγου της, ήδη εφεσίβλητου, γάμος, ένεκα ισχυρού κλονισμού της έγγαμης σχέσης τους από λόγους αναγόμενους αποκλειστικά στο πρόσωπο του εναγόμενου. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την εκκαλούμενη απόφαση, αφού διέταξε τη συνεκδίκαση των ως άνω αγωγών, τις οποίες, στη συνέχεια, έκρινε νόμιμες, στηριζόμενες στις διατάξεις των άρθρων 1438 και 1439 ΑΚ (ως προς το αίτημα της λύσης του γάμου των διαδίκων), δέχθηκε ότι οι σχέσεις των διαδίκων έχουν κλονισθεί ισχυρά για λόγους που ανάγονται στα πρόσωπα και των δύο συζύγων, ώστε η εξακολούθηση της έγγαμης συμβιώσεώς του να είναι αφόρητη και για τους δύο, έκανε δεκτές και τις δύο ως άνω αγωγές, ως ουσιαστικά βάσιμες και απήγγειλε τη λύση του γάμου αυτών. Κατά της απόφασης αυτής παραπονείται η εκκαλούσα με τον τέταρτο λόγο της έφεσής της, για τους διαλαμβανόμενους σ’ αυτή λόγους, που ανάγονται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων, ζητεί δε την εξαφάνισή της, προκειμένου να γίνει δεκτή η ως άνω αγωγή της, δηλαδή να απαγγελθεί η λύση του μεταξύ αυτής και του αντίδικου συζύγου της γάμου, ένεκα ισχυρού κλονισμού της έγγαμης σχέσης τους από λόγους αναγόμενους αποκλειστικά στο πρόσωπο αυτού και να απορριφθεί η αγωγή του τελευταίου. Σύμφωνα, όμως, και με τα διαλαμβανόμενα στην παραπάνω νομική σκέψη, ο ανωτέρω λόγος της έφεσης είναι απαράδεκτος λόγω έλλειψης έννομου συμφέροντος της εκκαλούσας, δοθέντος ότι η μοναδική έννομη συνέπεια που απορρέει από την εκκαλούμενη απόφαση, δηλαδή η λύση του γάμου που επιδίωξαν αμφότεροι οι διάδικοι, και στην οποία εξαντλείται η δίκη διαζυγίου, έχει ήδη επέλθει με την παραδοχή από την εκκαλουμένη και των δύο αγωγών, εξαιτίας του ισχυρού κλονισμού της έγγαμης σχέσης τους. Το γεγονός ότι η εκκαλούμενη δεν διέγνωσε αποκλειστική υπαιτιότητα του αντιδίκου της για τη λύση του γάμου, δεν έχει οποιαδήποτε έννομη επιρροή στις έννομες σχέσεις τους, ώστε να δικαιολογείται έννομο συμφέρον αυτής για την άσκηση της έφεσης, αφού από τις αιτιολογίες αυτές δεν δημιουργείται δεδικασμένο, αλλά η μόνη έννομη συνέπεια που επέρχεται είναι η επιδιωκόμενη και από την ίδια λύση του γάμου της. Από δε τις παραδοχές της πρωτόδικης αποφάσεως και το διαπλαστικό αποτέλεσμα της λύσεως του γάμου των διαδίκων, στο οποίο, ως αποκλειστικό αντικείμενο της δίκης, κατέληξε, δεχόμενη αμφότερες τις αντίθετες αγωγές, οι οποίες είχαν το αυτό αντικείμενο και αίτημα και την ίδια πραγματική θεμελίωση, διέφεραν δε μόνο κατά το στοιχείο της υπαιτιότητας, προκύπτει, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί προηγουμένως, ότι η εκκαλούσα δεν έχει έννομο συμφέρον να ασκήσει το ένδικο μέσο της έφεσης κατά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, κατά το μέρος που αφορά τη λύση του γάμου των διαδίκων και τούτο ασχέτως των όποιων συνεπειών θα μπορούσε να έχει η κρίση της αυτή είτε ως προς τη διατροφή είτε ως προς τη θεμελίωση δικαιωμάτων με βάση ειδικές διατάξεις (ΑΠ 670/2025 ΤΝΠ Nomos).

Επειδή στις διατάξεις των άρθρων 1510 παρ. 1, 1511 παρ. 1, 1513 παρ. 1 εδ. α`, 1514, 1518 παρ.1, 1519 και 1532 ΑΚ, όπως αντικαταστάθηκαν με τα άρθρα 5, 7, 8, 11, 12 και 14 του πρόσφατου Ν. 4800/21.05.2021 (ΦΕΚ Α` 81), τροποποιηθέντος και του άρθρου 1519, όπως είχε προστεθεί στον Αστικό Κώδικα με το άρθρο 139 του προγενέστερου Ν. 4714/2020, ορίζονται τα εξής: Στο άρθρο 1510 παρ. 1 ότι «Η μέριμνα για το ανήλικο τέκνο είναι καθήκον και δικαίωμα των γονέων (γονική μέριμνα), οι οποίοι την ασκούν από κοινού και εξίσου. Η γονική μέριμνα περιλαμβάνει την επιμέλεια του προσώπου, τη διοίκηση της περιουσίας και την εκπροσώπηση του τέκνου σε κάθε υπόθεση ή δικαιοπραξία ή δίκη, που αφορούν το πρόσωπο ή την περιουσία του», στο άρθρο 1511 παρ. 1 ότι «Κάθε απόφαση των γονέων σχετικά με την άσκηση της γονικής μέριμνας πρέπει να αποβλέπει στο βέλτιστο συμφέρον του τέκνου», στο άρθρο 1513 παρ. 1 εδ. α’ ότι «Στις περιπτώσεις διαζυγίου ή ακύρωσης του γάμου ή λύσης ή ακύρωσης του συμφώνου συμβίωσης ή διακοπής της συμβίωσης των συζύγων ή των μερών του συμφώνου συμβίωσης και εφόσον ζουν και οι δύο γονείς, εξακολουθούν να ασκούν από κοινού και εξίσου τη γονική μέριμνα», στο άρθρο 1514 ότι «1. Κατά παρέκκλιση του άρθρου 1513, οι γονείς μπορούν με έγγραφο βεβαίας χρονολογίας να ρυθμίζουν διαφορετικά την κατανομή της γονικής μέριμνας, ιδίως να αναθέτουν την άσκησή της στον έναν από αυτούς, και να καθορίζουν τον τόπο κατοικίας του τέκνου τους, τον γονέα με τον οποίο θα διαμένει, καθώς και τον τρόπο επικοινωνίας του με τον άλλο γονέα. Το ανωτέρω έγγραφο ισχύει τουλάχιστον για δύο (2) έτη και παρατείνεται αυτοδικαίως, εκτός αν κάποιος από τους δύο γονείς δηλώσει εγγράφως στον άλλο γονέα, πριν τη λήξη του συμφωνημένου χρόνου, ότι δεν επιθυμεί την παράτασή του. 2. Αν δεν είναι δυνατή η από κοινού άσκηση της γονικής μέριμνας, εξαιτίας διαφωνίας των γονέων και ιδίως αν ο ένας γονέας αδιαφορεί ή δεν συμπράττει σε αυτήν ή δεν τηρεί την τυχόν υπάρχουσα συμφωνία για την άσκηση ή τον τρόπο άσκησης της γονικής μέριμνας ή αν η συμφωνία αυτή είναι αντίθετη προς το συμφέρον του τέκνου ή αν η γονική μέριμνα ασκείται αντίθετα προς το συμφέρον του τέκνου, καθένας από τους γονείς προσφεύγει σε διαμεσολάβηση, εξαιρουμένων των περιπτώσεων ενδοοικογενειακής βίας, όπως ο νόμος ορίζει. Αν διαφωνούν, αποφασίζει το δικαστήριο. 3. Το δικαστήριο μπορεί ανάλογα με την περίπτωση: α) να κατανείμει την άσκηση της γονικής μέριμνας μεταξύ των γονέων, να εξειδικεύσει τον τρόπο άσκησής της στα κατ` ιδίαν θέματα ή να αναθέσει την άσκηση της γονικής μέριμνας στον ένα γονέα ή σε τρίτο, β) να διατάξει πραγματογνωμοσύνη ή τη λήψη οποιουδήποτε άλλου πρόσφορου μέτρου, γ) να διατάξει διαμεσολάβηση ή την επανάληψη διακοπείσας διαμεσολάβησης, ορίζοντας συγχρόνως τον διαμεσολαβητή. Για τη λήψη της απόφασής του το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τους έως τότε δεσμούς του τέκνου με τους γονείς και τους αδελφούς του, καθώς και τις τυχόν συμφωνίες που έκαναν οι γονείς του τέκνου για την άσκηση της γονικής μέριμνας», στο άρθρο 1518 παρ. 1 ότι «Η επιμέλεια του προσώπου του τέκνου περιλαμβάνει ιδίως την ανατροφή, την επίβλεψη, τη μόρφωση και την εκπαίδευσή του, καθώς και τον προσδιορισμό του τόπου διαμονής του», στο άρθρο 1519 ότι «Όταν η επιμέλεια ασκείται από τον έναν γονέα ή έχει γίνει κατανομή της μεταξύ των γονέων, οι αποφάσεις για την ονοματοδοσία του τέκνου, για το θρήσκευμα, για ζητήματα της υγείας του, εκτός από τα επείγοντα και τα εντελώς τρέχοντα, καθώς και για ζητήματα εκπαίδευσης που επιδρούν αποφασιστικά στο μέλλον του, λαμβάνονται από τους δύο γονείς από κοινού. Τα δύο τελευταία εδάφια του άρθρου 1510 και το άρθρο 1512 εφαρμόζονται αναλόγως. Για τη μεταβολή του τόπου διαμονής του τέκνου που επιδρά ουσιωδώς στο δικαίωμα επικοινωνίας του γονέα με τον οποίο δεν διαμένει το τέκνο, απαιτείται προηγούμενη έγγραφη συμφωνία των γονέων ή προηγούμενη δικαστική απόφαση που εκδίδεται μετά από αίτηση ενός από τους γονείς. Το δικαστήριο μπορεί να διατάξει κάθε πρόσφορο μέτρο. Ο γονέας στον οποίο δεν έχει ανατεθεί η άσκηση της επιμέλειας έχει το δικαίωμα να ζητά από τον άλλο πληροφορίες για το πρόσωπο και την περιουσία του τέκνου» και στο άρθρο 1532 ότι «Αν ο πατέρας ή η μητέρα παραβαίνουν τα καθήκοντα που τους επιβάλλει το λειτούργημά τους για την επιμέλεια του προσώπου του τέκνου ή τη διοίκηση της περιουσίας του ή αν ασκούν το λειτούργημα αυτό καταχρηστικά, ή δεν είναι σε θέση να ανταποκριθούν σε αυτό, το δικαστήριο μπορεί, εφόσον το ζητήσουν ο άλλος γονέας ή οι πλησιέστεροι συγγενείς του τέκνου ή ο εισαγγελέας, να διατάξει οποιοδήποτε πρόσφορο μέτρο. Κακή άσκηση της γονικής μέριμνας συνιστούν ιδίως: α. η υπαίτια μη συμμόρφωση προς αποφάσεις και διατάξεις δικαστικών και εισαγγελικών αρχών που αφορούν το τέκνο ή προς την υπάρχουσα συμφωνία των γονέων για την άσκηση της γονικής μέριμνας, β. η διατάραξη της συναισθηματικής σχέσης του τέκνου με τον άλλο γονέα και την οικογένειά του και η με κάθε τρόπο πρόκληση διάρρηξης των σχέσεων του τέκνου με αυτούς, γ. η υπαίτια παράβαση των όρων της συμφωνίας των γονέων ή της δικαστικής απόφασης για την επικοινωνία του τέκνου με τον γονέα με τον οποίο δεν διαμένει και η με κάθε άλλο τρόπο παρεμπόδιση της επικοινωνίας, δ. η κακή άσκηση και η υπαίτια παράλειψη της άσκησης του δικαιώματος επικοινωνίας από τον δικαιούχο γονέα, ε. η αδικαιολόγητη άρνηση του γονέα να καταβάλει τη διατροφή που επιδικάστηκε στο τέκνο από το δικαστήριο ή συμφωνήθηκε μεταξύ των γονέων, στ. η καταδίκη του γονέα, με οριστική δικαστική απόφαση, για ενδοοικογενειακή βία ή για εγκλήματα κατά της γενετήσιας ελευθερίας ή για εγκλήματα οικονομικής εκμετάλλευσης της γενετήσιας ζωής. Το δικαστήριο, στις περιπτώσεις του προηγούμενου εδαφίου, δύναται να αφαιρέσει από τον υπαίτιο γονέα την άσκηση της γονικής μέριμνας ή την επιμέλεια, ολικά ή μερικά, και να την αναθέσει αποκλειστικά στον άλλο γονέα, καθώς επίσης να διατάξει κάθε πρόσφορο μέτρο προς διασφάλιση του συμφέροντος του τέκνου. Αν συντρέχουν στο πρόσωπο και των δύο γονέων οι περιπτώσεις του δευτέρου εδαφίου, το δικαστήριο μπορεί να αναθέσει την πραγματική φροντίδα του τέκνου ή ακόμα και την επιμέλειά του ολικά ή μερικά σε τρίτο ή και να διορίσει επίτροπο. Σε εξαιρετικά επείγουσες περιπτώσεις, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις του πρώτου εδαφίου και επίκειται άμεσος κίνδυνος για τη σωματική ή την ψυχική υγεία του τέκνου, ο εισαγγελέας διατάσσει κάθε πρόσφορο μέτρο για την προστασία του, μέχρι την έκδοση της απόφασης του δικαστηρίου, στο οποίο πρέπει να απευθύνεται εντός ενενήντα (90) ημερών, με δυνατότητα αιτιολογημένης παράτασης της προθεσμίας αυτής κατά ενενήντα (90) επιπλέον ημέρες». Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων συνάγεται, ότι η γονική μέριμνα του ανηλίκου τέκνου περιλαμβάνει την επιμέλεια του προσώπου του, η οποία, μεταξύ άλλων, εμπεριέχει την ανατροφή, την επίβλεψη, τη μόρφωση και την εκπαίδευση του τέκνου, καθώς και τον προσδιορισμό του τόπου της διαμονής του, το δε περιεχόμενο της επιμέλειας προσδιορίζεται από το συμφέρον του παιδιού και περιλαμβάνει επί μέρους πτυχές, που αποσκοπούν στη σωματική, πνευματική και συναισθηματική πρόοδο και ευεξία του παιδιού και στην υπεύθυνη και με κοινωνική συνείδηση ανάπτυξη της προσωπικότητάς του. Στην περίπτωση διακοπής της συζυγικής συμβίωσης, όταν ανατρέπονται πλέον οι συνθήκες της ζωής της οικογένειας, καταργείται ο συζυγικός οίκος, δημιουργείται χωριστή εγκατάσταση του καθενός από τους γονείς και ανακύπτει το θέμα της διαμονής των ανηλίκων τέκνων πλησίον του πατέρα ή της μητέρας τους, η ρύθμιση δε της γονικής μέριμνας και της επιμέλειας αυτών γίνεται από το δικαστήριο. Ως κατευθυντήρια γραμμή για την άσκηση της γονικής μέριμνας ή της επιμέλειας στην περίπτωση διαφωνίας των γονέων των τέκνων και της προσφυγής τους στο δικαστήριο, αλλά και πυρήνας για τον προσδιορισμό της άσκησης της είναι το βέλτιστο συμφέρον του τέκνου, που αποσκοπεί στην ανάπτυξη του ανηλίκου σε μία ανεξάρτητη και υπεύθυνη προσωπικότητα. Για την εξειδίκευση της αοριστίας αυτής νομικής έννοιας δεν παρέχονται από τον νομοθέτη εκ των προτέρων προσδιοριστικά στοιχεία πέραν από το επιβαλλόμενο στον δικαστή καθήκον να σεβαστεί την ισότητα μεταξύ των γονέων και να μην κάνει διακρίσεις εξαιτίας του φύλου, της κοινωνικής προέλευσης ή της περιουσιακής – οικονομικής κατάστασής τους. Το κανονιστικό δε περιεχόμενο της έννοιας αυτής του συμφέροντος του παιδιού συγκεκριμενοποιείται εκάστοτε με βάση τις επικρατούσες συνθήκες σε συγκεκριμένο τόπο και χρόνο, καθώς επίσης και κυρίως τις ιδιαίτερες συνθήκες κάθε παιδιού. Το συμφέρον του παιδιού προσδιορίζεται εξατομικευμένα με αναφορά σε συγκεκριμένο εκάστοτε παιδί και τις ανάγκες του, όπως αυτές προσδιορίζονται ιδίως από την κατάσταση της υγείας του, την ηλικία του, τις οικογενειακές και κοινωνικές συνθήκες, υπό τις οποίες διαβιώνει το παιδί, και αναλύεται στις επί μέρους πτυχές του δικαιώματος της προσωπικότητας του παιδιού, δηλαδή κυρίως στη ζωή, σωματική ακεραιότητα, υγεία, συναισθηματική και ψυχολογική ασφάλεια και σταθερότητα, διανοητική πρόοδο, κοινωνική ένταξη και αποδοχή, υπευθυνότητα, κοινωνική συνείδηση και ανεξαρτησία του παιδιού. Επίσης, το παιδί εξελίσσεται και μαζί του εξελίσσονται οι ανάγκες του και αναπροσδιορίζεται το συμφέρον του. Η χρονική παράμετρος για τη συγκεκριμενοποίηση του συμφέροντος του παιδιού είναι σημαντική. Ιδανικά οι γονείς πρέπει να επιδιώκουν την προαγωγή εξίσου του βραχυπρόθεσμου, του μεσοπρόθεσμου και του μακροπρόθεσμου συμφέροντος του παιδιού. Αυτό όμως δεν είναι πάντα εφικτό. Στις περιπτώσεις που η ταυτόχρονη αυτή επιδίωξη δεν μπορεί να επιτευχθεί στον βέλτιστο βαθμό, πρέπει στη συγκεκριμένη κάθε φορά περίπτωση να επιχειρείται η κατά το δυνατόν μεγαλύτερη ικανοποίηση του βραχυπρόθεσμου και του μεσοπρόθεσμου συμφέροντος. Ποιο είναι το μακροπρόθεσμο συμφέρον του παιδιού είναι συχνά αβέβαιο στον σύγχρονο συνεχώς μεταβαλλόμενο κόσμο. Ενόψει της καταστάσεως αυτής η θυσία του βραχυπρόθεσμου συμφέροντος του παιδιού χάριν του μακροπρόθεσμου συμφέροντος μπορεί τελικά σε συγκεκριμένες περιπτώσεις να αποβεί αλυσιτελής, εκτός αν κατά την επιδίωξη αυτήν τα μειονεκτήματα από τη θυσία του βραχυπρόθεσμου συμφέροντος αντισταθμίζονται από την κατά το δυνατό βέβαιη προαγωγή του μακροπρόθεσμου συμφέροντος του παιδιού. Η κρίση πάντως αυτή δεν μπορεί να είναι γενική και πρέπει να εκφέρεται κατά τη συγκεκριμενοποίηση του συμφέροντος συγκεκριμένου εκάστοτε παιδιού και ενόψει της λήψης συγκεκριμένης απόφασης που το αφορά και απαιτεί στάθμιση του βραχυπρόθεσμου με το μακροπρόθεσμο συμφέρον. Στην δικαστική, συνεπώς, κρίση καταλείπεται ευρύ πεδίο ώστε, αφού ληφθούν υπόψη, όλες οι σχέσεις και οι περιστάσεις, να καταλήξει σε ρύθμιση τέτοια, που να εξυπηρετείται καλύτερα το συμφέρον του ανηλίκου τέκνου. Κρίσιμα προς τούτο στοιχεία είναι, μεταξύ άλλων, η καταλληλότητα του ή των γονέων για την ανάληψη του έργου της διαπαιδαγώγησης και της περίθαλψης του ανηλίκου τέκνου, και οι έως τότε δεσμοί του τέκνου με τους γονείς και αδελφούς του. Για το σκοπό αυτό λαμβάνεται υπόψη η προσωπικότητα και η παιδαγωγική καταλληλότητα του κάθε γονέα και συνεκτιμώνται οι συνθήκες κατοικίας και η οικονομική κατάσταση τούτων (ΑΠ 952/2007). Από το συνδυασμό, επίσης, των ίδιων ως άνω διατάξεων συνάγεται, ότι οι ικανότητες των γονέων, το περιβάλλον, το επάγγελμα, η πνευματική τους ανάπτυξη και η δράση τους στο κοινωνικό σύνολο, η ικανότητα προσαρμογής τους στις απαιτήσεις της σύγχρονης κοινωνίας μέσα στα πλαίσια της λογικής και ορθολογικής αντιμετώπισης των θεμάτων των νέων, η σταθερότητα των συνθηκών ανάπτυξης του τέκνου χωρίς εναλλαγές στις συνθήκες διαβίωσης, περιλαμβάνονται στα κριτήρια προσδιορισμού του συμφέροντος του τέκνου. Αυτό δε ισχύει ανεξάρτητα από την υπαιτιότητα των γονέων ως προς το διαζύγιο ή τη διακοπή της έγγαμης συμβίωσης, εκτός εάν η συμπεριφορά του υπαίτιου έχει επιδράσει και στην άσκηση της γονικής μέριμνας – επιμέλειας, ώστε να ανακύπτει αντίθεση στο συμφέρον του τέκνου, λόγω της έκτασης και της βαρύτητας της συμπεριφοράς του αυτής, δηλωτικής της δομής του χαρακτήρα του και της εν γένει προσωπικότητας του, έτσι ώστε και έναντι του τέκνου να αναμένεται από αυτόν η τήρηση της ίδιας συμπεριφοράς (ΑΠ 1218/2006). Επίσης, από το συνδυασμό των ίδιων πιο πάνω διατάξεων συνάγεται, και ότι το συμφέρον του τέκνου λαμβάνεται υπό ευρεία έννοια, προς διαπίστωση δε της συνδρομής του εξετάζονται πάντα τα επωφελή και πρόσφορα για τον ανήλικο στοιχεία και περιστάσεις. Ουσιώδους σημασίας είναι και η επισημαινόμενη στο νόμο ύπαρξη ιδιαίτερου δεσμού του τέκνου προς τον ένα από τους γονείς του και η περί αυτού ρητώς εκφραζόμενη προτίμησή του, την οποία συνεκτιμά το δικαστήριο ύστερα και από τη στάθμιση του βαθμού της ωριμότητάς του. Με δεδομένη την ύπαρξη του εν λόγω δεσμού του τέκνου προς το συγκεκριμένο γονέα, αυτός θεωρείται ότι έχει τη δυνατότητα αποτελεσματικότερης διαπαιδαγώγησης προς όφελος του ανηλίκου και επομένως ότι είναι ο πλέον κατάλληλος για την επιμέλεια του, όμως υπό την αυτονόητη προϋπόθεση ότι ο ιδιαίτερος αυτός δεσμός του τέκνου προς τον ένα από τους γονείς του έχει αναπτυχθεί φυσιολογικά και αβίαστα ως ψυχική στάση, η οποία είναι προϊόν της ελεύθερης και ανεπηρέαστης επιλογής του ανηλίκου, που έχει την στοιχειώδη ικανότητα διακρίσεως. Πρέπει δε να λαμβάνεται ιδιαίτερα υπόψη ότι ο ανήλικος, που έχει ακόμη ατελή την ψυχοπνευματική ανάπτυξη και την προσωπικότητα του υπό διαμόρφωση, υπόκειται ευχερώς σε επιδράσεις και υποβολές των γονέων ή άλλων, οι οποίες, έστω και χωρίς επίγνωση γενόμενες, οδηγούν ασφαλώς στο σχηματισμό της μονομερούς διαμόρφωσης και προτίμησης προς τον ένα από τους γονείς, οπότε η προτίμηση του δεν εξυπηρετεί πάντοτε και το αληθές συμφέρον του. Η διάσπαση εξάλλου της έγγαμης συμβίωσης των γονέων, με συνεπακόλουθο και την διάσπαση της οικογενειακής συνοχής κλονίζει σοβαρώς την ψυχική ισορροπία του τέκνου που αισθάνεται ανασφάλεια και επιζητεί στήριγμα. Οι μεταξύ των συζύγων δημιουργούμενες έντονες αντιθέσεις ενίοτε αποκλείουν κάθε συνεννόηση μεταξύ τους, αλλά και σε σχέση με τα τέκνα τους, τα οποία όχι σπανίως χρησιμοποιούνται ως όργανα για την άσκηση παντοειδών πιέσεων και την ικανοποίηση εκδικητικών διαθέσεων. Έτσι, υπό το κράτος της κατάστασης αυτής ο γονέας που αναλαμβάνει την γονική μέριμνα ή την επιμέλεια έχει, κατά την επιταγή του νόμου, πρόσθετα καθήκοντα και αυξημένη την ευθύνη της αντιμετώπισης των ως άνω ειδικών περιστάσεων κατά προέχοντα λόγο, και αυτό προϋποθέτει την εξασφάλιση στο τέκνο κατάλληλων συνθηκών προσαρμογής (ΑΠ 1910/2005). Εξάλλου, εφόσον το συμφέρον του τέκνου συνιστά αόριστη νομική έννοια με αξιολογικό περιεχόμενο, το οποίο εξειδικεύεται από το ουσιαστικό δικαστήριο, η κρίση του ως προς το αν, ενόψει των περιστάσεων που δέχθηκε, για την ύπαρξη των οποίων κρίνει ανέλεγκτα, εξυπηρετείται το συμφέρον του τέκνου, υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο. Τέλος, σύμφωνα με την προεκτεθείσα διάταξη του άρθρου 1532 ΑΚ, οι περιπτώσεις κακής άσκησης της γονικής μέριμνας ή της επιμέλειας του ανηλίκου που ενδιαφέρει τη δημόσια τάξη και το κοινωνικό συμφέρον γενικότερα είναι: α) η παράβαση των καθηκόντων των γονέων, β) η καταχρηστική άσκηση του λειτουργήματος τους, γ) η αδυναμία τους να ανταποκριθούν σ` αυτό. Όμως, απόλυτος εννοιολογικός διαχωρισμός των ως άνω περιπτώσεων κακής άσκησης της γονικής μέριμνας είναι ως επί το πλείστον ανέφικτος, αφού οι πιο πάνω περιπτώσεις αλληλοεπικαλύπτονται. Έτσι η κατάχρηση του γονικού λειτουργήματος αποτελεί ταυτοχρόνως και παράβαση των καθηκόντων του γονέα, που από αυτό (γονικό λειτούργημα) επιβάλλονται. Παράβαση των καθηκόντων των γονέων συνιστά η πλημμελής εκπλήρωση των καθηκόντων αυτών με μέτρο κρίσης το οικονομικό, κοινωνικό και πνευματικό επίπεδο των γονέων. Καταχρηστική άσκηση του λειτουργήματος των γονέων συνιστά η άσκηση της επιμέλειας του προσώπου του τέκνου κατά τρόπο αντίθετο ή μη εναρμονιζόμενο στο σκοπό του, με αποτέλεσμα να διακυβεύονται τα προσωπικά συμφέροντα του τέκνου. Η καταχρηστική άσκηση του λειτουργήματος της γονικής μέριμνας είναι δυνατόν να εκδηλωθεί με θετική ενέργεια δηλαδή με πράξη ή με παράλειψη ασκήσεως των καθηκόντων τους. Όμως, η κρίση για το αν συντρέχει κατάχρηση του δικαιώματος της γονικής μέριμνας θα πρέπει να στηριχθεί όχι σε μεμονωμένες πράξεις ή παραλείψεις του υποχρέου – δικαιούχου, αλλά σε μια εκτίμηση της συνολικής συμπεριφοράς του έναντι του τέκνου, εκτός εάν μια μεμονωμένη πράξη ή παράλειψη είναι τόσο βαριά, ώστε να αρκεί για να στηρίζει γενική (αρνητική) κρίση. Καταχρηστικά δε, κατά τα ανωτέρω, ασκείται η επιμέλεια τέκνου, αν ο έχων την επιμέλεια γονέας παραβαίνει τα καθήκοντά του εκ της επιμέλειας με κίνδυνο να επιφέρει ως συνέπεια βλάβη στην ψυχική ή σωματική ανάπτυξη του τέκνου (ΑΠ 537/2012).

Ακολούθως, με τη διάταξη του άρθρου 529 παρ. 1 εδ. α` ΚΠολΔ σύμφωνα με την οποία, «Στην κατ’έφεση δίκη επιτρέπεται να γίνει επίκληση και προσαγωγή νέων αποδεικτικών μέσων» εισάγεται ο δικονομικός κανόνας, κατ`αρχήν, του επιτρεπτού της προσκομιδής νέων αποδεικτικών μέσων στο εφετείο. Ως νέα αποδεικτικά μέσα, κατά την άνω διάταξη, θεωρούνται, είτε αυτά που δεν υποβλήθηκαν καθόλου πρωτοδίκως, είτε εκείνα που υποβλήθηκαν μεν πρωτοδίκως, αλλά απαραδέκτως, όπως λ.χ. εκπρόθεσμα ή χωρίς επίκληση ή χωρίς νόμιμη σήμανση κλπ, είναι δε αδιάφορο αν το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αποφάνθηκε ρητά για το απαράδεκτο των εν λόγω αποδεικτικών μέσων ή αντιπαρήλθε σιωπηρά το τελευταίο και έλαβε αυτά υπόψη του (ΑΠ 1718/2022, ΑΠ 988/2021, ΑΠ 308/2020). Τα αποδεικτικά αυτά μέσα είναι παραδεκτά στην κατ`έφεση δίκη, αν η νόμιμη επίκληση και προσκομιδή τους, γίνει με τις ενώπιον του εφετείου υποβληθείσες προτάσεις των διαδίκων (ΑΠ 1183/2020, ΑΠ 374/2019, ΑΠ 284/2018). Ειδικότερα, η επίκληση από το διάδικο των ενόρκων βεβαιώσεων, αν προσκομίζονται πρώτη φορά στο Εφετείο, πρέπει να γίνεται με τις προτάσεις της δευτεροβάθμιας δίκης (ΑΠ 1831/2023, ΑΠ 383/2023, ΑΠ 1538/2022) και να είναι ειδική, ούτως ώστε να προκύπτει από αυτή, ο αριθμός, ο εξετασθείς μάρτυρας και ο εξετάσας και να καθορίζεται ότι έλαβε χώρα νόμιμη κλήτευση του αντιδίκου (ΑΠ 1831/2023, ΑΠ 383/2023, ΑΠ 1538/2022). Τα νέα αποδεικτικά μέσα προσκομίζονται μέχρι την κατ` έφεση συζήτηση (ΑΠ 1186/2023), ενώ ειδικότερα από τις διατάξεις των άρθρων 421-424 ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκαν με το ν. 4335/2015 και ακολούθως με το Ν.4871/2021, ο οποίος εφαρμόζεται και στις εκκρεμείς υποθέσεις, σε συνδυασμό με το άρθρο 529 παρ.1α ΚΠολΔ, προκύπτει ότι προϋπόθεση, για την παραδεκτή επίκληση ενόρκων βεβαιώσεων, ως νέων αποδεικτικών μέσων, στην κατ`έφεση δίκη, είναι να έχουν δοθεί αυτές νόμιμα μετά τη συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και πριν τη συζήτηση της έφεσης (ΑΠ 1538/2022), σύμφωνα με τους όρους και τις προϋποθέσεις των άνω άρθρων 421-424 ΚΠολΔ, και να προσκομίζονται μέχρι την κατ`έφεση δίκη με τις ενώπιον του εφετείου προτάσεις. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ` ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Μεταξύ των αποδεικτικών μέσων περιλαμβάνονται και οι ένορκες βεβαιώσεις, τις οποίες το Εφετείο, οφείλει να λάβει υπόψη του και όταν λήφθηκαν μετά τη συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, κατ`άρθρο 529 παρ.1α ΚΠολΔ, εφόσον συντρέχουν σωρευτικά οι, για το παραδεκτό τούτων, απαιτούμενες, εκτός των άλλων, δύο προϋποθέσεις, δηλαδή να έχουν ληφθεί πριν από τη συζήτηση της υπόθεσης σ` αυτό και να έχει κλητευθεί νόμιμα ο αντίδικος του επισπεύδοντος τη λήψη τους δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από αυτήν (ΑΠ 1189/2025 ΤΝΠ Nomos, ΑΠ 1023/2023, ΑΠ 87/2022). Ενόψει των ανωτέρω η επίκληση της ένορκης βεβαίωσης αν προσκομίζεται, πρώτη φορά, στο Εφετείο, πρέπει να γίνεται με τις προτάσεις της δευτεροβάθμιας δίκης (ΑΠ 204/2017, ΑΠ 1461/2013, ΑΠ 481/2013), αν δε αυτή προσκομισθεί μετά τη συζήτηση με την προσθήκη αντίκρουση στις προτάσεις, είναι απαράδεκτη, εκτός αν αποδεικνύει ισχυρισμό που προβλήθηκε παραδεκτά με την προσθήκη των προτάσεων, δηλαδή όταν αποδεικνύει ισχυρισμό ο οποίος αποσκοπεί να εξουδετερώσει ισχυρισμό του αντιδίκου που προβλήθηκε για πρώτη φορά με τις προτάσεις της συζήτησης (πρβλ.ΑΠ 935/2023). Εξάλλου, από την ως άνω διάταξη, του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ` ΚΠολΔ, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του όλα τα υποστατά και, αναλόγως, έγκυρα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα από τους διαδίκους, είτε για άμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από τον διάδικο (ΑΠ 855/2022,ΑΠ 1864/2017). Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθ. 559 αριθ. 11 περ. γ` ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός, το οποίο επικαλείται ο διάδικος, ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός, καθίσταται αντικείμενο απόδειξης (ΟλΑΠ 2/2008, ΟλΑΠ 14/2005, ΑΠ 1189/2025 ΤΝΠ Nomos).

Από την επανεκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων, που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά δημοσίας συνεδριάσεως, από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα οι διάδικοι και τα οποία (έγγραφα) χρησιμεύουν είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, για μερικά από τα οποία γίνεται ειδική μνεία χωρίς ωστόσο να παραλείπεται κανένα από αυτά, μεταξύ των οποίων τα μηνύματα κινητού τηλεφώνου και ηλεκτρονικού ταχυδρομείου που απέστειλαν αμφότεροι μεταξύ τους, τα οποία προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, διότι ακόμη και χωρίς την τήρηση της διαδικασίας άρσης απορρήτου, που προβλέπεται στο ΠΔ 47/2005, τα γραπτά μηνύματα μεταξύ των διαδίκων θα πρέπει να αντιμετωπιστούν, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, όπως οι επιστολές, αφού σε αμφότερες τις μορφές αυτού του είδους της επικοινωνίας συνυπάρχουν τα στοιχεία της αποτυπωμένης, σε αναγνώσιμη μορφή επικοινωνίας, από απόσταση, ενώ η μετάβαση από την κυριαρχία της επιστολής, στην κυριαρχία του sms (και του e mail), έγινε κυρίως λόγω του εκσυγχρονισμού της διαθέσιμης τεχνολογίας, με συνέπεια να μην προσβάλλονται τα δικαιώματα της ελεύθερης επικοινωνίας και του απορρήτου, όταν προσκομίζονται από τους ίδιους τους αντίδικους και συνάμα συνομιλούντες μέσω sms ή email, στο πλαίσιο δικαστικής μεταξύ τους διένεξης (βλ. σχετ. ΕφΠειρ 28/2021, ΕφΑιγ 39/2021, ΕφΠειρ 576/2020, ΕφΠειρ 55/2020 ΤΝΠ Nomos), από τις προσκομιζόμενες φωτογραφίες, των οποίων η γνησιότητα δεν αμφισβητήθηκε (άρθρα 444 § 1 περ.γ’ και 457 § 4 ΚΠολΔ), από τις υπ’ αριθμ. ……/2025 και ……/2025 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον της Συμβολαιογράφου Πειραιώς …………, οι οποίες λήφθηκαν μετά από νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση του εφεσίβλητου (όπως προκύπτει από την υπ’ αριθμ. ……../26-9-2025 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή  της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών ………… και με την επισήμανση ότι ο ως άνω αριθμός των ενόρκων βεβαιώσεων αναγράφεται στις προτάσεις της εκκαλούσας, στη σελ. 5 αυτών, παρά τις αντίθετες αιτιάσεις του εφεσίβλητου), τις υπ’ αριθμ. ……/2024, ……/2024, …../2024, …./2024 ένορκες βεβαιώσεις του Ειρηνοδικείου Πειραιά, οι οποίες λήφθηκαν μετά από νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση της ενάγουσας-εναγομένης (όπως προκύπτει από την υπ’ αριθμ. ……../28-2-2024 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή  της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών ………..), από τις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες από τον εφεσίβλητο υπ’ αριθμ. ……./2023, ……/2023, …../2023, ……/2023, ……./2023 ένορκες βεβαιώσεις του Ειρηνοδικείου Αθηνών, που ελήφθησαν στο πλαίσιο άλλης δίκης (ασφαλιστικών μέτρων) μεταξύ των ιδίων διαδίκων, οι οποίες λαμβάνονται υπόψη για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (ΑΠ 627/2018, ΑΠ 1342/2010, ΑΠ 913/2008, ΑΠ 833/2007, ΑΠ 566/2001) και από τα διδάγματα της κοινής πείρας, που λαμβάνονται αυτεπαγγέλτως υπόψη (άρθρ. 336 § 4 ΚΠολΔ), αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

Οι διάδικοι τέλεσαν μεταξύ τους νόμιμο πολιτικό γάμο στις 7/5/2014, στο Δήμο Κερατσινίου – Δραπετσώνας Αττικής, ο οποίος ιερολογήθηκε, στη συνέχεια, κατά τους ιερούς κανόνες της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας του Χριστού, στον I. Ν. ………………….., στις 10-10-2015. Η έγγαμη συμβίωση των διαδίκων δεν εξελίχθηκε ομαλά, λόγω των διαφωνιών τους ως προς την διαχείριση των οικονομικών ζητημάτων τους, της κατανομής των οικογενειακών υποχρεώσεων και της ανατροφής των τέκνων τους με συνέπεια αυτή σήμερα να έχει διαρραγεί πλήρως και όπως ήδη εκτέθηκε ανωτέρω, η εκκαλούμενη έκανε δεκτό το αίτημα και των δύο αγωγών των διαδίκων και απήγγειλε τη λύση του γάμου των διαδίκων, λόγω ισχυρισμού κλονισμού, για λόγους που ανάγονται στα πρόσωπα και των δύο συζύγων. Από το γάμο τους οι διάδικοι απέκτησαν δυο τέκνα, τον ………, γεννηθέντα στις 14/2/2015, και τον ………, γεννηθέντα στις 11/3/2017, τα οποία είναι, συνεπώς, σήμερα αμφότερα ανήλικα. Από τη γέννηση των ανηλίκων με την φροντίδα και την ανατροφή τους ήταν επιφορτισμένη κατά κύριο λόγο η εναγομένη – ενάγουσα, με την οποία και διαμένουν αυτά από την διάσπαση της έγγαμης συμβίωσης και μέχρι σήμερα. Με την υπ’ αριθμ. 2201/2023 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, η οποία εξεδόθη κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, επί αντίθετων αιτήσεων των διαδίκων, ανατέθηκε προσωρινά η επιμέλεια του προσώπου των ανηλίκων τέκνων των διαδίκων αποκλειστικά στη μητέρα τους και ρυθμίσθηκε προσωρινά το δικαίωμα επικοινωνίας του εφεσίβλητου με τα τέκνα του. Ακολούθως, με την εκκαλούμενη απόφαση ανατέθηκε η άσκηση της επιμέλειας των ανηλίκων τέκνων των διαδίκων από κοινού και εξίσου και στους δύο γονείς, με το σκεπτικό ότι εφόσον «…δεν αποδείχθηκε ακαταλληλότητα του ενάγοντος-εναγομένου για την άσκηση της επιμέλειας των ανηλίκων τέκνων του και, συνεπώς, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην ανωτέρω νομική σκέψη, δεν συντρέχει  περίπτωση αποκλεισμού του προαναφερομένου από την άσκηση της επιμέλειας τους» με την επισήμανση ότι δεν είχε ασκηθεί αγωγή εκ μέρους του εφεσιβλήτου περί της επιμέλειας του προσώπου των ανηλίκων τέκνων του, παρά μόνο αγωγή διαζυγίου, όπως εκτίθεται ανωτέρω.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η εκκαλούσα-ενάγουσα-εναγομένη μητέρα, μετά τη διάσπαση της συμβίωσης των διαδίκων, ανέλαβε την ανατροφή και φροντίδα των ανηλίκων τέκνων των διαδίκων, τα οποία περιβάλλει με αγάπη, στοργή και αμέριστο ενδιαφέρον, φροντίζει για την καλή ανατροφή τους και έχει δημιουργήσει το κατάλληλο περιβάλλον και τις προϋποθέσεις για την ομαλή ψυχοσωματική και διανοητική τους ανάπτυξη. Η επιτυχής λειτουργία της συνεπιμέλειας ανηλίκου τέκνου και από τους δύο γονείς του σε όλες τις επιμέρους πτυχές της επιμέλειας και – κατά παρέκκλιση αυτής -υπό τις μορφές της λειτουργικής κατανομής επιμέρους τομέων ή της χρονικής κατανομής αυτής, προϋποθέτει ένα ελάχιστο πλαίσιο συνεννόησης και αλληλοκατανόησης στις σχέσεις των γονέων, οι οποίοι έχουν αποφασίσει συνειδητά να παραμερίσουν τις προσωπικές τους διαφορές και είναι σε θέση να συνεργασθούν για τη διαμόρφωση ενός περιβάλλοντος, που θα ευνοήσει την απρόσκοπτη βιοτική και ψυχολογική ανάπτυξη του τέκνου τους (βλ. ΜονΕφΑΘ. 5173/2020, ΕφΑΔΠολΔ 2021, 481, ΜονΕφΑΘ. 504/2019, ΤΝΠ Nomos). Ωστόσο, στην προκειμένη περίπτωση αποδείχθηκε ότι οι διάδικοι αδυνατούν να ασκούν από κοινού την επιμέλεια του προσώπου των ανηλίκων τέκνων τους, εξαιτίας των μεταξύ τους συνεχόμενων διαφωνιών και αντεγκλήσεων, καθώς αποδείχθηκε ότι οι σχέσεις τους δεν διαπνέονται από πνεύμα συνεννόησης και συνεργασίας αντιθέτως, και παρά την παρέλευση μεγάλου χρονικού διαστήματος από την οριστική διάσπαση της συμβίωσής τους, εμφορούνται από αντιπαράθεση και αντεγκλήσεις. Ειδικότερα, εκτός από τα προσκομιζόμενα και από τους δύο διαδίκους μηνύματα που αντάλλαξαν μέσω κινητών τηλεφώνων και e-mails, από τα οποία προκύπτει το έντονο κλίμα αντιπαράθεσης μεταξύ τους, προσκομίζονται και αντίγραφα από δελτίο συμβάντων του Αστυνομικού Τμήματος Νίκαιας, από τα οποία προκύπτει η υποβολή μήνυσης, στις 3/3/2024 και στις 30/12/2023, από τον εφεσίβλητο σε βάρος της εκκαλούσας για το αδίκημα της παράβασης δικαστικής απόφασης, αλλά και η υποβολή μήνυσης από την εκκαλούσα σε βάρος του εφεσίβλητου, στις 9/11/2023, για το αδίκημα της παραβίασης υποχρέωσης διατροφής. Επιπλέον, όπως προκύπτει από το από αντίγραφο του αποσπάσματος της υπ’ αριθμ. 1324/2025 απόφασης του Β΄ Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, που προσκομίζει με επίκληση η εκκαλούσα, ο εφεσίβλητος κηρύχθηκε ένοχος του αδικήματος της ενδοοικογενειακής απειλής, που τέλεσε στο Κερατσίνι στις 29/3/2025, σε βάρος της εκκαλούσας, ήτοι μετά την έκδοση της εκκαλουμένης απόφασης και επεβλήθη σε αυτόν η χρηματική ποινή του ποσού των 500 ευρώ (ενώ δεν προσκομίζονται δικαστικές αποφάσεις για τις ανωτέρω μηνύσεις σε βάρος της εκκαλούσας), από όλα δε τα ανωτέρω αποδεικνύονται πέραν πάσης αμφιβολίας οι τεταμένες σχέσεις μεταξύ των διαδίκων. Εν προκειμένω πρέπει να επισημανθεί ότι ο εφεσίβλητος ισχυρίζεται ότι έχει καταδικασθεί για άλλο αδίκημα από αυτό που περιέγραφε το εις βάρος του κατηγορητήριο, λόγος για τον οποίο θα ασκήσει αναίρεση κατά της απόφασης αυτής, προσκομίζει δε με επίκληση απόσπασμα της ως άνω απόφασης, σύμφωνα με το οποίο φέρεται να έχει καταδικασθεί για την πράξη της ενδοοικογενειακής απλής σωματικής βλάβης ενώπιον ανηλίκων, πλην όμως, αφενός η ως άνω αναγραφή έχει λάβει χώρα από παραδρομή, γεγονός που αποδεικνύεται από το αντίγραφο του αποσπάσματος που προσκομίζει η εκκαλούσα, το οποίο έχει στην επικεφαλίδα την αναγραφή «ΟΡΘΗ ΕΠΑΝΑΛΗΨΗ» και όπου αναγράφεται ότι αυτός έχει καταδικασθεί για ενδοοικογενειακή απειλή, αφετέρου η πρόθεση του εφεσίβλητου να ασκήσει αναίρεση κατά της απόφασης αυτής, στο παρόν στάδιο, δεν αναιρεί την ύπαρξη της ως άνω καταδικαστικής κρίσης σε βάρος του για τέλεση αδικήματος που προβλέπεται στις διατάξεις του ν. 3500/2006, για την αντιμετώπιση της ενδοοικογενειακής βίας, οι οποίες εφαρμόζονται και σε αδικήματα που έχουν τελεσθεί σε βάρος πρώην συζύγων (άρθ. 1 παρ. 1 περ. γ του ως άνω νόμου). Επιπλέον, οι εξετασθείσες μάρτυρες, στις αναφερόμενες ανωτέρω, νομίμως ληφθείσες και προσκομισθείσες υπ’ αριθμ. …../2025 και ……/2025 ένορκες βεβαιώσεις, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στη νομική σκέψη της παρούσας, καταθέτουν ότι ο εφεσίβλητος μετά την ανωτέρω καταδίκη του εξαφανίσθηκε και διέκοψε ακόμη και την τηλεφωνική επικοινωνία με τα τέκνα του, οι δε μαρτυρίες αυτές δεν αντικρούονται από αντίθετες μαρτυρικές καταθέσεις ή άλλα αποδεικτικά μέσα του εφεσίβλητου. Επομένως η ανάθεση της επιμέλειας των ανηλίκων και στους δύο γονείς από κοινού δεν ανταποκρίνεται στο βέλτιστο συμφέρον των τέκνων, διότι αναμένεται ότι, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, θα οδηγήσει πρακτικά σε αδυναμία λήψης σταθερών αποφάσεων για το πρόσωπό τους, θα οξύνει τις ήδη προβληματικές σχέσεις τους στο άμεσο μέλλον και θα είναι βλαπτική για την αρμονική ψυχοσωματική τους ανάπτυξη (βλ. Βαλμαντώνη, Συνεπιμέλεια και βέλτιστο συμφέρον του τέκνου υπό το φως του ν. 4800/2021, σελ. 49, 50). Συνεπώς, με αποκλειστικό γνώμονα το βέλτιστο συμφέρον των ανηλίκων τέκνου των διαδίκων, όπως το καθορίζουν οι βιοτικές και ψυχικές τους ανάγκες (άρθρο 1511 παρ. 2 ΑΚ), το Δικαστήριο κρίνει ότι η αποκλειστική άσκηση της επιμέλειάς τους πρέπει να ανατεθεί οριστικά στην μητέρα τους, κατά παρέκκλιση από την από κοινού και εξίσου άσκηση της επιμέλειας των τέκνων (άρθρα 1513, 1514 ΑΚ, όπως ισχύουν μετά τον ν. 4800/2021), η οποία διαθέτει τα προσόντα και παρουσιάζεται ικανή να ανταποκριθεί στο λειτουργικό αυτό καθήκον, δεδομένου ότι παρίσταται επιτακτική η αποτροπή του κινδύνου διαρκούς προσφυγής των γονέων στο Δικαστήριο για την επίλυση των μεταξύ τους διαφωνιών σε ζητήματα συνδεόμενα με τη ρύθμιση των βιοτικών σχέσεων και αναγκών των  ανηλίκων τέκνων τους, που ενίοτε θα αποβαίνει σε βάρος των συμφερόντων τους, στις περιπτώσεις που οι υποθέσεις του χρήζουν άμεσης αντιμετώπισης και δεν επιδέχονται αναβολής και προς αποφυγή ματαίωσης της ικανοποίησής τους. Παράλληλα με τη ρύθμιση αυτή διασφαλίζεται το ενδιαφέρον και η ενεργή συμμετοχή του πατέρα του στην ανατροφή τους, καθόσον αυτός διατηρεί την από κοινού με τη μητέρα τους άσκηση των λοιπών λειτουργιών της γονικής του μέριμνας των σχετικών με τη διοίκηση της περιουσίας και της εκπροσώπησής τους αναφορικά με κάθε κρίσιμο ζήτημα που ήθελε προκύψει μέχρι την ενηλικίωσή τους. Στο σημείο αυτό πρέπει να αναφερθεί ότι από τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα δεν προκύπτει αν η προαναφερόμενη υπ’ αριθμ. 2201/2023 απόφαση των ασφαλιστικών μέτρων, που ρύθμισε το δικαίωμα επικοινωνίας του εφεσίβλητου με τα τέκνα του έχει επιδοθεί στον εφεσίβλητο, ούτως ώστε να διαπιστωθεί αν έχει ξεκινήσει η προθεσμία του άρθρου 729 παρ. 5 ΚΠολΔ για την άσκηση τακτικής αγωγής εκ μέρους του (που όρισε η εν λόγω απόφαση) και κατά συνέπεια αν η απόφαση αυτή είναι ή όχι εν ισχύ, ούτε προκύπτει η καταδίκη της εκκαλούσας για τις υποβληθείσες σε βάρος της ανωτέρω μηνύσεις. Σε κάθε περίπτωση ο εφεσίβλητος-πατέρας, όπως ο ίδιος αναφέρει στις έγγραφες προτάσεις του, δεν διαμένει πλέον στην οικία της μητέρας του, αλλά σε μισθωμένη από αυτόν και τη σύντροφό του οικία και εργάζεται πλέον ως οδηγός, γεγονότα που καθιστούν αναγκαία εκ νέου τη ρύθμιση του δικαιώματος επικοινωνίας του, αφενός λόγω των αλλαγών των συνθηκών της ζωής του, αλλά και της παρόδου τριών ετών από την εν λόγω ρύθμιση. Επίσης, πρέπει να επισημανθεί, όσον αφορά την εκκαλουμένη απόφαση, η οποία συνεκδίκασε την αγωγή διαζυγίου του εφεσίβλητου με την αγωγή της εκκαλούσας περί διαζυγίου, επιμέλειας και διατροφής, ότι στο στάδιο της πρωτοβάθμιας δίκης δεν ασκήθηκε εκ μέρους του εφεσίβλητου αγωγή ή ανταγωγή με αίτημα περί ρύθμισης της επικοινωνίας του με τα τέκνα του (αλλά ούτε και περί επιμέλειας των ανηλίκων τέκνων του), για αυτό και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ορθά δεν διέλαβε σχετική διάταξη περί επικοινωνίας, κατ’ άρθρο 106 ΚΠολΔ.

Με βάση τα ανωτέρω, κατά την κρίση του Δικαστηρίου τούτου και με γνώμονα το βέλτιστο συμφέρον των ανηλίκων τέκνων των διαδίκων, το οποίο αποτελεί αποκλειστικό γνώμονα του Δικαστηρίου για τη διαμόρφωση της δικαιοδοτικής του κρίσης σχετικά με την ανάθεση της άσκησης της επιμέλειας του προσώπου τους, έχοντας νόμιμο δικαίωμα να ενεργήσει ακόμα και αντίθετα από την όποια συμφωνία των γονέων, και αφού συνεκτιμηθούν  οι προσωπικές ιδιότητες των διαδίκων γονέων και ιδίως η ωριμότητα, η συγκρότηση, η δυνατότητα επικοινωνίας και συναισθηματικής έκφρασης με τα ανήλικα τέκνα, η κατάσταση της υγείας τους, ο ελεύθερος χρόνος για αυτοπρόσωπη άσκηση της γονικής μέριμνας και επιμέλειας των ανήλικων, το ευρύτερο οικογενειακό και κοινωνικό τους περιβάλλον, επιβάλλεται όπως ανατεθεί η επιμέλεια του προσώπου τους  στη μητέρα τους. Η κρίση του Δικαστηρίου για όλα τα προαναφερόμενα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά έχει  έρεισμα  στο σύνολο  όλων ανεξαιρέτως των αποδεικτικών μέσων που αξιολογήθηκαν  και  δεόντως   συνεκτιμήθηκαν  από  το Δικαστήριο,  ενώ πρέπει να σημειωθεί ότι στην προκειμένη περίπτωση, λόγω όσων εκτέθηκαν ανωτέρω, δεν ενδείκνυται η προσωπική επικοινωνία του Δικαστηρίου με τα ανήλικα τέκνα των διαδίκων, κατ’ άρθρο 1511 του ΑΚ.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι τα ανήλικα τέκνα των διαδίκων δεν διαθέτουν περιουσία, ούτε εισοδήματα από οποιαδήποτε πηγή, ενώ προδήλως αδυνατούν λόγω της ηλικίας τους να ασκήσουν βιοποριστικό επάγγελμα και να εξασφαλίσουν τη διατροφή τους με τις δικές τους δυνάμεις. Επομένως, οι δύο γονείς τους έχουν υποχρέωση να τα διατρέφουν από κοινού, ο καθένας ανάλογα με τις δυνάμεις του (άρθρο 1489 παρ. 2 ΑΚ). Ο ενάγων-εναγόμενος εργαζόταν ως φύλακας σε ενεχυροδανειστήριο, ωστόσο η σύμβαση εργασίας του καταγγέλθηκε στις 27/11/2023, κρίθηκε δε από την εκκαλουμένη ότι α) ο ανωτέρω είναι αρτιμελής, δεν αποδείχθηκε ότι πάσχει από κάποιο πρόβλημα υγείας πού να τον καθιστά ανίκανο ή περιορισμένα ικανό για την άσκηση βιοποριστικού επαγγέλματος και β) δύναται και οφείλει να απασχοληθεί σε θέση εργασίας ανάλογη των προσόντων του, από την οποία θα αποκερδαίνει μηνιαίως ποσό όχι κατώτερο των 900 ευρώ. Ήδη ο εναγόμενος, μετά την έκδοση της εκκαλουμένης, προσλήφθηκε και εργάζεται, από τον Φεβρουάριο 2025, ως οδηγός φορτηγού οχήματος, στην εταιρεία με την επωνυμία «……………..», από την οποία λαμβάνει μηνιαίως  μισθό ποσού 1.282 ευρώ. Επίσης, ο εναγόμενος έχει εμπειρία στην τέχνη της δερματοστιξίας, την οποία ασκούσε περιστασιακά (όπως δέχθηκε και η εκκαλουμένη), λαμβανομένου όμως εν προκειμένω υπ’ όψιν ότι πλέον απασχολείται ως οδηγός με ωράριο πλήρους απασχόλησης (40 ωρών την εβδομάδα) και σε συνδυασμό με τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία, κρίνεται ότι ακόμη και σήμερα ασκεί περιστασιακά την τέχνη αυτή, αλλά σε λιγότερο χρονικό περιθώριο, αποκερδαίνοντας πρόσθετο εισόδημα, το οποίο σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας ανέρχεται στο ποσό των 200 ευρώ μηνιαίως.  Ο ενάγων πλέον διαμένει σε μισθωμένη οικία με την νυν σύντροφό του, για τη μίσθωση της οποίας συμμετέχει στο μίσθωμα αυτής (όπως αναφέρεται στις προτάσεις του), που ανέρχεται στο ποσό των 650 ευρώ μηνιαίως και βαρύνεται με ανάλογη συμμετοχή στις πάσης φύσεως λειτουργικές δαπάνες της κατοικίας αυτής. Ακόμη, καταβάλλει τοκοχρεωλυτικές δόσεις για την αποπληρωμή καταναλωτικών δανείων συνολικού ύψους οφειλής περίπου 3.700 ευρώ. Τα καταβαλλόμενα ποσά, ωστόσο, δεν προαφαιρούνται από τα εισοδήματά του, αλλά λαμβάνονται υπόψη ως στοιχεία προσδιοριστικά της αξίας της περιουσίας του, η οποία πρέπει να εκληφθεί ότι μειώνεται κατά το ποσό αυτό, καθώς και ως στοιχείο προσδιοριστικά των συνθηκών διαβιώσεώς του (βλ. ΑΠ 680/2010, ΑΠ 471/2005, ΕφΔωδ 195/2013, ΜονΕφΑθ 4781/2012, ΤΝΠ Nomos). Άλλα εισοδήματα ή άλλα περιουσιακά στοιχεία δεν αποδείχθηκε ότι έχει ο ενάγων, ο οποίος δεν βαρύνεται με την υποχρέωση διατροφής άλλου προσώπου, πλην των ανηλίκων τέκνων του. Κατά τα λοιπά έχει τις συνήθεις διατροφικές ανάγκες των προσώπων της ηλικίας του, που ζουν υπό όμοιες οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες. Ακολούθως, η ενάγουσα διαμένει μαζί με τα ανήλικα τέκνα σε κατοικία ευρισκόμενη στη Νίκαια Αττικής, την χρήση της οποίας της έχει παραχωρήσει χωρίς αντάλλαγμα η μητέρα της, και δεν βαρύνεται, συνεπώς, με δαπάνη μισθώσεως κατοικίας, βαρύνεται όμως με ανάλογη συμμετοχή στις πάσης φύσεως λειτουργικές δαπάνες της κατοικίας αυτής. Η ενάγουσα, ηλικίας, κατά τη συζήτηση της αγωγής στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, 45 ετών, είναι αρτιμελής και δεν αποδείχθηκε ότι πάσχει από κάποια πάθηση που να την καθιστά ανίκανη ή περιορισμένα ικανή για την άσκηση βιοποριστικού επαγγέλματος, ενώ εξάλλου, τα ανήλικα τέκνα της, κατά το επίδικο διάστημα, βρίσκονται σε τέτοια ηλικία, ώστε να μην χρήζουν της διαρκούς επιτήρησης της μητέρας τους. Με βάση τα προαναφερόμενα, λαμβάνοντας όμως υπόψη και την απασχόληση της ενάγουσας με την ανατροφή των ανηλίκων, η τελευταία μπορεί και οφείλει να εξεύρει θέση εργασίας μερικής απασχόλησης ανάλογη των προσόντων της, από την οποία, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας μπορεί να αποκερδαίνει μηνιαίως ποσό όχι κατώτερο των 500 ευρώ. Άλλα εισοδήματα ή άλλα περιουσιακά στοιχεία δεν αποδείχθηκε ότι έχει η ενάγουσα, η οποία δεν βαρύνεται με την υποχρέωση διατροφής άλλου προσώπου πλην των ανηλίκων τέκνων της. Κατά τα λοιπά έχει τις συνήθεις διατροφικές ανάγκες των προσώπων της ηλικίας της, που ζουν υπό όμοιες οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες. Τα ανήλικα τέκνα των διαδίκων, …….. και …………., ηλικίας κατά τη συζήτηση της αγωγής στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, 9 και 7 ετών αντίστοιχα, φοιτούν σε δημόσιες σχολικές μονάδες, αντίστοιχες της ηλικίας τους, για την φοίτηση στις οποίες δεν οφείλονται δίδακτρα. Ο ανήλικος ……… παρακολουθεί μαθήματα αγγλικής γλώσσας για τα οποία καταβάλλονται μηνιαία δίδακτρα ύψους 45 ευρώ, ενώ και τα δύο τέκνα συμμετέχουν σε αθλητικές δραστηριότητες της Ακαδημίας Νίκαιας, πλην όμως, από το προσκομιζόμενο με επίκληση φωτοαντίγραφο της κάρτας συνδρομών τους, δεν προκύπτει το ποσό της συνδρομής που καταβάλουν. Κατά τα λοιπά, οι ανήλικοι έχουν τις συνήθεις διατροφικές ανάγκες των παιδιών της ηλικίας τους, τα οποία ζουν υπό όμοιες οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες. Με βάση τα προαναφερόμενα, οι αποτιμώμενες σε χρήμα διατροφικές ανάγκες των ανηλίκων τέκνων των διαδίκων, στις οποίες συνυπολογίζεται και η παροχή προσωπικής εργασίας και φροντίδας της μητέρας τους, οι οποίες συνδέονται, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής με τη συνοίκηση, και είναι αποτιμητές σέ χρήμα, ανέρχονται μηνιαίως στο ποσό των 350 για τον ……… και των 300 ευρώ για τον ………… Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές, από το συνολικό ποσό των αποτιμωμένων σε χρήμα διατροφικών αναγκών των ανηλίκων τέκνων των διαδίκων, όπως προεκτέθηκαν, ο εναγόμενος πατέρας τους  είναι σε θέση, με βάση την προαναφερόμενη οικονομική του δυνατότητα και την προσωπική του κατάσταση, συσχετιζόμενη με την αντίστοιχη οικονομική δυνατότητα και την προσωπική κατάσταση της εναγομένης – ενάγουσας, μητέρας τους, να καλύψει το ποσό των 300 ευρώ για τον …… και το ποσό των 250 ευρώ για τον ………., ενώ το υπόλοιπο αναγκαίο για τη διατροφή τους ποσό, βαρύνει τη μητέρα τους, η οποία, έχουσα κατά νόμο συντρέχουσα και ανάλογη των οικονομικών και εν γένει δυνατοτήτων υποχρέωση διατροφής τους, μπορεί να το καλύπτει με την προσφορά των προσωπικών της υπηρεσιών και των λοιπών, συνδεόμενων με τη συνοίκησή τους, παροχών, αλλά και με τα εισοδήματά της από την εργασία της, που δύναται και οφείλει να εξεύρει. Τα δε ως άνω ποσά, ο εναγόμενος μπορεί να καταβάλλει χωρίς να τίθεται σε κίνδυνο η δική του διατροφή. Συνεπώς το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο για το ζήτημα αυτό έκρινε ομοίως, εκτίμησε ορθά τις αποδείξεις, ώστε ο πρώτος λόγος της έφεσης πρέπει να απορριφθεί, με αιτιολογίες που συμπληρώνονται με την παρούσα απόφαση, με βάση τα όσα αναφέρθηκαν (άρθρο 534 ΚΠολΔ). Αντίθετα, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφαση ανέθεσε την άσκηση της επιμέλειας των ανηλίκων τέκνων των διαδίκων από κοινού στους διαδίκους, εκτίμησε εσφαλμένα τις αποδείξεις. Συνεπώς πρέπει να γίνει δεκτός ως ουσιαστικά βάσιμος ο σχετικός λόγος της έφεσης με τον οποίο η εκκαλούσα-ενάγουσα παραπονείται για κακή εκτίμηση των αποδείξεων, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση ως προς τη διάταξή της αυτή, απορριπτομένης της έφεσης κατά λοιπά και αφού κρατηθεί η υπόθεση από το παρόν Δικαστήριο ως προς το κεφάλαιό της αυτό (άρθρο 535 § 1 ΚΠολΔ) να δικασθεί και να γίνει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη η αγωγή και να ανατεθεί οριστικά η αποκλειστική επιμέλεια των ανηλίκων τέκνων των διαδίκων στην εκκαλούσα-ενάγουσα. Τα δικαστικά έξοδα αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας πρέπει να συμψηφιστούν μεταξύ των διαδίκων, ενόψει της εν μέρει νίκης και ήττας αυτών, αλλά και λόγω της συγγενικής σχέσης τους, κατ΄ άρθρο 179 ΚΠολΔ.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων.

Δέχεται τυπικά την έφεση.

Δέχεται αυτή κατ’ ουσίαν ως προς το κεφάλαιο περί άσκησης της επιμέλειας των ανηλίκων τέκνων των διαδίκων και απορρίπτει αυτήν κατά τα λοιπά.

Εξαφανίζει την υπ’ αριθμ. 3890/2024 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, ως προς το κεφάλαιο περί άσκησης της επιμέλειας των ανηλίκων τέκνων των διαδίκων.

Κρατεί και δικάζει την από 11/1/2024 (αριθμ. εκθ. καταθ. …………./2024) αγωγή ως προς το ανωτέρω κεφάλαιο.

Δέχεται την αγωγή ως προς το κεφάλαιο αυτό.

Αναθέτει οριστικά την επιμέλεια των ανηλίκων τέκνων των διαδίκων, ………. και …………….., στην ενάγουσα μητέρα τους, με τη γονική μέριμνα, κατά τα λοιπά, να ανήκει και να ασκείται από αμφότερους τους διαδίκους.

Συμψηφίζει τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων.

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στον Πειραιά σε έκτακτη, δημόσια στο ακροατήριό του συνεδρίαση, στις 2 Aπριλίου 2026,  χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων των διαδίκων.

Η    ΔΙΚΑΣΤΗΣ                                                                     Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ